sraosha dice "menos mal que nos queda Portugal"

Στην Αθήνα αποφεύγω να παίρνω ταξί, τώρα μάλιστα που υπάρχει καλή συγκοινωνία. Όταν δεν περπατάω. Άλλη φορά θα μιλήσουμε για την απόλαυση να περπατάς στην Αθήνα.

Όταν παίρνω ταξί, άμα λ.χ. βαριέμαι, νυστάζω, κρυώνω, έχω πιει κάμποσα, φροντίζω να κάθομαι πίσω. Αράζω και κοιτάω τον δρόμο έξω τη νύχτα. Κι αυτό είναι μια απόλαυση.

Πρόσφατα αναγκάστηκα να καθήσω μπροστά σε ταξί, είχα κάτι μεσήλικα μωρά στο πίσω κάθισμα (μέχρι τα 70 είσαι μεσήλικας). Πήγα να βάλω τη ζώνη, αλλά δε θηλύκωνε η πόρπη. «Α, μια στιγμή, κύριε«, είπε ο οδηγός (‘κύριε’;), «να βγάλω την ασφάλεια». Έβγαλε από την υποδοχή ένα κούμπωμα μόνο του, σκέτο, κι έτσι κούμπωσα τη ζώνη κι εγώ.

Μια βδομάδα μετά, έβγαλα πάλι βόλτα τα μωρά. Πάλι κάθησα μπροστά. Πάλι το ίδιο σύστημα: ένας ταξιτζής που με προσφώνησε ‘κύριο’, αφαίρεσε ένα σκέτο κούμπωμα από την υποδοχή της ζώνης για να μπορέσω να προσδεθώ. Πάνω που πήγα να ρωτήσω τι είναι αυτό το πράμα τέλος πάντων, μου εξήγησε ο οδηγός:

Επειδή τα σύγχρονα αμάξια σκούζουν άμα δεν είναι δεμένος ο συνεπιβάτης, κουμπώνουν οι οδηγοί ένα σκέτο παπαράκι, ώστε να ξεγελιέται το όχημα και να μη διαμαρτύρεται όπως τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα.

Λίγο τα έχασα: οι ταξιτζήδες δε μασάνε να σου επιβάλουν διπλές και τριπλές κούρσες (ιδίως άμα είσαι γυναίκα κι όχι ‘κύριος’), να ζέχνουν απλυσιά βδομάδας και βάλε, να καπνίζουνε με τα τζάμια ανεβασμένα, να σου λένε πως όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, να σου πιάνουνε το μπούτι και να σου λένε διάφορα (ιδίως άμα είσαι γυναίκα, ή και ‘κύριος’ — εδώ παίζουν τα γούστα), να υποκρίνονται ότι δεν ξέρουνε από πού στρίβουμε για Καλλιρρόης (κι έτσι, ωπ, ξαφνικά βρισκόμαστε Βουλιαγμένης), να μινυρίζουνε που θες να τους πας στου διαόλου τη μάνα (λες και θα είχα την ανάγκη τους άμα ήθελα να πάω εδώ πιο κάτω). Ωστόσο, τουλάχιστον δύο ταξιτζήδες χρησιμοποιούν αυτή την ξεγελαστική του συστήματος πατέντα προκειμένου να μην επιβάλουν στον επιβάτη που κάθεται μπροστά να δέσει τη ζώνη ασφαλείας. Ζμπαρεκουάκ, δηλαδή.

Κατά τ’ άλλα, όπως λέει κι ο τίτλος (που μου τον έμαθε η xilaren), ευτυχώς υπάρχει και το μπορντέλλο που λέγεται Ιταλία: καμαρώστε πολιτικούς, καμαρώστε τηλεόραση, καμαρώστε συγκοινωνίες και ταξί. Μάλιστα, το πιο σημαντικό θέμα αυτή τη στιγμή στην πατρίδα του Πετράρχη, του Ραφαήλ, των τορτελινιών και του Γκράμσι είναι πόσο μεγάλα βυζιά πρέπει να έχουν οι γυναίκες, με αφορμή τη νικήτρια του τοπικού Big Brother. Πήρε μάλιστα θέση στο θέμα και η Αλεσσάντρα Μουσολίνι, η οποία χαρακτήρισε το κοριτσάκι Θωρηκτό Ποτέμκιν (σπεύσε τώρα στην Ιταλία, ναι, σ’ εσένανε μιλάω — ξέρεις ποιος είσαι).

Μια χαρά είναι η Πορτογαλία σε σχέση με δαύτους.

Άντε ρε, καλό Σου-Κού.

Ακτιβιστές κωμικοί

Όταν ήμουνα στην Αγγλία παρακολουθούσα στην τηλεόραση το σόου του Mark Thomas. Ο τύπος έκανε παρλάτες (στάνταπ κόμεντυ δηλαδή) αλλά πολιτικού περιεχόμένου. Έκανε πάντα συστηματική έρευνα πρώτα: στα βίντεο μπορείτε να δείτε αυτά που βρήκε για την Ινδονησία, για τον ‘μυστικό χάρτη της Βρετανίας’ και για άλλα πολλά. Επίσης, δε δίσταζε να την πέσει σε υπουργούς, βουλευτές, λόρδους και ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους: τους την έστηνε έξω από το Κοινοβούλιο, τα υπουργεία του Γουάιτχωλ, τις διάφορες υπηρεσίες, και τους ρωτούσε δυσάρεστα πράγματα. Αντίθετα όμως με τον Michael Moore, που είναι καραγκιόζης και σε κάνει να νομίζεις ότι απευθύνεται σε κουτορνίθια, ο τρόπος που την έπεφτε ο Thomas ήτανε και απολαυστικός αλλά και καίριος.

Θυμήθηκα τον Thomas γιατί σήμερα ένας φίλος μού έστειλε μια σειρά από πέντε βίντεο του Volker Pispers. Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ διαβασμένος (αν και μάλλον έχει διαβάσει κυρίως τα πολιτικά του Τσόμσκυ — ο οποίος στο μεταξύ έχει κάτσει κι έχει διαβάσει ό,τι υπάρχει), σε κάποια σημεία είναι σχεδόν απολαυστικός αλλά δεν παύει να είναι βαθύτατα μη-αστείος. Δεν έχει πλάκα, ρε παιδί μου. Η εύκολη ερμηνεία για την έλλειψη πλάκας είναι Κράουτ. Γερμαναράς. Δεν είναι κι οι πιο γελαστεροί άνθρωποι του κόσμου.

Ωστόσο, το πρόβλημα του Pispers φαίνεται να είναι άλλο: τον φρικάρει τόσο πολύ το υλικό του, που δεν μπορεί να το αποδώσει πραγματικά αστεία, να βγάλει από μέσα του την υποκρισία, την ασυνέπεια, τον κυνισμό και να τα μετατρέψει σε γέλιο. Λόγου χάρη, στο τέταρτο ή στο πέμπτο βίντεο μιλάει για τη Ρουάντα και την 11η Σεπτεμβρίου, το AIDS στη Ν. Αφρική, τις πατέντες της Bayer και τις επιθέσεις άνθρακα. Ε, το βλέπεις εκεί ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος τρελαίνεται, δεν μπορεί να σηκώσει αυτά που λέει. Σιγά μην κάνει και πλάκα από πάνω. Δεν μπορεί. Ζορίζεται. Θλίβεται. Ψυχοπλακώνεται.

Το πλησιέστερο που έχουμε σε τέτοιους ‘ακτιβιστές κωμικούς’ είναι ο Λαζόπουλος (σας παρακαλώ, μην ξερνάτε, μην ξερνάτε, αφήστε με πρώτα να ολοκληρώσω. Να ολοκληρώσω, σας παρακαλώ. Να ολοκληρώσω!). Οι διαφορές του Λαζόπουλου από τους ακτιβιστές κωμικούς ίσως είναι ξεκάθαρες για κάποιους αλλά δεινά δυσδιάκριτες για άλλους. Βεβαίως, μεγάλο μέρος του σώου του Thomas, του Pispers κι όλων αυτών όντως αφιερώνεται και στον αντιαμερικανισμό. Αντίθετα όμως με τους Λαζόπουλους του κόσμου τούτου, ο ‘αντιαμερικανισμός’ τους δεν εξαντλείται στον επιφανειακό αντιαμερικανισμό (που λέει κι ο Pispers) δηλαδή ‘σας μισούμε γιατί είστε τόσο πολύ καλύτεροι από εμάς’, αλλά προχωράει στην κριτική των πολιτικών των ΗΠΑ. Μία σημαντική διαφορά που μπορώ λοιπόν εγώ να δω από τον Λαζόπουλο είναι η εξης: οι ακτιβιστές κωμικοί φροντίζουν να τα σούρουν κανονικά και στην εξωτερική πολιτική των δικών τους χωρών. Και καλά, ο Γερμαναράς μπορεί να αφορμάται ενοχικά από συλλογικό μαζοχικό-εξιλαστικό αυτομαστίγωμα (που μου είπε και κάποιο βόιδι), ο Αγγλούρας όμως; Που ζει μέσα στη χώρα της benevolent Empire; Στο έθνος των πρωταθλητών της φιλανθρωπίας; Στη χώρα που γκρέμισε τον χύδην ευρωπαϊσμό κι έβαλε τόσες περήφανες νέες δημοκρατίες-τοποτηρητές των ΗΠΑ στην ΕΕ; Στη χώρα που δε θα έχει ποτέ χιλιόμετρα και κιλά και τέτοιες πουστλέ μονάδες;

Η αλήθεια είναι, όπως έχει πει κι ο Ρακάσας κάπου, ότι οι Έλληνες εμφορούμαστε από το ‘my country, right or wrong’ πολύ περισσότερο από όσο παραδεχόμαστε. Αν ρωτήσεις τον μέσο Λαζόπουλο, ή και τον μέσο Έλληνα, ποια είναι τα λάθη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, πιθανόν να αναφέρει τα εξής:

α. Που «άνοιξε τα σύνορα το ’91 το κωλόπαιδο ο Σαμαράς και γέμισε ο τόπος Αλβανούς». Ο πιο ηρέμα ρατσίστας θα προσθέσει «φτωχούς και πεινασμένους, χωρίς να έχουμε καμμιά υποδομή, ενώ εμάς στη Γερμανία…»

β. Που «δώσαμε τον Οτζαλάν». Αλλά γι’ αυτό ευθύνεται «ο αμερικανόδουλος ο Τάπερμαν, κακό χρόνο να ‘χει».

γ. Που δε δεχτήκαμε τη σύνθετη ονομασία από την αρχή. Εδώ βέβαια μιλάμε για πολύ αβανγκάρντ άτομα (πώς λέμε «μητσοτακικούς»;), που εκφέρουν μία εμβριθή γνώμη για ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα. Αμέ.

Πάνω σε ψυχαναλυτικά κρεβάτια ίσως ακουστούν και γογγυσμοί όπως ‘γιατί πουλήσαμε την Κύπρο;’, ‘γιατί φτάσαμε ως τον Σαγγάριο;’, ‘γιατί υπογράψαμε τη Βάρκιζα;’, ‘γιατί κάναμε τον ανένδοτο;’ — αλλά αυτά βρίσκονται ξεκάθαρα στη σφαίρα της ψυχανάλυσης, και δη της τσαρλατανικής ψυχανάλυσης (λέγε με Λακάν).

Κοινώς: ποτέ η Ελλάδα δε φταίει σε τίποτα. Ποτέ. Είμαστε πάντα θύματα. Πάντα. Σαν τους Παλαιστίνιους. Σαν το Ισραήλ. Οι άλλοι έχουνε πέσει να μας φάνε. Όλοι οι άλλοι. Όλοι τους. Οι πάντες. Και, λυπάμαι που θα το πω κι έτσι: Ο Έλληνας Pispers ξέρετε τι μούτζα κι αϊσιχτίρια θα έτρωγε από ένα κοινό σαν και του Γερμανού οριγκινάλ; Φανταστείτε λ.χ. κάποιος να μίλαγε με γεγονότα και ντοκουμέντα για τη δουλική μας σύμπλευση με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, από την οποία δε νιώθουμε και να επωφεληθούμε — όπως έγραψε κι η Τριανταφύλλου πριν κάτι μήνες στην Αβού. Για τη μεσοβέζικη στάση μας στο μεσανατολικό. Για την προθυμία μας να γίνουμε γιουσουφάκια της τσετσενοκτόνου Ρωσίας. Για την υποστήριξή μας στον Μιλόσεβιτς και στα καθήκια στη Βοσνία. Για την αποικιακή μας πολιτική στην Παλαιστίνη σε σχέση με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Και για άλλα πολλά.

Ποιος να βγει να τα πει. Και μάλιστα με χιούμορ; Θα τονε μαντρώσουνε για βλασφημία. Η Αριστερά εδώ και δεκαετίες πλάθει κουλουράκια για αυτά τα θέματα (και δεν εννοώ το ΚΚΕ, αυτό δεν είναι Αριστερά, είναι ο Νοσφεράτου αυτοπροσώπως): όπως όλα τα κόμματα, αρκείται στα ευχολόγια και στις εκθέσεις ιδεών.

Σε μια χώρα εκθέσεων ιδεών δεν μπορείς να ειρωνεύεσαι, κύριε, τα όσια και τα ιερά μας. Και αν το διαπράξεις, θα σε μαντρώσουνε και μετά θα έρχεται να σου φέρνει εικονισματάκια και μπισκότα Μιράντα στη φυλακή ο Τζερώνυμο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, αφού ο άλλος, ο λεβέντης, μας σχωρέθηκε. Δυστυχώς.

Ένα μήνυμα του Sraosha

προς την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. και τον ανασχηματισμένο αναπληρωτή υπουργό Δημόσιας Τάξης:

http://www.tvxs.gr/scripts/player/player_4.swf

Σκατά στα μούτρα σας.

Διότι και η αυτοσυγκράτηση και η κοσμιότητα έχουνε τα όριά τους, τα οποία βρίσκονται εκεί που αρχίζει η αυθαιρεσία και ο ‘νόμιμος’ τραμπουκισμός της έννομης ‘τάξης’. Αν η βία κατά περιουσιών από ‘ταραξίες’ είναι θλιβερή αλλά αναμενόμενη, η καταστολή και η βία κατά πολιτών που προέρχεται από όργανα της ‘τάξης’ συνιστά εν ψυχρώ παράνομη, επικίνδυνη και χυδαία καταστρατήγηση δικαιωμάτων, ελευθεριών και δημοκρατικών αρχών. Τελεία και παύλα.

Αν η ΕΛ.ΑΣ. θέλει να κάνει επίδειξη δύναμης (αφού αισθάνεται ‘ευνουχισμένη’, όπως μου είπε κι ένας κακομοίρης, του οποίου προφανώς ακόμα του κρέμονται), ας αναλάβει σοβαρά την αποστολή της. Ας καθαρίσει τη μάκα και τη λίγδα που έχει μαζέψει η ίδια: νταβατζήδες, προστάτες, πρεζέμπορους, τεμπέληδες, τσαμπουκάδες, αστοιχείωτους. Μετά μπορεί, αν θέλει, να μαντρώσει τα δολοφονικά σκυλόμουτρα της νύχτας, τους διακινητές ανθρώπων, τους χονδρέμπορους κόκας και τους πάσης φύσεως καταπατητές. Ας διερευνήσει σοβαρά την υπόθεση Κούνεβα. Ας πάει να προστατέψει τον αδύναμο κόσμο στην ανοχύρωτη ύπαιθρο και στο υπό ανάδυση γκέτο μεταξύ Πατησίων και Λιοσίων. Άμα έτσι τη βρίσκει, πεζή, να στείλει καμμιά πεζή περίπολο στην Κυψέλη, στα Πατήσια και στη Νέα Ιωνία, όχι στα Εξάρχεια και Χαριλάου Τρικούπη και Ακαδημίας γωνία, όπου καμαρώνουν όλα τα καλόπαιδα του νομού Χ-Ψ-Ω με το χέρι στη σκανδάλη.

Σβήνω τα υπόλοιπα (συγγνώμη που παραφέρθηκα) και σταματώ εδώ. Ευχαριστώ στον Oldboy για το βίντεο. Εδώ σας έχω δωράκια.

sraosha: Πυρηνικά και πόλεις

Ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, για να μαθαίνουν οι νεώτεροι και να θυμούνται οι παλιότεροι. Ο πυρηνικός πόλεμος υπήρξε για μένα ο αχώριστος αποτρόπαιος μπαμπούλας των παιδικών μου χρόνων.

Advocatus diaboli, promotor fidei

Η βροχή είναι εχθρός του διοπτροφόρου πεζού: κάνει το οπτικό σου πεδίο πουά διασπείροντας πάνω του μικροσκοπικούς φακούς οι οποίοι μετατρέπονται σε λέρες κηλιδίτσες μόλις μπεις σε στεγνό χώρο. Ως διοπτροφόρος που τρελαίνεται να περπατάει ξέσκεπος στη βροχή, και που απενοχοποιήθηκε γι΄αυτό του το βίτσιο στον μακρινό Βορρά, αναγκάζομαι λοιπόν να περπατάω με το κεφάλι σκυμμένο: καλύτερα τζάμπα λούσιμο με βροχόνερο, άντε και με ό,τι τρέχει από τα λούκια των μπαλκονιών, παρά να σκαρδαμύσσω ακόμα χειρότερα.

Τις τελευταίες μέρες δεν ήξερα αν περπατούσα σκυφτός λόγω της πολλής βροχής, την οποία φυσικά χαιρόμουν απεριόριστα, ή από την πολλή και πηχτή σκέψη που βάραινε μέσα στην καρκάλα μου. Πέρα από πολλά προσωπικά κι οικογενειακά (για τα οποία ο γιατρός μου κι ο δικηγόρος μου μου απαγόρευσαν να σας μιλήσω) με απασχολούσαν τρία τινά, κατά σειρά σοβαρότητας και ξεκινώντας από το λιγότερο σοβαρό:

Άρθρο α’: Η μπλογκοσύναξη.
Εδώ και τέσσερα χρόνια απέφευγα επιμελώς τις μπλογκοσυνάξεις. Είχα εξηγήσει τους λόγους αναλυτικά σε όσους με είχανε ρωτήσει και ήτανε, κυρίως, λόγοι ιδιοσυγκρασίας. Τις προάλλες οργανώθηκε μπλογκοσύναξη με γνωστούς μου κι εκλεκτότατους μπλογκάδες. Είπα λοιπόν το ναι, σαν τον άνθρωπο του Τζιμ Κάρεϋ, ναι, όπως άλλωστε είναι και η απάντηση σε κάθε αιώνιο ερώτημα (που λέει κι ο τυπάκος στο Δωμάτιο με Θέα). Μπούκαρα στην ταβέρνα με καθυστέρηση και πολύ κουρδισμένος για συζήτηση (κάτι που στη Μεγαλόνησο αποφεύγεται, αφού διεγείρει πάθη, ερμηνεύεται α πριόρι ως αντιπαράθεση και εγκυμονεί τον κίνδυνο να πεις καμμιά κακή κουβέντα για την ξαδέρφη / τον κουμπάρο / τον μουχτάρη του αλλουνού). Μπαίνω λοιπόν κουρδισμένος και, όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, υιοθετώ αντιρρητικές τακτικές, γίνομαι ενστικτωδώς πνεύμα αντιλογίας (έτσι με λέει η μάνα μου από τα εφτά μου και, ως γνωστόν, άμα δε σε ξέρει ούτε η μάνα σου…). Μόνο που τους περισσότερους εκεί μέσα δεν τους είχα ξανασυναντήσει δια ζώσης. Μέσα σε 25 λεπτά είχα πιει 4 σκέτα τσίπουρα και γύρω μου υπήρχαν ερείπια, σαστισμένοι άμαχοι και τσιτωμένα νεύρα. Οι διαλεκτικές μανιέρες έφεραν την καταστροφή, σαν τις γόπες στα σκίνα. Μου πήρε τρεις μέρες να συνέρθω. Άρα: τετ-α-τετ και μόνο τετ-α-τετ. Κερνάω καφέ, ουίσκι και γαριδομακαρονάδα δικής μου παρασκευής. Αν δεν τρώτε γαρίδες ξέρω να μαγειρεύω πολλά άλλα κι ωραία.

Άρθρο β’: Η εξέγερση
Ήταν, λέει, όντως εξέγερση; Ναι. Μας άρεσε; Όχι ακριβώς, όχι πάντοτε. Έχει καμμιά σημασία; Όχι βέβαια. Θα σημάνει κάτι στο μέλλον; Ίσως. Ως εδώ, απ’ ό,τι μου είπε κι ο Κουκουζέλης, αυτά λέει κι ο Ράμφος. Οπότε άλλη μια τάχα μου βαθυστόχαστη ανασκόπηση περισσεύει. Μιλώντας προσωπικά, ήμουν πάντα με την Άνοιξη της Πράγας του 1968 και το σαφές πολιτικό της αίτημα: Dub-ček, svo-bo-da (‘Ντούμπτσεκ, λευτεριά’), με τη Βελούδινη Επανάσταση του 1989, όχι με τον Ιερό Μάη των Παρισίων. Προτιμώ τον Γκάντι από τους Μάου-Μάου. Αν μπόρεσε ο Γκάντι να αφανίσει τη βρετανική αποικιοκρατία, η μη-βία μπορεί να νικήσει οτιδήποτε. Άλλωστε, όταν εξεγείρεσαι χωρίς βία, δεν κινδυνεύουν αθώοι εξαιτίας των επιλογών σου. Και δεν πρόκειται να πειστώ ότι η βίαιη εξέγερση είναι ο μόνος δρόμος, ή ένας δρόμος που θα ήθελα να πάρω ποτέ.

Οπότε, άμα ξανακάνετε καθιστική διαδήλωση, φωνάξτε με. Άμα συνυπογράψετε τίποτε ανθρώπινο, πάλι φωνάξτε με. Άμα χαλάσετε τη θεατρική έξοδο του κοσμάκη, και πάλι φωνάξτε με. Μην περιμένετε να επαναλάβω τα συνθήματά σας. Θα στέκομαι πίσω δεξιά και θα χαμογελώ ηλίθια. Ο καθείς και τα όπλα του.

Άρθρο γ’: Eyeless in Gaza
Τα ίδια και τα ίδια. Κάθε έγκλημα του Ισραήλ, αφορμή για πρόστυχο κι απροκάλυπτο αντισημιτισμό παγκοσμίως. Κάθε εγκληματικός τυχοδιωκτισμός της παλαιστινιακής ηγεσίας (εκτός κι αν κάποιος μπορεί να μου εξηγήσει γιατί η Χαμάς αποφάσισε να μην ανανεώσει την εκεχειρία: έχασε την υπομονή της; 60 χρόνια μετά τη Νάκμπα; ή μήπως έχανε έδαφος πολιτικά;), πόνος και θάνατος για τους Παλαιστίνιους. Δεν τηρώ ίσες αποστάσεις, ούτε παριστάνω τον ουδέτερο: εννοείται ότι δεν απαντάς με σφαγή αμάχων (έστω και) σε 90 ρουκέτες ημερησίως. Και μάλιστα στη Γάζα, στο μεγαλύτερο μαντρί ανθρώπων του κόσμου.

Πάντως η Μήδεια2 με ενθουσίασε.