Noch nicht jetzt

Πριν αρχίσουμε να μιλάμε με όρους αμερικανικών γενεών, τις οποίες διαμορφώνει η ποπ κουλτούρα κι η τεχνολογική εξέλιξη, υπήρχε η νεότητα, υπήρχε η μέση ηλικία (που χαντάκωνε τη νεότητα) κι υπήρχε και η τρίτη ηλικία.

Όταν μεγάλωνα χαιρόμασταν που οι νέοι παρέμεναν νέοι για περισσότερο, που η μέση ηλικία αργούσε να επέλθει, που η τρίτη ηλικία δεν ξεκίναγε πια στα πενηντακάτι.

Πέρασαν τέλος πάντων τα χρόνια κι έχουμε πια 2026, κι είμαι πια 52. Σε ένα βαθμό συναναστρέφομαι και συνομηλίκους μου, αλλά δεν περνάω πάντοτε καλά μαζί τους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι είναι κι εκείνοι 50 παρά με 50-φεύγα. Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον κάπως βρίσκονται χαμένοι στο 1966.

Υπερβολικά πολλοί συνομήλικοί μου λοιπόν έχουν πάθει κάτι σαν ψυχολογική κατατονία, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω.

Ο ένας βαρέθηκε τις σχέσεις γιατί ναι μεν θέλει δέσμευση αλλά δεν θέλει παιδιά, άσε που οι νεότερες κάθε Σ-Κ θέλουν να κάνουνε και από κάτι: καμιά συναυλία, κανα μπαρ, κανα εστιατόριο και άλλες τέτοιες εξαλλοσύνες. Θέλει να βρει μια χήρα με παιδιά δικά της για να ζήσουν μαζί και αδημονεί να πάρει σύνταξη.

Ο άλλος θέλει επίσης πάρει σύνταξη για να ζήσει τη ζωή των ηλικιωμένων και να πηγαίνει για καφέ (ή τσάι) κι εφημερίδα μαζί με κομψές γριούλες κομμωτηρίου και θυμόσοφα γερόντια σε καφέ με φλοράλ μοκέτες και με φω πολυελέους. Διότι αυτό ήταν, πάει, βαρέθηκε να δουλεύει — και δεν δουλεύει οικοδομή, πωλήσεις, βιομηχανία, ή άντε γιατρός…

Οι άλλοι, οχτώ νοματέοι όλοι μαζί, γυναίκες και άντρες, μου εξηγούσαν εμβριθώς ότι η ζωή μας τελείωσε, πως ό,τι ζήσαμε ζήσαμε κι ό,τι κάναμε κάναμε και ότι τέλος πάντων αυτό ήταν η ζωή μας και πάει τελείωσε, αφού πια τώρα πάπαλα: ζούμε για τα παιδιά μας και μόνο.

Έχω καταντήσει να προτιμώ όσες κι όσους περνάνε τη λεγόμενη κρίση της μέσης ηλικίας (άλλη λοιδωρία κι αυτή): ναι ρε σεις, προτιμούν να ζήσουν τουλάχιστον από το να τσεκάρουν πρόωρα πάνες και φέρετρα. Θα έρθει η ώρα και για πάνες και για φέρετρα, τι βιάζεστε;

Σόρυ μπαρμπάδες και θείτσες, συνομήλικα αδέρφια μου μεσήλικα, εγώ πάντως από το τρίπτυχο sex, drugs, and rock’n’roll έχω βαρεθεί μόνο το rock’n’roll — και ομολογώ ότι το έχω ρίξει σε τρανς και τέκνο, που ακούω στο αμάξι. Κι ας κρυφοχαμογελάτε σε φάση «Χαχά, ο Σραόσας θέλει να παρτάρει».

Δηλαδή ρε μαλάκες (τρυφερά το λέω), σπουδάζαμε και δουλεύαμε τρεισίμιση γαμωδεκαετίες για να καταλήξουμε στα 50 παρά και στα 50-φεύγα.να λέμε «αααααϊχ, γέρασαααα» κι οπαλάκια και ευχές; 

Ρε ασιχτίρι δηλαδή.

μήγαρις

Hier stehe ich

Ξεκινάμε με τα βασικά: το 2026 ζούμε αυτά που το 1981 μάς έλεγαν ότι θα μας κάνει η Σοβιετική Ένωση αν την αφήσουμε να επικρατήσει: σκυθρωπές ζωές βουτηγμένες μέσα σε ένα δημόσιο χώρο που διαμορφώνει η προπαγάνδα των δισεκατομμυριούχων και των κρατών που ελέγχουν. Βρισκόμαστε διαρκώς επί ποδός πολέμου απέναντι σε αόριστους και ενίοτε απρόβλεπτους εχθρούς (γεια σου βρε Όργουελ με τα ωραία σου), ενώ η λογοκρισία διατρέχει τον δημόσιο λόγο με όρους ΚαΓκεΜπέ, δηλαδή αποσκοπώντας στο να περιστείλει και να ανασκευάσει τα κηρύγματα ψευδοπροφητών όπως το πανίσχυρο λόμπι των τρανς ατόμων, οι κραταιοί επικριτές της αποικιοκρατίας και της πατριαρχίας, που μετριούνται στα δάχτυλα κτλ.

Στην ιδιωτική σφαίρα, με την πάντοτε πρόθυμη αρωγή της μονοθεϊστικής σκυθρωπότητας και του φοβικού ασκητισμού της, που δόγματα δεν κοιτά (μη βαυκαλίζεστε), ο ετεροκαθορισμός των ζωών και των σωμάτων μας απλώς έχει αλλάξει διαχειριστές. Τα υπόλοιπα τα λέω εδώ.

Το καίριο κι αναγκαίο αίτημα να αντιμετωπιζόμαστε όλες μας κι όλοι μας με σεβασμό έχει πλέον επαναδιατυπωθεί ως απαίτηση να μην ενοχληθεί κανένας, να μην προσβληθεί κανένας. Παράλληλα η ανάγκη να λειτουργούμε σαν κοινότητες που συλλογικά θα στηρίζουμε τη χαρά και την ανάπτυξη της καθεμιάς και του καθενός μας χωριστά εκφυλίστηκε στην εκνηπίωση των πάντων: είμαστε πια όλα θύματα και ευάλωτα κι ό,τι μας ενοχλεί ή μας δυσκολεύει είναι τραυματικό και, ω ναι, assault κι aggression.

Η κριτική και οι λεπτές διακρίσεις υποκαθίστανται από καλέσματα για μαζικά ντου, συνήθως μετά από αυτοσχέδιες δίκες προθέσεων. Λυπάμαι, αλλά είμαι υπέρ των λεπτών διακρίσεων ακριβώς επειδή είμαι κατά της βαρβαρότητας και της καφρίλας που περνιούνται για μαχητικότητα ή και για ακτιβισμός.

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω τι προκύπτει; Αυτό που μου έλεγε η Ζ τις προάλλες: ζωές σαν σειρές του Νέτφλιξ, όπου κάθε πρόβλημα είναι ατομικό και ταυτοτικό και ενδεχομένως ζήτημα νευροτυπικότητας, πάντως πρόβλημα καθαρό κι αποστειρωμένο από κάθε τι συλλογικό, πολιτικό, ακατάστατο και, τελικά, αμφίθυμο ή αμφίσημο.

Ή κάπως πιο παραστατικά, αυτό που μου περιέγραψε μια φίλη πριν λίγο:

Μια προ-νεωτερική εποχή όπου πιστεύουμε τα θύματα και συσπειρωνόμαστε κατά του κανιβαλισμού βρεφών ― και απεταξάμην την αθεΐα. Θα είναι κάποιου είδους Μεσαίωνας αλλά με κοσμικά κράτη και κινητά τηλέφωνα.

Что дѣлать?

Εδώ ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Κάθε μα κάθε προσπάθεια ή κίνημα για απελευθέρωση και δικαιοσύνη έχει στηριχτεί στην πειθώ ― και δικαίως. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να γίνει κατανοητό ότι η πειθώ έχει όρια και τα όριά της βρίσκονται στην πρώτη γραμμή άμυνας του προνομίου και στη δεύτερη γραμμή άμυνας του φασισμού.

Το γεγονός ότι κανένας κάτοχος προνομίων δεν επιθυμεί να τα αποποιηθεί έστω και μερικώς είναι η προφανής και χιλιοπαιγμένη εξήγηση του γιατί η σοσιαλδημοκρατία είναι ματαιοπονία. Το γεγονός ότι ο φασισμός μπορεί να προσβληθεί από την πειθώ αποκλειστικά και μόνο στα πρώιμα στάδιά του αποτελεί τον λόγο γιατί μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν η θεραπεία του φασισμού είναι το μπερτάχι.

Ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς με το ξύλο, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε ότι δεν θα τους ενώσουμε ποτέ όλους, ότι το αίτημα για ενότητα πολλές φορές αποτελεί το βέλος του Πάρι στη φτέρνα της προόδου. Σκεφτείτε κάτι ας πούμε ανώδυνο: σκεφτείτε η ερωτική ελευθερία ή τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ να ήταν κατάκτηση (…) που θα προέκυπτε μετά από πλατιά συναίνεση και μέσω της εξασφάλισης ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Αστειότητες.

Συνεχίζοντας, αρκετά με τον πατερναλισμό ανθρώπων σαν εμένα που παραπονιούνται ότι οι παρίες και όσοι δεν μιλάνε δεν ξέρουνε τι θέλουν, αρκέτα με όσους σπεύδουμε να μιλήσουμε εξ ονόματός τους. Έχουμε γεμίσει θεολόγους, και το λέω με την εντονότερη δυνατή απαξίωση που έχω για τους μαοϊκούς του Ενός Αόρατου Θεού τους. Μόνο που οι θεολόγοι σαν την πάρτη μου, ελαφρώς ευαίσθητοι και κάπως μορφωμένοι άντρες, δεν ευαγγελίζονται τις ανεδαφικές κι αστήρικτες αφαιρέσεις τους εις το όνομα του Ενός, αλλά σφετεριζόμενοι το όνομα των πολλών, ενώ δεν ευαγγελίζονται τη Βασιλεία του Φανταστικού Φίλου τους παρά κάποιου είδους Επανάσταση ― και τονίζω το «κάποιου είδους» ― που εξίσου μαγικά κι ίσως εντελώς αναίμακτα θα αποκαταστήσει τους πολλούς.

Ακόμα πιο πρακτικά, καθώς κυκλοφορούμε μέσα στο μεγαλοπρεπές κουφάρι της Ευρώπης σαν κάπως μουδιασμένα κι οπωσδήποτε αμήχανα μυγαράκια, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα προς το παρελθόν μας κι όχι προς τη μυθοποίησή του και ταυτόχρονα να στρέψουμε το βλέμμα προς τα έξω: όχι προς τις ασυνάρτητες και φοβισμένες ΗΠΑ, όχι προς την αγέλαστη κι αυταρχική Κίνα, ούτε προς την καπιταλιστική ρωσική Οικουμένη του κάθε θεού και πατερούλη, παρά προς αυτό που με αυταρέσκεια μάθαμε να αποκαλούμε Τρίτο Κόσμο. Έχουμε να συζητήσουμε πολλά με τον Τρίτο Κόσμο κι έχουμε να μάθουμε περισσότερα από αυτόν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε: άλλωστε πια δεν έχουμε την πολυτέλεια της ντετερμινιστικής απαισιοδοξίας.

Έργα και ημέρες

Ας κάνω κι εγώ κανα πολυπόστ. Γιατί να τρώνε τους κόπους μας τα φέισμπουκ και τα μέτα; Πολυπόστ, α λα Πάνο Μιχαήλ λοιπόν.

Ι

Οι αγορές είναι υπερευαίσθητες και αντιδρούν σε κάθε υποψία απώλειας κερδών εκ μέρους της πλουτοκρατίας: δεν είναι απαραίτητο να ανέβει η τιμή του προϊόντος, αρκεί να υπάρχει η αίσθηση ότι θα ανέβουν οι τιμές. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν πέφτουν: λόγω άγχους. Οι αγορές έχουν νευρώσεις, οι πολιτικοί ψυχώσεις· δύσκολοι γάμοι.

ΙΙ

Σχόλιο ανθρωπολογικού (ας πούμε) ενδιαφέροντος: Η εμμονή του Έλληνα σχολιαστή με τις «βίζιτες» και τα «τεκνά» που αποκλείστηκαν στο Ντουμπάι λόγω της επίθεσης εναντίον του Ιράν αντανακλά με ενάργεια τη βαθειά αγροτοποιμενική σκατοψυχιά του.

ΙΙΙ

Τρεις ομάδες στις οποίες διάφοροι προοδευτικοί κύκλοι κτλ αρνούνται την αυτενέργεια:

  • μπάι άτομα («είναι κατά βάθος στρέιτ / γκέι»)
  • σεξεργάτριες και σεξεργάτες («είναι θύματα»)
  • τρανς άτομα («είναι ηθοποιοί»)

Αυτά. Καλά περνάμε στη δικτατορία του ετεροπροσδιοριστάτου.

IV

Όταν το 1989-1991 κατέρρεαν τα σοβιετικά καθεστώτα κανονικά κι από μόνα τους, η ζωή στις χώρες στις οποίες είχαν επικρατήσει ήταν θλιβερή και άθλια σε σχέση με τη ζωή στους καπιταλιστικούς «παραδείσους»: κομματικές νομενκλατούρες, χρόνιες ελλείψεις βασικών αγαθών, αστυνομικό κράτος και λογοκρισία, φουλ εγκατάλειψη υποδομών και κακής ποιότητας δημόσια αγαθά, κούφια προπαγάνδα, προβληματική (αν και καθολική) στέγαση, δικτατορία της γραφειοκρατίας ― υπήρχαν μέχρι και άνθρωποι που ζούσαν στο περιθώριο.

Το γεγονός ότι η ζωή υπό τα σοβιετικά καθεστώτα φαντάζει σήμερα οκέι και πολιτικώς σέξι είναι επειδή οοοόλα τα παραπάνω δεινά αποτελούν πλέον την καθημερινή μας πραγματικότητα στους καπιταλιστικούς «παραδείσους», και μάλιστα χειρότερα ― εν μέρει επειδή δεν υπάρχει πια κι ο σοβιετικός μπαμπούλας και η «κομμουνιστική απειλή» του.

Σε καμία περίπτωση πάντως η ΕΣΣΔ του 1973 ή η Ουγγαρία του 1985 δεν ήταν π.χ. όπως η Κίνα ή το Βιετνάμ του 2026.

Αυτά γιατί ο, χμ, αναθεωρητισμός πάει σύννεφο.

V

Αντί να γράφετε βαθυστόχαστές αναλύσεις για τη σχέση θρησκείας και επιστήμης με αφορμή τη ρωσοκίνητη θεούσα που λέγεται Νατσιός, βγείτε για λιγάκι από το πάρα πολύ αστικό, εσείς που δεν έχετε συγγενείς «στην επαρχία», και το φουλ αριστερό καβούκι σας.

Στην ημιαστική Ελλάδα και στην ελληνική ύπαιθρο δεσπόζουν δυνάμεις όπως 50 αποχρώσεις της ΓΕΧΑ, διάφοροι τάχα φίλοι του Αγίου Όρους, φαν κλάμπ γεροντάδων κάθε περιγραφής, εκκλησιαστικές και παρεκκλησιαστικές οργάνωσης παλαιάς και νέας κοπής. Πρόκειται για μία συμπαγή και πολύ ενεργή μαγιά έτοιμη να φουσκώσει τα ποσοστά χαρούμενων αλλά και αγανακτισμένων δεξιών, που πιστεύουν ότι η Ελλάδα μας και η Ορθοδοξία μας είναι η χαμένη ψυχή του κόσμου, ενός κόσμου που τους απειλεί.

Αν όλα αυτά σας ακούγονται εξωγήινα, απέχετε από αυτή την Ελλαδα, που ναι, «ψηφίζει», όσο απέχουν οι MAGAδες ψηφοφόροι στο Άρκανσω από ακτιβιστή-γκαλερίστα της Νέας Υόρκης

VI

Αν δεν κάνω λάθος, ο Κάστρο απαγόρευσε διά νόμου να στηθούν αγάλματά του ή να δοθεί το όνομα του σε δρόμους, αεροδρόμια, πόλεις και τα λοιπά. Σκοπός του ήταν να γλιτώσουν οι Κουβανοί από την προσωπολατρεία.

Μου φαίνεται ότι πάρα πολλοί γονείς θα έπρεπε να κάνουν το ίδιο και για τα παιδιά τους.

VII

Θέλω να ρίξω φλιτ και να ψεκάσω κάθε φλύαρο γραφιά και τσουπ μαθαίνω αυτό που είπε ο άγιος αυτός άνθρωπος, ο Τσέχοφ:

исскуство писать – это исскуство сокращать

VIII

Η άνω τελεία δεν είναι για όλ@· είναι
για μερακλήδες
για μύστες
για θεές.

IX

Λυπάμαι που θα χαλάσω μια γιαλαντζί αριστερή φαντασίωση, αλλά ο κόσμος μια χαρά ξέρει και για τις υποκλοπές και για τη διαφθορά και για τη φτώχεια που ζει και για το πόσο λίγος και μοχθηρός είναι ο Πιθηκαλώπηξ και ο θίασός του. Ξέρει επίσης ότι ζει στο αστυνομικό κράτος τους.

Πλην όμως ικανό ποσοστό του τον προτιμάει από το τίποτα.

Με άλλα λόγια, μην κολακεύεστε: δεν βασιλεύει η ηλιθιότητα, δεν πρυτανεύει η βλακεία.

Στην πολιτική ο ιδιώτης / υπήκοος / ψηφοφόρος / πολίτης επιλέγει να κάνει τα στραβά μάτια απέναντι σε συγκεκριμένες πράξεις και συνθήκες που περιστέλλουν την ελευθερία του ή φαλκιδεύουν την ευημερία του. Το επιλέγει.

Παράδειγμα:

Αν πιστεύεις στο ιδεώδες του σοσιαλισμού α λα ΕΣΣΔ, θα κάνεις τα στραβά μάτια για το αστυνομικό κράτος και τη νομενκλατούρα.

Αν πιστεύεις στην αστική προπριετέ λαδέμπορων και δοσίλογων και στο πατρισθρησκειαοικογένεια, προσδοκώντας επίσης να τσιμπήσεις φοροελαφρύνσεις, επίδομα για άυλα πρόβατα κι εκτόνωση της μισανθρωπίας σου σε μετανάστες και χαροκαμένους γονείς, δεν θα νιώσεις την ακατάβλητη ανάγκη να χαθούν από προσώπου γης κάτι ημιμαθείς αλαζόνες διεφθαρμένοι που αφάνισαν μισό αιώνα δημοκρατικής (ναι, οκέι) ομαλότητας και κοινωνικού κράτους από αυτόν τον τόπο.

Εγώ πάντως έφυγα το 1996 και λίγες μέρες πέρασαν έκτοτε που δεν το μετάνιωσα. Πλην όμως, στην Ελλάδα θα ήμουν εξαθλιωμένος, αλκοολικός (πού λεφτά για άλλα) κι εντελώς ματαιωμένος. Αυτή την Ελλάδα έφτιαξε ο Καραμανλής ο Β’ ο Νιντέντο.

Αυτά. Επόμενο βιωματικό ποστ το 2030, που θα πέσει ο θλιβερός θίασος, έχοντας αφήσει καμένη γη (που έλεγαν παλιά).

X

Όταν ήμασταν έφηβοι χλευάζαμε κάτι σοβιετικές ταινίες σκέτο χώμα που εκθείαζαν το Κόμμα, τη σοβιετική εργατιά και τις αυτοθυσίες της, τον Κόκκινο Στρατό, τον ηρωισμό των αγροτών στα κολχόζ κτλ. και γι’ αυτό προτιμούσαμε ταινίες που πραγματεύονταν πιο ανθρώπινα θέματα π.χ. τον έρωτα, το κέρατο, τη μοναξιά, τη χαρά (και την απώλειά της), τη φυλακή που λέγεται οικογένεια, ένα κάποιο fight the power, την τρυφερότητα κτλ. Λέγαμε κιόλας πόσο σπουδαίο είναι να μην είναι τα πάντα προπαγάνδα.

Το 2026 δεν γελάμε με κάτι αμερικανικές σειρές όλο περιτύλιγμα και πλαστικό που εκθειάζουν το ηράκλειο αξίωμα του POTUS (μ’ αρέσει που κοροϊδεύαμε τη σοβιετική ορολογία τύπου «κομισάριος» κτλ.), τον δουλευταρά Αμερικάνο, τον όλο ηθικό έρεισμα Αμερικανικό Στρατό, τον τίμιο Αμερικανό διπλωμάτη, την ιερή αμερικανική οικογένεια κτλ. Ευτυχώς βεβαίως υπάρχει και το ανεξάρτητο σινεμά που ασχολείται με το εξής ένα θέμα: την Ταυτότητα.

XI

Αν είστε «κεντρώος», πάρα πολύ μετριοπαθής και νηφάλιος αλλά νιώθετε κάπως άβολα με την κυβέρνησή μας (μάλλον γιατί την έχουνε γλωσσοφάει), θυμηθείτε

  • την αισθητική του ΣΥΡΙΖΑ
  • τον Πολάκη και τον Καμμένο
  • τα χαζά της Αυγής ή την μπας κλας δημοσιογραφία της ΕφΣυν
  • τους κομμουνιστές και την κακία τους εν γένει.

Είδατε; Αμέσως καλύτερα.

Αν όχι, τότε σκεφτείτε

  • τον Κατσιφάρα,
  • τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο
  • τον Κουτσόγιωργα

― αλλά λίγο κράτει στα βαριά.

XII

Η τραγωδία της εποχής μας έγκειται στο εξής: η διανοητική πανανθρώπινων αξιώσεων υπεροψία της Ευρώπης υιοθετήθηκε από πουριτανούς, παιδαριώδεις και διανοητικά άξεστους Αμερικάνους, που αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα τουρλού που αποτελείται από απλοϊκά δίπολα.

Ορμούζ και τέκνο

Ω θε μου, θα ήθελα να είμαι σε καμιά αποθήκη και να λιώσω στην acid techno.

Οκέι μπάρμπα, θα μου πείτε. Αλλά τι ξέρετε κι εσείς; Όχι πολλά.

Ο κόσμος βουλιάζει σταθερά σε έναν φασισμό πιο κυριλέ και πιο βάναυσο από τον OG φασισμό, ενώ διάφοροι ασυνάρτητοι Ευρωπαίοι προσπαθούν να του αντιταχθούν με ατελέσφορες νοσταλγίες και με κάργα πουριτανισμό in extremis. Δεν πειράζει, εκδιδάσκει πανθ’ ο γηράσκων χρόνος.

Δηλαδή πειράζει αν είσαι κοριτσάκι στο Μινάμπ του Ιράν και σε σκοτώσει το Ισραήλ όπως τόσο γενοκτονικώς και συστηματικώς έπραξε και πράττει στη Γάζα.

Ταυτόχρονα δεν μπορώ να πω ότι με ενοχλεί ο τρόμος που σποραδικά σπέρνουν ιρανικά βλήματα σήμερα στις ενεργοβόρες ερημοπρωτεύουσες του Κατάρ, του Μπαχρέιν, των Εμιράτων, του Φέουδου του Οίκου του Σαούντ: όλων των υποτελών των Αμερικανών και όψιμων φίλων του Ισραήλ.

Αλλά ούτε κι αυτό έχει σημασία.

Σημασία έχει η ευχή που περικλείουν οι σοφόκλειοι στίχοι που τραγούδησε ο Πασχάλης το 1987:

Ἄρεά τε τὸν μαλερόν, ὃς νῦν ἄχαλκος ἀσπίδων
φλέγει με περιβόατον, ἀντιάζω
παλίσσυτον δράμημα νωτίσαι πάτρας
ἔπουρον, εἴτ᾽ ἐς μέγαν θάλαμον Ἀμφιτρίτας
εἴτ᾽ ἐς τὸν ἀπόξενον ὅρμων
Θρῄκιον κλύδωνα:
τελεῖν γὰρ εἴ τι νὺξ ἀφῇ,
τοῦτ᾽ ἐπ᾽ ἦμαρ ἔρχεται:
τόν, ὦ τᾶν πυρφόρων
ἀστραπᾶν κράτη νέμων,
ὦ Ζεῦ πάτερ, ὑπὸ σῷ φθίσον κεραυνῷ.

Άραγε θα σκάσει πύραυλος στη Σούδα;

Κάτι μικρό

Ξαναδιάβαζα αυτό, ένα από τα αγαπημένα μου κείμενα των τελευταίων χρόνων, και έκανα την εξής μάλλον νηφάλια, αν και θα μπορούσε να περαστεί για απαισιόδοξη, σκέψη:

Τώρα πια που τα κείμενα φτιάχνονται από μόνα τους, λένε ότι από τα ανθρωποποίητα κείμενα μόνον τα πολύ πρωτότυπα, τα πολύ παλαβά, τα στατιστικώς απίθανα θα αναδεικνύονται. Μπορεί. Δεν ξέρω.

Είμαι όμως σχεδόν βέβαιος ότι όσο περνάνε τα χρόνια, τα κείμενα δεν θα ζυγίζονται και δεν θα αντικρύζονται με βάση το τι λένε ή και πώς το λένε αλλά με βάση το πόσο χρήσιμα είναι.

Και νομίζω πως είναι κατανοητό ότι δεν εννοώ την πρακτική χρησιμότητα.

Αποσπάσματα από τρεις μέρες στη δουλειά

I would like to invite you to see me in my office on Tuesday […]. We can then discuss in detail what appears to be your more complex interpretation of my rather pressing request.

ταυτόχρονα για ακόμη μια φορά μένω κατάπληκτος από το θράσος με το οποίο ενεργείται ο σολιψισμός του συγκεκριμένου ατόμου

I cannot diminish (or even imagine) the torture and abuse you have been through, but it is a nightmare you have to leave behind, as well as this corner of the ghastly Fortress Europe that inflicted so much suffering on you.

There is no question of snide (?) scatological comments festering uncovered until then.

«Με την ευκαιρία, θα ήθελα να σας μεταφέρω ότι η συνέντευξή σας […] , από την οποία διαβάσαμε αποσπάσματα πριν από λίγες εβδομάδες, αποτέλεσε αφορμή για μια πολύ ζωντανή και ουσιαστική συζήτηση στην τάξη […]».

Η μισοηλίθια γενιά μου

Η μισοηλίθια γενιά μου, που λέγαμε τις προάλλες, διαμόρφωσε πολύ γρήγορα και σε περιβάλλον πολιτικής αφέλειας κάποιες πεποιθήσεις που, απ’ ό,τι φαίνεται, αρθρώνουν το πώς θέλουμε να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.

Είναι παράδοξο πώς βρεθήκαμε να προσκυνάμε την άνευ όρων ενότητα και τον διάλογο στον οποίο κάθε μα κάθε θέση είναι ισότιμη, ειδικά αν σκεφτεί κανείς από πού προερχόμαστε:

Μεγαλώσαμε μέσα σε οικογένειες που πάνω κάτω πρέσβευαν ότι δεν είμαστε λαός, ότι όλοι κι όλα είναι για τα πανηγύρια και της πλάκας (έτσι έλεγαν «γτπ καβάλα» τότε) και οπωσδήποτε επιδεκτικά περιφρόνησης και ευτελισμού καθόλου μα καθόλου γελαστού, πως οι γυναίκες είναι ή πουτάνες ή μάνες ή χάζες ― ή και όλα τα παραπάνω, ότι οι πούστηδες κι οι Εβραίοι κυβερνάν τον κόσμο, ότι παντού και σε κάθε περίσταση χρειάζεται βούρδουλας αλλά κι ότι δεν πρέπει να είμαστε των άκρων.

Η ελληνική οικογένεια, το σόι μάλλον, εχθρευόταν τις πάρα πολλές σπουδές (που αποβλακώνουν), τις ζωντοχήρες (που γαμιούνται), τις πολιτιστικές εκπομπές, τους συνδικαλιστές της Αριστεράς (που δεν είναι νοικοκυραίοι), τις κουλτουριάρικες ταινίες (που κατά βάθος είναι τσόντες), τις ανύπαντρες και τις γεροντοκόρες (που δεν γαμιούνται), τα βιβλία (αφού το διάβασμα προκαλεί μυωπία), τους μπινέδες (αν κι οι κωλομπαράδες είναι κάπως αναγκαίοι), τους πολιτικούς γενικά κι αόριστα (όπως μας δίδαξε η Χούντα, ιδίως αν δεν μας έκαναν τα ρουσφέτια μας), τη βαρειά φιλοσοφία, τους κουλτουριάρηδες και τους κουλτουριαραίους και τους απλώς διανοούμενους.

Η ελληνική οικογένεια άκουγε προσεκτικά τους λιγότερο «αυστηρούς» αλλα σεβάσμιους ιεροκήρυκες καθώς παράλληλα κατανάλωνε με βουλιμία τον απολίτικο πρωτοφασιστικό πολτό των θεατρικών επιθεωρήσεων και το ασφυκτικά αυταρχικό φιλότιμο που μύριζαν γνώριμα και διαπεραστικά· αναγνώριζε τη μία και μοναδική αλήθεια σε σεπτές μανάδες και αυστηρούς πατεράδες και σοφούς παππούδες και ιερές γιαγιάδες, που ευτυχώς δεν ήξεραν γράμματα αλλά είχαν τη σοφία των παλιών.

Ακούγαμε διαρκώς νοσταλγικές ιστορίες μιας επαρχίας που ποτέ δεν υπήρξε εκτός της νοσταλγίας των δικών μας, ενώ οι κατάρες για την Αθήνα και το «τσιμέντο» όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε παγωμένα λιθόκτιστα ή και σε πλίνθινα χαμόσπιτα είχαν την επιμονή εμβοής στα αυτιά μας. Ολόκληρος ο κόσμος των μεγάλων όταν ήμασταν μικροί οριζόταν από εξοχικά, χωριά και την «άθλια πόλη», έναν αδιάφορο κι αχανή δημόσιο χώρο που παραμελούσαν όλοι κι όλες για να γδάρουν με χλωρίνη τους μικρούς ιδιωτικούς χώρους τους και για να γυαλίσουν τους τετράτροχους ματρακάδες που περήφανα οδηγούσαν.

Όλα αυτά ήταν η ζωή μας και οι παραστάσεις μας. Όλη αυτή η πρωτοφασιστική και οπωσδήποτε βαθιά αυταρχική μούχλα που απλωνόταν στον μικροαστικό κόσμο μας με τα μεγαλοαστικά ιδεώδη. Ο κόσμος μας υποστυλωνόταν από την υποκρισία του μοχθηρού μικρού που έπλεκε πλέγματα σφιχτά με την υποκρισία του μεγάλου.

Εμείς όμως, ιδεαλιστές κεντρώοι.

Εμείς, της μισοηλίθιας γενιάς, νομίζαμε ότι όλα αυτά μέσα από τα οποία αναδυόμασταν, σαν προσκυνητές μέσα από τη μούργα του Γάγγη, είναι περιστασιακά κι επιφαινόμενα, κηλίδες εξίτηλες πάνω σε μια λαμπρή Παράδοση, συγκυριακές αστοχίες ενός κατά βάθος καλού καγαθού κόσμου, ενός κόσμου με τάχα αγιότητα και σοφία και αξιοσύνη, με γενναιότητα και σύνεση, που τον λέγαμε είτε Λαό, είτε Έθνος, είτε Γένος.

Νομίζαμε ότι θα αρκούσε λίγη Παιδεία (που όλα τα γιατρεύει), λίγα ταξίδια, λίγο ΠΑΣΟΚ, λίγη ενωμένη Ευρώπη, λίγος Πολιτισμός, λίγο ενοριακό βίωμα, λίγα ντραγκζ, λίγη καινοτομία για να μεταμορφωθούμε όοοοοολοι (και όλες) σε άνθρωπους από αυτό που είμαστε κατά πλειοψηφία: κακεντρεχή θηρία που απλώς μισούν ό,τι δεν μπορούν να συντρίψουν κι ό,τι δεν μοιάζει με τα υπαρξιακώς άσχημα μούτρα μας κι ό,τι δεν ζέχνει από την κλεισούρα της ανελευθερίας και το κλανίδι του αυταρχισμού που δεκαετίες τώρα περνιέται για καθαρός αέρας.

Κανείς μας δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι στον Εμφύλιο δεν ηττήθηκε μόνον η Αριστερά αλλά και ότι στον Εμφύλιο νίκησαν οι βαθιά φασίστες και οι φίλοι τους. Αυτοί που ογδόντα (ογδόντα ρε σεις!) χρόνια μετά κρώζουν ότι για όλα φταίει η Μεταπολίτευση.

Η κατάσταση των πραγμάτων

Ο μόνος δρόμος είναι κτλ.

Η κατάσταση του κόσμου μας σήμερα αποτελεί ταυτόχρονα

αφενός συνέπεια της τάχα μακρόθυμης επιθυμίας για ενότητα εντός της κοινωνίας, της επιμονής μας να μην αναγνωρίζουμε (και βεβαίως να μην πολεμάμε) όχι μόνον τους ταξικούς εχθρούς μας αλλά ούτε καν τους εχθρούς της ελευθερίας·

αφετέρου απάντηση στο επίμονο ερώτημα δύο ολόκληρων δεκαετιών: «Ας βγαίνουν οι δεξιοί στις εκλογές: τι είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;»· ακριβώς σε αυτό το ερώτημα εμπεριέχονταν η αντίληψη ότι και τη δημοκρατία και τη διεθνή τάξη πραγμάτων τις έφτιαξαν οι δεξιοί (χαχαχαχαχχχ) και άρα δεσμεύονται από αυτές.

Διότι, ας μην ξεχνάμε, «διχόνοια» και «διχασμό» έχουμε μόνον όταν στασιάζουν ή έστω διαμαρτύρονται οι από κάτω.

Ναρκωτικά

Πάντως με τα ενθεογόνα βλέπεις και τον θεό

Ωραία λοιπόν, ας γράψω ένα ποστάκι σαν κι αυτά που γράφαμε το 2004-2009, πριν πλακώσουν κάτι δημοσιογράφοι και κάθε λογής επίδοξα σελέμπριτι στα μπλογκ: ας γράψω κάτι χωρίς πολλές τεκμηριώσεις και λιγάκι βιωματικά· δηλαδή όπως είναι τώρα το φέισμπουκ των μεσόκοπων.

Κάθε κοινωνία έχει τα τυφλά σημεία της και πολλές φορές ολόκληροι πολιτισμοί έχουν τυφλά σημεία, π.χ. τη δουλεία για αιώνες. Στον δικό μας πολιτισμό ένα από τα τυφλά σημεία είναι τα ναρκωτικά.

Ναρκωτικά είναι η καφεΐνη, το αλκοόλ, η νικοτίνη· ναρκωτικά είναι και όλα όσα αποκαλούμε ναρκωτικά. Είναι γνωστές οι στατιστικές σχετικά με το πόσο κόσμο σκοτώνουν παγκοσμίως το αλκοόλ κι η νικοτίνη (εκατομμύρια) και πόσον κόσμο η φούντα (δεκάδες; το πολύ χιλιάδες). Είναι γνωστό ότι η μαριχουάνα δαιμονοποιήθηκε όταν έπαψε να είναι το ναρκωτικό των πλουσίων, πριν 90-100 χρόνια. Είναι πασίγνωστη η πορεία της νικοτίνης τα τελευταία 70 χρόνια από απαραίτητο αξεσουάρ της μοντέρνας ζωής στο σάλιο του θανάτου αυτοπροσώπως.

Πριν τον νεωτερικό κόσμο και πριν την επιβολή της διαρκούς διαύγειας και της ψυχραιμίας, οι οποίες μας αποτρέπουν από το να αμαρτάνουμε ή να ξεσηκωνόμαστε και οι οποίες μας καθιστούν παραγωγικότερους, τα ναρκωτικά (ναι, είπαμε, και το αλκοόλ μέσα) βρίσκονταν παντού. Βεβαίως και ελέγχονταν εντός της κοινωνίας, όπως ελέγχονται το σεξ, η βίαιη συμπεριφορά, οι ατομικές αποκλίσεις μεταφυσικού ή άλλου χαρακτήρα. Βεβαίως η υπερκατανάλωση οπίου ή κάνναβης ή αλκοόλ ή φύλλων κόκας ή κιφ ήταν επίμεμπτη και δικαίως. Βεβαίως τα ψυχοτρόπα, ενθεογόνα, εντάσσονταν σε κάποιες κοινωνίες εντός τελετουργιών. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είχαμε ολικές απαγορεύσεις ― αν εξαιρέσει κανείς την απαγόρευση του καφέ από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, που νομίζω ότι είχε τη διάρκεια περίπου της αμερικανικής ποτοαπαγόρευσης.

Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, έχουμε πλέον σοβαρές υποψίες ότι κάποιοι πρόγονοί μας διέκοψαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια τροφοσυλλεκτικού βίου και επέλεξαν την αγροτική αντί για την νομαδική ζωή ώστε να μπορούν να καλλιεργούν δημητριακά για μπίρα. Είναι μεν αποκαρδιωτικό για μένα αυτό, επειδή δεν μου πολυαρέσει η μπίρα, αλλά νιώθω την ανάγκη των αρχαίων γεωργών να έχουν σταθερή πηγή αλκοόλ καλλιεργώντας δημητριακά, παρότι θυσίασαν την αφθονία που τους προσέφερε (καταπώς φαίνεται) ο τροφοσυλλεκτικός ή και ο νομαδικός βίος…

Προσωπικά πάντως δεν έχω μεγάλη πείρα με τα ναρκωτικά, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου δεν είχα λεφτά για ναρκωτικά…

Μιλώντας για τα νόμιμα, μου αρέσει το αλκοόλ και το απολαμβάνω, αλλά ταυτόχρονα κάπως το φοβάμαι: είναι λέει βιολογικά εθιστικό όπως η νικοτίνη και η ηρωίνη και το φεντανύλ. Κάπνισμα δεν κατάφερα να ξεκινήσω ποτέ, δεν μου κάνει τίποτα. Καφεΐνη, μέχρι τρεις (άντε τέσσερις) καφέδες την ημέρα, για να μπορούμε να κοιμηθούμε κιόλας.

Μιλώντας για τα μη νόμιμα, διαπίστωσα πολλές φορές αυτό που έλεγα εδώ:

Από εκεί και πέρα, κάθε ουσία, από τον καφέ μέχρι την κόκα κι από τη φουντίτσα μέχρι τη μεφεδρόνη (bath salts), το e (που τα νέα παιδιά λένε μόλλυ ή και μώλυ) και τις σούπερ μοδάτες κεταμίνες, ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, τα ναρκωτικά (είπαμε, όλα μέσα) τα χρειαζόμαστε από αρχαιοτάτων χρόνων για να τη βγάζουμε καθαρή: ο Ζέλντιν στο κεφάλαιο 13 του Intimate History of Humanity μάς εξηγεί από πόσο αρχαιοτάτων.

Επίσης, τα ναρκωτικά μάς κάνουνε καλό εκτός από την πρέζα κι εκτός από όταν κρεμόμαστε από πάνω τους και περιμένουμε να μας δώσουνε ζωή ή να μας κάνουν υπεργαμάτους ή, ξέρω γω, να μας μετατρέψουν σε καλλιτέχνες. Άλλωστε, μην ξεχνάτε: τον Μπαλζάκ τον σκότωσε ο καφές.

Μα θα μου πείτε, οι υπερβολικές δόσεις σκοτώνουν. Όντως. Και θα προσθέσω ότι όποιος σουτάρει πρέζα έστω και μία φορά είναι σοβαρός υποψήφιος για τα θυμαράκια. Από την άλλη, βεβαίως, ακόμα και το νερό έχει υπερβολική δόση, μην πούμε δε για τα τριγλυκερίδια. Και θα προσθέσετε ότι δεν είναι όλα τα ναρκωτικά για όλους: εννοείται, εδώ δεν είναι όλα τα τρόφιμα για όλους.

Ξέρω επίσης τα επιχειρήματα των καλογραιών του Περισσού για την αποχαύνωση του καπιταλισμού, που γι’ αυτές είναι συνώνυμη με τη φούντα: θα τάιζαν λοιπόν την εργατική τάξη με σπηντ και κέτα για να εξεγερθεί; Όχι βεβαίως, γιατί τότε σίγουρα δεν θα ευθυγραμμιζόταν με την καθοδήγηση. Άρα καταλήγουμε σε αυτό που λέγαμε:

Μας θέλουν διαρκώς διαυγείς και ψύχραιμους για να είμαστε πειθαρχημένοι.

Και ειλικρινά δεν ξέρω πώς αλλιώς να κλείσω παρά επαναλαμβάνοντας πως «ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου» ― μια αλήθεια που γνωρίζουν καλά όσοι π.χ. έχουν εντρυφήσει στα τριπάκια.

Και για να κλείσω λίγο πιο πολιτικώς (διότι πρέπει, νεσπά;), η κοινωνία θα έπρεπε να απαιτήσει περισσότερη και σοβαρότερη κάλυψη στον τομέα της ψυχικής υγείας από το να ψάχνει βαποράκια και να κυνηγάει χρήστες κι αλκοολικούς.

Για τη Μεγάλη Χίμαιρα στην ΕΡΤ

Διαβάζω διάφορα κραξίματα για τη Μεγάλη Χίμαιρα κι ειλικρινά δεν καταλαβαίνω αν βλέπουμε την ίδια σειρά. Αν επίσης σκεφτεί κανείς ότι δεν πρόκειται για σειρά που απευθύνεται σε κοινό Κωνσταντίνου και Ελένης ή Οικογενειακών Ιστοριών, τα κραξίματα με ξενίζουν ακόμα περισσότερο.

Πρώτον, το υλικό· το μυθιστόρημα είναι μια κακογραμμένη ψευδοφροϋδική σαχλαμπούχλα, μεγαλόστομη κι ανιαρή και φουλ στα στερεότυπα. Το έργο έχει ανεβεί σε τουλάχιστον δύο θεατρικές διασκευές και η σειρά ακολουθεί σεναριακά εκείνη του Τάρλοου, προσπαθώντας να μετατρέψει τις καρικατούρες του Καραγάτση, που άγονται και φέρονται από «ορμέμφυτα» ή και «κοινωνικές συμβάσεις» ή και «τα χαρακτηριστικά της φυλής τους», σε χαρακτήρες. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά το σενάριο τίμια κι αποτελεσματικά διαθέτει και ειρμό και πάκτωση σε μια σχετική αληθοφάνεια, ενώ φτάνει μέχρι και στη γνησιότητα ενίοτε.

Δεύτερον, η παραγωγή· διαφέροντας από τα κουκλοθέατρα κάτι Μελισσών και από σκετς που εν Ελλάδι περνιούνται για ταινίες ή σήριαλ εποχής, στη Χίμαιρα δεν υπάρχει ίχνος φτήνειας, δεν έχει μείνει μία λεπτομέρεια που δεν έχει προσεχτεί: δείτε το σαλόνι του σπιτιού της Μαρίνας, την καμπίνα του καπετάνιου, τα ιταλικά τοπία, τη Σύρο… Δηλαδή, έλεος, η σειρά έχει και εξωτερικά γυρίσματα, έστω ψηφιακά ενισχυμένα. Λίγες φορές δεν έχει σκοντάψει το μάτι σου σε ασυνάρτητα κουστούμια ή ελεεινά σκηνικά βλέποντας ελληνική σειρά, η Χίμαιρα είναι σίγουρα η καλύτερη πρόσφατη περίπτωση σοβαρής σκηνογραφίας και ενδυματολογικής επιμέλειας (μια άλλη ίσως είναι ο Άγιος Νεκτάριος).

Τρίτον, οι ηθοποιοί. Οι Ιταλοί μιλάν ιταλικά και παίζουν αναλόγως· οι Έλληνες μιλούν ελληνικά (καθόλου αυτονόητο, δείτε και πάλι π.χ. τις κοσμοαγάπητες Μέλισσες) και παίζουν αναλόγως. Επίσης, οι ηθοποιοί δεν γκαρίζουν για να τους ακούσουν και πάνω πάνω στο Θέατρο Βράχων.

Τέταρτον, και το σπουδαιότερο, η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη: ρυθμός, φωτογραφία και μοντάζ σε βάζουν μέσα στη ματιά της Μαρίνας. Όλα στη σειρά είναι εστιασμένα μέσα από το καυλωμένο αλλά μορφωμένο κι ονειροπόλο «κορίτσι» που είναι η Μαρίνα Μπαρέ. «Παγωμάρα» είπαν και ναι, όντως λείπει το μπρίο της Μαρίνας Κουντουράτου, παιδιά, τι να λέμε, λείπει κι η αλλεγρία των χαρακτήρων του Καπουτζίδη. Πιο σοβαρά, η σκηνοθεσία επανερμηνεύει τους (με τα καραγάτσεια δεδομένα) ψυχρούς τόνους και την αποστασιοποίηση του βιβλίου, στο οποίο οι τόνοι κι η αποστασιοποίηση δρουν αντιστικτικά με τα πάθη των χαρακτήρων. Στο κάτω κάτω, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι η ιστορία μιας πνιγμένης, ρε προφέσορες…

Δεν ξέρω, μπορεί ο Μαρινάκης να μην έχει πολλούς φίλους στα σοσιαλμήντια και για αυτό να μην ακούγεται καλή κουβέντα (με εξαίρεση τον κύριο Τιμογιαννάκη). Προσωπικά φρονώ ότι στη Χίμαιρα σχεδόν ξεπερνάει το Μαύρο Λιβάδι (αγνοημένη ταινιάρα του, που παραήταν τρανς για την εποχή της).