I would like to invite you to see me in my office on Tuesday […]. We can then discuss in detail what appears to be your more complex interpretation of my rather pressing request.
ταυτόχρονα για ακόμη μια φορά μένω κατάπληκτος από το θράσος με το οποίο ενεργείται ο σολιψισμός του συγκεκριμένου ατόμου
I cannot diminish (or even imagine) the torture and abuse you have been through, but it is a nightmare you have to leave behind, as well as this corner of the ghastly Fortress Europe that inflicted so much suffering on you.
There is no question of snide (?) scatological comments festering uncovered until then.
«Με την ευκαιρία, θα ήθελα να σας μεταφέρω ότι η συνέντευξή σας […] , από την οποία διαβάσαμε αποσπάσματα πριν από λίγες εβδομάδες, αποτέλεσε αφορμή για μια πολύ ζωντανή και ουσιαστική συζήτηση στην τάξη […]».
Η μισοηλίθια γενιά μου, που λέγαμε τις προάλλες, διαμόρφωσε πολύ γρήγορα και σε περιβάλλον πολιτικής αφέλειας κάποιες πεποιθήσεις που, απ’ ό,τι φαίνεται, αρθρώνουν το πώς θέλουμε να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.
Μεγαλώσαμε μέσα σε οικογένειες που πάνω κάτω πρέσβευαν ότι δεν είμαστε λαός, ότι όλοι κι όλα είναι για τα πανηγύρια και της πλάκας (έτσι έλεγαν «γτπ καβάλα» τότε) και οπωσδήποτε επιδεκτικά περιφρόνησης και ευτελισμού καθόλου μα καθόλου γελαστού, πως οι γυναίκες είναι ή πουτάνες ή μάνες ή χάζες ― ή και όλα τα παραπάνω, ότι οι πούστηδες κι οι Εβραίοι κυβερνάν τον κόσμο, ότι παντού και σε κάθε περίσταση χρειάζεται βούρδουλας αλλά κι ότι δεν πρέπει να είμαστε των άκρων.
Η ελληνική οικογένεια, το σόι μάλλον, εχθρευόταν τις πάρα πολλές σπουδές (που αποβλακώνουν), τις ζωντοχήρες (που γαμιούνται), τις πολιτιστικές εκπομπές, τους συνδικαλιστές της Αριστεράς (που δεν είναι νοικοκυραίοι), τις κουλτουριάρικες ταινίες (που κατά βάθος είναι τσόντες), τις ανύπαντρες και τις γεροντοκόρες (που δεν γαμιούνται), τα βιβλία (αφού το διάβασμα προκαλεί μυωπία), τους μπινέδες (αν κι οι κωλομπαράδες είναι κάπως αναγκαίοι), τους πολιτικούς γενικά κι αόριστα (όπως μας δίδαξε η Χούντα, ιδίως αν δεν μας έκαναν τα ρουσφέτια μας), τη βαρειά φιλοσοφία, τους κουλτουριάρηδες και τους κουλτουριαραίους και τους απλώς διανοούμενους.
Η ελληνική οικογένεια άκουγε προσεκτικά τους λιγότερο «αυστηρούς» αλλα σεβάσμιους ιεροκήρυκες καθώς παράλληλα κατανάλωνε με βουλιμία τον απολίτικο πρωτοφασιστικό πολτό των θεατρικών επιθεωρήσεων και το ασφυκτικά αυταρχικό φιλότιμο που μύριζαν γνώριμα και διαπεραστικά· αναγνώριζε τη μία και μοναδική αλήθεια σε σεπτές μανάδες και αυστηρούς πατεράδες και σοφούς παππούδες και ιερές γιαγιάδες, που ευτυχώς δεν ήξεραν γράμματα αλλά είχαν τη σοφία των παλιών.
Ακούγαμε διαρκώς νοσταλγικές ιστορίες μιας επαρχίας που ποτέ δεν υπήρξε εκτός της νοσταλγίας των δικών μας, ενώ οι κατάρες για την Αθήνα και το «τσιμέντο» όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε παγωμένα λιθόκτιστα ή και σε πλίνθινα χαμόσπιτα είχαν την επιμονή εμβοής στα αυτιά μας. Ολόκληρος ο κόσμος των μεγάλων όταν ήμασταν μικροί οριζόταν από εξοχικά, χωριά και την «άθλια πόλη», έναν αδιάφορο κι αχανή δημόσιο χώρο που παραμελούσαν όλοι κι όλες για να γδάρουν με χλωρίνη τους μικρούς ιδιωτικούς χώρους τους και για να γυαλίσουν τους τετράτροχους ματρακάδες που περήφανα οδηγούσαν.
Όλα αυτά ήταν η ζωή μας και οι παραστάσεις μας. Όλη αυτή η πρωτοφασιστική και οπωσδήποτε βαθιά αυταρχική μούχλα που απλωνόταν στον μικροαστικό κόσμο μας με τα μεγαλοαστικά ιδεώδη. Ο κόσμος μας υποστυλωνόταν από την υποκρισία του μοχθηρού μικρού που έπλεκε πλέγματα σφιχτά με την υποκρισία του μεγάλου.
Εμείς, της μισοηλίθιας γενιάς, νομίζαμε ότι όλα αυτά μέσα από τα οποία αναδυόμασταν, σαν προσκυνητές μέσα από τη μούργα του Γάγγη, είναι περιστασιακά κι επιφαινόμενα, κηλίδες εξίτηλες πάνω σε μια λαμπρή Παράδοση, συγκυριακές αστοχίες ενός κατά βάθος καλού καγαθού κόσμου, ενός κόσμου με τάχα αγιότητα και σοφία και αξιοσύνη, με γενναιότητα και σύνεση, που τον λέγαμε είτε Λαό, είτε Έθνος, είτε Γένος.
Νομίζαμε ότι θα αρκούσε λίγη Παιδεία (που όλα τα γιατρεύει), λίγα ταξίδια, λίγο ΠΑΣΟΚ, λίγη ενωμένη Ευρώπη, λίγος Πολιτισμός, λίγο ενοριακό βίωμα, λίγα ντραγκζ, λίγη καινοτομία για να μεταμορφωθούμε όοοοοολοι (και όλες) σε άνθρωπους από αυτό που είμαστε κατά πλειοψηφία: κακεντρεχή θηρία που απλώς μισούν ό,τι δεν μπορούν να συντρίψουν κι ό,τι δεν μοιάζει με τα υπαρξιακώς άσχημα μούτρα μας κι ό,τι δεν ζέχνει από την κλεισούρα της ανελευθερίας και το κλανίδι του αυταρχισμού που δεκαετίες τώρα περνιέται για καθαρός αέρας.
Κανείς μας δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι στον Εμφύλιο δεν ηττήθηκε μόνον η Αριστερά αλλά και ότι στον Εμφύλιο νίκησαν οι βαθιά φασίστες και οι φίλοι τους. Αυτοί που ογδόντα (ογδόντα ρε σεις!) χρόνια μετά κρώζουν ότι για όλα φταίει η Μεταπολίτευση.
Η κατάσταση του κόσμου μας σήμερα αποτελεί ταυτόχρονα
αφενός συνέπεια της τάχα μακρόθυμης επιθυμίας για ενότητα εντός της κοινωνίας, της επιμονής μας να μην αναγνωρίζουμε (και βεβαίως να μην πολεμάμε) όχι μόνον τους ταξικούς εχθρούς μας αλλά ούτε καν τους εχθρούς της ελευθερίας·
αφετέρου απάντηση στο επίμονο ερώτημα δύο ολόκληρων δεκαετιών: «Ας βγαίνουν οι δεξιοί στις εκλογές: τι είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;»· ακριβώς σε αυτό το ερώτημα εμπεριέχονταν η αντίληψη ότι και τη δημοκρατία και τη διεθνή τάξη πραγμάτων τις έφτιαξαν οι δεξιοί (χαχαχαχαχχχ) και άρα δεσμεύονται από αυτές.
Διότι, ας μην ξεχνάμε, «διχόνοια» και «διχασμό» έχουμε μόνον όταν στασιάζουν ή έστω διαμαρτύρονται οι από κάτω.
Ωραία λοιπόν, ας γράψω ένα ποστάκι σαν κι αυτά που γράφαμε το 2004-2009, πριν πλακώσουν κάτι δημοσιογράφοι και κάθε λογής επίδοξα σελέμπριτι στα μπλογκ: ας γράψω κάτι χωρίς πολλές τεκμηριώσεις και λιγάκι βιωματικά· δηλαδή όπως είναι τώρα το φέισμπουκ των μεσόκοπων.
Κάθε κοινωνία έχει τα τυφλά σημεία της και πολλές φορές ολόκληροι πολιτισμοί έχουν τυφλά σημεία, π.χ. τη δουλεία για αιώνες. Στον δικό μας πολιτισμό ένα από τα τυφλά σημεία είναι τα ναρκωτικά.
Ναρκωτικά είναι η καφεΐνη, το αλκοόλ, η νικοτίνη· ναρκωτικά είναι και όλα όσα αποκαλούμε ναρκωτικά. Είναι γνωστές οι στατιστικές σχετικά με το πόσο κόσμο σκοτώνουν παγκοσμίως το αλκοόλ κι η νικοτίνη (εκατομμύρια) και πόσον κόσμο η φούντα (δεκάδες; το πολύ χιλιάδες). Είναι γνωστό ότι η μαριχουάνα δαιμονοποιήθηκε όταν έπαψε να είναι το ναρκωτικό των πλουσίων, πριν 90-100 χρόνια. Είναι πασίγνωστη η πορεία της νικοτίνης τα τελευταία 70 χρόνια από απαραίτητο αξεσουάρ της μοντέρνας ζωής στο σάλιο του θανάτου αυτοπροσώπως.
Πριν τον νεωτερικό κόσμο και πριν την επιβολή της διαρκούς διαύγειας και της ψυχραιμίας, οι οποίες μας αποτρέπουν από το να αμαρτάνουμε ή να ξεσηκωνόμαστε και οι οποίες μας καθιστούν παραγωγικότερους, τα ναρκωτικά (ναι, είπαμε, και το αλκοόλ μέσα) βρίσκονταν παντού. Βεβαίως και ελέγχονταν εντός της κοινωνίας, όπως ελέγχονται το σεξ, η βίαιη συμπεριφορά, οι ατομικές αποκλίσεις μεταφυσικού ή άλλου χαρακτήρα. Βεβαίως η υπερκατανάλωση οπίου ή κάνναβης ή αλκοόλ ή φύλλων κόκας ή κιφ ήταν επίμεμπτη και δικαίως. Βεβαίως τα ψυχοτρόπα, ενθεογόνα, εντάσσονταν σε κάποιες κοινωνίες εντός τελετουργιών. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είχαμε ολικές απαγορεύσεις ― αν εξαιρέσει κανείς την απαγόρευση του καφέ από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, που νομίζω ότι είχε τη διάρκεια περίπου της αμερικανικής ποτοαπαγόρευσης.
Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, έχουμε πλέον σοβαρές υποψίες ότι κάποιοι πρόγονοί μας διέκοψαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια τροφοσυλλεκτικού βίου και επέλεξαν την αγροτική αντί για την νομαδική ζωή ώστε να μπορούν να καλλιεργούν δημητριακά για μπίρα. Είναι μεν αποκαρδιωτικό για μένα αυτό, επειδή δεν μου πολυαρέσει η μπίρα, αλλά νιώθω την ανάγκη των αρχαίων γεωργών να έχουν σταθερή πηγή αλκοόλ καλλιεργώντας δημητριακά, παρότι θυσίασαν την αφθονία που τους προσέφερε (καταπώς φαίνεται) ο τροφοσυλλεκτικός ή και ο νομαδικός βίος…
Μιλώντας για τα νόμιμα, μου αρέσει το αλκοόλ και το απολαμβάνω, αλλά ταυτόχρονα κάπως το φοβάμαι: είναι λέει βιολογικά εθιστικό όπως η νικοτίνη και η ηρωίνη και το φεντανύλ. Κάπνισμα δεν κατάφερα να ξεκινήσω ποτέ, δεν μου κάνει τίποτα. Καφεΐνη, μέχρι τρεις (άντε τέσσερις) καφέδες την ημέρα, για να μπορούμε να κοιμηθούμε κιόλας.
Μιλώντας για τα μη νόμιμα, διαπίστωσα πολλές φορές αυτό που έλεγα εδώ:
Από εκεί και πέρα, κάθε ουσία, από τον καφέ μέχρι την κόκα κι από τη φουντίτσα μέχρι τη μεφεδρόνη (bath salts), το e (που τα νέα παιδιά λένε μόλλυ ή και μώλυ) και τις σούπερ μοδάτες κεταμίνες, ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, τα ναρκωτικά (είπαμε, όλα μέσα) τα χρειαζόμαστε από αρχαιοτάτων χρόνων για να τη βγάζουμε καθαρή: ο Ζέλντιν στο κεφάλαιο 13 του Intimate History of Humanity μάς εξηγεί από πόσο αρχαιοτάτων.
Επίσης, τα ναρκωτικά μάς κάνουνε καλό εκτός από την πρέζα κι εκτός από όταν κρεμόμαστε από πάνω τους και περιμένουμε να μας δώσουνε ζωή ή να μας κάνουν υπεργαμάτους ή, ξέρω γω, να μας μετατρέψουν σε καλλιτέχνες. Άλλωστε, μην ξεχνάτε: τον Μπαλζάκ τον σκότωσε ο καφές.
Μα θα μου πείτε, οι υπερβολικές δόσεις σκοτώνουν. Όντως. Και θα προσθέσω ότι όποιος σουτάρει πρέζα έστω και μία φορά είναι σοβαρός υποψήφιος για τα θυμαράκια. Από την άλλη, βεβαίως, ακόμα και το νερό έχει υπερβολική δόση, μην πούμε δε για τα τριγλυκερίδια. Και θα προσθέσετε ότι δεν είναι όλα τα ναρκωτικά για όλους: εννοείται, εδώ δεν είναι όλα τα τρόφιμα για όλους.
Ξέρω επίσης τα επιχειρήματα των καλογραιών του Περισσού για την αποχαύνωση του καπιταλισμού, που γι’ αυτές είναι συνώνυμη με τη φούντα: θα τάιζαν λοιπόν την εργατική τάξη με σπηντ και κέτα για να εξεγερθεί; Όχι βεβαίως, γιατί τότε σίγουρα δεν θα ευθυγραμμιζόταν με την καθοδήγηση. Άρα καταλήγουμε σε αυτό που λέγαμε:
Μας θέλουν διαρκώς διαυγείς και ψύχραιμους για να είμαστε πειθαρχημένοι.
Και ειλικρινά δεν ξέρω πώς αλλιώς να κλείσω παρά επαναλαμβάνοντας πως «ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου» ― μια αλήθεια που γνωρίζουν καλά όσοι π.χ. έχουν εντρυφήσει στα τριπάκια.
Και για να κλείσω λίγο πιο πολιτικώς (διότι πρέπει, νεσπά;), η κοινωνία θα έπρεπε να απαιτήσει περισσότερη και σοβαρότερη κάλυψη στον τομέα της ψυχικής υγείας από το να ψάχνει βαποράκια και να κυνηγάει χρήστες κι αλκοολικούς.
Διαβάζω διάφορα κραξίματα για τη Μεγάλη Χίμαιρα κι ειλικρινά δεν καταλαβαίνω αν βλέπουμε την ίδια σειρά. Αν επίσης σκεφτεί κανείς ότι δεν πρόκειται για σειρά που απευθύνεται σε κοινό Κωνσταντίνου και Ελένης ή Οικογενειακών Ιστοριών, τα κραξίματα με ξενίζουν ακόμα περισσότερο.
Πρώτον, το υλικό· το μυθιστόρημα είναι μια κακογραμμένη ψευδοφροϋδική σαχλαμπούχλα, μεγαλόστομη κι ανιαρή και φουλ στα στερεότυπα. Το έργο έχει ανεβεί σε τουλάχιστον δύο θεατρικές διασκευές και η σειρά ακολουθεί σεναριακά εκείνη του Τάρλοου, προσπαθώντας να μετατρέψει τις καρικατούρες του Καραγάτση, που άγονται και φέρονται από «ορμέμφυτα» ή και «κοινωνικές συμβάσεις» ή και «τα χαρακτηριστικά της φυλής τους», σε χαρακτήρες. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά το σενάριο τίμια κι αποτελεσματικά διαθέτει και ειρμό και πάκτωση σε μια σχετική αληθοφάνεια, ενώ φτάνει μέχρι και στη γνησιότητα ενίοτε.
Δεύτερον, η παραγωγή· διαφέροντας από τα κουκλοθέατρα κάτι Μελισσών και από σκετς που εν Ελλάδι περνιούνται για ταινίες ή σήριαλ εποχής, στη Χίμαιρα δεν υπάρχει ίχνος φτήνειας, δεν έχει μείνει μία λεπτομέρεια που δεν έχει προσεχτεί: δείτε το σαλόνι του σπιτιού της Μαρίνας, την καμπίνα του καπετάνιου, τα ιταλικά τοπία, τη Σύρο… Δηλαδή, έλεος, η σειρά έχει και εξωτερικά γυρίσματα, έστω ψηφιακά ενισχυμένα. Λίγες φορές δεν έχει σκοντάψει το μάτι σου σε ασυνάρτητα κουστούμια ή ελεεινά σκηνικά βλέποντας ελληνική σειρά, η Χίμαιρα είναι σίγουρα η καλύτερη πρόσφατη περίπτωση σοβαρής σκηνογραφίας και ενδυματολογικής επιμέλειας (μια άλλη ίσως είναι ο Άγιος Νεκτάριος).
Τρίτον, οι ηθοποιοί. Οι Ιταλοί μιλάν ιταλικά και παίζουν αναλόγως· οι Έλληνες μιλούν ελληνικά (καθόλου αυτονόητο, δείτε και πάλι π.χ. τις κοσμοαγάπητες Μέλισσες) και παίζουν αναλόγως. Επίσης, οι ηθοποιοί δεν γκαρίζουν για να τους ακούσουν και πάνω πάνω στο Θέατρο Βράχων.
Τέταρτον, και το σπουδαιότερο, η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη: ρυθμός, φωτογραφία και μοντάζ σε βάζουν μέσα στη ματιά της Μαρίνας. Όλα στη σειρά είναι εστιασμένα μέσα από το καυλωμένο αλλά μορφωμένο κι ονειροπόλο «κορίτσι» που είναι η Μαρίνα Μπαρέ. «Παγωμάρα» είπαν και ναι, όντως λείπει το μπρίο της Μαρίνας Κουντουράτου, παιδιά, τι να λέμε, λείπει κι η αλλεγρία των χαρακτήρων του Καπουτζίδη. Πιο σοβαρά, η σκηνοθεσία επανερμηνεύει τους (με τα καραγάτσεια δεδομένα) ψυχρούς τόνους και την αποστασιοποίηση του βιβλίου, στο οποίο οι τόνοι κι η αποστασιοποίηση δρουν αντιστικτικά με τα πάθη των χαρακτήρων. Στο κάτω κάτω, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι η ιστορία μιας πνιγμένης, ρε προφέσορες…
Δεν ξέρω, μπορεί ο Μαρινάκης να μην έχει πολλούς φίλους στα σοσιαλμήντια και για αυτό να μην ακούγεται καλή κουβέντα (με εξαίρεση τον κύριο Τιμογιαννάκη). Προσωπικά φρονώ ότι στη Χίμαιρα σχεδόν ξεπερνάει το Μαύρο Λιβάδι (αγνοημένη ταινιάρα του, που παραήταν τρανς για την εποχή της).
Δεν μπορώ να ξεχάσω πώς έληγε το 2008, μέσα στην εξεγερτική απελπισία μιας γενιάς (όχι της δικής μου) που επιτέλους ερχόταν σε επίγνωση μιας πικρής αλήθειας: η πατρίδα μάς έχει γραμμένους, το κράτος δολοφονεί και αργά και ακαριαία, ο κόσμος θέλει την ψυχή μας και τον χρόνο μας και την ικμάδα μας και τη ζωή μας χωρίς να έχει σκοπό να μας δώσει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ακόμα κι όσοι καμώνονταν την Πρωτοχρονιά του 1992 ότι «τελείωσαν οι ιδεολογίες», εννοώντας «ξεμπερδέψαμε με τον μπαμπούλα και με το ενδεχόμενο αντίστασης», επειδή υποστελλόταν το σφυροδρέπανο στο Κρεμλίνο, την Πρωτοχρονιά του 2009 έβλεπαν τον ερχομό ενός κόσμου χωρίς ειρηνικό ακτιβισμό και χωρίς think globally, act locally.
Για πολλές πρωτοχρονιές μετά, με τον κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια, με τον ανοιχτό εκβιασμό των εταίρων μας και την κηδεμονία της ΕΕ τους, με την απελπισία να γενικεύεται και τους διαχρονικά «διαπρεπείς φουκαράδες» να μας εξηγούν πόσο σημαντικό κι απαραίτητο ήταν να αλωθούμε για να ζήσουν οι τράπεζες, με την αποσυναρμολόγηση ό,τι θεσμών κατάφερε να στήσει το μεταπολιτευτικό κράτος, οι αναμνήσεις έγιναν ζωτικότερες από τις ζοφερές προσδοκίες μας και την απώλεια κάθε ελπίδας.
Την Πρωτοχρονιά του 2026 πάνω στην ταράτσα, μιας χρονολογίας βαθιά εντός του φαντασιακού μέλλοντός μου, έβλεπα ό,τι βλέπω κάθε Πρωτοχρονιά από την ταράτσα συν κάτι ντρόουν να σχηματίζουν ευχές, κουκουβάγιες και τη φάτσα του μακαρίτη του Νιόνιου στον ουρανό. Αυτό είναι το μέλλον που ονειρευόταν η μισοηλίθια γενιά μου: μια από τα ίδια αλλά με ντρόουνς και φτώχεια και πόλεμο.
Την Πρωτοχρονιά του 2026 σκέφτομαι τον Γκράμσι που μισούσε τις πρωτοχρονιές γιατί ο μαρξισμός-λενινισμός θα μας έβγαζε από τις αφελείς ελπίδες και τις μάταιες προσδοκίες τους. Εγώ πάλι λέω ότι Οι πρωτοχρονιές πλέον μας υπενθυμίζουν πόσα χάνουμε και πρέπει να ανακτήσουμε, πόσο πιο μακριά έχουμε να πάμε. Οι πρωτοχρονιές πλέον καταστρατηγούν τους χιλιασμούς κάτι μαγικών χρονολογιών και ενός ασυνάρτητου μέλλοντος με ατέρμονη ανάπτυξη ενώ μας υπενθυμίζουν ότι περνούν τα χρόνια κι ότι έρχεται εκείνη η εποχή που θα πρέπει να ξεκινήσουμε να χτίζουμε ξανά. Οι πρωτοχρονιές μάς αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι με όλους κι ότι δεν ανήκουμε τελικά σε καμιά κοινότητα στην οποία δεν θέλουμε να ανήκουμε (και να βάλει ο καθένας πατριωτισμούς κι εθνικές ενότητες, που τις θυμάται όταν πέφτει η κερδοφορία του, εκεί που ξέρει σαν μια ωραία σφήνα, μήπως και χαρεί μονάχος του).
Παραμένουμε σε εγρήγορση, δυσαρεστημένοι, δεόντως καυλωμένοι και πρόθυμοι για κλωτσίδι και δουλειά.
ή έστω
Παραμένουμε σε εγρήγορση, δυσαρεστημέν@, δεόντως καυλωμέν@ και πρόθυμ@ για κλωτσίδι και δουλειά.
«this stampeding firmness […] the polar opposite of bleak» O.D.
Όταν πρωτοπάτησα στη Γερμανία το 2000 σκέφτηκα σχεδόν αμέσως ότι θα μπορούσα να είμαι κάλλιστα γερμανοτραφής αντί για αγγλοθρεμμένος αν η ζωή μου είχε εκτυλιχθεί αλλιώς ― ένιωσα μάλιστα πως ίσως θα μου άρεσενα είχα υπάρξει λίγο πιο γερμανόψυχος. Στο μεταξύ εκεί στις ανηφόρες του Μάρμπουργκ με ταλαιπωρούσαν τα βάσανα ενός μέλλοντος που ακόμα μόνον ως σκιές εμφανίζονταν μπροστά μου. Δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα πολλή ελπίδα, δεν καταλάβαινα και πάρα πολλά ― πολύ περισσότερο, δεν καταλάβαινα τον εαυτό μου. Ο αιώνας μόλις άρχιζε άλλωστε. Και δεν πειράζει· έτσι δαπανούμε τη νεότητά μας τελικά: μη καταλαβαίνοντας.
Η παραμονή μου στην Κολωνία το 2009 ήταν επεισοδιακή όσο κι αν έμοιαζε νορμάλ κι ακύμαντη. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, και τελευταία, είχα αυτοκτονικό ιδεασμό ή κάτι που του έμοιαζε: αισθανόμουν ήδη πολύ γερασμένος και ένιωθα πραγματικά πως η ζωή ήταν αλλού. Ναι μεν είχα αποφασίσει να κάνω κάτι για να αλλάξω τη ζωή μου αλλά δεν ήξερα ακριβώς τι μπορούσα να κάνω ούτε είχα τη δύναμη να κάνω οτιδήποτε. Από την άλλη, η Κολωνία ήταν συναρπαστική και το Βερολίνο ήταν επίσης συναρπαστικό ― η κάθε μία πόλη με τον τρόπο της. Αντιλαμβανόμουν ότι δεν ήμουν τόσο μεγάλος σε ηλικία και ότι τέλος πάντων δεν υπήρχαν λόγοι να μην έχω ελπίδες, έστω κι αόριστες ελπίδες. Πλην όμως, οι ελπίδες είναι ζητήματα εσωτερικά, όπως και τόσα άλλα, και σίγουρα δεν συναρτώνται με αντικειμενικές πραγματικότητες και τέτοια σαφή κι αισιόδοξα.
Στο Βερολίνο επέστρεψα το 2011. Ήξερα πια τι μπορούσα και τι ήθελα να κάνω αλλά δεν ήμουν πια καθόλου μα καθόλου βέβαιος ότι μπορούσα να αλλάξω τη ζωή μου όπως θα ήθελα ― και δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά από το να αλλάζει η ζωή σου με τρόπο που δεν θέλεις, ε; Έφτασα λοιπόν στο Βερολίνο μη περιμένοντας τίποτα, πήγαινα στο ανιαρό και πεθαμένο Πότσνταμ για δουλειά και τα βράδια μέθαγα με φίλους και ανταλλάσσαμε ιστορίες· μετά φάνηκε πως κάτι μαγικό κι απροσδόκητο θα συμβεί, και μόνον η προσμονή του ήταν ίλιγγος· μετά δεν συνέβη τίποτα. Έφαγα λοιπόν τάπας για ακόμα ένα βράδυ στο Que Pasa, ένα μαγαζί με τάπας βεβαίως, μετά πήγα για ύπνο και την επόμενη μέρα έφυγα και πήγα σπίτι μου ακόμα τραγουδώντας το Getting away with it (all messed up).
Δεκατέσσερα χρόνια περίπου μετά από εκείνη τη φορά τα γερμανικά τρένα δεν ήταν πια ποσώς αυτά που θυμόμουν: επιβάτες στριμωγμένοι, καθυστερήσεις μεγαλύτερες από τη χρονική απόσταση μεταξύ δρομολογίων, αγγλικού τύπου αδικαιολόγητες στάσεις στη μέση της διαδρομής. Κι έτσι το να πας από την Κολωνία στο Μπόχουμ αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερος μπελάς απ’ όσο νόμιζα. Και γιατί να πας στο Μπόχουμ άλλωστε, αν δεν πρόκειται να πιάσεις δουλειά σαν γκασταρμπάιτερ ― κάτι που έχω γλυτώσει προς το παρόν. Αλλά πήγα. Φτάνοντας εκεί έπεσα σε ένα ένα υπαίθριο φεστιβάλ υπό τους ήχους κράουτ ροκ και στο πλήθος του, έφαγα σε ένα κινέζικο εστιατόριο και μετά πήγα για προσέκο και άραγμα σε ένα διαμέρισμα γεμάτο τοπικό χρώμα και λοξό διάχυτο φως, όπου έπαιζε βεβαίως το δεύτερο τρίο για πιάνο του Σούμπερτ. Κοίταγα από το παράθυρο την αδιάφορη πόλη και τους αδιάφορους δρόμους που χτίστηκαν για την εργατική τάξη προτού την εγκαταλείψουν κι αυτή· ένιωθα τη διαύγεια και την ευδία και την ήσυχη χαρά της ζωής που ζεις τώρα και όχι πιο μετά ή κάποτε παλιά να διαχέεται εντός μου σαν τέμπερα στο νερό. Και κατά κάποιον τρόπο άξιζε τον κόπο.
Έτυχε να παίζει το Προξενιό της Ιουλίας και μου δημιούργησε τις ίδιες αντιδράσεις με τις Άγριες μέλισσες παλιότερα: γιατί είναι έτσι όλα;
Εξηγούμαι. Δεν μιλάω για κόστος παραγωγής. Καταλαβαίνω.
Μιλάω για διαλόγους μεταξύ γαιοκτημόνων κτλ. στη μεταπολεμική Θεσσαλία που είναι σαν να ακούω Χαλανδριώτες του 2023, με ορολογία και συμφράσεις και αργκό του 21ου αιώνα.
Μιλάω για προφορά και εκφορά ομιλίας που έχει τόση σχέση με τη Θεσσαλία όση έχω εγώ με τον κόσμο της μόδας. Δώστε λίγο αξάν ρε παιδιά, λίγο. Όχι φάση «Συμπέθεροι από τα Τίρανα», αλλά αμάν.
Μιλάω για διακόσμηση εσωτερικών χώρων πλουσιόσπιτων στη θεσσαλική δεκαετία του ’50 σαν να βγήκε ντιπ για ντιπ από μπουτίκ χοτέλ και χιψτεροκαφενέδες. Για τα ρούχα δεν το συζητάω: σκετς Κολλεγίου Αθηνών.
Μιλάμε τέλος για μανιέρες και συνήθειες που δεν κολλάνε ούτε με αγρότες, ούτε με γαιοκτήμονες, ούτε καν με τους αστούς Βολιώτες της εποχής εκείνης. Οι άλλοι στον Τύρναβο του ’50 τρώγανε πρωινό, π.χ., με σφιχτά αυγά, μαρμελάδες και τέτοια.
Δεν λέω να το ρίξουμε στην ιστορική ακρίβεια και την εξονυχιστική έρευνα. Λίγο να το ψάξουν με τη στοιχειώδη αληθοφάνεια ― όπως γίνεται με όοοοολα αυτά τα κρητικά σήριαλ. Δεν είναι απαραίτητη η ηθογραφική-ρεαλιστική αποτύπωση. Κάντε το όπως ο Μάριο Μπανούσι το πολύ πολύ.
Λίγες μέρες μετά, εν όψει του πρώτου κύκλου των Σερρών, του Maestro και του Milky Way, ξανασχολήθηκα με σήριαλ (ως κάποιος που δεν βλέπει σήριαλ, και καλά):
Μπράβο Καπουτζίδη, μπράβο Παπακαλιάτη και μπράβο Κεκάτο
αλλά
Η κοινωνία δεν πρόκειται να προχωρήσει μπροστά απλώς και μόνο με το να έχουν ορατότητα ΛΟΑΤ χαρακτήρες σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες.
Αν μπορούσε να προχωρήσει έτσι ο κόσμος τότε το γεγονός ότι το σεξ ήταν ορατό σε μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής ήδη από τη δεκαετία του 60 θα είχε οδηγήσει σταδιακά στην απαλλαγή της ελληνικής κοινωνίας από τον αντιδραστικό πουριτανισμό της ― κάτι το οποίο φυσικά δεν έγινε. Σκεφτείτε π.χ. ότι υπήρχανε κινηματογράφοι αφιερωμένοι στην πορνογραφία, άλλα παρέμειναν περιθωριακά τσοντάδικα ώσπου αφανίστηκαν.
Αν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει την κοινωνία δεν είναι σε καμία περίπτωση μόνον η αύξηση της ορατότητας ομάδων ή δραστηριοτήτων. Ο κόσμος αλλάζει όταν πραγματικοί άνθρωποι δραστηριοποιούνται στον πραγματικό κόσμο (δηλαδή στον δρόμο και βάλε), για να τους ακολουθήσει ασθμαίνοντας ο Νόμος, όπως παραδείγματος χάρη ο νόμος του 1982, που αναμόρφωσε το οικογενειακό δίκαιο.
Φυσικά ο καθένας και η καθεμία από εμάς συμβάλλει στους κοινούς αγώνες όπως μπορεί και ξέρει· προφανώς οι άνθρωποι της τηλεόρασης και του κινηματογράφου συμβάλλουν (και) προωθώντας την ορατότητα. Απλώς η ορατότητα και μόνο δεν αρκεί με τίποτα.
Και τώρα πια βρισκόμαστε στο 2025, ζώντας τη ζωή μας ανάποδα, με τους πολλούς κι ερωτευμένους με την κανονικότητα no matter what διαρκώς να οπισθοχωρούν, με όσους από εμάς μπορούν να εναντιοδρομούν.
Οι Σέρρες έβγαλαν δεύτερο κύκλο στον οποίο αναδείχθηκε ένας ιντερσέξ χαρακτήρας, εξ αφορμής ο Καπουτζίδης αναδιέταξε το ακρωνύμιο ΛΟΑΤΚΙ σε ΙΚΤΟΛΑ (κατά παράβαση και παραβίαση κάθε ιστορικής μνήμης και παραγκωνίζοντας ιστορία και αγώνες), αφού για τα μέτρα του το ΚΙΛΟΤΑ της Colour Youth παραείναι σόκιν ― και ομιτζί μη μας περάσουν για τίποτε ανώμαλους.
Και εδώ λοιπόν φτάνουμε στο προκείμενο: είναι πια προφανές ότι τα σήριαλ που προέκυψαν λίγο πριν τον πανδημικό εκλεισμό στην πλειοψηφία τους κατασκευάζουν έναν κόσμο το καθένα και τον τοποθετούν είτε σε κάποιο αόριστα γνώριμο και πλαγίως αναγνωρίσιμο παρελθόν (Άγριες μέλισσες και τα λοιπά), είτε σε ένα ηθογραφικά δοσμένο παρόν (Σασμός, Γη της Ελιάς και τα λοιπά), είτε σε ένα πιο εναλλακτικό κι ανοιχτό παρόν (Σέρρες, Milky Way, Το παιδί).
Ειδικά στα τρία τελευταία σήριαλ, το ζητούμενο φαίνεται να είναι η δυνατότητα να δημιουργήσουμε μια εναλλακτική οικογένεια, η οποία είτε θα αντικαταστήσει είτε θα επιμορφώσει την ελληνική οικογένεια, που για μένα είναι ο κατ’ εξοχήν εξουσιαστικός και καταπιεστικός μηχανισμός στην ελληνική κοινωνία. Βεβαίως αυτή κάθε άλλο παρά καινούργια ιδέα είναι: υπενθυμίζω τη Στρέλλα (ταινία σαφώς πιο πρωτοποριακή και τολμηρή από οποιοδήποτε σήριαλ) και αργότερα τη σειρά Pose.
Στην περίπτωση του Καπουτζίδη αυτή η νέα κουήρ οικογένεια θα είναι επίσης πάρα πολύ καθωσπρέπει με τον τρόπο της, στην περίπτωση του Milky Way όλο αυτό είχε εκτοξευτεί προς το διάστημα μέσα σε ένα νέφος συναισθηματικού γκλίτερ, ενώ στο Παιδί βρισκόμαστε κάπου στη μέση.
Στην πραγματικότητα αυτό που με απασχολεί δεν είναι ίδιες οι σειρές ή οι διαφορές φαντασιακές διέξοδοι που προσφέρουν στο κοινό τους ή ακόμα και η όποια επιμορφωτική λειτουργία τους. Αυτό που με απασχολεί είναι αφενός η λοιδωρημένη ορατότητα (ναι, έχει σημασία να βλέπεις κάποιον χαρακτήρα σαν εσένα σε κάποιο σήριαλ) αφετέρου κάτι πολύ πιο σημαντικό:
Με απασχολεί πως θα μπορέσουν οι νέοι άνθρωποι που δεν θέλουν να τους συντρίψει η οικογένεια, ο καπιταλισμός, ο φασισμός που έρχεται καθώς και η φτώχεια που επιστεγάζει τα τρία ταύτα να μπορέσουν να βρουν μια χαραμάδα, μιαν άκρη, το δικό τους safe space αν θέλετε, στο οποίο θα μπορούν να ζήσουν χωρίς να συντρίβονται εντελώς.
Λυπάμαι που δεν ακούγομαι ιδιαιτέρως αισιόδοξος αλλά μέχρι να ξεσπάσει η Μεγάλη Διαθεματική Επανάσταση πρέπει να χτίσουμε καταφύγια: όχι καταφύγια ιδεών ούτε καταφύγια συναισθημάτων, παρά καταφύγια για τη ζωή μας και για τις χαρές μας.
αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο ό,τι και να κάνουν οι νέοι είναι καταδικασμένο εκ των προτέρων επειδή οι νέοι είναι «αφελείς» και «όταν μεγαλώσουν θα γίνουν κομφορμιστές και αδρανείς» και «σίγουρα θα αισθανθούν απογοητευμένοι» και λοιπές παπαριές μπαρμπαδίστικες από τα Ηθικά Νικομάχεια
αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο η πολιτική εξουσία θεωρείται δημοκρατική μόνο και μόνο επειδή είναι προϊόν (συνήθως) εκλογών, αλλά βεβαίως η ενημέρωση και ο δημόσιος διάλογος ελέγχονται με διαδικασίες σινοσοβιετικού στυλ (και βάλε) από ανθρώπους με ιδεώδη (ποια ιδεώδη;) σαφώς λιγότερο υψηλά από του ΚΚΣΕ ή του ΚΚΚ, ενώ η αστυνομία θα μας τουλουμιάζει στο ξύλο καθώς οι κρατικές και μη υπηρεσίες θα μας παρακολουθούν και (αν υπάρξει κάποιο Πρόβλημα) θα μας βομβαρδίσουν και εξατομικευμένα και μέχρι ισοπέδωσης
αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται αντιληπτές εξ ορισμού ως εξουσία και κακοποίηση και στην οποία το σεξ είναι ζήτημα τριτεύον, ο έρωτας είναι το δευτερεύον και αυτό που όντως έχει σημασία είναι κάτι αόριστο όπως η σχέση ή η οικογένεια ― ή μάλλον η οικογένεια όπως την αντιλαμβάνεται κάποιος που μας έσκασε με χρονομηχανή από τη δεκαετία του ’50 νομίζοντας ότι η ανθρωπότητα επί αιώνες πορευόταν όπως στις όλο ζάχαρη και χρώμιο ΗΠΑ του ’50
αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο κάτι θα σου βρουν για να σε καταπιέζουν ή για να σε κυνηγήσουν ή για να σε καταστείλουν ― διότι κακά τα ψέματα κανένας και καμία από εμάς δεν βρίσκεται στη μέση της κανονικής κατανομής σε καθέναν από 20 ή 30 δείκτες, κακά τα ψέματα κάπου κάποιος από εμάς κάπου ξεφεύγει τουλάχιστον σε μία παράμετρο: σε αυτήν την παράμετρο οριζόμαστε ως μειονότητα κι αλίμονο αν οι νοικοκυραίοι, η άρχουσα τάξη ή τα Μέσα αποφασίσουν ότι η συγκεκριμένη παράμετρος δεν μπορεί παρά να απαρτίζεται μόνον από «κανονικούς ανθρώπους»
αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο ξαφνικά προκύπτουν τάχα τρομοκρατικές ενέργειες και μυστήρια χτυπήματα και αφορμές μεγάλων πολέμων ακριβώς σε καμπές ή σε συγκυρίες στις οποίες ο κόσμος δεν θέλει πια να ζει σαν σκλάβος, δεν θέλει να δουλεύει χωρίς να μπορεί να εξασφαλίζει τα βασικά, δεν θέλει να πάει να σκοτωθεί τζάμπα, δεν θέλει να τον βομβαρδίζει ο Πούτιν ή το Ισραήλ, δεν θέλει να τον σφάζουν διάφορες πολιτοφυλακές τις οποίες ενθαρρύνουν ή ανέχονται νυν νηφάλιοι ή πρώην αποικιοκράτες ή πάντοτε λευκοί
αν πρέπει να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο για να γλυτώσουμε από τον Ευαγγελικό εκφασισμό των ούτως ή άλλως αδίστακτων εγκληματιών πολέμου θα πρέπει να τρέξουμε στην αγκαλιά του Ορθόδοξου εκφασισμού άλλων ούτως ή άλλως αδίστακτων εγκληματιών πολέμου ή στους χαμογελαστούς κομισάριους του Μεγάλου και Άθεου μεν αλλά φουλ Αστυνομικού κράτους
αν πρέπει να ζήσουμε σε έναν κόσμο σαν αυτό του 18ου και του 19ου αιώνα στον οποίο η ζωή του λευκού άντρα είναι πολύτιμη είναι αυτοσκοπός, είναι αξία δηλαδή, και πάνω σε αυτή θα θεμελιώσουμε ό,τι άλλες αξίες έχουμε και δεν έχουμε ― όμως οι υπόλοιπες ζωές δεν βαριέσαι ρε συ, διότι και αυτοί γυρεύοντας πηγαίνανε, and they never missed a chance to miss a chance ― για να μην πούμε για αυτές, που πάντα γυρεύοντας πηγαίνουν
αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο που πρέπει να ανακυκλώνω καπάκια και να μην πετάω με αεροπλάνο και να μην κάνουμε συναντήσεις διά ζώσης γιατί αφήνουμε αποτύπωμα άνθρακα και πρέπει να πληρώνουμε το ρεύμα 500 ευρώ το μήνα επειδή βάλαμε κλιματιστικό, του οποίου κλιματιστικού την ανάγκη την προκάλεσαν οι ίδιοι που συνεχίζουν να ρυπαίνουν μαζικά και να καταστρέφουν το περιβάλλον και να επισπεύδουν την κλιματική καταστροφή, γιατί πια δε μιλάμε για «κρίση»
Η Δημιουργία (ταπισερί σε κάποια εκκλησία στη Ζιρόνα / Χερόνα)
Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να καταντήσω είναι γριά κνίτισσα των σοσιαλμήντια που κουνάει το δάχτυλο δεξιά και αριστερά γιατί δεν έχει τι άλλο να το κάνει.
Όμως
Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, Δεν φωνάζουμε κατά της μαζικής και ξεδιάντροπης Γενοκτονίας για να σώσουμε την ψυχή μας, για να αναδειχθούμε ή και να αυτοβελτιωθούμε. Δεν καταδικάζουμε τη ρωσική εισβολή και κατοχή για να φανούμε ψύχραιμοι, δίκαιοι και αμερόληπτοι. Δεν μιλάμε για την σφαγή στο Σουδάν για να φανούμε ενήμεροι και συνειδητοποιημένοι.
Κανένας δεν χέστηκε (σόρυ) αν εγώ κλαίω, θλίβομαι ή αισθάνομαι ελαφρά μελαγχολία κι ένα κάποιο Weltschmerz με τη γενικευμένη σφαγή κι εξόντωση και την κυνική αγνόησή της ή, χειρότερα, την καπήλευση της (βλέπε Ουκρανία). Ναι, είμαι καλός άνθρωπος. Μπράβο μου. Να κλάψω λοιπόν και τον κάθε ανθυποφασίστα για να φανώ Πάνω απ’ όλα Άνθρωπος.
Δεν είμαστε σε αυτόν τον κόσμο για να σώσουμε την ψυχή μας· το πολύ πολύ να βοηθήσουμε καναν άλλο άνθρωπο.