"Sraosha is Ormazd's messenger. He delivers revelations, shows men the paths of happiness, and brings them the blessings which Ormazd has assigned to their share. Another of his functions is to protect the true faith. He is called, in a very special sense, "the friend of Ormazd," and is employed by Ormazd not only to distribute his gifts, but also to conduct to him the souls of the faithful, when this life is over, and they enter on the celestial scene." George Rawlinson The Seven Great Monarchies Of The Ancient Eastern World, Vol 3.
Η ύπαρξη για τον Homo sapiens ήταν εξαρχής αδιανόητη χωρίς ψυχοδραστικες ουσίες.
Γεννιέσαι, ζορίζεσαι, μεγαλώνεις, εντάσσεσαι, ζορίζεσαι, κάνεις παιδιά και μένεις άναυδος από το τρυφερό θαύμα της γονεϊκοτητας, σου σκοτώνουν κάποια παιδιά οι θεοί ή κάποιοι άλλοι άνθρωποι, γερνάς, πεθαίνεις.
Αλλιώς: γεννιέσαι, ζορίζεσαι, μεγαλώνεις, εντάσσεσαι, ζορίζεσαι, είσαι μόνος και παθιασμένος ή μόνος και σιωπηλός, σου σκοτώνουν φίλους και γονείς οι θεοί ή κάποιοι άλλοι άνθρωποι, γερνάς, πεθαίνεις.
Υπάρχουν κι άλλες εκδοχές, αναρίθμητες.
Σε κάθε μία από αυτές δεν αντέχεις χωρίς κάτι ψυχοδραστικό. Κάτι.
Όταν κανείς έχει γράψει από το 2005 1619 κείμενα (με αυτό 1620) είναι αδύνατο να μην έχει τη διαρκή κι ενοχλητική σαν εμβοή αίσθηση κάθε φορά που ξαναγράφει ότι επαναλαμβάνεται ξανά (και ξανά).
Όσο και αν καταφεύγει κανείς στην επικαιρότητα ή σε κάθε λογής νεωτερισμούς, ο άνθρωπος είναι ένας, εάν δηλαδή δεν αλλάζει θρησκεία κάθε 7-8 χρόνια όπως κάτι Αμερικάνοι φίλοι μου. Συνεπώς παραμένει λίγο-πολύ ο ίδιος άνθρωπος, ίσως λίγο πλουσιότερος βιωματικά, ίσως λίγο πιο κουρασμένος αλλά πάντως ο ίδιος άνθρωπος.
Με άλλα λόγια τι καινούργιο να πει κανείς μετά από 1619 κείμενα (με αυτό 1620), εκτός βεβαίως και αν παραδοθεί υποτακτικά και ταπεινά στη νοσταλγία ― Θεός νὰ μὴν τὸ κάμῃ νὰ γειν’ ἀληθινό!
Ποιος τελικά θέλει να διαβάσει ακόμα μια θρηνωδία για την εντελώς μακροπρόθεσμη πια καταστροφή της Ελλάδας, μια διαδικασία που ξεκίνησε το 2010 και όχι το 1974 όπως θα ήθελαν κάτι καθωσπρέπει γνωμοδότες και αφυψηλάτορες κεντρώοι άρα ψύχραιμοι φίλοι.
Κανείς δεν θέλει να διαβάσει ακόμα μια ανάλυση για το πόσο θεαματικά έχει χάσει την μπάλα οτιδήποτε δεν ανήκει στη ληστρική Δεξιά της χώρα μας; Προσέξτε δεν λέω καν «Αριστερά» διότι ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι πριν μερικά χρόνια ο όρος ισοδυναμεί με κακόγουστο κρύο αστείο, αυτά με τα οποία αναδεικνυόταν η προσωπικότητα βαρετών πλην ημιμαθών μπαρμπάδων όταν ήμουνα παιδί, βαρετών ημιμαθών μπαρμπάδων σαν και αυτούς που μετατρέπονται οι συνομήλικοι μου πια, αλλά powered by AI πλέον.
Αξίζει όμως να θυμηθεί κάνεις κάτι βαθιά απαισιόδοξο και δυστυχώς εντελώς πραγματικό (καμία νοσταλγία εδώ, μη θορυβείσθε).
Όταν ήμουν έφηβος, το 1988 είχε ξεσηκωθεί το πανελλήνιο για την ταινία Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορσέζε. Η ταινία, ξεχασμένη πια, διασκεύαζε το μέτριο μυθιστόρημα του συνεπώς μέτριου Καζαντζάκη σε μια ταινία για τον (κάθε) πειρασμό, για το τι είναι να είσαι άνθρωπος και βέβαια για το τι θα συνέβαινε εάν ο Ιησούς Χριστός ήταν απλός άνθρωπος και όχι όλα όσα ορίζει η εκκλησία μας από την σύνοδο της Νίκαιας και μετά.
Η θύελλα που έχει ξεσπάσει, και μάλιστα χωρίς διαδίκτυο και ιδιωτική τηλεόραση τότε, ήταν ανεπανάληπτη με απλούς ανθρώπους (οι οποίοι δεν είχαν διαμαρτυρηθεί ποτέ για τίποτα μέχρι τότε και πιθανότατα ξαναδιαμαρτυρήθηκαν όσοι ζούσαν ακόμα μόνο για τις ταυτότητες μαζί με τον μακαριστό Χριστόδουλο το 2000) να βγαίνουν λιτανεύοντας εικόνες κι εσταυρωμένους και να τα σπάνε κανονικά, κάνοντας τα μπάχαλα τα λεγόμενα «των Εξαρχείων» να μοιάζουν με παιδικό πάρτι.
Ο λόγος που θυμήθηκα τον Τελευταίο Πειρασμό είναι γιατί ήταν για πρώτη προσπάθεια λογοκρισίας μετά τη χούντα για κάτι το οποίο αποτελούσε σχεδόν δημόσιο θέαμα. Το βασικό επιχείρημα των πολεμίων της ταινίας, από νεολαίους με καδρόνια μέχρι γριούλες που πέταγαν πέτρες η τα ελάχιστα ζαρζαβατικά που είχαμε τότε για πέταμα (εξωτικποιώ λιγάκι τώρα) έλεγαν ότι απαιτούσαν να μην προβάλλεται ο Τελευταίος Πειρασμός γιατί ήταν βλάσφημη ταινία· όταν δημοσιογράφοι τούς ρώταγαν αν την έχουνε δει την ταινία έλεγαν «όχι δεν θέλουμε να την δούμε επειδή είναι βλάσφημη».
Μιλάμε για μία εποχή κατά την οποία οι φασίστες δεν είχαν σηκώσει ακόμα κεφάλι, οπότε μπορούμε να πούμε ότι εξ ορισμού όλος ο δημόσιος διάλογος ήταν ανοιχτός σε κάθε άποψη και ότι εν πάση περιπτώσει οι απόψεις που κυκλοφορούσαν το 1988 στον δημόσιο λόγο ήταν, αν μη τι άλλο, μη φασιστικές. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό είναι κάτι με το οποίο πολλές και πολλοί θα διαφωνήσουν, και δικαίως, αλλά ας πούμε ότι ναι οι φασίστες δεν είχαν σηκώσει ακόμα κεφάλι.
Συνεπώς το 1988 οι μόνοι παράγοντες που έστεργαν τη λογοκρισία ήταν το ΚΚΕ, το οποίο ήθελε ειδικά στα πανεπιστήμια να κυκλοφορεί μόνον η ορθή σκέψη, βλέπε γραμμή του κόμματος, και φυσικά η Εκκλησία. Η Εκκλησία μάλιστα είχε μόλις βγει συσπειρωμένη κι επανεξοπλισμένη από τη διαμάχη της με τον Αντώνη Τρίτση ― άλλος αδίκως ξεχασμένος πολιτικός, που προσπάθησε ενδεχομένως με τον λάθος τρόπο να εκδημοκρατίσει την Εκκλησία, αν και βεβαίως δεν υπάρχει σωστός τρόπος να εκδημοκρατιστεί η Εκκλησία.
Διάφοροι λοιπόν παράγοντες της Εκκλησίας, όχι βέβαια η Ιερά Σύνοδος, κατέβασαν κόσμο στον δρόμο έτοιμο να παίξει ξύλο και να βανδαλίσει προκειμένου να μην προβληθεί μία ταινία την οποία δεν είχανε δει και την οποία δεν είχανε δει επειδή ήταν βλάσφημη.
Επειδή αντιλαμβάνομαι πλήρως πως ό,τι γράφω εδώ πέρα το διαβάζετε πεντακόσιοι άνθρωποι, οι οποίοι μάλλον εδώ και καιρό πάνω κάτω έχετε καταλάβει πού το πάω, απλώς σας παροτρύνω να σκεφτείτε ότι αυτή η συνθήκη που περιέβαλε το αίτημα για απαγόρευση του Τελευταίου Πειρασμού είναι η συνθήκη που επικρατεί σήμερα, περίπου 40 χρόνια μετά, σε ολόκληρο τον δημόσιο λόγο.
Το αίτημα να λογοκριθεί κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μελετήσουμε επειδή είναι ακάθαρτο φαντάζει πλέον προφανές.
Μπορεί η καθεμία σας και ο καθένας μας εδώ να προσθέσει τη δική του ή τη δική της κατακλείδα, κάτι με ελαφριά πίκρα, θυμόσοφο σαρκασμό αλλά και μια γενικότερη διάθεση παραίτησης. Επίσης θα είναι μία από τις όχι λίγες φορές που θα επαναλάβω ότι η νόσος δεν είναι αποκλειστικά ελληνική και θα υπαινιχθώ ότι η Ευρώπη είναι βαριά άρρωστη και πνευματικά και πολιτιστικά και πολιτικά ετοιμοθάνατη.
Φιλόλογος γνωστός σε μικρούς αλλά καίρια πλαισιωμένους κύκλους μού έκανε πριν περίπου δέκα χρόνια αυστηρότατη επίπληξη για αυτό το κείμενο, γραμμένο την εποχή που συνθηκολογούσε ο ΣΥΡΙΖΑ με την ανελέητη γραφειοκρατία της ΕΕ.
Σας δίνω λίγο χρόνο να το κοιτάξετε κι εσείς.
Υποθέτω ότι διαβάζοντάς το θα έχετε κι εσείς τις ενστάσεις σας: ενδεχομένως να βρείτε το κείμενο αδύναμο ή και συναισθηματικό, ή να μη σας αρέσει και καθόλου ή να θεωρείτε τη βασική μεταφορά τραβηγμένη και μάλλον χονδροειδή ― αν κι αυτό το τελευταίο είναι κάπως δύσκολο από τη σκοπιά του 2026 της χυδαιότητας και της υπερβολής. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι και Κουτρουμπούσης: Σραόσα που νιώθει ταραχή είναι.
Τι ενόχλησε όμως τον φιλόλογο; Αυτό:
«Μετά [πετάει στη θάλασσα] άρρωστους (μαζί με αναπηρικά καροτσάκια, είναι βαριά αυτά)».
Η ένσταση διατυπώθηκε περίπου ως εξής: μετά την πειρατεία του Ακίλλε Λάουρο το 1985, κατά την οποία δολοφονήθηκε επιβάτης σε αμαξίδιο και κατόπιν πετάχτηκε στη θάλασσα, είναι απρέπεια κι αναισθησία να χρησιμοποιεί κανείς τέτοιες εικόνες.
Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω αν τον δολοφονημένο επιβάτη τον πέταξαν στη θάλασσα με ή χωρίς το αμαξίδιό του. Γνωρίζω όμως ότι την πειρατεία του Ακίλλε Λάουρο τη διέπραξαν Παλαιστίνιοι και το θύμα ήταν Αμερικανοεβραίος. Βαρβαρότης και αθεΐα κτλ.
Ωστόσο, και μένοντας σε βαρβαρότητες παλαιστινιακού ενδιαφέροντος, όταν μου τράβηξαν το αυτί για το κείμενο αυτό είχε προηγηθεί το 2010 η φονική πειρατεία κατά της νηοπομπής του κινήματος Free Gaza, μεταξύ των οποίων και το Mavi Marmara· η Γάζα είχε κλείσει 9 χρόνια αποκλεισμού, άρα ως ανοιχτή φυλακή· είχαν τέλος προηγηθεί δεκάδες σφαγές και μακριά και κοντά μας ― δηλαδή έλεος, είχαν προηγηθεί η Σάμπρα και η Σατίλα, που να πάρει ο διάολος!
Όμως αυτό που τραυμάτισε, η κηλίδα που έζεχνε απρέπεια κι αναλγησία, ήταν η ομοιότητα, η συνειρμική σύνδεση μάλλον, με τη δολοφονία ενός (1) ανθρώπου προ τριακονταετίας τότε.
Και ερχόμαστε στο χυδαίο 2026 της υπερβολής και της εθελοτυφλίας: ο Εβραίος Ζακ Πολάνσκι των Πράσινων στη Βρετανία ζήτησε τις προάλλες να δημιουργηθεί μητρώο Βρετανών υπηκόων (δεν είναι πολίτες οι αδιαφώτιστοι και βαθιά προνεωτερικοί νησιώτες) που υπηρετούν στον γνωστό ξένο στρατό, αυτόν ντε που παρέχει βίγκαν επιλογές στη σίτιση των στρατιωτών του καθώς και μηχανισμούς για να τηρούν κοσέρ τα Σάββατα, ενώ αγκαλιάζει τους ΛΟΑΤ.
Οι αντιδράσεις ήταν οι αναμενόμενες: πόσο αντισημιτικό είναι να ζητάς να καταρτιστούν μητρώα που (πιθανότατα) περιέχουν Εβραίους κτλ. Σε σαφώς μεγαλύτερη ένταση και με θράσος και αλαζονεία, το αίτημα παρουσιάζεται ως κηλίδα που ζέχνει απρέπεια κι αναλγησία, ου μην και αντισημιτισμό.
Γενικότερα τώρα, βρισκόμαστε εδώ και πολλά χρόνια σε μία συνθήκη στην οποία κάθε αντίλογος στην αντιδραστική, και όχι πλέον «συντηρητική» δυστυχώς, ηγεμονία που δεσπόζει επί της πολιτικής και επί του δημόσιου λόγου πρέπει να είναι πολύ πολύ σεμνή, κομιλφώ και προσεγμένη, πρέπει να ακροπατεί για να μη θίγει ευαισθησίες των ιεραρχικώς από πάνω μας, οφείλει να σέβεται τα συναισθήματα και τις ανασφάλειες των πάρα πολύ ασφαλών.
Συνεπώς, μην κολλάτε στίκερ με καρπούζια στους λάπτοπ σας, μη χρησιμοποιείτε εικόνες και σχήματα λόγου που μπορεί να ερμηνευτούν στο ότι παραπέμπουν σε συγκεκριμένα φονικά και συγκεκριμένες γενοκτονίες, αφού ναι, δυστυχώς «κανείς δεν θυμάται τους Αρμένιους» π.χ., δεδομένου ότι δεν χρειάζεται κιόλας.
Και όοοοολα αυτά τη στιγμή που βοά, βοά όμως έτσι; βοά, η αντιδραστική ηγεμονία και τα παραμάγαζά της ονλάιν κι αλλού για τα snowflakes και τη woke agenda και πόσο καταπιέζουν τους λευκούς άντρες και κάποιους κλασικούς φιλολόγους και μερικούς που έβγαλαν κάτι εξαψήφια ποσά κάνοντας διαλέξεις, oh dear oh dear.
Σε μια χώρα λ.χ. όπως οι ΗΠΑ, στην οποία οι πολιτείες και οι τοπικές εκπαιδευτικές περιφέρειες απαγορεύουν μαυροπουστοκουμμουνιστικοτράνς βιβλία μαζικά, η είδηση είναι ότι κάποι@ θέλει να βγάλει την Πολιτεία του Πλάτωνα από τα κείμενα προς μελέτη ενός πανεπιστημιακού μαθήματος, επειδή συνθέτει το όραμα αυταρχικής κοινωνίας.
Όπως λέει κι ο Πουλής στο πρόσφατο βιβλίο του, οι κυβερνήσεις μας ταΐζουν ψέμα για να φονεύουν μαζικά, πλέον φονεύουν μαζικά και το παινεύονται κιόλας, αλλά ξέρω γω εμείς σοκαριζόμαστε γιατί ο Πολάνσκι είπε «μητρώο» και κάτι τετράχρωμες σημαίες δημιουργούν ανασφάλειες.
Υποθέτω ότι ελάχιστοι από εμάς πια θα ισχυριζόντουσαν ότι η ζωή εντός του διαδικτύου και εντός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι πραγματική ζωή, επειδή τάχα η μόνη πραγματική ζωή είναι η ζωή μας οφλάιν, η υλική και σωματική πραγματικότητα.
Βρισκόμαστε πια στο 2026 και αντιλαμβανόμαστε ότι όπως ζούμε τη ζωή μας μέσα από βιβλία ή επικοινωνώντας εξ αποστάσεως ― παλιότερα αλληλογραφώντας και τώρα τσατάροντας ή κάνοντας βιντεοκλήσεις ― έτσι την ζούμε και διαδικτυακά. Ωστόσο η διαπίστωση ότι η διαδικτυακή ζωή είναι κι αυτή μέρος της πραγματικής ζώης, λες και υπάρχει μη πραγματική ζωή, δεν μειώνει το γεγονός ότι η συμπεριφορά μας ονλάιν είναι πολύ πολύ διαφορετική από αυτήν που επιδεικνύουμε όταν επικοινωνούμε, αλληλεπιδρούμε και συναγελαζόμαστε διά ζώσης.
Σκεφτείτε λόγου χάρη πώς διαφωνούμε διαδικτυακά. Σε κάθε διαδικτυακή διαφωνία υπάρχει η σχεδόν ακατανίκητη ορμή να προσπαθήσουμε να πείσουμε ολοκληρωτικά την άλλη πλευρά για το σύνολο των επιχειρημάτων μας: πρέπει να έχουμε 100% δίκιο. Υπάρχει κάτι το ολοκληρωτικό στους διαλόγους που γίνονται ψηφιακά κι εξ αποστάσεως, αφού δεν αρκεί να ανταλλάξουμε επιχειρήματα, δεν αρκεί να πείσουμε ή και να πειστούμε σε βάση με κάποια επιχειρήματα: πρέπει να μεταστραφεί η συνομιλήτρια ή ο συνομιλητής μας απολύτως και αμετάκλητα.
Η παραπάνω διαφορά ίσως σχετίζεται και με το γεγονός ότι όταν επιχειρηματολογείς ή απλώς σχολιάζεις (καμιά φορά και σκυλοβρίζεις) διαδικτυακά δεν υπάρχει ντροπή και δεν χρειάζεται να υπάρχει ντροπή. Αυτό λειτουργεί απελευθερωτικά, αν και δεν είναι πάντοτε ευχάριστο να γίνεται κανείς μάρτυρας της απελευθέρωσης αυτής, όσο αποκαλυπτική και αν είναι σε σχέση με το τι πραγματικά πιστεύουν οι συνάνθρωποί μας και από τι είδους ορμές και ιδεολογικές ροπές κατευθύνεται η σκέψη τους και πλοηγείται ο βίος τους.
Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι όταν συζητάμε πρόσωπο με πρόσωπο θα καταλήξουμε, αν όλα πάνε καλά, να παραδεχτούμε ότι διαφορετικοί άνθρωποι έχουμε διαφορετικές αρχές, διαφορετικές ευαισθησίες, διαφορετικά συμφέροντα και βέβαια διαφορετική γνώση ενός θέματος. Με βάση αυτή την παραδοχή και την επίγνωση που τη συνοδεύει ενδεχομένως να ακούσουμε τον Άλλον ή να καταφέρουμε τον Άλλο να μας ακούσει ώστε τελικά να συναντηθούμε σε σημεία μεταξύ των οποίων θα χαραχτεί μια γραμμή κατάπαυσης του πυρός, χωρίς αυτή να βρίσκεται απαραίτητα «κάπου στη μέση», πολύ περισσότερο χωρίς αυτή να προϋποθέτει την συντριβή του Άλλου και των επιχειρημάτων του.
Ας μην πλατειάσω εξηγώντας, ειδικά σε όσες και όσους έχουμε μία παρουσία διαδικτυακή, ότι αυτός ακριβώς ο αγώνας μέχρι εσχάτων προκύπτει σε σχεδόν κάθε διαδικτυακή συζήτηση. Ο Άλλος πρέπει να μεταπειστεί και να υποταγεί πλήρως· εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο τότε ενδεχομένως δεν μετέχει της ανθρώπινης φύσης, ίσως είναι και ανθρωπόμορφο τέρας, στην καλύτερη περίπτωση είναι πουλημένος, ή (αν είμαστε πάρα πολύ επιεικείς) είναι ένας βλάκας και μισός.
Όλα αυτά δεν τα λέω ως έκκληση για μετριοπάθεια ή για ανοχή απέναντι στην πηχτή βλακεία, κακεντρέχεια, αμάθεια και παραλυτικό μίσος που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο· όλα αυτά τα λέω γιατί ακόμα και όταν συζητάμε τις βασικές μας τις αρχές έχει σημασία να ξέρουμε πότε θα συνάψουμε εκεχειρία με την συνομιλήτριά ή τον συνομιλητή μας.
Επίσης καλό είναι να θυμόμαστε ότι η βλακεία, η μοχθηρία κι η αμάθεια πάντοτε υπήρχαν, συνεπώς ίσως θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που στην εποχή των σοσιαλμήντια κάνουν μάλλον πιο ορατή την ύπαρξή τους, ενδεχομένως βέβαια εμποδίζοντας μας εμάς τους εστέτ των ιδεατού να ζήσουμε μέσα στην άσπιλη φούσκα η οποία αφελώς νομίζουμε ότι ταυτίζεται με την κοινωνία και με τον κόσμο γύρω μας.
Αν η απαλλαγή μας από αυτό το οποίο έχω ονομάσει μονογονία είναι ενδεχομένως απαραίτητη για να μπορέσουμε να ζήσουμε λίγο πιο ευτυχισμένοι σε έναν κόσμο φρικτό που καίγεται, η απαλλαγή μας από την πλήρη ταύτιση απόψεων και γνώμης με τους ανθρώπους που θεωρούμε φίλους μας είναι οπωσδήποτε ένα απαραίτητο συμπλήρωμα της.
Διαπιστώνω κάθε μέρα ότι άνθρωποι με τους οποίους με συνδέουν κάθε λογής ανθρώπινα νήματα (δεν είναι όλες οι σχέσεις αγάπη κτλ), πρεσβεύουν και ζουν με βάση, ας πούμε, δοξασίες τις οποίες δεν μπορώ να ενστερνιστώ. Άλλωστε όσες κι όσοι γνωρίζουμε από μακροχρόνιες σχέσεις θα αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα του να υπάρχει κάτι στον άλλον ή στην άλλη που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν παύει να μας ενοχλεί κανονικά.
ΙΙ
Έχω λοιπόν φίλους που ζουν στη σχετική ασφάλεια και ευμάρεια που ζούμε πολλοί να έχουν εντελώς ανεδαφικές απόψεις για το πώς λειτουργεί ο κόσμος, πού πάει ο κόσμος, και ποιοι φταίνε για το χάλι του: ναι ναι, «φταιν οι κακοί τρομοκράτες και οι εχθροί του Ορθού Λόγου», διότι κατά κάποιο τρόπο έχουν μέσα στο μυαλό τους αποσυνδέσει από τον ορθό λόγο την τάξη πραγμάτων και την αστική δημοκρατία και το κολοσσιαίο έγκλημα διαρκείας της Αποικιοκρατίας και το βιομηχανικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος και την κακιά συνήθεια των τελευταίων 120 ετών για συστηματικές γενοκτονίες ή γενοκτονικές ασκήσεις.
Έχω επίσης φίλους που αισθάνονται να παραβιάζεται ο χώρος και ο βίος τους ολάκερος κάθε φορά που λόγου χάρη κάποιος μιλάει λίγο πιο δυνατά στο διπλανό τραπέζι ενός εστιατορίου η όταν κάποιος τους στραβοκοιτάξει επειδή άναψαν πούρο, οι οποίοι παράλληλα με θέρμη και χαρά εκθειάζουν την καθημερινή ζωή στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
Επειδή, αντίθετα με τους θιασώτες της Δύσης ως δημοκρατία + Ορθός Λόγος, οι δε τείνουν να είναι κάποιος πιο τζώρες αλλά και πιο αγχίνοες, θα σπεύσω να εξηγήσω εδώ ότι όντως η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν είναι ένα απ’ τα τελευταία αναχώματα στη μανία μιας θνήσκουσας και πολύ βαρβαρικής αυτοκρατορίας (μην ξερογλείφονται οι ρωσόφιλοι, σε καμία περίπτωση) όπως και να παραδεχτώ ότι το ΚΚΚ είναι ο μοναδικός θεσμός στην ιστορία της ανθρωπότητας που μέσα σε 3-4 δεκαετίες έβγαλε από τη φτώχεια 800 εκατομμύρια ανθρώπους. Πλην όμως.
Τέλος, επειδή μετά από 21 χρόνια μπλογκ έχω πλήρη επίγνωση ότι δεν γίνομαι πάντα κατανοητός: δεν θα έκανα παρέα με φασίστες, αντισημίτες, ρατσιστές, φίλους του απαρτχάιντ και θιασώτες γενοκτονιών και γενικά όλους αυτούς που θεωρώ καθίκια. Από την άλλη, για να το θέσω κι έτσι, αφενός είναι πολύ δύσκολο να παραδεχτείς κάτι αν πληρώνεσαι για να μην το παραδεχτείς, και δυστυχώς οι περισσότεροι από εμάς εξαρτιόμαστε από το μισθό μας, ότι κι αν σημαίνει αυτό, από την άλλη δεν χαλάνε οι φιλίες ρε αδερφέ για τη σωστή γραμμή ― κάτι που δυστυχώς φαίνεται ακόμα να μπερδεύει την άνευρη, φοβική και μη μαρξιστική στη μέθοδό της ελληνική Αριστερά.
Το παλιό ρεμπέτικο τραγούδι της Ρόζας Εσκενάζυ ονομάζεται «Είμαι πρεζάκιας» και έχει παιχτεί και διασκευαστεί πάρα πολλές φορές. Φυσικά οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εμάς το ξέρουμε ως «Ούζο σαν θα πιεις». Είναι πάρα πολύ αστείο, αν κάτσει κανείς να ακούσει τους στίχους του τραγουδιού, ότι το ούζο, ίσως το ευτελέστερο αλκοολούχο ποτό για το οποίο φημίζεται η πατρίδα μας, θα σου έδινε τη δυνατότητα να αισθάνεσαι «βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας». Χώρια που το ούζο δεν θα μπορούσε μάλλον να φέρει τη φωνή που ακούγεται στο τραγούδι, και που δεν είναι η φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ βεβαίως, στη μεταρσίωση να σχολιάζει με σαρκασμό και οξυδέρκεια τη διαχρονική μιζέρια ενός κράτους που είναι υπόλογο στους πάτρωνές του και εχθρικό απέναντι στους πολίτες του – ιδίως αν πίνουν ναρκωτικά κι αν είναι τουρκόσποροι.
Φυσικά υπάρχουν διασκευές του τραγουδιού πιο φασαίικες οι οποίες έχουν αντικαταστήσει το «πρέζα» με «φούντα» σε μια προσπάθεια ναι μεν να απαλλαγούν από τη στιχουργική γελοιότητα των και καλά ακραία ευφορικών ιδιοτήτων του ούζου και από την άλλη σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί κάπως ο, αν θέλετε, παραβατικός χαρακτήρας του τραγουδιού. Βεβαίως κανείς φασαίος και κανείς έντεχνος δεν θα θελήσει να τραγουδήσει για την πρέζα, γιατί η πρέζα κάνει κακό και σκοτώνει τους ανθρώπους. Σε αυτό δίνουμε ένα δίκιο στους φασαίους γιατί όντως, αντίθετα με τη φούντα, και η πρέζα και το ούζο κάνουν κακό και σκοτώνουν τους ανθρώπους, με τη διαφορά ότι η πρέζα θα το κάνει πολύ πιο δραστικά, πολύ πιο γρήγορα και ίσως πιο επώδυνα. Από την άλλη είναι θα έπρεπε να είναι πολύ δύσκολο να μας διαφύγει η γελοιότητα του να διορθώνουμε ένα τραγούδι επειδή δεν θέλουμε να περάσουμε «λάθος μηνύματα».
Αντιλαμβάνομαι ότι η στιχουργική στα ελληνικά (με εξαιρέσεις ίσως την τραπ, το παλιό πανκ και βέβαια το πραγματικό ρεμπέτικο) είναι σεμνότυφη, καθωσπρέπει και υπαινικτική με έναν τρόπο που δεν ήταν καν το δημοτικό τραγούδι μας. Ενδεχομένως ο καλλιτέχνης ο οποίος πληρώνεται για να πει τραγούδια δεν θέλει να αποξενωθεί από το καθωσπρέπει κοινό του, το οποίο έχει πάει να μερακλώσει και να πιει τα ποτά του ρίχνοντας τους χορούς του και τρώγοντας ακριβοπληρωμένο φαγητό μέτριας ποιότητας, οπότε σίγουρα δεν θέλει να ακούσει για το τι συμβαίνει όταν πίνεις πρέζα, ενώ εν έτει 2026 πιθανότατα η φούντα είναι τόσο ρισκέ όσο χρειάζεται.
Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι βρισκόμαστε πια βαθιά μέσα στην παρασκιά της αμερικανικής πολιτικής ευπρέπειας κι οδεύουμε ταχύτατα στο να καλυφθούμε από τη σκιά της, οπότε καλό θα είναι να μην τραγουδάμε για πράγματα τα οποία είναι παράνομα, επιβλαβή, μπορεί να προσβάλλουν κάποιους, και ούτω καθεξής. Φυσικά η ερώτηση παραμένει πάνοτε γιατί μπορούμε να προσβάλλουμε τους αδύναμους και να λέμε ότι κάνουμε σάτιρα και τέχνη, ενώ αν πάμε να προσβάλουμε όσους δεν είναι αδύναμοι και όσους ορίζουν τα χρηστά ήθη, όσους λόγου χάρη ορίζουν ότι μια ουσία σαν το αλκοόλ δεν χρειάζεται να ρυθμίζεται όσο λ.χ. τα ψυχεδελικά, ανακύπτει ζήτημα ευπρέπειας, καλλιέπειας, και γενικά εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής αξίας της λεγόμενης τέχνης.
Το πιο κουραστικό από όλα είναι να σκέφτεται κανείς πως αυτές οι συζητήσεις θα έπρεπε να έχουν λήξει πάρα πολλές φορές μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας: πρόκειται για συζητήσεις που έχουν γίνει στον Πλάτωνα, στην αρχαία Ινδία, στον κλασικό ισλαμικό κόσμο, στην αναγέννηση, στον διαφωτισμό, στον δέκατο ένατο αιώνα, στη δεκαετία του 50 και του 60 και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Κατά κάποιον τρόπο φροντίζουμε να επαναλαμβανόμαστε ατέρμονα και κουραστικά.
I do not understand your wild Oriental fantasies, I hardly get your worshipping uds and ney flutes or your hankering after the noxious desert dust from Misir and the dry wadis of your Scheherazade fantasies:
I come from Istanbul, where winters are bitter and water is abundant.
I do not feel for your imposed languor and your homosocial spaces and all that warped sublimation of sex fuelled by lamb meat and mint and what not:
I come from Istanbul, which is the City and the City is its public spaces and its streets and the exposed mingling plus the privacy of homes.
I do not understand your vain Western aspirations I hardly follow all that aping of Germanic misery and of French warped hygiene and of Italianate slyness:
I come from Istanbul, where life can be good, where more senses than just vision exist, where aspiring to joy and aspiring to knowledge are hardly contradictory.
I do not feel for your existential anxiety and for your enquiries on identity, your repetitive questioning on how to carry oneself through this world:
I come from Istanbul, which is older than most of us; this is identity enough, and a multitude of them, too.
I don’t live in Istanbul, I have hardly seen Istanbul — but coming from Istanbul is more than enough.
Άκουγα αυτό το τραγούδι το 2020 εν μέσω του μεγάλου εγκλεισμού καρτερώντας ανυπόμονα τη λήξη του. Έβλεπα ξανά και ξανά και το βίντεο, αφού είχα δει τη σειρά, και σχεδόν σαν σε παραδείσια φαντασίωση δίψυχου πιστού προσδοκούσα μία νέα δεκαετία του ’20: λίγο γιατί ήμουν άμαθος στο να διατυπώνω τις επιθυμίες μου και λίγο γιατί ήμουν κάπως αρχάριος στη διάθεση να ονειρεύομαι.
Μετά όλα πήγαν όπως πήγαν: έξι χρόνια μετά ζούμε τον χυλό της ανοησίας, νιώθουμε τα δρεπάνια της βαρβαρότητας και αναγουλιάζουμε με τα όλο μούργα και βλακεία ονλάιν τοπία της ΤΝ.
Αυτό το τραγούδι κι αυτό το βίντεο όμως πάντοτε κάτι μου κάνουν, επειδή λειτουργούν νοσταλγικά για μια εποχή που δεν έζησα μια και δεν υπήρξε παρά μόνο για λίγο και σε πολύ λίγους τόπους· κάπως όπως συνέβη με τη σύντομη δεκαετία του ’60 (1967-1973), που εδώ μας σβερκώθηκε ως Επταετία.
Μπορεί κανείς εδώ πολλά να πει για τη νοσταλγία της Γερμανίας της Βαϊμάρης ενώ ξεκινούσε ένας αλλόκοτος εγκλεισμός ενώ η διακυβέρνηση της χώρας είχε αναληφθεί από κατά τεκμήριο άθλιους και αγύρτες ― αλλά ας μη χαλάμε το όνειρο τώρα .
Μιλώντας για όνειρα και για δεκαετίες του ’20, του 1920 και του 2020, είναι ολοφάνερο ότι η Ευρώπη πέθανε πλέον κι αυτό περιλαμβάνει και τις αχανείς ερημιές που οι Ρώσοι επιθυμούν να θεωρούν το σεπτό και ιδεώδες είδωλο της Ευρώπης, δηλαδή τον ρωσικό κόσμο τους. Europassturtz. Ευρώπη τέλος, ζωή μαγική;
Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται εκτός Ευρώπης πια: ευτυχώς, να λέμε.
Κι εγώ όμως εδώ, όπου είναι το εδώ μου τέλος πάντων, παραμένω nel mezzo del cammin di nostra vita παιδί της Ευρώπης, αυτής της Ευρώπης που πιτσικάρει, καθιζάνει και ξεχαρβαλώνεται αργά και αναπόδραστα.
Η ευγλωττία των Νιγηριανών και ο δυναμισμός των Νοτιαφρικανών και η ευσέβεια της Κεντρικής Αφρικής, η ομορφιά της Ανατολικής Αφρικής και οι έρημοι που έθρεψαν τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, οι ευφυείς Νοτιασιάτες και οι επίμονοι και συστηματικοί Ανατολικοασιάτες, το μεγάλο υβρίδιο της Νότιας Αμερικής, η ημιάγρια Αυστραλία και το παιδαριώδες αλλά λαμπρό χορτάτο χάλι της Βόρειας Αμερικής, ναι, υπάρχουν, ναι είναι το μέλλον, ναι περιέχουν κόσμους πολύ πιο σημαντικούς και σαφώς πιο πολύμορφους από τη Σλοβακία και τη Σιλεσία και τη Σουηβία και τη Βρετάνη ή τη Θράκη και τη Ρηνανία, το Βένετο και τη Μπαστιά, την Καταλωνία, τη Σικελία και την Κέρκυρα, ή και όοοολα τα ασυνάρτητα χωριουδάκια από τη Μόσχα μέχρι το Σαντιάγο του προσκυνήματος.
Εμένα όμως ο οικείος κόσμος μου είναι τα δε. Όχι τα μεν. Είναι τα Χανιά και το Άμστερνταμ και το Γιορκ κι η Κολωνία και η Νάπολη κι η Κρακοβία κτλ κτλ κτλ ― όχι ο μεγάλος κόσμος εκτός της θνήσκουσας Ευρώπης που επιτέλους αναδύεται κι αναδύεται επώδυνα.
Κι επιστρέφω λοιπόν στο όνειρο ενός κλαμπ με μαρτίνι και ζωντανή ορχήστρα, μορφινομανείς και κόσμο που χορεύει, σεξεργάτριες μερικής απασχόλησης και υπόκοσμο, πολλαπλότητες και αντιφάσεις, καυλωμένα φτωχαδάκια και συνεσταλμένους πλουτοκράτες, ανθρώπους που είναι ο εαυτός τους πριν από οτιδήποτε άλλο, παραισθήσεις ουνιβερσαλισμού κι όλο αυτό το παραμύθι που τελείωσε το 1914 και 1918 και το 1939 και το 1989 και το 2020-κάτι.
Η Ελλάδα το 2026: ένα σκονισμένο κλειστό κατάστημα που δεν το βλέπω να ξανανοίγει ποτέ.
Ο λόγος που κάθομαι και ασχολούμαι είναι γιατί θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να δικαιωθούν με κάποιον τρόπο η ηλιθιότητα και η αθλιότητα είναι αν και εφόσον προκαλούν αντιδράσεις ώστε να μας αναγκάζουν να αντιλογίσουμε και να αναιρέσουμε τις ηλιθιότητες και τη νομιμοποίηση της αθλιότητας.
ω θε μου: ναρκωτικά!
Ξεκινάμε από τα βασικά: δεν υπάρχει ζημιά, δεν υπάρχει κακό που θα σου κάνει η υπερβολική κόκα που δεν θα σου κάνει το πολύ αλκοόλ ― παρότι, ναι το ξέρω, φαρμακοδυναμικά είναι πολύ διαφορετικές ουσίες.
Γενικότερα πρέπει λίγο να τελειώνουμε με το ουσιοκρατικό παραμύθι των ναρκωτικών, ειδικά δεδομένου ότι μέσα σ’ αυτά τσουβαλιάζουμε από τον εγγυημένο θάνατο της πρέζας και τον εγγυημένο εθισμό του κρύσταλ μέχρι τη γλυκιά μαστούρα που θα σου φέρει η πλέον σχεδόν νόμιμη φούντα.
Ζούμε ακόμα σε έναν κόσμο όπου τα ναρκωτικά είναι συνώνυμα με αυτό που την δεκαετία του 50 και του 60 αποκαλούνταν «ελεύθερος έρως» από τους ηθικοπανικόβλητους: δηλαδή το ένα και μοναδικό φόβητρο, το ένα και μοναδικό μορμολύκειο, ο ένας και μοναδικός παράγοντας που θα επέφερε τη διάλυση και την κατάλυση της κοινωνίας μας.
Είναι σύμπτωμα κυρίως ηθικού πανικού να βγαίνει το 2026 και να μιλάει ο καθένας για ναρκωτικά που σκοτώνουν και καταστρέφουν ζωές και μας απειλούν κτλ κτλ κτλ σε έναν κόσμο στον οποίο πίνουμε πολύ αλκοόλ και ακόμα καπνίζουμε πολλά τσιγάρα.
Να το θέσω κι έτσι: έχω γνωρίσει εκατοντάδες ανθρώπους που τους έχει καταστρέψει το αλκοόλ ή που τους ζορίζει άσχημα, έχω γνωρίσει ανθρώπους που πραγματικά πέθαναν πολύ πρόωρα γιατί κάπνιζαν τρία πακέτα τη μέρα· ωστόσο έχω γνωρίσει τέσσερις-πέντε που δεν το παλεύουν με τη φούντα, ακριβώς έναν άνθρωπο που είναι σκαλωμένος στην κόκα και ακριβώς έναν άνθρωπο που πέθανε από πρέζα.
Θα μου πείτε «ναι ρε, αφού είσαι φλώρος και κάνεις παρέα με καλά παιδιά» και θα σας πω «ναι ό,τι πεις» αλλά κι ότι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που το επισημαίνω: το αλκοόλ κάνει τεράστια και μαζική ζημιά αλλά δεν θα το απαρνηθούμε, και καλώς, ούτε θα το στιγματίσουμε, τουλάχιστον όχι όσο στιγματίζουμε κάποιον που αποφάσισε να στρίψει ένα τρίφυλλο παραπάνω ή, θεός φυλάξοι, να φάει τίποτε χαρούμενο ή να ρουφήξει σκόνες από τη μύτη του.
Γελάω κάθε φορά που διαβάζω κάποιο άρθρο στον Τύπο που περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες του χι ή του ψι, κατά προτίμηση καινούργιου, ναρκωτικού. Παιδιά, μπαρμπάδες του τσίπουρου και φιλαράκια της μπύρας έχετε; Θειάδες που έπιναν βάλιουμ, λεξοτανίλ, ταβόρ και δεν ξέρω τι άλλο ή κόσμο στην παρέα σας που κουμπώνει ζαναξάκια σαν ποπκόρν; Όχι;
Όλος αυτός ο τραγέλαφος των ναρκωτικών που και γενικώς και αδιακρίτως και αμέσως δήθεν εθίζουν και σκοτώνουν συνοδεύεται από την αδυσώπητη σκληρότητα της κοινωνίας μας απέναντι στους τοξικοεξαρτημένους και ειδικά σε όσους προσπαθούν να γλιτώσουν από την πρέζα.
Δείτε πώς με τις ευλογίες αγιασμένων μορφών της αριστεράς υποβάλλουμε τους τοξικοεξαρτημένους σε στεγνά προγράμματα μέχρι να σπάσουν ή μέχρι να σπάσουν. Στο δικό μου το χωριό αυτό λέγεται βασανιστήρια ― αλλά, έλα ω ΚΚΕ, να μας πεις ότι οι κομμουνιστές δεν χρειάζονται ναρκωτικά, αλλά ούτε και ψυχοθεραπεία, αφού όοοοολα αυτά είναι του καπιταλίζμ.
δεν αυτός ο Έλληνας, ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι
Πάμε παρακάτω τώρα στην περίπτωση αυτού του φαιδρού, αστοιχείωτου και θρασύτατου υποκειμένου που κυκλοφορούσε με βεβαίωση σπουδών των λεγομένων κολλεγίων της δεκαετίας του 90 και είχε το θράσος να αντιμιλά και να κορυβαντιά στα ΜΜΕ.
Αντιλαμβάνεστε ότι αφού είπε όσα είπε και κουνήθηκε σκαιά όσο κουνήθηκε, τώρα τα μαζεύει ακριβώς για να ζούμε κι εμείς με τη γλυκιά ψευδαίσθηση ότι μέσα από το κράξιμο στα σοσιαλμήντια μπορούμε να ελέγξουμε αποτελεσματικά την εξουσία, ή έστω ένα από τα εκτεθειμένα τσουτσέκια της εξουσίας.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτός ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο ανθρωπότυπος του δεξιού ημιμαθούς χωσιματία καταφερτζή, δηλαδή ο ανθρωπότυπος που διάφοροι δεξιοί λόγιοι, ξεκούτιασμένοι πανεπιστημιακοί ή πολύ κεντρώοι και μετριοπαθείς διανοούμενοι θέλουν να ταυτίζουν με αυτό το φρικτό και δύσμορφο τέρας που ονομάζεται Έλληνας.
Λυπάμαι όμως· ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε δεν είναι ο μέσος Έλληνας: ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο μέσος δεξιός, εδώ και πάνω από 80 χρόνια. Φιλαράκια μου, δυστυχώς.
μήπως είσθε αντισημίτης;
Έχουμε φτάσει σε ένα τρομακτικό σημείο στον δημόσιο λόγο, μετά από τρία χρόνια γενοκτονικής μανίας κι ανεξέλεγκτης πολεμοκαπηλίας, στο οποίο δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε με φρίκη την ισοπέδωση χωριών στο νότιο Λίβανο ή ακόμα και την ήδη ξεχασμένη ριζική και συθέμελη γενοκτονία της Γάζας ή το διαρκές έγκλημα του γνωστού πολύ δημοκρατικού και LGBT-friendly κράτους στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη επειδή, αν το πράξουμε, είμαστε λέει αντισημίτες.
Πραγματικά δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Και μόνο που καλούμαστε να απαντήσουμε κάτι σε αυτό. Και μόνο.
Κατά καιρούς διάφοροι πεφωτισμένοι Aμερικάνοι καταγγέλλουν τον εξεψιοναλισμό των ΗΠΑ αλλά, μα την αλήθεια, ο αμερικανικός χοντροκομμένος εξεψιοναλισμός δεν φτουράει ποσώς μπροστά σ’αυτό το οποίο ζούμε με τις πολιτικές ενός κράτους το οποίο πολύ κομψά και γαλλικά έχει περιγραφεί ως l’État colonial genocidaire.
Γιατί πράγματι μιλάμε για ένα κράτος του οποίου οι πολιτικές ήδη από το 1947, και πλέον ανεξέλεγκτα τα τελευταία 20 χρόνια, συνοψίζονται στο εξής τρίπτυχο: settlement, ethnic cleansing, forced assimilation.
Και μια και τα λέμε εδώ έτσι όμορφα, να τονίσουμε επίσης ότι εθνικό μας φρύδι δεν μας σηκώνεται εδώ στην Ελλάδα στην ιδέα ενός κράτους που βασίζεται στο τρίπτυχο εποικισμός–εθνοκάθαρση–βίαιη αφομοίωση ακριβώς γιατί αυτή είναι η ιστορία και του ελληνικού κράτους από το 1821 μέχρι σήμερα, ειδικά μετά από κάθε μία από τις διαδοχικές επεκτάσεις του ― ω συγγνώμη, ενσωματώσεις κιαπελευθερώσεις ήθελα να πω.
Από την άλλη, ναι, μπορεί το ελληνικό κράτος και τα περισσότερα σύγχρονα κράτη να έχουν βασιστεί σε αυτό το τρίπτυχο για να, χμ, αναπτυχθούν αλλά στην περίπτωση του κράτους του οποίου ο εθνικός ύμνος ονομάζεται Η ελπίδα το τρίπτυχο αυτό έχει αναχθεί σε βιομηχανία: μια βιομηχανία ποτισμένη με αμφεταμίνες — μιλώντας είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, για να το συνδέσουμε και με τα παραπάνω.
αχ, πού ‘σαι Γιάννη Χάρη να τους κράξεις;
Τέλος, και αυτό είναι τρεις με τέσσερις τάξεις μέγεθος μικρότερο πρόβλημα από τα προηγούμενα, έχουμε γεμίσει εξυπνάκηδες και ψωνισμένους οι οποίοι θέλουν να επιμένουν ότι η γενική του ονόματος Μυρτώ είναι της Μυρτούς.
Εγώ προσωπικά προσβάλλομαι όταν ακούω τέτοια πράματα, αλλά σκασίλα σας και δικαίως σκασίλα σας.
Στο κάτω κάτω, από ένα σημείο και μετά, από μια ηλικία και μετά, αν προτιμάτε, πρέπει να επιλέξουμε προσωπικά τι θα κρατήσουμε από τα γνωρίσματα και τις αστοχίες της όποιας συλλογικής ταυτότητάς μας και να πορευθούμε με όσα θα επιλέξουμε. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ούτε αίρεση ούτε εκλεκτικισμός, απεναντίας αναγκαζόμαστε να επιλέξουμε τι θα κρατήσουμε και τι θα απορρίψουμε ώστε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως κοινωνικά όντα με επιτυχία (και με ευτυχία ενδεχομένως), ακριβώς για να μην αναγκαστούμε να παραδοθούμε στον φουλ ατομικισμό και στην περιδίνηση που σε ρίχνει ο σολιψισμός.
η κατάργηση των προφητειών
Η εποχή παραδόξως απαιτεί να σιγήσουν οι προφητείες, παρά το γεγονός ότι έχει πληθυνθεί γύρω μας η αδικία και το ψέμα και ο γενικευμένος παραλογισμός στην υπηρεσία της κάθε εξουσίας. Προφητεία, με την αρχική έννοια, σήμαινε να φανερώνεις το σωστό και να διακηρύσσεις τη δικαιοσύνη: να γίνεσαι η φωνή της αλήθειας κι όχι απαραιτήτως να προλέγεις ή να μαντεύεις τα μελλούμενα.
Στην εποχή τη δική μας πάντως η φωνή της αλήθειας μια χαρά μπορεί να ακουστεί από όποιον έχει διάθεση να την ακούσει, όσο και να τη φιμώνουν εκείνοι που διαφεντεύουν τα μεγάλα στάδια και τα υψερεφή θέατρα των μέσων.
Επιπλέον κανείς μας δεν έχει καμιά υποχρέωση ή δυνατότητα να γίνει η φωνή των αδύνατων και των κατατρεγμένων, ωστόσο έχουμε υποχρέωση να τους αφήσουμε να ακουστούν οι ίδιες και οι ίδιοι ― ακριβώς όπως τα λέει ο Χάντερ.
η παύση των γλωσσών
Απ’ ό,τι φαίνεται, ό,τι νομίζουμε πως ξέρουμε για τη γλώσσα είναι λάθος. Αυτό πάλι δεν φαίνεται να μας έχει εμποδίσει από το να έχουμε σπουδαιοφανείς γνώμες για αυτό ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Παραμένουμε αν μη τι άλλο σε μια σχεδόν μαγική συνθήκη κατά την οποία νομίζουμε ότι η γλώσσα είναι κάτι υπερβατικό κι υπερούσιο που αγκαλιάζει το σύμπαν ή και τον ίδιο τον Νου του Θεού.
Από την άλλη, πόσο ωραία είναι η σιωπή που ακολουθεί όταν κάποιοι το βουλώνουν.
η κατάργηση της γνώσης
Γενικά, στον κόσμο των σοσιαλμήντια η γνώση δεν προηγείται της γνώμης: κάλλιστα μπορούμε να διαθέτουμε και να διαλαλούμε άποψη χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το θέμα πάνω στο οποίο εκφέρουμε άποψη.
Αυτό το ιδιόμορφο προνόμιο των ανθρώπων της εποχής μας (αυτού του μαλακισμένου 21ου αιώνα) συνοδεύεται από την πλήρη αποδυνάμωση κάθε έκκλησης για «ντροπή» και κάθε μα κάθε επίκλησης για έλεος. Δεν υπάρχει τσίπα, δεν υπάρχει έλεος ― και βεβαίως δεν υπάρχει ντροπή. Αυτό που μετράει είναι πόσο δυνατά και με πόση παρρησία θα πει κανείς και θα διαπράξει κανείς όσα έχει κατά διάνοια.
Ίσως ακούγομαι νοσταλγικός. Κακό: η νοσταλγία μάλλον αποτελεί την πρώτη ένδειξη πως έγινες κι εσύ μπάρμπας. Ίσως πάλι να ήταν πιο γαμάτο να ζεις στη ρωμαϊκή Βρετανία από το αιματοβαμμένο λασπουριό των ημιμαθών Αγγλοσαξόνων που ακολούθησε.
Ο Ράσελ στο παραπάνω απόσπασμα από την Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας τσαντίζει ανελέητα πολλούς απολογητές ή και θιασώτες του δύσοσμου σκοτεινού βούρκου που ήταν η Ευρώπη (ναι, και η καθ’ ημάς) μεταξύ 500 και 900-κάτι.
Καθώς λοιπόν στεκόμαστε λίγο πριν τους νέους Σκοτεινούς Αιώνες, έχουμε και πάλι ανησυχούντα άτομα με διανοητική δεινότητα τα οποία κηρύσσουν βεβαίως τα κλέη και τις αρετές της παρθενίας ― ή έστω της κοντινότερης πουριτανικής προσέγγισής της.
Αυτ@ @ έσχατ@ σοφ@ των ψυχαναγκαστικώς έσχατων καιρών μας πασχίζουν παράλληλα να μας διασκοτίσουν σχετικά με τις ταυτοτικές αρετές του Μεγάλου Πολιτισμού μας απέναντι σε κατά φαντασίαν βαρβάρους: ενός Πολιτισμού που μεριμνά για τα αγέννητα παιδιά αλλά κολάζει νεογνά, βρέφη και νήπια, που αφήνει στρατούς και δισεκατομμυριούχους να σπαταλούν πόρους και να ρυπαίνουν καθώς προσηλυτίζει τους λαούς να περιορίσουν τα πλαστικά, το σιδέρωμα και την προσωπική υγιεινή.
Σε αυτόν τον κόσμο τον δικό μας δυστυχώς ο μιλιταρισμός είναι πιο μιλιταριστικός από τον μιλιταριστικότερο μιλιταρισμό κάθε βραδύνου άξεστου ηγεμόνα του 6ου μ.Χ. αιώνα ― αν και δεν έχουμε έλλειψη ούτε από βραδύνοες άξεστους ηγεμόνες ούτε από λαλίστατους αυλικούς τους. Παράλληλα παροτρυνόμαστε να απολαύσουμε δυστοπικά αισθητικά οράματα που θα μας κάνουν λέει να αισθανθούμε καλύτερα που αποσκατώνουμε με μπρίο, σιγουριά και ταχύτητα τον έναν κόσμο που έχουμε.
Δεν μας σώζεται πώς αντιστέκονταν όσες κι όσοι αντιστέκονταν κατά τα 400-500 χρόνια αποκαρωτικής αμάθειας, αχαλίνωτης δεσποτείας, συγκλονιστικής ασχήμιας και πανταχού βρωμιάς που αποκαλούμε Σκοτεινούς Αιώνες. Δεν ξέρουμε πώς την έβγαζαν αυτοί οι άνθρωποι. Η λόγια νομενκλατούρα των ηγεμόνων και των μοναστηριών φρόντισε να τους ρίξει ένα κανονικότατο και φουλ αποτελεσματικό κάνσελ.
Στο πολύ πιο πρόσφατο παρελθόν μας ξέρουμε πάντως ότι ο κόσμος τα έβγαζε πέρα μέσα από την κουλτούρα του κλάμπινγκ. Μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του 2010 το πάρτυ και το κλαμπ (όπως και να ονομαζόταν) υπήρξε για τους νέους ανθρώπους το μόνο διάλειμμα στον ψυχροπολεμικό τρόμο, στην αποτυχία και μετά στη σταδιακή διάλυση κάθε πρόνοιας εκ μέρους του κράτους αλλά και στον απαρασάλευτο δεσποτικό πατερναλισμό του, στον ήπιο αλλά βαθύ τρόμο της οργανωμένης θρησκείας, στα σκυθρωπά ήθη της εκάστοτε μεσαίας τάξης και της ενίοτε μέσης ηλικίας.
Αντίθετα με τη συμβιβαστική συμφιλίωση που επαγγελλόταν η ταβέρνα και το καφενείο, ή και η παμπ κι η μπυραρία των Βορείων, τα κλαμπ (είπαμε, όπως και να ονομαζόταν), κάποιοι συναυλιακοί χώροι και τα πάρτυ, με αποκορύφωμα τα ρέιβ, υπήρξαν γεγονότα και τόποι ελευθερίας και αυτοέκφρασης άρα και μαγνήτες του ηθικού πανικού της εκάστοτε μεσαίας τάξης και της ενίοτε μέσης ηλικίας, όπως του κάθε ύστερου Γιάννη Δαλιανίδη στα καθ’ ημάς:
Στα κλαμπ και στα πάρτυ ανθούσαν το έγκλημα κι η διαφθορά, καταναλωνόταν αλκοόλ, έπεφταν ξεπαρθενιάσματα εκτός γάμου ή μπουρδέλου, διαδιδόταν ο αναρχισμός ή κάτι τέτοιο, προέκυπταν ή οργανώνονταν όργια, κυκλοφορούσαν ναρκωτικά ― κι όλα εννοείται υπό τους ήχους άξεστης και χοντροκομμένης μουσικής.
Όντως, η ταβέρνα, το καφενείο, η παμπ κι η μπυραρία ήταν κι είναι και για νοικοκυρεμένους νέους που προορίζονται και προθυμοποιούνται να ενταχθούν στην τάξη του κόσμου και που αποδέχονται τη θεία οικονομία του καπιταλισμού. Τα κλαμπ, κάποιοι συναυλιακοί χώροι και τα πάρτυ λειτουργούν ακριβώς λοξά κι αλλόρροπα ή και ανισόρροπα: διακήρυσσαν το βροντερό non serviam τους τόσο όσο χρειαζόταν για να πανικοβληθεί η εκάστοτε μεσαία τάξη και η ενίοτε μέση ηλικία.
Από αυτή την άποψη, το λυκόφως του κλάμπινγκ και της κουλτούρας των κλαμπ είναι το πρώτο σημείο ενός ακόμα βαρβαρικού κόσμου που μας έρχεται.