Ούζο σαν θα πιεις

Το παλιό ρεμπέτικο τραγούδι της Ρόζας Εσκενάζυ ονομάζεται «Είμαι πρεζάκιας» και έχει παιχτεί και διασκευαστεί πάρα πολλές φορές. Φυσικά οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εμάς το ξέρουμε ως «Ούζο σαν θα πιεις». Είναι πάρα πολύ αστείο, αν κάτσει κανείς να ακούσει τους στίχους του τραγουδιού, ότι το ούζο, ίσως το ευτελέστερο αλκοολούχο ποτό για το οποίο φημίζεται η πατρίδα μας, θα σου έδινε τη δυνατότητα να αισθάνεσαι «βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας». Χώρια που το ούζο δεν θα μπορούσε μάλλον να φέρει τη φωνή που ακούγεται στο τραγούδι, και που δεν είναι η φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ βεβαίως, στη μεταρσίωση να σχολιάζει με σαρκασμό και οξυδέρκεια τη διαχρονική μιζέρια ενός κράτους που είναι υπόλογο στους πάτρωνές του και εχθρικό απέναντι στους πολίτες του – ιδίως αν πίνουν ναρκωτικά κι αν είναι τουρκόσποροι.

Φυσικά υπάρχουν διασκευές του τραγουδιού πιο φασαίικες οι οποίες έχουν αντικαταστήσει το «πρέζα» με «φούντα» σε μια προσπάθεια ναι μεν να απαλλαγούν από τη στιχουργική γελοιότητα των και καλά ακραία ευφορικών ιδιοτήτων του ούζου και από την άλλη σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί κάπως ο, αν θέλετε, παραβατικός χαρακτήρας του τραγουδιού. Βεβαίως κανείς φασαίος και κανείς έντεχνος δεν θα θελήσει να τραγουδήσει για την πρέζα, γιατί η πρέζα κάνει κακό και σκοτώνει τους ανθρώπους. Σε αυτό δίνουμε ένα δίκιο στους φασαίους γιατί όντως, αντίθετα με τη φούντα, και η πρέζα και το ούζο κάνουν κακό και σκοτώνουν τους ανθρώπους, με τη διαφορά ότι η πρέζα θα το κάνει πολύ πιο δραστικά, πολύ πιο γρήγορα και ίσως πιο επώδυνα. Από την άλλη είναι θα έπρεπε να είναι πολύ δύσκολο να μας διαφύγει η γελοιότητα του να διορθώνουμε ένα τραγούδι επειδή δεν θέλουμε να περάσουμε «λάθος μηνύματα».

Αντιλαμβάνομαι ότι η στιχουργική στα ελληνικά (με εξαιρέσεις ίσως την τραπ, το παλιό πανκ και βέβαια το πραγματικό ρεμπέτικο) είναι σεμνότυφη, καθωσπρέπει και υπαινικτική με έναν τρόπο που δεν ήταν καν το δημοτικό τραγούδι μας. Ενδεχομένως ο καλλιτέχνης ο οποίος πληρώνεται για να πει τραγούδια δεν θέλει να αποξενωθεί από το καθωσπρέπει κοινό του, το οποίο έχει πάει να μερακλώσει και να πιει τα ποτά του ρίχνοντας τους χορούς του και τρώγοντας ακριβοπληρωμένο φαγητό μέτριας ποιότητας, οπότε σίγουρα δεν θέλει να ακούσει για το τι συμβαίνει όταν πίνεις πρέζα, ενώ εν έτει 2026 πιθανότατα η φούντα είναι τόσο ρισκέ όσο χρειάζεται.

Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι βρισκόμαστε πια βαθιά μέσα στην παρασκιά της αμερικανικής πολιτικής ευπρέπειας κι οδεύουμε ταχύτατα στο να καλυφθούμε από τη σκιά της, οπότε καλό θα είναι να μην τραγουδάμε για πράγματα τα οποία είναι παράνομα, επιβλαβή, μπορεί να προσβάλλουν κάποιους, και ούτω καθεξής. Φυσικά η ερώτηση παραμένει πάνοτε γιατί μπορούμε να προσβάλλουμε τους αδύναμους και να λέμε ότι κάνουμε σάτιρα και τέχνη, ενώ αν πάμε να προσβάλουμε όσους δεν είναι αδύναμοι και όσους ορίζουν τα χρηστά ήθη, όσους λόγου χάρη ορίζουν ότι μια ουσία σαν το αλκοόλ δεν χρειάζεται να ρυθμίζεται όσο λ.χ. τα ψυχεδελικά, ανακύπτει ζήτημα ευπρέπειας, καλλιέπειας, και γενικά εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής αξίας της λεγόμενης τέχνης.

Το πιο κουραστικό από όλα είναι να σκέφτεται κανείς πως αυτές οι συζητήσεις θα έπρεπε να έχουν λήξει πάρα πολλές φορές μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας: πρόκειται για συζητήσεις που έχουν γίνει στον Πλάτωνα, στην αρχαία Ινδία, στον κλασικό ισλαμικό κόσμο, στην αναγέννηση, στον διαφωτισμό, στον δέκατο ένατο αιώνα, στη δεκαετία του 50 και του 60 και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Κατά κάποιον τρόπο φροντίζουμε να επαναλαμβανόμαστε ατέρμονα και κουραστικά.

Στο τέλος ο λογοκριτής πάντα κερδάει.

İstanbul’dan

Fener Iskelesi

I do not understand your wild Oriental fantasies,
I hardly get your worshipping uds and ney flutes
or your hankering after the noxious desert dust from Misir and the dry wadis of your Scheherazade fantasies:

I come from Istanbul, where winters are bitter and water is abundant.

I do not feel for your imposed languor and your homosocial spaces
and all that warped sublimation of sex fuelled by lamb meat and mint and what not:

I come from Istanbul, which is the City
and the City is its public spaces and its streets and the exposed mingling plus the privacy of homes.

I do not understand your vain Western aspirations
I hardly follow all that aping of Germanic misery
and of French warped hygiene
and of Italianate slyness:

I come from Istanbul, where life can be good, where more senses than just vision exist,
where aspiring to joy and aspiring to knowledge are hardly contradictory.

I do not feel for your existential anxiety and for your enquiries on identity,
your repetitive questioning on how to carry oneself through this world:

I come from Istanbul, which is older than most of us;
this is identity enough, and a multitude of them, too.

I don’t live in Istanbul, I have hardly seen Istanbul — but coming from Istanbul is more than enough.

Βαθιά εντός του μέλλοντος του περασμένου αιώνα

Άκουγα αυτό το τραγούδι το 2020 εν μέσω του μεγάλου εγκλεισμού καρτερώντας ανυπόμονα τη λήξη του. Έβλεπα ξανά και ξανά και το βίντεο, αφού είχα δει τη σειρά, και σχεδόν σαν σε παραδείσια φαντασίωση δίψυχου πιστού προσδοκούσα μία νέα δεκαετία του ’20: λίγο γιατί ήμουν άμαθος στο να διατυπώνω τις επιθυμίες μου και λίγο γιατί ήμουν κάπως αρχάριος στη διάθεση να ονειρεύομαι.

Μετά όλα πήγαν όπως πήγαν: έξι χρόνια μετά ζούμε τον χυλό της ανοησίας, νιώθουμε τα δρεπάνια της βαρβαρότητας και αναγουλιάζουμε με τα όλο μούργα και βλακεία ονλάιν τοπία της ΤΝ.

Αυτό το τραγούδι κι αυτό το βίντεο όμως πάντοτε κάτι μου κάνουν, επειδή λειτουργούν νοσταλγικά για μια εποχή που δεν έζησα μια και δεν υπήρξε παρά μόνο για λίγο και σε πολύ λίγους τόπους· κάπως όπως συνέβη με τη σύντομη δεκαετία του ’60 (1967-1973), που εδώ μας σβερκώθηκε ως Επταετία.

Μπορεί κανείς εδώ πολλά να πει για τη νοσταλγία της Γερμανίας της Βαϊμάρης ενώ ξεκινούσε ένας αλλόκοτος εγκλεισμός ενώ η διακυβέρνηση της χώρας είχε αναληφθεί από κατά τεκμήριο άθλιους και αγύρτες ― αλλά ας μη χαλάμε το όνειρο τώρα .

Μιλώντας για όνειρα και για δεκαετίες του ’20, του 1920 και του 2020, είναι ολοφάνερο ότι η Ευρώπη πέθανε πλέον κι αυτό περιλαμβάνει και τις αχανείς ερημιές που οι Ρώσοι επιθυμούν να θεωρούν το σεπτό και ιδεώδες είδωλο της Ευρώπης, δηλαδή τον ρωσικό κόσμο τους. Europassturtz. Ευρώπη τέλος, ζωή μαγική;

Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται εκτός Ευρώπης πια: ευτυχώς, να λέμε.

Κι εγώ όμως εδώ, όπου είναι το εδώ μου τέλος πάντων, παραμένω nel mezzo del cammin di nostra vita παιδί της Ευρώπης, αυτής της Ευρώπης που πιτσικάρει, καθιζάνει και ξεχαρβαλώνεται αργά και αναπόδραστα.

Η ευγλωττία των Νιγηριανών και ο δυναμισμός των Νοτιαφρικανών και η ευσέβεια της Κεντρικής Αφρικής, η ομορφιά της Ανατολικής Αφρικής και οι έρημοι που έθρεψαν τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, οι ευφυείς Νοτιασιάτες και οι επίμονοι και συστηματικοί Ανατολικοασιάτες, το μεγάλο υβρίδιο της Νότιας Αμερικής, η ημιάγρια Αυστραλία και το παιδαριώδες αλλά λαμπρό χορτάτο χάλι της Βόρειας Αμερικής, ναι, υπάρχουν, ναι είναι το μέλλον, ναι περιέχουν κόσμους πολύ πιο σημαντικούς και σαφώς πιο πολύμορφους από τη Σλοβακία και τη Σιλεσία και τη Σουηβία και τη Βρετάνη ή τη Θράκη και τη Ρηνανία, το Βένετο και τη Μπαστιά, την Καταλωνία, τη Σικελία και την Κέρκυρα, ή και όοοολα τα ασυνάρτητα χωριουδάκια από τη Μόσχα μέχρι το Σαντιάγο του προσκυνήματος.

Εμένα όμως ο οικείος κόσμος μου είναι τα δε. Όχι τα μεν. Είναι τα Χανιά και το Άμστερνταμ και το Γιορκ κι η Κολωνία και η Νάπολη κι η Κρακοβία κτλ κτλ κτλ ― όχι ο μεγάλος κόσμος εκτός της θνήσκουσας Ευρώπης που επιτέλους αναδύεται κι αναδύεται επώδυνα.

Κι επιστρέφω λοιπόν στο όνειρο ενός κλαμπ με μαρτίνι και ζωντανή ορχήστρα, μορφινομανείς και κόσμο που χορεύει, σεξεργάτριες μερικής απασχόλησης και υπόκοσμο, πολλαπλότητες και αντιφάσεις, καυλωμένα φτωχαδάκια και συνεσταλμένους πλουτοκράτες, ανθρώπους που είναι ο εαυτός τους πριν από οτιδήποτε άλλο, παραισθήσεις ουνιβερσαλισμού κι όλο αυτό το παραμύθι που τελείωσε το 1914 και 1918 και το 1939 και το 1989 και το 2020-κάτι.

Επικαιρικά, Απρίλιος 2026

ή Tears in the rain

Η Ελλάδα το 2026: ένα σκονισμένο κλειστό κατάστημα που δεν το βλέπω να ξανανοίγει ποτέ.

Ο λόγος που κάθομαι και ασχολούμαι είναι γιατί θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να δικαιωθούν με κάποιον τρόπο η ηλιθιότητα και η αθλιότητα είναι αν και εφόσον προκαλούν αντιδράσεις ώστε να μας αναγκάζουν να αντιλογίσουμε και να αναιρέσουμε τις ηλιθιότητες και τη νομιμοποίηση της αθλιότητας.

ω θε μου: ναρκωτικά!

Ξεκινάμε από τα βασικά: δεν υπάρχει ζημιά, δεν υπάρχει κακό που θα σου κάνει η υπερβολική κόκα που δεν θα σου κάνει το πολύ αλκοόλ ― παρότι, ναι το ξέρω, φαρμακοδυναμικά είναι πολύ διαφορετικές ουσίες.

Γενικότερα πρέπει λίγο να τελειώνουμε με το ουσιοκρατικό παραμύθι των ναρκωτικών, ειδικά δεδομένου ότι μέσα σ’ αυτά τσουβαλιάζουμε από τον εγγυημένο θάνατο της πρέζας και τον εγγυημένο εθισμό του κρύσταλ μέχρι τη γλυκιά μαστούρα που θα σου φέρει η πλέον σχεδόν νόμιμη φούντα.

Ζούμε ακόμα σε έναν κόσμο όπου τα ναρκωτικά είναι συνώνυμα με αυτό που την δεκαετία του 50 και του 60 αποκαλούνταν «ελεύθερος έρως» από τους ηθικοπανικόβλητους: δηλαδή το ένα και μοναδικό φόβητρο, το ένα και μοναδικό μορμολύκειο, ο ένας και μοναδικός παράγοντας που θα επέφερε τη διάλυση και την κατάλυση της κοινωνίας μας.

Είναι σύμπτωμα κυρίως ηθικού πανικού να βγαίνει το 2026 και να μιλάει ο καθένας για ναρκωτικά που σκοτώνουν και καταστρέφουν ζωές και μας απειλούν κτλ κτλ κτλ σε έναν κόσμο στον οποίο πίνουμε πολύ αλκοόλ και ακόμα καπνίζουμε πολλά τσιγάρα.

Να το θέσω κι έτσι: έχω γνωρίσει εκατοντάδες ανθρώπους που τους έχει καταστρέψει το αλκοόλ ή που τους ζορίζει άσχημα, έχω γνωρίσει ανθρώπους που πραγματικά πέθαναν πολύ πρόωρα γιατί κάπνιζαν τρία πακέτα τη μέρα· ωστόσο έχω γνωρίσει τέσσερις-πέντε που δεν το παλεύουν με τη φούντα, ακριβώς έναν άνθρωπο που είναι σκαλωμένος στην κόκα και ακριβώς έναν άνθρωπο που πέθανε από πρέζα.

Θα μου πείτε «ναι ρε, αφού είσαι φλώρος και κάνεις παρέα με καλά παιδιά» και θα σας πω «ναι ό,τι πεις» αλλά κι ότι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που το επισημαίνω: το αλκοόλ κάνει τεράστια και μαζική ζημιά αλλά δεν θα το απαρνηθούμε, και καλώς, ούτε θα το στιγματίσουμε, τουλάχιστον όχι όσο στιγματίζουμε κάποιον που αποφάσισε να στρίψει ένα τρίφυλλο παραπάνω ή, θεός φυλάξοι, να φάει τίποτε χαρούμενο ή να ρουφήξει σκόνες από τη μύτη του.

Γελάω κάθε φορά που διαβάζω κάποιο άρθρο στον Τύπο που περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες του χι ή του ψι, κατά προτίμηση καινούργιου, ναρκωτικού. Παιδιά, μπαρμπάδες του τσίπουρου και φιλαράκια της μπύρας έχετε; Θειάδες που έπιναν βάλιουμ, λεξοτανίλ, ταβόρ και δεν ξέρω τι άλλο ή κόσμο στην παρέα σας που κουμπώνει ζαναξάκια σαν ποπκόρν; Όχι;

Όλος αυτός ο τραγέλαφος των ναρκωτικών που και γενικώς και αδιακρίτως και αμέσως δήθεν εθίζουν και σκοτώνουν συνοδεύεται από την αδυσώπητη σκληρότητα της κοινωνίας μας απέναντι στους τοξικοεξαρτημένους και ειδικά σε όσους προσπαθούν να γλιτώσουν από την πρέζα.

Δείτε πώς με τις ευλογίες αγιασμένων μορφών της αριστεράς υποβάλλουμε τους τοξικοεξαρτημένους σε στεγνά προγράμματα μέχρι να σπάσουν ή μέχρι να σπάσουν. Στο δικό μου το χωριό αυτό λέγεται βασανιστήρια ― αλλά, έλα ω ΚΚΕ, να μας πεις ότι οι κομμουνιστές δεν χρειάζονται ναρκωτικά, αλλά ούτε και ψυχοθεραπεία, αφού όοοοολα αυτά είναι του καπιταλίζμ.

δεν αυτός ο Έλληνας, ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι

Πάμε παρακάτω τώρα στην περίπτωση αυτού του φαιδρού, αστοιχείωτου και θρασύτατου υποκειμένου που κυκλοφορούσε με βεβαίωση σπουδών των λεγομένων κολλεγίων της δεκαετίας του 90 και είχε το θράσος να αντιμιλά και να κορυβαντιά στα ΜΜΕ.

Αντιλαμβάνεστε ότι αφού είπε όσα είπε και κουνήθηκε σκαιά όσο κουνήθηκε, τώρα τα μαζεύει ακριβώς για να ζούμε κι εμείς με τη γλυκιά ψευδαίσθηση ότι μέσα από το κράξιμο στα σοσιαλμήντια μπορούμε να ελέγξουμε αποτελεσματικά την εξουσία, ή έστω ένα από τα εκτεθειμένα τσουτσέκια της εξουσίας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτός ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο ανθρωπότυπος του δεξιού ημιμαθούς χωσιματία καταφερτζή, δηλαδή ο ανθρωπότυπος που διάφοροι δεξιοί λόγιοι, ξεκούτιασμένοι πανεπιστημιακοί ή πολύ κεντρώοι και μετριοπαθείς διανοούμενοι θέλουν να ταυτίζουν με αυτό το φρικτό και δύσμορφο τέρας που ονομάζεται Έλληνας.

Λυπάμαι όμως· ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε δεν είναι ο μέσος Έλληνας: ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο μέσος δεξιός, εδώ και πάνω από 80 χρόνια. Φιλαράκια μου, δυστυχώς.

μήπως είσθε αντισημίτης;

Έχουμε φτάσει σε ένα τρομακτικό σημείο στον δημόσιο λόγο, μετά από τρία χρόνια γενοκτονικής μανίας κι ανεξέλεγκτης πολεμοκαπηλίας, στο οποίο δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε με φρίκη την ισοπέδωση χωριών στο νότιο Λίβανο ή ακόμα και την ήδη ξεχασμένη ριζική και συθέμελη γενοκτονία της Γάζας ή το διαρκές έγκλημα του γνωστού πολύ δημοκρατικού και LGBT-friendly κράτους στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη επειδή, αν το πράξουμε, είμαστε λέει αντισημίτες.

Πραγματικά δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Και μόνο που καλούμαστε να απαντήσουμε κάτι σε αυτό. Και μόνο.

Κατά καιρούς διάφοροι πεφωτισμένοι Aμερικάνοι καταγγέλλουν τον εξεψιοναλισμό των ΗΠΑ αλλά, μα την αλήθεια, ο αμερικανικός χοντροκομμένος εξεψιοναλισμός δεν φτουράει ποσώς μπροστά σ’αυτό το οποίο ζούμε με τις πολιτικές ενός κράτους το οποίο πολύ κομψά και γαλλικά έχει περιγραφεί ως l’État colonial genocidaire.

Γιατί πράγματι μιλάμε για ένα κράτος του οποίου οι πολιτικές ήδη από το 1947, και πλέον ανεξέλεγκτα τα τελευταία 20 χρόνια, συνοψίζονται στο εξής τρίπτυχο:
settlement,
ethnic cleansing,
forced assimilation.

Και μια και τα λέμε εδώ έτσι όμορφα, να τονίσουμε επίσης ότι εθνικό μας φρύδι δεν μας σηκώνεται εδώ στην Ελλάδα στην ιδέα ενός κράτους που βασίζεται στο τρίπτυχο εποικισμόςεθνοκάθαρσηβίαιη αφομοίωση ακριβώς γιατί αυτή είναι η ιστορία και του ελληνικού κράτους από το 1821 μέχρι σήμερα, ειδικά μετά από κάθε μία από τις διαδοχικές επεκτάσεις του ― ω συγγνώμη, ενσωματώσεις κι απελευθερώσεις ήθελα να πω.

Από την άλλη, ναι, μπορεί το ελληνικό κράτος και τα περισσότερα σύγχρονα κράτη να έχουν βασιστεί σε αυτό το τρίπτυχο για να, χμ, αναπτυχθούν αλλά στην περίπτωση του κράτους του οποίου ο εθνικός ύμνος ονομάζεται Η ελπίδα το τρίπτυχο αυτό έχει αναχθεί σε βιομηχανία: μια βιομηχανία ποτισμένη με αμφεταμίνες — μιλώντας είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, για να το συνδέσουμε και με τα παραπάνω.

αχ, πού ‘σαι Γιάννη Χάρη να τους κράξεις;

Τέλος, και αυτό είναι τρεις με τέσσερις τάξεις μέγεθος μικρότερο πρόβλημα από τα προηγούμενα, έχουμε γεμίσει εξυπνάκηδες και ψωνισμένους οι οποίοι θέλουν να επιμένουν ότι η γενική του ονόματος Μυρτώ είναι της Μυρτούς.

Εγώ προσωπικά προσβάλλομαι όταν ακούω τέτοια πράματα, αλλά σκασίλα σας και δικαίως σκασίλα σας.

Μιά σαββάτων

Tom Robbins Wild ducks flying backward

Απόψε δεν με πολυαπασχολεί η κακεντρέχεια, που βρίσκεται στην καρδιά του πώς ενατενίζει ο Νεοέλληνας τον κόσμο.

Στο κάτω κάτω, από ένα σημείο και μετά, από μια ηλικία και μετά, αν προτιμάτε, πρέπει να επιλέξουμε προσωπικά τι θα κρατήσουμε από τα γνωρίσματα και τις αστοχίες της όποιας συλλογικής ταυτότητάς μας και να πορευθούμε με όσα θα επιλέξουμε. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ούτε αίρεση ούτε εκλεκτικισμός, απεναντίας αναγκαζόμαστε να επιλέξουμε τι θα κρατήσουμε και τι θα απορρίψουμε ώστε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως κοινωνικά όντα με επιτυχία (και με ευτυχία ενδεχομένως), ακριβώς για να μην αναγκαστούμε να παραδοθούμε στον φουλ ατομικισμό και στην περιδίνηση που σε ρίχνει ο σολιψισμός.

η κατάργηση των προφητειών

Η εποχή παραδόξως απαιτεί να σιγήσουν οι προφητείες, παρά το γεγονός ότι έχει πληθυνθεί γύρω μας η αδικία και το ψέμα και ο γενικευμένος παραλογισμός στην υπηρεσία της κάθε εξουσίας. Προφητεία, με την αρχική έννοια, σήμαινε να φανερώνεις το σωστό και να διακηρύσσεις τη δικαιοσύνη: να γίνεσαι η φωνή της αλήθειας κι όχι απαραιτήτως να προλέγεις ή να μαντεύεις τα μελλούμενα.

Στην εποχή τη δική μας πάντως η φωνή της αλήθειας μια χαρά μπορεί να ακουστεί από όποιον έχει διάθεση να την ακούσει, όσο και να τη φιμώνουν εκείνοι που διαφεντεύουν τα μεγάλα στάδια και τα υψερεφή θέατρα των μέσων.

Επιπλέον κανείς μας δεν έχει καμιά υποχρέωση ή δυνατότητα να γίνει η φωνή των αδύνατων και των κατατρεγμένων, ωστόσο έχουμε υποχρέωση να τους αφήσουμε να ακουστούν οι ίδιες και οι ίδιοι ― ακριβώς όπως τα λέει ο Χάντερ.

η παύση των γλωσσών

Απ’ ό,τι φαίνεται, ό,τι νομίζουμε πως ξέρουμε για τη γλώσσα είναι λάθος. Αυτό πάλι δεν φαίνεται να μας έχει εμποδίσει από το να έχουμε σπουδαιοφανείς γνώμες για αυτό ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Παραμένουμε αν μη τι άλλο σε μια σχεδόν μαγική συνθήκη κατά την οποία νομίζουμε ότι η γλώσσα είναι κάτι υπερβατικό κι υπερούσιο που αγκαλιάζει το σύμπαν ή και τον ίδιο τον Νου του Θεού.

Από την άλλη, πόσο ωραία είναι η σιωπή που ακολουθεί όταν κάποιοι το βουλώνουν.

η κατάργηση της γνώσης

Γενικά, στον κόσμο των σοσιαλμήντια η γνώση δεν προηγείται της γνώμης: κάλλιστα μπορούμε να διαθέτουμε και να διαλαλούμε άποψη χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το θέμα πάνω στο οποίο εκφέρουμε άποψη.

Αυτό το ιδιόμορφο προνόμιο των ανθρώπων της εποχής μας (αυτού του μαλακισμένου 21ου αιώνα) συνοδεύεται από την πλήρη αποδυνάμωση κάθε έκκλησης για «ντροπή» και κάθε μα κάθε επίκλησης για έλεος. Δεν υπάρχει τσίπα, δεν υπάρχει έλεος ― και βεβαίως δεν υπάρχει ντροπή. Αυτό που μετράει είναι πόσο δυνατά και με πόση παρρησία θα πει κανείς και θα διαπράξει κανείς όσα έχει κατά διάνοια.

Ίσως ακούγομαι νοσταλγικός. Κακό: η νοσταλγία μάλλον αποτελεί την πρώτη ένδειξη πως έγινες κι εσύ μπάρμπας. Ίσως πάλι να ήταν πιο γαμάτο να ζεις στη ρωμαϊκή Βρετανία από το αιματοβαμμένο λασπουριό των ημιμαθών Αγγλοσαξόνων που ακολούθησε.

Το λυκόφως των κλαμπ

στην Death Disco και στον κόσμο της

Ο Ράσελ στο παραπάνω απόσπασμα από την Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας τσαντίζει ανελέητα πολλούς απολογητές ή και θιασώτες του δύσοσμου σκοτεινού βούρκου που ήταν η Ευρώπη (ναι, και η καθ’ ημάς) μεταξύ 500 και 900-κάτι.

Καθώς λοιπόν στεκόμαστε λίγο πριν τους νέους Σκοτεινούς Αιώνες, έχουμε και πάλι ανησυχούντα άτομα με διανοητική δεινότητα τα οποία κηρύσσουν βεβαίως τα κλέη και τις αρετές της παρθενίας ― ή έστω της κοντινότερης πουριτανικής προσέγγισής της.

Αυτ@ @ έσχατ@ σοφ@ των ψυχαναγκαστικώς έσχατων καιρών μας πασχίζουν παράλληλα να μας διασκοτίσουν σχετικά με τις ταυτοτικές αρετές του Μεγάλου Πολιτισμού μας απέναντι σε κατά φαντασίαν βαρβάρους: ενός Πολιτισμού που μεριμνά για τα αγέννητα παιδιά αλλά κολάζει νεογνά, βρέφη και νήπια, που αφήνει στρατούς και δισεκατομμυριούχους να σπαταλούν πόρους και να ρυπαίνουν καθώς προσηλυτίζει τους λαούς να περιορίσουν τα πλαστικά, το σιδέρωμα και την προσωπική υγιεινή.

Σε αυτόν τον κόσμο τον δικό μας δυστυχώς ο μιλιταρισμός είναι πιο μιλιταριστικός από τον μιλιταριστικότερο μιλιταρισμό κάθε βραδύνου άξεστου ηγεμόνα του 6ου μ.Χ. αιώνα ― αν και δεν έχουμε έλλειψη ούτε από βραδύνοες άξεστους ηγεμόνες ούτε από λαλίστατους αυλικούς τους. Παράλληλα παροτρυνόμαστε να απολαύσουμε δυστοπικά αισθητικά οράματα που θα μας κάνουν λέει να αισθανθούμε καλύτερα που αποσκατώνουμε με μπρίο, σιγουριά και ταχύτητα τον έναν κόσμο που έχουμε.

Δεν μας σώζεται πώς αντιστέκονταν όσες κι όσοι αντιστέκονταν κατά τα 400-500 χρόνια αποκαρωτικής αμάθειας, αχαλίνωτης δεσποτείας, συγκλονιστικής ασχήμιας και πανταχού βρωμιάς που αποκαλούμε Σκοτεινούς Αιώνες. Δεν ξέρουμε πώς την έβγαζαν αυτοί οι άνθρωποι. Η λόγια νομενκλατούρα των ηγεμόνων και των μοναστηριών φρόντισε να τους ρίξει ένα κανονικότατο και φουλ αποτελεσματικό κάνσελ.

Στο πολύ πιο πρόσφατο παρελθόν μας ξέρουμε πάντως ότι ο κόσμος τα έβγαζε πέρα μέσα από την κουλτούρα του κλάμπινγκ. Μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του 2010 το πάρτυ και το κλαμπ (όπως και να ονομαζόταν) υπήρξε για τους νέους ανθρώπους το μόνο διάλειμμα στον ψυχροπολεμικό τρόμο, στην αποτυχία και μετά στη σταδιακή διάλυση κάθε πρόνοιας εκ μέρους του κράτους αλλά και στον απαρασάλευτο δεσποτικό πατερναλισμό του, στον ήπιο αλλά βαθύ τρόμο της οργανωμένης θρησκείας, στα σκυθρωπά ήθη της εκάστοτε μεσαίας τάξης και της ενίοτε μέσης ηλικίας.

Αντίθετα με τη συμβιβαστική συμφιλίωση που επαγγελλόταν η ταβέρνα και το καφενείο, ή και η παμπ κι η μπυραρία των Βορείων, τα κλαμπ (είπαμε, όπως και να ονομαζόταν), κάποιοι συναυλιακοί χώροι και τα πάρτυ, με αποκορύφωμα τα ρέιβ, υπήρξαν γεγονότα και τόποι ελευθερίας και αυτοέκφρασης άρα και μαγνήτες του ηθικού πανικού της εκάστοτε μεσαίας τάξης και της ενίοτε μέσης ηλικίας, όπως του κάθε ύστερου Γιάννη Δαλιανίδη στα καθ’ ημάς:

Στα κλαμπ και στα πάρτυ ανθούσαν το έγκλημα κι η διαφθορά, καταναλωνόταν αλκοόλ, έπεφταν ξεπαρθενιάσματα εκτός γάμου ή μπουρδέλου, διαδιδόταν ο αναρχισμός ή κάτι τέτοιο, προέκυπταν ή οργανώνονταν όργια, κυκλοφορούσαν ναρκωτικά ― κι όλα εννοείται υπό τους ήχους άξεστης και χοντροκομμένης μουσικής.

Όντως, η ταβέρνα, το καφενείο, η παμπ κι η μπυραρία ήταν κι είναι και για νοικοκυρεμένους νέους που προορίζονται και προθυμοποιούνται να ενταχθούν στην τάξη του κόσμου και που αποδέχονται τη θεία οικονομία του καπιταλισμού. Τα κλαμπ, κάποιοι συναυλιακοί χώροι και τα πάρτυ λειτουργούν ακριβώς λοξά κι αλλόρροπα ή και ανισόρροπα: διακήρυσσαν το βροντερό non serviam τους τόσο όσο χρειαζόταν για να πανικοβληθεί η εκάστοτε μεσαία τάξη και η ενίοτε μέση ηλικία.

Από αυτή την άποψη, το λυκόφως του κλάμπινγκ και της κουλτούρας των κλαμπ είναι το πρώτο σημείο ενός ακόμα βαρβαρικού κόσμου που μας έρχεται.

Noch nicht jetzt

Πριν αρχίσουμε να μιλάμε με όρους αμερικανικών γενεών, τις οποίες διαμορφώνει η ποπ κουλτούρα κι η τεχνολογική εξέλιξη, υπήρχε η νεότητα, υπήρχε η μέση ηλικία (που χαντάκωνε τη νεότητα) κι υπήρχε και η τρίτη ηλικία.

Όταν μεγάλωνα χαιρόμασταν που οι νέοι παρέμεναν νέοι για περισσότερο, που η μέση ηλικία αργούσε να επέλθει, που η τρίτη ηλικία δεν ξεκίναγε πια στα πενηντακάτι.

Πέρασαν τέλος πάντων τα χρόνια κι έχουμε πια 2026, κι είμαι πια 52. Σε ένα βαθμό συναναστρέφομαι και συνομηλίκους μου, αλλά δεν περνάω πάντοτε καλά μαζί τους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι είναι κι εκείνοι 50 παρά με 50-φεύγα. Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον κάπως βρίσκονται χαμένοι στο 1966.

Υπερβολικά πολλοί συνομήλικοί μου λοιπόν έχουν πάθει κάτι σαν ψυχολογική κατατονία, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω.

Ο ένας βαρέθηκε τις σχέσεις γιατί ναι μεν θέλει δέσμευση αλλά δεν θέλει παιδιά, άσε που οι νεότερες κάθε Σ-Κ θέλουν να κάνουνε και από κάτι: καμιά συναυλία, κανα μπαρ, κανα εστιατόριο και άλλες τέτοιες εξαλλοσύνες. Θέλει να βρει μια χήρα με παιδιά δικά της για να ζήσουν μαζί και αδημονεί να πάρει σύνταξη.

Ο άλλος θέλει επίσης πάρει σύνταξη για να ζήσει τη ζωή των ηλικιωμένων και να πηγαίνει για καφέ (ή τσάι) κι εφημερίδα μαζί με κομψές γριούλες κομμωτηρίου και θυμόσοφα γερόντια σε καφέ με φλοράλ μοκέτες και με φω πολυελέους. Διότι αυτό ήταν, πάει, βαρέθηκε να δουλεύει — και δεν δουλεύει οικοδομή, πωλήσεις, βιομηχανία, ή άντε γιατρός…

Οι άλλοι, οχτώ νοματέοι όλοι μαζί, γυναίκες και άντρες, μου εξηγούσαν εμβριθώς ότι η ζωή μας τελείωσε, πως ό,τι ζήσαμε ζήσαμε κι ό,τι κάναμε κάναμε και ότι τέλος πάντων αυτό ήταν η ζωή μας και πάει τελείωσε, αφού πια τώρα πάπαλα: ζούμε για τα παιδιά μας και μόνο.

Έχω καταντήσει να προτιμώ όσες κι όσους περνάνε τη λεγόμενη κρίση της μέσης ηλικίας (άλλη λοιδωρία κι αυτή): ναι ρε σεις, προτιμούν να ζήσουν τουλάχιστον από το να τσεκάρουν πρόωρα πάνες και φέρετρα. Θα έρθει η ώρα και για πάνες και για φέρετρα, τι βιάζεστε;

Σόρυ μπαρμπάδες και θείτσες, συνομήλικα αδέρφια μου μεσήλικα, εγώ πάντως από το τρίπτυχο sex, drugs, and rock’n’roll έχω βαρεθεί μόνο το rock’n’roll — και ομολογώ ότι το έχω ρίξει σε τρανς και τέκνο, που ακούω στο αμάξι. Κι ας κρυφοχαμογελάτε σε φάση «Χαχά, ο Σραόσας θέλει να παρτάρει».

Δηλαδή ρε μαλάκες (τρυφερά το λέω), σπουδάζαμε και δουλεύαμε τρεισίμιση γαμωδεκαετίες για να καταλήξουμε στα 50 παρά και στα 50-φεύγα.να λέμε «αααααϊχ, γέρασαααα» κι οπαλάκια και ευχές; 

Ρε ασιχτίρι δηλαδή.

μήγαρις

Hier stehe ich

Ξεκινάμε με τα βασικά: το 2026 ζούμε αυτά που το 1981 μάς έλεγαν ότι θα μας κάνει η Σοβιετική Ένωση αν την αφήσουμε να επικρατήσει: σκυθρωπές ζωές βουτηγμένες μέσα σε ένα δημόσιο χώρο που διαμορφώνει η προπαγάνδα των δισεκατομμυριούχων και των κρατών που ελέγχουν. Βρισκόμαστε διαρκώς επί ποδός πολέμου απέναντι σε αόριστους και ενίοτε απρόβλεπτους εχθρούς (γεια σου βρε Όργουελ με τα ωραία σου), ενώ η λογοκρισία διατρέχει τον δημόσιο λόγο με όρους ΚαΓκεΜπέ, δηλαδή αποσκοπώντας στο να περιστείλει και να ανασκευάσει τα κηρύγματα ψευδοπροφητών όπως το πανίσχυρο λόμπι των τρανς ατόμων, οι κραταιοί επικριτές της αποικιοκρατίας και της πατριαρχίας, που μετριούνται στα δάχτυλα κτλ.

Στην ιδιωτική σφαίρα, με την πάντοτε πρόθυμη αρωγή της μονοθεϊστικής σκυθρωπότητας και του φοβικού ασκητισμού της, που δόγματα δεν κοιτά (μη βαυκαλίζεστε), ο ετεροκαθορισμός των ζωών και των σωμάτων μας απλώς έχει αλλάξει διαχειριστές. Τα υπόλοιπα τα λέω εδώ.

Το καίριο κι αναγκαίο αίτημα να αντιμετωπιζόμαστε όλες μας κι όλοι μας με σεβασμό έχει πλέον επαναδιατυπωθεί ως απαίτηση να μην ενοχληθεί κανένας, να μην προσβληθεί κανένας. Παράλληλα η ανάγκη να λειτουργούμε σαν κοινότητες που συλλογικά θα στηρίζουμε τη χαρά και την ανάπτυξη της καθεμιάς και του καθενός μας χωριστά εκφυλίστηκε στην εκνηπίωση των πάντων: είμαστε πια όλα θύματα και ευάλωτα κι ό,τι μας ενοχλεί ή μας δυσκολεύει είναι τραυματικό και, ω ναι, assault κι aggression.

Η κριτική και οι λεπτές διακρίσεις υποκαθίστανται από καλέσματα για μαζικά ντου, συνήθως μετά από αυτοσχέδιες δίκες προθέσεων. Λυπάμαι, αλλά είμαι υπέρ των λεπτών διακρίσεων ακριβώς επειδή είμαι κατά της βαρβαρότητας και της καφρίλας που περνιούνται για μαχητικότητα ή και για ακτιβισμός.

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω τι προκύπτει; Αυτό που μου έλεγε η Ζ τις προάλλες: ζωές σαν σειρές του Νέτφλιξ, όπου κάθε πρόβλημα είναι ατομικό και ταυτοτικό και ενδεχομένως ζήτημα νευροτυπικότητας, πάντως πρόβλημα καθαρό κι αποστειρωμένο από κάθε τι συλλογικό, πολιτικό, ακατάστατο και, τελικά, αμφίθυμο ή αμφίσημο.

Ή κάπως πιο παραστατικά, αυτό που μου περιέγραψε μια φίλη πριν λίγο:

Μια προ-νεωτερική εποχή όπου πιστεύουμε τα θύματα και συσπειρωνόμαστε κατά του κανιβαλισμού βρεφών ― και απεταξάμην την αθεΐα. Θα είναι κάποιου είδους Μεσαίωνας αλλά με κοσμικά κράτη και κινητά τηλέφωνα.

Что дѣлать?

Εδώ ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Κάθε μα κάθε προσπάθεια ή κίνημα για απελευθέρωση και δικαιοσύνη έχει στηριχτεί στην πειθώ ― και δικαίως. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να γίνει κατανοητό ότι η πειθώ έχει όρια και τα όριά της βρίσκονται στην πρώτη γραμμή άμυνας του προνομίου και στη δεύτερη γραμμή άμυνας του φασισμού.

Το γεγονός ότι κανένας κάτοχος προνομίων δεν επιθυμεί να τα αποποιηθεί έστω και μερικώς είναι η προφανής και χιλιοπαιγμένη εξήγηση του γιατί η σοσιαλδημοκρατία είναι ματαιοπονία. Το γεγονός ότι ο φασισμός μπορεί να προσβληθεί από την πειθώ αποκλειστικά και μόνο στα πρώιμα στάδιά του αποτελεί τον λόγο γιατί μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν η θεραπεία του φασισμού είναι το μπερτάχι.

Ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς με το ξύλο, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε ότι δεν θα τους ενώσουμε ποτέ όλους, ότι το αίτημα για ενότητα πολλές φορές αποτελεί το βέλος του Πάρι στη φτέρνα της προόδου. Σκεφτείτε κάτι ας πούμε ανώδυνο: σκεφτείτε η ερωτική ελευθερία ή τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ να ήταν κατάκτηση (…) που θα προέκυπτε μετά από πλατιά συναίνεση και μέσω της εξασφάλισης ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Αστειότητες.

Συνεχίζοντας, αρκετά με τον πατερναλισμό ανθρώπων σαν εμένα που παραπονιούνται ότι οι παρίες και όσοι δεν μιλάνε δεν ξέρουνε τι θέλουν, αρκέτα με όσους σπεύδουμε να μιλήσουμε εξ ονόματός τους. Έχουμε γεμίσει θεολόγους, και το λέω με την εντονότερη δυνατή απαξίωση που έχω για τους μαοϊκούς του Ενός Αόρατου Θεού τους. Μόνο που οι θεολόγοι σαν την πάρτη μου, ελαφρώς ευαίσθητοι και κάπως μορφωμένοι άντρες, δεν ευαγγελίζονται τις ανεδαφικές κι αστήρικτες αφαιρέσεις τους εις το όνομα του Ενός, αλλά σφετεριζόμενοι το όνομα των πολλών, ενώ δεν ευαγγελίζονται τη Βασιλεία του Φανταστικού Φίλου τους παρά κάποιου είδους Επανάσταση ― και τονίζω το «κάποιου είδους» ― που εξίσου μαγικά κι ίσως εντελώς αναίμακτα θα αποκαταστήσει τους πολλούς.

Ακόμα πιο πρακτικά, καθώς κυκλοφορούμε μέσα στο μεγαλοπρεπές κουφάρι της Ευρώπης σαν κάπως μουδιασμένα κι οπωσδήποτε αμήχανα μυγαράκια, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα προς το παρελθόν μας κι όχι προς τη μυθοποίησή του και ταυτόχρονα να στρέψουμε το βλέμμα προς τα έξω: όχι προς τις ασυνάρτητες και φοβισμένες ΗΠΑ, όχι προς την αγέλαστη κι αυταρχική Κίνα, ούτε προς την καπιταλιστική ρωσική Οικουμένη του κάθε θεού και πατερούλη, παρά προς αυτό που με αυταρέσκεια μάθαμε να αποκαλούμε Τρίτο Κόσμο. Έχουμε να συζητήσουμε πολλά με τον Τρίτο Κόσμο κι έχουμε να μάθουμε περισσότερα από αυτόν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε: άλλωστε πια δεν έχουμε την πολυτέλεια της ντετερμινιστικής απαισιοδοξίας.

Έργα και ημέρες

Ας κάνω κι εγώ κανα πολυπόστ. Γιατί να τρώνε τους κόπους μας τα φέισμπουκ και τα μέτα; Πολυπόστ, α λα Πάνο Μιχαήλ λοιπόν.

Ι

Οι αγορές είναι υπερευαίσθητες και αντιδρούν σε κάθε υποψία απώλειας κερδών εκ μέρους της πλουτοκρατίας: δεν είναι απαραίτητο να ανέβει η τιμή του προϊόντος, αρκεί να υπάρχει η αίσθηση ότι θα ανέβουν οι τιμές. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν πέφτουν: λόγω άγχους. Οι αγορές έχουν νευρώσεις, οι πολιτικοί ψυχώσεις· δύσκολοι γάμοι.

ΙΙ

Σχόλιο ανθρωπολογικού (ας πούμε) ενδιαφέροντος: Η εμμονή του Έλληνα σχολιαστή με τις «βίζιτες» και τα «τεκνά» που αποκλείστηκαν στο Ντουμπάι λόγω της επίθεσης εναντίον του Ιράν αντανακλά με ενάργεια τη βαθειά αγροτοποιμενική σκατοψυχιά του.

ΙΙΙ

Τρεις ομάδες στις οποίες διάφοροι προοδευτικοί κύκλοι κτλ αρνούνται την αυτενέργεια:

  • μπάι άτομα («είναι κατά βάθος στρέιτ / γκέι»)
  • σεξεργάτριες και σεξεργάτες («είναι θύματα»)
  • τρανς άτομα («είναι ηθοποιοί»)

Αυτά. Καλά περνάμε στη δικτατορία του ετεροπροσδιοριστάτου.

IV

Όταν το 1989-1991 κατέρρεαν τα σοβιετικά καθεστώτα κανονικά κι από μόνα τους, η ζωή στις χώρες στις οποίες είχαν επικρατήσει ήταν θλιβερή και άθλια σε σχέση με τη ζωή στους καπιταλιστικούς «παραδείσους»: κομματικές νομενκλατούρες, χρόνιες ελλείψεις βασικών αγαθών, αστυνομικό κράτος και λογοκρισία, φουλ εγκατάλειψη υποδομών και κακής ποιότητας δημόσια αγαθά, κούφια προπαγάνδα, προβληματική (αν και καθολική) στέγαση, δικτατορία της γραφειοκρατίας ― υπήρχαν μέχρι και άνθρωποι που ζούσαν στο περιθώριο.

Το γεγονός ότι η ζωή υπό τα σοβιετικά καθεστώτα φαντάζει σήμερα οκέι και πολιτικώς σέξι είναι επειδή οοοόλα τα παραπάνω δεινά αποτελούν πλέον την καθημερινή μας πραγματικότητα στους καπιταλιστικούς «παραδείσους», και μάλιστα χειρότερα ― εν μέρει επειδή δεν υπάρχει πια κι ο σοβιετικός μπαμπούλας και η «κομμουνιστική απειλή» του.

Σε καμία περίπτωση πάντως η ΕΣΣΔ του 1973 ή η Ουγγαρία του 1985 δεν ήταν π.χ. όπως η Κίνα ή το Βιετνάμ του 2026.

Αυτά γιατί ο, χμ, αναθεωρητισμός πάει σύννεφο.

V

Αντί να γράφετε βαθυστόχαστές αναλύσεις για τη σχέση θρησκείας και επιστήμης με αφορμή τη ρωσοκίνητη θεούσα που λέγεται Νατσιός, βγείτε για λιγάκι από το πάρα πολύ αστικό, εσείς που δεν έχετε συγγενείς «στην επαρχία», και το φουλ αριστερό καβούκι σας.

Στην ημιαστική Ελλάδα και στην ελληνική ύπαιθρο δεσπόζουν δυνάμεις όπως 50 αποχρώσεις της ΓΕΧΑ, διάφοροι τάχα φίλοι του Αγίου Όρους, φαν κλάμπ γεροντάδων κάθε περιγραφής, εκκλησιαστικές και παρεκκλησιαστικές οργάνωσης παλαιάς και νέας κοπής. Πρόκειται για μία συμπαγή και πολύ ενεργή μαγιά έτοιμη να φουσκώσει τα ποσοστά χαρούμενων αλλά και αγανακτισμένων δεξιών, που πιστεύουν ότι η Ελλάδα μας και η Ορθοδοξία μας είναι η χαμένη ψυχή του κόσμου, ενός κόσμου που τους απειλεί.

Αν όλα αυτά σας ακούγονται εξωγήινα, απέχετε από αυτή την Ελλαδα, που ναι, «ψηφίζει», όσο απέχουν οι MAGAδες ψηφοφόροι στο Άρκανσω από ακτιβιστή-γκαλερίστα της Νέας Υόρκης

VI

Αν δεν κάνω λάθος, ο Κάστρο απαγόρευσε διά νόμου να στηθούν αγάλματά του ή να δοθεί το όνομα του σε δρόμους, αεροδρόμια, πόλεις και τα λοιπά. Σκοπός του ήταν να γλιτώσουν οι Κουβανοί από την προσωπολατρεία.

Μου φαίνεται ότι πάρα πολλοί γονείς θα έπρεπε να κάνουν το ίδιο και για τα παιδιά τους.

VII

Θέλω να ρίξω φλιτ και να ψεκάσω κάθε φλύαρο γραφιά και τσουπ μαθαίνω αυτό που είπε ο άγιος αυτός άνθρωπος, ο Τσέχοφ:

исскуство писать – это исскуство сокращать

VIII

Η άνω τελεία δεν είναι για όλ@· είναι
για μερακλήδες
για μύστες
για θεές.

IX

Λυπάμαι που θα χαλάσω μια γιαλαντζί αριστερή φαντασίωση, αλλά ο κόσμος μια χαρά ξέρει και για τις υποκλοπές και για τη διαφθορά και για τη φτώχεια που ζει και για το πόσο λίγος και μοχθηρός είναι ο Πιθηκαλώπηξ και ο θίασός του. Ξέρει επίσης ότι ζει στο αστυνομικό κράτος τους.

Πλην όμως ικανό ποσοστό του τον προτιμάει από το τίποτα.

Με άλλα λόγια, μην κολακεύεστε: δεν βασιλεύει η ηλιθιότητα, δεν πρυτανεύει η βλακεία.

Στην πολιτική ο ιδιώτης / υπήκοος / ψηφοφόρος / πολίτης επιλέγει να κάνει τα στραβά μάτια απέναντι σε συγκεκριμένες πράξεις και συνθήκες που περιστέλλουν την ελευθερία του ή φαλκιδεύουν την ευημερία του. Το επιλέγει.

Παράδειγμα:

Αν πιστεύεις στο ιδεώδες του σοσιαλισμού α λα ΕΣΣΔ, θα κάνεις τα στραβά μάτια για το αστυνομικό κράτος και τη νομενκλατούρα.

Αν πιστεύεις στην αστική προπριετέ λαδέμπορων και δοσίλογων και στο πατρισθρησκειαοικογένεια, προσδοκώντας επίσης να τσιμπήσεις φοροελαφρύνσεις, επίδομα για άυλα πρόβατα κι εκτόνωση της μισανθρωπίας σου σε μετανάστες και χαροκαμένους γονείς, δεν θα νιώσεις την ακατάβλητη ανάγκη να χαθούν από προσώπου γης κάτι ημιμαθείς αλαζόνες διεφθαρμένοι που αφάνισαν μισό αιώνα δημοκρατικής (ναι, οκέι) ομαλότητας και κοινωνικού κράτους από αυτόν τον τόπο.

Εγώ πάντως έφυγα το 1996 και λίγες μέρες πέρασαν έκτοτε που δεν το μετάνιωσα. Πλην όμως, στην Ελλάδα θα ήμουν εξαθλιωμένος, αλκοολικός (πού λεφτά για άλλα) κι εντελώς ματαιωμένος. Αυτή την Ελλάδα έφτιαξε ο Καραμανλής ο Β’ ο Νιντέντο.

Αυτά. Επόμενο βιωματικό ποστ το 2030, που θα πέσει ο θλιβερός θίασος, έχοντας αφήσει καμένη γη (που έλεγαν παλιά).

X

Όταν ήμασταν έφηβοι χλευάζαμε κάτι σοβιετικές ταινίες σκέτο χώμα που εκθείαζαν το Κόμμα, τη σοβιετική εργατιά και τις αυτοθυσίες της, τον Κόκκινο Στρατό, τον ηρωισμό των αγροτών στα κολχόζ κτλ. και γι’ αυτό προτιμούσαμε ταινίες που πραγματεύονταν πιο ανθρώπινα θέματα π.χ. τον έρωτα, το κέρατο, τη μοναξιά, τη χαρά (και την απώλειά της), τη φυλακή που λέγεται οικογένεια, ένα κάποιο fight the power, την τρυφερότητα κτλ. Λέγαμε κιόλας πόσο σπουδαίο είναι να μην είναι τα πάντα προπαγάνδα.

Το 2026 δεν γελάμε με κάτι αμερικανικές σειρές όλο περιτύλιγμα και πλαστικό που εκθειάζουν το ηράκλειο αξίωμα του POTUS (μ’ αρέσει που κοροϊδεύαμε τη σοβιετική ορολογία τύπου «κομισάριος» κτλ.), τον δουλευταρά Αμερικάνο, τον όλο ηθικό έρεισμα Αμερικανικό Στρατό, τον τίμιο Αμερικανό διπλωμάτη, την ιερή αμερικανική οικογένεια κτλ. Ευτυχώς βεβαίως υπάρχει και το ανεξάρτητο σινεμά που ασχολείται με το εξής ένα θέμα: την Ταυτότητα.

XI

Αν είστε «κεντρώος», πάρα πολύ μετριοπαθής και νηφάλιος αλλά νιώθετε κάπως άβολα με την κυβέρνησή μας (μάλλον γιατί την έχουνε γλωσσοφάει), θυμηθείτε

  • την αισθητική του ΣΥΡΙΖΑ
  • τον Πολάκη και τον Καμμένο
  • τα χαζά της Αυγής ή την μπας κλας δημοσιογραφία της ΕφΣυν
  • τους κομμουνιστές και την κακία τους εν γένει.

Είδατε; Αμέσως καλύτερα.

Αν όχι, τότε σκεφτείτε

  • τον Κατσιφάρα,
  • τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο
  • τον Κουτσόγιωργα

― αλλά λίγο κράτει στα βαριά.

XII

Η τραγωδία της εποχής μας έγκειται στο εξής: η διανοητική πανανθρώπινων αξιώσεων υπεροψία της Ευρώπης υιοθετήθηκε από πουριτανούς, παιδαριώδεις και διανοητικά άξεστους Αμερικάνους, που αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα τουρλού που αποτελείται από απλοϊκά δίπολα.

Ορμούζ και τέκνο

Ω θε μου, θα ήθελα να είμαι σε καμιά αποθήκη και να λιώσω στην acid techno.

Οκέι μπάρμπα, θα μου πείτε. Αλλά τι ξέρετε κι εσείς; Όχι πολλά.

Ο κόσμος βουλιάζει σταθερά σε έναν φασισμό πιο κυριλέ και πιο βάναυσο από τον OG φασισμό, ενώ διάφοροι ασυνάρτητοι Ευρωπαίοι προσπαθούν να του αντιταχθούν με ατελέσφορες νοσταλγίες και με κάργα πουριτανισμό in extremis. Δεν πειράζει, εκδιδάσκει πανθ’ ο γηράσκων χρόνος.

Δηλαδή πειράζει αν είσαι κοριτσάκι στο Μινάμπ του Ιράν και σε σκοτώσει το Ισραήλ όπως τόσο γενοκτονικώς και συστηματικώς έπραξε και πράττει στη Γάζα.

Ταυτόχρονα δεν μπορώ να πω ότι με ενοχλεί ο τρόμος που σποραδικά σπέρνουν ιρανικά βλήματα σήμερα στις ενεργοβόρες ερημοπρωτεύουσες του Κατάρ, του Μπαχρέιν, των Εμιράτων, του Φέουδου του Οίκου του Σαούντ: όλων των υποτελών των Αμερικανών και όψιμων φίλων του Ισραήλ.

Αλλά ούτε κι αυτό έχει σημασία.

Σημασία έχει η ευχή που περικλείουν οι σοφόκλειοι στίχοι που τραγούδησε ο Πασχάλης το 1987:

Ἄρεά τε τὸν μαλερόν, ὃς νῦν ἄχαλκος ἀσπίδων
φλέγει με περιβόατον, ἀντιάζω
παλίσσυτον δράμημα νωτίσαι πάτρας
ἔπουρον, εἴτ᾽ ἐς μέγαν θάλαμον Ἀμφιτρίτας
εἴτ᾽ ἐς τὸν ἀπόξενον ὅρμων
Θρῄκιον κλύδωνα:
τελεῖν γὰρ εἴ τι νὺξ ἀφῇ,
τοῦτ᾽ ἐπ᾽ ἦμαρ ἔρχεται:
τόν, ὦ τᾶν πυρφόρων
ἀστραπᾶν κράτη νέμων,
ὦ Ζεῦ πάτερ, ὑπὸ σῷ φθίσον κεραυνῷ.

Άραγε θα σκάσει πύραυλος στη Σούδα;