
Διαβάζω διάφορα κραξίματα για τη Μεγάλη Χίμαιρα κι ειλικρινά δεν καταλαβαίνω αν βλέπουμε την ίδια σειρά. Αν επίσης σκεφτεί κανείς ότι δεν πρόκειται για σειρά που απευθύνεται σε κοινό Κωνσταντίνου και Ελένης ή Οικογενειακών Ιστοριών, τα κραξίματα με ξενίζουν ακόμα περισσότερο.
Πρώτον, το υλικό· το μυθιστόρημα είναι μια κακογραμμένη ψευδοφροϋδική σαχλαμπούχλα, μεγαλόστομη κι ανιαρή και φουλ στα στερεότυπα. Το έργο έχει ανεβεί σε τουλάχιστον δύο θεατρικές διασκευές και η σειρά ακολουθεί σεναριακά εκείνη του Τάρλοου, προσπαθώντας να μετατρέψει τις καρικατούρες του Καραγάτση, που άγονται και φέρονται από «ορμέμφυτα» ή και «κοινωνικές συμβάσεις» ή και «τα χαρακτηριστικά της φυλής τους», σε χαρακτήρες. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά το σενάριο τίμια κι αποτελεσματικά διαθέτει και ειρμό και πάκτωση σε μια σχετική αληθοφάνεια, ενώ φτάνει μέχρι και στη γνησιότητα ενίοτε.
Δεύτερον, η παραγωγή· διαφέροντας από τα κουκλοθέατρα κάτι Μελισσών και από σκετς που εν Ελλάδι περνιούνται για ταινίες ή σήριαλ εποχής, στη Χίμαιρα δεν υπάρχει ίχνος φτήνειας, δεν έχει μείνει μία λεπτομέρεια που δεν έχει προσεχτεί: δείτε το σαλόνι του σπιτιού της Μαρίνας, την καμπίνα του καπετάνιου, τα ιταλικά τοπία, τη Σύρο… Δηλαδή, έλεος, η σειρά έχει και εξωτερικά γυρίσματα, έστω ψηφιακά ενισχυμένα. Λίγες φορές δεν έχει σκοντάψει το μάτι σου σε ασυνάρτητα κουστούμια ή ελεεινά σκηνικά βλέποντας ελληνική σειρά, η Χίμαιρα είναι σίγουρα η καλύτερη πρόσφατη περίπτωση σοβαρής σκηνογραφίας και ενδυματολογικής επιμέλειας (μια άλλη ίσως είναι ο Άγιος Νεκτάριος).
Τρίτον, οι ηθοποιοί. Οι Ιταλοί μιλάν ιταλικά και παίζουν αναλόγως· οι Έλληνες μιλούν ελληνικά (καθόλου αυτονόητο, δείτε και πάλι π.χ. τις κοσμοαγάπητες Μέλισσες) και παίζουν αναλόγως. Επίσης, οι ηθοποιοί δεν γκαρίζουν για να τους ακούσουν και πάνω πάνω στο Θέατρο Βράχων.
Τέταρτον, και το σπουδαιότερο, η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη: ρυθμός, φωτογραφία και μοντάζ σε βάζουν μέσα στη ματιά της Μαρίνας. Όλα στη σειρά είναι εστιασμένα μέσα από το καυλωμένο αλλά μορφωμένο κι ονειροπόλο «κορίτσι» που είναι η Μαρίνα Μπαρέ. «Παγωμάρα» είπαν και ναι, όντως λείπει το μπρίο της Μαρίνας Κουντουράτου, παιδιά, τι να λέμε, λείπει κι η αλλεγρία των χαρακτήρων του Καπουτζίδη. Πιο σοβαρά, η σκηνοθεσία επανερμηνεύει τους (με τα καραγάτσεια δεδομένα) ψυχρούς τόνους και την αποστασιοποίηση του βιβλίου, στο οποίο οι τόνοι κι η αποστασιοποίηση δρουν αντιστικτικά με τα πάθη των χαρακτήρων. Στο κάτω κάτω, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι η ιστορία μιας πνιγμένης, ρε προφέσορες…
Δεν ξέρω, μπορεί ο Μαρινάκης να μην έχει πολλούς φίλους στα σοσιαλμήντια και για αυτό να μην ακούγεται καλή κουβέντα (με εξαίρεση τον κύριο Τιμογιαννάκη). Προσωπικά φρονώ ότι στη Χίμαιρα σχεδόν ξεπερνάει το Μαύρο Λιβάδι (αγνοημένη ταινιάρα του, που παραήταν τρανς για την εποχή της).