
Η μισοηλίθια γενιά μου, που λέγαμε τις προάλλες, διαμόρφωσε πολύ γρήγορα και σε περιβάλλον πολιτικής αφέλειας κάποιες πεποιθήσεις που, απ’ ό,τι φαίνεται, αρθρώνουν το πώς θέλουμε να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.
Είναι παράδοξο πώς βρεθήκαμε να προσκυνάμε την άνευ όρων ενότητα και τον διάλογο στον οποίο κάθε μα κάθε θέση είναι ισότιμη, ειδικά αν σκεφτεί κανείς από πού προερχόμαστε:
Μεγαλώσαμε μέσα σε οικογένειες που πάνω κάτω πρέσβευαν ότι δεν είμαστε λαός, ότι όλοι κι όλα είναι για τα πανηγύρια και της πλάκας (έτσι έλεγαν «γτπ καβάλα» τότε) και οπωσδήποτε επιδεκτικά περιφρόνησης και καθόλου μα καθόλου γελαστού ευτελισμού, πως οι γυναίκες είναι ή πουτάνες ή μάνες ή χάζες ― ή και όλα τα παραπάνω, ότι οι πούστηδες κι οι Εβραίοι κυβερνάν τον κόσμο, ότι παντού και σε κάθε περίσταση χρειάζεται βούρδουλας αλλά κι ότι δεν πρέπει να είμαστε των άκρων.
Η ελληνική οικογένεια, το σόι μάλλον, εχθρευόταν τις πάρα πολλές σπουδές (που αποβλακώνουν), τις ζωντοχήρες (που γαμιούνται), τις πολιτιστικές εκπομπές, τους συνδικαλιστές της Αριστεράς (που δεν είναι νοικοκυραίοι), τις κουλτουριάρικες ταινίες (που κατά βάθος είναι τσόντες), τις ανύπαντρες και τις γεροντοκόρες (που δεν γαμιούνται), τα βιβλία (αφού το διάβασμα προκαλεί μυωπία), τους μπινέδες (αν κι οι κωλομπαράδες είναι κάπως αναγκαίοι), τους πολιτικούς γενικά κι αόριστα (όπως μας δίδαξε η Χούντα, ιδίως αν δεν μας έκαναν τα ρουσφέτια μας), τη βαρειά φιλοσοφία, τους κουλτουριάρηδες και τους κουλτουριαραίους και τους απλώς διανοούμενους.
Η ελληνική οικογένεια άκουγε προσεκτικά τους λιγότερο «αυστηρούς» αλλα σεβάσμιους ιεροκήρυκες καθώς παράλληλα κατανάλωνε με βουλιμία τον απολίτικο πρωτοφασιστικό πολτό των θεατρικών επιθεωρήσεων και το ασφυκτικά αυταρχικό φιλότιμο που μύριζαν γνώριμα και διαπεραστικά· αναγνώριζε τη μία και μοναδική αλήθεια σε σεπτές μανάδες και αυστηρούς πατεράδες και σοφούς παππούδες και ιερές γιαγιάδες, που ευτυχώς δεν ήξεραν γράμματα αλλά είχαν τη σοφία των παλιών.
Ακούγαμε διαρκώς νοσταλγικές ιστορίες μιας επαρχίας που ποτέ δεν υπήρξε εκτός της νοσταλγίας των δικών μας, ενώ οι κατάρες για την Αθήνα και το «τσιμέντο» όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε παγωμένα λιθόκτιστα ή και σε πλίνθινα χαμόσπιτα είχαν την επιμονή εμβοής στα αυτιά μας. Ολόκληρος ο κόσμος των μεγάλων όταν ήμασταν μικροί οριζόταν από εξοχικά, χωριά και την «άθλια πόλη», έναν αδιάφορο κι αχανή δημόσιο χώρο που παραμελούσαν όλοι κι όλες για να γδάρουν με χλωρίνη τους μικρούς ιδιωτικούς χώρους τους και για να γυαλίσουν τους τετράτροχους ματρακάδες που περήφανα οδηγούσαν.
Όλα αυτά ήταν η ζωή μας και η παραστάσεις μας. Όλο αυτή η πρωτοφασιστική και οπωσδήποτε βαθιά αυταρχική μούχλα που απλωνόταν στον μικροαστικό κόσμο μας με τα μεγαλοαστικά ιδεώδη. Ο κόσμος μας υποστυλωνόταν απο την υποκρισία του μοχθηρού μικρού που έπλεκε πλέγματα σφιχτά με την υποκρισία του μεγάλου.
Εμείς όμως, ιδεαλιστές κεντρώοι.
Εμείς, της μισοηλίθιας γενιάς, νομίζαμε ότι όλα αυτά μέσα από τα οποία αναδυόμασταν, σαν προσκυνητές μέσα από τη μούργα του Γάγγη, είναι περιστασιακά κι επιφαινόμενα, κηλίδες εξίτηλες πάνω σε μια λαμπρή Παράδοση, συγκυριακές αστοχίες ενός κατά βάθος καλού καγαθού κόσμου, ενός κόσμου με τάχα αγιότητα και σοφία και αξιοσύνη, με γενναιότητα και σύνεση, που τον λέγαμε είτε Λαό, είτε Έθνος, είτε Γένος.
Νομίζαμε ότι θα αρκούσε λίγη Παιδεία (που όλα τα γιατρεύει), λίγα ταξίδια, λίγο ΠΑΣΟΚ, λίγη ενωμένη Ευρώπη, λίγος Πολιτισμός, λίγο ενοριακό βίωμα, λίγα ντραγκζ, λίγη καινοτομία για να μεταμορφωθούμε όοοοοολοι (και όλες) σε άνθρωπους από αυτό που είμαστε κατά πλειοψηφία: κακεντρεχή θηρία που απλώς μισούν ό,τι δεν μπορούν να συντρίψουν κι ό,τι δεν μοιάζει με τα υπαρξιακώς άσχημα μούτρα μας κι ό,τι δεν ζέχνει από την κλεισούρα της ανελευθερίας και το κλανίδι του αυταρχισμού που δεκαετίες τώρα περνιέται για καθαρός αέρας.
Κανείς μας δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι στον Εμφύλιο δεν ηττήθηκε μόνον η Αριστερά αλλά και ότι στον Εμφύλιο νίκησαν οι βαθιά φασίστες και οι φίλοι τους. Αυτοί που ογδόντα (ογδόντα ρε σεις!) χρόνια μετά κρώζουν ότι για όλα φταίει η Μεταπολίτευση.