Νόημα, κεντρική ιδέα, δίδαγμα

Έλα να διδαχθούμε, ντάρλινγκ

Όταν ήμουν στο δημοτικό, δηλαδή τον προηγούμενο αιώνα, η ανάλυση των κειμένων στο σχολείο αποτελούνταν από το να διαβάσουμε το ποίημα ή το πεζό, να συνοψίσουμε το νόημα του κειμένου και μετά να βρούμε την κεντρική ιδέα ― κοινώς: «τι θέλει να πει ο ποιητής».

Αυτή η διαδικασία ανάλυσης κειμένου στο δημοτικό έμοιαζε πάρα πολύ με τα μαθήματα στο Κατηχητικό. Προτού σοκαριστείτε, να σας πληροφορήσω ότι τη δεκαετία του ’80 έστελνες το παιδί σου στο Κατηχητικό όπως πλέον στέλνει ο κόσμος τα παιδιά του σε δραστηριότητες τύπου μπάτμιντον, μπαλέτο ή μπάσκετ ― δεν επρόκειτο για ζήτημα πίστης κτλ. Φρονούσαν οι γονείς ότι το Κατηχητικό θα διαμορφώσει χαρακτήρα και θα κρατήσει τα παιδιά μακριά από κακές παρέες, για όσο τέλος πάντων τα παιδιά θα άντεχαν να μείνουν στο Κατηχητικό. Εγώ άντεξα υπερβολικά πολύ.

Στο Kατηχητικό λοιπόν μας έλεγαν μία ιστορία και μετά έπρεπε να διατυπώσουμε το δίδαγμα της ιστορίας αφού η κατηχήτρια ή ο κατηχητής βεβαιωνόταν ότι είχαμε καταλάβει το νόημα.

Στο πλαίσιο ενός παρωχημένου εκπαιδευτικού συστήματος ή ενός συστήματος κατήχησης δεν καταπλήσσει η ενασχόληση με το τρίπτυχο νόημα, κεντρική ιδέα και δίδαγμα ως τρόπος ερμηνείας κειμένων. Είναι όμως τουλάχιστον αποκαρδιωτικό μια γενιά τότε αγέννητη να απόδέχεται να προσεγγίζονται η λογοτεχνία και το σινεμά με τους όρους του τρίπτυχου αυτού και μάλιστα να θεωρεί οκέι να ερμηνεύονται η λογοτεχνία και το σινεμά με τέτοιους όρους.

Και αυτό ενώ δυστυχώς αυτά τα ζητήματα

έχουν λυθεί εδώ κι ενάμιση αιώνα. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε εγχειρίδιο χρήσης της ζωής, ούτε βίβλος χρηστομάθειας, ούτε self help. Αφενός η λογοτεχνία καταβυθίζεται όπου κανείς και τίποτε άλλο δεν μπορεί να ποντιστεί γιατί δεν αντέχει την πίεση της αβύσσου (αναλογιστείτε ότι η λογοτεχνία είναι κάτι σαν βαθυσκάφος), αφετέρου στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κανένας κυριολεκτισμός. Η λογοτεχνία λειτουργεί λοιπόν περίπου όπως τα όνειρα: εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς, εξακτινώνοντας ταυτόχρονα όσα λέει και αναγκάζοντάς μας να τα ερμηνεύσουμε σε πολλά επίπεδα.

Θα έπρεπε να είναι προφανής η γελοιότητα του τριπτύχου νόημα-κεντρική ιδέα-δίδαγμα για χρήση σε οτιδήποτε πέρα από τη χρηστομάθεια. Αλλά ας το κάνουμε λιανά.

Ας ξεκινήσουμε με το νόημα. Όταν θέλουμε να αποδώσουμε το νόημα ενός κειμένου ή μιας ταινίας, τι άλλο θέλουμε να κάνουμε παρά να παραφράσουμε το κείμενο ή την ταινία; Κάτι τέτοιο είναι αυτομάτως προβληματικό γιατί ένα κείμενο η μια ταινία προφανώς δεν απαρτρίζεται μόνο από το τι μας λέει αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο μας το λέει.

Η αναζήτηση της κεντρικής ιδέας (παραδείγματος χάριν: «αυτή η ταινία θέλει να μας πει ότι οι τρανς άνθρωποι είναι άνθρωποι») είναι ακόμα ευτελέστερη: δεν είναι τίποτα άλλο παρά έκφραση μιας μάλλον νευρωτικής ανάγκης να επιβληθεί μία ιδέα, ένας άξονας, η μία ερμηνεία σε κάποιο κείμενο ή ταινία. Μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά ενδεχομένως η ταινία ή το κείμενο να έχει παραπάνω από μία ανάγνωση και παραπάνω από μία ερμηνεία ή ακόμα ερμηνείες και νοήματα να εξακτινώνονται και να πηγαίνουνε και κάπου αλλού.

Το τρίτο μέρος του τρίπτυχου, το δίδαγμα, φυσικά είναι το χειρότερο απ’ όλα, αφού αντιμετωπίζει κάθε παραγωγή ή δημιουργία (διαλέξτε εσείς τι είναι τι και πότε κάτι είναι προϊόν και πότε κάτι είναι δημιούργημα) σαν να είναι μικρές συνταγές χρηστομάθειας.

Θα μου πείτε, οκέι, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, άλλωστε πολλές φορές το κοινό ψάχνει να ταυτιστεί με κάποια κατάσταση ή με ήρωες. Και εδώ προκύπτει ένα διαφορετικό πρόβλημα: η ανάγκη να ταυτιστούμε με καταστάσεις και ήρωες σε ένα βιβλίο ή σε μια ταινία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση της μίας κεντρικής ιδέας ή του ενός διδάγματος, απλώς όχι διά της κατήχησης αλλά διά της ταύτισης.

Ωστόσο κάτι τέτοιο είναι εξίσου προβληματικό τελικά:

[Η] έπειξη να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα (‘relatability’), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο «να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά». Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Η ανάγκη μας να προσέλθουμε προς ένα έργο και, αφού συνοψίσουμε το νόημα του, να εντοπίσουμε τη μία και μοναδική κεντρική ιδέα του ώστε τελικά να αντλήσουμε κάποιο δίδαγμα είτε διά της κατήχησης είτε διά της ταύτισης αποτελεί δείγμα τρομακτικής βαρβαρότητας τελικά και ένδειξη ότι χάνουμε κάτι πολύτιμο.

Οι αφηγήσεις, τα ποιήματα και (πολύ αργότερα) οι ταινίες διαχρονικώς υπήρξαν παρηγοριά αλλά και έμπνευση μέσα και από τον πολύσημο κι ονειρικό χαρακτήρα τους, που ανέφερα πριν, για ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα για να καλυτερέψουν τη ζωή τους ή τον κόσμο.

Συνεπώς η στανική εμμονή μας για καθαρές ιστορίες με νεταρισμένους ήρωες και μονοσήμαντο νόημα που οδηγεί σε μία προσιτή κεντρική ιδέα και ένα κάποιο δίδαγμα θα μετατρέψει τουλάχιστον την ποπ κουλτούρα σε μια συλλογή από ιστοριούλες του Κατηχητικού.

Η παράλογη απαίτηση για εποικοδομητικά και διδακτικά αφηγήματα παντού θα μας κινητοποιούσε να συνθέσουμε έναν Κανόνα από κείμενα λογοτεχνικά, κινηματογραφικά ή αλλά που θα μας λένε πώς να ζήσουμε, πώς να συμπεριφερόμαστε και τελικά πώς να συμμορφωνόμαστε. Θα ήταν ο θρίαμβος της διαφήμισης:

Η φάση Κατηχητικό συναντάει τη φάση διαφήμιση και μαζί γεύονται την ολοκλήρωση: «Θα δείξω μόνον ό,τι έχω να προωθήσω. Θα προβάλω το μήνυμα. Δεν θέλω τίποτε που να συσκοτίζει το μήνυμα. Δεν θέλω να μπω μέσα στο μυαλό του παιδεραστή Χάμπερτ Χάμπερτ. Θέλω τα σωστά πρότυπα, τα σωστά μηνύματα, τα κατάλληλα συναισθήματα, που βεβαίως θα είναι θετικά κι αισιόδοξα.» Και ναι, στον εικοστό αιώνα ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η σοβιετική προπαγάνδα συνάντησε μυστικά τη μεγάλη μηχανή της διαφήμισης για να πουλήσει καθεμιά τα δικά της: η μεν μια επανάσταση που πωρώθηκε κι αγκυλώθηκε σε ένα ανελεύθερο γραφειοκρατικό καθεστώς, η δε τσιγάρα και μπιφτέκια κι αμάξια και διεφθαρμένους πολιτικούς.

Η κληρονομιά τους είναι η κυριολεξία, η μονοκρατορία του μηνύματος. Τίποτε αμφίσημο, τίποτε διαλεκτικό, τίποτε που να βασίζεται στην απορία, τίποτε που να το κινεί η αμφιβολία ― εκτός αν έχει καλό τέλος και καταλήγει σε πακτωμένη βεβαιότητα.

Το τελέσφορο μήνυμα είναι το μονοσήμαντο μήνυμα και δεν χρειάζονται ούτε λεπτές αποχρώσεις ούτε αμφισημίες ούτε αυτή η μονολεκτικώς αμετάφραστη μαλακία, το nuance. Nuance δεν θα πει ούτε σχετικισμός, ούτε ίσες αποστάσεις, ούτε επιπόλαιος αγνωστικισμός παρά να γνωρίζεις ότι τα πολυπαραγοντικά ζητήματα είναι πολυπαραγοντικά και ότι δεν είναι τα πάντα με ευκρίνεια περιγεγραμμένα κι ότι αν είσαι πολύ τυχερός μέσα στις γκρίζες ζώνες θα βρεις στην καλύτερη περίπτωση μια ή δύο φλέβες άσπρου και μαύρου (που έλεγε κι ο Κουάιν).

Άλλος για τη νεκρολογία μας!

Ας κάνω κι εγώ την τεθλιμμένη

Ήταν πάλι πένθιμη η διάθεση πριν εφτά χρόνια:

Ο Νάτσης είπε κάποτε πως υπάρχουν δύο ειδών επικήδειοι: όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός είναι ο νεκρολογών μια και γνώριζε τον εκλιπόντα και όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός ήταν ο εκλιπών μια και γνώριζε τον νεκρολογούντα. 

Δυστυχώς τα πράγματα φαίνεται να έχουν χειροτερέψει κάπως έκτοτε. Τώρα πια δεν αρκούνται οι νεκρολογούντες στην αυτοπροβολή, πάρα προσπαθούν επιπλέον να κεφαλαιοποιήσουν (πολιτισμικώς) ακόμα και τις απώλειες ανθρώπων που δεν καλογνώριζαν. Σε αυτού του είδους τις κειμενικές διαχύσεις το πένθος δεν έχει καμία απολύτως θέση βέβαια.

Κάποιοι λοιπόν θα συνθέσουν ιερεμιάδες όλο προκάτ ευαισθησία και φορητό λυρισμό, οι οποίες δίνουν την εντύπωση ότι προέρχονται από κολλητούς τους εκλιπόντος, με τους οποίους ξημεροβραδιαζόταν. Ο άνθρωπος που χάθηκε δεν είναι πια άνθρωπος, πάρα σύμβολο που θα δώσει έναυσμα για κομμούς, ένα υπόθεμα που θα υποστηρίξει θρηνητικούς οίστρους γενικού ενδιαφέροντος και χωρίς εστίαση στον εκλιπόντα ― ή σε οτιδήποτε άλλο.

Κάποιοι άλλοι θα αναρωτηθούν δημοσία γιατί είχαν την ατυχία να μη γνωρίσουν διά ζώσης τον εκλιπόντα, διότι βεβαίως ο εκλιπών όφειλε να εμπλουτίσει και να κόσμησει και το δικό τους vécu διαγράφοντας ένα σύντομο πέρασμα μέσα από αυτό. Οι νεκρολογίες αυτές στην πραγματικότητα διεκτραγωδούν αυτήν ακριβώς την αθετημένη υποχρέωση που είχε ο εκλιπών: να συμμετέχει στο δικό τους σόου, να υποστηρίξει τη δική τους πρωταγωνιστική ύπαρξη ― ή έστω να συμμετάσχει στον θίασο που τους περιβάλλει.

Η περιαυτολογία δεν αποτελεί βεβαίως επινόηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ούτε καν η βαθιά υπαρξιακή περιαυτολογία που περιφέρεται σε σοσιαλμήντια όπως το Ίνστα, ούτε καν ο λυσσαλέος σολιψισμός του πρώην Τουίτερ. Όποιος στην ηλικία μας έχει περάσει από καφενεία με κενόδοξους άντρες ή από κουζίνες λαλίστατων αλλά ακυρωμένων γυναικών έχει πείρα αυτών που λέω παραπάνω. Ωστόσο είναι θλιβερό που λιτανεύεται πλέον η περιαυτολογία με σοσιαλμηντιακή ευκολία και με τη σχετική ανεμελιά· ιδίως όταν αφορά το πένθος κάποιων άλλων ως αφορμή, μπας και βγάλουμε λίγα λάικ παραπάνω.

Πένθιμες τερτσίνες

Candid Cafe, Λονδίνο

στη ΜΒ

Μεταξύ ζωής
κι επικαιρότητας
falls the Shadow

Μεταξύ κάθε χαράς που εκχωρούμε
κι όσων αυτονόητων στανικώς εναγκαλιζόμαστε
falls the Shadow

Μεταξύ τέως διανοούμενων νυν εξηντάρηδων που ζητούν ευλογίες κι ευχές
και αυτοαναφορικών σαρανταφεύγα που ζυγίζουν τη βιοτή τους με πρόωρα πεθαμένους
falls the Shadow

Μεταξύ νεκρών με καλούς τρόπους
και νεκρών των συγκοινωνιών
falls the Shadow

Μεταξύ άδειων διαμερισμάτων, ερειπωμένων σπιτιών
και γερασμένων νέων εγκλωβισμένων στα γονεϊκά διαμερίσματα
falls the Shadow

Μεταξύ πανικού των εντελώς ασφαλών
κι απελπισίας όσων δεν έχουν τίποτα να χάσουν (μα δεν το ξέρουν)
falls the Shadow

Μεταξύ πουριτανών που όμως ψάχνονται
και όσων δεν φτουράνε για μοντέλα στο ίνστα
falls the Shadow

Μεταξύ σαφών επιλογών
και διάκρισης όσων λεπτών και φευγαλέων αποχρώσεων λανθάνουν
falls the Shadow

Μεταξύ του πόσο σπουδαίοι είμαστε
και όσων δεν ζήσαμε και τα κλαίμε
falls the Shadow

Μεταξύ κάθε λυπημένου τυπάκου που θα ήθελε να έχει τραύμα να περιφέρει
κι εκείνων που ξυπνάνε και ντύνονται το πρωί για να μην πάνε πουθενά
falls the Shadow

Μεταξύ συνθηματολογίας
κι ομφαλοσκόπησης
falls the Shadow

Μεταξύ αφύσικης ζέστης
κι απάλευτων καιρικών φαινομένων τους ήπιους χειμώνες
falls the Shadow

Μεταξύ όσων παραπονιούνται
κι όσων διαμαρτύρονται
falls the Shadow

Μεταξύ γενοκτονικών αλώσεων
και ω πόσο σημαντικών ταυτοτικών ζητημάτων
falls the Shadow

Μεταξύ όσων πέθαναν
κι όσων θέλουν να μιλούν εξ ονόματός τους
falls the Shadow

Μεταξύ του παγονιού που δείχνεται με απλότητα
και του υστερόβουλου οχυρού κάβουρα
falls the Shadow

Μεταξὺ ἡμῶν
καὶ ὑμῶν
falls the Shadow

Μεταξύ λαμπρών τουριστικών Ολύμπιων τοπίων
και ασπρόμαυρης πέτρινης επαρχίας όλο λάσπη και σκόνη
falls the Shadow

Μεταξύ πεταμένου ψωμιού στα σκουπίδια
και τυρόπιτας
falls the Shadow

Μεταξύ της απέχθειας για τους άλλους
και του μίσους για τον εαυτό μας
falls the Shadow

Μεταξύ όσων χάνονται στην πόλη
κι όσων ντουγρού οδηγούν μέσα στην έρημο
falls the Shadow

Μεταξύ εφήμερης μα έκπαγλης ομορφιάς
και ατέρμονης υποτέλειας στο όνομα κάποιας αγάπης
falls the Shadow

Μεταξύ μουσικής
και ποίησης
falls the Shadow ― κι ας μη μας αρέσει.


Διανοητικώς Εβραίος

Σήμερα που ο Τσόμσκυ γίνεται 96 χρονών σκέφτομαι ότι ο διανοητικός βίος μου αρθρώνεται πάνω σε διαλόγους με τέσσερις Εβραίους και δύο Εβραίες:

Τον Εβραίο που έγινε Μεσσίας
Τον Εβραίο με την πίπα
Τον Εβραίο με τα μούσια
Τον Εβραίο με το πούρο
Την Εβραία με τα γυαλιά
Την Εβραία την κοντή

Αποσπάσματα από τσατ με κακούς ανθρώπους

Mulier amicta sole, από την Αποκάλυψη του Dürer

Ι

Οι Γερμανοί, που έχουν πάθει κλακάζ από τότε που αποφάσισαν ότι η ενοχή αποτελεί πολιτική στάση ενώ παράλληλα σταμάτησαν να διαβάζουν τους δικούς τους (οι ανθρωπιστικές σπουδές που λέγαμε), έχουνε εναγκαλιστεί τον όρο goysplaining.

Προτείνω λοιπόν να λανσάρουμε το frangosplaining. Θα τσουτσουρίσουν από χαρά διάφορα νεορθόδοξα αντιδυτικά καλογεράκια και λοιπά εκτοπλάσματα. Διότι το πρόβλημα δεν είναι η αποικιοκρατία, ο οριενταλισμός, ο βαλκανισμός, δεκαετίες της Ελλάδας ως προτεκτοράτου, είναι το «πώς τολμάν οι μη Έλληνες να μιλούν για εμάς». Λες κι είμαστε τίποτα φτωχές μαύρες τρανς ξέρω γω.

ΙΙ

Οι πλούσιοι μόνον όταν φοβούνται γίνονται άνθρωποι: ο πλούτος εξαχρειώνει και αποκτηνώνει.

ΙΙΙ

Ο Δ… νομίζει ότι τα ζεύγη εραστών κι ερωτευμένων τρέχουν από rubber-and-latex party σε στριπτιζάδικα και από μπριζολερίες-τσουρασκαρίες σε μιξολοτζιστόμπαρα των €15 το κοκτέιλ

Μητσοτάκη έχουμε ρεεεεεεεε… Τα ραντεβού είναι Χριστουγεννιάτικο χωριό, Καλλίρης, άθλιο γκλουβάιν και μετά σπίτι.

Σοβαρά τώρα, μέσα στη λιτότητα και στη γενικευμένη εκνηπίωση (πτυχή της οποίας είναι και τα κάθε λογής girl boss χαζοφεμινιστά του κόσμου τούτου), έχει πέσει μια γλυκουλίαση κι ένα υπέρμετρο γούτου-γούτου.

Πεθαίνουμε γιατί έχουν γίνει όλα πολτός, έχει πεθάνει η κριτική αντιμετώπιση κι επειδή όλα είναι νιανιά ελλείψει ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών.

ΙV

Για μερικούς ανθρώπους που εκτίθενται γραπτώς επιβάλλεται να αναρωτηθεί κανείς αν τα θέλουν και τα γράφουν ή αν πάσχουν από κάτι.

V

Rule#34 : If it exists there is porn of it. If not, start uploading.

Υπάρχει και σάιτ: https://rule34.xxx/

VI

Χαζοί πάντα υπήρχαν αλλά πριν τα σοσιαλμήντια τους ήξεραν μέχρι τον καφενέ, άντε και το σόι τους. Σαν τον μακροξάδερφό μου που είχε καταρτίσει σχέδιο διακυβέρνησης από το ΕΚΚΕ.

VII

Δεν είναι αδεξιότητα, είναι κατάφωρη περιφρόνηση οποιουδήποτε αντανακλαστικού θα μπορούσε να εκληφθεί ως ευαισθησία. Άλλωστε ευαισθησίες έχουν μόνον τα λευκά παιδάκια. Οι υπόλοιποι είναι κάπως ζώα. Το «κάπως ζώα» δεν το λέω θυμωμένα. Άλλωστε, you can explain away the behaviour of «them people».

A propos, ο Β… πρέπει να ηρεμήσει: ένας άνθρωπος με την ακεραιότητα, τη συγκρότηση και τη διάνοιά του δεν δικαιούται να τρελαίνεται. Άλλη είναι η αποστολή ανθρώπων όπως εκείνος. Και όχι, δεν καμώνομαι ότι συγκαταλέγομαι στους ανθρώπους όπως εκείνος. Όμως αυτό το παλαβό Todestrieb που τον πιάνει δεν αρμόζει στον Β… και στους συν αυτώ.

Schwechat

Monument to Sigmund Freud: The voice of the intellect is a soft one

Die Stimme des Intellekts ist leise, aber sie ruht nicht, ehe sie sich Gehör verschafft hat.

Ταξιδεύοντας ακίνητος, πριν 11 χρόνια, σε ένα άλλο αεροδρόμιο, σε μια άλλη ζωή ενδεχομένως, ένιωσα κάπως έτσι:

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Βεβαίως, το παρόν έχει εξ ορισμού μεγαλύτερη πυκνότητα από το παρελθόν: τόσο βάρος σε τόσο λίγο χώρο, τον χώρο μιας στιγμής, άλλωστε. Και το μέλλον είναι αυτό που ξέρεις, λες, προς τα πού πάει. Παπάρια που πάει εκεί που λες πώς πάει. Υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ αλλά διάρκειας τριών ωρών, υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ διάρκειας μιας ζωής, υπάρχει και μέλλον-ακορντεόν που ανοίγει ανασαίνοντας, κλείνει εκπνέοντας νότες μακρόσυρτες ή γρήγορες. Κι εσύ νομίζεις πως κρατάς τη μελωδία. Ύστερα, είναι και το άλλο: το παρόν είναι πυκνό κι ανακατωμένο, ενώ το παρελθόν κροκιδώνεται σιγά σιγά: κάτι καθιζάνει, κάτι ανεβαίνει στον αφρό, διαχωρίζονται το λάδι, το νεράκι, η φωτιά, η σκόνη, κάτι στάχτες.

Πέρασαν χρόνια έκτοτε. Το είπε κι ο Μπόουι, πριν πάει και πεθάνει κι αυτός:  Time will crawl. Τώρα βρίσκομαι αλλού. Τώρα βρισκόμαστε αλλού.

Κοιτάς πίσω και δεν βλέπεις ερείπια και τέτοιες μαλακίες, όχι πια. Δεν βλέπεις τον χαμένο χρόνο, δεν θρηνείς τη στιγμή που πέρασε και χάθηκε ― τίποτα δεν πήγε χαμένο. Βλέπεις ένα πλάσμα αλλόκοτο αλλά στοργικό κάπως, μια μορφή που δεν θες να κοιτάζεις για ώρα αλλά που δεν θα σε πετρώσει, δηλαδή δεν θα σε πετρώσει με τρόπο που δεν θες: βλέπεις τα έργα όχι κάποιου κολοβού αγγέλου του Κλέε αλλά τον άγγελο μεγάλης βουλής.

Εκεί όπου δέσποζαν οράματα πύρινων πυρήνων εγκιβωτισμένων σε σκληρά κι αδιαπέραστα κελύφη, εκεί όπου άκαμπτα όρια χώριζαν και διαιρούσαν και διχοτομούσαν και τεμάχιζαν τώρα γυρνάς πίσω και βλέπεις μια μεγάλη βουλή που ήξερε και γνώριζε και όριζε. Και προχωρούσε. Και υψωνόταν κατακόρυφα όσο κι αν φοβόταν.

Αντικρύζεις εποχές θρήνων για την εξορία και για τον εγκλεισμό και την εξορία αλλά βλέπεις πως άλλος θρηνούσε κι άλλος δρούσε κι ότι κι οι δυο τους ήσουν εσύ, δηλαδή ήμουν εγώ, γιατί η φωνή της διανοίας είναι φωνή αύρας λεπτής κι ας μην ησυχάζει μέχρι να ακουστεί.

Γιατί έβλεπες στον ύπνο σου το χαμένο παράθεμα του ψεύτικου Βούδα του Ζελάζνυ, ότι τα πάντα θα έρθουν σ΄ εσένα, ότι θα σταθείς ακίνητος και θα έρθουν ο κόσμος και η χαρά του και οι αδιανόητες εκπλήξεις των εκπληρωμένων επιθυμιών σ’ εσένα, όπως τα πλοία έρχονται στο λιμάνι, ενώ εσύ θα ακινητείς· δηλαδή εγώ: αφού εσύ κι εγώ είμαστε εγώ.

Ο δρόμος δεν ήταν δρόμος στρωμένος με νίκες, άθλους κι ηττημένα τέρατα· ο δρόμος είναι το μεγάλο ανοιχτό πεδίο της δικαιοσύνης και των συναντήσεων. Όλα έρχονται σ’ εμένα. Όλα περνούν από εμένα. Όλα ταξιδεύουν κι εγώ μυστικά ξέρω πού θέλω να φτάσουν. Σε κάθε δίλημμα υπήρχε πάντοτε ένας τρίτος παράγοντας: μια άρνηση, μια σύνθεση, μια απόταξη.

Η φρεναπάτη ότι ήσουν έρμαιο, αιχμάλωτος, εξόριστος ― ή και όλα μαζί ― ανέβρυζε από το γεγονός ότι φοβόσουν πως είχες ήδη γίνει αυτός που δεν ήθελες ούτε να γίνεις ούτε να ονομάσεις, αυτός με τον οποίο δεν πίστευες ότι άξιζε να αναμετρηθείς.

Όμως εσύ βρισκόσουν εδώ, πάντοτε εδώ κι ας το θεωρούσες το εδώ κάποιου είδους εκεί, είχες ήδη υπάρξει και θελήσει κι αντιδράσει.

Όμως εσύ είχες προχωρήσει έξω από τον στενό σκυθρωπό κόσμο που νόμιζες ότι σε περιορίζει, είχες σκίσει τον γκοφρέ ουρανό του Φλαμαριόν κι είχες ανοιχτεί στις μεγάλες πεδιάδες και σε μυητικά δάση.

Φαίνεται λοιπόν ότι εσύ κι εγώ, δηλαδή εγώ, τα βρίσκουμε εντέλει. Πίσω από ονόματα και άγρια όνειρα, μετά από άυπνες νύχτες και τον πυρετό του τρόμου, μετά τον φόβο και καθ’ οδόν προς τους άλλους ανθρώπους.

αισθ-

Προσβληθήκατεεεε;

Θα ομολογήσω ότι με έχει απασχολήσει το γεγονός ότι τόσο διαφορετικές έννοιες στα ελληνικά σηματοδοτούνται από λέξεις που περιέχουν τη ρίζα αισθ-. Εύκολα αναρωτιέται κανείς τι σχέση έχει ο αισθησιασμός με την Αισθητική, ή τα αισθητήρια όργανα με τα συναισθήματα και τα αισθήματα. Ταυτόχρονα η αισθητικός που φροντίζει δέρμα, νύχια και διάφορες τριχοφυΐες δεν έχει καμία σχέση με τους φιλοσόφους που ασχολούνται με την Αισθητική ― ευτυχώς δηλαδή γιατί οι φιλόσοφοι αυτοί δεν φημίζονται για τη φροντίδα της επιδερμίδας ή και των νυχιών τους.

Η Αισθητική πάντως ως κατηγορία-πασπαρτού έχει πάρει τη θέση αυτών που οι δεξιοί πούλαγαν ως ιδανικά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντιλαμβανόμαστε ότι ως ιδανικά οι δεξιοί της ελληνορθοδοξίας αλλά και της αστικής συντήρησης εννοούσαν οτιδήποτε παραδεδομένο και οτιδήποτε διαιωνίζει τα προνόμια των παλιών αστών, των κατά τύχη πλουτισάντων, των μαυραγοριτών, των δοσίλογων, αλλά και των κάθε λογής πάλαι κοτζαμπάσηδων (όσο μπανάλ κι αν ήταν αυτοί ειδικά).

Όταν μίλαγαν για ιδανικά, ελληνοχριστιανικά ή ανθρωπιστικά, οι δεξιοί εννοούσαν την υπεράσπιση του κατεστημένου ενός πηχτά διεφθαρμένου, φονικού και απεχθώς άδικου προτεκτοράτου, αυτού δηλαδή που ήταν η Ελλάδα μας μεταξύ 1944 και 1981 ― όσο κι αν την εξιδανικεύουμε πια παρατηρώντας τη μέσα από τους κουτοπόνηρα παραμορφωτικούς φακούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Κατόπιν, αφού κατάφερε να συνέλθει από την πασοκάρα η δεξιά διανόηση και να ανασυγκροτηθεί, λίγο μετά το 1991 τα «ιδανικά» αντικαταστάθηκαν από την Αισθητική. Και η Αισθητική, αντίθετα με τα «ιδανικά», δεν ήταν πια κριτήριο ή επιδίωξη μόνο των δεξιών. Άλλωστε πια ήδη ολόκληρος ο κόσμος είχε ξεκινήσει να κατρακυλάει προς τα δεξιά ― αν και δεν το έπαιρνε ακόμα χαμπάρι.

Αισθητική λοιπόν είναι το νέο όνομα των «ιδανικών»: ένα λάστιχο· μία έννοια που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς ως επίκληση στο Ωραίο, το οποίο φυσικά πρέπει να είναι κι Αληθινό (μια και στην Ελλάδα είμαστε παγιδευμένοι στον γερμανικό Ρομαντισμό). Με την επίκληση της Αισθητικής μπορείς να αξιολογήσεις πρόσωπα, καταστάσεις, ιδέες, δημιουργήματα αλλά και ολόκληρες πόλεις.

Τα τελευταία 20 χρόνια έχουμε λοιπόν ακούσει ανθρώπους να μην ψηφίζουν συγκεκριμένα κόμματα π.χ. γιατί «προσβάλλουν την Αισθητική τους», κάτι που αφήνει όλους εμάς τους υπόλοιπους να αναρωτιόμαστε ποια κόμματα στην Ελλάδα δεν προσβάλλουν την αισθητική όλων μας και κατά πόσο η ομορφιά ή το ωραίον στις δραστηριότητες ενός κόμματος μας ενδιαφέρει όταν το επίδικο της δράσης τους είναι οι ζωές μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας, τα γηρατειά μας, η διαφθορά κι η κρατική βία, αν θα γίνει πόλεμος ή αν θα πεθάνουμε σε κάποιο τρένο, σε δασική πυρκαγιά ή σε δεκαπενθήμερο καύσωνα.

Άλλοτε Αισθητική είναι κάτι το οποίο χαρακτηρίζει και ορίζει το παρελθόν αλλά με τίποτα το παρόν. Σε αυτού του τύπου τη ρητορική πιρουέτα η υψηλή τέχνη του παρελθόντος λ.χ. συγκρίνεται με ό,τι χθαμαλό ή και απλούστερο υπάρχει στη σύγχρονη διασκέδαση. Καταντάει πέρα από αηδία πλέον να ακούς κόσμο να σου λέει για τα υψηλά αισθητικά κριτήρια της δεκαετίας του ’60, που έβγαλε το Χατζιδάκι, το Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, το Μαμαγκάκη κτλ., και μετά η σύγκριση να γίνεται με την Πάολα και με το Βέρτη ή τον Οικονομόπουλο του σήμερα. Αναρωτιέμαι: δεν έχουν συγγενείς όλοι αυτοί να τους πούνε τι άκουγε ο κόσμος τη δεκαετία του ’60; Δεν ξέρουν ότι οι αντίστοιχοι όλων όσων τζάμπα μισούν στην εποχή μας (επειδή τους «προσβάλλουν την Αισθητική») υπήρχαν ωραιότατα και τη δεκαετία του 60;

Όσον αφορά την αισθητική των πόλεων μας δεν το συζητάω καθόλου. Ειδικά από τότε που πιστέψαμε ότι ο τουρισμός θα αντικαταστήσει τη γεωργία και τη βιομηχανία, μας έχει πιάσει ένα αμόκ με την αισθητική των πόλεων μας ή μάλλον με την έλλειψη αισθητικής των πόλεων μας.

Εδώ υπάρχουνε δύο θέματα: το πρώτο είναι κατά πόσον θέλουμε πόλεις βιτρίνες και σκηνικά για τους τουρίστες μας ή πόλεις στις οποίες θα ζούμε εμείς οι κάτοικοί τους. Το δεύτερο θέμα είναι ότι αυτή η ενασχόληση με την αισθητική των πόλεων, ειδικά στην Αθήνα οδηγεί σιγά-σιγά στην φροντίδα και τη μέριμνα για εκείνες ακριβώς τις περιοχές που είναι τουριστικού ενδιαφέροντος ενώ η υπόλοιπη πολη βουλιάζει στη βρωμιά και στην εγκατάλειψη, παραδομένη στον θόρυβο και στο διαρκές μποτιλιάρισμα ― ιδίως μετά την αποδιοργάνωση επί πανδημίας των μέσων μεταφοράς: άλλωστε οι ιθαγενείς δεν παραπονιόμαστε.

Εντωμεταξύ γράφω για αυτό το θέμα περίπου 15 χρόνια εδώ μέσα, αλλά πλέον η Αισθητική έχει τόση βαρύτητα στον δημόσιο διάλογο, που κάποιος πιτσιρικάς τις προάλλες εξερράγη κάπως οργιαστικά και μου έσουρε ότι έχει διαβρωθεί η Αισθητική μου τόσο πολύ που δεν μπορώ να δω την ασχήμια της Αθήνας κτλ.

Γενικά, όπου βλέπετε επίκληση στην Αισθητική να φεύγετε. Τις αισθητικούς (γιατί κορίτσια είναι οι πιο πολλές) να τις στηρίζετε.

Δεν είμαι από ΄δω

Είναι τόσο μα τόσο ανιαρό να μιλάει κανείς για τη γενιά του. Οι γενεές έρχονται και παρέρχονται, νομίζουν ότι είναι τα πάντα ενώ δεν κάνουν τίποτα τελικά. Μιλάνε για τη γενιά τους και μετά γερνάνε και κλαίγονται ότι η γενιά τους γέρασε και πεθαίνει. Μετά γερνάνε και πεθαίνουν.

Η δική μου γενιά, που με χαρά ακούει το καινούργιο άλμπουμ των Cure και άκουσε το καινούργιο άλμπουμ των Suede πέρσι, δεν θέλει να περάσει ο καιρός. Η γενιά μου δεν ερχόταν από πουθενά και δεν είχε σκοπό να πάει κάπου.

Νομίζαμε ότι έχουμε απαλλαγεί από την πολιτική, πλανηθήκαμε νομίζοντας ότι το σκυθρωπό και στριφνό φάσμα της θρησκείας θα μπορούσαμε να το κάνουμε γοργόνειο: ένα έμβλημα που να το κραδαίνουμε ταυτοτικά κι αυτάρεσκα απέναντι στους κάθε λογής Άλλους.

Ίσως τελικά ερχόμασταν από κάπου αλλά μάλλον δεν είχαμε σκοπό να πάμε πουθενά: κι εκεί που ήμασταν καλά ήταν, στην ωραιότερη χώρα του κόσμου. Άντε να πηγαίναμε τίποτε ταξιδάκια είτε για να μας υπενθυμίζουν πόσο τυχεροί ήμασταν που κατά τύχη κι από τύχη γεννηθήκαμε Έλληνες, είτε για να τρέφουν την ανώδυνη κι αυτάρεσκη γκρίνια μας για αυτόν τον τόπο που βρίσκεται εκεί όπου δεν θα έπρεπε ― και ούτω καθεξής.

Αν γενικώς είναι μάταιο κι οπωσδήποτε ανιαρό να μιλάει κανείς για τη γενιά του, αυτό ισχύει στο έπακρο για τη δική μου γενιά. Στο κάτω κάτω ήμασταν, ή και είμαστε ακόμα, μια πολύ ασυνάρτητη γενιά· νιώθαμε πως έχουμε ξεπεράσει κι έχουμε αφήσει πίσω μας τα πάντα:

  • καταπιέσεις αλλά κι απελευθερώσεις, μια κι η Ιστορία τελείωσε το ’89 στο Βερολίνο και το ’91 στη Μόσχα,
  • ελευθεριότητα αλλά και πουριτανισμό, μια και ο Τζωρτζ ο Μάικλ μάς έλεγε να εξερευνήσουμε τη μονογαμία, και γιατί όχι,
  • επαναστάσεις και δικτατορίες, αφού μέσω Διεθνούς Αμνηστίας και Greenpeace θα λύνονταν όλα τα προβλήματα του πλανήτη μας,
  • εθνικισμούς και αφελείς διεθνισμούς, αφού, να, η Ευρώπη της αποικιοκρατίας και του εθνικισμού και του ιμπεριαλισμού αναπαρθενευμένη πια ξανανθούσε μέσα από την Ένωση που μια μέρα θα απλωνόταν από το Αλγκάρβ μέχρι το Βλαδιβοστόκ κι από τη Γαύδο των εναλλακτικών μέχρι τα Σβάλμπαρντ των πολικών των αρκούδων (και ποιος τον γαμεί τον υπόλοιπο τον κόσμο στο κάτω κάτω: εμείς μόνο κι οι Αμερικάνοι).

Γενικά ήμασταν αλλού, δεν πηγαίναμε κάπου, αλλά κάπου ήμασταν κι αυτό ήταν αλλού και πέρα.

Η γενιά πριν από εμάς, δύσοσμη μέσα στην τσιγαρίλα των μεταμελειών της, περιέφερε όλο πένθος και καντήφλα

  • το ότι πίστεψε και μετά έπαψε να πιστεύει,
  • το ότι αγωνίστηκε αλλά δεν της έκατσε τίποτα,
  • το ότι οι ήρωές της ήταν και λίγο εγκληματίες και
  • το ότι τελικά οι παγκόσμιοι εγκληματίες τους οποίους μίσησε υπερείχαν σε καλλυντικά, αξεσουάρ, αμάξια κι ωραία ουίσκια (γιατί η γενιά πριν από τη δική μας μόνον ουίσκια ήξερε να πίνει).

Κι έτσι κι αλλιώς, μαλάκες ήταν η γενιά πριν από τη δική μας, αφού έγιναν σχεδόν σαν εκείνους που τάχα πολέμησαν: απολογητές της κάθε εξουσίας, φοβικοί πουριτανοί, θυμόσοφες κάρες που περιφρονούν όποιον σηκώνει κεφάλι γιατί (όπως κάθε γενιά που γερνάει) είναι πεπεισμένοι ότι ο κόσμος δεν αλλάζει, καληνύχτα Κεμάλ, κι ότι όσο μεγαλώνεις πας δεξιά κτλ.

Εμείς πάλι, αν και σχεδόν εξισου μαλάκες, δεν θα γινόμασταν έτσι αλλά τι να κάνουμε που οι συνθήκες είναι αυτές που είναι και που επίκειται η μεγάλη αντικατάσταση της Ευρώπης μας από τους φτωχούς και τους τσακισμένους από την Ευρώπη μας· κι εντάξει καλός ο δικαιωματισμός αλλά οι Ρομά κλέβουν καλώδια (και να, τους λέω Ρομά, τι ζόρι τραβάτε;).

Επίσης η δική μας η γενιά δεν είχε και δεν έχει καμιά ανάγκη για ποίηση και ομορφιά και λυρισμό και χαρά και τρυφερότητα. Γιατί τι άλλο είναι τελικά όλες αυτές οι σάχλες παρά παραφράσεις του σεξ κι εμείς σεξ έχουμε ή δεν έχουμε: και στις δυο περιπτώσεις οι παραφράσεις περιττεύουν.

Η γενιά μου επίσης αντιπαθεί τις παπαριές και το μπούλσιτ, αν και έχει αναδειχθεί εξόχως πρόθυμη να καταναλώσει μπούλσιτ αν είναι συσκευασμένο στη μετριοπάθεια ή στον σολιψισμό, μετά και από το σχετικό ανμπόξινγκ, που το έμαθε από τους νεότερους.

Η γενιά μας βαριέται τους auteurs και τις ποιήτριες και τα αργά πλάνα αν δεν κρύβουν σαρκασμό, δεν θέλει να πάρει στα σοβαρτά την ψυχή της αλλά ούτε και την επιθυμία θέλει να παρει στα σοβαρά, ενώ την ελευθερία την νιώθει απλώς και μόνον σαν μια βδομάδα σε θέρετρο ή δέκα μέρες στο χωριό ή στο νησί ή στο Παρίσι για ψώνια.

Συνοπτικά θα έλεγα ότι η γενιά μου είναι μαλακισμένη, αλλά αν πρόκειται ποτέ να ενταχθεί σε θεατρικό μονόλογο αυτό το κείμενο καλό θα ήταν να μη λέω τέτοιες κουβέντες γιατί πάνω από όλα η γενιά μας αντιπαθεί τη βωμολοχία όσο αντιπαθεί και τα γουόκ πιτσιρίκια. Η γενιά μου απεχθάνεται τις βρισιές στην τέχνη όσο και αυτό που μέχρι το 2019 βλακωδώς αποκαλούσε «πολιτική ορθότητα».

Βασικά η γενιά μας θέλει να μπανίζει (και μέχρι εκεί) μπούτια και ψωλές και βυζιά και κωλάρες, πολλές φορές με το πρόσχημα υψηλών και αντικειμενικά απρόσωπων επιδιώξεων, αλλά δεν θέλει να τα ονομάζει: αυτά ανήκουν στον Αριστοφάνη, στη δεκαετία του ’50 και σε αυτά τα απς που μπαίνουν οι γενιές μετά από εμάς για να κάνουν σεξ. Σεξ σαν κι αυτό που εμείς κάνουμε ή δεν κάνουμε, ή και κάπως διαφορετικό.

Αλλά φυσικά, είπαμε: όλα αυτά είναι φουλ ανιαρά. Ωστόσο ίσως να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε κάποια από τα παραπάνω κι άλλες γενιές εκτός από τη δική μου.

Υπανθυμίζω πάντως πως εμείς δεν ήμασταν από εδώ αν και μείναμε εδώ, κάποιοι εγκλωβισμένοι, και δεν είχαμε πουθενά να πάμε, προς κανέναν ορίζοντα και σε κανενός το μονοπάτι. Κι όσες κι όσοι από τη γενιά μας καγχάζουν ότι οι ίδιοι δεν ήταν έτσι γιατί ήταν οργανωμένοι και κινηματικοί και πάρα πολύ ενεργοί,

  • ω δέστε τους τώρα να παίζουν καρπαζιές για τη ναρκωμένη αριστερά,
  • ω δέστε τους αμήχανους στη ρητορική τους απαξίωση του καπιταλισμού, χωρίς όμως να μπορούν να υψώσουν ανάστημα,
  • ω δέστε τους να προσμένουν τον Ρώσο στρατιώτη και τον Κινέζο μπάτσο ή τον Ινδό επιχειρηματία (είναι μια κάποια λύσις),
  • ω αποστρέψτε το βλέμμα από εκείνους που εναγκαλίστηκαν την εξουσία και παριστάνουν τις αυθεντίες και σταυροφιλιούνται με τον φασισμό που φοράει γραβάτα.

Είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω, ή έτσι θα ‘θελα. Γεννήθηκα μέσα στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, πριν υψωθεί το Πολυτεχνείο και αφού έριξαν τον Αλιέντε. Δεν είμαι από εδώ, είμαι ακόμα εδώ, όπως κι όλα τ’ άλλα: όπως τα αφήσαμε κι όπως τα ξέρουμε, ενώ η θερμοκρασία ανεβαίνει με τρόπο που δεν θέλουμε, ενώ ο κόσμος μας στεγνώνει.

Δώστε στον κόσμο αυτό που θέλει

Ελαφρώς λογοκριμένη εικόνα από το ρουμάνικο Orthodox Calendar.

Θυμάμαι το εξής από όταν ήμουν φοιτητής και διδασκόμουν θεωρία λογοτεχνίας:

Η καθηγήτρια μας εξηγούσε ότι κατά τον Λούκατς το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα είναι η περιγραφή. Η περιγραφή είναι ας πούμε το ζουμί του μυθιστορήματος κατά τον Λούκατς, αυτό που ζητάει ο κόσμος, και υποτίθεται πως ήταν εις γνώση των πεζογράφων της εποχής και γι’ αυτό ακριβώς απλώνουν την περιγραφή μέσα στο κείμενό τους όσο πιο εκτενώς μπορούν.

Εδώ θα πρόσθετα ότι γι’ αυτό ακριβώς το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα τείνει να μας κουράζει. Επίσης δεν ξέρω αν ο Λούκατς συζητάει το γεγονός ότι τα μυθιστορήματα της εποχής συνήθως δημοσιεύονταν αρχικά σε συνέχειες σε εφημερίδες, άρα έπρεπε κάπως ο συγγραφέας να γεμίσει τον χώρο που του δινόταν στη σελίδα.

Με δυο λόγια, κατά τον Λούκατς ο κόσμος περιμένει περιγραφή από το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, ζητάει περιγραφή, και οι μυθιστοριογράφοι υποκύπτουν σε αυτή την απαίτηση των αναγνωστών τους. Οι συγγραφείς λοιπόν συμμορφώνονται με τη ζήτηση και προσφέρουν περισσότερη περιγραφή: τοπία, φυσιογνωμίες, γεωγραφικές επισκοπήσεις, εσωτερικά σπιτιών και μεγάρων, κι άλλες φυσιογνωμίες κτλ.

Σε εκείνο το σημείο η καθηγήτριά μας σχολίαζε ότι αν το μυθιστόρημα είναι κατ’ εξοχήν κάτι είναι σίγουρα αφήγηση, οπότε θα περίμενε κανείς οι μυθιστοριογράφοι να δίνουν στο κοινό τους περισσότερη πλοκή πάρα περισσότερη περιγραφή (αυτά κατά το στοιχειώδες δίπολο μεταξύ περιγραφής κι αφήγησης). Τι να σας πω, δεν ξέρω.

Εκείνο που κράτησα από τον όλο σχολιασμό είναι ότι ένας δημιουργός ή κι ένα κίνημα προσφέρει στο κοινό του αυτό που το κοινό του θέλει από αυτόν. Ενίοτε αυτό που προσφέρει και που το κοινό του ζητάει όλο και περισσότερο καταλήγει τελικά να γίνει μανιέρα.

Το άνωθι ισχύει και για ολόκληρους οργανισμούς που απευθύνονται σε κοινό. Η Εκκλησία, για παράδειγμα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας κατά τους 20 αιώνες ύπαρξης της κινήθηκε με παρόμοιους όρους. Αντίθετα με εμάς, που πλήττουμε αφόρητα στις ατελείωτες υπνωτικές ακολουθίες της Εκκλησίας μας, αυτό που φαίνεται να επιθυμούσαν οι πιστοί για αιώνες από τη λειτουργική ζωή τους ήταν όσο το δυνατόν εκτενέστερες ακολουθίες.

Κι έτσι στην ορθόδοξη θεία λειτουργία δεήσεις επαναλαμβάνονται τρεις ή τέσσερις φορές (Ειρηνικά, Εκτενής κτλ.) χωρίς κάποια πραγματική θεολογική θεμελίωση, αν και εκ των υστέρων επινοήθηκαν θεολογικές προφάσεις για την επανάληψη αυτή. Ο βασικός ωστόσο σκοπός των δεήσεων αυτών είναι προφανώς να επεκτείνει τη διάρκεια της θείας λειτουργίας.

Γενικότερα, αν εξετάσει κανείς τις ορθόδοξες ακολουθίες (με τους Αιθίοπες να είναι οι πρωταθλητές παρεμπιπτόντως), περιέχουν κάθε λογής παραγεμίσματα και επαναλήψεις, ακριβώς γιατί για αιώνες αυτό ζητούσαν οι πιστοί από την εκκλησία τους: μακροσκελείς ακολουθίες. Στην εποχή μας, που όντως έχουμε και πιο ευχάριστα πράγματα να κάνουμε και πιο δημιουργικές ασχολίες (φρίξτε πιστοί!) με τις οποίες καταπιανόμαστε, κάτι τέτοιο φαίνεται παράλογο. Και ναι, το παρελθόν είναι ξένη χώρα ενώ είναι πάρα πολύ δύσκολο ανθρωπολογικά να προσεγγίσουμε τον άνθρωπο της ανατολικής Μεσογείου μεταξύ ας πούμε 9ου και 15ο αιώνα ― μιλάμε για πολλά χρόνια.

Κάτι παρόμοιο γνωρίζουμε ότι συνέβη με τις νηστείες. Αρχικά η μόνη νηστεία ήταν η Σαρακοστή πριν το Πάσχα. Ωστόσο η εκκλησία μας θεώρησε σκόπιμο να θεσπίσει περισσότερες νηστείες, προφανώς γιατί το ζητούσαν οι πιστοί της. Έτσι λοιπόν προστέθηκε η νηστεία των Χριστουγέννων, αργότερα η νηστεία των Αποστόλων και τέλος η νηστεία της Παναγίας ― η οποία προφανώς είναι πολύ πιο προσφάτως νεωτερισμός. Αυτή η τάση αποτυπώνεται και στο ότι στην εβδομαδιαία νηστεία της Παρασκευής (θάνατος του Χριστού) προστέθηκε αυτή της Τετάρτης (προδοσία, λέει, του Χριστού), ενώ κάποιοι κύκλοι εσχάτως επισώρευσαν και τη νηστεία της Δευτέρας (λόγω αγγέλων, τάχα).

Και στις δυο περιπτώσεις, αυτά ήθελαν οι πιστοί, ή τέλος πάντων οι πιστοί που είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν έναν θεσμό τόσο δυσκίνητο και αργοκίνητο στη συσσωρευμένη σοφία του περί την ηγεσία: διάρκεια στις ακολουθίες και περισσότερες μέρες νηστείας.

Σαν καταληκτικό και μάλλον κοινότοπο σχόλιο απλώς θα προσθέσω ότι ένας οργανισμός ή ένας δημιουργός δίνει στο κοινό του αυτό που ζητάει και τείνει να δίνει όλο και περισσότερο στο κοινό του από αυτό που το κοινό ζητάει.

Από την άλλη όμως το κοινό μαθαίνει να ζητάει περισσότερο από αυτό που τελικά επιλέγει να του δώσει ο εν λόγω οργανισμός ή ο δημιουργός. Άλλωστε κανένα κοινό δεν ζητάει μόνον ένα πράγμα. 

Για τη χρησιμότητα ποιητών και συγγραφέων

Όταν κάποιος είναι ποδοσφαιριστής ξέρουμε ότι μάλλον δεν θα μπορεί να συνεχίσει να παίζει ποδόσφαιρο μετά τα 40 ή τα 45 του. Η προσδοκία μας είναι ότι μέχρι τότε θα έχει βάλει κάποια χρήματα στην άκρη ώστε να μπορέσει να περάσει με άνεση την υπόλοιπη ζωή του.

Όταν κάποια ή κάποιος ασχολείται με την τέχνη, με την ποίηση ή με τη συγγραφή ενδεχομένως να μπορεί να συνεχίσει να θεραπεύει την τέχνη και τις απαιτήσεις της μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Εδώ το πρόβλημα είναι ότι αντίθετα με τους ποδοσφαιριστές, οι άνθρωποι που ασχολούνται με την τέχνη δεν μπορεί να έχουνε καμία προσδοκία ότι μεταξύ 16 και 40 θα έχουν βγάλει χρήματα, πολλώ μάλλον να έχουν βάλει χρήματα στην άκρη.

Σε έναν κόσμο στον οποίο η ενασχόληση με την τέχνη (και μάλιστα με την ποίηση ή με τη συγγραφή) αποτελεί μία μοναχική και κάπως εκκεντρική ενασχόληση, από ένα σημείο και μετά ο βιοπορισμός καθίσταται πάρα πολύ σοβαρό πρόβλημα.

Όσες κι όσοι γράφουν ή δημιουργούν αλλά δεν έχουν κάποιου είδους περιουσιακά ή κάποια «κανονική» δουλειά (και κακά τα ψέματα υπάρχουν τύποι και τρόποι δημιουργίας και συγγραφής που δεν μπορούν να συμβαδίσουν με μια κανονική δουλειά οκταώρου) ― και δεδομένου ότι η κοινωνία μας δεν φροντίζει να επιχορηγεί και να συνταξιοδοτεί συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες ― μία λύση είναι να φροντίσουν ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες να ξεπουληθούν νωρίς.

Αντιλαμβάνομαι ότι τα αντανακλαστικά πολλών τούς οδηγούν να καγχάσουν σ’ αυτό το σημείο γιατί ο νους τους πάει σε κρατικοδίαιτους καλλιτέχνες σοβιετικών προδιαγραφών. Θα τους αντιτείνω ότι αυτό που έχω εγώ κατά νου είναι το γερμανικό σχέδιο υποστήριξης όσων ασχολούνται με την τέχνη, που θέσπισε η καθόλου κομμουνίστρια Ανγκέλα Μέρκελ.

Βέβαια το θέμα είναι κατά πόσον το κράτος δεν επιθυμεί να ξεπουληθούν συγγραφείς ποιητές και καλλιτέχνες καθώς μεγαλώνουν και τελικά γερνούν.

Γιατί οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς είναι μεν άχρηστοι γενικώς, αλλά μπορεί να καταστούν πάρα πολύ χρήσιμοι μόλις μπορέσεις να τους εξαγοράσεις.