I wan’na be like you

Η διασκευή του ντισνεϋκού τραγουδιού από τους Big Bad Voodoo Daddy ακούγεται στην ταινιάρα Swingers. Η ταινία μιλάει για την εναγώνια αναζήτηση του έρωτα εκ μέρους ενός άντρα που δεν είναι τόσο παίκτης όσο «θα έπρεπε”. Συνεπώς η ταινία είναι κωμωδία. Μάλιστα, πρόκειται για όντως αστεία κωμωδία.

Θέλω να πιστεύω ότι η ανάσυρση του τραγουδιού για να συμπεριληφθεί στην ταινία δεν είναι τυχαία. Η πρώτη του εκτέλεση χρονολογείται από τη δεκαετία του ’40, στη σκηνή ο βασιλιάς των πιθήκων απευθύνεται στον Μόγλη και του λέει ότι και θέλει και μπορεί να του μοιάσει και να γίνει σαν κι αυτόν. Με άλλα λόγια, στο I wan’na be like you εντοπίζουμε μια βασική διάθεση και τάση που μας πυροδοτεί ο έρωτας: να μοιάσουμε με αυτόν ή με αυτήν που έχουμε ερασθεί. Αν το να μοιάσουμε στον ίδιο τον εαυτό μας, το να πάψουμε να γινόμαστε και να αρχίσουμε να είμαστε, αποτελεί διαδικασία που συναπαρτίζει μερικές πορείες αυτοπραγμάτωσης, η μίμηση του άλλου είναι διαδικασία του να ερωτεύεσαι. Όχι πάντοτε, αλλά πολλές φορές.

Βεβαίως, αποτελεσματική μίμηση — κι όχι απλοϊκότητες τύπου Νόρμαν Μπέιτς — επιτελείς όταν προσπαθείς να ανακαλύψεις και κατά κάποιον τρόπο να αναπαραγάγεις αυτό που συνιστά τον άλλο. Συνεπώς η μίμηση δεν περιορίζεται στην αντιγραφή σουσουμιών, συμβεβηκότων κι εξωτερικών γνωρισμάτων· μίμηση είναι η μεθοδική βάσανος του να αποκαλύψεις και να δουλέψεις από μόνος σου τους μηχανισμούς του άλλου, του εραστή, της ερωμένης: δεν τζαμώνεις τον άλλο παρά προσπαθείς να βρεις τα στοιχεία του ρυθμού εκείνης ή εκείνου που σε μαγεύει για να (ξανα)χτίσεις κάτι από τον εαυτό σου.

Εννοείται βεβαίως πως όταν μιλάμε για ερωτική μίμηση δεν συζητάμε για ναρκισσιστές και μαλαγάνες (“χειριστικούς” τους λένε πια) πυγμαλίωνες που θέλουν εκείνοι να σε πλάσουν εσένα κατά τα κέφια και κατά τη βολή τους, κατά τα όποια ιδανικά τους ή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους.

Πάντως η μίμηση του άλλου δεν περιορίζεται στην περίπτωση που είσαι γορίλας και να θες να γίνεις mancub, Μόγλης. Μίμηση δεν συνεπάγεται ούτε “βελτίωση”, ούτε καν να ανέβεις αναβαθμό. Κι ας λένε πολλοί “ο έρωτάς σου με κάνει καλύτερο άνθρωπο”, μάλλον “ζωντανό” θέλουν να πούνε. Γενικότερα, δεν μας κάνει “καλύτερους» ο έρωτας, μας κάνει κάτι διαφορετικό και ίσως κάτι καινούργιο και πιο μεγάλο, καθώς μιμούμενοι χτίζουμε προσθήκες κι επεκτάσεις του εαυτού μας.

Το σώμα (και η πλάνη του πρωτογονισμού)

Το σώμα μάς αφορά όσο είναι ζωντανό. Δηλαδή, το σώμα μάς απασχολεί ενόσω είναι κάποιος.

Παράδειγμα, το σώμα μάς θέλγει και μας καυλώνει και μας χαρίζει ηδονές κι οργασμούς όσο είναι κάποιος και με την προϋπόθεση ότι είναι κάποιος. Όχι “το σώμα κάποιου”, αλλά κάποιος. Δεν είναι απαραίτητο να μιλάμε για πρόσωπο, αν και η διολίσθηση από το “κάποιος” στο “πρόσωπο” είναι λογικώς αναμενομένη στον όλο εξιδανικεύσεις και μεγάλες αφαιρέσεις πολιτισμό μας. Δεν ποθούμε και δεν ερωτευόμαστε και δεν λαγνουργούμε με πρόσωπα, παρά με κάποιον ή κάποια. Από αυτήν την άποψη, ο έρωτας είναι ανθρώπινος αλλά όχι προσωπικός. Ναι μεν δεν έχει τίποτα το ζωώδες, είτε μιλάμε για γούστο της μιας αρπαχτής είτε για αυτό το πράγμα που βρίσκεται στις παρυφές της αγάπης, αλλά δεν είναι προσωπικός ο έρωτας· πολύ απλά, ο έρωτας δεν είναι φιλία. Ο έρωτας εξαρτάται περισσότερο από το πώς μιλάει η άλλη ή από τη νοσταλγία μας για τις γάμπες της ή από τις ιδιοτροπίες του φιλιού της, παρά από την κοσμοθεωρία της, τις επαγγελματικές επιλογές της ή τα μουσικά γούστα της. Ναι, ο έρωτας προσφέρει δυνατότητες για μέθεξη σε αδιανόητα βάθη και μεταρσιωτικές εντάσεις: και ο Χειμωνάς και ο Ροθ συμφωνούν ότι τελικά κανείς δεν είναι σοφότερος από το σώμα και κανείς δεν είναι ανώτερος του έρωτα. Αλλά ήδη από την εποχή του Ψελλού δεν συγχέουμε τις δυνατότητές του με το ίδιο το πράγμα, όπως δεν συγχέουμε τον συγγραφέα με τα κείμενά του.

Γενικότερα το σώμα μάς απασχολεί ενόσω είναι κάποιος: ενόσω πάσχει, κρυώνει, το πιάνει κόψιμο, πεινάει, παραλύει, διψάει, αρρωσταίνει, στέκεται προς ενατένιση, μεθάει, κουράζεται, φονεύεται, κατουριέται, ζεσταίνεται, γίνεται κτήμα ή αντικείμενο βασανισμού. Κάποια από τα πάθη αυτά μάς φαίνονται πολιτικότερα από άλλα, π.χ. άλλο ο εξανδραποδισμός και άλλο η δίψα και το κόψιμο. Βεβαίως εξανδραποδισμός και βασανισμός δεν υφίσταται παρά μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, καθώς επιβάλλεται από κάποια αυθεντία (την οικογένεια, το κράτος, το ιερατείο κτλ.), ενώ από τη δίψα ή την αρρώστεια δύσκολα ξεφεύγει κανείς. Ωστόσο, η πείνα ενός ανθρώπου (και πώς ή πόσο εύκολα θα την κορέσει) ή το χέσιμο ενός ανθρώπου (και αν θα πρέπει λ.χ. να πληρώσει για να χέσει) δεν μας αφορά αν δεν είναι κάτι που παθαίνει κάποιος. Και το να είσαι κάποιος είναι και πολιτικό ζήτημα.

Θα αντιτείνει κανείς ότι σε μια πρωτόγονη κατάσταση το πώς αντιμετωπίζεις την πείνα, την δίψα, το κρύο κτλ. εξαρτάται αποκλειστικά από δεξιότητες που έχεις εσύ ο ίδιος: ψάρεμα, κυνήγι, απλή οικοδομική. Εξαρτάται επίσης και από το κατά πόσο είναι φιλόξενο το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι: αλλιώς στην τούνδρα, αλλιώς στο Ρουμπ-Αλ-Χαλί, αλλιώς σε κοιλάδες με καρποφόρα. Με δυο λόγια, θα αντιτείνει κανείς, και πρόκειται για σκεπτικό πολύ της μόδας, ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος και το σώμα του είναι μόνος απέναντι στη φύση και στα στοιχεία της. Όντως η εποχή θέλει να βλέπει τα πάθη του σώματος ως εντελώς πρακτικά ζητήματα η επίλυση των οποίων προϋποθέτει προσκοπικές δεξιότητες, άριστη φυσική κατάσταση και γνώσεις τροφοσυλλεκτών ως προς το τι είναι εδώδιμο και πόσιμο.

Βεβαίως πρόκειται για σοβαρή πλάνη: οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας δεν πέρασαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης προϊστορίας τριγυρνώντας ολομόναχοι και χτισμένοι στα κρόσφιτ σαν τον Ταρζάν ή σαν τον Bear Grylls. Οι τροφοσυλλέκτες ζούσαν και ταξίδευαν ως κοινότητες ανθρώπων, μικρές οργανωμένες κοινωνίες με καταμερισμό αρμοδιοτήτων και καθηκόντων αλλά χωρίς εξουσία όπως την κατανοούμε σήμερα (δηλαδή συνδυασμό απραξίας και αυθεντίας). Οι τροφοσυλλέκτες ήξεραν ότι κανείς δεν πεινάει μόνος, ακριβώς γιατί είναι κάποιος, ότι κανείς δεν κρυώνει μόνος, ότι κανείς δεν πεθαίνει μόνος (αν και χωρίς σύγχρονη ιατρική θα του συνέβαινε το πολύ μέσα σε 3-4 δεκαετίες από τη γέννησή του). Και όταν έπαυε να είναι κάποιος με τον θάνατό του, θα του απέδιδαν τιμές και θα του χάριζαν κτερίσματα.

Από τον έρωτα μέχρι την πείνα, από τον εξανδραποδισμό μέχρι τα βασανιστήρια, από την κούραση μέχρι την αρρώστεια (ιδίως αυτήν!) όσα υφίσταται το σώμα τα υφίσταται ενόσω είναι κάποιος. Από αυτή την άποψη, πρόκειται για παθη λιγότερο ή περισσότερο πολιτικά, πάθη που αφορούν την κοινότητα, αφού είμαστε κάποιοι μέσα στην κοινότητα, την κοινωνία (αν προτιμάτε).

Πάντως, παρά τις όποιες εντυπώσεις, το λιγότερο πολιτικό από τα πάθη πρέπει να είναι ο έρωτας, και μάλιστα σε έναν κόσμο με αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.

Οικογενειακά δεσμά

Για το θέμα (ελληνική) οικογένεια έχω ξαναγράψει. Παραδέχομαι όμως πως είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για το θέμα, ιδίως αν θέλει να πάει πέρα από γενικές διαπιστώσεις ή από επισημάνσεις λίγο πολύ γνωστές.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε γονείς και βεβαίως βρισκόμαστε σε πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους· επίσης πάρα πολλοί έχουμε παιδιά και πλέκουμε εξίσου πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους. Κι ας μη μιλήσουμε καν για αδέρφια. Πάρα πολλοί από εμάς αισθανόμαστε ότι η οικογένεια είναι οι μόνοι πραγματικά δικοί μας άνθρωποι και οι πιο κοντινοί μας. Αντιλήψεις όπως «πρώτα η οικογένεια», «η οικογένεια πάνω απ’ όλα», «η οικογένεια ποτέ δεν θα σε προδώσει» κτλ. είτε μας είναι πολύ οικείες είτε τις πρεσβεύουμε κιόλας. Τέτοιες αντιλήψεις συνθέτουν μια χαλαρή ιδεολογία με στέρεη βιολογική βάση και με την όλο βεβαιότητες επίνευση της αμερικανικής νοοτροπίας και ιδεολογίας: μια πολύ συγκεκριμένη θέαση της οικογένειας που πλασάρεται σαν πανανθρώπινη αλήθεια.

Επιπλέον, στην Ελλάδα όπως και αλλού, η επίκληση στην οικογένεια είναι βασική μέθοδος με την οποία ψευδοψυχαναλυτικά ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων: πόσοι δεν έχουμε περιπέσει στο σφάλμα να επικαλεστούμε τον αυταρχισμό, την αστοργία, τη φορτικότητα, την απουσία, την επιτυχία ή την ασημαντότητα κ.ο.κ. του πατέρα ή της μητέρας ώστε να εξηγήσουμε ή να δικαιολογήσουμε συμπεριφορές… Μάλιστα, υπάρχουν μέχρι και επαγγελματίες ψυχαναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν κοινωνικές ομάδες ή κοινωνίες ολόκληρες με βάση τη σχέση των ατόμων που τις απαρτίζουν με τα γονικά τους.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω είναι παραδόξως ακόμα τυφλά σημεία, αλλά δεν είναι τα μοναδικά σε σχέση με το φαινόμενο οικογένεια. Ας δούμε ακόμα τρία τέτοια τυφλά σημεία.

Διάολοι
Όλοι έχουμε υποστεί πιτσιρίκια εκτός ελέγχου που σκούζουν, φωνάζουν, τσιρίζουν, μανουριάζουν, μουτζοκλαίνε, γκαρίζουν, μινυρίζουν. Αν η μάνα είναι εργαζόμενη, ε, η μομφή είναι προκάτ κι ετοιμοπαράδοτη: «δεν ασχολείται με τα παιδιά της», λες και τα δεκάδες χιλιάδες χρόνια που οι ανθρώπινες κοινωνίες ήταν κοινωνίες τροφοσυλλεκτών (ή και αργότερα) οι μανάδες ξημεροβραδυάζονταν διαπαιδαγωγώντας τα βλαστάρια τους. Αν πάλι η μάνα δεν εργάζεται, σίγουρα κακομαθαίνει τα γκρινιάρικα και άτακτα παιδιά, αφού είναι συνεχώς από πάνω τους και τους κάνει τα χατίρια. Εσχάτως, η απάντηση στην παιδική ζωηράδα είναι ritalin: για όλα πρέπει να υπάρχει κι από ένα χάπι.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι γονείς δεν έχουνε καν επίγνωση πόσο τρομακτικά ενοχλητικό γίνεται το παιδάκι τους για τους γύρω ή, μέσα στην άφατη κόπωση και απογοήτευση τους, επιλέγουν τελικά να μην ασχολούνται άλλο με το πόσο αντικοινωνική είναι η διαγωγή του μικρού διαόλου: υποκρίνονται ότι η θηριώδης συμπεριφορά των μικρών τους εμπίπτει μέσα στα όρια του ναζιού, του ακκισμού, του χαριεντίσματος.

Επιπλέον, πολλοί γονείς μικρών τυράννων φαίνονται να μην αντιλαμβάνονται ολωσδιόλου πώς η δική τους συμπεριφορά ενθαρρύνει το παιδί να σκούξει, φωνάξει, τσιρίξει, μανουριάσει, μουτζοκλάψει, γκαρίξει, μινυρίσει. Συνήθως πρόκειται για τους ίδιους γονείς που μπινελικώνουν τα παιδιά τους, που πλακώνονται και βρίζονται μπροστά στα παιδιά, που δεν βάζουν όρια στο παιδί (και το παιδί σχεδόν νομοτελειακά θα προσπαθήσει να τα διευρύνει ούτως ή άλλως: να κοιμηθεί πιο αργά, να φάει κι άλλο παγωτό κτλ), που βάζουν ένα όριο ή υπόσχονται κάτι για να αθετήσουνε μετά τον κανόνα ή την υπόσχεση με ελάχιστη πίεση.

Αν και είμαι αναρμόδιος να γνωματεύσω, μου φαίνεται ότι το να είσαι γονιός είναι πρωτίστως πράξη στοργής και μετά συνέπειας. Όμως η στοργή χωρίς συνέπεια είναι μάλλον χειρότερη από τη συνέπεια χωρίς στοργή — αν ντε και καλά πρέπει η μία από τις δύο να απουσιάζει (που δεν πρέπει).

Προσωπικές αρχαιολογίες
Είπαμε για την επίκληση στην οικογένεια: συζητάς με ενήλικες που δικαιολογούν και ερμηνεύουν συμπεριφορές, και τις δικές τους και των άλλων, με βαση τη σχέση με τους γονείς τους, και μάλιστα όπως τη βλέπουν αναδρομικά, ως ενήλικες. Τις περισσότερες φορές σφετερίζονται την έννοια του τραύματος: αίφνης, το να σε κορόιδευε ο πατέρας σου γίνεται κάτι ποιοτικά ομοειδές με τη φρίκη του να σε κακοποιούσε, μόνον οι ποσότητες διαφέρουν. Άλλοι μιλούν για το μεγάλωμά τους μέσα σε μονογονεϊκή οικογένεια σαν να πρόκειται για ελαφριά μορφή εγκατάλειψης, λες και το ορφανοτροφείο και μια μονογονεϊκή οικογένεια είναι ποιοτικώς ομοειδείς και διαφέρουν μόνον ως προς την ποσότητα της εγκατάλειψης. Το ότι είσαι πρωτότοκος (άρα νιώθεις ότι παρακολουθείσαι, άρα αισθάνεσαι ένας μικρός ενήλικας) γίνεται καραμέλα που ανακουφίζει τις όποιες φλεγμονώδεις συνειδήσεις, λες και το να είσαι πρωτότοκος ισοδυναμεί με το να είσαι το πεντάρφανο που δούλεψε στα ορυχεία από τα 9 του για να αναστήσει τα αδερφάκια του.

Ενθαρρυνόμαστε να ανασκάπτουμε την παιδική μας ηλικία (ή των άλλων) όχι ως μέρος μιας  ψυχαναλυτικής διαδικασίας υπό την καθοδήγηση ειδικού, παρά με τον τρόπο που χρησιμοποιείται η αρχαιολογία για να ταΐσει τον εθνικισμό: επιλεκτική ερμηνεία ανασκαφών σε στοχευμένες τοποθεσίες της μνήμης που θα «εξηγήσει» συμπεριφορές και άρα θα τις δικαιολογήσει. Καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας απαραθραύστως ως παιδιά. Θεωρώ ότι αυτή η χρήση της παιδικής ηλικίας από ενήλικες, επαναλαμβάνω όχι ως μέρος μιας θεραπευτικής διαδικασίας, είναι πολύ μεγάλη απάτη ή αυταπάτη, ένα ψέμα που λέμε για να καθησυχάσουμε και να δικαιολογήσουμε. Επίσης νομίζω, να το ξαναπώ, ότι «από μια ηλικία και μετά, ας πούμε τα 20, τα 25 ή τα 35, είσαι το υλικό που παραδίδει σ’ εσένα η παιδική σου ηλικία και η εφηβεία σου: αυτό είσαι με αυτό θα δουλέψεις, ως αυτό υπάρχεις. Θα καλλιεργήσεις ό,τι μπορείς να καλλιεργήσεις, θα επουλώσεις ό,τι μπορείς και όπως μπορείς: με φάρμακα, με ψυχοθεραπεία, με γιόγκα, με αφοσίωση, με φιλίες κι αγάπη (αν βρεις). Mετά τα (ας πούμε) 25, τα παιδικά σου χρόνια (ήσουν παραχαϊδεμένος, ήσουν παραμελημένος, οι γονείς σου σε κόμπλαραν, ήτανε λούζερ πελώριοι, σε εγκατέλειψαν, χώρισαν, τους είδες να το κάνουν, αλληλομισιούνταν κι έμειναν μαζί για σένα κτλ.) εξηγούνε πολλά, όμως όχι όλα. Και δε δικαιολογούνε τίποτε.»

Κι εν πάση περιπτώσει, όπως διάβασα πρόσφατα εδώ, «για να υπάρξεις χωρίς τον πατέρα, υποστήριζε ο Λακάν, πρέπει να μάθεις να τον αξιοποιείς. Η άρνηση του πατέρα σε αλυσοδένει για πάντα στον πατέρα. Το μίσος δεν απελευθερώνει, δεσμεύει αιωνίως, δημιουργεί μονάχα τέρατα, εμποδίζει την ανάπτυξη της ζωής. Η ρητορική που υποδεικνύει να γινόμαστε γονείς του εαυτού μας –ψευδαίσθηση την οποία υποστηρίζει η εποχή μας– παραβλέπει το γεγονός ότι καμιά ανθρώπινη ζωή δεν δημιουργείται από μόνη της. Απορρίπτοντας την πατρότητα απορρίπτει και το συμβολικό χρέος που κάνει εφικτή τη γενεαλόγηση διά μέσου των γενεών. Η ελευθερία αποσυνδέεται από την ευθύνη και γίνεται ιδιοτροπία, θρίαμβος της διαστροφής».

Αλκατράζ της αγάπης
Τα παραπάνω σχετίζονται με το ολοκληρωτικό ιδανικό της δεμένης οικογένειας, κατά Χάουαρντ Ζινν της «κατεξοχήν φυλακής ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της». Δεχόμαστε ως ενήλικες να εγκλειστούμε σε αυτή την ειρκτή συνήθως ισοβίως, γιατί ο κόσμος εκτός της είναι ζούγκλα, όπως μας υπενθυμίζει και ο Κυνόδοντας.

Η δεμένη οικογένεια, που είναι φυλακή όταν δεν είναι χίμαιρα, παρέχει εγγυημένη υποστήριξη στα μέλη της και, κυρίως, εγγυημένους συναισθηματικούς δεσμούς. Στη σύγχρονη και πιο αμερικανική εκδοχή της, υποτίθεται ότι παρέχει εξασφαλισμένη απεριόριστη αγάπη διαρκείας.

Η εγγυημένη υποστήριξη συνήθως είναι κάτι που πράγματι η δεμένη οικογένεια παρέχει, σε κάποιες κοινωνίες θεσμικώς σχεδόν: τροφή, στέγη, υποστήριξη, σπουδές και κατάρτιση, προίκα και χαρτζιλίκι μέχρι τα 16, τα 25, τα 30 ή τα 50· φροντίδα στην αρρώστεια, την ανέχεια ή τα γεράματα. Το αντάλλαγμα είναι η συμμόρφωση, όπως σε κάθε εξουσιαστική δομή — πολύ περισσότερο σε μια φυλακή: σπουδές αν είναι οι σωστές, χαρτζιλίκι αν δίνεις λογαριασμό, προίκα αν πάρεις τον σωστό άντρα, γηροκόμηση αν δεν κάνεις τρέλες, δεν πολυμιλάς και δεν κάνεις πράγματα που «πια δεν μπορείς να κάνεις» (κι έτσι φυραίνεις και πεθαίνεις μια ώρα αρχύτερα).

Οι εγγυημένοι συναισθηματικοί δεσμοί είναι μια παροχή της «δεμένης οικογένειας» που εξυπακούεται σε κάποιους πολιτισμούς πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλους. Σου λεν ότι ξεκινάς με μπόνους μερικούς ανθρώπους να αγαπάς και να σε αγαπάνε: γονείς, αδέρφια, παιδιά, σόι έκτασης που ποικίλλει ανά κουλτούρα και κοινωνία. Έχεις καβάντζα αγάπης. Δεν χρειάζεται να κάνεις φίλους, δεν χρειάζεται να αφοσιωθείς σε εραστές κι ερωμένες, δεν χρειάζεται πολλή εμβάθυνση και δόσιμο με ξένους — άλλωστε ο κόσμος εκτός της οικογενείας είναι ζούγκλα.

Βεβαίως, η καβάντζα συναισθηματικών δεσμών παραχωρείται με ανταλλάγματα, π.χ. «οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;«.

Η δεμένη οικογένεια επιμένει ότι έχει να σου προσφέρει σχέσεις υψηλής ποιότητας, εγγυημένες, που δεν εξαρτώνται από τόπους διαμονής και γειτονίες, συναδέρφους, σεξουαλικές σχέσεις και φιλίες που πιάνονται και μετά αλησμονιούνται κτλ. Η δεμένη οικογένεια, αν έχεις την ταπεινότητα να είσαι λίγο λιγότερο ο εαυτός σου και να υπακούς, πρόθυμα θα σου χαρίσει σχέσεις υψηλής ποιότητας και ισόβιας διάρκειας.

Και κάπως έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας αιώνια παιδιά ή να αποζητούμε να «ολοκληρωθούμε» και να αυτοπραγματωθούμε μέσα από τον ρόλο μας ως γονείς· όχι μέσα από τη δουλειά, ή τον έρωτα, ή τη φιλία, ή τη μελέτη, ή το ταξίδι, ή τα μεράκια μας… Κάπως έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε την αγάπη δεδομένη και αυτοματισμό.

Αποσπάσματα

Τα παρακάτω είναι σώσματα από αναρτήσεις στο φέισμπουκ ή συνόψεις αναρτήσεων εδώ που δεν πρόκειται να αναπτύξω, γιατί ο καιρός περνάει, η ζωή κυλάει κτλ.

Και πάλι για τα σοσιαλμήντια

Τα σοσιαλμήντια είναι μέσο. Άλλοι τα χρησιμοποιούν για να απομονωθούνε περισσότερο, άλλοι για να κοινωνικοποιηθούν έξω από το ίντερνετ, άλλοι για να πουλήσουν το προϊόν τους, κτλ. Όσο πιο γρήγορα συμφιλιωθούμε με αυτό το αυτονόητο, τόσο πιο γρήγορα θα κατανοήσουμε τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι κυρίως ζητήματα ασφαλείας προσωπικών δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά κτλ.

Παράλληλα, κάθε μέσο μάς παροτρύνει να το αξιοποιήσουμε, να το εξυπηρετήσουμε ενδεχομένως: τo ίνστα μάς προκαλεί έπειξη να φωτογραφηθούμε παντού, σε κάθε περίσταση, με όλους και με όλα (ζώα, φαγιά, έπιπλα κτλ.)· το φέις δημιουργεί οικειότητα εκ του μηδενός και συχνά λ.χ. μάς παραμυθιάζει ότι μπορούμε να πηδηχτούμε με όποιον ή όποια ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες· το τουίτερ αποθεώνει την εξυπνάδα, το επικαιρικό, το κλάσιμο και την επιγραμματικότητα.

Το μέσο, γενικά

Όποιος κάνει κάτι, όποιος σκαλίζει ξύλα ή γράφει ποιήματα ή μαγειρεύει ή σχεδιάζει ιστοσελίδες ή πήζει μαρμελάδες διαλέγει τα εργαλεία και τα υλικά του. Η Κολέτ λ.χ. απεχθανόταν το υπερβολικά λευκό χαρτί, οι μάγειρες θέλουνε τα μαχαίρια τους κι ο Καρτιέ-Μπρεσόν τους 35άρηδες φακούς του — και ούτω καθεξής. Ο μάστορας ξέρει ακριβώς τι υλικά και ποια εργαλεία χρειάζεται, ταπεινά ή εξεζητημένα. Απεναντίας, γκατζετάκιας είναι εκείνος που νομίζει ότι δεν μπορεί να κάνει αυτό που θέλει να κάνει εάν το εργαλείο του ή το υλικό του, δεν είναι φουλ στις δυνατότητες αιχμής και στα υπεργουάου τεχνικά χαρακτηριστικά.

Μελαγχολικές υπάρξεις

Για να αποτραβηχτείς από τη ζωή και να αφεθείς να σε πνίξει γλυκά η μελαγχολία σου, το spleen ή το taedium vitae, ε, πρέπει να έχεις πέντε φράγκα στην άκρη κι ένα σπίτι ήσυχο. Και τρόπο και χρήμα κάπως να τρέφεσαι, τουλάχιστον αυτό.

Πολιτική ορθότητα

Πάμε με λίστα αριθμημένη:

  1. Η ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστη, εκτός από όταν παρακινεί σε βία κατά των αδύναμων.
  2. Χρησιμοποιείται εξουσιαστικά ο λόγος; Αν ναι, υπάρχει πρόβλημα πολιτικό.
  3. Χρησιμοποιώντας τον λόγο καταγγελτικά ή σατιρικά βάζω στο στόχαστρο
    • είτε αυτό που κάνει ή λέει κάποιος (διάβασα Μαρξ, τραγουδάω το Φίδι, συντρίβω την Ελλάδα με λιτότητα)
    • είτε αυτό που είναι (γυναίκα, φτωχός, μαύρος, κοντός).

Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που κάνει ή λέει κάποιος, μας καλύπτει το 1. Τέλος. Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που είναι, τότε πιθανότατα χρησιμοποιώ εξουσιαστικά τον λόγο, άρα πάμε στο 2.

Humani generis decus

Με αφορμή τον θρίαμβο του εντοπισμού βαρυτικών κυμάτων σκέφτηκα ότι μετά το 1945 όλη η τιμή και δόξα του ανθρώπινου γένους προέρχεται από μερικούς επιστήμονες, μηχανικούς, αθλητές, γιατρούς, καλλιτέχνες και ανθρώπους της αλληλεγγύης. Οι υπόλοιποι είτε αδρανούν είτε μας σπρώχνουν λίγο πιο μέσα στα σκατά με κάθε ευκαιρία.

Μωρανθέν άλας

Σύμφωνα με την Εκκλησία της Ελλάδος, τα προβλήματά μας εδώ και έξι-εφτά χρόνια είναι:

  • Τα τζαμιά.
  • Το μάθημα των θρησκευτικών.
  • Το σύμφωνο συμβίωσης.
  • Το θρήσκευμα των προσφύγων.
  • Η καύση των νεκρών.
  • Οι πολεμικές τέχνες κι η γιόγκα.
  • Το μποζόνιο του Χιγκς.
Δεν είμαι εγώ αντίχριστος, αυτοί χρειάζονται φλιτ κι αγιασμό.

Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας. Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα. Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον ελληνοφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών. Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα; Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπειξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος). Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια). Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης. Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη («δεν σε θέλει η γκόμενα»)· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό («σε παράτησε η γκόμενα»).

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου…) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται. Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες — σπανίως όμως «πουτάνες»: επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον «πόνο».

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του. Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά. Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως «τον πυρήνα της βούλησης για ζωή», αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb. Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι «καψουρεύονται» είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

Η πλάνη του πολιτικού βιγκανισμού

Η χορτοφαγία ως αποχή από το κρέας και από την προαπαιτούμενη σφαγή έχει καταγωγή σύμφυτη με του homo sapiens. Οι όποιες επιπτώσεις της χορτοφαγίας στην υγεία λόγω της έλλειψης εκείνων των δύο αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα αυγά και στα γαλακτομικά δεν είναι ενδεχομένως πολύ διαφορετικές από τις συνέπειες της μακροχρόνιας αποχής από το σεξ. Βεβαίως, η χορτοφαγία έχει σαφώς ευγενέστερα κίνητρα από τη μακροχρόνια αποχή από το σεξ, αν και συχνά εκφυλίζεται και η χορτοφαγία σε υπόθεση «καθαρότητας» και αποφυγής μιάσματος.

Η απόλυτη εκδοχή της χορτοφαγίας είναι ο βιγκανισμός, δηλαδή η αποχή από οποιοδήποτε διατροφικό ή άλλο προϊόν ζωικής προέλευσης. Την πρώτη μου βίγκαν τη γνώρισα στα 24, αν και η αυστηρή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβάλλει τον βιγκανισμό για καμποσες μέρες τον χρόνο. Η φίλη μου η Σάρα Λ. δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης, δεν φοράει τίποτε δερμάτινο, αφού είναι προϊόν σφαγής, και δεν τρώει μέλι, γιατί το κλέβουμε από τις μέλισσες.

Σύντομα κατάλαβα ότι ο συνεπής και απαρέκκλιτος βιγκανισμος, σε αντίθεση με τη χορτοφαγία, αποτελεί δυνατότητα που μας προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός και οι σύγχρονες μέθοδοι στην τεχνολογία τροφίμων, κάτι που η Σάρα Λ. παραδέχτηκε ευθύς. Σέβομαι ωστόσο τον βιγκανισμό ως προσωπική επιλογή, και για εμένα το ζήτημα έληξε εκεί, όταν ήμουν 24 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία ο βιγκανισμός προβάλλεται ως πολιτική επιλογή, ως ένα κίνημα ομόλογο του φεμινισμού, του αντιρατσισμού ή του αντιφασισμού. Φρονώ πως αυτή η εκδοχή του βιγκανισμού αποτελεί σοβαρή πλάνη.

Πρώτον, ο βιγκανισμός ως γενικευμένος τρόπος ζωής προϋποθέτει και εκτενή τεχνολογική υποδομή αλλά και ευμάρεια. Σε έναν κόσμο στον οποίο η κρίση επισιτισμού είναι διαρκής και κατά καιρούς σκοτώνει με γενοκτονικούς ρυθμούς, ο βιγκανισμός δεν μπορεί να συνιστά σοβαρή πολιτική επιλογή. Ωστόσο, στον βαθμό που πλασάρεται ως σοβαρή πολιτική επιλογή αφορά μόνον κάποιους προνομιούχους ή και πλουσιότερους κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου, με πρόσβαση λ.χ. σε λαχανικά, φρούτα και ζαρζαβατικά 365 μέρες τον χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή που συντελεί στην απελευθέρωση και στην ευημερία της ανθρωπότητας στο σύνολό της: πελώριο μέρος της Νότιας Αμερικής, της Αφρικής αλλά και της Ασίας εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά, τα θαλασσινά και τα αυγά για την επιβίωσή της — χωρίς καν να μιλήσει κανείς π.χ. για το κοτόπουλο ως πηγή «εύκολης» πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνομαι βεβαίως τη στυγερή βαρβαρότητα αλλά και τον ανθυγιεινό χαρακτήρα τής μαζικής βιομηχανίας κρέατος και αυτονόητα αναγνωρίζω την επιτακτική ανάγκη να ρυθμιστεί. Κατανοώ και ότι η βοδινομανία του δυτικού κόσμου αποστερεί από τον Τρίτο Κόσμο τη δυνατότητα να παράγει περισσότερο ρύζι, σιτάρι, πατάτες, κασάβα, καλαμπόκι κτλ. Δυστυχώς όμως, η ιδέα ότι η λύση στη λαχτάρα για μπέργκερ βρίσκεται στην αποστέρηση της ανθρωπότητας από τα ζωικά προϊόντα, έστω και ως όραμα, είναι εξίσου ταξικά μη ρεαλιστική, ανάλγητη και (αν ποτέ εφαρμοζόταν) καταστροφικη.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας

Διαβάσαμε τη δήλωση του Τούρκου ιμάμη: «ο Αλλάχ ας μας προστατεύει απ την κακία των μορφωμένων».

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση δεν βρίσκεται μεταξύ θρησκείας και επιστήμης ή μόρφωσης: οι μορφωμένοι που θρησκεύουν ανεξαιρέτως θα σπεύσουν να δηλώσουν ότι το αντικείμενο της πίστης τους, είτε είναι μονοθεϊστές είτε βουδιστές είτε ό,τι άλλο, βρίσκεται εκτός της σφαίρας του επιστητού. Υπάρχουν πάρα πολύ σοβαρές αντιρρήσεις για το κατά πόσον ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ του αντικειμένου της πίστης και αυτού της επιστήμης είναι εφικτός ή κατά πόσον έχει νόημα. Αλλά, επιμένω, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας.

Το πρόβλημά μας, φρονώ, έχει να κάνει με την πλάνη της θρησκευτικότητας.

Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει αφοσιωθεί στο να οικοδομήσει την ιδέα αλλά και τη διάθεση ενός σύμπαντος που νοιάζεται για εμάς. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει έλεος και παρηγοριά κάπου στον φυσικό κόσμο ή έξω από αυτόν, μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν είναι το ίδιο το σύμπαν που συνωμοτεί ή αν ελεήμονες θεοί και δυνάμεις μέσα στο σύμπαν ή έξω από αυτό νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν. Σημασία έχει ότι πνευματικές δυνάμεις, ανθρώπινη δημιουργικότητα και ανθρωποαιώνες στοχασμού έχουν αφιερωθεί στην κατασκευή ενός σύμπαντος (ή θεών) που ενδιαφέρονται για τη μοίρα μας και που νοιάζονται για το ριζικό μας. Αυτό από μόνο του ίσως είναι στοιχείο της φύσης μας, με τη βιολογικότερη ερμηνεία του όρου, ίσως είναι κάτι αναπόδραστο.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας συνίσταται στο ότι έχουμε αφοσιωθεί στο να επινοήσουμε θεούς που νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν εις βάρος της οικοδόμησης κοινωνιών που νοιάζονται για τα πιο αδύναμα μέλη τους ή και για όσους δεν ανήκουνε σε αυτές. Ψάχνουμε να σωθούμε από θεούς και να παρηγορηθούμε από αυτούς, ενώ — δυστυχώς, ενδεχομένως — η μόνη πηγή παρηγοριάς και το μόνο πρόθεμα πνευματικότητας είναι οι άλλοι άνθρωποι.

Πιο απλά: αντί να στρέψουμε τον πνευματικό πολιτισμό μας στην επινόηση (άρα και οικοδόμηση) κοινωνιών συναλληλίας και αλληλεγγύης, εδώ και αιώνες κάνουμε τέχνη και παράγουμε στοχασμό που θα μας ανακουφίζουν με την ιδέα της Θείας Πρόνοιας (και ας ζούμε συντριπτικές αναιρέσεις αυτής της ιδέας ξανά και ξανά και ξανά και ξανά) και που θα μας τάζουν ζωή μετά θάνατον. Στην πείνα αντιτάσσουμε θεούς που δεν θα επιστρέψουν να «ελαττωθούμε παντός αγαθού», στην αδικία καταριόμαστε και επικαλούμαστε τον κάθε αλάστορα, στον άκαιρο και σπαραχτικό θάνατο προσφεύγουμε σε είδωλα, εικονίσματα ή τους προγόνους μας μέσα σε δέντρα ή ανάμεσα στα άστρα.

Δείτε λ.χ. πώς αποτυπώνεται αυτή η μονομέρεια, συνέπεια της πλάνης της θρησκευτικότητας, στην ιστορία της τέχνης: αντί να δώσει διάθεση και λαχτάρα για συνοχή, δικαισούνη, συντροφικότητα και ανεκτικότητα, παράγει εικόνες μεταθανάτιας δόξας και αυταπάτες αποτελεσματικών προσευχών και θαυματουργών παρεμβάσεων· αντί να παράσχει παρηγοριά μέσα από τους ανθρώπους, αφού τίποτε άλλο δεν έχουμε, πασχίζει να κατασκευάσει ένα σύμπαν που θα σκεπάσει και θα παρηγορήσει εκείνο.

Φωτογραφία: Boris Dmitriev

Η πλάνη της ουτοπίας ως μομφής

Σε μια πολιτική συζήτηση, η αντίρρηση «μα αυτά είναι ουτοπίες» είναι συνήθης. Αποτελεί κάτι παραπάνω από αντίρρηση: πρόκειται για υπόρρητο αντεπιχείρημα σε κάθε είδους μεγαλεπήβολο όραμα, με στήριξη μάλλον θετικιστική: ας μείνουμε στα γεγονότα, ας ασχοληθούμε με το εφικτό.

Βεβαίως,  η ουτοπία για την πολιτική είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη: και απαραίτητη προϋπόθεσή της, αφού διαχωρίζει την πολιτική από τη διαχείριση, και απώτερος στόχος της.

Πράγματι, σε μια επιστημονική συζήτηση,  η αντίρρηση «μα αυτά είναι θεωρίες» είναι κενή και άτοπη. Όποιος έχει αντίληψη του πώς λειτουργεί η επιστήμη, γνωρίζει ότι από «θεωρίες» ξεκινάει κάθε επιστημονική αναζήτηση: «ο αέρας επιταχύνει την κίνηση», «υπάρχει μια vis vitalis που ζωοποιεί τα έμβια όντα», «το λευκό φως δεν είναι απλοειδές». Η υπόθεση ή η αρχική θεωρία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη, ωστόσο κινητοποιεί την έρευνα, προσφέρει κάτι προς διάψευση ή επίρρωση, εξαναγκάζει στην παρατήρηση και στο πείραμα. Αντίστοιχα, το αρχικό ουτοπικό όραμα (π.χ. οικοδόμηση μιας κοινωνίας με βάση τα ιδεώδη των κουάκερων) μπορεί να είναι ανέφικτο ή ανεπιθύμητο, όμως κινητοποιεί και προκαλεί ζυμώσεις και εξελίξεις (π.χ. κατάργηση της δουλείας) που αλλάζουν τη ζωή ή σώζουν τη ζωή εκατομυρίων ανθρώπων.

Αντίστοιχα, κάθε επιστημονική αναζήτηση, η επιστημονική έρευνα, αποσκοπεί στη διατύπωση μιας θεωρίας που ερμηνεύει και (αν επιτρέπει το αντίκειμενο προς εξέταση) προβλέπει. Και πάλι, η αντιστοιχία με την ουτοπία στην πολιτική είναι διαυγής: το όραμα οδηγεί την πράξη, χωρίς όραμα η πράξη παραπαίει ή περιορίζεται στη λογιστική.

Ξενοδοχεία

Σε δωμάτιο ξενοδοχείου πρωτοκοιμήθηκα όταν ήμουν 25 χρονών, σε ένα δίκλινο γαμιστρώνα στο Βαρδάρι με τον πατέρα μου. Ο άνθρωπος ντρεπότανε πάρα πολύ στην αρχή που με κουβάλησε εκεί μέσα (το ξενοδοχείο το θυμότανε, λέει, από το 1961). Μετά χαλάρωσε κάπως και ήρθε σε επίγνωση της ηλικίας μου και του ότι, ε, θα είχα ξαναπάει σε γαμιστρώνα: είχε σχεδόν δίκιο, αν και εκείνος ήτανε σαφώς πιο κυριλέ. Αλλά δεν βαριέσαι, από κάπου αρχίζουμε όλοι.

Έκτοτε κοιμάμαι σε ξενοδοχεία τουλάχιστον 5-6 φορές τον χρόνο· δεν λέω λοιπόν για τις πανσιόν των θερινών διακοπών, γιατί αυτές είναι άλλη διάθεση και άλλος θεός και τις τιμώ παιδιόθεν μέχρι και τις αδέξιες σχέσεις της ύστερης μετεφηβείας: θυμάμαι λ.χ. την πανσιόν με το καθόλου λεοναρντκοενικό όνομα Θόδωρος στην Ύδρα. Κοιμάμαι σε ξενοδοχεία λόγω δουλειάς. Καμμιά φορά λέω ότι δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η ειδίκευσή μου στη δουλειά που κάνω, εντάξει, με διάθεση ακκισμού, αλλά ότι στα ξενοδοχεία είμαι εξπέρ.

Τρεις με τέσσερις φορές τα τελευταία 18 χρόνια έχω σκεφτεί να ξεκινήσω ημερολόγιο ξενοδοχείων: αριθμός δωματίου, αίσθηση, διάθεση, ειδοποιός διαφορά. Βεβαίως και δεν ευοδώθηκε η ιδέα: είμαι τεμπέλης. Σε κάποια δωμάτια, φουλ ερωτόπληκτος, βλαστήμησα που ήμουν εκεί μόνος. Σε άλλα δεν ήμουνα μόνος και αυτό ήτανε καλό, πολύ καλό. Κάποια δωμάτια (θυμάμαι λ.χ. ένα πανάκριβο στις Βρυξέλλες, στο Radisson Blu, που μου το έδωσαν κοψοχρονιά) θα ήθελα να τα υιοθετήσω, να είναι η βάση μου όταν και αν θα επέστρεφα στην πόλη. Κάποια δωμάτια επιστρέφουν στα όνειρά μου σαν μεταφορές για εναλλακτικά παρόντα μου: εκεί θα κοιμόμουν μαζί της τώρα αν…

Αν και αφηρημένος δεν ξεχνάω πράγματα ποτέ. Δεν αφήνω τίποτε πίσω μου. Το δωμάτιο ξενοδοχείου, αντίθετα με το σπίτι μου (όσο μικρό κι αν είναι το σπίτι), είναι ένας χώρος πεπερασμένος: οι χώροι του είναι μετρημένοι, καταλογογραφημένοι και σαφείς. Κατά κάποιον τρόπο, τα δωμάτια ξενοδοχείων είναι για μένα υποκατάστατα της αρπαχτής: για λίγο μόνο. Στις αρπαχτές άλλωστε δεν καθόλου είμαι εξπέρ: αν πάει καλά η ερωτοπραξία, γιατί να μην ξαναγίνει; και αν πάει χάλια, σίγουρα μπορούμε να το ξανακάνουμε καλύτερα. Ρεβιζιονιστής, δηλαδή.

Αυτό που πάντως με γοητεύει στα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι η ησυχία: πάντοτε ζητάω ήσυχα δωμάτια μακριά από κλιμακοστάσια και (εννοείται) ασανσέρ. Είναι και η πόρτα που κλείνει και κλειδώνει πίσω μου. Μου αρέσει που κοιτάω τον κόσμο μέσα από ξένα παράθυρα και που σοκάρω τους καθωσπρέπει απέναντι, απέναντι για λίγες μέρες μόνο, κυκλοφορώντας τσίτσιδος. Για μένα δωμάτια ξενοδοχείων είναι η στανική καθαριότητα που με κάνει να χαλαρώσω και να κοιμηθώ σαν να είμαι στο κρεβάτι μου, μέχρι να ξυπνήσω τη νύχτα για να κατουρήσω π.χ. και να κουτουλήσω σε κακοχαρτογραφημένο εμπόδιο.

Tordesillas

Το καλό με τα λοξά κείμενα, τα κάπως ζαβά, είναι ότι δίνουν την αίσθηση ότι πάνε πολύ βαθιά. Το λιγότερο καλό είναι ότι δεν ξέρεις αν πάντοτε βρίσκουνε τον στόχο τους. Εκτός και αν ο στόχος τους δεν είναι ρητός και συγκεκριμένος, παρά ένα πεδίο που πρέπει να καλυφθεί, έστω και σποραδικά.

Όταν άνοιξα τουίτερ το 2011, έβαλα για μότο το «I chose not to choose: I chose something else», παραφράζοντας τον Ρέντον του Trainspotting.

Ξέρω βεβαίως καλά πως οι αποφάσεις δεν είναι για τους ανώριμους, γνωρίζω πολύ καλά πως η αμλέτεια αναποφασιστικότητα είναι εξίσου γοητευτική με την ανεμελιά και την ανευθυνότητα: λογοτεχνικώς και μόνο. Επίσης ξέρω πως λίγες αποφάσεις είναι υπόθεση του λέω ένα ναι ή ένα όχι: προσωπικά τουλάχιστον, τα ναι έχω αναγκαστεί να τα στηρίξω ξανά και ξανά, από κατάφαση σε κατάφαση. Τα όχι, άπαξ και τα είπα, δεν γυρίζω να τα ξανακοιτάξω — αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Από την άλλη, πόση πλάνη και πόσος ακκισμός κρύβεται πίσω από την ανάγκη μας για καθαρές λύσεις διαρκείας, πίσω από κάθε Τορδεσίγιας. Πόσο αρματωμένος με λέπια, πόσο χωμένος μέσα στο πώς λειτουργούν οι αφηγήσεις αλλά όχι η ζωή πρέπει να είσαι για να πιστεύεις ότι οι αποφάσεις είναι διακόπτης που γυρίζεις, το μπλε χάπι ή το κόκκινο χάπι.

Εντάξει, ναι: γνωρίζω από την καλή και από την ανάποδη, ότι πάντοτε σχεδόν οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις. Έμαθα καλά επίσης ότι εσύ πρέπει να αποφασίσεις, όχι κάποια εξουσία από αλλού, ποιες είναι οι επιλογές σου και ότι συνήθως είναι περισσότερες από δύο: μπορεί να σκεφτόμαστε δυιστικά ή και μανιχαϊστικά κάποτε, αλλά ο κόσμος δεν είναι ψηφιακός. Τέλος, κάθε επιλογή διακλαδίζεται σε άλλες καινούργιες επιλογές, ώστε κάθε μονοπάτι από αλυσιδωτές αποφάσεις βγάζει αλλού γι’ αλλού.

Με δυο λόγια, κάθε επιλογή απαρτίζεται από τουλάχιστον δύο αποφάσεις. Η πρώτη απόφαση αφορά το ποιες εναλλακτικές θα θέσουμε αρχικά υπόψη μας, δύο ή περισσότερες· η δεύτερη απόφαση είναι η επιλογή καθεαυτή: ποια από τις εναλλακτικές θα διαλέξουμε και θα διαλέγουμε ξανά και ξανά, μέσα από τις υποεπιλογές που καθεμιά της θα μας ανοίξει.

Αυτοσμιλευόμαστε και αυτοφωτιζόμαστε και αυτοεπινοούμαστε μέσα από τις επιλογές μας. Ίσως πούμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε εκεί όπου μας έφερε μια ακολουθία από ναι και όχι, από 1 και 0. Θα επικαλεστούμε και διάφορα Ich kann nicht anders. Όμως είμαστε αυτό που μας έπλασε και μας φώτισε και μας επινόησε κάθε χτύπημα με τη σμίλη που λέγεται επιλογή κι απόφαση.