Οι δάσκαλοι της ισορροπίας

στον Χρήστο Μαράκο
 

Κάποιοι γράφουνε με προθυμία ποίηση γιατί θεωρούν ότι η ποίηση είναι εύκολη υπόθεση: ξεμπερδεύεις με λίγους στίχους και δεν χρειάζεται να γεμίζεις σελίδες, παρά μόνον να τις διακοσμείς με μισή παράγραφο από αράδες που σπας αυθαιρετα στη μέση, όπως τα μακαρόνια οι γιαγιάδες. Αρκεί να διανθίζεις τους στίχους σου με καλολογία και μια-δυο σπάνιες λέξεις — όχι πιο πολλές, για να μην αποξενώνεται ο αναγνώστης.

Άλλοι γράφουνε πεζογραφία ακριβώς επειδή η πεζογραφία είναι εύκολη υπόθεση: λες μια ιστορία και δεν χρειάζεται να βασανίζεις κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε πρόταση. Αρκεί να υπάρχει ρυθμός και να μιλάς για κάτι που αγγίζει τους ανθρώπους, όπως ο απλοειδής έρωτας, η γλυκειά ειρκτή της οικογένειας και η παραμυθία της παράδοσης — χωρίς όμως να γίνεσαι δοκίμιο κι εγκυκλοπαίδεια.

Και οι μεν και οι δε σκουπίδια γράφουν. Το μυστικό βρίσκεται στην ισορροπία: μεταξύ επιγραμματικότητας και ρυθμού. Η ισορροπία επιτυγχάνεται κάπου μεταξύ επιτήδευσης και οικειότητας, στον χώρο όπου αυτο που ξέρεις κι εκείνο που δεν περιμένεις κι αυτό που θα σε μετακινήσει θα διαπλεχθούν και θα συστραφούν, ώστε να σε αφήσουν σαν αναγνώστη κάπου όπου είσαι παλιός γνώριμος αλλά όπου δεν θυμάσαι το τοπίο και το σκηνικό να είναι ακριβώς έτσι — όπως στα συναρπαστικότερα όνειρά μας.

Έβλεπα βίντεο κλιπ από τη δεκαετία του ’80. Τότε που ο κόσμος, λέει η Ζ., ξόδευε λεφτά για να γυρίσει σωστά και με βαρβάτο σκηνοθέτη ένα βίντεο στη Βολιβία ή στην έρημο της Αυστραλίας αλλά δεν τον πολυένοιαζε εάν ο σταρ που τραγουδούσε είχε καμμιά τρίχα αδέσποτη ή πόρους που δεν κάλυπτε το μεϊκάπ. Τότε που γυριζόντουσαν πολιτικότατα βίντεο κλιπ, ανοιχτά queer βίντεο κλιπ και όταν η Τίνα Τέρνερ περπάταγε με τις πουτάνες της Νέας Υόρκης, ενώ ο Πρινς το ’92 έτριβε το μικρόφωνο στον κώλο του χωρίς να τον νοιάζει αν πέσουν οι πωλήσεις. Σε αυτό, ακόμα και τα ξεφτιλισμένα έιτιζ είναι μπροστά από εμάς.

Εμείς πια θεωρούμε ισορροπία να στήνουμε το υπομόχλιο κάτω απο το σημείο που ισαπέχει από τα δύο άκρα. Βεβαίως πρώτα φροντίζουμε να επινοήσουμε δύο άκρα, μετράμε τη μεταξύ τους απόσταση, διαιρούμε διά 2 και αυτό είναι. Άλλωστε, «η πόλωση και τα αντιθετικά ζεύγη είναι πάντα η εύκολη λύση: ερμηνεύεις κάτι ψάχνοντας να βρεις το αντίθετό του και, αν δεν υπάρχει, το επινοείς. Όμως, από τη στιγμή που κάτι διαθέτει το αντίθετό του, μπορείς να υποκριθείς ότι έχεις εξουδετερώσει αυτό το κάτι, μέσω συμψηφισμού, αφού δύο αντίρροπα διανύσματα αλληλοεξουδετερώνονται. Βεβαίως η άσκηση αυτή αποτελεί σοφιστεία, αφού στον πραγματικό κόσμο των επιχειρημάτων και του Πολιτικού τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα ούτε ισομεγέθη.»

Τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα, ούτε ισομεγέθη. Άλλο το βάρος και οι δυνάμεις από τη μια πλευρά, άρα και το μήκος του διανύσματος, άλλο από την άλλη. Επίπλέον, δεν είναι όλα τα διανύσματα αντίρροπα, αφού υπάρχουν και άλλες γωνίες πέραν από αυτές των 180 μοιρών. Υπάρχουνε κι άλλες διαστάσεις πέρα από τις δύο: ο κόσμος δεν είναι μοντέλο απλό, ο κόσμος είναι δάσος.

Η ισορροπία είναι πολύ σπουδαία υπόθεση αλλά και πολύ δύσκολη. Και κάθε ισορροπία είναι ασταθής και φευγαλέα. Το ζήτημα δεν είναι να στήσει κανείς μια ζωή, ένα έργο ή ένα κείμενο σαν πυραμίδα ή σαν τον πύργο του Άιφελ, με μια βάση πελώρια να υποστηρίζει μια κορυφή σημειακή. Αυτό είναι τόσο εύκολο, που γίνεται ευτελές. Κι ισορροπία δεν υπάρχει στην ευτέλεια.

Το θέμα είναι να είσαι και να μην είσαι, να μιλάς και να μη φαίνεται πως μιλάς εσύ, να δείχνεις κάτι και να μοιάζει ότι το πράγμα φαίνεται από μόνο του. Να αισθάνεται κάποιος ότι λες και δείχνεις όσα σκέφτεται και όσα νιώθει, ενώ τα σκέφτεται και τα νιώθει μόνο και μόνο επειδή εσύ του τα είπες και του τα έδειξες.

Ισορροπία έχεις επιτύχει όταν τέρπεις χωρίς να μαρτυρείς την πρόθεσή σου να τέρψεις, όταν δεν συγχέεις αλλά και δεν ορίζεις, άμα ξέρεις να παίρνεις στα σοβαρά ό,τι κάνεις κι ό,τι φτιάχνεις και ό,τι θες, αλλά όχι τον εαυτό σου. Ισορροπείς όταν πια βλέπεις να συστρέφονται τα πράγματα και να συναντούν τον εαυτό τους χωρίς να νιώθει ίλιγγο ή αγανάκτηση όποιος τα ιχνηλατεί.

Ισορροπία τέλος σημαίνει να θυμάσαι ότι η αφοσίωση δεν προϋποθέτει αποκλειστικότητα και ότι η θέρμη δεν συνεπάγεται φανατισμό και μονομέρεια. Μπορεί να είσαι της γης αλάτι ή μπορεί να βάζεις αλάτι όπου χρειάζεται, αλλά σκοπός σου δεν είναι να λυσσάξει ο άλλος παρά να μη σαπίσει. Ισορροπία θα πει να μην είσαι πολυθεϊστής και τσαπατσούλης αλλά και να μην αφήσεις το ξυράφι του Όκκαμ να σου ξυρίσει τα αυτιά. Η ισορροπία εξυπακούει όχι την αταραξία ή την απαθή ακινησία, αλλά την ταχυδακτυλουργικά γρήγορη και χειρουργικά ακριβή κίνηση.

Δεν μπορώ να το θέσω καλύτερα από έναν σπουδαίο δάσκαλο.

Η ατζέντα κι η πορνεία

Πριν τρία χρόνια έγραφα:

Η ατζέντα […] ποδηγετείται από την επίμονη προβολή θέσεων και απόψεων που δεν είναι καινούργιες και δεν είναι πρωτότυπες και δεν είναι καθόλου μα καθόλου ορθολογικές (πρέπει γρήγορα κάποιος να αποκαταστήσει τον ορθολογισμό και τον διαφωτισμό στον ελληνικό δημόσιο λόγο, προς το παρόν τον καπηλεύονται κακοί μαθητές του Νίκου Δήμου ή, χειρότερα, καλοί μαθητές της Άυν Ραντ). Η παλιά κακή χρονογραφία του αθηναϊκού τύπου ξαναζεί και παίρνει το αίμα της πίσω τροφοδοτώντας τις διαδικτυακές συζητήσεις: με τις εικοτολογίες της, με τον καζουισμό της, με την ευλογοφάνειά της. Κείμενα που γενικώς στηλιτεύουν και ειδικώς λοιδωρούν, που κατασκευάζουν ιστορίες («αφηγήματα» λέγονται πια) και μετά τα εγκαταλείπουν, που ανάγουν το ‘ναι μεν αλλά’ σε επιχείρημα: αυτά συζητιούνται, κοινοποιούνται, ανακυκλώνονται, αναιρούνται, αποδομούνται, αλλά τελικά χρησιμοποιούνται ως πηγές και παρατίθενται.

Δύο μήνες πιο πριν, συνόψιζα το γενικότερο ζήτημα ως εξής:

Σε παιχνίδια με ασυγκρίτως πιο βαθειές και μακροχρόνιες συνέπειες, όπως η πολιτική, όποιος ορίζει την ατζέντα και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου κρατάει γερά και το πλεονέκτημα στο παιχνίδι και τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Πίστευα λοιπόν και πιστεύω ότι πρέπει να θέτουμε εμείς την ατζέντα του τι συζητιέται στην κοινωνία.

Πιστεύω ότι πρέπει να θέτουμε εμείς τα θέματα επί τάπητος αλλά και την οπτική γωνία και τους όρους που θα συζητηθούν.

Εμείς, οι οποιοι εμείς· αρκεί που δεν είμαστε ο Τράγκας, ο Χατζηνικολάου, τα σαπρόφυτα της Καθημερινής, η ομάδα αλήθειας, οι νεοφιλελεύθεροι κομισάριοι και οι νεοσυντηρητικοί ινστρούχτορες ή ― εσχάτως ― οι Συριζαίοι επί πληρωμή.

Επιπλέον, όχι μόνον δεν πρέπει να συρόμαστε στο να συζητάμε με όρους έκθεσης ιδεών του Μανδραβέλη ή μέσα στο πλαίσιο της πρωτοφασιστικής χυδαιότητας του Τράγκα και του Χίου, αλλά πρέπει να έχουμε απαράθραυστη επίγνωση του επαρχιωτισμού και της στενομυαλιάς που σταδιακά κατακλύζουν τον «ελεύθερο κόσμο». Λέει π.χ. ο Τσόμσκυ στο βιβλίο του The Common Good (σ. 43, έμφαση δική μου):

The smart way to keep people passive and obedient is to strictly limit the spectrum of acceptable opinion, but allow very lively debate within that spectrum – even encourage the more critical and dissident views. That gives people the sense that there’s free thinking going on, while all the time the presuppositions of the system are being reinforced by the limits put on the range of the debate.

Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές είναι αναγκαίο να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πασχίζοντας να αντιληφθούμε τι δεν βλέπουμε, τα δικά μας τυφλά σημεία, αλλά και να γίνουμε προκλητικοί. Όπως λέει ο Ηλίας Πετρόπουλος στον Κουραδοκόφτη:

Πιστεύω πως, η πρόκληση, και ο αναπόφευκτος σκανδαλισμός, εξαναγκάζουν τους αναγνώστες να χρησιμοποιήσουν τη σκέψη τους. Οι αναγνώστες είναι υποχρεωμένοι να εντοπίσουν το προβληματάκι, που, κάθε φορά, κρύβεται μέσα στα κείμενα.

Ας πιάσουμε λοιπόν τη σεξουαλική εργασία, αυτό που αποκαλούμε πορνεία. Ξεκινάω με τρεις θέσεις, επιγραμμάτικα δοσμένες, που προσωπικά θεωρώ αυτονόητες:

Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη πολλοί αναγνώστες θα έχουν ξενιστεί. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η φωνή των εργαζομένων του σεξ (αυτή π.χ.), συνδικαλισμένη ή μη, αγνοείται συστηματικά από τους νομοθέτες και από κάποιους θεωρητικούς, που τους θεωρούν συλλήβδην θύματα της πατριαρχίας και του καπιταλισμού, αλλοτριωμένους και χωρίς την agency για την οποία γενικώς κόπτονται.

Αντί όμως να πιάσουμε τη συζήτηση από εκεί που «μας επιτρέπεται» κατά Τσόμσκυ, να την πιάσουμε από αλλού. Να κάνουμε πως αλλάζουμε την ατζέντα. Θα εισαγάγω ένα πολύ ειδικό θέμα και θα το αφήσω ανοιχτό και μετέωρο.

Θα παρακάμψω την πλαισίωση του θέματος «πορνεία» με όρους ποινικοποίησης, οικονομισμού και υγιεινισμού, όπως επίσης και την έμφαση σε όσους δυστύχησαν μέσα από την εργασία του σεξ ― φανταστείτε λ.χ. να συζητούσαμε για τους ανθρακωρύχους αποκλειστικά με όρους καρκίνων, δυστυχημάτων κι ανεργίας.

Μεγάλο μέρος ανθρώπων που καταλήγουν να γίνουν εργαζόμενοι του σεξ (συνοδοί, πόρνες, πουτάνες, τσόλια, εκδιδόμενες / -οι, βίζιτες, μασατζούδες, τεκνά, εταίρες — ή όπως αλλιώς θα αυτοπροσδιοριζόντουσαν) διαθέτουν αξιοσημείωτα έντονη και οξυμένη ενσυναίσθηση. Αυτό κάποτε βοηθάει στη δουλειά τους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να προσφέρουν αυτό που τα αμερικανάκια της τσόντας λένε girlfriend / boyfriend experience, ενώ άλλοτε γίνεται πηγή άγχους και δυστυχίας, γιατί έρχεσαι πολύ κοντά στους ανθρώπους με τρόπους που τελικά δεν θέλεις. Παρόμοιες καταστάσεις βιώνουν βεβαίως και μεγάλο μέρος ανθρώπων που καταλήγουν να γίνουνε γιατροί ή δάσκαλοι — με τη διαφορά ότι τα δικά τους επαγγέλματα δεν είναι στιγματισμένα.

Τι θα μπορούσαν να κάνουνε λοιπόν οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι του σεξ που τους διακρίνει ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση; Ενδεχομένως θα μπορούσαν να γίνουνε θεραπεύτριες και θεραπευτές του σεξ.

Κι εδώ μπορεί να ανοίξει μια συζήτηση. Και οι καινούργιες συζητήσεις φέρνουν αλλαγές, αν και απελπιστικά αργά και πολύ βασανιστικά.

Ο σιωπηλός ο άνθρωπος

Άραγε εμείς που διστάζουμε να πούμε ανοιχτά, με θράσος και με ευφράδεια, τι αισθανόμαστε, εμείς που σφιγγόμαστε κάπως και που μας διακρίνει αυτό που λένε restraint, εμείς άραγε δεν νιώθουμε τόσα πολλά τόσο βαθιά όσο οι φαφλατάδες και οι αερολόγοι και οι μεγαλαυχούντες;

Μήπως το ότι δεν θέλουμε να κοπρίσουμε τον κόσμο με ακόμα περισσότερο μπούλσιτ και με λόγια μεγάλα και σάπια συνεπάγεται το ότι δεν μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας; Θα τολμάγατε να πείτε ότι δεν έχουμε συναισθήματα ή, έστω, ότι δεν είναι τρικυμιώδη, αβυσσαλέα ή και τα δύο; Νομίζετε πως είμαστε ρηχοί κι ακίνητοι, κατοπτρικές λιμνοθάλασσες;

Άραγε νομίζετε ότι έχουμε περιορισμένο πεδίο εμπειρίας, φτωχό vécu και αρετή που καταπνίγει την τόλμη μας; Πιστεύετε πράγματι ότι τα έχουμε όλα συμμαζεμένα και τακτοποιημένα, όλη την — κατά τη γνώμη σας — μινιμαλιστική διακόσμηση της ψυχής και της λαχτάρας μας;

Είστε τόσο εθισμένοι στους ψευτοσαιξπηρικούς μονολόγους, σε βλέμματα στοχευμένα και ζυγοσταθμισμένα μπροστά σε καθρέφτες, σε μεγάλες θεαμάτικες εκρήξεις; Θεωρείτε ότι ο πόνος σφυροκοπάει και η απελπισία κραυγάζει; Ότι αυτό ξέρουνε να κάνουνε και μόνο;

Είπε ο Ουίλλιαμ Μπλέικ: Those who control their passions do so because their passions are weak enough to be controlled (Όσοι τιθασεύουν τα πάθη τους το καταφέρνουν επειδή τα πάθη τους είναι αρκούντως αδύναμα). Κι εγώ λέω: Άντε και γαμήσου, Ουίλλιαμ Μπλέικ, που έβλεπες αγγέλους να καβαλάνε τα κλαριά των δέντρων: ο σιωπηλός ο άνθρωπος ζει μέσα του το διαρκές αγγελόκρουσμα.

Ερωτικές συμβουλές σε νέους άντρες

italians
Σεξ

  • Το «όχι» της γυναίκας σημαίνει όχι. Εκτός και εάν έχετε συμφωνήσει μαζί της από πριν ότι το «Βύρων Πολύδωρας» σημαίνει όχι — ή όποιο άλλο safe word.
  • Το «όχι» της γυναίκας σημαίνει όχι. Τι σημαίνουν τα άλλα; Ό,τι σας φωτίσει ο θεός.
  • Το «όχι» της γυναίκας σημαίνει όχι και αν ακόμη αμφιβάλλετε είστε λίγο σκουλήκι και σόρυ.
  • Μην ντρέπεστε. Δηλαδή να ντρέπεστε μόνον αν υπήρξατε μαλάκας και να το παραδέχεστε στα ίσια, χωρίς «αλλά» και «όμως» μετά. Όλοι εκτιμούν μία στεγνή συγγνώμη, ιδίως αν υπήρξατε μαλάκας.
  • Όλοι έχουμε υπάρξει μαλάκες.
  • Μη στέλνετε dick pic εκτός και αν έχει πολλή φωτογένεια, που σημαίνει ότι είναι ή σπάνια ή κλεμμένη από το πορνχάμπ. Μη στέλνετε dick pic με το Kalispera: Τέλος.
  • Είστε καλός εραστής αν αυτό που είστε, έχετε ή κάνετε αρέσει στη συγκεκριμένη γυναίκα (ή άντρα). Δεν είναι απαραίτητο να αρέσει. Ναι, ακόμα και αν την έχετε τόση (και έχει και φωτογένεια). Ναι ακόμα και αν τελειώνετε αύριο. Ναι, ακόμα και αν ξέρετε κάτι κόλπα ζόρικα. Ναι, ακόμα και αν… Από την άλλη, μπορεί να αρέσει (πολύ) αυτό που εσείς θεωρείτε χάντικαπ.
  • Μην περιαυτολογείτε ποτέ περί τη λαγνουργία (το γαμήσι και τις επιδόσεις σας σε αυτό, ντε). Όταν σας παινεύουν, και δη τίποτα πρώην, ξεπεράστε τον έπαινο και δείτε μπας και παίζει επανασύνδεση. Πάντως μη μένετε στον έπαινο για το πόσο καλός εραστής είστε, μην τον αναγνωρίζετε, αποδεχτείτε τον σιωπηλά και προχωράτε παρακάτω.
  • Το αρεσούμενο του ανθρώπου, το καλύτερο του κόσμου. Μην κρίνετε τα γούστα ή το τι καυλώνει την άλλη ή τον άλλο. Αν δεν γουστάρετε κάτι, πείτε το ή δείξτε το. Αλλά μην κρίνετε. Τα «πουτάνα» και τα «ξέκωλο» και τα «ψώλα» και τα «ανώμαλη», αν δεν λέγονται καυλιάρικα στην κλινοπάλη, τα λένε κάτι γυμνοσάλιαγκες και σόρυ.
  • Η ζωή δεν είναι τσόντες. Αλλά οι τσόντες περιέχουν χρήσιμες ιδέες.
  • Μην κάνετε καμάκι με ατάκες σακάτικες («δεν μου σηκώνεται», «έχω πρόβλημα», «δεν ξεπέρασα ποτέ τη Μαρίκα», «την έχω μικρή», «έχω να το κάνω από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου») τάχα για να σας λυπηθούν: αν την πέφτετε με τέτοιες ατάκες είναι πιθανόν ότι ήδη σας έχουνε λυπηθεί για λόγους άσχετους.
  • Μην καταπιέζεστε. Αν είστε μαλάκας και καταπιέζεστε (μάλλον απίθανο), γιατί να μάθουν οι άλλοι αργότερα ότι είστε μαλάκας; Ε; Ας παραγνωριστούμε μια ώρα αρχύτερα.
  • Μην καταπιέζεστε. Αν δεν είστε μαλάκας και καταπιέζεστε (το πιο πιθανό), τζάμπα καταπιέζεστε. Κρίμα δεν είναι;
  • Να είστε κύριος. Που δεν σημαίνει σεξιστικά κυριλίκια ή ζαμπουνιές, παρά να είστε άνθρωπος. Τελεία.

Σχέσεις

  • Αν δεν είστε έτοιμος για σχέση, δεν είστε έτοιμος για σχέση.
  • Αν δεν ξέρετε αν είστε έτοιμος, μπορεί και να είστε. Μπορεί και όχι.
  • Αν είστε έτοιμος για σχέση, είστε και άνω των 35 και πολύ ερωτευμένος. Μεγαλύνθητι ως οι κέδροι του Λιβάνου.
  • Στη συμβίωση ο καθένας θα αναλάβει κάποιους τομείς. Όσο μεγαλύτερη αλληλεπικάλυψη τομέων υπάρχει, τόσο πιο εύκολη θα είναι η συμβίωση.
  • Προσωπική άποψη: κάθε άντρας πρέπει να ξέρει να σιδερώνει τα πουκάμισά του (έστω και χάλια, όπως εγώ) και να κάνει λαμπίκο τον καμπινέ του προτού συμβιώσει.
  • Μην είστε μαλάκας. Όταν είστε, να ζητάτε στεγνή συγγνώμη.
  • Μη ζητάτε συγγνώμη μόνο και μόνο για να σταματήσει η άλλη ή ο άλλος να σας ζαλίζει.
  • Δεν είστε το γιουσουφάκι κανενός (εκτός και αν είστε της BDSM κοινότητας — καταλαβαίνετε τι λέω) και δεν είστε Πυγμαλίωνας κανενός.
  • Αντίθετα με το τι έλεγαν οι παλιοί, η σχέση δεν είναι συμβιβασμός. Συμβιβασμός είναι το συναινετικό διαζύγιο.
  • Το πήδημα είναι το θεμέλιο της σχέσης. Αλλά τα κτίσματα δεν είναι σκέτο θεμέλιο.
  • Να ζηλεύετε. Να θυμώνετε. Αλλά να μη σας καβαλάει ούτε η ζήλεια, ούτε ο θυμός.
  • Ποτέ δεν ψαχουλεύετε τα πράγματα της άλλης ή του άλλου. Ποτέ. Αν το διαπράξετε, να κάνετε ότι δεν το διαπράξατε ποτέ. Ούτε να χρησιμοποιήσετε ποτέ σε συζήτηση όσα ανακαλύψετε για επιχείρημα.
  • Διάλογος και μόνο διάλογος. Και ακόμα και όταν αποτυγχάνει, πάλι διάλογος.
  • Αν θέλετε να τα κάνετε όλα παρέα, ετοιμαστείτε είτε για πάρα πολύ σύντομη είτε για βασανιστική κι ατελείωτη σχέση.
  • Η αμερικάνικη απόλυτη ειλικρίνεια είναι για αμερικάνικες σίτκομ. Στον πραγματικό κόσμο υπάρχει και η σιωπή, ενώ επιβάλλεται ο σεβασμός. Υπάρχει και η επίγνωση ότι η άλλη ή ο άλλος δεν είναι κτήμα μας.
  • Στα δέκα χρόνια το αργότερο θα αισθανθείτε διαθέσιμοι. Οπωσδήποτε. Μην το αρνηθείτε και μην το αγνοήσετε, διαχειριστείτε το. Ή ακολουθήστε το.
  • Αν μπλέξετε με παντρεμένη ή παντρεμένο, καλό κουράγιο, καλή ψυχραιμία, καλή σοφία — και καλό παράδεισο, ενίοτε. Πρόκειται για την πιο πολύπλοκη μορφή ερωτικής σχέσης.
  • Αν λαχταράτε το «για πάντα», χτίστε αντισεισμικά κι ετοιμαστείτε για το χειρότερο. Βεβαιωθείτε ότι όντως λαχταράτε το «για πάντα» και ζωή να ‘χετε να το ξανασκεφτείτε, αν χρειαστεί.

Ο Ων

Συνέχεια αυτού εδώ.

Μέρος πρώτο: πηγές

*

ויאמר אלהים אל־משה אהיה אשר אהיה ויאמר כה תאמר לבני ישראל אהיה שלחני אליכם׃
(Έξοδος 3, 14)
*

καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Μωυσῆν λέγων· ἐγώ εἰμι ὁ ὤν. καὶ εἶπεν· οὕτως ἐρεῖς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με πρὸς ὑμᾶς. (Έξοδος 3, 14)
*

And God said unto Moses, I AM THAT I AM: and he said, Thus shalt thou say unto the children of Israel, I AM hath sent me unto you. (Έξοδος 3, 14)
*

Ἐγώ εἰμι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὦ, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ.(Αποκάλυψη 1, 8)
*

ego sum Alpha et Omega principium et finis dicit Dominus Deus qui est et qui erat et qui venturus est Omnipotens (Αποκάλυψη 1, 8)
*

*
Eure »Ordnung« ist auf Sand gebaut. Die Revolution wird sich morgen schon »rasselnd wieder in die Höh’ richten« und zu eurem Schrecken mit Posaunenklang verkünden: »Ich war, ich bin, ich werde sein!«  (Rosa Luxemburg – “Die Ordnung herrscht in Berlin”, Die Rote Fahne 14,14. Ιανουάριος 1919)
*

*

**

Μέρος δεύτερο: σχόλιο

Μια θεότητα αποκαλύπτεται σε ένα πολύ ξερό και πολύ τραχύ βουνό. Αντί ονόματος περιγραφικού, σαν κι αυτά των αιγυπτιακών και των μεσανατολικών θεοτήτων, συστήνεται με το Όνομα: είμαι αυτός που είμαι. Η πρόταση ευθύς γίνεται μετοχή: יהוה. Δεκάδες χιλιάδες θεολόγοι και φιλόσοφοι θα ζαλίζονται στη θέα και στο άκουσμά του για τους επόμενους 32 αιώνες. Η Ύπαρξη. Η Ύπαρξη που επικυρώνει τον εαυτό της.

Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, και κάπως αραιώνοντας την απόλυτη κατάφαση της ύπαρξής Του, ο Χριστός στην Αποκάλυψη θα εισαγάγει την παράμετρο του κτιστού χρόνου: είμαι, ήμουν και σας έρχομαι (που είναι και το θέμα του οράματος της Αποκάλυψης).

Στην ελληνική εκδοχή ο Ων είναι μετάφραση της μετοχής יהוה και θα χρησιμοποιηθεί για να μαρκάρει το φωτοστέφανο της Θεότητας, ένεκα τα ίχνη εικονοφοβίας της ανατολικής χριστιανοσύνης και το εικονομαχικό παρελθόν της.

Στα αγγλικά θα μεταφραστεί πιστά ως πρόταση: I am that I am.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θα οικειοποιηθεί αριστουργηματικά την εσχατολογία του «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος»: αυτό που έρχεται να αλλάξει τον κόσμο, αυτό που λέει Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα, δεν είναι κάποιος ένθρονος παντοκράτορας μέσα από λοιμούς, φωτιές και σεισμούς της συντέλειας. Αυτό που έρχεται να αλλάξει τα πάντα είναι η ανατροπή της παντοκράτειρας τάξης: η ίδια η επανάσταση, που ήταν είναι και θα είναι.

Μετά ήρθε ο κεϋνσιανισμός και γίναμε όλοι λίγο θεούληδες. Αποφασίσαμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας προτού αλλάξουμε τον κόσμο. Και ποιος ο καλύτερος τρόπος να αλλάξεις τον κόσμο από το να τον επαναπροσδιορίσεις με βάση την υπαρξή σου, ξεκινώντας από το ότι είσαι αυτός που είσαι όπως εσύ πλάθεις τον εαυτό σου. Τα λέει η Γκλόρια μια χαρά, τραγουδώντας τον ύμνο όχι μόνον της γκεϊοσύνης αλλά και όλων όσων δεν χωράν πουθενά.

Ο αιώνας μας ξημέρωσε λίγο χιλιαστικά και Y2K, με την επάνοδο της αναμονής του Χριστού για να εγκαθιδρύσει άχρονη, ακύμαντη κι ατάραχη νιρβάνα, σαν αυτή στα τελευταία άσματα του Παραδείσου στη Θεία Κωμωδία. Μακριά από επαναστάσεις, η μελοποίηση της Αποκάλυψης από τον Πράισνερ εναγκαλίζεται μια εκδοχή του λεγόμενου τέλους της ιστορίας και της νίκης της ενωμένης χριστιανικής Ευρώπης. Καλώς ή κακώς.

Ευτυχώς υπάρχει και η κλαμένη εκδοχή της Ύπαρξης: του Καζαντζίδη. Και η σαφώς καλύτερή της του Πουλικάκου: όλα επανερμηνεύονται.

Η προμετωπίδα είναι της πάντοτε καταπληκτικής Apollonia Saintclair.

Requiem

Well I would keep it above but then it wouldn’t be sky any more
So if I send it to you you’ve got to promise to keep it home
REM — Fall on me

Με δυσκολεύει πάρα πολύ η αποστήθιση. Δεν μπορώ να αποστηθίσω σχεδόν τίποτα και όταν ήμουν παιδί η επανειλημμένη ερώτηση στους γονείς μου ητανε πώς μπορούν οι ηθοποιοί να θυμούνται τόσα ξένα λόγια. Η απορία παραμένει.

Ξέρω απ’ έξω τον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας, το Πιστεύω, κάποια σολωμικά αποσπάσματα, μικρά αποσπάσματα τραγουδιών. Παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία στα ελληνικά και το Ρέκβιεμ στα λατινικά.

To Ρέκβιεμ μού προέκυψε από μια κασέτα χρωμίου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πολύ πριν αρχίσω να συχνάζω σε κηδείες (κι ακόμα δεν έχω πάει στις πραγματικά καταλυτικές). Η κασέτα ήτανε το Requiem του Μότσαρτ. Λόγω πρώιμης εφηβείας με εντυπωσίαζαν τα πιο θεαματικά μέρη: Kyrie, Dies Irae, Confutatis, Sanctus. Λόγω ανωριμότητας επίσης με ενδιέφερε μόνο το μέρος του έργου που είχε βγει από το χεράκι του Αμαντέους (τότε μεσουρανούσε η ταινία του Φόρμαν και η παράσταση της Μιμής Ντενίση και του Γιάννη Φέρτη). Αργότερα αγάπησα πολύ και το υπόλοιπο, ιδίως το Domine Jesu. Παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου μουσικά έργα.

Στο μεταξύ, ως φοιτητής με τα κουτσολατινικά μου άρχισα να καταλαβαίνω τι λένε και οι στίχοι. Αντίθετα με τη δική μας νεκρώσιμη ακολουθία, που βρίσκεται σε φάση άντε γεια και κουκουρούκου, το requiem είναι πήχτρα στον μεσαιωνικό τρόμο. Σαν να μην αρκεί η φρίκη του θανάτου, το requiem επισσωρεύει πάνω της κόλαση, πολλή κόλαση, οργή, τρόμο, ενοχή, σαδιστικά ενοχικές ατάκες όπως quem patronum rogaturus, cum vix justus sit securus?. Αν αυτή πρέπει να είναι η μελέτη θανάτου μας, τότε η ζωή μας θα έπρεπε να είναι σύντομη για να μην καταντάει βασανιστική, όργιο ενοχής, τύψεων και μεταμελειών.

Αργότερα πήρα σβάρνα τα ρέκβιεμ: Κερουμπίνι (αριστούργημα, λένε, αλλά εγώ δεν το έπιασα), Βέρντι (εντελώς τεατράλε, όπερα για πεθαμένους), κάτι μεσαιωνικά (κηδεία φάση), Φωρέ (γλυκύτατο), Πράισνερ (σωστό, οκέι) ― κι άλλα που δεν θυμάμαι. Μετά, κατά τα πρώτα επαγγελματικά μου χρόνια το έριξα στις Λειτουργίες, λόγω Μπαχ (σι ελάσσονα) και Μπετόβεν (Solemnis).

Ακόμα ψάχνω μουσική να εκφράζει πιστά το πένθος και την απώλεια.

Μετά τα σοσιαλμηντιακά

Δουλεύω και μπροστά σε υπολογιστή από το 1997. Χρειάζομαι πάντοτε μικρά διαλείμματα μετά από παρατεταμένες περιόδους συγκέντρωσης, οι οποίες μπορεί να διαρκούν από 10 μέχρι 80-90 λεπτά. Παλιά έπαιζα παιχνίδια στρατηγικής για διάλειμμα, αργότερα χάζευα λίγο ειδήσεις, ενδιαφέροντα σάιτ ή τσόντες. Αλλά ήτανε χρονοβόρα και ξεμυαλιστικά, ιδίως τα παιχνίδια (μέχρι το Civ II και το Age of Empires έφτασα, μετά μου πέρασε). Κατόπιν ήρθανε τα σοσιαλμήντια: ιδανικό σύντομο διάλειμμα.

Τις τελευταίες βδομάδες αισθάνομαι ότι ποστάρω υπερβολικά στο Facebook. Δεν φταίει η πολιτική απελπισία του ’12 πια, ούτε η περσινή ελπίδα που ήρθε κι έφυγε. Δεν φταίει πια και κανένας παροξυσμός παγίδευσης, καμμιά ασφυξία του βίου. Άλλωστε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συναναστρέφομαι πια κυρίως με πραγματικούς ανθρώπους: 11 χρόνια μετά την πρώτη ανάρτηση στο μπλογκ πολλούς τους ξέρω και προσωπικά. Θέλω να μοιράζομαι στιγμές και φλασιές κι ιδέες μαζί τους.

Λόγου χάρη, γύρναγα από τη δουλειά απόψε αργά. Οι δρόμοι εδώ στη γειτονιά είναι στραβοφωτισμένοι, σαν σκηνή θεάτρου: αλλού υπερβολικά, αλλού καθόλου. Δύο σκιές αναδύθηκαν μέσα από τους ίσκιους και λούστηκαν ξαφνικά στο φως του φανοστάτη: δύο κατάκοποι μορμόνοι.

Σκέφτηκα να το μοιραστώ με τους πραγματικούς ανθρώπους στο Facebook. Μετά συνήρθα λίγο: φλυαρώ, αδολεσχώ, το έχω παρακάνει. Θα ανοίξω την εφαρμογή και θα δω θόρυβο. Ή θα δω πάλι καναν καλό άνθρωπο να γράφει αθλιότητες, ή θα πέσω σε χαζά καλαμπούρια, ή θα υποστώ πάλι καναν πανεπιστημιακό τσέπης να με βρίζει γιατί με θεωρεί αγράμματο επειδή διαφωνώ μαζί του. Στην καλύτερη περίπτωση θα δω κάποιον να βρίζει το Facebook, ή κανα γυμνό με γάτες, ή την εύστοχη αλλά οδυνηρή διαπίστωση κάποιου ανθρώπου που είναι και οξυδερκής και ευαίσθητος. Καμμία όρεξη.

Μαγείρεψα. Άνοίγω μετά τον λάπτοπ και ανακαλύπτω αυτό. Σχεδόν αποκαταστάθηκε η πίστη μου στο μέσο. Και υπάρχει πάντα και το ίνμποξ.

Στη φωτογραφία η Ρόμι Σνάιντερ φωτογραφημένη από τον Giancarlo Botti. Clickbait, βεβαίως.

Η μόνη φορά που έφυγα από το θέατρο

Δεν εκτιμώ μια συνθήκη που δεν γνωρίζει τίποτα για τον ελληνικό πολιτισμό και νιώθω ότι κινδυνεύω μέχρι θανάτου.
Ρούλα Πατεράκη

Ένας συνάδερφος από το Γκρατς ισχυρίζεται ότι στην Αυστρία υπάρχει μουσική παιδεία και ότι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από ένα και μοναδικό γεγονός: ο κόσμος δεν χειροκροτεί εάν δεν του άρεσε η συναυλία, ενίοτε γιουχάρει, ενώ δεν το έχει τόσο σε κακό να φύγει στη μέση συναυλίας εάν επιβάλλεται από την ατζαμοσύνη των μουσικών ή την αγαρμποσύνη του μαέστρου.

Εγώ το θέατρο το έμαθα στα 24, πιο πριν το απέφευγα κι αυτό και την ελληνόφωνη πεζογραφία σαν τον διάολο. Άρα δεν ξέρω από θέατρο, αν και βλέπω πολλά έργα πια. Επίσης δεν φεύγω από παραστάσεις και σίγουρα δεν γιουχάρω. Άρα μάλλον δεν ξέρω από θέατρο. Τέλος, κατανοώ τις επιδιώξεις του αλλά αδυνατώ να αποδεχθώ το θέατρο της Ρούλας Πατεράκη· και αυτή τη στιγμή τουλάχιστον ένας φίλος και κάμποσοι αναγνώστες κυμαίνεσθε μεταξύ ιερής αγανάκτησης κι άφατης περιφρόνησης.

Είδα το 2008 τον διπλό Οιδίποδα της Ρούλας Πατεράκη στην Επίδαυρο. Η επιλογή της σκηνοθέτιδος να προτάξει τον επί Κολωνώ ήταν κάτι που δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα: τα κείμενα δεν είναι εικονίσματα. Η αίσθηση που έβγαζε ο επί Κολωνώ της Πατεράκη ήτανε παράστασης κλειστού χώρου: σχεδόν έβλεπα μια χαμηλή στέγη πάνω από την ορχήστρα στο ύψος του ταβανιού στην υπόγεια Ομόνοια. Αυτό κάπως με ενόχλησε, γιατί φρονώ ότι ο όποιος δημιουργός, από τον ζαχαροπλάστη μέχρι τον Μπετόβεν και από τον χτίστη μέχρι τη Συλβί Γκιλέμ, πρέπει να σέβεται το υλικό της τέχνης του και να το αφήνει να τον καθοδηγεί. Είχα και κάποιες ενστάσεις για την αίσθηση ότι οι ηθοποιοί ήτανε κάπως χαμένοι μέσα στο μεγάλο σχέδιο της σκηνοθεσίας, ένα σχέδιο σαμανικό και μυσταγωγικό. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, από έναν φτασμένο σκηνοθέτη δεν περιμένει κανείς σφάλματα, μέχρι το να έχει αντιρρήσεις μαζί του φτάνει.

Ο Οιδίπους Τύραννος με διέψευσε. Ήταν τραυματική εμπειρία από τα πρώτα λεπτά. Η υπερφίαλη και προγραμματική προσέγγιση στο έργο ήταν εξίσου σαμανική-μυσταγωγική με αυτή στον επί Κολωνώ. Ωστόσο, στον Τύραννο ήτανε σαφώς προχειρότερα στημένη και ασύμβατη με το έργο, μάλιστα κατάφερε αυτό που δεν είχε καταφέρει η οριακά επιθεωρησιακή βερσιόν Κιμούλη-Γαληνέα-Νταλάρα: να εξουδετερώσει το κείμενο (το οποίο υπεραγαπώ και γνωρίζω καλά), να το αποδραματοποιήσει και να το μετατρέψει σε στατικό δρώμενο όπως η Θεία Λειτουργία, σε μια άσκοπη διαδοχή ταμπλώ βιβάν όπου οι ερμηνείες των ηθοποιών αυτοκαταργιόντουσαν. Η Πατεράκη έδινε την εντύπωση ότι αγέρωχα αγνοούσε το κείμενο και την υπόθεση του Οιδίποδα Τυράννου με σκοπό να του φορέσει με το στανιό τον σαμανικό-μυσταγωγικό μετεωρισμό, το κουστούμι που είχε επιλέξει να ράψει για τον επί Κολωνώ.

Η είσοδος της Ιοκάστης είχε χαρακτήρα σατιρικό. Η επιμονή της σκηνοθέτιδος να μας τονίσει την εντέλει τραγική γελοιότητα και υπεροψία της Ιοκάστης έκανε το επεισόδιο να θυμίζει Γκόλφω ερμηνευτικά κι εικαστικά. Η επιπλέον απουσία σκηνοθετικής καθοδήγησης σε συνδυασμό με την έλλειψη ελέγχου της φωνής της εκ μέρους της ηθοποιού καθιστούσαν το θέαμα αβάσταχτο. Σηκωθήκαμε και φύγαμε.

Ωστόσο, κι εγώ που δεν ξέρω από θέατρο, αναρωτιέμαι: γιατί να αποκαλέσεις έναν άνθρωπο «συνθήκη»; Επειδή τον βλέπεις ως συνθήκη; Ή μήπως ακκίζεσαι με στόμφο επειδή βρίσκεσαι στο απυρόβλητο;

Άντρες

Άραγε γιατί σαλτάρουν οι άντρες τόσο πολύ τώρα τελευταία; Κι αν με ρωτήσετε γιατί μιλάω για τους άντρες, η απάντηση είναι απλή: άντρας είμαι, για τους άντρες μιλάω.

Τι εννοώ ότι σαλτάρουν οι άντρες; Εννοώ ότι ανοιχτά και ξεδιάντροπα πλέον φέρονται σκατά στις γυναίκες μέσα στις σχέσεις και πριν τις σχέσεις και μετά τις σχέσεις και εκτός σχέσεων. Εννοώ ότι λίγοι πια φέρονται σαν κύριοι. Και με το «κύριοι» ποσώς νοσταλγώ παλιοκαιρίσια πατριαρχία ή αστικές αβρότητες κι υποκρισίες (π.χ. χειροφιλήματα στις κυρίες και κλωτσιές στις πουτάνες). «Φέρομαι σαν κύριος» σημαίνει πρώτα πρώτα συμπεριφέρομαι με στοιχειώδη ευγένεια, με κατανόηση και με ενσυναίσθηση, όση επιτρέπει το ενδεχόμενο πάθος έστω. Εννοώ ότι φτύνουν εκεί που γλείφουν και όχι με τρόπο λάγνο και διεγερτικό. Οι άντρες πια έχουμε αναλάβει τον ρόλο που παλιά είχαν οι φαρμακόγλωσσες, οι γκιόσες και οι στρίγγλες: να καταγγέλλουμε την «πουτανιά» όποιας δεν μας κάνει, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν δεν μας κάνει.

Γιατί όμως;

Μέχρι πριν 40-50 χρόνια στον Δυτικό Κόσμο από θηλυκά μόνον η Μητέρα στεκόταν ως ένα κάποιο αντίπαλον δέος απέναντι στην αντρική εξουσία. Οι γυναίκες όφειλαν είτε να συμμορφώνονται είτε να κρύβονται καλά. Αυτές που κρύβονταν καλά δημιουργούσαν, κατά την ωραιοποιητική κι εξιδανικευτική διατύπωση κάποιων θεωρητικών του κοινωνικού φύλου, «μικρούς χώρους ελευθερίας» — περίκλειστους βεβαίως. Η γυναίκα ήταν υπό, που λέμε. Και όφειλε να είναι υπό.

Ωστόσο, εδώ και 40-50 χρόνια στον Δυτικό Κόσμο, οι άντρες αναμετριόμαστε και με ελεύθερες γυναίκες. Γυναίκες που ορίζουν τα εισοδήματα, τις ζωές, τους εαυτούς και τις ορέξεις τους περισσότερο από όσο οι γυναίκες από καταβολής πατριαρχίας — αν και όχι αρκετά. Οι γυναίκες έχουνε γνώμη και λόγο, έστω και αν φιμώνονται ακόμη. Πολλές γυναίκες δεν τα περιμένουν όλα από εμάς και δεν περιορίζονται στους ρόλους που εκάστοτε διανέμουμε στην καθεμία από αυτές: μάνα, τροφός, νοσηλεύτρια, πόρνη, μαγείρισσα, οικονόμος, μάγισσα, μαντείο.

Οι γυναίκες λοιπόν μπορούν πια να διεκδικήσουν ελευθερία. Οκέι, σε κάθε στάδιο του βίου, δημόσιο και ιδιωτικό, ξεκινούν 400 μέτρα πίσω από τους άντρες αντίστοιχων προσόντων, ικανοτήτων και προδιαγραφών. Όμως πια είναι ελεύθερες, πιο ελεύθερες έστω, έστω σε ένα μικρό μέρος του Δυτικού Κόσμου, έστω μέσα σε ένα σμικρότατο χρονικό πλαίσιο.

Η ελευθερία των γυναικών εκνευρίζει πάρα πολλούς άντρες, εκείνους που πλήρως ταυτίζονται με τα ιδεώδη της πατριαρχίας τουλάχιστον. Τα όπλα των αντρών είναι γνωστά: η ταύτιση της ελευθερίας με την πουτανιά και, αν χρειαστεί, η ταύτιση αυτής της πουτανιάς (όπως και αν εκφράζεται: υπέρμετρη επιθυμία, πολυγαμία, απροθυμία για γάμους και μητρότητες) με κάποιου είδους ψυχολογική αναπηρία, τώρα που η καύλα δεν έχει πέραση για αμαρτία.

Η ελευθερία των γυναικών αναστατώνει τους άντρες, που είμαστε ξέρω γω 70% κατασκευές της πατριαρχίας και 30% αρσενικοί άνθρωποι, με τον τρόπο που οι σπουδαγμένοι αποικιοκρατούμενοι έβαζαν τους αποικιοκράτες σε σκοτούρες: τι να τους κάνεις δαύτους; Αντίστοιχα προβληματιζόμαστε τα αρσενικά: ναι μεν δεν θέλουμε να τις ευνουχίσουμε, αλλά πασχίζουμε να έχουμε την αποκλειστική επικαρπία της λίμπιντό τους. Κι όσο αυτό δεν γίνεται να το πετυχαίνουμε πάντοτε, γιατί και οι γυναίκες είναι άνθρωποι με αυτεξούσιο και δικά τους όνειρα, χούγια και γούστα, σαλτάρουμε. Και έτσι τους φερόμαστε σαν μαλάκες: πότε παριστάνοντας τους πατεράδες και τους πυγμαλίωνες, πότε με καθαρή εξουσιαστική βία, πότε παριστάνοντας τις γκιόσες όλο κουτσομπολιά και λαχτάρα να πομπέψουμε.

Και τι να κάνουμε οι άντρες; να καταργήσουμε το πάθος και την κτητική λύσσα του, ναούμ; να γίνουμε μεγαλόψυχοι κερατάδες; να μη σκεφτόμαστε εμμονικά ότι δεν είναι παρθένες όσες είναι μαζί μας; να χαιρόμαστε που είμαστε μαζί τους αντί να μετράμε τους πρώην και τους επόμενούς τους και τα εκατοστά των ψωλών τους; τι πρέπει να κάνει κι ο άντρας ο λευκός ο στρέιτ, που είχε το 90% των προνομίων κι έχει ξεμείνει στο 85%;

Η γνώμη μου είναι, κι είναι η γνώμη μου και μόνο, ότι υπάρχει κάτι πολύ δυνατό και ζωογόνο στο πάθος, στην αφοσίωση χωρίς προϋποθέσεις. Και δεν μιλάω για ισόβια δεσμά και τέτοια, μιλάω για το να μη θέτεις στο πάθος όρους και προϋποθέσεις (π.χ. την προϋπόθεση της μονογαμίας, αλλά όχι μόνο). Μιλάω για το να μη σε βασανίζει η προοπτική της μακράς διαρκείας αλλά να την αφήνεις να ξεδιπλωθεί από μόνη της, εάν πρέπει και εάν μπορεί να εκδηλωθεί. Άλλωστε με το στανιό μόνον ο σωφρονισμός λειτουργεί και με τον πειθαναγκασμό σχεδόν τίποτε. Αλλωστε η καύλα είναι το τυράκι που μάς φέρνει κοντά αλλά το σεξ από μόνο του δεν μπορεί να μας κρατήσει μαζί. Άλλωστε το «βλέποντας και κάνοντας» είναι σαφώς καλύτερη μέθοδος από τα αμέτρητα ματαιωμένα LFE του κόσμου τούτου.

Hate list, μέρος Β’

όσοι πάνε να με κοροϊδέψουν μες στα μούτρα μου

«σημειολογία» και «σημειολογώ», ιδίως αντί του «ερμηνεία» και «ερμηνεύω»
πλοία
ΚΤΕΛ
ΙΧ
αεροπλάνα
Ryanair
γυναίκες που νιαουρίζουν
ζάχοι χατζηφωτίου
καθηγητοκρατία
ιατρική καφρίλα
εκταφή
ξερόλες
ξερόλες

ξερόλες
τζάμπα αντιευρωπαϊσμός
φετιχιστικός ευρωπαϊσμός
όσοι δεν χορεύουν σε χορευτάδικα
κολοκυθόπιτα
Στρατός
μαγιό βερμούδα
μπάλα
Γαύρος
KISS
ταξί που ζέχνουν
ταρίφες που  κλέβουν
Καμίνης

άσχετοι μπάρμαν

κόμικ με μαλακία σενάριο
όταν δεν ξέρει τι θέλει η γάτα
Κρίστεβα
Λακάν
Ντεριντά
ελεκτρόνικα πίου πίου
Ντελέζ
Hotel California
Boston
New Age
WWF (του κατς όχι των πάντα)
στίχοι Λ. Νικολακοπούλου
τουλούμπες
δίπλες
marshmallow
steak and kidney pie
Τσάκωνας
Θ. Αγγελόπουλος

κλειδιά που μαγκώνουν
νερουλός φραπές
Julia Roberts

πληγούρι με ντομάτα
ζέστη κι υγρασία
θεωρίες συνωμοσίας
πλαστικά πιρούνια
μαχητικοί άθεοι
μαχητικοί βίγκαν
πιαρτζήδες των θρησκειών
μανατζερίστικα

κράμπες
λουμπάγκο
φαγούρες
άγχος
όσοι προκαλούν άγχος
επιστημονικό ρεπορτάζ
Serge Gainsbourg

άσχετοι ντιτζέι

χατηράκια στο σεξ
βρώμικα ξενοδοχεία
αεροδρόμια (εκτός του Όσλο και της Κωνσταντινούπολης)
ταινίες που χάνονται καθώς εκτυλίσσονται
Darjeeling Express
The Life Aquatic with Steve Zissou
Best Exotic Marigold Hotel
ταινίες σπλάτερ (πλην Ταραντίνο)
Lost in Translation
Star Wars (και οι εφτά)
τσόντες POV

κατσαρίδες
κουνούπια
μύγες

Χ. Ρώμας
σουτζούκι που δεν καίει
ναιμεναλλάδες
υπεροπτικοί γραφιάδες
ξενοδοχεία χωρίς σαμπουάν κι αφρόλουτρο
οψιμαθείς γκουρμέδες
απατεώνες εστιάτορες
ψυχολογιοποίηση

το πολύ κρέας
μέτριο κρασί
αποστεωμένα μοντέλα
Τσακνής
Θηβαίος
Αλκίνοος Ιωαννίδης
AOR
κουτσομπόληδες συγγενείς
κατειλημμένες τουαλέτες
ρακή της πλάκας
μουσακάς τίγκα στα παλιόλαδα

κομπλεξικά σκυλιά (συνήθως τσιουάουα)
τηλεοπτικές σειρές που είναι κυρίως κοιλιά
σαγιονάρες