Το πλαίσιο κι η φούσκα

Δεν ξέρω. Αφενός καταλαβαίνω πολύ καλά ότι δεν γίνεται να γινόμαστε παλιοημερολογίτες και σταλίνες και να πηγαίνουμε να πλακώνουμε στις κουτουλιές και τις μπουνιές όποιον κι όποια διαφωνεί μαζί μας. Οκέι ναι: δεν μπορούμε να τραμπουκίζουμε και να μουντάρουμε όποιον διαφωνεί μαζί μας, όσο κι αν μας φαίνεται «υπονομευτική» ξέρω γω η διαφωνία τους. Τα διάφορα κινήματα χειραφέτησης κι απελευθέρωσης έχουν τραβήξει τα πάνδεινα (και) από βεβαιότητες, δογματισμούς και (ας μην ντρεπόμαστε) κάθε λογής ορθοδοξίες. Γνωστά και τετριμμένα.

Από την άλλη, αυτή η ελαφρώς βραδύνοη μειλιχιότητα της gauche caviar καθώς και η ήρεμη μετριοπάθεια των πάρα πολύ ψύχραιμων, αυτή η βλαμμένη αντανακλαστική μεσότητα που έχουμε σβερκωθεί, στο τέλος θα μας γίνει συνήθεια που θα μας συντροφεύει σε κάθε είδους ανοιχτή και κλειστή φυλακή στην οποία θα μας έχουν μπουζουριάσει όσοι μας απασχολούν με τον διάλογο με όρους δικούς τους ενώ ετοιμάζονται να κάνουν ακριβώς αυτό: να μας μπουζουριάσουν.

Τους φασίστες λ.χ. δεν πρέπει να τους λέμε φασίστες αλλά «ακροδεξιούς ακτιβιστές» ή, ακόμα καλύτερα, «συντηρητικούς ακτιβιστές». Δηλαδή, σε τι συνίσταται ο τάχα λεγόμενος συντηρητικός ακτιβισμός; Στο να διεκδικήσω να βγάζετε τον σκασμό όσο η Αστυνομία σκοτώνει, ο Στρατός ξεκληρίζει και οι Ελίτ κοιτάνε να αναπαράγονται κοινωνικώς και άλλως πως; Αφήστε που τους δεξιούς του σήμερα, πολλώ μάλλον τους κουστουμάτους φασίστες του σήμερα, ο θεός (τους) να τους κάνει συντηρητικούς

Επίσης, εντός της νηφάλιας καλοσύνης όσων δεν θα κινδυνέψουν ποτέ να τους τραμπουκίσουν φασίστες ή να τους συλλάβουν στον δρόμο (ή έτσι νομίζουν, τα θλιβερά ζαγάρια) τοποθετείται ακριβώς και το αίτημά τους να κάνουμε διάλογο με τους φασίστες, ιδίως αν πρόκειται για φασίστες νέας κοπής που δεν έχουνε φετίχ με στολές και μπότες και μαχαίρια. Άλλωστε, ο φασισμός είναι θέμα παιδείας, ενώ τον θεραπεύουν τα ταξίδια και το διάβασμα ― αυτά περί ταξιδιων κτλ. στην εποχή των πρεκάριων, του συνωστιστικού υπερτουρισμού και της ανέχειας αλλά και των πολεμοκάπηλων φορομπηχτικών προσδοκιών, σουρεάλα ε;

Έχω την εντύπωση ότι η σύγχυση σχετικά με το ποιοι ανήκουν μέσα στο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να γίνει διάλογος και ποιοι (π.χ. φασιστόμουτρα) βρίσκονται έξω από αυτό το πλαίσιο οφείλεται στην γενικευμένη ακηδία που έχει επιπέσει στην θεωρητική σκέψη των υποτίθεται προοδευτικών και φωτισμένων ανθρώπων τα τελευταία 40 χρόνια. Πολλοί από αυτούς ζουν και κινούνται μέσα σε μια μακάρια φούσκα με αποδεκτά καλό κρασί o altra cosa, όπου παρακολουθούν διαλέξεις εαυτών και αλλήλων και συμμετέχουν σε συνάξεις ομοϊδεατών τους κατά τις οποίες αναλύονται θεολογικώς θέσεις και ζητήματα που σε λίγες περιπτώσεις μετράν εκτός της φούσκας αυτής.

Εδώ βάλτε τη δική σας κατακλείδα, κάποια που να περιλαμβάνει δράση κατά προτίμηση.

Death Death

Λοιπόν, δεν θα γίνω ποτέ από αυτούς που θυμούνται τις τάχα καλές παλιές μέρες. Έλεος δηλαδή: αυτό κι αν είναι το πιο προφανές τέχνασμα που μας επιφυλάσσει η νοσταλγία για τα νιάτα μας: η επιλεκτική υπόμνηση όσων (νομίζαμε ότι) ήταν καλά και άγια τότε.

Αλλά

Στον καιρό μου (να τααα…) δεν αγαπούσαμε κανέναν στρατό. Ακόμα και κάτι δαπίτες πατατοκεφτέδες το ένιωθαν το σύνθημα «Κάτω όλοι οι στρατοί». Έπρεπε να ήσουν θλιβερός στρατόκαυλος για να αποδίδεις οποιαδήποτε ιδιότητα αξιοσύνης στον στρατό, έναν οργανισμό φτιαγμένο να λουφάρει μέχρι να διαταχτεί να εξοντώσει και να ισοπεδώσει ― ενώ πού και πού έσωζε πλημμυροπαθείς, έσβηνε πυρκαγιές ή έκανε τους απεργοσπάστες με τα ΡΕΟ με εντολή του Μητσοτάκη πατρός.

Με ενοχλεί λοιπόν αντανακλαστικά κι επώδυνα να ακούω είτε ύμνους για τις παρελάσεις του Κόκκινου Στρατού (που μόνον κόκκινος δεν είναι πια) ή του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.

Ακόμα περισσότερο με σοκάρει η αιδήμων αποστροφή για το σύνθημα Death Death to the IDF. Δηλαδή, σοβαρά τώρα; Έχουμε γίνει τόσο καθωσπρέπηδες που δεν πρέπει να ευχόμαστε την κατάλυση όλων των στρατών, ιδίως των λυσσαλέα και συστηματικά γενοκτονικών;

Ψόφο ρε. Ψόφο. Στείλτε τους στρατιώτες σπίτια τους να κάνουν τίποτα της προκοπής. Οτιδήποτε.

Όχι υστεροφημία, μόνον αναμνήσεις

Όπως τελικά κάθε μορφή ανάδειξης και, ας πούμε, δημοσίευσης αυτού που είμαστε, αυτού που δείχνουμε ή αυτού που κάνουμε, έτσι και η διαδικτυακή μας όψη έχει γίνει αφορμή για την παραγωγή άφθονης ψωνάρας.

Διαβάζω πού και πού τα μπλογκ της πρώτης δεκαετίας του αιώνα και από τη μια χαίρομαι κι απολαμβάνω και την αυτοπεποίθηση που αποπνέουν αλλά και την προθυμία όσων τα έγραφαν να εκτεθούν. Δεν μας είχε πιάσει ακόμα ο τρόμος του κριντζ από τον λαιμό, δεν ζούσαμε με τον φόνο μην τυχόν και φανούμε κάπως, έστω και λίγο, uncool. Από την άλλη διαβάζει κανείς ό,τι διαβάζει εκεί μέσα και δεν μπορεί παρά να υπομειδιά κάθε τόσο με την ψωνάρα που κυκλοφορούσε εκεί μέσα.

Με την υστεροφημία πάντως δεν τα πήγαινα ποτέ πολύ καλά: αν δεν είμαι παρών να χαρώ τη δόξα, τι να την κάνω; Επιπλέον, η υστεροφημία είναι εύθραυστη, στρεβλή και (μοιραία) λιγοζωισμένη: το χαρτί θα το φάει η φωτιά ή το νερό, τα ψηφιακά καμιά ηλιακή έκλαμψη ή κανας ηλεκτρομαγνητικός παλμός. Στην καλύτερη περίπτωση θα σε θυμούνται για κάτι που δεν σε αντιπροσωπεύει ― σκεφτείτε π.χ. τον Ιησού Χριστό, τον Μιχαήλ Άγγελο, την Κάλλας ή τους Κατσιμιχαίους.

Το ζητούμενο είναι οι αναμνήσεις μας να μας συντροφεύουν όσο διαρκούν οι ζωές μας, μεταξύ απώθησης και άνοιας, μεταξύ damnatio memoriae (παλιά με σχισμένες φωτογραφίες, με μπλοκαρίσματα τώρα πια) και απλής αγνής λησμονιάς. Οι αναμνήσεις αυτές πρέπει να προστατευθούν και πρέπει να τις επιμεληθούμε ώστε να μας συντροφέψουν όταν βγούμε από τη χειρότερη αίσθηση κριντζ που υπάρχει: αυτή για τον παλιότερο και τάχα ατελή, ανώριμο ή ακατέργαστο εαυτό μας.

Κάθησα λοιπόν κι εγώ και φτιάχνω έντυπα άλμπουμ με ψηφιακές φωτογραφίες. Και μόνον η αναδίφηση των ψηφιακών φωτογραφιών (κι ας σβήνω φωτογραφίες σαν τρελός ώρες αφού τις βγάλω) είναι από μόνη της μια διαδικασία, πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία ― ιδίως αν έχεις περάσει κι ένα-δυο χέρια ψυχανάλυση.

Έφτιαξα λοιπόν δύο άλμπουμ με φωτογραφίες φίλων:
Κάποιοι φίλοι απουσιάζουν γιατί δεν φωτογραφήθηκαν πολύ ή και καθόλου ή τέλος πάντων.
Κάποιοι με κάνουν να χαμογελάω, όχι λόγω κάποιου happily ever after (ίσα ίσα μερικές φορές), αλλά γιατί ο ευτυχισμένος χρόνος είναι ευτυχισμένος χρόνος και δεν εξαρτάται από εκβάσεις και από το αν ζήσαν αυτοί καλύτερα.
Και με πολύ ζαβολιά και περηφάνεια, έχω κρατήσει ένα δισέλιδο στο ένα από αυτά τα άλμπουμ που αποκαλώ Η πινακοθήκη των ηλιθίων. Επιβάλλεται.

Ο 21ος

Εδώ λοιπόν μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Στην απευθείας μετάδοση μαζικών σφαγών παιδιών, βρεφών, αμάχων και στη συστηματική ισοπέδωση και μίας Γκερνίκας και δύο και τριών επί μήνες και μήνες. 

Εδώ λοιπόν μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Σε μια χώρα που πολιτικά έχει πεθάνει, της οποίας η οικονομία πεθαίνει, ενώ ο λαός της ηθικά όζει και διαβρώνεται από μέσα προς τα έξω, σιγά-σιγά και αδιάκοπα, καθώς ποτίζεται με όλο και περισσότερο φασισμό, όλο και βαθύτερη ξενοφοβία, όλο και πιο εξαπλωμένη μισαλλοδοξία.

Εδώ μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Στο διεθνές επίπεδο ηγεμονεύει ο κυνικός ιμπεριαλισμός: δεν χρειάζεται καν να παριστάνουμε τους εκπολιτιστές και τους ειρηνοποιούς πια· στο προσωπικό πεδίο και πάλι ο κυνισμός: δεν χρειάζεται καν να υποκριθούμε ότι μας νοιάζει τίποτ’ άλλο εκτός από την πάρτη μας.

Εδώ μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Οι φτωχοί και αδύναμοι αφανίζονται πραγματικά για πλάκα: αφανίζονται για να τιμολογηθούν φοροαπαλλαγές δισεκατομμυριούχων, για να μπορούν να καρπώνονται προμήθειες οι διεφθαρμένοι, για να μπορούν να πωλούνται και να χρησιμοποιούνται όπλα, για να μπορούν Πολύ Μεγάλοι Ηγέτες να παρουσιάζουν λαμπρά εθνικά αφηγήματά τους ενώπιον εξαθλιωμένων υπηκόων.

Εδώ μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Η θερμοκρασία ανεβαίνει, οι θεομηνίες ήδη γίνονται κανονικότητα ― όμως καθόμαστε και φαντασιωνόμαστε θεαματικές αλλά συνοπτικές κινηματογραφικές συντέλειες με CGI ή και με AI και με οποιοδήποτε άλλο άι-άι. Ενώ τα σπίτια μας καίγονται, που έλεγε η παροιμία, εμείς τραγουδάμε· και τραγουδάμε φάλτσα για ζόμπι και δυστοπίες κι όχι von den finsteren Zeiten.

Εδώ μας έφερε 21ος αιώνας:
Όσοι κάπως τίμιοι έχουνε στον ήλιο μοίρα επιλέγουν την εστέτ απόγνωση και τη στωική απελπισία, επιλέγουν να πιστέψουν ότι τίποτα δεν θα αλλάξει κτλ. και συνεπώς με τη συνείδηση ακηλίδωτη συντάσσονται δίπλα σ’ εκείνους οι οποίοι εξαρχής επέλεξαν τον κυνισμό του κέρδους και τη μισανθρωπία του σολιψισμού ως τρόπο ζωής.

***

Η αλήθεια είναι τα πράγματα δεν είναι εύκολα: αντικρίζοντας την κεφαλή της Μέδουσας πετρώνεις.

Από την άλλη, όταν περπατάς καλοκαίρι στους δρόμους της Αθήνας και βλέπεις να κατεβαίνουν τον δρόμο αγόρια, κορίτσια και παιδιά που είναι απλώς παιδιά πάνω σε πατίνια και σκέιτ, χέρι χέρι, ακούγοντας μουσική, γελώντας μεταξύ τους τότε αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις χρέος να μην κοιτάξεις τη Μέδουσα κατάματα, έχεις χρέος να μην πετρώσεις, αλλά να στήσεις έναν καθρέφτη μεταξύ σας και να υψώσεις το χέρι και να παλέψεις.

Recto / verso

Σκεφτείτε ένα μεγάλο νόμισμα, ίσως ένα μετάλλιο, πάντως όχι εξαπτέρυγο. Από τη μία όψη την καλή, φέρει σαν κυκλικό μοτίβο το γοργόνειο: την κεφαλή της Μέδουσας. Από την άλλη όψη, την ανάποδη, έχει ένα άλλο κυκλικό μοτίβο: το Σεραφείμ. Και οι δυο όψεις του νομίσματος είναι κορώνα.

Και τα δύο μοτίβα είναι πρόσωπα τα οποία σε κοιτάνε κατάματα, ανφάς. Το μεν είναι περιτριγυρισμένο από φίδια, αποτέλεσμα μιας άδικης κατάρας, ενώ το άλλο περιβάλλεται από έξι φτερούγες, που υποτίθεται ότι προστατεύουν την αιδημοσύνη και ανακόπτουν την ένταση του βλέμματος.

Recto: Μέδουσα

Το έμβλημα είναι κυκλικό. Ενδεχομένως βρίσκεται πάνω σε μια ασπίδα, την αιγίδα. Το βλέμμα της Mέδουσας σε πετρώνει σε παραλύει, σου αφαιρεί τη ζωή. Ο Πρεβελάκης αντιλαμβανόταν τον ήλιο του θανάτου, το εκτυφλωτικό βλέμμα του ήλιου που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επίγνωση του θανάτου, ως την κεφαλή της Μέδουσας: αυτό που σε πετρώνει με τρόμο, παράλληλα σε ακινητοποιεί και τελικά σε ακρωτηριάζει, καθώς ακρωτηριάζονται τα πέτρινα αγάλματα, τα νεκρά είδωλα.

Η κεφαλή της Μέδουσας είναι ένα πρόσωπο που κοιτάζει εσένα και προσπαθεί να σε καθηλώσει, να σου εμπνεύσει τρόμο ώστε να παράλυσεις. Δεν είναι ένα πρόσωπο που σε καλεί να το αντικρύσεις, αφού όταν διασταυρωθούν τα βλέμματα σας το κακό θα έχει ήδη γίνει.

Ο μόνος τρόπος να κοιτάξεις τη Μέδουσα κατάματα είναι μέσα από έναν καθρέφτη, τον ίδιο καθρέφτη που δημιουργούσε τρόμο στον Μπόρχες γιατί πολλαπλασίαζε τα όντα praeter necessitatem τάχα. Ο Πρεβελάκης έλεγε ότι ο καθρέφτης αυτός είναι η τέχνη, ενώ η ψυχανάλυση υποδεικνύει ότι δεν είναι πάρα η ίδια η ψυχαναλυτική μέθοδος. Όπως κι αν ονομάζεται ο καθρέφτης, είναι απαραίτητος.

Σύμφωνα με τον μύθο η κεφαλή της Μέδουσας, ακόμα και νεκρή, δεν έπαυε να πετρώνει όσους διασταύρωναν το βλέμμα τους με το νεκρό της βλέμμα. Γι’ αυτό και η Αθηνά την τοποθέτησε πάνω στην αιγίδα. Εμείς θα το λέγαμε κάπως αλλιώς: ο τρόμος του θανάτου δεν προϋποθέτει το ενδεχόμενο του θανάτου, αρκεί που θάνατος υπάρχει.

Verso: Σεραφείμ

Και αυτό το έμβλημα είναι κυκλικό: μια ασώματη αναπαράσταση ασωμάτων πλασμάτων, η οποία αποτελείται μόνον από ένα πρόσωπο και έξι φτερούγες. Υποτίθεται ότι το ένα ζευγάρι από αυτές τις φτερούγες πρέπει να καλύπτει το πρόσωπο, έστω κι αν στην απεικόνιση τους το πρόσωπο αυτό επίσης σε κοιτάζει κατάματα, ακριβώς γιατί τα Σεραφείμ δεν αντέχουν την θέα του Αφεντικού τους: την όψη Του. Ενδεχομένως γι’ αυτό κατευθύνουν το βλέμμα τους πάνω μας, στους θεατές.

Επίσης τα Σεραφείμ διαθέτουν το τρίτο ζευγάρι από φτερούγες για να καλύπτουν τα πόδια τους, τα οποία όμως δεν αναπαρίστανται, ενώ κάποιοι σχολιαστές θα ισχυριστούν ότι στην πραγματικότητα οι φτερούγες αυτές καλύπτουν τα γεννητικά τους όργανα. Αναρωτιέται κανείς τι γεννητικά όργανα μπορεί να διαθέτουν ασώματα πνευματικά πλάσματα ή πώς είναι δυνατόν να ντρέπεσαι για κάτι δεν έχεις: πώς είναι δυνατόν η εικόνα ενός σώματος να αποτελεί από μόνη της πηγή ντροπής ― χωρίς καν την ύπαρξη ενός υλικού σώματος.

Η απάντηση δεν είναι πολύ δύσκολη για όποιον είμαι εξοικειωμένος με μονοθεϊστικές θρησκείες: όχι μόνο το ίδιο το σώμα αλλά και η ιδέα του σώματος, πολύ περισσότερο η αναπαράστασή του, είναι αφορμή αιδούς κι αισχύνης.

Επιστρέφοντας και στο πρώτο ζεύγος των έξι πτερύγων, εισάγεται ένα μεγάλο παράδοξο: τα Σεραφείμ θεώνται τον θεό αλλά ταυτόχρονα κρύβουν από το βλέμμα του Παντεπόπτη αφεντικού τους όχι μόνον το δικό τους βλέμμα, που δεν μπορεί να συναντήσει το βλέμμα του Θεού, αλλά και την ιδέα της γυμνότητας τους.

Παραμένουν ωστόσο απλά πρόσωπα εξαπτέρυγα, αμφισήμως ασώματα.

recto & verso

Και οι δύο όψεις του μεταλλίου ή του νομίσματος εμφορούνται από την ίδια απειλή: την τιμωρία. Είτε αντικρύσεις κατάματα το τέρας, τη Μέδουσα, είτε επιστρέψεις το επί της αρχής καλυμμένο με φτερούγες βλέμμα του Σεραφείμ, βλέμμα που δεν μπορεί να αντικρίσει το βλέμμα που «ετάζει νεφρούς και καρδίας» το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η τιμωρία.

Είτε αυτό που σε πετρώνει είναι η τερατώδης όψη του (δικού σου) θανάτου, είτε αυτό που κοιτάζεις κατάματα είναι ένας αεικίνητος δορυφόρος που υμνεί αλλά δεν μπορεί να αντικρύσει τον ήλιο του, και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που κοιτάζεις δεν είναι άνθρωπος, παρά κάποιο τέρας.

Το βλέμμα της Μέδουσας παραλύει υστερικά με τρόμο, το Σεραφείμ και αποστρέφει το βλέμμα αλλά και προσπαθεί να κρυφτεί από το Βλέμμα. Παράλληλα δεν μπορείς ως θεατής να κοιτάξεις το τέρας· είτε πρόκειται για το τέρας του Ασυνείδητου εντός του οποίου κατοικεί ο φόβος του θανάτου, του αποχωρισμού, της διάλυσης, είτε πρόκειται για το υπερούσιο τέρας του Υπερεγώ, το οποίο κρύβεται και ταυτόχρονα δεν μπορεί να κρυφτεί ενώ αποστρέφει το βλέμμα από ένα Βλέμμα από το Οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Δεν είναι ίσως τυχαίο που κάποιες αναπαραστάσεις της Μέδουσας, και μάλιστα από τις αρχαιότερες, κατά κάποιον τρόπο συναιρούν την οφιόκομη κόρη και τους εξαπτέρυγους αγγέλους:

Η ψυχή του Ισραήλ

Συμμερίζομαι, και δεν το λέω ειρωνικά, τη θλίψη μας ως μη Εβραίων για το ότι το Ισραήλ έχει χάσει την ψυχή του είτε υπό τον Νετανιάχου, είτε από το 1967, είτε από το 1948 (όταν επικράτησε ο δεξιός Σιωνισμός).

Δυστυχώς όμως δεν είναι αυτή η προτεραιότητά μας τον τελευταίο ενάμισυ χρόνο, κατά τον οποίο ο στρατός του Ισραήλ έχει εξοντώσει δεκάδες χιλιάδες αμάχους, έχει ισοπεδώσει σπίτια και ό,τι υποδομή βρήκε, ενώ τώρα έχει επιβάλει τεχνητό λιμό και βομβαρδίζει αντίσκηνα και ερείπια.

Παράλληλα, σε πιο business as usual συνθήκες, ο βίγκαν στρατός βιαιοπραγεί περήφανα στη Δυτική Όχθη, βομβαρδίζει χαρωπά κι ατιμώρητα στόχους στον Λίβανο και στη Συρία, όταν δεν προσπαθεί να βυθίσει σκάφη έξω από τη Μάλτα.

Οι ψύχραιμες γεωπολιτικές φλυαρίες είναι προνόμιο όσων δεν υφιστάμεθα τη γενοκτονική μανία ενός καθεστώτος το οποίο γλυστράει προς τον κανονικό φασισμό ακόμα και απέναντι στους πολίτες Α’ κατηγορίας εντός των συνόρων του.

Εδώ και πολλούς μήνες για εμάς έχει έρθει ο καιρός των κραυγών αποτροπιασμού και διαμαρτυρίας. Όσο για τους πολιτικούς, έπρεπε να έχουν μάθει τη δουλειά τους κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης εισβολής.

Εκκλησία, Παλαιοκώστας, Λεξ ― και τι να κάνουμε;

Ξεκινάω με διευκρίνιση, επειδή μας διαβάζουν και κουντούρια: μια χαρά είναι ο Λεξ, μια χαρά είναι η Πλάτωνος, ο καθείς εφ’ ω ετάχθη και ποιος είμαι εγώ να κρίνω. Σοβαρά.

Πάμε παρακάτω.

Σε έναν κόσμο αναίτιου μαζικού πόνου και θανάτου (π.χ. βλέπε Γάζα και Ουκρανία και Σουδάν αλλά και Πύλο και Τέμπη), μέσα στο θέαμα της σαρωτικής εξαθλίωσής μας (π.χ. βλέπε νέους ανθρώπους ανήμπορους να ζήσουν από τη δουλειά τους) και της εύκολης φαλκίδευσης των όποιων δικαιωμάτων μας (π.χ. Land of the Free με Τραμπ κι αστυνομίες καμπινέδων), ενώ η Ευρώπη (κάτι ελαφρώς λιγότερο ψόφιο από τη ρητορική του Μητσοτάκη) εξοπλίζεται, κάτι μαρξιστές και λοιποί Αριστεροί παθιάζονται με τον Λεξ, με την εκκλησία ή με τον Παλαιοκώστα.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι γιατί αναζητούν εναγωνίως αυτό το οποίο ποτέ τελικά δεν κατείχαν, δηλαδή συμμετοχή σε μια πραγματική κοινότητα και αληθινή σύνδεση με τον κόσμο τον οποίο υποτίθεται ότι (επαναστατική) αποστολή τους είναι να υπερασπιστούν και να λυτρώσουν.

Φλερτάρουν αδιάκοπα με διάφορες επιμέρους, με υβριδικές ή και με κίβδηλες εκδηλώσεις λαϊκότητας, ενώ ατενίζουν με ζήλεια και λαχτάρα τη δυνατότητα της Εκκλησίας να διαρκεί ως κοινότητα και να επανεπινοεί τον εαυτό της, αλλά και πώς οι νεοφασίστες δημιουργούν κοινότητες και αφοσιωμένες ομάδες. Γνωρίζουν ότι, στη δική τους ιστορία, όταν ήρθαν μαρξιστές κι αριστεροί στα πράγματα δημιούργησαν κάστες γραφειοκρατών, εφησυχασμένες ιντελιγκέντσιες και νομενκλατούρες τοπικών οπλαρχηγών ή προκρίτων (π.χ. ΕΣΣΔ) ― ενώ σπάνια κατάφεραν να λειτουργήσουν λαϊκά, όπως π.χ. στην Κέραλα.

Φυσικά και δεν υπάρχουν απλές λύσεις σε αυτά τα θέματα: αν υπήρχαν εύκολες λύσεις θα τις είχανε βρει γενιές ολόκληρες σοβαρών μαρξιστών. Ωστόσο ίσως αξίζει κανείς να θυμηθεί τη Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι και να απομακρυνθεί από μια εκδοχή του λενινιστικού πατερναλισμού κατά την οποία ο λαός δεν ξέρει το καλό του λαού. Ενδεχομένως ο λαός να ξέρει το καλό του λαού, όμως ο λαός είναι αυτοί οι οποίοι ενδεχομένως δεν θέλουν να μπλέξουν με κάτι σαν οργάνωση σε Κόμμα. Σε κάθε περίπτωση, η φετιχοποίηση όψεων του λαϊκού δεν υποκαθιστά την αποτυχία της Αριστεράς να γίνει λαϊκή.

Εγώ βεβαίως από μαρξισμό δεν ξέρω τίποτα. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι ο φθόνος του σταυρικού φαλλού και της κοινότητας που τον προσκυνάει επί 20 αιώνες και του γραφειοκρατικού νόου-χάου του εκκλησιαστικού οργανισμού που παντού επιβιώνει είναι απλώς φθόνος. Καταλαβαίνω παράλληλα ότι η λατρεία ενός ληστή (ελλείψει επαναστατών μετά τον Βελουχιώτη) καθώς και η γούτου-γούτου ταύτιση με τον Μαργαρίτη (που αγαπώ), με το σκυλάδικο κακοποιητών μπαρμπάδων, ή με τον Λεξ ωσάν να είναι ο Ένγκελς αυτοπροσώπως στο πουθενά μάς πάνε (που λέει κι ο Μαργαρίτης).

Οδηγός σχέσεων με παντρεμέν@ς

στους δημιουργούς του White Lotus, που στάνταρ δεν με διαβάζουν

Όπως όλοι κι όλες γνωρίζουμε, αυτό το μπλογκ υπήρξε ανέκαθεν κρουνός κοινωνικής προσφοράς και αρωγής. Σας βοηθήσαμε να ξεχωρίσετε τους πέφτουλες, σας διαφωτίσαμε σχετικά με το φαινόμενο Μαλάκας και σας καθοδηγήσαμε στο πώς να μη γίνετε μαλάκες, ενώ σας εξηγήσαμε απλά και κατανοητά τους διάφορους τύπους μπάι αντρών.

Επιπλέον, μέχρι και ερωτικές συμβουλές σε νέους άντρες έχετε βρει εδώ μέσα, ενώ απευθυνόμενοι σε όσους κι όσες είστε κάπου ώπα δεν παραμελήσαμε να σας καθοδηγήσουμε στη διάλυση του γάμου σας. Τέλος, ήδη σας έχουμε πει για το πώς (δεν) διαχειριζόμαστε το κέρατο.

Σχετικός με τα δύο τελευταία ίσως είναι και ο παρών οδηγός σχέσεων με παντρεμένους και παντρεμένες. Σας υπενθυμίζω ότι εδώ είμαστε ανοιχτοί σε πολλά εκτός από το να γινόμαστε μαλάκες (βλ. άνωθι). Τέλος δεν θα καταπιαστούμε με περιστασιακές καταστάσεις, όσο κι αν προκαλούν ζαλάδες, μετεωρισμούς κι ιλίγγους, καρηβαρεία και πικρόχολα αμένσιωτα κατεβατά ― συνήθως εκ μέρους όσων ψάχνουν κινητά βοηθώντας από τα κάτω να καταντήσουμε κοινωνίες ελέγχου κι επιτήρησης μια ώρα αρχύτερα.

Με παντρεμένους

με τον «θα χωρίσω για σένα»

Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι με διαβάζουν και πικραμένοι κερατάδες και καραβοτζακισμένες απατημένες (είδατε; χρησιμοποιώ τη σωστή ορολογία, την ορθόδοξη), να σας πω κάτι;

Κανείς και καμία δεν χωρίζει λόγω κέρατου, πάνω κάτω τα έχουμε ξαναπεί αυτά: απλώς η μοιχεία είναι καλή αφορμή, ένα εύσχημο πρόσχημα, για να χωρίσεις αν ήδη πρέπει να χωρίσεις.

Συνεπώς, αν τα φτιάξετε με παντρεμένο, θεωρώντας ότι αποτελείτε το στιλέτο της μοίρας ή τη σφήνα του απροσδόκητου που θα πλήξει καίρια τη σούπερ τακτοποιημένη και αρμονική ζωή του κι ότι ως σφήνα ή στιλέτο θα σχίσετε τη ζωή αυτή από πάνω έως κάτω, ότι δηλαδή ο παντρεμένος θα χωρίσει επειδή τα έχετε και ότι θα χωρίσει για χάρη σας, σόρυ, αλλά σας έχουν κάψει τα μυαλά οι ρομ κομ και οι σαπουνόπερες.

Γιατί, συγγνώμη πσυχούλες μου, αλλά η αφοσίωση στην Χ σαφώς και μπορεί να συνυπάρξει με το πάθος (ή και την αφοσίωση, αν πέσετε σε πολυσυντροφικό άτομο) για την Ψ ― εσάς, ντε. Άρα αν χωρίσει θα χωρίσει (λέμε, τώρα) επειδή θα χώριζε έτσι κι αλλιώς: προφανές.

με τον «είμαστε σαν χωρισμένοι»

Αυτή η κατηγορία βρίσκεται πολύ κοντά στην προηγούμενη, περισσότερο απ’ όσο θέλετε να παραδεχτείτε.

Βεβαίως υπάρχει όντως ενδεχόμενο να είναι ο παντρεμένος σαν χωρισμένος με τη γυναίκα του (ή με τον άντρα του, αλλά εδώ προκύπτουν κι άλλα επιπλέον δράματα). Το θέμα είναι κατά πόσον μιλάμε για σοβαρό ενδεχόμενο.

Γενικά, αναρωτηθείτε: θέλετε πραγματικά να συνάψετε σχέση ― είπαμε, δεν μιλάμε για αρπαχτές εδώ ― που ζει με έναν άνθρωπο με τον οποίο είναι «σαν χωρισμένοι»; Αν δηλαδή ο Μπάμπης (τυχαίο όνομα) συζεί παντρεμένος με την Μπάμπαινα σαν χωρισμένος, με εσάς πώς ακριβώς περιμένετε να είναι; Ούτε εσείς ξέρετε, έτσι;

Θα αντιτείνετε ότι αν ο Μπάμπης κι η Μπάμπαινα έχουν λ.χ. να κάνουν σεξ καμιά πενταετία, τάχα δεν ζουν σαν χωρισμένοι; Αν έχετε παρακολουθήσει τη ζωή γύρω σας, ή έστω αυτά που λέμε εδώ (συγγνώμη κιόλας), θα έχετε παρατηρήσει πάντως ότι υπάρχουν ζευγάρια που κάνουν σεξ και κατά τα άλλα έχουν γραμμένους ο ένας τον άλλο (άραγε αυτοί «ζουν σαν χωρισμένοι»; χμ), ζευγάρια που ζουν συντροφικά κι αγαπημένα χωρίς πολύ σεξ (ή και καθόλου) μεταξύ τους, ζευγάρια που ζουν μαζί «για τα παιδιά» κτλ. κτλ.

Ναι, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι πακέτο.

Ειδικά αυτό το «είμαστε σαν χωρισμένοι, ζούμε μαζί για τα παιδιά» σίγουρα το έχετε ακούσει, αλλά εγώ δεν θέλω να το πολυσκέφτομαι ― ειδικά από την οπτική γωνία των παιδιών. Όμως δεν είναι δική μου δουλειά να σκέφτομαι για εσάς.

με τον «μυστικέεεε μου έρωτα»

Θέλετε να είστε η παράλληλη αγάπη, που λέει κι η ζεμπεκιά;
Θέλετε να είστε η Άλλη (ή ο Άλλος);
Δεν μπορεί να μπει ο παντρεμένος σε μια συνθήκη πολυσυντροφική ― η οποία ποσώς δεν προϋποθέτει συγκατοίκηση και ménage à n, όπου n>2 ― κι άρα πρέπει να είστε διακριτικοί;
Τα έχετε μπλέξει με κάποιον κομψό πλην αδέξιο αστό οικογενειάρχη που εν έτει 2025 έχει ας πούμε τη δυνατότητα να σας σπιτώσει (χίλια συγγνώμη σας εύχομαι, το κριντζ μου καίει την επιδερμίδα);
Είστε κι εσείς παντρεμένη ή παντρεμένος και δεν μπορείτε να προσχωρήσετε σε μια ωραία πολυσυντροφική συνομοσπονδία;

Καλή τύχη· ο θεός (και οι άγι@ της αρεσκείας σας) μαζί σας· κουράγιο κι υγεία και ψυχραιμία.

Με παντρεμένες

Οι παντρεμένες είναι γυναίκες και οι γυναίκες ξέρουν τι θέλουν και μετά

πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Οπότε, μη σαλτάρετε: αν τα φτιάξετε με παντρεμένη, αφεθείτε. Θα οργανώσει εκείνη τη μετέπειτα πορεία σας, είτε σύντομη είτε όχι. Πιο αισιόδοξα: θα σας καθοδηγήσει εκείνη, συνήθως στην ευτυχία.

Επειδή όμως εδώ λέμε αλήθειες, ενδεχομένως να σας καθοδηγήσει και σε συνθήκη Στράτος Διονυσίου, με αποτέλεσμα να γίνετε άλλος ένας (ή άλλη μία) που θα πέσει με βαθύ πλονζόν στην καψούρα. Αλλά τι να κάνουμε, τόσες γυναίκες, εσείς την παντρεμένη θέλατε.

Να το πούμε κι αλλιώς, γιαγιαδίστικα: τυχερά είναι αυτά.

Anniversary

Ivan the Terrible and His Son Ivan on 16 November 1581 by Ilya Repin
Αυτή είναι μία από τις λίγες φορές που φιλοξενώ στο μπλογκ το κείμενο κάποιου άλλου. Ευχαριστώ τον OAF για την εμπιστοσύνη του. 

 There’s not an audience for this text, except my chosen few: the other women, these fags fucking those other respectable discreet fags denouncing their faggothood with wedding bands and my G-d whom I love like none other and who’d probably fashion a Hell entirely for me or trebuchet me over to the Christians so I can be their problem. My G-d, the G-d of David the Other and Shlomo the magus poet Melech of yearnings galore -as of now. Maybe all my fathers would be ashamed of me, for I hold a mirror to their own shamefulness, their lacking of, their shortcomings ― ah look, I’m reflecting Giants; Avraham, Yakov, and later Baruch, Karl, and Allen and Larry. I am a little man, following a tradition of little men, trying to make sense of it all, with loaded words, chutzpah,  a bagful of songs, and woven cloths to cover our shoulders lifting our vellum scrolls of telling and retelling and making sense of, of trying to make sense of, of not making any, a perpetual puncturing of holes, some calligraphy, some embroidery, some borders.

Father Avraham, father Moshe, I’m sorry to overstep as such. I’m sorry I wear your declaration on the inside of my palm, but please, understand, my insolence falls into the great tradition of Jewish failure; I know I took the word you spoke to our Adonai and poked it with ink into my skin to declare myself before a man in conjunction with myself. I was made of that kind of irreverence. I’d say I repent for it, say I know how to and what that entails. But I don’t. I want that para-phrase covering my eyes when the Shema drips down my lips thrice daily and on Shabbat, I want the false word hooding my lid. Hineni, Hineni, Hineni, I’m ready my lord, Hinenu, Hinenu, behold us, my fathers. I’m a little man, claiming his vanity. Claiming my first, my last, my always, my steadfast failure. My sentence, spelled out steadily, my bliss, then; such an abyss. My month of Iyar, in my room.

I will never be more myself than in this split second reflection of me I caught in your eyes last time I saw you, three years ago 
That snotty Oxford alumnus wrote that April is the cruelest month; he was correct 
And I hate to prove poets right 
For it only adds to their audacity 

Behold me, my Jerusalem 
Banging my head against the Wailing Wall.

Μονογαμία

Bob Carlos Clarke (1994) The Agony and the Ecstasy

Το πρώτο κείμενο που έγραψα για τον έρωτα, το μακρινό 2006, επισήμαινε το εξής:

Θέλουμε το καλό σεξ να προοιωνίζει, να εξυπακούει ή να συγκεφαλαιώνει έρωτα Νερούδα-Μαγιακόφσκι-Πρεβέρ-Ελυάρ. Θέλουμε ο έρωτας να εξασφαλίζει μια άρτια συντροφική και μακροχρόνια σχέση. Θέλουμε μια μακροχρόνια και σταθερή, και τρυφερή κιόλας — ίσως, σχέση να είναι κεντημένη από σεξ που ανέρχεται από δυνάμεως εις δύναμιν, από το καλό στο καλύτερο. Τα θέλουμε όλα. Γιατί παραμένουμε πάντοτε άνθρωποι. Εάν μάλιστα είμαστε και (μετά Καλβίνον) χριστιανοί, έχουμε και την εξής επιπλέον απαίτηση: θέλουμε το σεξ να συγκεφαλαιώνει και να αντανακλά τη ζέση του έρωτα, που θα τροφοδοτεί έναν άρτιο και συντροφικό γάμο, ο οποίος θα μας πάει στον Παράδεισο εντέλει.

Αργότερα βεβαίως κατάλαβα ότι για τον περισσότερο κόσμο, η εκδοχή αυτού του φορτικού (αν όχι ολοκληρωτικού) ιδεώδους είχε μια πιο χολυγουντιανή γενεαλογία. Έγραφα π.χ. το 2013:

Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντυ εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Έλληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Όσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες.

Το 2025 θα είχα να προσθέσω απλώς το εξής. Σχεδόν σε κάθε μακροχρόνια σχέση έρχεται η στιγμή που πρέπει να διαπραγματευτεί κανείς τον συσχετισμό μεταξύ σχέσης και μονογαμίας. Κατά τη μονοκανονικότητα (κατά τα ετεροκανονικότητα κι ομοκανονικότητα ― αυτό που κάποτε έλεγα μονογονία), αν πληγεί η μονογαμία τότε η σχέση εκπίπτει, ενώ για να μην πληγεί η σχέση επιβάλλεται η μονογαμία.

Βεβαίως, αν η σχέση αξίζει, ίσως και να εκπέσει η μονογαμία: άραγε πόσοι από εμάς είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε ανθρώπους που στέργουμε και με τους οποίους χαιρόμαστε την κοινή ζωή που μοιραζόμαστε, είτε διά ζώσης ή εξ αποστάσεως, επειδή δεν τηρείται ο όρος της μονογαμίας; Δεν ξέρω την απάντηση αλλά μάλλον δεν περιμένετε να τη μάθετε από εμένα. Ενίοτε χρειάζεται να εκπέσει η μονογαμία για να ζήσει και να ανθίσει η σχέση. Η ζωή δεν είναι Χόλυγουντ πάντως και οι σχέσεις δεν είναι σειρές στο Νέτφλιξ…

Τη θλίψη της μονογαμίας χωρίς σχέση δεν θέλω καν να τη σκέφτομαι.

Αυτά τα προφανή (σε έναν ελαφρώς πιο ιδεώδη κόσμο) τέλος πάντων.