κι Ιστορία οι παρέες

Ένας από τους λόγους που διαχρονικά αφήνεται να κυκλοφορεί τόση σαχλαμάρα και μετριότητα στην ελληνική Αριστερά είναι και ο εξής: το αντίπαλον δέος της ανέκαθεν ήταν ίσως η πιο αμόρφωτη Δεξιά της Ευρώπης, ένα επιτελείο ημιμαθών χαρτογιακάδων με μηδενική διεθνή απήχηση, άξεστων με αχαλίνωτο στόμφο και αμετροέπεια, που τους διέκρινε θλιβερή πνευματική συγκρότηση στα όρια της αμάθειας.

Μιλάμε για την ίδια Δεξιά παράταξη που παραδοσιακά αρέσκεται να προβληματίζεται για τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου κι άλλα τέτοια ― προφανώς γιατί η ίδια δεν διέθετε ούτε θεωρητικούς ή διανοητές ούτε σοβαρούς ποιητές ή συγγραφείς της προκοπής.

Δείτε π.χ. τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και ποια ονόματα της Δεξιάς επιδίδονταν σε δραστηριότητες πέραν του κηρύγματος, της καταστολής ή της δημαγωγίας: αστειότητες.

Συνεπώς, η αριστερή διανόηση απέναντι σε αυτό το χάλι δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει πολύ για να αναιρέσει τα όποια επιχειρήματα της δεξιάς χρηστομάθειας ― όταν δεν την ακολουθούσε στον πρόχειρο καζουισμό, στον στόμφο ή στην αμάθεια.

Écrasez l’infâme

στον Pan Pan

Αχ πόσο μα πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα, τα χρόνια που πείθαμε τον εαυτό μας ότι με λίγη απελπισία κάπως υπαρξιστική και με πολλές απολιτίκ επικλήσεις στα βορειοκορεατικά πυρηνικά και σε αστεροειδείς κι άλλους Άψινθους θα απαλλαγούμε από το Χρέος, από το Χρέος που έστειλε τον θεό της Ζακύνθου κι αλκοολικό Κόντε να σπαράξει και να τεμαχίσει και να καλλιεργήσει σε κάμποσα ανόμοια τριβλία το Ποίημά του, το Ποίημα του Χρέους, ώσπου εκείνο αναδύθηκε σπασμένο κι αποσπασματικό και μετέωρο σαν να το έδειρε σεισμός, ένα μεγάλο ποιητικό κιντσούγκι δεμένο με σιωπή. Ναι ρε, λυπάμαι.

Λυπάμαι που πρέπει σώνει και καλά να πάρουμε θέση στο καθετί αλλά τελικά καταλήγουμε σαν κάτι ρουλεμάν σε εκείνα τα σπαστικά παιχνιδάκια-λαβυρίνθους που παίζαμε παιδιά: απλώς να κοπανιόμαστε γύρω γύρω στα πλαίσια ορμώντας οπαδικά προς το μέρος του θανάτου κι απέναντι στην τυραννία ή προς τη μεριά της τυραννίας κι απέναντι στην πολύ μεγάλη απλούστευση που λέγεται φασισμός. Αχ ναι, ναι: πολύ μας λυπάμαι που λέμε ότι πρέπει να διαλέξουμε πλευρά και που τελικά καταλήγουμε εκτός στόχου, εκτός τόπου, εκτός λόγου καθώς ο κόσμος καίγεται.

Γιατί την πλευρά που πρέπει να διαλέξουμε δεν θέλουμε να τη διαλέξουμε. Δεν θέλουμε να σταθούμε με τους άσχημους και με τους αδύναμους και με τις γενναίες.
Γιατί κατά βάθος δεν θέλουμε να υπάρχουν τρανς άτομα, μόνον κρυπτογκέι κούκλοι πρωινάδικων και θλιμμένες διακριτικές λεσβίες που μιλάνε για σχέσεις τους με υποθετικούς άντρες ― ή ό,τι άλλο μας λέει η τηλεόραση και το ίνστα να φαντασιωθούμε.
Γιατί δεν θέλουμε υποτακτικούς και ντόμες αλλά υποθετικούς και γνώμες· γιατί δεν τολμάμε πια ούτε καν να στήσουμε έναν μικρόκοσμο γύρω μας έστω τόσο σέξι όσο η πλαστική απάτη των 90s των διαφημίσεων και των χαζοπεριοδικών τους: δεν είμαστε καν αντάξιοι των παρτουζιάρηδων ή έστω τσοντόβιων γονιών μας, μόνον ό,τι χωράει στο κινητό πια.
Γιατί κατά βάθος δεν θέλουμε να υπάρχουν γενναίοι Εβραίοι κι Εβραίες διαδηλώτριες και υπερκούλ Ιρανοί και η μία Ιρανή που έχουμε προσέξει (συνήθως εκείνη στον Χωρισμό του Φαραντί)·
γιατί κατά βάθος εννοείται ότι δεν θέλουμε να υπάρχουν Παλαιστίνιοι και να τους σκοτώνει το κράτος σύμμαχος και πελάτης και φονιάς. Δηλαδή, γιατί να υπάρχουν Παλαιστίνιοι; Για να σκοτώνονται; Για να εντάσσονται σε απαίσιες και καθόλου ευρωπαϊκές οργανώσεις από τη σύλληψή τους, όταν δηλαδή εμψυχούται το ανθρώπινο έμβρυο κατά τους Χριστιανούς, μέχρι τη σύλληψή τους από το Κράτος; Για να πρέπει να σφαγιάζονται μαζικά ως παράπλευρες απώλειες ώστε να μας πείσουν ότι υπήρξαν; Καλύτερα να μην υπήρχαν Παλαιστίνιοι, μόνο ρέιβ και παρτούζες και μεφεδρόνη στο Τελ Αβίβ κι ο Πανάγιος Τάφος. Πολύ λυπάμαι πάντως που υπάρχουν Παλαιστίνιοι και στενοχωριόμαστε, όταν βεβαίως δεν αναγκαζόμαστε να χαμογελάμε παρέα με μισάνθρωπους γενοκτονικούς δολοφόνους για να επαναλαμβάνουμε ρυθμικά τις εξόφθαλμες χάσμπαρές τους.

Τέλος λυπάμαι που αυτά είναι τα ήθη του Ισλάμ, άγρια, και αυτά είναι τα ήθη της Τορά, εκδικητικώς βάρβαρα, και λέω δυστυχώς γιατί η Ευρώπη είναι καλή και δεν αποικιοκρατεί πια και δεν σκοτώνει και ούτε ζωοποιείται από δεισιδαιμονίες αιώνων. Δηλαδή αυτό θέλουμε, αυτό τέλος πάντων είναι το ευρωπαϊκό ιδεώδες όπως το περικλείουν τα δώδεκα χρυσά άστρα του μαριανού στέμματος με φόντο το γαλάζιο της stella maris Παναγιάς γοργόνας:
της Ευρώπης που δεν καβαλάει ταύρο αλλά τον ήλιο, γιατί αυτή είναι η Ευρώπη μας, μια ξανθή αγαπημένη Παναγιά που ξυπόλητη χορεύει μέσα στο περβόλι της ηπείρου μας με τα αρχαία και τις γέφυρες και τα κάστρα και τα ανοιχτά παράθυρα στα χαρτονομίσματά μας και τους καθεδρικούς και τους ναούς του Άουσβιτς και τις όμορφες Βρυξέλλες που έχτισαν χέρια του Κογκό (όσα δεν κόπηκαν).
Η Ευρώπη μας, ναι, είναι πια είναι καλή κι amicta sole, ενσαρκώνει το πανανθρώπινο και την άνετη μεταμέλεια της για όλα τα κακά, που νικά και σκορπά: την αποικιοκρατία, την τυραννία, τη θεοκρατία, το Ολοκαύτωμα, τον ναζισμό ― ακόμα και τα κακά της νικά, το είπε κι ο Κούντερα. Ναι, όλα αυτά είναι στο παρελθόν, εδώ είμαστε τώρα, εξοπλιζόμαστε: είμαστε ένα δημοκρατικό μα οπλισμένο Μέσο Βασίλειο μεταξύ αδηφάγου Ρωσίας και ανοϊκής Αμερικής, μεταξύ του Ισλάμ που δεν μας αρέσει αν δεν είναι με γραβάτα στη Δαμασκό και της Αφρικής που είναι ένα πράμα φτωχό με μαύρους και έτοιμη να αναπτυχθεί και να δεχθεί τη βοήθεια και την ελεημοσύνη μας ― αρκεί να παλουκωθεί στη θέση της και να μη μας έρχεται μέσω Πύλου, Λαμπεντούζας και Θεούτας (κι αναγκαζόμαστε να τη θαλασσοπνίγουμε). A propos, πολύ λυπάμαι και που υπάρχουν πρόσφυγες και μετανάστες και στενοχωριόμαστε, κι αυτό.

Λυπάμαι και που δεν μπορούμε να ζήσουμε χαρά, έναν χορό κι έρωτες (αφού από επανάσταση γιοκ). Λυπάμαι που οι φαντασιώσεις μας είναι από οθόνη για οθόνη κι όχι από οθόνη για διά ζώσης. Λυπάμαι που έχουμε πειστεί πως όλα πρέπει να ρυθμίζονται κι όλα να είναι σχέσεις ή τίποτα και που ο έρωτας είναι μια ιδεολογία ή μάλλον ένα ιδεώδες όπως η Ευρώπη μας και η δημοκρατία μας είναι ιδεώδη, και μάλιστα πάρα πολύ σοβαρά ιδεώδη. Έτσι είναι οι σχέσεις μας, ανοιχτές και διαφανείς: λογοδοτούμε κι ομολογούμε χωρίς βασανιστήρια, άλλωστε τι μεγαλύτερο βασανιστήριο από τις σχέσεις μας, πού να τρέχουμε τώρα. Οι σχέσεις μας δεν χρειάζονται σκιά και σιωπή, ανάπαυλα ή εφήμερες συναντήσεις και περιπλανήσεις: οι σχέσεις μας είναι κλειστές κι απόλυτες κι αιώνιες, πλην όμως δεν έχουν αδιέξοδα ― ακριβώς σαν τη δημοκρατία.
Στις σχέσεις μας και στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα μόνον ωραίες μεγάλες ωσμανιανές λεωφόροι, περίοπτες πλατείες κι εύτακτα βουλεβάρτα, για να μπορούν οι μπάτσοι να μας λιώνουν στο ξύλο και να μας συνθλίβουν με αύρες και να μας πνίγουν με δακρυγόνα: οι μπάτσοι της στανικής και αιώνιας μονογαμίας και λογοδοσίας, οι μπάτσοι της νόμιμης βίας. Γιατί, δεν το παρατηρήσαμε βεβαίως, όπως κάποια στιγμή η Ρουμανία είχε μετουσιωθεί από Λαϊκή Δημοκρατία σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία, έτσι και οι δικές μας δημοκρατίες έχουν πλέον φτάσει το σατόρι, τη Φώτιση, την Αφύπνιση και δεν μας χρειάζονται πια για τίποτε άλλο παρά για να ψηφίζουμε (και αν): εξεγέρσεις και γκιλοτίνες και ταραχές και συλλαλητήρια ανήκουν στα χρόνια πριν την εποχή της Ευρωπαϊκής Χάριτος. Η Παναγιά η Ευρώπη είναι μαζί μας και η σκιά του Νόμου παρήλθε, νυν μόνον η Χάρη μη εκλεγμένων οργάνων και προσχηματικών κοινοβουλιών, νυν η αλληλεγγύη των κρατών κι όχι των λαών, νυν μόνον ηγέτες λαμπροί.

Λυπάμαι λοιπόν, πολύ λυπάμαι. Δηλαδή παπαριές: δεν λυπάμαι. Θα μπορούσαμε να είμαστε κεφάλαιο και θα καταλήξουμε υποσημείωση. Θα μπορούσαμε να αγωνιστούμε αλλά επιλέξαμε να κλαιγόμαστε και να κάνουμε gaslighting και να ηθικίζουμε πολιτικώς, κάνοντας τον κόσμο μας λίγο πιο δύσκολο. Μωρ’ δε γαμιέται: όσοι αγωνιστούν θα απολαύσουν κι εμάς θα μας κοροϊδεύουν οι επερχόμενες γενιές που φτιάχναμε άκρα από το τίποτα για να μη χρειαστεί να υψώσουμε τις γροθιές μας ή, έστω, τα χέρια χορεύοντας.

Αμερικανικές εμμονές

Πάντοτε με συνάρπαζαν τα τυφλά σημεία των κοινωνιών. Στην περίπτωση των Αμερικάνων, η εύκολη λύση είναι να μιλάει κανείς χονδροειδώς κι απλοϊκά για μια σύνθετη και αντιφατικά πολύπλοκη κοινωνία ωσάν να είναι πλασμένη αποκλειστικά από τον καπιταλισμό. Υπάρχουν όμως πολλά περισσότερα:

Θεός

Είναι κωμικός ο τρόπος που ο Θεός μπαίνει σφήνα, κι όχι με την καλή έννοια, σε τόσες δημόσιες και ιδιωτικές συζητήσεις στις οποίες συμμετέχουν Αμερικάνοι ― μόνο με πολύ πιστούς Άραβες το βλέπει κανείς αυτό. Ο Θεός ασχολείται με τα πάντα: από τον κοκκύτη του εγγονού μέχρι το μέλλον της ανθρωπότητας, από τη νίκη της σχολικής ομάδας σόφτμπολ μέχρι την επικράτηση της δημοκρατίας σε διάφορα αλωμένα από τις ΗΠΑ ξερικά χωράφια στη Μέση Ανατολή.

Οικογένεια

Παρακολουθώ έργα μαζικής κουλτούρας αμερικάνικα ή αμερικανικής εμπνεύσεως και περιμένω τη σελίδα ή τη στιγμή που θα ακούσουμε το κήρυγμα για το πόσο σημαντική κι αναντικαστάστατη είναι η οικογένεια και για το πώς η οικογένεια είναι καταφυγή κι αποκούμπι όταν όλα τα άλλα σε απογοητεύσουν ή σε προδώσουν: από τις οικογένειες που σώζονται ενώ ο κόσμος τελειώνει με πάταγο μέχρι την οικογένεια που φτιάχνεις εσύ στο υπέροχο Pose, από την αλλόκοτη ανοχή ή και προσδοκία του να περάσεις μια ζωή με κάποιον ή κάποια που ήταν high school sweetheart, μέχρι τις διάφορες συμβολικές αιμομιξίες που απαιτεί η ερωτική μονογονία. Τις περισσότερες φορές το πρωτείο της οικογένειας διασφαλίζεται με στανική μονογαμία και εμμονική αποκλειστικότητα: η Ψυχώ δεν είναι ποτέ μακριά από κάτι τέτοιο. Επιπλέον, ίσως δεν είναι τυχαίο ότι στο συλλογικό αμερικανικό φαντασιακό σαρώνουν οι πορνογραφικές αναπαραστάσεις αιμομικτικού χαρακτήρα ― πάντοτε εντός δεσμών προσχηματικώς εξ αγχιστείας.

Το αμερικανικό όνειρο

Μπορείς να γίνεις ό,τι θες, μπορείς να γίνεις όλα, και μπορείς να τα πετύχεις με στοχοπροσήλωση και σκληρή δουλειά. Επίσης, πετάει ο γάιδαρος, κύμα το κύμα η πέτρα λιώνει, φασούλι το φασούλι γίνεσαι εκατομμυριούχος ― και άλλα γραφικά δημώδη. Εγώ, ας πούμε, θα μπορούσα να γίνω Παβαρότι κι ας ψοφούν τα ζα κι ας μαραίνονται οι κατηφέδες όταν τραγουδάω.

Αποστροφή προς τις απολαύσεις

Είθισται διάφοροι νεορθόδοξοι ημιμαθείς να θεωρούν ότι κάθε τι αμερικάνικο είναι και καλβινιστικό: τόσο ξέρουν κι αυτοί. Υπάρχει ωστόσο κάτι βαθύτατα καλβινιστικό στην αποστροφή των Αμερικανών απέναντι στις απολαύσεις, εκτός κι αν είναι γαστριμαργικές: η λαγνεία καταδεικνύει έλλειψη έρματος και έλλειμμα χαρακτήρα, η χαρά των περισσότερο ή λιγότερο χαλαρωτικών, διεγερτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών (από το κρασί μέχρι την κόκα κι από τον καφέ μέχρι τα τριπάκια) είναι επιεικώς ύποπτη, η μουσική παρασύρει, η λογοτεχνία στήνει είδωλα και ανοίγει την ατραπό του παραστρατήματος κτλ. κτλ. κτλ.

Επιβίωση-Αυτοάμυνα-Οπλοφορία

Τι να λέμε. Επιβίωση. Η επιβίωση είναι δύναμη. Επιβιώνει πυροβολώντας. Παραμένεις ελεύθερος πυροβολώντας. Επιβιώνεις ξεκαυλώνοντας πυροβολώντας. Πρέπει να αμύνεσαι. Προστατεύω σημαίνει μακελεύω όσους δεν προσταεύω. Και ούτω καθεξής.

No surprises

Δεν υπάρχει πουθενά το στοιχείο της έκπληξης.

Ξέραμε ακριβώς τι επρόκειτο να γίνει: όχι μόνο όταν εκλέχθηκε η συγκεκριμένη κυβέρνηση το 2019, και όταν επανεξελέγη φυσικά, αλλά ήδη από το 2010.

Ξέραμε ακριβώς τι θα γίνει: ότι η φτώχεια θα εξαπλωνόταν, η οπισθοδρόμηση θα επιταχυνόταν, η διάβρωση των θεσμών θα παγιωνόταν ενώ φασιστικές ιδεολογίες θα έβρισκαν πάτημα· όλα μέσα στο πλαίσιο του ορντολιμπεραλιστικού πειράματος της Ευρωπαΐκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Ξέραμε ότι το αποτέλεσμα αυτού του πειράματος θα ήταν να βρεθούμε στον πάτο κάθε δείκτη ποιότητας ζωής της Eurostat.

Ξέραμε ότι οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις φυσικά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία βίαιη και συντονισμένη απόπειρα να σωθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν φορτωθεί ελληνικό χρέος.

Ξέραμε παράλληλο τα μνημόνια ήταν μια άσκηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση κι υποταγή μιας μη τριτοκοσμικής χώρας εκ μέρους μεγάλων οργανισμών· μια άσκηση που φάνηκε χρήσιμη τα τελευταία 10 χρόνια ώστε να πετύχουν ο εξαναγκασμός κι ο εξανδραποδισμός και σε άλλα μέρη του κόσμου…

Ξέραμε ότι το αποτέλεσμα αυτού του πειράματος θα ήταν η αποσυναρμολόγηση του κράτους πρόνοιας (π.χ. υγείας και παιδείας), το ξεπούλημα υποδομών και δημόσιων αγαθών, η υπερτιμολόγηση βασικών αγαθών όπως το ρεύμα και το νερό, η απαξίωση κι υποχρηματοδότηση οποιουδήποτε φορέα προσφέρει δημόσια αγαθά ― εκτός κι αν ιδιωτικοποιούνταν, οπότε θα συνεχίζαμε να τους χρυσοπληρώνουμε σε ρήτρες και αποζημιώσεις.

Είναι ωστόσο ενδιαφέρον να θυμάται κανείς ποιες δημόσιες φωνές παραπονιούνται ότι επικρατεί παροξυσμός και παραλογισμός σε σχέση με τις διαμαρτυρίες για τα Τέμπη.

Πρόκειται πάνω κάτω για τις φωνές που εγκαλούσαν τον ελληνικό λαό για ανωριμότητα και ανευθυνότητα επειδή δεν δεχόταν με ανοιχτές αγκάλες την ευλογία των μνημονίων.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ποιοι εξωνημένοι ή έστω ιδεοληπτικοί γραφιάδες και φερέφωνα υποστήριζαν με πάθος και υπεροψία ότι οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις και η προγραμματισμένη κατάλυση του κοινωνικού κράτους θα άφηναν θεσμούς, υποδομές, αλλά και την ίδια την κοινωνική συνοχή ανέγγιχτες.

Πρόκειται για τις ίδιες φωνές που μας κοροϊδεύουν μέσα στα μούτρα μας αναιδώς και ανερυθρίαστα σχετικά με το τι προκάλεσε το έγκλημα εξ αμελείας στα Τέμπη, έγκλημα που αφορά τους παρατημένους, διαλυμένους και ξεπουλημένους ελληνικούς σιδηροδρόμους, αλλά και σχετικά με την συγκάλυψη του εγκλήματος αυτού και τα παιδιαριώδη ψέματα που τη συνοδεύουν.

Δυστυχώς δεν είναι μόνον οι σιδηρόδρομοι παρατημένοι: σε ολόκληρη την Ελλάδα οι υποστελεχωμένες και πεπαλαιωμένες δημόσιες συγκοινωνίες έχουν αφεθεί να σκουριάσουν σιγά-σιγά: ακόμα και στο ολοκαίνουργιο και λαμπερό μετρό Θεσσαλονίκης.

Κανείς δεν νομίζω ότι εκπλήσσεται με τη διαχείριση της κυβέρνησης: την εγκατάλειψη, τη διάλυση, την ψευδολογία, τη χειραγώγηση, τη συγκάλυψη.

Ενδεχομένως να πέσαμε από τα σύννεφα με το χάλι της κυβέρνησης ΓΑΠ· ίσως μας έπιασε στον ύπνο η μνημονιακή στροφή Σαμαρά, τότε παλιά· πιθανότατα να πέσαμε από τα σύννεφα με την ανάκρουση πρύμνας και το γενικό φιάσκο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ

Στην περίπτωση όμως της παρούσας κυβέρνησης τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα ήδη από το 2019 και σίγουρα το 2023: ερχόταν στα πράγματα η χειρότερη δυνατή εκδοχή της ελληνικής δεξιάς.

Η κλίκα αυτή ποτέ δεν ήταν συντηρητική παρά φλέρταρε ανοιχτά με τον φασισμό (γιατί, συγνώμη κιόλας, δεξιός λαϊκισμός δεν ξέρω τι θα πει).

Ξέραμε πολύ καλά ότι θα πλαισιωνόταν από στερημένες και γι’ αυτό ακόμα πιο αδηφάγες στρατιές μετακλητών, πελατών, εργολάβων, συγγενών, κουμπάρων και κάθε λογής παρασίτων, στρατιές που με απευθείας αναθέσεις ή χωρίς θα έβαζαν χέρι στον δημόσιο πλούτο.

Ξέραμε πάρα πολύ καλά ότι θα διέλυαν το κράτος πρόνοιας και ότι θα ξεπούλαγαν.

Είδαμε εξαρχής πώς χειρίστηκε και εξαχρείωσε η κλίκα αυτή το σύνολο των θεσμών.

Eίδαμε από την αρχή της θητείας της πώς αυτή η κυβέρνηση συμπορεύτηκε με διάφορα σκοτεινά κέντρα και πώς σκιώδεις, αν όχι παρακρατικές, δραστηριότητες άνθισαν αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας εκ μέρους της.

Αυτά για να μην καμωνόμαστε ότι τώρα πήραμε χαμπάρι τι γίνεται: όλα ξεκίνησαν το 2010 και τα χειρότερα το 2019.

Εδάφια από τα Βιβλία των Χρησμών

Έχει ειπωθεί: Αν είσαι καλός σε κάτι, το λες σε όλον τον κόσμο· αν είσαι πάρα πολύ καλός, σου το λέει όλος ο κόσμος. Αλήθεια είναι.
(Eroica 20,18)

Μπορεί έχεις ζήσει πολλές ζωές τη μία μέσα στην άλλη αλλά να μην το νιώθεις. Σημασία δεν έχει πόσες ζωές έχεις ζήσει, σημασία έχει να είσαι παρών και στη χαρά και στην επιθυμία.
(Τροία 26)

Κάποιοι θέλουμε να παρατηρούμε
κάποιοι θέλουμε να συμμετέχουμε
σε όποιον παρατηρεί συμμετέχοντας
επιδαψιλεύεται κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μερών.
(Ορφέας 4, 1)

Εσύ ο ίδιος είσαι ο δεσμοφύλακάς σου, γι’ αυτό δεν θα μπορέσεις ποτέ να απελευθερώσεις τον εαυτό σου μόνος σου.
(Παιδική χαρά 5, 21)

Δεν χρειάζεται να έχουν αντίκτυπο όλα όσα λες. Συνήθως όμως έχουν.
(Εστία 5, 10)

Το άγχος επίδοσης είναι άγχος θανάτου
Ο φόβος του εγκλεισμού είναι φόβος θανάτου.
(Ακάλυπτος 3,5)

Όσο περισσότερες πόρτες ανοίγονται εντός, σε τόσο περισσότερα δωμάτια μπορεί να κυκλοφορείς· κανείς όμως δεν μένει μέσα για πάντα.
(Το βιβλίο των σπιτιών 3)

Ο κόσμος ο δικός σου υπάρχει επειδή υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι.
(Flammarion 17)

Μεγάλος άθλος: να αφεθείς να ανοιχτείς
στο βλέμμα των άλλων,
τα οποία αντικρύζουν αυτό που είσαι
και όχι αυτό που οι άλλοι προβάλλουν πάνω σου.
Αλήθεια: όσο περισσότερο καλύπτεσαι
από το βλέμμα των άλλων
τόσο οι άλλοι θα βλέπουν πάνω σου
μόνον ότι προβάλλουν.
(Espejo 7-14)

Εσύ αντικρύζεις τη Μέδουσα
και η Μέδουσα εσένα·
εσύ παραλύεις, στεγνώνεις και λύνεσαι
η Μέδουσα αδιαφορεί.
(Μέδουσα α 1-4)

Γνωρίζουμε από παλιά ότι σε μια τριαδική σχέση, ούτε συμμετέχουν όλοι πάντα, ούτε συμμετέχουν με τον ίδιο τρόπο· αμήν.
(Ακρόπολη Επιμύθιο)

Όταν ζεις σε σιωπηλά και νεκρά στην ευταξία τους σπίτια, τότε κάθε εκδήλωση αγάπης οδηγεί στο να τα κατοικείς σαν φυλακές. Όμως κανείς δεν έχει μόνον ένα σπίτι, ούτε είναι όλα τα σπίτια σπίτια. Βγες και περπάτα.
(Το βιβλίο των σπιτιών 26-28)

Νοιάζομαι δεν σημαίνει αγαπώ.
(Ελοΐζα 11)

Τους ανθρώπους δε μας τυραννάει απλώς και μόνο ο θάνατος.
Μας βασανίζει κάθε τι το αναπόδραστο
και μας τρελαίνει ό,τι είναι αμετάκλητο.
Ό,τι κι αν είναι.
Μας βασανίζει άπαξ και το θεωρήσουμε αναπόδραστο,
άπαξ και μας φανεί αμετάκλητο.
Αλλά τελικά το μόνο αμετάκλητο είναι ο θάνατος.
Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας
θεωρώντας ότι ένα σωρό άλλα πράγματα είναι αναπόδραστα
και αφηνόμαστε να μας κατασπαράξουν
ή να μας διαβρώσουν.
Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας
νομίζοντας ότι τόσα και τόσα είναι αμετάκλητα:
τα περνάμε για θάνατο
και γι’ αυτό παραλύουμε.
(Μέδουσα ψ 13-27)

Άκου το νήπιο που κλαίει μέσα στη νύχτα: εσύ είσαι. Σκέπασέ το. Τραγούδα του.
(Ορφέας 4, 24)

Φωνή αύρας λεπτής

Από το Turks fruit του Paul Verhoeven

Ώρα για λίγη ομορφιά:

ἐξελεύσῃ αὔριον καὶ στήσῃ ἐνώπιον Κυρίου ἐν τῷ ὄρει· ἰδοὺ παρελεύσεται Κύριος, καὶ ἰδοὺ πνεῦμα μέγα κραταιὸν διαλῦον ὄρη καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσσεισμός, οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ Κύριος·
καὶ μετὰ τὸν συσσειμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος.

Γ’ Βασιλειών ιθ’

Το ίδιο στα εβραϊκά:

יא וַיֹּאמֶר, צֵא וְעָמַדְתָּ בָהָר לִפְנֵי יְהוָה, וְהִנֵּה יְהוָה עֹבֵר וְרוּחַ גְּדוֹלָה וְחָזָק מְפָרֵק הָרִים וּמְשַׁבֵּר סְלָעִים לִפְנֵי יְהוָה, לֹא בָרוּחַ יְהוָה; וְאַחַר הָרוּחַ רַעַשׁ, לֹא בָרַעַשׁ יְהוָה.
יב וְאַחַר הָרַעַשׁ אֵשׁ, לֹא בָאֵשׁ יְהוָה; וְאַחַר הָאֵשׁ, קוֹל דְּמָמָה דַקָּה.

Είκοσι χρόνια μετά ξέρω ότι όντως στη φωνή αύρας λεπτής (קוֹל דְּמָמָה דַקָּה) βρίσκεται ο (όποιος) Κύριος. Μεγάλη αλήθεια, από τις ελάχιστες στα παραληρήματα που οι μονοθεϊστικές θρησκείες έχουν για Γραφές. Ξέρω όμως επίσης ότι και το μέγα πνεύμα και ο συσσεισμός και το πυρ είναι αναγκαία. Δυστυχώς, φιλαράκια μου.

Είκοσι χρόνια Sraosha

Όχι εγώ ο Σραόσα, παρά ένα Σεραφείμ

Πρίν είκοσι χρόνια, το 2005, ήμουν από τους πρώτους που ξεκίνησαν μπλογκ στα ελληνικά, μαζί με τον θρυλικό Rakasha. Είμαι από τους ελάχιστους που συνεχίζουν.

Άλλοι άνοιξαν μπλογκ για να μεταπηδήσουν στη λογοτεχνία ή στον Τύπο· πολλοί τα κατάφεραν.
Άλλοι άνοιξαν μπλογκ για να γνωρίσουν κόσμο για φάση ή για σχέση· πολλοί τα κατάφεραν.
Άλλοι άνοιξαν μπλογκ για να κάνουν δημοσιογραφία ή τεκμηρίωση· κάποιοι τα κατάφεραν.

Οι περισσότεροι τα εγκατέλειψαν τα μπλογκ λίγα χρόνια μετά, μερικοί τα κατέβασαν εντελώς ― ίσως ως μνημεία αμήχανων εποχών, ίσως ως πρωτολειακές προδημοσιεύσεις.

Εγώ δεν είχα ιδέα γιατί ήθελα να γράφω εδώ. Νομίζω ότι ήταν λίγο απ’ όλα: λίγο το ημερολόγιο, λίγο για να συζητήσω με κόσμο που βρισκόταν μακριά μου αλλά πνευματικώς κοντά μου, λίγο για να πω τον πόνο μου, λίγο για να γνωρίσω κόσμο, λίγο η αυτοδημοσίευση ― λίγο για να βρω τον εαυτό μου. Ναι, και για να πω αυτά που ένιωθα και σκεφτόμουν.

Μετά από παρότρυνση και πρωτοβουλία του Βάσου Γεώργα βγήκαν μέσα από το μπλογκ εδώ τέσσερα βιβλία.

Δύο από αυτά είναι ανθολογίες από το μπλογκ: το Νάφε και μέμνασο απιστείν το 2015 και το Paradise Circus to 2022. Επίσης βγήκαν μια συλλογή με διηγήματα το 2017, το Κυρίως το σεξ, αλλά και ένα βιβλιαράκι με δοκίμια για τον έρωτα, το De amore (2018).

Το μπλογκ όμως παρέμεινε το μπλογκ: ανθεί και φέρει κι άλλο. Διαθέτει απ’ όλα: μυθοπλασία, κάτι ποιήματα, χρονογραφικά ποστάκια, γνώμες κι άλλα διάφορα.

Αυτό εδώ είναι το 1578ο ποστάκι. Υπάρχει κάτι για τον καθένα. Συνεχίστε να απολαμβάνετε. Εδώ θα είμαι.

A song of the motherless

Salvator Rosa Ηράκλειτος και Δημόκριτος

for Oliver

And fuck this world
and its smug complacency
and its complacent smugness, too.

A curse on all the world’s empty talk
and on its portentous inapplicable ideals
dangling from fake heavens of wry convictions.

And fuck this world
fighting down my soul
as it opines on those I call my own,
and my close ones and my dear ones.

A curse on this world’s priorities
and on its coy death cult
curating maps of the dead and fascinations for the half-dead

Am I arrogant?
I’m not arrogant.
The truth is arrogant.

Τhe truth must be arrogant:
it otherwise ends up muffled.

Εναντίον του ερωτικού ολοκληρωτισμού

της Apollonia Saintclair

Όσο περισσότερο προχωράει ο 21ος αιώνας, τόσο περισσότερο οι ερωτικές σχέσεις καθίστανται ανθρωπίνως αδύνατες.

Η γενιά μας, επηρεασμένη από τη χολυγουντιανή επιπολαιότητα και από τον πουριτανισμό που επέφερε η εσχατολογική αντιμετώπιση του AIDS, έχει επιβάλει ασυνάρτητα και αντιφατικά ιδεώδη στις σχέσεις.

Η γενιά μας και οι γενιές που την ακολούθησαν αντιλαμβάνονται τις σχέσεις ωσάν να διέπονται ταυτόχρονα από την απόλυτη καθαρή μονογαμία και από την αδιαπραγμάτευτη ολ(οκληρωτ)ική ειλικρίνεια.

Από τη μια λοιπόν η απόλυτη μονογαμία. Και δεν μιλάω μόνο για τη σεξουαλική αποκλειστικότητα, που τουλάχιστον ως χίμαιρα πλασάρεται επί αιώνες. Μιλάω για τη μονογονία, αυτή την αμερικανιά της φαντασίωσης ότι η σχέση είναι για πάντα με έναν άνθρωπο που είναι τα πάντα για εμάς. Μιλάω για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε ανοίγματος πέρα από τη μία, κυρίαρχη και αποκλειστική σχέση ως προδοσίας και ατιμίας κι απάρνησης όσων έχεις ζήσει ή θες να ζήσει με έναν άνθρωπο. Μιλάω για τη φαυλότητα του να θεωρείς τους ανθρώπους που αγαπάς κτήματά σου προς αποκλειστική δική σου χρήση.

Από την άλλη η απαίτηση της διαρκούς και απόλυτης ειλικρίνειας και του συστηματικού oversharing. Το αίτημα για διαρκή, απόλυτη κι άνευ όρων ειλικρίνεια απέναντι «στους δικούς σου ανθρώπους», αίτημα που ζέχνει ολοκληρωτισμό. Δεν αρκεί λοιπόν να είναι το ταίρι σου ο μπάτσος σου, οφείλεις κι εσύ να του παραδίδεσαι ανά πάσα στιγμή για ελέγχους ρουτίνας και για μικρές φιλικές ανακρίσεις εφ’ όλης της ύλης ― άλλωστε τι έχεις να κρύψεις;

Και κάπως έτσι, υπό το συνδυασμένο συντριπτικό βάρος της μονογαμικής ψύχωσης και της ναρκισιστικής μανίας για γυάλινα σπίτια, η ερωτική σχέση δύο ή περισσότερων ανθρώπων μετατρέπεται από βασική αιτία χαράς μας σε φυλακή.

Ώσπου να γίνουν όλα φυλακή και να γαληνέψει εντελώς ο κόσμος.

Το πιο πικρό σύμπτωμα όλων αυτών; Όταν η μονογαμική προσήλωση («σε είδα που έπαιζε το μάτι σου») και η στανική ειλικρίνεια («σκέφτηκα την Τασούλα / τον Τάσο την ώρα που το κάναμε») συναντιούνται στην ανίερη σύζευξη που σκιάζει τις σχέσεις μας σήμερα, φυσικά ανθεί η ναρκισσιστική κωλοπαιδίαση: σου λέω με κάθε ειλικρίνεια, ως οφείλω, πόσο μαλάκας έχω υπάρξει απαιτώντας να με λυπηθείς και να με δικαιώσεις επειδή υποφέρω που αναγκάστηκα να πω πόσο μαλάκας είμαι.

Χωρίς τρυφερότητα κι απαλότητα και κατανόηση, καλά ξεμπερδέματα…

Νόημα, κεντρική ιδέα, δίδαγμα

Έλα να διδαχθούμε, ντάρλινγκ

Όταν ήμουν στο δημοτικό, δηλαδή τον προηγούμενο αιώνα, η ανάλυση των κειμένων στο σχολείο αποτελούνταν από το να διαβάσουμε το ποίημα ή το πεζό, να συνοψίσουμε το νόημα του κειμένου και μετά να βρούμε την κεντρική ιδέα ― κοινώς: «τι θέλει να πει ο ποιητής».

Αυτή η διαδικασία ανάλυσης κειμένου στο δημοτικό έμοιαζε πάρα πολύ με τα μαθήματα στο Κατηχητικό. Προτού σοκαριστείτε, να σας πληροφορήσω ότι τη δεκαετία του ’80 έστελνες το παιδί σου στο Κατηχητικό όπως πλέον στέλνει ο κόσμος τα παιδιά του σε δραστηριότητες τύπου μπάτμιντον, μπαλέτο ή μπάσκετ ― δεν επρόκειτο για ζήτημα πίστης κτλ. Φρονούσαν οι γονείς ότι το Κατηχητικό θα διαμορφώσει χαρακτήρα και θα κρατήσει τα παιδιά μακριά από κακές παρέες, για όσο τέλος πάντων τα παιδιά θα άντεχαν να μείνουν στο Κατηχητικό. Εγώ άντεξα υπερβολικά πολύ.

Στο Kατηχητικό λοιπόν μας έλεγαν μία ιστορία και μετά έπρεπε να διατυπώσουμε το δίδαγμα της ιστορίας αφού η κατηχήτρια ή ο κατηχητής βεβαιωνόταν ότι είχαμε καταλάβει το νόημα.

Στο πλαίσιο ενός παρωχημένου εκπαιδευτικού συστήματος ή ενός συστήματος κατήχησης δεν καταπλήσσει η ενασχόληση με το τρίπτυχο νόημα, κεντρική ιδέα και δίδαγμα ως τρόπος ερμηνείας κειμένων. Είναι όμως τουλάχιστον αποκαρδιωτικό μια γενιά τότε αγέννητη να απόδέχεται να προσεγγίζονται η λογοτεχνία και το σινεμά με τους όρους του τρίπτυχου αυτού και μάλιστα να θεωρεί οκέι να ερμηνεύονται η λογοτεχνία και το σινεμά με τέτοιους όρους.

Και αυτό ενώ δυστυχώς αυτά τα ζητήματα

έχουν λυθεί εδώ κι ενάμιση αιώνα. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε εγχειρίδιο χρήσης της ζωής, ούτε βίβλος χρηστομάθειας, ούτε self help. Αφενός η λογοτεχνία καταβυθίζεται όπου κανείς και τίποτε άλλο δεν μπορεί να ποντιστεί γιατί δεν αντέχει την πίεση της αβύσσου (αναλογιστείτε ότι η λογοτεχνία είναι κάτι σαν βαθυσκάφος), αφετέρου στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κανένας κυριολεκτισμός. Η λογοτεχνία λειτουργεί λοιπόν περίπου όπως τα όνειρα: εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς, εξακτινώνοντας ταυτόχρονα όσα λέει και αναγκάζοντάς μας να τα ερμηνεύσουμε σε πολλά επίπεδα.

Θα έπρεπε να είναι προφανής η γελοιότητα του τριπτύχου νόημα-κεντρική ιδέα-δίδαγμα για χρήση σε οτιδήποτε πέρα από τη χρηστομάθεια. Αλλά ας το κάνουμε λιανά.

Ας ξεκινήσουμε με το νόημα. Όταν θέλουμε να αποδώσουμε το νόημα ενός κειμένου ή μιας ταινίας, τι άλλο θέλουμε να κάνουμε παρά να παραφράσουμε το κείμενο ή την ταινία; Κάτι τέτοιο είναι αυτομάτως προβληματικό γιατί ένα κείμενο η μια ταινία προφανώς δεν απαρτρίζεται μόνο από το τι μας λέει αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο μας το λέει.

Η αναζήτηση της κεντρικής ιδέας (παραδείγματος χάριν: «αυτή η ταινία θέλει να μας πει ότι οι τρανς άνθρωποι είναι άνθρωποι») είναι ακόμα ευτελέστερη: δεν είναι τίποτα άλλο παρά έκφραση μιας μάλλον νευρωτικής ανάγκης να επιβληθεί μία ιδέα, ένας άξονας, η μία ερμηνεία σε κάποιο κείμενο ή ταινία. Μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά ενδεχομένως η ταινία ή το κείμενο να έχει παραπάνω από μία ανάγνωση και παραπάνω από μία ερμηνεία ή ακόμα ερμηνείες και νοήματα να εξακτινώνονται και να πηγαίνουνε και κάπου αλλού.

Το τρίτο μέρος του τρίπτυχου, το δίδαγμα, φυσικά είναι το χειρότερο απ’ όλα, αφού αντιμετωπίζει κάθε παραγωγή ή δημιουργία (διαλέξτε εσείς τι είναι τι και πότε κάτι είναι προϊόν και πότε κάτι είναι δημιούργημα) σαν να είναι μικρές συνταγές χρηστομάθειας.

Θα μου πείτε, οκέι, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, άλλωστε πολλές φορές το κοινό ψάχνει να ταυτιστεί με κάποια κατάσταση ή με ήρωες. Και εδώ προκύπτει ένα διαφορετικό πρόβλημα: η ανάγκη να ταυτιστούμε με καταστάσεις και ήρωες σε ένα βιβλίο ή σε μια ταινία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση της μίας κεντρικής ιδέας ή του ενός διδάγματος, απλώς όχι διά της κατήχησης αλλά διά της ταύτισης.

Ωστόσο κάτι τέτοιο είναι εξίσου προβληματικό τελικά:

[Η] έπειξη να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα (‘relatability’), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο «να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά». Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Η ανάγκη μας να προσέλθουμε προς ένα έργο και, αφού συνοψίσουμε το νόημα του, να εντοπίσουμε τη μία και μοναδική κεντρική ιδέα του ώστε τελικά να αντλήσουμε κάποιο δίδαγμα είτε διά της κατήχησης είτε διά της ταύτισης αποτελεί δείγμα τρομακτικής βαρβαρότητας τελικά και ένδειξη ότι χάνουμε κάτι πολύτιμο.

Οι αφηγήσεις, τα ποιήματα και (πολύ αργότερα) οι ταινίες διαχρονικώς υπήρξαν παρηγοριά αλλά και έμπνευση μέσα και από τον πολύσημο κι ονειρικό χαρακτήρα τους, που ανέφερα πριν, για ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα για να καλυτερέψουν τη ζωή τους ή τον κόσμο.

Συνεπώς η στανική εμμονή μας για καθαρές ιστορίες με νεταρισμένους ήρωες και μονοσήμαντο νόημα που οδηγεί σε μία προσιτή κεντρική ιδέα και ένα κάποιο δίδαγμα θα μετατρέψει τουλάχιστον την ποπ κουλτούρα σε μια συλλογή από ιστοριούλες του Κατηχητικού.

Η παράλογη απαίτηση για εποικοδομητικά και διδακτικά αφηγήματα παντού θα μας κινητοποιούσε να συνθέσουμε έναν Κανόνα από κείμενα λογοτεχνικά, κινηματογραφικά ή αλλά που θα μας λένε πώς να ζήσουμε, πώς να συμπεριφερόμαστε και τελικά πώς να συμμορφωνόμαστε. Θα ήταν ο θρίαμβος της διαφήμισης:

Η φάση Κατηχητικό συναντάει τη φάση διαφήμιση και μαζί γεύονται την ολοκλήρωση: «Θα δείξω μόνον ό,τι έχω να προωθήσω. Θα προβάλω το μήνυμα. Δεν θέλω τίποτε που να συσκοτίζει το μήνυμα. Δεν θέλω να μπω μέσα στο μυαλό του παιδεραστή Χάμπερτ Χάμπερτ. Θέλω τα σωστά πρότυπα, τα σωστά μηνύματα, τα κατάλληλα συναισθήματα, που βεβαίως θα είναι θετικά κι αισιόδοξα.» Και ναι, στον εικοστό αιώνα ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η σοβιετική προπαγάνδα συνάντησε μυστικά τη μεγάλη μηχανή της διαφήμισης για να πουλήσει καθεμιά τα δικά της: η μεν μια επανάσταση που πωρώθηκε κι αγκυλώθηκε σε ένα ανελεύθερο γραφειοκρατικό καθεστώς, η δε τσιγάρα και μπιφτέκια κι αμάξια και διεφθαρμένους πολιτικούς.

Η κληρονομιά τους είναι η κυριολεξία, η μονοκρατορία του μηνύματος. Τίποτε αμφίσημο, τίποτε διαλεκτικό, τίποτε που να βασίζεται στην απορία, τίποτε που να το κινεί η αμφιβολία ― εκτός αν έχει καλό τέλος και καταλήγει σε πακτωμένη βεβαιότητα.

Το τελέσφορο μήνυμα είναι το μονοσήμαντο μήνυμα και δεν χρειάζονται ούτε λεπτές αποχρώσεις ούτε αμφισημίες ούτε αυτή η μονολεκτικώς αμετάφραστη μαλακία, το nuance. Nuance δεν θα πει ούτε σχετικισμός, ούτε ίσες αποστάσεις, ούτε επιπόλαιος αγνωστικισμός παρά να γνωρίζεις ότι τα πολυπαραγοντικά ζητήματα είναι πολυπαραγοντικά και ότι δεν είναι τα πάντα με ευκρίνεια περιγεγραμμένα κι ότι αν είσαι πολύ τυχερός μέσα στις γκρίζες ζώνες θα βρεις στην καλύτερη περίπτωση μια ή δύο φλέβες άσπρου και μαύρου (που έλεγε κι ο Κουάιν).