Ελληνική πεζογραφία

Το μέιλ το γκέιζ

στον M. Hulot

Ελάχιστοι εχέφρονες Βρετανοί θα ισχυρίζονταν ότι η βρετανική μουσική τον 18ο και τον 19ο αιώνα would be anything to write home about. Όσο κι αν ακκίζονται και καυχιούνται για τα πραγματικά, παραφουσκωμένα ή ανύπαρκτα επιτεύγματα της αυτοκρατορίας τους που άφησε εκατόμβες νεκρών, την ειδεχθή κληρονομιά της αποικιοκρατίας και την επίφαση χρηστής διοίκησης στην οικουμένη αλλά επιδερμικούς συγκρητισμούς κι ελαττωματικές υποδομές στο τρυφηλό και νεφοσκεπές νησί τους, οι Βρετανοί το ξέρουν: British classical music (well, until Elgar) is nothing to write home about.

Στη δική μας την έτι ενδοξότερη γωνιά της βαλκανικής χερσονήσου, τέτοια ζητήματα δεν τίθενται για συζήτηση: είμαστε το λίκνο του (ενός) πολιτισμού (που χαμπαριάζουμε), η φιλοσοφία τελείωσε με τον Επίκουρο και τους Στωικούς (όχι πολύ καλά δηλαδή), οι επιστήμες (όπως τις αντιλαμβάνονταν οι Άραβες σοφοί του 10ου αιώνα) μάς χρωστάνε τα πάντα, ενώ κάπου μέσα στην εικόνα κρύβεται κι ένα ένδοξο Βυζάντιο, δηλαδή μια συνεχώς μεταβαλλόμενη «Οικουμένη» που κράτησε πάνω από 1000 χρόνια. A propos, ελπίζω στο μέλλον να μην τσουβαλιάζομαι μαζί με τον Ιάκωβο Πιτζιπίο ή με τον Αγάπιο Λάνδο, από τους οποίους απέχω λιγότερο από 500 χρόνια πάντως. Πέρα από τις όποιες φαντασιώσεις υστεροφημίας, τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας χωρίζονται σε αυτά στα οποία η Ελλάδα (νομίζει ότι) διαπρέπει και σε αυτά που δεν είναι ακριβώς επιτεύγματα.

Φρονούμε λοιπόν ότι είναι υπέροχη η νεοελληνική πεζογραφία. Πράγματι, μετά τη δεκαετία του ’60 η νεοελληνική πεζογραφία ανθεί και φέρει κι άλλο και ― αν μη τι άλλο ― δεν είναι για τα μπάζα. Δυστυχώς (φιλαράκια μου), με το ζόρι μπορεί κανείς να ισχυριστεί το ίδιο για τη νεοελληνική πεζογραφία πριν τη δεκαετία του ’60. Θα έλεγα μάλιστα πως ένας λόγος που ακόμα κάνουμε ανούσιες συζητήσεις για π.χ. τον Καραγάτση είναι επειδή κανείς σχεδόν δεν θέλει να παραδεχτεί πως πριν από τη δεκαετία του 60, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η πεζογραφία μας είναι για πέταμα ή γουτουπού.

Για την αρτηριοσκληρωτική ευτέλεια και τη δουλοπρεπή απομίμηση γαλλικών φυλλάδων της πεζογραφικής παραγωγής που κυριαρχούσαν μέχρι περίπου τη γενιά του ’30 έχουν μιλήσει αναλυτικά ακόμα και κάτι κρυπτοχουντικοί πανεπιστημιακοί φιλόλογοι, από αυτούς που δημοσίευαν σε περιοδικά εξωραϊστικών συλλόγων και των οποίων το opus magnum ήταν η διδακτορική διατριβή τους.

Δεν είναι τυχαίο που μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (see what I’ve done here?) ο Ροΐδης φάνταζε γίγαντας αλλά και ότι ο χαντακωμένος Βιζυηνός με σκορ 5/7 προσέφερε στα ελληνικά γράμματα τα αριστουργηματικότερα πεζά τους μετά την απαράμιλλη Γυναίκα της Ζάκυθος. Κάπου εκεί βρήκε και χώθηκε κι ο Παπαδιαμάντης γιατί, κακά τα ψέματα, η ξινίλα-ποδαρίλα και η μπαγιάτικη κλεισούρα θυμίζουνε στον Έλληνα (άντρα) τη γιαγιά του (την ενίοτε Φραγκογιαννού)· κι ο Έλληνας τη γιαγιά του την αγαπάει, όλα κι όλα. Πέρα από την πλάκα, η Φόνισσα λάμπει εκεί εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον Θώμας Άρντυ με τον Θεόδωρον Δοστοϊέφσκην, εκεί όπου το όποιο ταλέντο του Παπαδιαμάντη εύρε τον θάνατον πολύ πριν την ενηλικίωσή του.

Και μετά; ίσως ο Πέδρο Καζάς του Κόντογλου. Έπρεπε να μας σαρώσει η τρομακτική δεκαετία του ’40 για να βγούμε από γλωσσικές ομφαλοσκοπήσεις, βυθομετρήσεις της ελληνικότητας α λα γαλλικά, ανούσιες ηθογραφικές επανεπινοήσεις, ψευτομπουρζουά σαχλαμπούχλες και κάθε λογής Άγγελο Τανάγρα και Νίκο Καζαντζάκη για να αρχίσουμε να έχουμε πεζογραφία.

Με το απρόσμενο ξεκίνημα της Κρανάκη σιγά σιγά αρχίσαμε τότε να κατανοούμε ότι πρέπει να χτιστεί πεζογραφική παράδοση, ότι δεν γίνεται να επιστρέφει στανικώς κι επανειλημμένα η πεζογραφία στην ποίηση, ότι η ηθογραφία πέθανε μαζί με την αγνή ελληνική επαρχία στον Εμφύλιο, ότι πεζά γράφονται και σε γλώσσες πλην της γαλλικής και της γερμανικής, ότι ο Μάξιμ Γκόρκι δεν είναι Τολστόι κι ότι ο Τολστόι προέρχεται λ.χ. από έναν κόσμο ομόδοξο (…) μεν, πολλαπλάσια πιο σημαντικό και ευρύ δε.

Βρισκόμαστε, νομίζω, ακόμα σε μια διαδικασία απόδρασης από τον επαρχιωτισμό. Έργο με το έργο, και με πολλά πισωγυρίσματα, γινόμαστε όλο και λιγότερο επαρχιώτες ομφαλοσκόποι, εμπεδώνοντας αυτό που ωραία είπε ο Κούντερα στο Rideau: «How to define provincialism? As the inability (or the refusal) to see one’s own culture in the large context.»

Επίμετρο: Ο Άρης Αλεξάνδρου (το Κιβώτιο είναι το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα), ο Ταχτσής, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Χατζής, ο Πεντζίκης, η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή (κι ας τις σνομπάρετε), ο Βασιλικός (που τα 3/4 των γνωστών μου απεχθάνονται) και άλλες και άλλοι μετά από αυτούς κι αυτές αγαπήθηκαν και επειδή δεν παρέπαιαν διαρκώς μεταξύ τερζακικής ανίας και καζαντζακικής μανίας.

Gottes ist der Orient! Gottes ist der Okzident!

στον Δημήτρη Ραπτάκη

Όταν ήμουνα μικρότερος ακούγονταν διαρκώς κάτι νεορθόδοξες χατζημαλακίες ότι οι «Δυτικοί» (αναλυτική κατηγορία εφάμιλλης διανοητικής οκνηρίας με το «Ανατολή», αν και κατά τι λιγότερο δόλια) δεν χαίρονται τη ζωή, είναι πνιγμένοι στην ενοχή και στο Angst, τους ευνουχίζει ο καθολικισμός ή ο προτεσταντισμός ή αυτό το πράμα του Έριχ Φρομ για τον καπιταλισμό.

Αντίθετα, εδώ στην καθ’ ημάς Ανατολή (όρου που τσουβαλιάζει τους κόσμους από την Περσία μέχρι τη Βοσνία και από τη μοχθηρή Κρήτη μέχρι τη βαρύθυμη Ρωσία), ζούμε μέσα στη χαρά και στην κατάφαση και στον γλυκό καημό και σε δεν ξέρω τι άλλο. Αυτό είναι η Ανατολή: η χαρά κι η χαρμολύπη και η φουλ κατάφαση, ξέρω γω, ενώ οι γαμο-Δυτικοί, αφού κούρσεψαν την Πόλη μας το 1204, μόνο ratio και κακία και υποκρισία ξέρουν, τα λέει κι ο Αντόρνο (που ανάθεμα κι αν τον κατάλαβαν).

Αν νομίζετε ότι τα παραπάνω τα έλεγαν 6-7 γραφικοί, θα σας πω να ρωτήσετε καναν μεγαλύτερο που δεν ήταν χαμένος στο σύμπαν του σεχταριστικού μαρξισμού μεταξύ 1981 και 2001.

Το παράξενο είναι ότι εγώ μεγαλώνοντας στη Greece / Hellas / Romiosyni αλλιώς τα ένιωθα τα πράματα, τα ένιωθα έτσι.

ΥΓ. Για να μην σκανδαλίζεστε, Ανατολή και Δύση και τέτοιες παπαριές δεν υπάρχουν: υπάρχουν οι μεγάλες πόλεις και ο υπόλοιπος κόσμος, αυτό που κάποτε λέγαμε «ύπαιθρο» κι «επαρχία». Φρονώ πως οι Βαυαροί χωρικοί και οι Ιορδανοί χωρικοί και οι Πακιστανοί χωρικοί έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους από ό,τι π.χ. οι Βαυαροί χωρικοί με τους Βερολινέζους.

Την αγανάχτησή μου μέσα

Νομίζω ότι κατάλαβα γιατί ο Φάνης Λαμπρόπουλος είναι με πολύ μεγάλη διαφορά ο πιο πετυχημένος Έλληνας stand up.

Γενικά το stand up από τότε που ξεκίνησε η μακαρίτισσα η Λουκία η Ρικάκη το Comedy Club δεν κατάφερε ακριβώς να ριζώσει στην Ελλάδα. Ένας λόγος είναι ότι η δουλειά του σατιρικού κονφερασιέ (σε αναψυκτήρια ή μεγάλες πίστες) είναι κάτι που πέθανε τη δεκαετία του ’70, ενώ είχε πάντα περιορισμένο και κάπως μπουρζουά κοινό.

Επιπλέον, άμα θες να ακούσεις κάποιον να λέει μαλακίες για τη ζωή και τον κόσμο με σκοπό να γελάσεις το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα διευρυμένο οικογενειακό τραπέζι και δυο τρία τσίπουρα ― και πάντως όχι να τα σκάσεις στον Χατζηπαύλου ή στον Φισφή. Ναι, προσωπικά έχω Έλληνες stand up που γουστάρω πάρα πολύ, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας.

Ο Φάνης ο Λαμπρόπουλος, που βασικά είναι γιουτουμπάς / τικτόκερ / ραδιοφωνικός παραγωγός και όχι κλασικός stand up, έχει πολύ καλές ρουτίνες και πολύ δουλεμένες με γνήσια θεματική stand up αμερικανικών προδιαγραφών. Ωστόσο η επιτυχία του προέρχεται από το γεγονός ότι φωνάζει και φωνάζει πολύ και φωνάζει συνέχεια. Επίσης, ο τρόπος που φωνάζει δείχνει αγανάκτηση.

Και εδώ βρίσκεται το κλειδί ακριβώς: σχεδόν οποιαδήποτε δημόσια δραστηριοποίηση του Έλληνα, στον δρόμο ή στα ΜΜΕ ή στα σοσιαλμήντια, τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια έχει να κάνει με αγανάκτηση: κάποιος ή κάποια αγανακτεί με κάτι ή με κάποιο άτομο ― και το δείχνει.

Αν θέλει να μπει κανείς στο συνήθως γελοίο παιχνίδι του σε τι διαφέρουμε από άλλους λαούς, ένας παράγοντας που θα μπορούσε ίσως κάπως να σταθεί είναι ακριβώς αυτή η πανταχού παρουσία της αγανάκτησης σε κάθε σχεδόν δημόσια συζήτηση και αλληλεπίδραση του Έλληνα. Αυτό ακριβώς πιάνει ο Λαμπρόπουλος: τη μόνιμη και απαρασάλευτη κι άσβεστη αγανάκτηση.

Ψίθυροι εν τη ερήμω

Τετάρτη

Πολύ συχνά γίνεται κριτική στα σοσιαλμήντια με τους εξής όρους: ότι μας εγκλείουν μέσα σε αυτό το οποίο στα αγγλικά λέμε echo chamber και στα ελληνικά θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ως «ο καφενές των δικών μας». Με άλλα λόγια, τα ΜΚΔ μάς ενθαρρύνουν να δημιουργούμε έναν περίκλειστο χώρο όπου δεν ακούς άλλες απόψεις πέρα από τις δικές σου.

Για να σας πω τη μαύρη αλήθεια, μετά από τόσα χρόνια δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με αυτή τη συνθήκη. Λίγο να βγάλω το κεφάλι μου και να δω τι υπάρχει πίσω από την κουρτίνα του δικού μου καφενέ και μου έρχεται να τσιρίξω. Μετά μου περνάει αλλά σύντομα μου έρχεται να γκαρίξω με κάποια καινούργια αφορμή. Αφού συνέλθω και συνεχίσω το σκρολάρισμα συνήθως έρχεται η σειρά του μπινελικιού. Και ούτω καθεξής.

Σαφώς μέρος της δουλειάς μου είναι να εξηγώ δύσκολα ζητήματα με απλό τρόπο σε απρόθυμα ή και καχύποπτα ακροατήρια. Ωστόσο είμαι κι εγώ άνθρωπος: θέλω κάποια στιγμή να βάλω ένα ποτήρι κρασί (κόκκινο) ή ένα μαρτίνι, να καθήσω χαλαρά και να διαβάσω κάτι ενδιαφέρον και ξεκούραστο, κάτι το οποίο δεν θα με κάνει να τσιρίζω ή να γκαρίζω ή να μπινελικώνω.

Μια χαρά είναι ο καφενές των δικών μας. Άμα θέλω να ακούσω άσχετους να μιλάνε περισπούδαστα για θέματα που δεν κατέχουν, ανοίγω τηλεόραση.

Σάββατο

Τράβα ψόφα, αγόρι μου.

Σουρούπωσε το Σάββατο λοιπόν.

Μοιράστηκε αυτό το βιντεάκι μια φίλη σε μια ομαδική συνομιλία. Θα ήθελα να έχουμε τέτοιους Έλληνες δημόσιους ομιλητές, που να μη σπεύδουν αμέσως μετά να μας ανακοινώνουν ότι θα μας «σώσει» η Ρωσία / η Κίνα / το Ιράν / η Βενεζουέλα. Και ναι, η ένστασή μου βρίσκεται στο σώσει. Η αμερικανική αυτοκρατορία καθιζάνει και αναδύονται άλλες (εν πολλοίς εξίσου βάναυσες, υποκριτικές και φουλ ιμπεριαλιστικές) δυνάμεις.

Θα ήθελα φερ’ ειπείν να βγει 1 (ολογράφως: ένας) πούστης, ή και 1 (ολογράφως: μία) πούστρα (να μην κάνουμε διακρίσεις), και να μιλήσει δυνατά για τους μετανάστες και πρόσφυγες που έχει δολοφονήσει το ελληνικό κράτος. Επειδή προς το παρόν χαριεντίζονται οι «αριστερές δυνάμεις» μην τους πάρει καμιά ψήφο η ακροδεξιά γάγγραινα που καταπίνει το εκλογικό σώμα.

Γενικά είναι απελπιστικό που οι φωνές εναντίον της παγκόσμιας δυτικής αλητείας είναι κυρίως δυτικές, για να μην πω για τους τάχα self-hating Jews, ενώ π.χ. ο αραβικός κόζμος και οι απολυταρχικοί ηγέτες του κάνουν κοκοκό τόσους μήνες που σφάζονται οι Παλαιστίνιοι.

Επιστρέφοντας στις μαχητικές (not) ελληνικές πραγματικότητες, όοοοοοολα αυτά τα λαλίστατα ακτιβιστά γιατί δεν ξεκινούν ένα πετίσιο στο αβαααάζ να αναγνωρίσει το Μητσοτακιστάν (σκιουζ μαϊ οριένταλιζμ, άι χαντ Τουρκμενιστάν ιν μάιντ) το κράτος της Παλαιστίνης; Είμαι βέβαιος ότι υπάρχει αντεπιχείρημα για το πόσο irrelevant είναι αυτό βεβαίως.

Πάω να διαβάσω Σαΐντ και να παγώσω ποτήρια για μαρτίνι. Είμαι ο Σραόσα κι ακούσατε το απογευματινό μου ραντ από την «ημικατεχόμενη» Λευκωσία.

(Τι κατάλαβες ρε Στέφανε που με ρώτησες αν γράφω τίποτα; Ορίστε μας.)

Ένα δίπτυχο για την επιθυμία και την χαρά της

Αντί να διαβάσετε τα παρακάτω, να δείτε το τρίωρο έπος της Νάταλι Γουίν. Αλλά τέτοι@ είστε, θα διαβάσετε τα παρακάτω.

Ι

Θυμάμαι παλιά που διάβαζα ότι οι Ιησουίτες στην Αυστροουγγαρία είχαν χωρίσει το ανθρώπινο σώμα σε τέσσερις ζώνες ― αν θυμάμαι καλά, δεν είμαι βέβαιος. Το ζητούμενο ήταν να διευκολύνουν τους νέους και τις νέες, εξ ορισμού παρθένους και παρθένες, στο μυστήριο της εξομολόγησης με το να τραβήξουν γραμμές εκεί όπου η επιθυμία και η τύχη ορίζουν απλώς γκρίζες ζώνες. Η επιθυμία εκτός γάμου ήταν μια ταλαιπωρία που κάπως έπρεπε να διευθετηθεί έως και να τακτοποιηθεί.

Υπήρχαν λοιπόν περιοχές της ανθρώπινης ανατομίας, στη Ζώνη Α, που αν αγγίζονταν κατά λάθος δεν προέκυπτε αμαρτία, ενώ αν αγγίζονταν επίτηδες σηκωνόταν (τουλάχιστον) μια μικρή κόκκινη σημαία ― αν και όχι του σοσιαλισμού. Στη Ζώνη Δ κατατάσσονταν επικράτειες του σώματος που αν αγγίζονταν κατά λάθος είχαμε θανάσιμο αμάρτημα εξομολογητέο, πολλώ μάλλον αν αγγίζονταν επίτηδες. Για τις ζώνες Β και Γ τα ανάλογα συμπεράσματα βγαίνουν από μόνα τους.

Στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη Ευρωαμερική οι αποκαθαρμένοι κι αποκατεστημένοι Ιησουίτες εκπροσωπούνται από τον συμπαθέστερο πάπα εδώ και κάμποσους αιώνες, ενώ τη χωροταξική πειθαρχία του σώματος την έχουν αναλάβει άλλοι οργανισμοί. Οι ζώνες που πλέον απαρτίζουν το σώμα ως αντικείμενο αγγίγματος είναι μάλλον ισοβαρούς σημασίας και πιθανόν ισοδύναμης ευαισθησίας: το μπούτι δεν είναι πιο επίμαχο από την πατούσα ― έχουμε πήξει και στους ποδολάγνους άλλωστε (no kink shaming). Επιπλέον, τυχαίο ή κατά λάθος άγγιγμα δεν νοείται μετά τον εκχυδαϊσμένο ψευτοφροϋδισμό, ενώ κάθε άγγιγμα πρέπει να έπεται ρητής αδειοδότησης: κάθε άγγιγμα είναι δυνάμει παραβιαστικό αν όχι κακοποιητικό.

Ευλόγως θα αντιδράσουμε κάποιοι ως εξής: εδώ μας κατάντησε η πατριαρχία, αυτά είναι τα έργα της κουλτούρας του βιασμού, άσε που τη σεξουαλική επανάσταση την έκαναν κάτι αγοράκια για να έχουν και τη γυναίκα υπόδουλη και τον πούτσο χορτάτο, υπάρχει ιεραρχική σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών μέσα στην πατριαρχία οπότε το μίνιμουμ που πρέπει να απαιτείται είναι η ρητή ενθουσιώδης συναίνεση που θα τελεί υπό αίρεση.

Κι όλα αυτά βεβαίως δεν είναι χωρίς βάση, ιδίως αν το σεξ είναι μια εφάμαρτη σκευωρία που στήνουν αδηφάγοι άντρες σε απρόθυμες γυναίκες ― τα ΛΟΑΤ άτομα να πάτε να παίξετε στην αλάνα, δεν σας αφορούν αυτά: οι μεν γκέι ζείτε στο καζάνι της διαρκούς καύλας, οι δε λεσβίες στον άσπιλο παράδεισο της default συναίνεσης, ενώ οι μπάι δεν υπάρχετε. Επιπλέον, αν το άγγιγμα του γονάτου είναι ριζικά διαφορετικό από το άγγιγμα του αστραγάλου, όπως πρέσβευαν και οι έμπειροι και καταρτισμένοι εξομολόγοι της Εταιρείας του Ιησού, χρειάζονται ξεχωριστή εξουσιοδότηση-αδειοδότηση. Τίποτε πάντως από όλα αυτά δεν έχει σκοπό τη χαρά: όλα ανάγονται στην εξουσία και σε ορμέμφυτα, σε κυριαρχία κι ηγεμονία, σε έναν ουσιοκρατικά διατυπωμένο καπιταλισμό και στην ουσιοκρατικότερη αντίθεση τρύπας-μπάρας.

Ίσως όμως αντί να χωρίζουμε (και) το σώμα σε καντόνια, ενδεχομένως να μην καταντάγαμε μαλθακοί και μαλθακές στο να ζητούμε να γίνονται τα πάντα ρητά και κυριολεκτικά και με τρόπο (ω θε μου, τι βαρεμάρα) ενθουσιώδη. Ίσως να προσπαθούσαμε να διαβρώναμε την ετεροπατριαρχία όχι υιοθετώντας τις άκαμπτες νομοκανονικές διαθέσεις της, παρά καλλιεργώντας την ενσυναίσθηση και τη διαισθητική ανίχνευση της επιθυμίας της μιας από τον άλλο, ή του ενός από την άλλη κτλ κτλ κτλ.

Πιο σημαντικό από το να έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά τα αρσενικά για να διακρίνουμε τον πραγματικό (…) ενθουσιασμό στο ναι θα ήταν να έχουμε τις κεραίες μας αναπεπταμένες για να νιώσουμε την ανταπόκριση της άλλης στην επιθυμία μας, αν όχι για να εντοπίσουμε την επιθυμία της ακόμα κι αν η δική μας ακόμα δεν έχει πάρει να κοχλάζει. Άλλωστε τι πιο διεγερτικό από τη διέγερση της άλλης; Αν δεν είναι χαρά η επιθυμία που οδηγεί (ενδεχομένως) στην ηδονή, γιατί στον διάολο να ασχολούμαστε;

Και μην ακούω χαζά καλαμπούρια για τον φαλλικό χαρακτήρα των αναπεπταμένων κεραιών.

ΙΙ

Με τον βιγκανισμό έχω θέματα, με τη χορτοφαγία κανένα. Ή μάλλον σχεδόν κανένα.

Πάντοτε με ανησυχούσε το ενδεχόμενο του «για πάντα» και ακόμα περισσότερο το ενδεχόμενο της εθελούσιας αποστέρησης. Αν λ.χ. συμφωνούσα να μην ξαναφάω ανανά, τι θα γίνει αν κάποτε λαχταρήσω ανανά; Είναι η βούληση και το μεγαλείο της ικανές παρηγοριές για την αποστέρηση, ας πούμε, των ανανάδων; Αν η επιθυμία οδηγεί στη χαρά (όχι πάντα, ναι), τότε ποια βούληση και ποια αρχή μπορεί να υποκαταστήσει τη χαρά;

Νομίζω πως τίποτα δεν υποκαθιστά τη χαρά.

«Δεν καταλαβαίνω»

(Παλιά γράφαμε στα μπλογκ ό,τι νιώθαμε κι ό,τι μας κατέβαινε ― σε αυτή την παράδοση εντάσσεται και το παρόν.)

Πολλές φορές όταν λέμε «δεν καταλαβαίνω» εννοούμε «δεν μ’ αρέσει» ή, ακόμα πιο συχνά, «δεν θέλω να καταλάβω». Το ξέρω αυτό. Ας μου συγχωρεθεί λοιπόν η έκφραση.

Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να είμαστε οι πάντες πρωτότυποι σε όλα μας. Γιατί πρέπει να τσακώνουμε την πρωτότυπη άποψη και να στήνουμε το εντελώς πρωτότυπο επιχείρημα. Ένα κακό που μας έκανε η ψηφιακή ζωή είναι ότι πήρε τους ισχυρογνώμονες και τους «θα σου πω εγώ» από τον καφενέ και τη Μικρή Βουλή στο Ζάππειο και τους πολλαπλασίασε θαυματουργικά. Κι έτσι γεμίσαν μέσα σε μια δυο δεκαετίες τα σοσιαλμήντια με edgelords αλλά και με όλους εμάς που θα αμολήσουν κι ένα hot take, ιδίως όταν κάποια συζήτηση θα εξαντληθεί ή όταν θα φτάσει τα όριά της, πέρα από τα οποία μόνον κάποιος ειδικός θα μπορούσε να την πάει ― ή κάποιος edgelord.

Γιατί πρέπει να έχουμε όλοι κι όλες άποψη για όλα και μάλιστα πρωτότυπη; Και ας πούμε ότι έχουμε πρωτότυπες ή αιρετικές (χαχά) απόψεις: γιατί πρέπει ντε και καλά να τις μοιραστούμε με τον κόζμο αν δεν έχουν να προσφέρουν κάτι; Εγώ π.χ. αντιπαθώ τον Κιούμπρικ, τον νιώθω αφόρητο και τον θεωρώ υπερεκτιμημένο· ε και; Ποιος χέστηκε; (με το συμπάθειο κιόλας). Τι τον μέλει τον άλλο αν με αναγουλιάζει ο Χριστιανόπουλος; Προξενειό μου τον έκαναν τον συγχωρεμένο; Και πάει λέγοντας.

Υπάρχουν σαφώς ψυχολογίστικες ερμηνείες σχετικά με το γιατί η ακριτόμυθη ψαγμενιά ευδοκιμεί στις σοσιαλμηντιακές συζητήσεις, ακραία έκφραση της οποίας είναι και οι θεωρίες συνωμοσίας. Βεβαίως, ναι: όλοι ξέρουμε για τις ζωές των άλλων. Αυτή είναι η άλλη δυσκολία που μου δημιουργούν τα ΜΚΔ, το άλλο που «δεν καταλαβαίνω»: γιατί ντε και καλά πρέπει να νομίζουμε ότι μπορούμε να ερμηνεύσουμε τους άλλους. Γιατί είμαστε αυτόκλητοι ψυχαναλυτές, ψυχοθεραπεύτριες, ψυχολόγοι; Δεν ξέρω να απαντήσω ακριβώς γιατί δεν είμαι ψυχαναλυτής, ψυχοθεραπευτής ή ψυχολόγος. Δεν είμαι καν μαρξιστής εκ του προχείρου να διπλώσω κομψά έναν θεαματικό αναγωγισμό και να σας πω «ο καπιταλισμός φταίει, που μας αλλοτριώνει και με αυτόν τον τρόπο».

Μιλώντας για μαρξιστές εκ του προχείρου και την καταβύθιση ακόμα και των πιο αριστερών ψυχών σε μια πουριτανική, κατασταλτική και βαθιά ατομικιστική αγκύλωση, στην οποία μόνον ο κόσμιος και απολίτικος ακτιβισμός είναι επιτρεπτό και ενδεδειγμένο μέσο αλληλεπίδρασης με την εξουσία, γιατί πρέπει όλα τα θέματα στα σοσιαλμήντια να ερμηνεύονται ως ζητήματα αρετής; Τι φάση ότι η άποψη με την οποία διαφωνώ δεν είναι απλώς εσφαλμένη (εννοείται!) αλλά και απόρροια διαφθοράς, ξεφτίλας, απανθρωπιάς; Και προσέξτε, που λέει κι ο κούρκος ο Ζίζεκ, δεν μιλάμε εδώ για τις απόψεις και τις «γνώμες» μίσθαρνων οργάνων και φερέφωνων της εξουσίας, ούτε καν για φουλ προνομιούχους αφυψηλάτορες και γνωμοδότες, που έχουν κατσικωθεί μέσα στο Κάστρο του Κάφκα και γελάνε με όποιους θέλουν να διαβούν τις πύλες του. Μιλάω για κόσμο που απλώς διαφωνεί μαζί μας.

Όπως και τις πρώτες μέρες της κοινωνικής δικτύωσης ονλάιν, έτσι και τώρα: είμαστε ευγνώμονες για τις συνδέσεις που αξιωθήκαμε να κάνουμε, συνδέσεις που με την καμία δεν θα γίνονταν στον πραγματικό κόσμο, και δεν λησμονούμε ότι έτσι κι αλλιώς 95% of everything is crap.

Τα Νέα Τρία Κεφάλαια

Τα παλιά Τρία Κεφάλαια είναι εδώ. Βρίσκω χαριτωμένη την αφέλειά τους δεκαεφτάμισυ χρόνια μετά. Να φανταστείτε ότι ξεκινούν με αίσθημα έκπληξης και απαξίωσης που ο Ψωμιάδης είχε πάρει «50-κάτι(;) τοις εκατό» στις εκλογές. Ωραίες εποχές.

Κεφάλαιο Α’

Ο κόσμος μας είναι νιχιλιστικός. Στις πύλες του κόσμου μας, στο συμβολικό Argonath, στέκονται δύο κολοσσοί που μας νεύουν nec plus ultra: δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει μέλλον, δεν υπάρχει καμία προσδοκία για έναν καλύτερο κόσμο. Το μόνο που έχετε να περιμένετε είναι ο Γκοτζίλα, ο μετεωρίτης, η κάθε γαμημένη συντέλεια που μας σερβίρουν και η οποία εννοείται ότι και καλά δεν μπορεί να αποφευχθεί ― αφού τα δίδυμα αγάλματα προστάζουν άλλα.

Το ένα το άγαλμα είναι του Ρόναλντ Ρέιγκαν (που να του κάψει ο Αλλάχ τα έργα και να του αφανίσει το όνομα) και το άλλο της Μάργκαρετ Θάτσερ (που να της τσακίσει τα έργα και να της απαλείψει το όνομα κι από τα τρία βασίλεια ο Κύριος Σίβα με την τρίαινά του). Αυτοί και τα έργα τους έκλεισαν την πόρτα στην ελπίδα· αυτοί δωρίσαν τη γη και το πλήρωμά της σε μισό μύριο άξεστα κι άπληστα κοπρόσκυλα· αυτοί και οι μιαροί ψευδοπροφήτες τους αλαλάζουν καλώντας μας να θαυμάζουμε και να προσκυνούμε τα κοπρόσκυλα αυτά γιατί είναι δισεκατομμυριούχοι, αυτοδημιούργητοι τάχα.

Η κληρονομιά τους και το αδιαπέραστο σύνορο που έστησαν μεταξύ του κόσμου μας και της ελπίδας νέκρωσαν σιγά σιγά την κοινωνία ως οργανισμό συνεκτικό που έχει τη δυνατότητα να αντιδρά ή να ανταποκρίνεται σε εξωτερικά ερεθίσματα.

Άλλωστε δεν υπάρχει κοινωνία, σωστά; Υπάρχουμε εμείς, μοναδικοί στην ανούσια μοναδικότητά μας και βυθισμένοι στην ψευδαίσθηση, στα αμερικάνικα όνειρά μας, αμερικανικά ανεξαρτήτως προέλευσης. Υπάρχουμε εμείς, που έχουμε αποτραβηχτεί εντός μιας βαθιά σολιψιστικής συλλογικής ενδοσκόπησης που απλώς κινείται κυκλικά στη σαμσάρα της. Υπάρχουμε για να δουλεύουμε για τους δισεκατομμυριούχους και τους εκατομμυριούχους και τους εντολοδόχους τους· υπάρχουμε για να νοικιάζουμε και να μην αποκτούμε· υπάρχουμε για να πληρώνουμε ακόμα και το κατούρημα· υπάρχουμε για να πεθαίνουμε όταν πάψουμε να δουλεύουμε.

Κεφάλαιο Β’

Έργο του Andrea Galad

Και τώρα ας δούμε γιατί η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας είναι κακό πράμα ακόμα κι αν δεν πιστεύετε στον Χριστούλη (μην ανησυχείτε, ελάχιστοι πιστεύουν, αφού ελάχιστοι πιστεύουν στην Ανάσταση), ακόμα κι αν δεν θεωρείτε ότι η Εκκλησία αποτελεί κάποιο απαραίτητο πολιτισμικό τοτέμ.

Όταν η Εκκλησία είναι εκκοσμικευμένη έχει επιχειρηματικά συμφέροντα. Τα επιχειρηματικά συμφέροντα της Εκκλησίας εξαρτώνται από την τρέχουσα ιδεολογία. Αν η τρέχουσα ιδεολογία δεν ενσωματώνει τις διδαχές της Εκκλησίας, έστω και τις εντελώς περιφερειακές όπως λ.χ. «γάμος υφίσταται μεταξύ ανδρός και γυναικός», η απήχηση της εκκοσμικευμένης Εκκλησίας είναι περιορισμένη, άρα και η πελατεία της. Βεβαίως η Εκκλησία ξέρει να επενδύει σε γη και σε επιχειρήσεις όπως λ.χ. τράπεζες και ζυθοποιίες, οι οποίες δεν έχουν θεό και των οποίων η πατρίδα εύκολα αλλάζει.

Εκκοσμικευμένη Εκκλησία ωστόσο συνεπάγεται και πολιτικά συμφέροντα, να λειτουργεί η Εκκλησία ως θεσμός πολιτικής εξουσίας. Δεν αρκείται η εκκοσμικευμένη Εκκλησία να διαμορφώνει συνειδήσεις σπέρνοντας υπαρξιακό τρόμο για όσους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να ζήσουν τον σκυθρωπό, περιδεή και κατάστεγνό βίο που ευαγγελίζονται οι ιεροκήρυκες: πρέπει να μπορεί να επιβάλει τις όποιες θέσεις της, πολλές φορές μόνο και μόνο επειδή είναι οι θέσεις της, χωρίς απαραιτήτως να ακολουθεί κάποιο υλικό συμφέρον. Σε αυτό λοιπόν το ενδεχομένως σημαντικότερο πεδίο του κόσμου τούτου, το πολιτικό, η απήχηση είναι απαραίτητη ώστε να διαθέτει η Εκκλησία ακροατήριο, και μάλιστα ακροατήριο πειθήνιο ― αλλά όχι φανατισμένο.

Για την εκκοσμικευμένη Εκκλησία οι ζηλωτές είναι επικίνδυνοι όχι απαραιτήτως επειδή είναι άγιοι φωτισμένοι άνθρωποι, σαλοί του Θεού και τα λοιπά. Οι ζηλωτές είναι δυσάρεστοι ακόμα και όταν λ.χ. δεν στρέφονται κατά του ανώτερου κλήρου επειδή δίνουν το κακό παράδειγμα: αν υπό την καθοδήγησή τους το εκκλησίασμα μπορεί να τραμπουκίσει ή να πυρπολήσει ή να κατεδαφίσει τα βαθέα του σατανά και τα τεμένη των εθνικών ή και να σφάξει αιρετικά γυναικόπαιδα κι εξωμότες, τι το εμποδίζει αύριο μεθαύριο υπό παρόμοια καθοδήγηση να τραμπουκίσει ή να πυρπολήσει ή να κατεδαφίσει κέντρα εξουσίας, επιχειρήσεις, στρατώνες κτλ;

Η εκκοσμικευμένη Εκκλησία γνωρίζει ότι για να επιβάλλει τις δοξασίες της, έστω και τις εντελώς περιφερειακές, έχει ανάγκη ένα κατάλληλο ιδεολογικό οικοσύστημα πολιτικού συντηρητισμού. Όταν ο συντηρητισμός φθίνει ή διαβρώνεται από τον νεοφιλελευθερισμό και αναγκάζεται να προτάξει ασθενικά την αλληλεγγύη μπροστά από την καθαρότητα του δόγματος, η Εκκλησία καταφεύγει βεβαίως στους φασίστες, και κατά προτίμηση τους μη ζηλωτές φασίστες: αυτούς που γνωρίζουν ότι η κρατική καταστολή είναι πιο εύπεπτη από τα τάγματα εφόδου, που αντιλαμβάνονται ότι το απαρτχάιντ και η γκετοποίηση δεν πάσχουν από την κακή δημοσιότητα των πογκρόμ και των γενοκτονικών επιχειρήσεων, όσους νιώθουν ότι η επίκληση της Παράδοσης είναι προτιμότερη από το σουρεάλ συνωμοσιολογικό ιδεολογικό κουκλοθέατρο του εκατονταετούς πια φασισμού και του ναζισμού.

Κεφάλαιο Γ’

Έργο του J.-A.-D. Ingres

Η επίκληση της Παιδείας ως πανάκειας αποτελούσε για τον ύστερο 20ο αιώνα ό,τι αποτελεί για τον πρώιμο 21ο αιώνα η επίκληση ως πανάκειας του απολίτικου ακτιβισμού και της αστειότητας που ακόμα αποκαλείται «εταιρική ευθύνη».

Η Παιδεία θα έλυνε κάθε πρόβλημα και όσα τυχόν δεν έλυνε (γιατί θα πρέπει να είναι ανθρωπιστική και να καλλιεργεί την κριτική σκέψη κι αυτά τα πράγματα παίρνουν χρόνο) θα τα έλυνε βεβαίως η καταστολή, η οποία και λιγότερο στυγνή ήταν και σίγουρα όχι τόσο στρατικοποιημένη και ολοκληρωτική όπως σήμερα.

Εντωμεταξύ, στο πλαίσιο της Παιδείας ως πανάκειας

Η κριτική σκέψη γίνεται κατανοητή ως συλλογιστική ευχέρεια και ρητορική δεινότητα. Κατά συνέπεια διδάσκεται ακόμα και σήμερα ως μέθοδος συλλογισμού με την παρουσίαση στους μαθητές σχημάτων επιχειρηματολογίας: οι ομοιότητες με τη ρητορική όπως διδασκόταν στη Σορβόννη του 13ου αιώνα δεν είναι τόσο επιδερμικές τελικά. Οι μαθητές λοιπόν ενθαρρύνονται να ψάχνουνε να βρουν τα υπέρ και τα κατά σκεπτόμενοι ψευδοδιαλεκτικώς, να ανευρίσκουν επιχειρήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν ακόμα και αν χρειαστεί να γίνουν καζουιστές — και ούτω καθεξής. Συνελόντι ειπείν, μια επιτυχημένη έκθεση ιδεών στην ιδανική της μορφή τείνει προς κείμενο του Σταύρου Θεοδωράκη.

Ωστόσο, επειδή η Έκθεση διδάσκει κριτική σκέψη (ανεξαρτήτως αποτελέσματος), πλάθει υποκείμενα που φρονούν ότι τα πάντα είναι ζήτημα επιφανειακής disputatio και διαλογικής δεινότητας. Όποιος είναι οπλισμένος με τον τσελεμεντέ της εκθεσάδικης επιχειρηματολογίας περιφρονεί τη γνώση και αδυνατεί να συλλάβει την κατάρτιση και την εξειδίκευση, που κάποιοι έχουν και κάποιοι όχι. Σε αυτό το τελευταίο συνεπικουρεί και η ευκολία ανεύρεσης (άσχετων) πληροφοριών στο ίντερνετ.

Η έκθεση, η κριτική σκέψη, το bullshit

Με άλλα λόγια, η λεγόμενη κριτική σκέψη μέσω της οποίας η Παιδεία θα έλυνε όλα μας τα προβλήματα ερήμην οποιασδήποτε πολιτικής ή κοινωνικής δραστηριοποίησης, δεν αποτελεί παρά υπερφίαλο ρητορικό παιχνίδι που καμώνεται ότι μπορεί να υποκαταστήσει κάθε επιστήμη που δεν εμπίπτει στον τεχνοκρατικά περιγεγραμμένο όμιλο των STEM: Science, Technology, Engineering, Mathematics.

Πάμε παρακάτω όμως. Αν (υποθετικό παράδειγμα) κάμποσες δεκάδες ανήλικοι μουντάρουν και τρομοκρατούν δύο (2) ΛΟΑΤ άτομα σε δημόσιο χώρο, άραγε θα λυθεί το πρόβλημα με Παιδεία και καταστολή;

Για το σκέλος της καταστολής δεν μπορεί κανείς να φέρει αντιρρήσεις: η καταστολή λειτουργεί πάντα εφόσον διαθέτει τους απαραίτητους πόρους. Βεβαίως η καταστολή οδηγεί πάντοτε στη φυλακή, στο καμπ, στο νεκροταφείο (με αυτή τη σειρά) αλλά δεν βαριέσαι, η κανονικότητα να μη διαταράσσεται.

Για το σκέλος της Παιδείας λοιπόν. Ας πούμε ότι εισάγεται μάθημα στα Λύκεια (ή και στα Γυμνάσια, γιατί όχι; όλα θέμα Παιδείας) για τον λ.χ. Σεβασμό στη διαφορετικότητα ― αφού κοπεί π.χ. η Γεωλογία, η Κοσμολογία, η Κοινωνιολογία, η επιστημονική Ιστορία, η Μουσική, τα Καλλιτεχνικά κι άλλες τέτοιες αηδίες αφού Έλληνες είμαστε, Θρησκευτικά κι Αρχαία δεν αγγίζουμε. Εντάξει, τα περισσότερα από τα παραπάνω κομμένα είναι ήδη, αλλά ας προχωρήσουμε.

Πιάνουμε λοιπόν τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς ελπίδα (όρα Κεφάλαιο Α’ εδώ) και χωρίς καμιά σοβαρή υπόσχεση για μέλλον, παιδιά που δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν γιατί δεν υπάρχει τίποτα να κερδίσουν και τους μιλάμε στα σχολεία για σεβασμό και συνύπαρξη και πολλές ταυτότητες και συνύπαρξη και τη λειτουργία της ιδεολογ… α, υπερβολικά κριτική προσέγγιση, σχεδόν πολιτική. Οκέι, ας κάνουν περισσότερα Θρησκευτικά: ο Θεός αγάπη εστί.

In girum imus nocte et consumimur igni ή η ματαιοπονία των σκνιπών

Επίσης έργο του Andrea Galad

Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν επέθανε,

Γυναίκα της Ζάκυθος 7, 14

Είναι συνηθισμένο να τονίζεται η διαφθορά και οι ατασθαλίες και διασπαθίσεις δημοσίου χρήματος στην Ελλάδα. Μεγάλωσα σε έναν τόπο που ο διαβρωτικός θόρυβος τον οποίο πλέον διοχετεύουν τα σοσιαλμήντια διανεμόταν τότε από επιθεωρήσεις και χαρακτηριζόταν από κακόφωνες συγχορδίες όπως «λαμόγια», «ρεμούλα», «λαδώνω», «λοβιτούρα», «φαγοπότι» κτλ. Μετά από τόσα χρόνια γνωρίζω πλέον ότι όλη αυτή η κουβέντα γινόταν επειδή η όποια διανομή του δημοσίου χρήματος είχε επί ΠΑΣΟΚ επεκταθεί από την κλειστή παραδοσιακή μετεμφυλιακή κλίκα αστών, κομματόσκυλων, μαυραγοριτών και δοσιλόγων στην ευρύτερη και μέχρι τότε παραγκωνισμένη κατηγορία των πασόκων και των συναφών φυλών.

Στην πραγματικότητα ούτε τότε ούτε τώρα η ελληνική πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που βλέπουμε αλλού. Τώρα που βρισκόμαστε μακριά από τη δεκαετία του ’80 γνωρίζουμε και για τα μεγάλα γερμανικά σκάνδαλα αλλά και το φιάσκο του Big Dig και για άλλα πολλά. Βεβαίως ο ελληνικός εξεψιοναλισμός υπήρξε πάντοτε άριστο εργαλείο στα χέρια και των εθνικιστών και των παιδονόμων του ελληνικού λαού ― όταν δεν ταυτίζονται βεβαίως.

Φυσικά το ότι αίσχη γίνονται κι αλλού δεν μπορεί να αποτελεί παρηγοριά. Από την άλλη, η σύγκριση με άλλους λαούς κι άλλα έθνη κι άλλα κράτη έχει νόημα μόνο σαν άσκηση πρόχειρης συγκριτικής εθνογραφίας ή και ανθρωπολογίας του ποδαριού. Αν αντιλαμβάνεσαι ότι λ.χ. η μεγάλης κλίμακας διαφθορά συντελεί στη φτώχεια σου ή ότι η γενικευμένη αναξιοκρατία σού κόβει τις τύχες, λίγο σε ενδιαφέρει τελικά πώς πορεύονται σε θέματα κατανομής του πλούτου, διαφάνειας και αξιοκρατίας η Ανδόρρα, η Λευκορωσία ή το Τατζικιστάν. Παράλληλα, πάντοτε με εντυπωσίαζε η συλλογική μας ενασχόληση ως λαού με ακριβώς αυτή τη συγκριτική μελέτη: εντατικά μεν αλλά εκ του προχείρου.

Εννοείται πάντως πως η έγνοια μας δεν αφορούσε την Ανδόρρα, τη Λευκορωσία ή το Τατζικιστάν παρά μια χούφτα χώρες που θεωρούμε κανονικά κράτη. Ακόμα και άνθρωποι κατά τεκμήριο ευφυείς και καλλιεργημένοι θα μπούνε στη ματαιόπονη διαδικασία να συγκρίνουν την Αθήνα με το Εδιμβούργο («Αθήνα του Βορρά», για), την Αχαΐα με την Τοσκάνη ή τη Σαλονίκη με το Ζάλτσμπουργκ. Συνήθως θα καταλήξουν στα γνωστά συμπεράσματα:

  • ότι είμαστε γιδότοπος (διαιωνίζοντας την ευαγγελική διάκριση κατά των εριφίων, μια και κανείς π.χ. δεν είπε την Ιρλανδία προβατότοπο ― ή επίσης κανείς δεν είπε την Ολλανδία γελαδότοπο),
  • ότι δεν υπάρχει κράτος
  • ότι δεν έχουμε περάσει Διαφωτισμό / σωστό καπιταλισμό / παπική διαποίμανση κτλ.

Τέτοιες αγωνιώδεις συγκρίσεις απασχολούν και τους νότιους Ιταλούς, και τους Τούρκους και τους Βαλκάνιους. Συνήθως πλαισιώνονται με την αγωνία του πώς μας βλέπουν οι άλλοι, ποια είναι η έξωθεν μαρτυρία για εμάς και βεβαίως τι θα πει ο κόσμος· το πώς και το γιατί το έχω ξαναπιάσει εδώ, ας μην τα ξαναλέω. Όπως επίσης να μην ξαναλέμε τα προφανή, ότι κάθε είδους σύγκριση οφείλει να είναι ιστορικά ρεαλιστική (πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις δεν συγκρίνονται με το προτεκτοράτο που έχουμε υπάρξει) αλλά και με όρους μεγέθους: και η Ισπανία γιδότοπος είναι αλλά είναι μεγάλος γιδότοπος, πολύ μεγάλος μάλιστα. Αν θέλουμε κάπως να κάνουμε συγκρίσεις της προκοπής, ενδεχομένως να ξεχνούσαμε τη Μολδαβία ή το Μαυροβούνιο από τη μια αλλά και την Αγλλογαλλογερμανοϊταλία από την άλλη. Ίσως όντως αν θέλουμε ντε και καλά να συγκρινόμαστε με κάποιες χώρες αυτές να ήταν η Πορτογαλία, ίσως και η Σερβία.

Όοοοολο αυτό το βασανιστικό και (επαναλαμβάνω) ματαιόπονο παιχνίδι είναι στην πραγματικότητα μια εμμονική φυγή από το εδώ και το τώρα. Εξηγούμαι: πρόσφατα έγραφε ο Μανόλης Σαββίδης ότι για την αστική οικογένεια του μεσοπολέμου «η Αθήνα ήταν ουσιαστικά η Πλάκα, ενώ ο κόσμος ήταν η Ευρώπη, και το κέντρο του κόσμου ήταν το Παρίσι». Η ελληνική κοινωνία μέσα στην αυτολύπησή της και στην αυτομεμψία της, τις οποίες καλλιεργεί ο ελληνοκεμαλισμός αδιαλείπτως, εδώ και δεκαετίες ζει εντός μιας παρόμοιας φαντασίωσης. Δυστυχώς η συλλογική φαντασίωσή μας είναι λιγότερο μακάρια και τελικά λιγότερο δημιουργική από της αστικής τάξης του Μεσοπολέμου. Νιώθουμε και φρονούμε ότι θα έπρεπε να είμαστε αλλού και να είμαστε άλλοι και ότι γενικά η ζωή κι ο κανονικός κόσμος βρίσκονται κάπου αλλού κι όχι εδώ που ζούμε και τώρα που μπορούμε να κάνουμε κάτι. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο κόσμος μας παρακολουθεί (νομίζουμε) και μας σχολιάζει (λες κι έχει σημασία).

Είμαστε σκνίπες, είμαστε σκνίπα κι είμαστε του γιατρού.

Η ιστορία του Κόνραντ Νομικού

Οι κύκλοι που κάνουν κάποια πράγματα είναι πολύ πολύ αλλόκοτοι.

Πριν λίγο τελείωσα το Επιστροφή στη γη του Ρότζερ Ζελάζνυ σε μετάφραση (του ενός και μοναδικού) Πάνου Κουτρουμπούση.

Το βιβλίο το αγόρασα μεταχειρισμένο μετά τα Χριστούγεννα από ένα παζαράκι κόμικ στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης.

Με το που κάθησα να γράψω αυτό εδώ, βρήκα ότι η άλλη αναφορά στον Ζελάζνυ εδώ στο μπλογκ (που αυτές τις μέρες γίνεται 19 ετών) βρίσκεται σε ένα κείμενο του 2011 που μιλάει και για την Κυψέλη.

Για σκέψου.

Ο Ζελάζνυ λοιπόν. Το Lord of Light το διάβασα στα αγγλικά πριν μιάμιση δεκαετία και το ξαναδιάβασα πρόσφατα. Η φάση του είναι «Ινδουισμός και Βουδισμός πάνε στο διάστημα». Αν ακούγεται τρελοκομείο είναι επειδή όντως πρόκειται για βιβλίο με τόσο έξαλλη και φαντασμαγορική μυθοπλαστική φαντασία, που στα χέρια άλλου παραμυθά θα ήταν ανακατεμένος ο ερχόμενος.

Η Επιστροφή στη γη διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Ο πρωταγωνιστής είναι Βολιώτης κι έχει ένα μυστικό (σιγά που δεν θα είχε). Η φάση του είναι «ο Ελληνισμός πάει στο διάστημα»: Οδύσσεια και καλικάτζαροι, Σεφέρης και Μακρυνίτσα, Κως και Σάτυροι, βρυκόλακες και Βουλή των Ελλήνων (που στο μέλλον έχει γίνει ξενοδοχείο). Χαμός.

Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι … And Call Me Conrad αλλά με απόφαση του εκδότη αργότερα κυκλοφόρησε με τον τίτλο This Immortal. Μοιράστηκε το Βραβείο Χιούγκο για το 1966 με το Dune.

Όπως και στο Dune, το θέμα του βιβλίου του Ζελάζνυ είναι ο καπιταλισμός ως αποικιοκρατία. Αντίθετα με το επικά σκόρπιο και πολιτικώς ασυνάρτητο Dune, η Επιστροφή στη γη δεν έχει να κάνει με Αργείους Μεσσίες που το παίζουν Λώρενς της Αραβίας αλλά με τις μικροπολιτικές εντός των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, με τον εξανδραποδισμό που φέρνει μαζί της η τουριστικοποίηση, με τη φενάκη της πεφωτισμένης αποικιοκρατίας κτλ.

Η αφήγηση πολλές φορές πνίγεται στην πραγματολογική της ακρίβεια και στην πολυμάθεια που την πλαισιώνει, σε βαθμό που δεν ξέρεις αν τις προτιμάς από τη φλύαρη ψευτομυθολογία του Dune.

Σκεφτόμουν όσο το διάβαζα ότι αυτό το βιβλίο προέρχεται από μια εποχή που η Ελλάδα ήταν στο κέντρο, αν και για τους λάθος λόγους ενδεχομένως.

Μιλάμε πια για ένα χαμένο πια κέντρο. Αναλογιζόμουν συνεπώς την ανήκεστη ζημιά που μας έκανε η Χούντα, όπως άλλωστε και η Μνημονιακή επικυριαρχία λίγες δεκαετίες μετά. Όπως έλεγα κι εδώ:

Κάποιες ζημιές δεν ξεγίνονται μέσα σε ορίζοντα λίγων ετών. Ας αναλογιστούμε μόνον ότι το 1938 της Βαρκελώνης, το 1944 της Αθήνας, ή το 1973 της Χιλής δεν αποκαταστάθηκαν ακόμα.

Εκλογές 2023

Προξενιά για μέλισσες σε κρητικούς χειρουργούς από τη Γλυφάδα

Αν μη τι άλλο, ο τύπος κάθησε κι έφτιαξε έναν δικό του κόσμο όπως τον ονειρεύτηκε

Αν εξαιρέσει κανείς το πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα του προϋπολογισμού τους, γιατί τα ελληνικά σήριαλ είναι τόσο ελεεινά (με κάποιες εξαιρέσεις) σε σχέση με αυτά που βγαίνουν σε χώρες αντίστοιχου (πολιτισμικού) μεγέθους; Γιατί είναι παιδαριώδη τα σενάρια; Γιατί είναι πρόχειρα ή αναχρονιστικά τα σκηνικά και τα κουστούμια και οι διάλογοι και οι ερμηνείες; Γιατί η θεματική τους είναι τόσο ανιαρή και οι πλοκές τους είναι τόσο σχηματικές;

Η σύντομη απάντηση είναι ότι το σήριαλ υπήρξε από καταβολής ραδιοφώνου (ναι, υπήρχαν ραδιοφωνικά σήριαλ) λαϊκή διασκέδαση στην Ελλάδα μεν, που όμως πάντοτε διαλεγόταν με την κρατούσα ιδεολογία: μελό το ’60 (όλα είναι τυχερά, σκάστε)· απολίτικη κοινωνική καταγγελία το ’70 (για όλα φταίνε κάποιοι κακοί πλούσιοι)· πασοκάρα το ’80 (Κιλελέρ και Χοϊδάς και τρίτος δρόμος για να μορφώσουμε την αγροτιά και να αλυσοδέσουμε το Κεφάλαιο)· φουλ πολιτισμικός και ηθικός σολιψισμός το ’90 (ένα όνομα αρκεί: Χάρης Ρώμας).

Αυτό λοιπόν που μας λένε για την κοινωνία μας τα σήριαλ μας, παραδοσιόπληκτα αλλά αναχρονιστικά, φολκλορικά αλλά φουλ ξεριζωμένα από οποιαδήποτε πραγματικότητα εκτός Αθήνας-Σαλονίκης, αστικοηθογραφικά αλλά άτολμα, είναι πάρα πάρα πάρα πολύ δυσοίωνο. Ναι, με κάποιες εξαιρέσεις.