Ο Μεγάλος ΛΟΑΤ Πόλεμος

Κι αυτό θα ήταν ένα επόμενο βήμα

Βαριέμαι να αρχίσω ξανά τη γκρίνια για τα αγροτοποιμενικά ήθη μας, τα οποία υπήρχαν και πριν τον κακό αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τα οποία απλώς από το ’91 και μετά ξεθάβονται ένα ένα και στήνονται στην σοσιαλμηντιακή Αγορά σαν μούμιες προς προσκύνηση από ένα εξαθλιωμένο μετανεωτερικό κοινό του οποίου το σλόγκαν είναι I want to believe.

Με αφορμή όμως τον Μεγάλο ΛΟΑΤ Πόλεμο που ξέσπασε πριν κάτι μήνες και που συνεχίζεται (η μάχη του Κασελάκη, η πολιορκία του γάμου, το σύμφωνο ΚΚΕ-Ιεραρχών, η μάχη του Μεγαλέξαντρου) θέλω να αφήσω εδώ κάποιες σκέψεις.

Πολλές τρανς γυναίκες και γκέι άντρες καταγγέλλουν την υποκρισία ομοφοβικών προυχόντων ή καλλιτεχνών και μισάνθρωπων ιεραρχών (σχεδόν) ξεφωνίζοντάς τους: πώς είναι δυνατόν να καταγγέλλεις αυτά που εσύ ο ίδιος πράττεις; (το «πράττεις» εδώ είναι μισό Χριστός κατά Φαρισαίων και μισό Ημισκούμπρια).

Να πω ότι δεν είμαι άξιος να υποδείξω σε τρανς γυναίκες πώς να αντιδράσουν και τι να κάνουν, αφού αν βρισκόμουν στη θέση τους θα είχα πέσει από ταράτσα ή στην πρέζα μέσα σε ενάμισυ μήνα βαριά βαριά.

Το ερώτημα όμως ισχυει: πώς είναι δυνατόν να στηλιτεύεις και να αναθεματίζεις αυτά που εσύ ο ίδιος πράττεις; Την απάντηση τη δίνει συνοπτικά ο Διονύσιος Σκλήρης στο φέισμπουκ:

Η Εκκλησία δηλαδή θεολογεί με βάση τις φωτογραφίες και τις σέλφι.

Βέβαια δεν είναι να απορεί κανείς. Αφενός, την Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε η δημόσια εικόνα την ένοιαζε κυρίως. Τα υπόλοιπα τα μη δημόσια είναι για να τα εξομολογείσαι και να μετανοείς. Και αφετέρου η εποχή μας νοιάζεται μόνο για ό,τι φαίνεται στις φωτό των σόσιαλ μίντια.

Οπότε ναι, είναι ένα σημείο των καιρών παρόμοιες εκκλησιολογίες, μια διατομή, ένα cross-over episode, ανάμεσα στην έμφαση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη δημόσια εικόνα και στην εποχή που υπάρχει μόνο ό,τι ποστάρεται στα σόσιαλ μίντια.

25 Ιανουαρίου 2024

Συνεπώς, ο κάθε Σεβασμιώτατος και ο κάθε Σκυλάρχης ή Νομάρχης έχουν τα «γούστα», τις «ιδιαιτερότητες», τα «βίτσια», τα «μια στο κάθε τόσο» τους. Μια χαρά, αρκεί «να μην προκαλούν». Έτσι ήταν πάντα: όλα όμορφα και τακτοποιημένα μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής οικογένειας. Και ο πούστης είχε τη θέση του και ο πουτανιάρης κύριος ή ο κωλομπαράς καταστηματάρχης και ο παπάς που κάπως κουνιέται και η «αντρογυναίκα» κτλ κτλ κτλ κτλ. Τίποτε καινούργιο ως προς αυτά δεν έφερε στην Ελλαδάρα μας η πεφωτισμένη εποχή μας.

Αυτό που είναι καινούργιο και αποτελεί την πραγματική αιτία του Μεγάλου ΛΟΑΤ Πολέμου είναι ότι το ίδιο το πλαίσιο της ελληνικής οικογένειας αναδιαρθρώνεται πλέον ριζικά΄― ενδεχομένως για να κανονικοποιήσει την καταπίεση και το διαγενεακό τραύμα για ακόμα περισσότερο κόσμο, για όσους και όσες βρίσκονταν εκτός του πλαισίου «οικογένεια» μέχρι σήμερα.

Αυτό που διακυβεύεται λοιπόν δεν είναι ούτε η αγάπη και βεβαίως ούτε το σεξ των ανθρώπων: είναι ποιανής ή ποιανού θα κρατάς το χέρι στην ταβέρνα και στο λεωφορείο. Εδώ μιλάμε πια για τη δημόσια εικόνα, όπως διεβλεψε κι ο Σκλήρης. Εδώ μιλάμε για το ποιος μπαμπάς θα πάρει τα παιδιά από το σχολείο και για διαδρόμους νοσοκομείων όπου πεθαίνει ο άνθρωπός σου· πλέον παίζεται αν μπορείς να κλείνεις αβλεπεί τρίκλινο για τρεις μέρες με τη γυναίκα σου και το παιδί σας κι όχι μόνον ένα τρίωρο για τρίο.

Δεν με συγκινεί ο γάμος. Δεν με ενθουσιάζει η επικείμενη ενδυνάμωση μέσω της ΛΟΑΤ συμπερίληψης του πακτωμένου κι άκαμπτου χαλύβδινου πλαισίου της γαμημένης της ελληνικής οικογένειας· ντου από παντού ονειρεύομαι κατά βάθος. Αν όμως πρόκειται για τα δίκια έστω κι ενός των ελαχίστων και αν πρόκειται να μπορούμε να χαιρόμαστε όλες κι όλοι τη ζωή μας όσο κομφορμιστικά και ξενέρωτα και «κανονικά» επιθυμούμε, ε ναι:

Νίκη στις στρατιές του ουράνιου τόξου, ρε.

(Σύνθημα που συνδυάζει καμπ υπερβολή και στρατευμένης κορώνα, όπως απαιτούν οι περιστάσεις ― άλλωστε τι είναι κάθε στράτευση παρά (και) μια ομοκοινωνική φασάρα; )

Αξίες, ιδανικά κτλ.

Επί δεκαετίες ολόκληρες οι οπαδοί του ελληνοχριστιανισμού (που μετά έγινε ελληνορθοδοξία γιατί το «ελληνοχριστιανισμός» έζεχνε χουντίλα) ταυτίζονταν με παλαιοκομμουνιστές (που φοβόντουσαν να φανούν υπερβολικά ριζοσπαστικοί μην τους πουν και ξετσίπωτους λαμπράκηδες) και με νερόβραστους ανθρωπιστές των εκθέσεων ιδεών και του απολίτικου ανθρωπισμού σε ένα πράγμα:

Ότι τάχα η ελληνική κοινωνία υπέφερε γιατί έχανε ή απαρνιόνταν τις παραδοσιακές αξίες της. Αν τις διέβρωνε η αντίχριστη εποχή (χριστιανόπουλα), ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός (παλαιοκομμούνια) ή η υλιστική εποχή μας (παπανούτσοι) δεν είχε σημασία: σημασία είχε ότι πεθαίναμε, σβήναμε, χανόμασταν γιατί χάναμε τις αξίες μας.

Και αισίως στο 2023 δηλητηριάζουν τις ζωές μας και σκοτώνουν κόσμο (γυναίκες κυρίως, κάτι Ζακ και κάτι Άλεξ παλιότερα) ακριβώς αυτές οι απέθαντες (ας τις πούμε αγροτοποιμενικές) αξίες, σε μια ακόμα θανάσιμη και πνιγηρή επανεπινόησή τους.

Δυο ανεπίκαιρες σκέψεις Νοέμβριο μήνα

Μες στου τρας τη χαρά

Το να μπορείς να μετέχεις στην υψηλή κουλτούρα προϋποθέτει δυστυχώς προνόμια ― παρά τα οράματα και τις επιδιώξεις του Υπαρκτού, στον οποίο έγινε σοβαρή απόπειρα να μαζικοποιηθεί η πρόσβαση στην υψηλή κουλτούρα.

Συνεπώς όσοι μεν απολαμβάνουμε την υψηλή κουλτούρα και ταυτόχρονα φετιχοποιούμε ή χαϊδεύουμε το τρας (εξωτικοποιώντας το λιγάκι) ίσως ξεχνάμε ότι για πάρα πολλούς ανθρώπους, και μάλιστα για όσους ανήκουν στις υποτελείς τάξεις, το τρας είναι το μόνο που τους προσφέρεται και είναι σκατά.

Γι’ αυτούς, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με εμάς, το τρας δεν αποτελεί ευχάριστη κι ελαφρώς υπονομευτική εναλλακτική ανάπαυλα από την υψηλή κουλτούρα: αυτό τους δίνεται προς κατανάλωση, αυτό έχουν.

Κίτρινα εμβλήματα σε κόκκινο φόντο: ☭ και μακντόναλντς

Μέρος της δημόσιας εικαστικής μιζέριας στο αστικό τοπίο του υπαρκτού ήταν οι θηριώδεις προπαγανδιστικές αφίσες, τα υπερμεγέθη σφυροδρέπανα και λοιπά εμβλήματα των Λαϊκών Δημοκρατιών, προπαγανδιστικά σλόγκαν, τα τερατώδη πορτραίτα των Λένιν, Στάλιν, Δημητρόφ, Χότζα, Τσαουσέσκου και δεν συμμαζεύεται. Όλα αυτά τα ινδάλματα-μορμολύκεια κάλυπταν προσόψεις κτηρίων, κοσμούσαν πλατείες κι έσπαγαν τον τρόμο του κενού σε πρώην λευκούς τοίχους· όλα εξυμνούσαν ένα ανύπαρκτο ευτυχισμένο παρόν κι ευαγγελίζονταν ματαίως ένα λαμπρό κι ευτυχέστερο μέλλον.

Μέρος της δημόσιας εικαστικής μιζέριας στο αστικό τοπίο του δυτικού κόσμου είναι οι θηριώδεις διαφημιστικές αφίσες, οι υπερμεγέθεις στολισμοί διαδοχικών ανούσιων εορτών κατανάλωσης (θερινές διακοπές, Χαλογουήν, Χριστούγεννα, Βαλεντίνος, Πάσχα κτλ., με διάφορες εμβόλιμες μαλακίες) των οποίων τα προεόρτια επεκτείνονται εκτός κλίμακας, διαφημιστικά λογότυπα και σλόγκαν, τα τερατώδη πορτραίτα των εκάστοτε τηλεοπτικών και ποπ αστέρων και δεν συμμαζεύεται. Όλα αυτά τα ινδάλματα-μορμολύκεια καλύπτουν προσόψεις κτηρίων, κοσμούν πλατείες και σπάζουν τον τρόμο του κενού σε πρώην λευκούς τοίχους· όλα εξυμνούν ένα ανύπαρκτο ευτυχισμένο παρόν κι ευαγγελίζονται ματαίως ένα λαμπρό κι ευτυχέστερο μέλλον.

Θα ήθελα να προλάβω να δω όσο ζω τον αστικό δημόσιο χώρο να καταλαμβάνεται από ομορφιά και δημόσια πολυτέλεια, αν και αμφιβάλλω.

Κατσαπλιάδες, ρέιβερ και φράχτες

Ι

Κάποιοι και κάποιες ξινίζουν που η παλαιστινιακή αντίσταση έχει πλέον περάσει στα χέρια της σιχαμένης Χαμάς των φανατικών μισάνθρωπων (ελέω και Σιν Μπετ, αλλά αυτά είναι δύσκολα θέματα).

Θυμάμαι κι εγώ ότι τελικά την ελληνική επανάσταση δεν την κουβάλησαν στην πλάτη τους ούτε οι κομψοί ονειροπόλοι Υψηλάντηδες στο Ιάσιο ούτε καν οι κυριλέ φραγκοραμμένοι Φιλικοί, παρά κάτι ντιπ αδιαφώτιστοι: κάτι άπληστοι πλιατσικολόγοι κι αιμοβόροι κατσαπλιάδες που δολίως σφαγίασαν Τούρκους και Εβραίους αμάχους στην Τροπολιτσά, μεταλαμπαδεύοντας τη γενοκτονική σφαγή στον νεωτερικό κόσμο, ώστε να αναλάβει τον χαρακτήρα εθνοκάθαρσης που έχει έκτοτε.

Δυστυχώς έτσι γίνεται: απελπισμένοι και εξαθλιωμένοι λαοί συνήθως πέφτουν στην ανάγκη φανατικών και καθαρμάτων. Άμα θέλετε ευγενείς αντάρτες υπάρχουν κάτι Ζαπατίστας (ουουουου, φλώροι) και κάτι Ροζάβα (ουουου, αμερικανόφιλοι).

ΙΙ

Αν πιστεύετε ότι τυπάκια που έκαναν ρέιβ δίπλα στον φράχτη της μαζικότερης ανοιχτής φυλακής που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα αξίζουν ομηρία, βασανιστήρια ή και θάνατο, τότε να μην έρθετε στο πάρτι που θα κάνω το Σάββατο σε μπαρ πάνω στην Πράσινη Γραμμή ― άλλωστε δεν είστε καλεσμένοι.

Σας διαβεβαιώνω πάντως ότι δεν υπάρχει τείχος ή συρματόπλεγμα, δεν υπάρχει σύνορο ή φράχτης που δεν κανονικοποιούνται λίγες βδομάδες μετά το στήσιμό τους, με τα οποία δεν εξοικειώνεσαι. Γι’ αυτό και τέτοια μιαρά μαντριά πρέπει να γκρεμίζονται πριν καν στηθούν.

Πάνω από την καμένη Δαδιά

Φωτογραφία: Σάκης Γιούμπασης

Έγινε η συμφορά συνήθειά μας: εκατοντάδες νεκροί έξω από την Πύλο, εκατοντάδες στρέμματα αναντικατάστατου δάσους στη Δαδιά· όλα αριθμοί και μόνο, θα μπορούσαν να είναι απλώς κατώτατοι μισθοί, θα μπορούσαν να είναι η τιμή βλημάτων για φρεγάτες και αεροσκάφη. Αποβλακωμένοι από συντέλειες υποκατάστατα ξεσηκωμών, νιώθουμε εξοικειωμένοι με το θέαμα αφανισμένων δασών και με το άκουσμα πνιγμένων, χρόνια τώρα. Αλλά τι να κάνεις;

Πάντως βεβαίως κι υπάρχει κράτος: πάντοτε υπήρχε κράτος. Από το 1832 και το 1944 υπάρχει κράτος. Κράτος καταστολής, σωφρονισμού και πειθαρχίας. Κράτος ισοπέδωσης ανθελληνικών φωνών, ντόπιων λαλιών και «αναρχικών» συνειδήσεων. Κράτος από τις ελίτ για τις ελίτ. Αν μελετούσαμε λίγο τον λησμονημένο νεοελληνικό 19ο αιώνα και τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 20ου δεν θα μας διέφευγε αυτή η πικρή μικρή αλήθεια, δεν θα αναμασούσαμε σάχλες για έλλειμμα κράτους κτλ. Κράτος υπάρχει και δεν είναι φίλος σας, εκτός κι αν το εξαγοράσετε ή αν το κληρονομήσατε.

Κράτος διαρκούς εξαπάτησης και δόλου: διάβαζα ότι εδώ και χρόνια πέφτουν οι αριθμοί των νεκρών από τροχαία δυστυχήματα. Υπήρχαν κάτι κουβέντες κι ερμηνείες στο γνωστό ύφος σχολάρχη-χωροφύλακα (ναι, μεσιέ Μισέλ Φουκώ, αυτά είναι τα δυο πρόσωπα του Ιανού που σωφρονίζει και τελικά κοιτάζει μακριά από την αλήθεια): τάχα γίναμε «πιο Ευρώπη», τάχα σωφρονιστήκαμε και φρονιμέψαμε κι αποκτήσαμε οδηγική συμπεριφορά. Κανείς δεν θα πει ότι λ.χ. υπάρχει πια η Εγνατία και ότι δεν έχουμε πλέον τον ελεεινό κατσικόδρομο να συνδέει την Αθήνα με την Πάτρα και τα Γιάννενα; Κανείς δεν θα θυμηθεί τι πληρώνει σε διόδια και φόρους (που αποδίδονται σε ιδιώτες όταν δεν εκείνοι κερδοφορούν) ο οδηγός για να μην σκοτώνεται σε δρόμους-ανθρωποπαγίδες;

Κι έτσι η ελληνική κοινωνία παραδίδεται στην πρέζα της παραίτησης ή της ανάθεσης και στην κόκα του αυτάρεσκου προγονόπληκτου εξεψιοναλισμού. Κι αν ενδεχομένως υπάρχουν πολλοί (; ) τρόποι να αντιμετωπιστούν οι μαζικές περιβαλλοντικές καταστροφές, ο δικός μας κοντινός φασισμός ― αυτός που εγκρίνει όσα κάνουν οι τα φαιά φορούντες και που επιχαίρει με νεκρούς πρόσφυγες και μετανάστες ― θα ηττηθεί μόνον αφού αποσυναρμολογηθεί και ηττηθεί η εθνική ιδεολογία του Λίκνου, της αδιάσπαστης Παράδοσης, της Μοναδικότητας, της μαγικής Ιδιοσυστασίας, του περιούσιου Γένους, της Οικογένειας εις βάρος της Κοινότητας κτλ.

Μεγαλωμένη λοιπόν με μια δίαιτα πλούσια σε παραδοσιακό μισάνθρωπο τοπικισμό, η ελληνική κοινωνία προσβλέπει σταθερά με ελπίδα πότε στον μαρμαρωμένο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και πότε στο κοινωνιοπαθές νευρόσπαστο στου οποίου το νευρωσικό πρόσωπο καθρεφτίζονται οι προσδοκίες και το καμάρι της πλατειάς πλειοψηφίας του ελληνικού λαού: η ελπίδα ήρθε κι έφυγε επί ΣΥΡΙΖΑ, ζήτω λοιπόν οι λελογισμένες προσδοκίες για επιδόματα και φοροελαφρύνσεις ώστε να πληρώνει ο «ιδιώτης» το ασθενοφόρο όπως πληρώνει τη νεκροφόρα, να πληρώνει το σχολείο όπως πληρώνει την παραλία. Έτσι. Στο μεταξύ ψόφο στους φτωχούς ξένους, ελάτε ω πλούσιοι ξένοι να σας σερβίρουμε και να σας χτίσουμε υπόσκαφες επαύλεις στα ξερονήσια με τους εξαντλημένους πόρους.

Και γιατί να στραφεί ο λαός στον καθωσπρέπει Φασουλή της Δεξιάς; Γιατί να ακούει τους αυλοκόλακες και τους βαρείς κι ασήκωτους χειροκροτητές του; Μα γιατί η Δεξιά μαθαίνει, η Δεξιά στήνει τον διάλογο όπως επιθυμεί και ορίζει την ατζέντα. Και πώς το καταφέρνει αυτό; Με μάγια και λιτανεύσεις ιερών λειψάνων και «πας μη Έλλην βάρβαρος»; Εν μέρει με αυτά, κι εν μέρει επειδή μαθαίνει. Με τη συντριβή των ιεροκηρύκων της μνημονιακής χρηστοήθειας στο Δημοψήφισμα του 2015, η Δεξιά έμαθε ότι δεν χρειάζεται να παλεύει να ελέγχει πώς θα διαμορφώσει την κοινή γνώμη και πώς θα νουθετήσει το ενοχλητικό αλλά με δικαίωμα ψήφου πόπολο: κατάλαβε ότι πρέπει να στραφεί από τη ροή και την παραμόρφωση της γνώμης στον έλεγχο της ροής της ίδιας της πληροφορίας.

Διότι, αν δεν ξέρεις ότι η φωτιά στον Έβρο καίει εδώ και δύο βδομάδες, πώς θα διαμορφώσεις γνώμη για το θέμα; Δεν υπάρχει θέμα.

Οι δαίμονες της σφαγής

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ιστορία σφαγής. Όσο και να ολολύζουν οι κάθε λογής κεντρώοι, στη συντριπτική πλειονότητά τους διαχρονικώς οι δράστες της σφαγής δεν είναι τίποτα κολασμένοι κι εξανδραποδισμένοι που εξεγείρονται, παρά οι φορείς της εξουσίας και της δύναμης ― καθώς και της μισανθρωπίας που διαχρονικά τις συνοδεύει.

Θέλουμε κάποιοι (και λιγότερο κάποιες) να πειστούμε ότι υπάρχει ένας χώρος (λιγότερο εκτενής από όσο θέλουμε να νομίζουμε) στον οποίο η σφαγή είναι παρελθόν και η πρόοδος αποτελεί πραγματικότητα. Ωστόσο η σφαγή είναι πάντοτε πολύ κοντά μας, όχι μόνο η σφαγή των άλλων στις θάλασσές μας και στις γείτονες χώρες, αλλά και η δική μας η σφαγή στις ίδιες τις προοδευμένες χώρες μας, όπου η ζωή μας κοστολογείται πολύ χαμηλά π.χ. σε τραίνα και σε νοσοκομεία ή αν τυγχάνουμε φτωχοί ξένοι.

Ταυτόχρονα με τη σφαγή, επικρατεί συντριπτικώς κι ο φασισμός, δηλαδή η λατρεία της σφαγής. Ο φασισμός απλώνεται ξανά παντού και κανονικοποιείται. Παλιότερα τα πεδία αντιπαράθεσης με τους φασίστες ήταν κάτι λέσχες μοντελιστών ή ποδοσφαιρικά σωματεία κι οργανώσεις οπαδών. Σήμερα-αύριο, ο κόσμος όλος είναι το πεδίο μάχης. Κι ενώ η φασιστική σκιά απλώνεται, οι πολέμιοί της καταφεύγουν στις γονυκλισίες ενώπιον της καταστολής και στην προσκύνηση της λογοκρισίας, έχοντας προφανώς χάσει κάθε πίστη σε εξεγερτικές κινήσεις και στην οργάνωση από τα κάτω: εναποθέτουν λοιπόν τις ελπίδες τους για πρόοδο και αντιφασισμό παρά τους πόδας του μπάτσου (που θα εκπαιδευτεί), της δικάστριας (που θα τιμήσει τους όρκους της), του ατόμου που θα αναλάβει να επιβάλει πεφωτισμένη λογοκρισία υπέρ αδυνάτων.

Η ροπή του ανθρώπου μπροστά σε όλα αυτά είναι η απελπισία.

Πρέπει όμως ακόμα και την ώρα της σφαγής κι ενώ σχεδόν κατατονικά παρακολουθούμε τη σκιά να απλώνεται να θυμηθούμε τον στάρετς που τόσο αστόχαστα τσιτάρουν νεορθόδοξες ψυχές: «Κράτα τον νου σου στην Κόλαση και μην απελπίζεσαι». Αν δεν συμπαθούμε τους στάρετς, αρκεί να βλέπουμε τον Αντρέι Ρουμπλιόφ κάθε 5-6 εβδομάδες: εκεί τίθεται το ερώτημα αν γίνεται να αγιογραφούμε και να φτιάχνουμε καμπάνες σε έναν κόσμο άγνοιας και μίσους όπου οι Τάταροι σφάζουν παιδάκια και καίνε χωριά. Η απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Ταρκόφσκι.

Αν δεν θέλετε να ακούσετε τον Ταρκόφσκι, σημείο του προϊόντος εκβαρβαρισμού μας ίσως, σχετικά με την απελπισία σας και τη ροπή για μηδενισμό που σας δημιουργεί, αρκεί να θυμηθείτε αυτό το ωραίο που είπε ο Oliver Doherty σήμερα:

«O μηδενισμός και η ηττοπάθεια είναι πολλές φορές ένα καταφύγιο διαθέσιμο μόνο στους προνομιούχους.»

Σύνοψη μπάι τυπολογίας

ή «Choose a side»

Προτού ξεκινήσουμε, κάποιες διευκρινίσεις, ή και τρίκερ γουώρνινξ:

Θα μιλήσω μόνο για μπάι άντρες γιατί φωτιά θα ρίξει η Θεά να με κάψει αν πιάσω τα μανσπλέινιγκ.

Θα χρησιμοποιήσω ορολογία κάπως α λα παλιά. Εντάξει, μην περιμένετε Ηλία Πετρόπουλο με ολίγη από καλιαρντά, ούτε τον εκλεπτυσμένο μισογυνισμό και τη βαρβάτη ομοφοβία του Ταχτσή, αλλά, ε, αν είσθε τεντερκουηράκια μπορεί να βγείτε τραυματισμένα από την ανάγνωση της χονδροειδούς τυπολογίας μου ― και δεν θα το ‘θελα ποτέ, ποτέ, αυτό.

Πάντως, ναι: η πενιχρή τυπολογία μας είναι οργανωμένη γύρω από κάτι που αποτελεί εμμονή του Έλληνα (και όχι μόνον Έλληνα) άντρα: του ποιος ή ποια διεισδύεται. Και βεβαίως, στην περίπτωση των σις αντρών, αυτό μεταφράζεται σε «ποιος μποτομάρει από το κωλαράκι».

Τέλος, αν είστε τίποτε πανεπιστημιακές κάρες ή ανταρτογκέι ή και τα δύο ταυτόχρονα και η ύπαρξη των μπάι αντρών σάς χαώνει, βιδώνει, κουμπώνει, θυμώνει, εξαγριώνει και άλλα εις –ώνει, διαβάστε το The Epistemic Contract of Bisexual Erasure του Kenji Yoshino ή άντε το tl;dr εδώ. Θα σας βοηθήσει. Ίσως. Μπορεί και όχι — δεν ξέρω.

Μπότομ στρέιτ (οι «θέλω να με γαμούν γυναίκες»)

Αυτοί είναι οι πιο καημένοι επειδή τρώνε το πακέτο του bi erasure χωρίς καν να είναι μπάι: γυναίκες γουστάρουν. Ενώ λοιπόν σαφώς δεν είναι μπάι, αφού τους αρέσουν μόνον οι γυναίκες, μέσα στον άτυπο ποινικό κώδικα της ετεροκανονικότητας είναι πολύ πιθανόν να καταλήξουν να τους κράζουν ως πουστάρες — και μάλιστα να τους κράζουν οι γυναίκες, και μάλιστα οι γυναίκες που ποθούν. Γιατί; Μα γιατί τους αρέσει να τους γαμούν, ή για να το πω στα μιλενιαλικά, «να μποτομάρουν». Τους αρέσει να τους βάζουν κάτω τρανς γυναίκες (προς μεγάλη ταλαιπωρία πολλών τρανς γυναικών, αλλά αυτά θα σας τα πουν οι ίδιες) ή να τους βάζουν κάτω σις γυναίκες με εργαλεία που χρονολογούνται από την Εποχή του Χαλκού (πολύ πριν το Tumblr δηλαδή).

Και βεβαίως θα αναρωτηθείτε «και πού ξέρουν ότι δεν τους αρέσουν οι άντρες;» Ε, το ξέρουν. Όλοι ξέρουμε τι μας αρέσει, άλλο τι αφηνόμαστε να παραδεχτούμε. Επιπλέον, πολλοί μπότομ στρέιτ είτε το τσέκαραν στην πράξη είτε σχεδόν το είχαν πάρει απόφαση ότι «είναι πούστηδες» και γι’ αυτό έχουν δοκιμάσει να κάνουν σεξ με άντρες· και ενώ δεν τους χάλασε η χαρά της μιάς τους οπής και του προστάτη, όλο το υπόλοιπο τους φάνηκε λίγο μπλιαχ ή έστω μιεχ (στα ζουμερικά) διότι ούτε η τρίχα ούτε η αποφορά ούτε η απουσία γυναικείων χαρακτηριστικών τους ξετρελαίνει.

Οπότε ναι, αυτοί τρώνε το bi erasure στη μάπα, την πεποίθηση των γκέι αντρών ότι κατά βάθος είναι γκέι ενώ εκείνοι θέλουν να τους βάλει κάτω η Λίζα, η Τασούλα, η Πέπη κτλ.… Στο μεταξύ κάποιες από αυτές δεν τους ζυγώνουν ακριβώς γιατί «είναι πούστηδες»: φάση Τάνταλος στον Άδη (δεν υπάρχει μόνον ο Σίσυφος, παιδιά).

Τοπ μπάι (the artists formerly known as κωλομπαράδες — ή μάλλον καμία σχέση)

Αυτούς εδώ πάλι δεν τους λες και καημένους. Οι γκέι βεβαίως τους θεωρούν στρέιτ και μερικοί τους προτιμούν κιόλας για φάση ή έστω για games (όχι αυτά με τις κονσόλες, τα άλλα με τα μαστραχάλια). Ταυτόχρονα, οι στρέιτ τους λένε κρυφόπουστες ή κωλομπαράδες, ανάλογα με τις περιστάσεις και με το αν βρίσκονται μαζί τους στο κρεβάτι, στο μπαρ, στα αποδυτήρια ή αλλού. Αν είναι κολλητοί τους, οι στρέιτ θα πούνε στους τοπ μπάι ότι μάλλον μπερδεμένοι είναι και ότι περνάνε φάση, σαν αυτή που οι ίδιοι πέρασαν στον στρατό π.χ. όταν είχαν μαλακιστεί (αυτοπαθώς κι αλληλοπαθώς) με τον μισό θάλαμο ενώ ο υπόλοιπος θάλαμος κρυφομπάνιζε.

Μιλάμε λοιπόν για φάση όπου θες να το κάνεις και με άντρες και με γυναίκες και με άλλα φύλα, είτε σις είτε τρανς (ναι παιδιά μου, ο όρος πανσέξουαλ είναι πλεονασμός και πολιτικά ασυνάρτητος, αλλά ρωτήστε καναν ακτιβιστή, όχι εμένα τον σατιρικό καλλιτέχνη) επειδή εκπρόσωποι όλων τους σε καυλώνουν· μια φάση που πάντως κρατάει μάξιμουμ 100 χρόνια, εξ όσων γνωρίζουμε.

Οι γυναίκες τους μπάι τούς βρίσκουν εφευρετικούς και «α τι ωραία που γλείφεις», οι άντρες τούς βρίσκουν αρρενωπούς, άλλα άτομα τους βρίσκουν άλλα. Αυτοί πάλι έχουνε δοκιμάσει να τους το κάνουν από το κωλαράκι και μάλλον δεν τους χάλασε αλλά δεν είναι κι ότι είδαν το χερουβικό άρμα με τον θεό να κατεβαίνει να τους καβαλήσει, οπότε δεν το προτιμούν.

Συνεπώς σκασιλάρα μας για τους μπάι τοπ: σκασιλάρα μας γιατί στην τελική περνιούνται και τους περνάμε για στρέιτ (αφού «γαμούν και δεν γαμιούνται»), οπότε οκέι, αρσενικό προνόμιο, μια χαρά περνάνε κι ακατακρίτως, κομπλέ — και άσε να μαζέψουν τα σπασμένα τους οι ψι τους ή τα παιδιά που κάνουν βάρδιες πίσω από την μπάρα.

Μπότομ μπάι (οι «δεν είμαι ελέφαντας»)

Αυτοί βερς είναι, αλλά όταν δοκίμασαν (γιατί και είχαν πρόγραμμα και το επιδίωξαν) να τους το κάνουν από το κωλαράκι όχι μόνο δεν τους χάλασε αλλά αυτοί το είδαν το χερουβικό άρμα με τον θεό να κατεβαίνει να τους καβαλήσει, τον είδαν τον Κρίσνα εν δόξη κτλ. Αυτούς τους καυλώνει τρελά να τους το κάνουν και όντα χωρίς πέος και όντα με πέος: είπαμε, γι’ αυτό είναι μπάι. Και βεβαίως ρίχνουν κι αυτοί έναν κατά περίσταση, και γιατί όχι;

Όμως οι μπότομ μπάι μαζεύουν όλη τη λάντζα και των μπότομ στρέιτ («ουουουουου, πούστηδες») και των τοπ μπάι («ποια είναι η σχέση σου με τον μπαμπά σου;»). Βρίσκονται παγιδευμένοι στα στενά της Μεσσήνης από τους θεούς που παράγουν ετεροκανονικές ταυτότητες, όπου πότε η Σκύλλα του bi erasure τους τσιμπολογάει και πότε τους ρουφάει (όχι με τον καλό τρόπο, είχε δόντια το μυθικό τέρας) η Χάρυβδη της ψυχολογικοποίησης.

Κάποιοι τελικά παθαίνουν ένα «θα απαρνηθώ τις γυναίκες, στο εξής είμαι γκέι» αλλά αυτή η φάση δεν κρατάει πολύ γιατί, είπαμε, είναι μπάι. Άλλοι το ρίχνουν στην παρενδυσία πλήρη ή μερική, ακόμα κι αν δεν τους φτιάχνει, είτε φορώντας τα σέξι πλην άβολα εσώρουχα και ρούχα που στερεοτυπικά προορίζονται για γυναίκες, είτε χρησιμοποιώντας το αντίστοιχο λεξιλόγιο, για να μπούνε στον ρόλο.

Και καλά κάνουν, βεβαίως: παρενδυσίες ένθεν κι ένθεν υπάρχουν παντού και καρυκεύουν τις φάσεις ακόμα και των πιο στρέιτ γυναικών και αντρών. Το θέμα δεν είναι εκεί αλλά στο ότι οι μπότομ μπάι παντοιοτρόπως εξωθούνται στον ετεροκαθορισμό περισσότερο από κάθε κατηγορία μπάι, ενδεχομένως τόσο όσο κάποιοι τοπ θηλυπρεπείς γκέι ή κάποιες μπότομ μπουτς λεσβίες…

Το αστείο είναι ότι σε τίποτα κοινωνίες ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής ή και αλλού οι μπότομ μπάι, ως παντοδότες και πανδέκτες, θα γίνονταν αντιληπτοί ως σχεδόν μυθικά πλάσματα, σαν τους αδιχοτόμητους ακόμα ανθρώπους στον λόγο του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο ένα πράμα. Εμείς όμως ζούμε στον κόσμο όπου σημασία έχει να μην τον παίρνεις.

Επίλογος

Η τυπολογία έβγαλε λίγο λυρισμό ελληνικής ταινίας, μια ταλαιπώρια. Δυστυχώς όμως αυτή είναι η μπάι κατάσταση: είτε δεν υπάρχεις είτε πρέπει να υπομείνεις φουλ ετεροκαθορισμό.

Τέσσερα ταλληράκια

Υπάρχουν και χειρότερα, μην αγχώνεστε.

Πρώτο ταλληράκι: Φασίστες

Οι φασίστες (ψηφοφόροι) δεν είναι «υπάνθρωποι», «ούγκανα», «ζώα», «φίδια», αλλά ούτε και παραστρατημένες ψυχούλες ή απολωλότα πρόβατα ή θύματα της προπαγάνδας.

Είναι άνθρωποι που αναγνωρίζουν τις ανεπάρκειες ή τις εσωτερικές αντιφάσεις του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος και συνειδητά συντάσσονται με το καθολικό και γενικευμένο μίσος ως πολιτική.

Ενώ το να μιλάει κανείς για τον φασισμό ως εκδοχή ενός αναλυτικά σαθρού «λαϊκισμού» είναι επιεικώς γελοίο, οι φασίστες στην Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι (και) μη προνομιούχοι και «μέσα από τα σπλάχνα του λαού».

Γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν ξέρω, τόση αριστερή διανόηση παράγουμε. Ίσως έχει να κάνει με την ασυναρτησία και τη δειλία της Αριστεράς.

Δεύτερο ταλληράκι: Cosplay

Κάποιοι του ΚΚΕ νομίζουν ότι είναι το KPD της Ρόζας που τους βρίζει το συριζαϊκό SPD του Ebert· κάποιοι του ΣΥΡΙΖΑ νομίζουν ότι το ΚΚΕ είναι οι σταλίνες μέσα στη Βαρκελώνη που κάνουν εκκαθαρίσεις ενώ ο Φράνκο προελαύνει.

Δεν πειράζει: ολόκληρη η γαμοΕλλάδα ζει μέσα σε ιστορικά cosplay από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου. Τώρα έχουμε και φασιστόμουτρα που φαντασιώνονται πως είναι τα συγκυλιζόμενα ντούκια της Βλακεδαίμονας, παλιά είχαμε πασόκους που νόμιζαν πως είναι αντάρτες κτλ.

Αλλά ρε φιλαράκια, τόση αριστερή διανόηση παράγουμε.

Τρίτο ταλληράκι: δεξιά κατρακύλα

Όπως ο θλιβερός ΣΥΡΙΖΑ του καημένου του Τσίπρα (αμήχανου από τον καιρό που κατέβαινε για δήμαρχος μεν, αλλά μετά για λίγο είπαμε «σκάστε, εδώ μπορεί και να σκάσει κίνημα») έτρεχε από το 2015 πίσω από φανταστικούς κεντροδεξιούς ψηφοφόρους μπασταρδεύοντας κάθε ριζοσπαστική πολιτική πρότασή του, τώρα κι ο Πιθηκαλώπεκας θα πρέπει να τρέχει πίσω από κοινοβουλευτικά εθνίκια, φασίστες, θεούσους κι οργανωσιακούς.

Για να δούμε πώς θα του βγει αυτό…

Τέταρτο ταλληράκι: εθνική ενότητα;

Έχω την ευχέρεια να γράφω αυτά τα πράγματα γιατί προσωπικά δεν ανήκω σε αυτό το 20-τόσο τοις εκατό (κατά τη Eurostat) που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας και που θα υποφέρει και θα πεθάνει πρόωρα με την παράταση της δεξιάς διακυβέρνησης.

Ο εξανδραποδισμός και ο εκφασισμός προχωρούν: όσοι χαριεντίζονται ακόμα με εθνικές ενότητες κι εθνικές ομοψυχίες, απλώς βάζουν τη διαχείριση πάνω από τις ζωές των αδυνάτων.

Και για να το πω όπως θα το καταλαβαίνουν πολλοί ψηφοφόροι (θεουσοδεξιοί αλλά κι αριστερορθόδοξοι): εάν το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται;

Το ρεζουμέ της βαρβαρότητας

Από τη στιγμή που ο κινηματογράφος είχε πια στη διάθεσή του ειδικά εφέ, όσο πρωτόγονα κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε παρά να ασχοληθεί με το θέαμα της καταστροφής: από σεισμούς, ναυάγια και μάχες, μέχρι ουρανοξύστες που καίγονται ή απλώς αυτοκίνητα που σμπαραλιάζονται πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο. Παράλληλα ενέσκηπταν κατά καιρούς γιγάντιοι γορίλες δεσμώτες, παραζαλισμένοι γκοτζίλες και μοχθηροί δεινόσαυροι.

Το θέαμα της καταστροφής, που συνήθως συνυφαινόταν σεναριακά με την αξία της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας ή και της αυτοθυσίας, έχει χαρακτήρα κάθαρσης με τον πιο απλό τρόπο: δι’ ελέου και φόβου.

Με την Ημέρα Ανεξαρτησίας μπορεί να πει κανείς ότι τυπικά εισάγεται ένα νέο κινηματογραφικό υποείδος: η ταινία συντέλειας. Δεν είναι πλέον αρκετό να πέσει ένα αεροπλάνο, να ναυαγήσει ένα πλοίο, να ερειπωθεί μια πόλη: πρέπει να καταστραφεί ο κόσμος όλος.

Βεβαίως η ιδέα της συντέλειας κάθε άλλο παρά καινούργια ήταν, αλίμονο: από τον Πόλεμο των Κόσμων μέχρι τα ανοικονόμητα κόμικ, ο κόσμος έχει (σχεδόν) καταστραφεί πολλές φορές. Μετά την Ημέρα Ανεξαρτησίας όμως, οι μηχανές της κινηματογραφικής συντέλειας πήρανε φόρα· έκτοτε ο κόσμος δεν έπαψε να καταστρέφεται ξανά και ξανά μαζικά και λεπτομερώς: αστεροειδείς, ζόμπι (πολλά ζόμπι), κλιματική αλλαγή, τεκτονικές αναστατώσεις, εξωγήινοι (ανθρωπόμορφοι και μη) κ.ο.κ.

Το θέαμα της συντέλειας και η αυξανόμενη απήχησή του και ρητορικά και συμβολικά έχει συζητηθεί αρκετά. Δεν μιλάμε πια για κάθαρση ή έστω για πένθος παρά για το κοινότοπο πλέον τσιτάτο ότι «είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά την πτώση του καπιταλισμού».

Η πλαισίωση αυτή της μαζικής παραγωγής συντέλειας ενισχύεται από το ότι η σεναριακή παράμετρος της αλληλεγγύης και της αυτοθυσίας ως αξίας έχει εν πολλοίς μεταπέσει στην πολύ αμερικάνικη (ή και αγροτοποιμενική) αξία της οικογένειας. Και φυσικά, το ζητούμενο δεν είναι πλέον η σωτηρία του κόσμου παρά η επιβίωση των δικών μας, της οικογένειας, έστω και σε ημιάγρια κατάσταση. Οι «μεταποκαλυπτικές» ου- και δυσ- και αντιουτοπίες δίνουν και παίρνουν.

Με άλλα λόγια, όπως επισημαίνεται όλο και πιο συχνά, το κοινό των ταινιών συντέλειας δεν πιστεύει πια ότι συλλογικώς θα πάνε καλύτερα τα πράγματα, ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος. Η χαρά της προόδου τελείωσε με τον 20ο αιώνα περίπου.

Ίσα ίσα ο κόσμος οδεύει προς την άβυσσο και το πολύ πολύ να γλυτώσει η οικογένεια (η δική μας). Μετά το Melancholia του Τρίερ και το Don’t Look Up, δεν προβάλλεται ούτε καν αυτή η άχαρη και μάλλον βαρβαρική φιλοδοξία, την οποία πλέον υποκαθιστά η έσχατη μοιρολατρία: αρκεί να πεθάνουμε μαζί με τους δικούς μας.

Ο όρος βαρβαρική είναι καίριος: εάν πράγματι «είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά την πτώση του καπιταλισμού», εάν όντως προτιμούμε να αφανιστούμε από το να επαναστατήσουμε ή έστω να οργανωθούμε, ρε αδερφέ, αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με τον έξω κόσμο παρά με τις πεποιθήσεις μας, με αυτό που λέμε ιδεολογία.

Ο Ράσελ στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας ισχυρίζεται ότι το βαρβαρικό σκότος που επέπεσε στη δυτική Ευρώπη μεταξύ 600 και 900 οφείλεται στο ότι οι μορφωμένοι άνθρωποι ασχολιόντουσαν πια με την εξύμνηση της παρθενίας και με την αθανασία της ψυχής αντί να ψέξουν τους διεφθαρμένους ηγεμόνες και να συγκινηθούν από τη φτώχεια του λαού.

Νομίζω ότι εδώ κάνει λάθος: η εξύμνηση της παρθενίας και η αθανασία της ψυχής (κ.ο.κ.) είναι ενδεχομένως ζητήματα που απασχολούν το είδος μας από τότε που άρχισε το ψιλό λακριντί στην Αιθιοπία, μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν.

Το πρόβλημα των περίφημων Σκοτεινών Αιώνων ήταν μάλλον ότι οι διεφθαρμένοι ηγεμόνες που έχει κατά νου ο Ράσελ αποφάσισαν να επιβάλουν την ιδεολογία που πλαισίωνε την αμήχανη και ισχνή χριστιανική πίστη με κάθε μέσο, με βία και καταναγκασμό, μετατρέποντάς την, ναι, σε μονόδρομο. Κι αυτή η πρακτική της επιβολής μιας ιδεολογίας και κοινωνικής οργάνωσης άνωθεν και με καταναγκασμό δεν είναι παρά το ρεζουμέ της βαρβαρότητας.

Σήμερα, το αντίστοιχο των ημιάγριων αλλά χριστιανικοτάτων ηγεμόνων του 600-900 είναι οι ελίτ που έχουν γαντζωθεί από τον ύστερο καπιταλισμό όπως ασήμαντοι Φράγκοι, Αλανοί και Γότθοι ηγεμονίσκοι είχαν γαντζωθεί πάνω σε σταυρούς και λάβαρα. Το όραμά τους είναι εξίσου επίγειο: αντί για μια χριστιανική Οικουμένη, ευαγγελίζονται μια σικέ λοταρία συσσώρευσης πλούτου για τους πολλούς και το Καθαρτήριο της επιβίωσης για τους υπόλοιπους.

Κι αν ο υλικός κόσμος ή οι κοινωνίες δεν μπορούν να αντέξουν το όραμά τους, τόσο το χειρότερο για τους αμαρτωλούς κι αιρετικούς ή κι ολιγόπιστους: έρχεται η συντέλεια και από αυτήν δεν έχουν τίποτε να περιμένουν εκτός από ακοίμητο πυρ.

Διασταυρούμενα βλέμματα

Να τελειώνουμε με τον άγγελο της ιστορίας.
Να τελειώνουμε με την κολοβή αυτή φιγούρα του Κλεε, την ακρωτηριασμένη
από το παρελθόν και τις αποκρύψεις του
από το παρελθόν και τα ψέματά του
από το παρελθόν και τη λήθη που το σκεπάζει.

Να πάψουμε να προσβλέπουμε και να καταφεύγουμε στην αποβλακωμένη ματιά του
που απλανώς αντικρύζει αποσβολωμένη και σαστισμένη το παρελθόν
που παραμένει προσηλωμένη στην Ιστορία
των ερειπίων,
του πόνου
και της σφαγής.

Θέλω να δούμε
και να δείξουμε επιτέλους
τον άγγελο του μέλλοντος.
― έστω και στην ακατάληπτη και αποτρόπαια βιβλική του ωραιότητα ―
έναν άγγελο που θα ατενίζει το μέλλον
σε όλη την τρομακτική κι ελπιδοφόρα του ασάφεια.