Μονογαμία

Bob Carlos Clarke (1994) The Agony and the Ecstasy

Το πρώτο κείμενο που έγραψα για τον έρωτα, το μακρινό 2006, επισήμαινε το εξής:

Θέλουμε το καλό σεξ να προοιωνίζει, να εξυπακούει ή να συγκεφαλαιώνει έρωτα Νερούδα-Μαγιακόφσκι-Πρεβέρ-Ελυάρ. Θέλουμε ο έρωτας να εξασφαλίζει μια άρτια συντροφική και μακροχρόνια σχέση. Θέλουμε μια μακροχρόνια και σταθερή, και τρυφερή κιόλας — ίσως, σχέση να είναι κεντημένη από σεξ που ανέρχεται από δυνάμεως εις δύναμιν, από το καλό στο καλύτερο. Τα θέλουμε όλα. Γιατί παραμένουμε πάντοτε άνθρωποι. Εάν μάλιστα είμαστε και (μετά Καλβίνον) χριστιανοί, έχουμε και την εξής επιπλέον απαίτηση: θέλουμε το σεξ να συγκεφαλαιώνει και να αντανακλά τη ζέση του έρωτα, που θα τροφοδοτεί έναν άρτιο και συντροφικό γάμο, ο οποίος θα μας πάει στον Παράδεισο εντέλει.

Αργότερα βεβαίως κατάλαβα ότι για τον περισσότερο κόσμο, η εκδοχή αυτού του φορτικού (αν όχι ολοκληρωτικού) ιδεώδους είχε μια πιο χολυγουντιανή γενεαλογία. Έγραφα π.χ. το 2013:

Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντυ εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Έλληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Όσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες.

Το 2025 θα είχα να προσθέσω απλώς το εξής. Σχεδόν σε κάθε μακροχρόνια σχέση έρχεται η στιγμή που πρέπει να διαπραγματευτεί κανείς τον συσχετισμό μεταξύ σχέσης και μονογαμίας. Κατά τη μονοκανονικότητα (κατά τα ετεροκανονικότητα κι ομοκανονικότητα ― αυτό που κάποτε έλεγα μονογονία), αν πληγεί η μονογαμία τότε η σχέση εκπίπτει, ενώ για να μην πληγεί η σχέση επιβάλλεται η μονογαμία.

Βεβαίως, αν η σχέση αξίζει, ίσως και να εκπέσει η μονογαμία: άραγε πόσοι από εμάς είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε ανθρώπους που στέργουμε και με τους οποίους χαιρόμαστε την κοινή ζωή που μοιραζόμαστε, είτε διά ζώσης ή εξ αποστάσεως, επειδή δεν τηρείται ο όρος της μονογαμίας; Δεν ξέρω την απάντηση αλλά μάλλον δεν περιμένετε να τη μάθετε από εμένα. Ενίοτε χρειάζεται να εκπέσει η μονογαμία για να ζήσει και να ανθίσει η σχέση. Η ζωή δεν είναι Χόλυγουντ πάντως και οι σχέσεις δεν είναι σειρές στο Νέτφλιξ…

Τη θλίψη της μονογαμίας χωρίς σχέση δεν θέλω καν να τη σκέφτομαι.

Αυτά τα προφανή (σε έναν ελαφρώς πιο ιδεώδη κόσμο) τέλος πάντων.

Εναντίον του ερωτικού ολοκληρωτισμού

της Apollonia Saintclair

Όσο περισσότερο προχωράει ο 21ος αιώνας, τόσο περισσότερο οι ερωτικές σχέσεις καθίστανται ανθρωπίνως αδύνατες.

Η γενιά μας, επηρεασμένη από τη χολυγουντιανή επιπολαιότητα και από τον πουριτανισμό που επέφερε η εσχατολογική αντιμετώπιση του AIDS, έχει επιβάλει ασυνάρτητα και αντιφατικά ιδεώδη στις σχέσεις.

Η γενιά μας και οι γενιές που την ακολούθησαν αντιλαμβάνονται τις σχέσεις ωσάν να διέπονται ταυτόχρονα από την απόλυτη καθαρή μονογαμία και από την αδιαπραγμάτευτη ολ(οκληρωτ)ική ειλικρίνεια.

Από τη μια λοιπόν η απόλυτη μονογαμία. Και δεν μιλάω μόνο για τη σεξουαλική αποκλειστικότητα, που τουλάχιστον ως χίμαιρα πλασάρεται επί αιώνες. Μιλάω για τη μονογονία, αυτή την αμερικανιά της φαντασίωσης ότι η σχέση είναι για πάντα με έναν άνθρωπο που είναι τα πάντα για εμάς. Μιλάω για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε ανοίγματος πέρα από τη μία, κυρίαρχη και αποκλειστική σχέση ως προδοσίας και ατιμίας κι απάρνησης όσων έχεις ζήσει ή θες να ζήσει με έναν άνθρωπο. Μιλάω για τη φαυλότητα του να θεωρείς τους ανθρώπους που αγαπάς κτήματά σου προς αποκλειστική δική σου χρήση.

Από την άλλη η απαίτηση της διαρκούς και απόλυτης ειλικρίνειας και του συστηματικού oversharing. Το αίτημα για διαρκή, απόλυτη κι άνευ όρων ειλικρίνεια απέναντι «στους δικούς σου ανθρώπους», αίτημα που ζέχνει ολοκληρωτισμό. Δεν αρκεί λοιπόν να είναι το ταίρι σου ο μπάτσος σου, οφείλεις κι εσύ να του παραδίδεσαι ανά πάσα στιγμή για ελέγχους ρουτίνας και για μικρές φιλικές ανακρίσεις εφ’ όλης της ύλης ― άλλωστε τι έχεις να κρύψεις;

Και κάπως έτσι, υπό το συνδυασμένο συντριπτικό βάρος της μονογαμικής ψύχωσης και της ναρκισιστικής μανίας για γυάλινα σπίτια, η ερωτική σχέση δύο ή περισσότερων ανθρώπων μετατρέπεται από βασική αιτία χαράς μας σε φυλακή.

Ώσπου να γίνουν όλα φυλακή και να γαληνέψει εντελώς ο κόσμος.

Το πιο πικρό σύμπτωμα όλων αυτών; Όταν η μονογαμική προσήλωση («σε είδα που έπαιζε το μάτι σου») και η στανική ειλικρίνεια («σκέφτηκα την Τασούλα / τον Τάσο την ώρα που το κάναμε») συναντιούνται στην ανίερη σύζευξη που σκιάζει τις σχέσεις μας σήμερα, φυσικά ανθεί η ναρκισσιστική κωλοπαιδίαση: σου λέω με κάθε ειλικρίνεια, ως οφείλω, πόσο μαλάκας έχω υπάρξει απαιτώντας να με λυπηθείς και να με δικαιώσεις επειδή υποφέρω που αναγκάστηκα να πω πόσο μαλάκας είμαι.

Χωρίς τρυφερότητα κι απαλότητα και κατανόηση, καλά ξεμπερδέματα…

Ένα δίπτυχο για την επιθυμία και την χαρά της

Αντί να διαβάσετε τα παρακάτω, να δείτε το τρίωρο έπος της Νάταλι Γουίν. Αλλά τέτοι@ είστε, θα διαβάσετε τα παρακάτω.

Ι

Θυμάμαι παλιά που διάβαζα ότι οι Ιησουίτες στην Αυστροουγγαρία είχαν χωρίσει το ανθρώπινο σώμα σε τέσσερις ζώνες ― αν θυμάμαι καλά, δεν είμαι βέβαιος. Το ζητούμενο ήταν να διευκολύνουν τους νέους και τις νέες, εξ ορισμού παρθένους και παρθένες, στο μυστήριο της εξομολόγησης με το να τραβήξουν γραμμές εκεί όπου η επιθυμία και η τύχη ορίζουν απλώς γκρίζες ζώνες. Η επιθυμία εκτός γάμου ήταν μια ταλαιπωρία που κάπως έπρεπε να διευθετηθεί έως και να τακτοποιηθεί.

Υπήρχαν λοιπόν περιοχές της ανθρώπινης ανατομίας, στη Ζώνη Α, που αν αγγίζονταν κατά λάθος δεν προέκυπτε αμαρτία, ενώ αν αγγίζονταν επίτηδες σηκωνόταν (τουλάχιστον) μια μικρή κόκκινη σημαία ― αν και όχι του σοσιαλισμού. Στη Ζώνη Δ κατατάσσονταν επικράτειες του σώματος που αν αγγίζονταν κατά λάθος είχαμε θανάσιμο αμάρτημα εξομολογητέο, πολλώ μάλλον αν αγγίζονταν επίτηδες. Για τις ζώνες Β και Γ τα ανάλογα συμπεράσματα βγαίνουν από μόνα τους.

Στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη Ευρωαμερική οι αποκαθαρμένοι κι αποκατεστημένοι Ιησουίτες εκπροσωπούνται από τον συμπαθέστερο πάπα εδώ και κάμποσους αιώνες, ενώ τη χωροταξική πειθαρχία του σώματος την έχουν αναλάβει άλλοι οργανισμοί. Οι ζώνες που πλέον απαρτίζουν το σώμα ως αντικείμενο αγγίγματος είναι μάλλον ισοβαρούς σημασίας και πιθανόν ισοδύναμης ευαισθησίας: το μπούτι δεν είναι πιο επίμαχο από την πατούσα ― έχουμε πήξει και στους ποδολάγνους άλλωστε (no kink shaming). Επιπλέον, τυχαίο ή κατά λάθος άγγιγμα δεν νοείται μετά τον εκχυδαϊσμένο ψευτοφροϋδισμό, ενώ κάθε άγγιγμα πρέπει να έπεται ρητής αδειοδότησης: κάθε άγγιγμα είναι δυνάμει παραβιαστικό αν όχι κακοποιητικό.

Ευλόγως θα αντιδράσουμε κάποιοι ως εξής: εδώ μας κατάντησε η πατριαρχία, αυτά είναι τα έργα της κουλτούρας του βιασμού, άσε που τη σεξουαλική επανάσταση την έκαναν κάτι αγοράκια για να έχουν και τη γυναίκα υπόδουλη και τον πούτσο χορτάτο, υπάρχει ιεραρχική σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών μέσα στην πατριαρχία οπότε το μίνιμουμ που πρέπει να απαιτείται είναι η ρητή ενθουσιώδης συναίνεση που θα τελεί υπό αίρεση.

Κι όλα αυτά βεβαίως δεν είναι χωρίς βάση, ιδίως αν το σεξ είναι μια εφάμαρτη σκευωρία που στήνουν αδηφάγοι άντρες σε απρόθυμες γυναίκες ― τα ΛΟΑΤ άτομα να πάτε να παίξετε στην αλάνα, δεν σας αφορούν αυτά: οι μεν γκέι ζείτε στο καζάνι της διαρκούς καύλας, οι δε λεσβίες στον άσπιλο παράδεισο της default συναίνεσης, ενώ οι μπάι δεν υπάρχετε. Επιπλέον, αν το άγγιγμα του γονάτου είναι ριζικά διαφορετικό από το άγγιγμα του αστραγάλου, όπως πρέσβευαν και οι έμπειροι και καταρτισμένοι εξομολόγοι της Εταιρείας του Ιησού, χρειάζονται ξεχωριστή εξουσιοδότηση-αδειοδότηση. Τίποτε πάντως από όλα αυτά δεν έχει σκοπό τη χαρά: όλα ανάγονται στην εξουσία και σε ορμέμφυτα, σε κυριαρχία κι ηγεμονία, σε έναν ουσιοκρατικά διατυπωμένο καπιταλισμό και στην ουσιοκρατικότερη αντίθεση τρύπας-μπάρας.

Ίσως όμως αντί να χωρίζουμε (και) το σώμα σε καντόνια, ενδεχομένως να μην καταντάγαμε μαλθακοί και μαλθακές στο να ζητούμε να γίνονται τα πάντα ρητά και κυριολεκτικά και με τρόπο (ω θε μου, τι βαρεμάρα) ενθουσιώδη. Ίσως να προσπαθούσαμε να διαβρώναμε την ετεροπατριαρχία όχι υιοθετώντας τις άκαμπτες νομοκανονικές διαθέσεις της, παρά καλλιεργώντας την ενσυναίσθηση και τη διαισθητική ανίχνευση της επιθυμίας της μιας από τον άλλο, ή του ενός από την άλλη κτλ κτλ κτλ.

Πιο σημαντικό από το να έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά τα αρσενικά για να διακρίνουμε τον πραγματικό (…) ενθουσιασμό στο ναι θα ήταν να έχουμε τις κεραίες μας αναπεπταμένες για να νιώσουμε την ανταπόκριση της άλλης στην επιθυμία μας, αν όχι για να εντοπίσουμε την επιθυμία της ακόμα κι αν η δική μας ακόμα δεν έχει πάρει να κοχλάζει. Άλλωστε τι πιο διεγερτικό από τη διέγερση της άλλης; Αν δεν είναι χαρά η επιθυμία που οδηγεί (ενδεχομένως) στην ηδονή, γιατί στον διάολο να ασχολούμαστε;

Και μην ακούω χαζά καλαμπούρια για τον φαλλικό χαρακτήρα των αναπεπταμένων κεραιών.

ΙΙ

Με τον βιγκανισμό έχω θέματα, με τη χορτοφαγία κανένα. Ή μάλλον σχεδόν κανένα.

Πάντοτε με ανησυχούσε το ενδεχόμενο του «για πάντα» και ακόμα περισσότερο το ενδεχόμενο της εθελούσιας αποστέρησης. Αν λ.χ. συμφωνούσα να μην ξαναφάω ανανά, τι θα γίνει αν κάποτε λαχταρήσω ανανά; Είναι η βούληση και το μεγαλείο της ικανές παρηγοριές για την αποστέρηση, ας πούμε, των ανανάδων; Αν η επιθυμία οδηγεί στη χαρά (όχι πάντα, ναι), τότε ποια βούληση και ποια αρχή μπορεί να υποκαταστήσει τη χαρά;

Νομίζω πως τίποτα δεν υποκαθιστά τη χαρά.

Σύνοψη μπάι τυπολογίας

ή «Choose a side»

Προτού ξεκινήσουμε, κάποιες διευκρινίσεις, ή και τρίκερ γουώρνινξ:

Θα μιλήσω μόνο για μπάι άντρες γιατί φωτιά θα ρίξει η Θεά να με κάψει αν πιάσω τα μανσπλέινιγκ.

Θα χρησιμοποιήσω ορολογία κάπως α λα παλιά. Εντάξει, μην περιμένετε Ηλία Πετρόπουλο με ολίγη από καλιαρντά, ούτε τον εκλεπτυσμένο μισογυνισμό και τη βαρβάτη ομοφοβία του Ταχτσή, αλλά, ε, αν είσθε τεντερκουηράκια μπορεί να βγείτε τραυματισμένα από την ανάγνωση της χονδροειδούς τυπολογίας μου ― και δεν θα το ‘θελα ποτέ, ποτέ, αυτό.

Πάντως, ναι: η πενιχρή τυπολογία μας είναι οργανωμένη γύρω από κάτι που αποτελεί εμμονή του Έλληνα (και όχι μόνον Έλληνα) άντρα: του ποιος ή ποια διεισδύεται. Και βεβαίως, στην περίπτωση των σις αντρών, αυτό μεταφράζεται σε «ποιος μποτομάρει από το κωλαράκι».

Τέλος, αν είστε τίποτε πανεπιστημιακές κάρες ή ανταρτογκέι ή και τα δύο ταυτόχρονα και η ύπαρξη των μπάι αντρών σάς χαώνει, βιδώνει, κουμπώνει, θυμώνει, εξαγριώνει και άλλα εις –ώνει, διαβάστε το The Epistemic Contract of Bisexual Erasure του Kenji Yoshino ή άντε το tl;dr εδώ. Θα σας βοηθήσει. Ίσως. Μπορεί και όχι — δεν ξέρω.

Μπότομ στρέιτ (οι «θέλω να με γαμούν γυναίκες»)

Αυτοί είναι οι πιο καημένοι επειδή τρώνε το πακέτο του bi erasure χωρίς καν να είναι μπάι: γυναίκες γουστάρουν. Ενώ λοιπόν σαφώς δεν είναι μπάι, αφού τους αρέσουν μόνον οι γυναίκες, μέσα στον άτυπο ποινικό κώδικα της ετεροκανονικότητας είναι πολύ πιθανόν να καταλήξουν να τους κράζουν ως πουστάρες — και μάλιστα να τους κράζουν οι γυναίκες, και μάλιστα οι γυναίκες που ποθούν. Γιατί; Μα γιατί τους αρέσει να τους γαμούν, ή για να το πω στα μιλενιαλικά, «να μποτομάρουν». Τους αρέσει να τους βάζουν κάτω τρανς γυναίκες (προς μεγάλη ταλαιπωρία πολλών τρανς γυναικών, αλλά αυτά θα σας τα πουν οι ίδιες) ή να τους βάζουν κάτω σις γυναίκες με εργαλεία που χρονολογούνται από την Εποχή του Χαλκού (πολύ πριν το Tumblr δηλαδή).

Και βεβαίως θα αναρωτηθείτε «και πού ξέρουν ότι δεν τους αρέσουν οι άντρες;» Ε, το ξέρουν. Όλοι ξέρουμε τι μας αρέσει, άλλο τι αφηνόμαστε να παραδεχτούμε. Επιπλέον, πολλοί μπότομ στρέιτ είτε το τσέκαραν στην πράξη είτε σχεδόν το είχαν πάρει απόφαση ότι «είναι πούστηδες» και γι’ αυτό έχουν δοκιμάσει να κάνουν σεξ με άντρες· και ενώ δεν τους χάλασε η χαρά της μιάς τους οπής και του προστάτη, όλο το υπόλοιπο τους φάνηκε λίγο μπλιαχ ή έστω μιεχ (στα ζουμερικά) διότι ούτε η τρίχα ούτε η αποφορά ούτε η απουσία γυναικείων χαρακτηριστικών τους ξετρελαίνει.

Οπότε ναι, αυτοί τρώνε το bi erasure στη μάπα, την πεποίθηση των γκέι αντρών ότι κατά βάθος είναι γκέι ενώ εκείνοι θέλουν να τους βάλει κάτω η Λίζα, η Τασούλα, η Πέπη κτλ.… Στο μεταξύ κάποιες από αυτές δεν τους ζυγώνουν ακριβώς γιατί «είναι πούστηδες»: φάση Τάνταλος στον Άδη (δεν υπάρχει μόνον ο Σίσυφος, παιδιά).

Τοπ μπάι (the artists formerly known as κωλομπαράδες — ή μάλλον καμία σχέση)

Αυτούς εδώ πάλι δεν τους λες και καημένους. Οι γκέι βεβαίως τους θεωρούν στρέιτ και μερικοί τους προτιμούν κιόλας για φάση ή έστω για games (όχι αυτά με τις κονσόλες, τα άλλα με τα μαστραχάλια). Ταυτόχρονα, οι στρέιτ τους λένε κρυφόπουστες ή κωλομπαράδες, ανάλογα με τις περιστάσεις και με το αν βρίσκονται μαζί τους στο κρεβάτι, στο μπαρ, στα αποδυτήρια ή αλλού. Αν είναι κολλητοί τους, οι στρέιτ θα πούνε στους τοπ μπάι ότι μάλλον μπερδεμένοι είναι και ότι περνάνε φάση, σαν αυτή που οι ίδιοι πέρασαν στον στρατό π.χ. όταν είχαν μαλακιστεί (αυτοπαθώς κι αλληλοπαθώς) με τον μισό θάλαμο ενώ ο υπόλοιπος θάλαμος κρυφομπάνιζε.

Μιλάμε λοιπόν για φάση όπου θες να το κάνεις και με άντρες και με γυναίκες και με άλλα φύλα, είτε σις είτε τρανς (ναι παιδιά μου, ο όρος πανσέξουαλ είναι πλεονασμός και πολιτικά ασυνάρτητος, αλλά ρωτήστε καναν ακτιβιστή, όχι εμένα τον σατιρικό καλλιτέχνη) επειδή εκπρόσωποι όλων τους σε καυλώνουν· μια φάση που πάντως κρατάει μάξιμουμ 100 χρόνια, εξ όσων γνωρίζουμε.

Οι γυναίκες τους μπάι τούς βρίσκουν εφευρετικούς και «α τι ωραία που γλείφεις», οι άντρες τούς βρίσκουν αρρενωπούς, άλλα άτομα τους βρίσκουν άλλα. Αυτοί πάλι έχουνε δοκιμάσει να τους το κάνουν από το κωλαράκι και μάλλον δεν τους χάλασε αλλά δεν είναι κι ότι είδαν το χερουβικό άρμα με τον θεό να κατεβαίνει να τους καβαλήσει, οπότε δεν το προτιμούν.

Συνεπώς σκασιλάρα μας για τους μπάι τοπ: σκασιλάρα μας γιατί στην τελική περνιούνται και τους περνάμε για στρέιτ (αφού «γαμούν και δεν γαμιούνται»), οπότε οκέι, αρσενικό προνόμιο, μια χαρά περνάνε κι ακατακρίτως, κομπλέ — και άσε να μαζέψουν τα σπασμένα τους οι ψι τους ή τα παιδιά που κάνουν βάρδιες πίσω από την μπάρα.

Μπότομ μπάι (οι «δεν είμαι ελέφαντας»)

Αυτοί βερς είναι, αλλά όταν δοκίμασαν (γιατί και είχαν πρόγραμμα και το επιδίωξαν) να τους το κάνουν από το κωλαράκι όχι μόνο δεν τους χάλασε αλλά αυτοί το είδαν το χερουβικό άρμα με τον θεό να κατεβαίνει να τους καβαλήσει, τον είδαν τον Κρίσνα εν δόξη κτλ. Αυτούς τους καυλώνει τρελά να τους το κάνουν και όντα χωρίς πέος και όντα με πέος: είπαμε, γι’ αυτό είναι μπάι. Και βεβαίως ρίχνουν κι αυτοί έναν κατά περίσταση, και γιατί όχι;

Όμως οι μπότομ μπάι μαζεύουν όλη τη λάντζα και των μπότομ στρέιτ («ουουουουου, πούστηδες») και των τοπ μπάι («ποια είναι η σχέση σου με τον μπαμπά σου;»). Βρίσκονται παγιδευμένοι στα στενά της Μεσσήνης από τους θεούς που παράγουν ετεροκανονικές ταυτότητες, όπου πότε η Σκύλλα του bi erasure τους τσιμπολογάει και πότε τους ρουφάει (όχι με τον καλό τρόπο, είχε δόντια το μυθικό τέρας) η Χάρυβδη της ψυχολογικοποίησης.

Κάποιοι τελικά παθαίνουν ένα «θα απαρνηθώ τις γυναίκες, στο εξής είμαι γκέι» αλλά αυτή η φάση δεν κρατάει πολύ γιατί, είπαμε, είναι μπάι. Άλλοι το ρίχνουν στην παρενδυσία πλήρη ή μερική, ακόμα κι αν δεν τους φτιάχνει, είτε φορώντας τα σέξι πλην άβολα εσώρουχα και ρούχα που στερεοτυπικά προορίζονται για γυναίκες, είτε χρησιμοποιώντας το αντίστοιχο λεξιλόγιο, για να μπούνε στον ρόλο.

Και καλά κάνουν, βεβαίως: παρενδυσίες ένθεν κι ένθεν υπάρχουν παντού και καρυκεύουν τις φάσεις ακόμα και των πιο στρέιτ γυναικών και αντρών. Το θέμα δεν είναι εκεί αλλά στο ότι οι μπότομ μπάι παντοιοτρόπως εξωθούνται στον ετεροκαθορισμό περισσότερο από κάθε κατηγορία μπάι, ενδεχομένως τόσο όσο κάποιοι τοπ θηλυπρεπείς γκέι ή κάποιες μπότομ μπουτς λεσβίες…

Το αστείο είναι ότι σε τίποτα κοινωνίες ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής ή και αλλού οι μπότομ μπάι, ως παντοδότες και πανδέκτες, θα γίνονταν αντιληπτοί ως σχεδόν μυθικά πλάσματα, σαν τους αδιχοτόμητους ακόμα ανθρώπους στον λόγο του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο ένα πράμα. Εμείς όμως ζούμε στον κόσμο όπου σημασία έχει να μην τον παίρνεις.

Επίλογος

Η τυπολογία έβγαλε λίγο λυρισμό ελληνικής ταινίας, μια ταλαιπώρια. Δυστυχώς όμως αυτή είναι η μπάι κατάσταση: είτε δεν υπάρχεις είτε πρέπει να υπομείνεις φουλ ετεροκαθορισμό.

Δεν είναι όλα ίνσταγκραμ, μωρό μου

Eva της Margherita Loba Amadio

Μεγάλωσα σε έναν κόσμο στον οποίο, ναι, υπήρχαν σωματικές ατέλειες και στον οποίο ήταν σχεδόν αποδεκτό και πάντως ανθρώπινο να υπάρχουν ατέλειες.

Κάποιοι είχαν άσχημες μύτες και πεταχτά αυτιά (εγώ ακόμα έχω)· δεν ήταν όλα τα φρύδια βγαλμένα στην εντέλεια, ακόμα και αν κοσμούσαν πρόσωπα ηθοποιών ή μοντέλων σε εξώφυλλα· δεν ήταν αιτία αυτοχειρίας η κυτταρίτιδα· ακόμα και στην τηλεόραση ξέφευγαν δυο-τρεις τούφες ή τίποτα ρυτίδες· δεν ήταν κάθε μακιγιάζ διαρκώς τέλειο ― και ούτω καθεξής.

Η κομψότητα και η καθαριότητα ήταν αρετές και απαραίτητες αρετές αλλά (σχεδόν) κανείς δεν είχε απαίτηση από κανέναν να συμμορφώνεται σε ινσταγκραμικών προδιαγραφών πρότυπα τελειότητας για το τι είναι θηλυκό και για το τι είναι αρσενικό ή για το πώς πρέπει να φαίνεται κάποια ή κάποιος για να μπορεί να ξεμυτίσει στον κόσμο: πιο απλά, ήταν μάλλον ευκολότερο να ξεμυτίσεις στον κόσμο, ή έστω εκεί όπου θα σε έβλεπε ο κόσμος.

Με τίποτα δεν εξιδανικεύω έναν κόσμο που έτρωγαν όλοι κυρίως άμυλο, γιατί ήταν φτηνό, προτού πέσουν με τα μούτρα στο κρέας τη δεκαετία του ’80 ― φτιάχνοντας κατά συνέπεια αντίστοιχα σώματα. Δεν νοσταλγώ την πανταχού παρούσα τσιγαρίλα που διαπότιζε τα πάντα (τι σιχαμερό κι αναπόφευκτο μαρτύριο!), ούτε τα εντελώς αγύμναστα σώματα γυναικών που έλιωναν στην καρέκλα ή στην ορθοστασία και αντρών που ήταν βαθιά ικανοποιημένοι με την υπερφυσική μπάκα τους. Σχετικά με το τελευταίο θυμάμαι κουβέντες που φυσικά αναπαρήγαν την αρσενική ματιά για το πόσο χάλια και πισώβαρες ήταν οι Ελληνίδες «αντίθετα με τις ξένες», οι Ελληνίδες του νοικοκυριού και της σκληρής εργασίας που δεν έπρεπε να βγαίνουν από το σπίτι μόνες χωρίς λόγο.

Θυμάμαι όμως να μπορεί να κυκλοφορεί και κάποια γυναίκα που (όπως έλεγαν τότε) είναι «αντρογυναίκα» και κάποια που δεν ντυνόταν απαραιτήτως έτσι όπως θα έπρεπε π.χ. σήμερα με βάση τον σωματότυπο, την αύρα και την κατάσταση των τσάκρα της. Σχόλια θα γίνονταν και ο δρόμος ήταν αρένα διαρκούς σχολιασμού, συστηματικής παρενόχλησης, αδιανόητης για εμάς κακοποίησης και προς καθένα άσχημο ή ανάπηρο και προς τις γυναίκες και προς τους «θηλυπρεπείς» άντρες και προς τις τρανς γυναίκες (άλλες κατηγορίες δεν νομίζω να υπήρχαν τότε).

Επαναλαμβάνω όμως: δεν υπήρχε καμμία προϋπόθεση να είσαι τέλειος. Και η αφορμή που το λέω είναι ακριβώς οι τρανς γυναίκες και η αγωνία τους για το passing. Και με ενδιαφέρει αυτό το θέμα από τη σκοπιά μιας κοινωνίας η οποία θέλει να επιβάλει αυτό που χαλαρά περιέγραψα ως πρότυπα ινσταγκραμικής αυστηρότητας διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις προσδοκίες μας για το πώς πρέπει να δείχνει μια γυναίκα.

Τα πρότυπα αυτά στις μεν σις γυναίκες τα επιβάλλει η κοινωνία ως προϋπόθεση για να τις κάνει αποδεκτές ως εικόνες στον κόσμο και στα σοσιαλμήντια· στις δε τρανς γυναίκες τα επιβάλλει ως προϋπόθεση για να κάνουν passing άρα και για να υπάρχουν. Αυτό το τελευταίο, η απαίτηση απέναντι στο τρανς άτομο να κάνει passing ώστε να δικαιούται να υπάρχει είναι από τις βαναυσότερα καταπιεστικές συμπεριφορές στην ιστορία της ανθρωπότητας: ύπαρξη υπό προϋποθέσεις που επιβάλλονται εξωτερικά.

Μιλώντας για τα πρότυπα αυτά, ακόμα και μεταξύ σις ατόμων, τα κακεντρεχή σχόλια δεν γίνονται πια στον δρόμο, ενώ πλέον η ελεεινή αρένα διαρκούς σχολιασμού, συστηματικής παρενόχλησης και καμμιάς κακοποίησης έτσι για το γιόλο είναι τα σοσιαλμήντια. Επιπλέον, η εμμεσότητα των ψηφιακών αλληλεπιδράσεων αφήνει την κακεντρέχεια να εκδηλωθεί και εντονότερα και ευκολότερα απέναντι σε όποιους δεν είναι χοταρρενωποσφίχτες ή τουμπανομουνάρες κτλ. κτλ.

Κι αυτό που λέω τελικά είναι ότι αφήνοντας χώρο σε όσους δεν ανήκουμε σε αυτές τις πολύ στενές κατηγορίες, σε πρώτη φάση αφήνουμε χώρο και στα τρανς άτομα να αισθανθούν πιο άνετα όταν κυκλοφορούν ως όχι απαραιτήτως στερεοτυπικοί άντρες ή γυναίκες: δεν χρειάζεται σώνει και καλά να προσπαθούν να μοιάσουν με τέλειες γυναίκες ή να γίνουν τέλειες γυναίκες, όποια κι αν είναι τα πρότυπα τελειότητας και όσο αυστηρά κι αν πλασάρονται.

Υπάρχει χώρος για όλες και για όλους και για όλα τα άτομα γενικώς.

Η νέα δεκαετία του ’20;

Τόσα χρόνια που ζω και που μέσα από τις εκμυστηρεύσεις τους παίρνω γεύσεις από τις ζωές των άλλων, ξανά και ξανά αναλογίζομαι το εξής:

Ίσως αν δεν πασχίζαμε να χωρέσουμε κάθε ερωτική μας αλληλεπίδραση στο καλούπι της αποκλειστικής σχέσης να υπήρχε λιγότερη κακοποίηση και λιγότερη παραβίαση στις όντως σχέσεις. Σίγουρα θα υπήρχε λιγότερη εξαπάτηση.

Εδώ όμως δεν θέλω να πω πάλι για τον πόθο που βαφτίζεται έρωτας ή για τον έρωτα που παριστάνει την αγάπη ώστε να επιβληθεί μέσω της εξιδανίκευσης. Θέλω να πάω λίγο παραπέρα, εκεί όπου έφτασαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας την περασμένη δεκαετία του ’20, για να ανακρούσουν πρύμνα όταν τελικά ο αγώνας έγινε υπέρ πάντων και οι καλόγριες νίκησαν.

Για τη μονοσεξουαλική βία και αγαρμποσύνη, που θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να διαλέξουμε όλοι μεταξύ «στρέιτ» και «γκέι» έχω ξαναπεί εδώ:

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν [την αμφισεξουαλικότητα] είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Το μόνο που θα πρόσθετα στο παραπάνω κείμενο είναι η χαριτωμένη (υπό άλλες συνθήκες) αντίληψη των μονοσεξουαλικών ότι οι αμφισεξουαλικοί είναι εξ ορισμού υπερπολυγαμικοί, αφού έχουν στη διάθεσή τους το 100% του πληθυσμού ως ενός είδους δεξαμενή πιθανών παρτενέρ, διότι ξέρω γω, όντως, όλες λ.χ. οι λεσβίες ή όλοι οι στρέιτ άντρες δυνητικά θα πήγαιναν με οποιαδήποτε γυναίκα. Αστειότητες και εξωτικοποιήσεις.

Τα πράγματα γίνονται όμως ακόμα πιο σκιώδη όταν μπαίνουν στη συζήτηση τα τρίο ή και οι πιο πολυάριθμοι λαγνικοί συνδυασμοί. Για τον περισσότερο κόσμο τέτοιες απόπειρες βρίσκονται στη σφαίρα της πορνογραφίας ή της πορνογραφικής προσέγγισης στο σεξ: ως θέαμα και ως ακροβατικό ταυτόχρονα.

Το θέαμα είναι προφανές: όταν υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο άτομα στο κρεβάτι, ή όπου αλλού, μπορεί κανείς να τα παρακολουθήσει χωρίς να συμμετέχει ή και συμμετέχοντας.

Το ακροβατικό δεν έχει να κάνει τόσο με τα απίθανα τανύσματα και τις ελαστικές συνδιεισδύσεις των επαγγελματιών του είδους, όσο με τα συναισθηματικά ακροβατικά: «η ζήλεια θα καταστρέψει τα πάντα» ή και «το άγχος της σύγκρισης» με τον άλλο συμμετέχοντα ή συμμετέχουσα του ίδιου φύλου ― και πάει λέγοντας. Είναι κοινός τόπος στο σύμπαν των ψαγμένων αμερικάνικων σειρών τα καθημαγμένα ζευγάρια που τόλμησαν να διαβούν τον μάλλον ευτελή Ρουβίκωνα ενός τρίο ή ενός κουαρτέτου (ποιος μιλάει πια για όργια εν μέσω πανδημίας;).

Είναι όμως έτσι;

Αφενός η αναγωγή της ζήλειας στον καθοριστικό ρυθμιστικό παράγοντα των ανθρώπινων σχέσεων είναι, να το θέσω ήπια, προβληματική: «Η ζήλεια στέκεται στην κόψη ανάμεσα στον εξευτελισμό της περιφρόνησης και στον αυταρχισμό της ιδιοκτησίας και του ετεροκαθορισμού.»

Αφετέρου η λαγνουργία τριών και άνω απελευθερώνει δυναμικές που δύσκολα αναπτύσσονται στην αλληλοτροφοδοτούμενη και καθαρά συμμετρική κλινοπάλη των δύο. Οι δυναμικές αυτές δεν αφορούν μόνο το πώς αλληλεπιδρούν οι εραστές, τις διατάξεις και τους ιμερικούς συνδυασμούς ή το πώς το σπάσιμο της συμμετρίας μπορεί να γίνει αφορμή μαθητείας και ηδονικά αποκαλυπτική εμπειρία, αλλά μπορεί να αφορούν και τις ίδιες τις σχέσεις και πώς ανταποκρίνονται σε πιο ελευθεριακές συνθήκες καύλας, διέγερσης κι ικανοποίησης.

Κι εδώ κάπου υπεισέρχεται η πολυσυντροφικότητα όχι ως επιλογή, αφού ως τέτοια είναι και θα πρέπει να είναι σεβαστή, αλλά η πολυσυντροφικότητα ως το φοβικό υποκατάστατο της πολυγαμικότητας ή, πιο πρακτικά, του τρίο ή του κουαρτέτου (κ.ο.κ.). Κάποιες φορές π.χ. η λαχτάρα για αλλεπάλληλα τρίο μεταξύ τριών συγκεκριμένων ανθρώπων, για φακμπαντιλίκι, βαφτίζεται «σχέση» και «throuple» στα πρότυπα της καραμέλας της ετεροκανονικής εξιδανίκευσης της επιθυμίας σε έρωτα και του έρωτα σε αγάπη με σκοπό τη σχέση.

Για άλλη μια φορά, σε έναν κόσμο που φοβάται την επιθυμία και την εκπλήρωσή της, η «σχέση» γίνεται το τέλειο πρόσχημα, η κατάλληλη κορνίζα που θα φορέσουμε στην επιθυμία. Με τη μόνη διαφορά ότι η σχέση επιβάλλει τις δικές της δυναμικές και τους δικούς της όρους μέσα από την καθημερινότητα και από τη συντροφικότητα και από την ενίοτε τρυφερή αφοσίωση, η οποία μεν δεν ταυτίζεται με αποκλειστικότητες αλλά ούτε αντέχει εξιδανικεύσεις. Και, κακά τα ψέματα, οι δυναμικές και οι όροι μιας σχέσης δύο, τριών, τεσσάρων ή παραπάνω ανθρώπων, πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις και τους όρους ενός τρίο, κουαρτέτου, κουιντέτου κτλ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές πολυσυντροφικές σχέσεις καταρρέουν όταν τα αγοράκια σε αυτές αποφασίσουν ότι θέλουν να «σοβαρευτούν» και να πάνε οικογένεια μεριά είτε όταν τα αγοράκια ή και τα κοριτσάκια απαιτήσουν και αφιέρωση πέρα από αφοσίωση. Ναι, οκέι, η βαρειά σκιά της ετεροκανονικής πατριαρχίας αλλά, πολύ πιο καίρια, και η στρεβλή φενάκη της εξιδανίκευσης.

Έχουμε πολλά να διδαχτούμε εναντιοδρομώντας progressively backwards, προς τη μεριά των γενναίων γυναικών και ανδρών της δεκαετίας του 1920.

Εναντίον της αποκλειστικής διάζευξης

«I’m a bisexual man who’s never had a homosexual experience.»

Brett Anderson 1992

Ως γνήσιο μέλος της Generation X, απολιτίκος τότε μεν αλλά αρκούντως φτωχός ώστε να μην μπορώ να ζήσω τ’ όνειρο, μεγάλωσα στον βροντώδη απόηχο ποζεράδικων δηλώσεων όπως η παραπάνω. Ανήκω σε μια γενιά της οποίας οι υποψίες και τα ψυχανεμίσματα θα γίνονταν ο τρόπος ζωής της επόμενης: η προγραμματική αμφισεξουαλικότητα ήταν μία από αυτές.

Από τη μια είχαμε την επαναστατική μαχητικότητα της εξεγερτικής ομοφυλοφιλίας, που τότε σήκωνε κεφάλι και διαλαλούσε ότι «έτσι κι αλλιώς όλη η γη θα γίνει κόκκινη», ή μάλλον ότι θα γινόταν κανονικοποιημένα γκέι. Είχα κάμποσους γνωστούς να μπερδεύουν το κουίρ με τη γκεϊοσύνη τους, την ανδρογυνία με την ομόφυλη επιθυμία, τη βούρτσα με την πούτσα και να διακηρύσσουν ότι όλοι οι άντρες θέλουμε να τον πάρουμε, κάτι που αυτομάτως, αυτοδικαίως και ουσιοκρατικώς θα μας καθιστούσε γκέι. Παράλληλα, ως ανασφαλείς κι ολιγόπιστοι επαναστάτες που ήταν, μας παρακινούσαν όλους τους σερνικούς να το πάμε all the way, να πάμε να γαμηθούμε αυθωρεί και παραχρήμα ώστε να πυκνώσουμε τις τάξεις των ηρωικών τύπων που έκαναν coming out (για το οποίο ελληνιστί δεν έχουμε όρους ακόμη, αντίθετα με τα αμφίψωμα και τους τροφοδιανομείς).

Από την άλλη είχαμε στο κεφάλι μας τη στυγνή ετεροκανονικότητα, προϊόν του διάχυτου τιμωρητικού τρόμου των μεγαλυτέρων και των ομοίων μας ότι μπορεί να λέγαμε κανα «καλέ» παραπάνω ή να πηγαίναμε για χορό στο DOM στην Ικαριέων, ότι μπορεί να προσχωρούσαμε στις αδερφές που βεβαίως κυβερνούσαν τον κόσμο — ξέρετε, με τον τρόπο που οι Εβραίοι κατέστρεφαν τη Γερμανία εκεί τον Νοέμβρη του 1938. Μιλάμε για την ίδια ετεροκανονικότητα που έστειλε στον θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες τον Ζακ Κωστόπουλο / Ζάκι Ο, και άλλους πολλούς με πιο αργές και ακόμα πιο βασανιστικές διαδικασίες.

Στο μεταξύ, οι «γκέι ακτιβιστές» τότε δεν ενδιαφέρονταν ούτε για τους φτωχόπουστες, ούτε για τις ίου λεσβίες, παρά για ορατότητα (βιζιμπίλιτυ καλέ) στα λαμπρά κι ιδιωτικά κανάλια, άλλωστε δεν τους ενδιέφεραν τα πολιτικά και άλλα τέτοια βαρετά.

Ναι: ιδού ο μπανάλ και χυδαίος κόσμος της δεκαετίας του ’90, μεταξύ του 1979 της Θάτσερ και του 2008 των Λίμαν Μπράδερς, όταν ήταν μπανάλ να είσαι φτωχός, όταν όλοι θα μπορούσαμε να γίνουμε και καλά ζάπλουτοι αν δουλευαμε κι όταν όλα τα προβλήματα του κοσμάκη θα τα έλυνε ο πεφωτισμένος και ψύχραιμος ακτιβισμός της κάθε φιλανθρωπίας.

Τέλος πάντων, πέθαναν αυτά. Όπως γελάμε με την αυταρέσκεια των μπούμερ σήμερα θα γελάμε σε 50 χρόνια με την εκ του ασφαλούς μετριοπάθειά μας αλλά και με τις νεοπουριτανικές απόπειρες των γενεών μετά από τη δική μου να επιβάλουν λογοκρισίες, γενεών που έμαθαν την επιθυμία, την ψυχική ασθένεια και την ανισότητα μέσα από το τάμπλερ. Δυστυχώς θα είμαι χούφταλο τότε, αν όχι κιόλας νεκρός.

Επιστρέφοντας λοιπόν στην επιθυμία, μου ήταν αυτονόητο ότι «από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Βεβαίως αυτή η αυτονόητη θέση δεν ήταν κάτι που μπορούσες να συζητήσεις ποτέ ανοιχτά, αφού εκ μέρους ενός cis αρσενικού ήταν καταγέλαστη για κάθε λογής μονοσεξουαλικούς.

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Κάτι τόσο ευτελώς προφανές όσο η επιθυμία για σώματα και των δύο ή παραπάνω φύλων είτε ψυχολογικοποιούνταν ως αυτοτιμωρητική καταπίεση και υποκρισία είτε ευτελιζόταν ως πρόφαση να ενδυθεί μια κάποια αξιοπρέπεια η ανευθυνότητα, ασυδοσία και λιμπιντινική ασυναρτησία όσων αντρών δήλωναν αμφισεξουαλικοί: τα πράγματα ήταν απλά, ή ήθελες να τον δίνεις πάντοτε ή ήθελες να τον παίρνεις πού και πού — τα υπόλοιπα ήταν πίπες (με την κακή έννοια).

Ούτε που φαντάζομαι πώς πρέπει να ήταν η φάση με γυναίκες που τόλμαγαν να δηλώνουν αμφισεξουαλικές: σίγουρα ήταν κι αυτές ή κοτούλες που δεν άντεχαν να προσχωρήσουν στον πούρο λεσβιανισμό, είτε απλώς καριολίτσες και πουτανάκια που τα θέλουν όλα. Διότι ακόμα και για τη γενιά που άνθισε τη δεκαετία του ’90 μόνον όσοι είναι σερνικοί δικαιούνταν να τα θέλουν όλα (και να τα θέλουν αμέσως).

Αυτά σήμερα λέγονται bi erasure (άραγε υπάρχει όρος ελληνικός; ποιος ξέρει). Τότε λεγόταν κοινή λογική: αυτονόητη υπεράσπιση της γκεϊοσύνης και της στρέιτ καθαρότητας. Διότι αλίμονο αν αδερφές και παλληκάρια γίνουμε μαλλιά κουβάρια: ούτε τα παλληκάρια αλλά ούτε κι οι αδερφές δεν θα το ήθελαν αυτό, πολλώ μάλλον ο Θεός ο ίδιος.

Βεβαίως, τα πράγματα το 2020 είναι πια ξεκάθαρα και σαφή: «είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Κι όποιος ή όποια ακόμα αναρωτιέται πού βρίσκεται στο φάσμα της αμφισεξουαλικότητας ή της πολυγαμικότητας μπορεί να κάνει κάποιο τεστ ονλάιν. Ακόμα καλύτερα, μπορεί να στρέψει το βλέμμα προς τα πίσω και να αντικρύσει με ψυχραιμία τη ζωή του και τις επιθυμίες του.

Το σώμα και ο τρόπος

furtive

Δεν είμαι κατά των ερωτικών βοηθημάτων και παιχνιδιών· βασικά δεν είμαι κατά κανενός πράγματος που χρησιμοποιούν συναινούντες ενήλικοι για να χαρούν (ας τελειώνουμε λίγο με τη μιζέρια τού «να περάσουν καλά»). Όμως πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας κάθε τόσο πόσο εκτενείς είναι οι δυνατότητες για συγκινήσεις, ηδονές και χαρά που μας προσφέρουν τα ίδια τα σώματά μας. Και δεν χρειάζεται να είναι τα φανταιζίστικα ινσταγκραμικά σώματα που μας πλασάρονται ως τα μόνα κατάλληλα για ιμέρους και λαγνείες, αφήνοντας σε εμάς τους υπόλοιπους μόνο τον ρόλο του σχολιαστή-μπανιστιρτζή.

Ίσα ίσα οι μεγάλες κι ωραίες εκπλήξεις στον έρωτα προκύπτουν από σώματα κάθε άλλο παρά ινσταγκραμάμπλ και συμβατικώς γαμάμπλ.

Όχι, μην περιμένετε να σας πλέξω το εγκώμιο της ασχήμιας ή της δυσμορφίας ή του σαγρέ, της μαλθακότητας και των πτυχών που αφήνει πάνω μας ο χρόνος. Όχι βεβαίως γιατί εξαιρούνται από τη χαρά ή γιατί απέχουν από την απόλαυση ή γιατί αποτρέπουν τις ηδονές αλλά γιατί οι ασχήμιες μας και οι ατέλειες και οι όποιες αναπηρίες μας δεν αποτελούν ακόμα ένα φετίχ: κανένα μέλος πάνω στο ανθρώπινο σώμα και καμμιά ιδιαιτερότητά του δεν είναι φετίχ.

Βεβαίως και ο καθένας από εμάς έχει τις προτιμήσεις του· όμως οι ερωτικές προτιμήσεις μας, τι μας αρέσει ή τι μας καυλώνει στην άλλη ή στον άλλο, δεν είναι ούτε μεταφυσικές ενέργειες αλλά ούτε και κάργα σχετικοποιημένες συνέπειες κάποιων ατυχημάτων του βίου μας. Τα γούστα μας και τι μας σαγηνεύει δεν είναι ιερά κι απαραβίαστα, και σίγουρα δεν είναι αμετάβλητα· δεν είναι όμως ούτε ευτελή καθέκαστα, αντανακλάσεις που μπορεί να εντοπίσει και να ευτελίσει είτε η ψυχολογικοποίηση του ποδαριού είτε η τάχα ψυχαναλυτική λαβίδα κάθε μεγαλόσχημου πατερναλιστή. Ό,τι κι αν λένε.

Έχω ερωτευτεί εξαιτίας της ομορφιάς κι έχω αγαπήσει χάρη στην ομορφιά και δεν είμαι από αυτούς που θα μεταπωλήσουν το πελώριο ψέμα της νεοσυντηρητικής εποχής μας ότι τάχα η εμφάνιση δεν μετράει ή ότι δεν θα έπρεπε να μετράει. Ακόμα ακριβέστερα, η ίδια η «εμφάνιση» δεν μετράει ακριβώς γιατί στην ερωτοπραξία αλλά και στον έρωτα, ακόμα και στην αγάπη, η εμφάνιση δεν είναι εμφάνιση, δηλαδή κάτι που ενατενίζεις από μια απόσταση μικρή ή μεγάλη. Η όψη του άλλου ή της άλλης είναι αυτό που λαχταράς και καίγεσαι να αγγίξεις, να γλείψεις, να φας και να σε φάει, να σε περιχωρήσει και να την περιχωρήσεις και να μπλεχτείς μαζί της εντελώς, από τα μπούτια και πάνω. Μόνο που, άπαξ και έγιναν αυτά, δεν είναι πια μόνον όψη. Πλέον δεν βλέπεις μόνο: έχεις χωθεί κι έχεις ανοίξει.

Και τελικά όλα τα οδηγεί ο τρόπος. Όλα όμως. Τα μικρά αλλά χαρακτηριστικά που έχουμε πάνω μας, που συνήθως περνούν απαρατήρητα αλλά κάποτε εντυπώνονται ανεξίτηλα, και παράλληλα πώς χειρίζεται η άλλη κι ο άλλος τα προφανή και τα ολοφάνερα από τα οποία χαρακτηρίζεται: αστεία δόντια και τέλεια στήθη, έλλειψη κόμπλεξ και τάση για πολυλογία, ανοικονόμητους κώλους και θελκτικά ψευδίσματα, αλλόκοτη τριχοφυία και θεοτικά χαμόγελα, μανία για φαστφούντ και εκλεπτυσμένα γούστα στο τζιν, ελαφρύ στραβισμό και κινηματογραφικές πλάτες… Δεν μιλάμε για τα ίδια τα χαρακτηριστικά, παρά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και στη λαγνουργία αλλά και έξω από αυτήν: στο πώς στεκόμαστε και πώς φλυαρούμε και πώς γελάμε και πώς πίνουμε και πώς χασμουριόμαστε.

Όσο κίβδηλη είναι η άποψη ότι η εμφάνιση δεν μετράει παρά, ξέρω γω, ο «εσωτερικός κόσμος», άλλο τόσο μικρόψυχη είναι η εμμονή με προδιαγραφές εμφάνισης: ναι, οι προτιμήσεις και τα γούστα μας είναι δεδομένα, ναι κανείς δεν πρέπει να πιέζεται μόνο και μόνο για να πει ότι πρωτοπόρησε. Όμως είναι καλό να αφήνεται κανείς στον τρόπο της άλλης ή του άλλου.

Το άσπρο και το μαύρο· το κέρατο, η ελευθεριότητα και η ατιμία

club life

Προοίμιο

Αν πρέπει να είναι κανείς αυτοβιογραφικός, χούι στο οποίο ενίοτε υποκύπτω, θα πρέπει να το επιδιώκει υπαινικτικά και ετεροχρονισμένα. Κανείς μα κανείς δεν θέλει να μάθει για τη ζωή μας και πολύ περισσότερο για τις γνώμες που εκλύει η εκάστοτε κατάσταση του βίου μας ― εκτός και αν θέλει να πηδηχτεί μαζί μας.

Όπως όμως είναι γνωστό, όταν γράφεις για κάτι για το οποίο ο κόσμος δεν μιλάει, εικάζεται ότι αυτοβιογραφείσαι, έστω και πλαγίως. Όταν έγραψα το Εγκώμιο του χωρισμού, έπαιρνα πολλά συλλυπητήρια ίνμποξ. Πού να ‘ξεραν.

Chewing gum

Μετά τον μοντερνισμό και τον δομισμό (και τον επιβλαβή εκχυδαϊσμό τους από κάτι Γάλλους) έχει τυποποιηθεί κι έχει διαδοθεί το να σκεφτόμαστε με αντιθετικά δίπολα: καλό-κακό, άσπρο-μαύρο. Τόσο πολύ έχουμε εκπέσει σε αυτή την ευκολία, που καμαρώνουμε όταν ανάμεσα στα δύο «άκρα» είμαστε ικανοί να δούμε μια ενδιαμέση περιοχή ή, ακόμα πιο προχωρημένα, κάποιο συνεχές τύπου «ενδιάμεσες αποχρώσεις».

Φυσικά τα αντιθετικά δίπλα προϋπάρχουν του μοντερνισμού, απλώς η σύγχρονη εποχή μάς έχει καλομάθει να αντιλαμβανόμαστε σχεδόν κάθε είδους διαφορά με όρους αντίθεσης, διαμετρικής συνήθως, με πολλά «αντίθετα», «τουναντίον», «καθέτως» και «απεναντίας».

Εκεί όπου δεν είναι εύκολο να δούμε δίπολα, αυτός ο κατά Πίνκερ ψηφιακός τρόπος σκέψης μάς βάζει να προσπαθούμε να κατηγοριοποιούμε και να ταξινομούμε τα πάντα σε σαφείς και διακριτές κατηγορίες. Αυτό κάποτε μάς βοηθάει, συνήθως όχι, αλλά είναι εν πολλοίς αναπόδραστο: η ανθρώπινη νόηση αγαπάει τις κατηγορίες και τις κατατάξεις, ενώ αντιλαμβάνεται τον κόσμο ωσάν να απαρτίζεται από αντικείμενα (κάτι που ο Βιτγκενστάιν μυρίστηκε πόσο λάθος είναι).

Στη σειρά Chewing Gum του Νέτφλιξ, η αδερφή της ηρωίδας ανακράζει κάποια στιγμή «δεν είναι το σεξ κακό, κακό είναι να πληγώνεις τον άλλο». Η σειρά αυτή είναι επιτηδευμένα απλοϊκή και κινείται μεταξύ σλάπστικ και υπαρξιακής αγωνίας, ενώ φαίνεται να προέκυψε μέσα από πολλή και επώδυνη ψυχανάλυση, με την αθώα μεν αλλά ψεύτρα, φτωχή μεν αλλά θαρραλέα και ασχημούλα μεν αλλά καλλίγραμμη πρωταγωνίστρια να λειτουργεί σαν συνοπτικό σχόλιο του τι σημαίνει εργατική τάξη αλλά και σχέσεις τη δεκαετία του ’10. Σε ένα πλήθος σειρών του Νέτφλιξ όπου η ελευθεριότητα παρουσιάζεται αποστρογγυλεμένη, ανώδυνη και χαριτωμένη, το ερώτημα που τίθεται είναι «πληγώνει η ελευθεριότητα»;

ἔχων κεφαλὰς ἑπτὰ καὶ κέρατα δέκα

Όπως έχει ήδη αντιληφθεί ο ψημένος αναγνώστης, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί ούτε μέσα σε δίπολα, ούτε με λεπτές αλλά οριακώς αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις ― όσο και αν ένα σώμα σειρών του Νέτφλιξ προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο. Ούτε και το «ναι μεν αλλά» δουλεύει, πάντως. Το ερώτημα είναι αν η ελευθεριότητα πληγώνει. Η απάντηση είναι «συνήθως ναι», εκτός και αν ζούμε στο κωμικό σύμπαν του ζευγαριού στο Easy που και το τρίο του κάνει και τελικά δεν πηδιούνται με την κακομοίρα τρίτη της παρέας παρά μόνο μεταξύ τους κι έτσι όλα παραμένουν wholesome, ξεκάθαρα και τακτοποιημένα ― εκτός από την τρίτη της παρέας που παραμένει απλώς αγάμητη.

Ο ανθρώπινος βίος δεν είναι απλή υπόθεση, πολύ λιγότερο οι ανθρώπινες σχέσεις. Η πολυπλοκότητά τους δεν τιθασεύεται με απόλυτες απαγορεύσεις. Λαχταράμε και πεινάμε και θέλουμε· παράλληλα στέργουμε, νοιαζόμαστε, μεριμνούμε, αγαπάμε. Δεν μπορούν όλα να συμπίπτουν σε έναν άνθρωπο, σε έναν χρόνο, σε έναν τόπο. Η ζωή περνάει, ο πόνος καραδοκεί και ακόμα και στην απουσία του μεγάλου πόνου ο βίος είναι γεμάτος μικρά θλιβερά ζητήματα που ξανά και ξανά κάνουν την καρδιά κάθε ενσυναισθητικού παρατηρητή να σφίγγεται και να ραγίζει λιγάκι. Η χαρά είναι λίγη και χρειάζεται λίχνισμα ωκεανών χρόνου για να μας αποκαλυφθεί κάποιο ψήγμα της.

Μπορεί το κέρατο, εικόνα που παραπέμπει σε σατανικό θηρίο, εικόνα εξουσίας και πόνου και τυραννίας, να μη συνοδεύεται από σκληρότητα και εξευτελισμό; Ναι μεν

όσο κι αν σκούζει το Χόλυγουντ κι αν μινυρίζουν οι παπάδες, κοσμικοί και ένθεοι, η αφοσίωση δεν ταυτίζεται με την ερωτική αποκλειστικότητα.

Ωστόσο, σε κανέναν δεν αξίζει να κερατώνεται χωρίς να το θέλει και κατ’ εξακολούθηση, απροκάλυπτα κι ασυλλόγιστα. Δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε λόγω μαξιμαλισμών και αρχών αφηρημένων κι ανεδαφικών, αλλά σε σχέσεις που δεν είναι συναινετικά ανοιχτές το «απροκάλυπτα» και το «φάτσα φόρα» είναι που καθιστούν το κέρατο απεχθές.

Τα πράγματα όμως είναι ακόμα πιο πολύπλοκα. Αν το κέρατο γίνεται βδέλυγμα, και πολλές φορές της ερημώσεως, αυτό δεν οφείλεται τόσο στο ότι είναι απροκάλυπτο ή ασυλλόγιστο αλλά και στο ότι συνοδεύεται από μια γενικευμένη κατάσταση ατιμίας: τη σιωπή και τη διακριτικότητα τις αντικαθιστούν το ψέμα, το παραμύθι και το φούμαρο ― μια τέχνη που οι άρρενες μοιχοί μάλλον κατέχουν καλύτερα και την εφαρμόζουν προς πολλές κατευθύνσεις.

Μέσα σε αυτή τη διάθεση ατιμίας όλοι και όλες (σύντροφοι, σύζυγοι, εραστές, ερωμένες) γίνονται όχι βεβαίως «σκεύη ηδονής» ― πού τέτοια τύχη ― αλλά εργαλεία επιβεβαίωσης της σπουδαιότητας και της μεγαλοσύνης (με σκοπό την αναπλήρωση σε άλλα πεδία ή και όχι) του μοιχού. Το κέρατο γίνεται όπλο που στρέφεται εναντίον της κερατωμένης ή του κερατά ώστε να παραμένει ταπεινωμένος ή ταπεινωμένη και πειθήνιος ή πειθήνια, ή ώστε να καταστεί ψυχιατρική νοσοκόμα ή δεξιοτέχνισσα πόρνη, αν είναι γυναίκα, που πρέπει να «ξανακερδίσει» τον άντρα.

Το βάθος της ατιμίας και η πηχτή κολλώδης θλίψη που λιμνάζει εκεί όπου κατοικεί το θηρίο δύσκολα περιγράφονται. Ενίοτε ο μοιχός γίνεται υπερήφανος, κοκορεύεται και καυχάται, γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά ότι «ποτέ δεν εκτίθεσαι και μόνον εκθέτεις» (όπως περιεκτικά το διατύπωσε ο Π. Θεοδωρίδης).

Και το ερώτημα παραμένει: μπορεί να υπάρχει η ελευθεριότητα χωρίς να πληγωθεί κανείς; Μάλλον όχι: εδώ στον αποκλειστικό και αμοιβαίο και τρελό έρωτα και πληγώνεσαι. Μπορείς όμως να προσπαθείς να μην πληγώνεις κανέναν.

Μακριά από διά βίου στερήσεις και ασκητισμούς και μεγάλες ηρωικές αποφάσεις αυτοακρωτηριασμού, μπορείς να είσαι κύριος και να είσαι κυρία. Μπορείς να πασχίζεις να ανταποκρίνεσαι στα καθήκοντά σου και να μην κρεμάς όσους στηρίζονται πάνω σου. Μπορείς να μην είσαι μαλάκας. Μπορείς να μην είσαι άτιμος. Αυτό είναι κάτι, κι είναι κάτι σπουδαίο.

Μεταξύ προσδοκίας και νοσταλγίας

1400397_10207288948006813_2831776199836807173_o

Ι

Η νοσταλγία είναι αυτοτιμωρία επειδή ενώ τα ζούσαμε κοιτούσαμε αλλού.
Βέρα Ι. Φραντζή

Μίλαγα χτες με τον Φίλο μου· είμαστε 33 χρόνια φίλοι. Συζητάγαμε για τη ζωή, ως συνήθως. Τσακώσαμε μια γνωστή και κάπως τετριμμένη μεταφορά: η ζωή ως ανάβαση και ενίοτε ως αναρρίχηση.

Μου είπε ο φίλος μου ότι όταν αναρριχάσαι δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε εύκολο να σταματάς, παρά συνεχίζεις να σκαρφαλώνεις και προχωράς χωρίς να σταματάς να ανεβαίνεις. Όταν όμως βρεθείς σε κάποιο πλάτωμα, τότε μπορείς να σταματήσεις και να σταθείς. Να ακινητήσεις και να κοιτάξεις γύρω σου, να χαρείς όσα σου προσφέρει η αναπόδραστη αυθεντία της όρασης κι έτσι να ξαποστάσεις και ν’ ανασάνεις. Να αισθανθείς όσα φέρνει το αεράκι και να νιώσεις ότι ναι μεν είσαι ψηλά, πολύ ψηλά, αλλά ότι το έδαφος είναι ίσιο κάτω από τα πόδια σου. Μπορείς να σταθείς και να να χαρείς.

Κι εγώ σκέφτηκα ότι όταν βρεθείς στο πλάτωμα είναι κρίμα κι αμαρτία να σηκώνεις το βλέμμα χαμηλότερα από τον ουρανό με τ’ άστρα και ψηλότερα από ό,τι στέκεται απέναντί σου και γύρω σου ― μην πω για το ποιος και τι στέκεται δίπλα σου. Είναι κρίμα κι άδικο και σπατάλη της ζωής σου να προσηλώνεσαι σε ό,τι βρίσκεται σε κάποια κορυφή ή σε κάποιο πλάτωμα ψηλότερα από εκεί όπου βρίσκεσαι, να σε τρώει η επαγγελία του κάθε μέλλοντος αιώνος. Εκείνη την ώρα που τα πόδια σου πατούνε την terra firma με σιγουριά και σταθερότητα πρέπει να σταθείς και να κοιτάξεις είτε πολύ ψηλά, πέρα από το τα επόμενα ορόσημα που το μυαλό σου βάζει μπροστά σου, είτε κάτω και δίπλα σου.

ΙΙ

Κοίταγα το κενό στα σαράντα εκατοστά απέναντί μου το πρωί. Και σκεφτόμουν ότι le tendre et dangereux visage de l’amour είναι πράγματι εφήμερο. Όχι βεβαίως γιατί όλα φθείρονται κι όλα περνούν κι όλα σβήνουν ― ματαιότης, καπνός, ατμός και τέτοια. Όχι. Όχι. Nothing passes. Εκτός από τις ζωές μας, αλλά όταν συμβεί αυτό, τι σημασία έχει αν χαθούν κι όλα τα υπόλοιπα, αν επέρχεται ο θερμοδυναμικός θάνατος του σύμπαντος;

Ο λόγος που ο έρωτας είναι εφήμερος είναι επειδή πρόκειται για κατάσταση υψηλής ενέργειας που μόλις και μετα βίας ισορροπεί, ενώ διαρκώς ταλαντώνεται αγρίως και τείνει να μεταπέσει σε κάτι άλλο. Όχι να εκπέσει απαραίτητα, δεν λέω κάτι τέτοιο.

Ο έρωτας τείνει να μεταπέσει, να υποστεί μετάπτωση σε μια πιο σταθερή κατάσταση: σε απλή συντροφικότητα, σε ανόθευτη καύλα, σε αγάπη, σε μίσος, σε μια παλιά ιστορία με διδακτική και καθαρτική αξία ως αφήγηση και ως ανάμνηση αλλά τίποτε παραπέρα.

Ή πάλι μπορεί να συνεχίσει να τρέφεται από το άφθονο καύσιμο του εντός μας ζόφου και να μεταπηδήσει σε μια υψηλότερη ενεργειακή κατάσταση. Δεν μιλάω για εξιδανικεύσεις και πλατωνικές φρεναπάτες. Μιλάω για κάτι που μάλλον δεν έχουμε όρους να το περιγράψουμε.

Για να επαληθεύσω τις πρωινές αυτές σκέψεις μου άκουσα το Je crois entendre encore και το Gretchen am Spinnrade. Αυτό το δεύτερο ενδέχεται να είναι ένα από τα ομορφότερα ερωτικά τραγούδια που έχουνε ποτέ γραφτεί. Η επαλήθευση ήρθε ρητά κι αβίαστα.

ΙΙΙ

Υπάρχει ο θάνατος του χωρισμού, υπάρχει και η αυτοεξορία. Υπάρχει και το Ausgleich, όσο ψυχρό και αν ακούγεται, όσο και να μας θέλγουν σαν ιδέα κάθε λογής επικολυρικές καψούρες και οι αιώνιες φωτιές της Κόλασης που τάχα τις συνοδεύουν. Το ζητούμενο είναι όλα να γίνονται με τιμή, ακόμα και μέσα στον κλαμένο εξευτελισμό του πάθους, ακόμα και στην ασθμαίνουσα αποταγή της επιθυμίας. Με τιμή.