Singularities

bodies

Κάθε σκέψη και κάθε φαντασία λαγνική είναι κίνηση είτε προς ένα μέλλον επιθυμητό, είτε νοσταλγικά προς το παρελθόν. Ως γνωστόν στο γαμήσι, την ώρα εκείνη, δεν σκέφτεσαι ποσώς αλλά υπάρχεις μόνο και, αν σκέφτεσαι, σκέφτεσαι με τον τρόπο της μέθης και στον ρυθμό της περίπτυξης: είτε σε αντιχρονισμό με τον ρυθμό της περίπτυξης είτε με τρόπο σόλο τζαζ ή άριας αν δεν έχει έρθει ακόμα ή ώρα της περίπτυξης. Αλλά το ουσιώδες στο γαμήσι δεν μπορεί να είναι η όποια σκέψη, είναι ότι υπάρχεις. Καθαρή ύπαρξη, που λέμε.

Κι ενώ η φαντασίωση είναι προσδοκία, όσο απίθανη κι αν είναι, ακόμα και αν δεν σου την επιφυλάσσει το μέλλον του κόσμου τούτου, ακόμα κι αν διαδραματίζεται σε έναν πιθανό κόσμο στον οποίο δεν θα ζήσεις ποτέ, η νοσταλγία είναι το ακριβό φαρμάκι.

Φαρμάκι σε μικρές αλλά δραστικές δόσεις, φαρμάκι που σπανίως χορηγείται σαν ταινία ή σαν αφήγηση, παρά ως αναλαμπές και στιγμές και αισθήσεις και κάποια οσμή ευωδίας σωματικής που σε πλήρωσε ή ως φως αποπληκτικό ή ως αίσθηση κενωτική όλο πλησμονή ή απλώς και μόνο ως το ρίγος της τριβής ολίσθησης ή και ως ρίγος μόνο του, σκέτο.

Αλλά βεβαίως δεν είναι μόνον αυτό η νοσταλγία κι η προσμονή. Είναι το ωραίο ψέμα του καυλωμένου βλέμματος που περιέχει όλη την προσήλωση του κόσμου και κάμποσα αδιανόητα τραγούδια επίσης, είναι η προσμονή και η ανακούφιση, είναι η κατάφαση του σώματος — όλες αυτές οι αφηρημένες έννοιες που είναι αποστάγματα της πιο επιτακτικής πραγματικότητας, του πιο διαυγούς τρόπου να υπάρχουμε: στο παρόν, γυμνοί, ολόκληροι κι άχρονα.

Κι έτσι κάποτε η προσμονή και η ανάμνηση μπορούν να ταυτιστούν. Και σίγουρα ταυτίζονται την ώρα της ερωτοπραξίας: είναι ό,τι πρόσμενες και αυτό που θα αναπολείς. Είναι σώματα και αχρονία, είναι η τρελή αμοιβαία έλξη. Είναι η κατάργηση του έξω και η απόταξη των καθεκάστων και η αποθέωση των άκρως αισθητών.

Κι έτσι κάθε φορά που ακούτε για τη μανία κάποιου εκδικητικού θεού σκεφτείτε ότι όλες αυτές οι ενέργειες και οι κεραυνοβόλες πράξεις οργής είναι αναμνήσεις ορμής και βαθειά νοσταλγία της, ή και θρηνος για την ερωτική απουσία: κάποιος κάπου ένιωσε τον χρόνο να καταργείται πριν και μετά τη φιδίσια τριβή ή τον ακανόνιστο καλπασμό του γαμησιού και ίσως ένιωσε λίγο την παρουσία ενός θεού· ή μπορεί να τα αποζητάει έχοντάς τα χάσει ή μη έχοντάς τα γευτει ποτέ και να νιώθει έναν θεό οὗ τὸ βλέμμα ξηραίνει αβύσσους καὶ ἡ ἀπειλὴ τήκει ὄρη. Και τότε, στην παραφορά της αξόδευτης ζωής, στην απουσία της μόνης έκστασης που δεν είναι μοναχική ανεβαίνουν μέσα στον περιδεή ένθεο απειλές για τον τόπο τον πνευματικώς καλούμενο Σόδομα και Βέλγιο.

Υπέρ της πολυγαμικότητας

God, I’m fond of adultery. Aren’t you? […] The softness it brings to the hardness […] A world without adultery is unthinkable. The brutal inhumanity of those against it. […] To demand of human flesh fidelity. The cruelty of it, the mockery of it, is simply unspeakable.

Philip Roth — Sabbath’s Theater p. 336

Η πολυγαμικότητα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ιδανικό ή αρετή· ακόμα και αν υπήρξε εύσημο και άθλημα για τους άντρες, πάντως ποτέ δεν ήταν αποδεκτή για τις «τίμιες» γυναίκες. Βεβαίως πολλές φορές η τέχνη έχει άλλη γνώμη για αυτά τα θέματα, όμως στο σφυρί της τέχνης ξέρουμε να αντιστεκόμαστε όταν δεν κάνουμε νιανιά όσα μας δείχνει ή όσα μας ξυπνάει.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την πολυγαμικότητα.

Ο έρωτας μάς δίνει διαφορετική χαρά, διαφορετικές χαρές και διαφορετικές χάριτες με διαφορετικούς ανθρώπους: με κάθε διαφορετικό άνθρωπο είναι αλλιώς η ερωτοπραξία. Αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχει ο ένας άνθρωπος με τον οποίο «όλα θα γίνουνε σωστά», ό,τι κι αν ισχυρίζεται η εποχή μας. Πολλώ μάλλον, ο ανθρώπινος πόθος δεν αποτελεί ένα οικονομίστικα δοσμένο κεφάλαιο το οποίο δεν πρέπει να σπαταλήσουμε δεξιά κι αριστερά παρά πρέπει να δαπανήσουμε «σωστά», όπως όταν αγοράζουμε σπίτι. Ο έρωτας είναι καινούργιος και ξεκινάει από την αρχή με κάθε καινούργια γνωριμία, ενώ αυτή η διαπίστωση καθόλου δεν συνεπάγεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίησή του.

Η μετά λόγου γνώσεως πολυγαμικότητα χορταίνει βαθιά την ψυχή και μιλάμε σαφώς για χορτασμό κι όχι για κορεσμό, μιλάμε για αποτέλεσμα πληρέστερο και οπωσδήποτε διαφορετικό από το να ξεκαυλώσεις απλώς.

Αυτός ο χορτασμός εν μέρει προέρχεται και από τις διαφορετικές λαγνικές εμπειρίες, αφού με κάθε διαφορετικό άνθρωπο ο έρωτας είναι διαφορετικός. Αυτό το εντελώς διαφορετικό που μας επιφυλάσσει κάθε καινούργιος εραστής και κάθε καινούργια ερωμένη δεν εξαρτάται σώνει και καλά από μαγικούς και μεταφυσικούς παράγοντες, παρά ξεκινάει από το ότι η καύλα βρίσκεται βεβαίως και στο μυαλό: είναι η επιθυμία για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή σκηνοθεσία ή ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος κ.ο.κ.

Επίσης η πολυγαμικότητα μάς ποντίζει βαθιά  μέχρι τον βυθό των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν τον κοιτάμε από την κατοπτρικά ακύμαντη επιφάνεια ο βυθός μοιάζει μια πάρα πολύ απλή εικόνα, εξόχως στατική. Όταν όμως ποντιστούμε μέσα του αλλάζει το πράγμα και οι κόσμοι του πλέον αποκαλύπτονται. Η πολυγαμικότητα μας αναγκάζει να ζήσουμε — όχι απαραιτήτως να αναστοχαστούμε — την αλήθεια ότι έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση με κάθε διαφορετικό εραστή ή διαφορετική ερωμένη, όχι απλώς διαφορετικούς λαγνικούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία της πολυγαμικότητας μας εξοικειώνει και με μία δεύτερη αλήθεια, ότι μετά το πέρας τους, διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφηνουνε δεσίματα διαφορετικής έντασης: από το μείον του μίσους μέχρι το μηδέν της αδιαφορίας και έως τη φιλία ή και την αγάπη. Επίσης μας αναγκαζει να αντιμετωπίσουμε και ότι διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφήνουνε πίσω τους δεσμούς διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικού χαρακτήρα.

Η πολυγαμικότητα δεν είναι μόνον γαμήσια, λιγότερο περισσότερο αξιομνημόνευτα και αξιομακάριστα, χαρές και γλέντια. Η πολυγαμικότητα είναι και ένας τρόπος να ανεύρουμε άλλους, να μάθουμε τον άλλο, αλλά και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μέσα από την πολλές φορές τυρβώδη πολυγαμικότητα μαθαίνουμε κυρίως τον εαυτό μας· τον σπουδάζουμε κοιτάζοντας τα βλέμματα των άλλων προς εμάς — όσο στρεβλά, τυραννικά, ζηλόφθονα ή φθονερά και αν είναι κάποτε. Επίσης μαθαίνουμε τον εαυτό μας μελετώντας τι βλέπουν οι εραστές κι οι ερωμένες όταν μας αντικρύζουν.

Σε γενικές γραμμές ισχύει πως η πολυγαμικότητα «μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας».

Επαναλαμβάνω ότι προφανώς η πολυγαμικότητα μπορεί να γίνει τρομακτικά επώδυνη και σε αυτό μοιάζει με το πιοτό, την ψυχοθεραπεία, τη σωματική άσκηση και τη συστηματική μελέτη. Η εξάσκηση της πολυγαμικότητας είναι δύσκολη: απαιτεί λεπτότητα και βαθιά ευγένεια ώστε να μην καταντήσει χονδροειδής και ισοπεδωτική, αλλά να παραμείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο κι εξανθρωπιστικό — πέρα από ιμερικό, μακάριο κι ιλαρό.

Εννοείται επίσης ότι η ταυτόχρονη ενασχόληση με διαφορετικούς ανθρώπους υπό διαφορετικούς όρους μπορεί να καταστεί από κυνική διαχείριση και ναρκισσιστική κούρσα μέχρι πρακτική μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και άσκηση στην ενσυναίσθηση.  Μαθαίνει κανείς, να συναναστρέφεται τους άλλους — ιδίως όταν οι συγκεκριμένοι άλλοι χύνουν μαζί του ή τον έχουνε δει να βογγάει αναλόγως.

Οπωσδήποτε η πολυγαμικότητα και η πολλαπλότητα των ρόλων που εισάγει μάς καθαίρουν: μας ασκούν στην απόταξη της φρεναπάτης πως μας ανήκει οποιοσδήποτε άνθρωπος ή πως θα γίνουμε ο θεός του — όσο τρελός κι αν είναι ο έρωτάς μας, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη μας.

Ανθρώπινη και εξανθρωπιστική είναι τέλος και μία παραγνωρισμένη χρήση της πολυγαμικότητας: η αποσυμφόρηση των σχέσεων Παρά την αναπόφευκτη παρενέργεια της ζήλειας, η πολυγαμικότητα ως επιλογή σώζει σχέσεις, ιδίως μακροχρόνιες: αντί να εγκαταλείπεις τον άνθρωπό σου γιατί σου λείπει κάτι ή γιατί του λείπει κάτι, του αφοσιώνεσαι ή του παραμένεις αφοσιωμένος ανοίγοντας τον εαυτό σου.

Let the night take the blame

Το τραγούδι αυτό ταυτίζεται με εφηβικά πάρτυ μου. Βεβαίως βγήκε το 1984, όταν ήμουν πιτσικόνι, τη χρονιά που μας έσκασε το AIDS. Όμως τότε τα ποπ τραγουδάκια στην Ελλάδα φτούραγαν λίγο παραπάνω, ενώ οι στίχοι τους διέθεταν ένα κάποιο τσαγανό. Μέχρι που μας σκέπασαν ο Ρέιγκαν και το AIDS.

Το τραγούδι είναι το απολυτίκιο της αρπαχτής, του one night stand· είπαμε, λίγο πριν το AIDS γίνει αφορμή να δοξαστεί η οικογένεια ξανά και να μας ξαναπλασαριστεί η μονογαμία ως καθεστώς κι όχι ως επιλογή. Λέει λοιπόν το τραγουδάκι τα εξής:

For the magic of these few hours
I’m ready to say

Let the night take the blame
And if tomorrow love’s not the same
We took our chance, we tasted the flame
Our hearts run free, you and me

[…]

I don’t wanna cheat my feelings
Lock ’em deep inside
Keep my emotions secret, I just can’t hide
These moments we spent together
That oh-too-precious time
I pretend these will last forever
Make believe that you’re mine

Μεγαλώναμε τότε με την προσμονή της αγάπης αλλά και με τη μαγική πραγματικότητα της λαγνείας. Ξέραμε, λίγο αδέξια και κάπως μέσα από δοκιμή και πλάνη, να ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο, όσο κι αν η πλάνη υπερίσχυε πολλές φορές και μας απογοήτευε, όσο κι αν έβγαζαν τα ατελή τεστ μας την καύλα για έρωτα και τον έρωτα για αγάπη. Ο συμφυρμός των τριών και ο θρίαμβος του μονογαμικού και μονοθεματικού forever που τότε μαγείρευε το Χόλλυγουντ αργούσε ακόμα.

Και έτσι ξεκινήσαμε τη ζωή μας μετρημένα αλλά με θάρρος, λίγο σαν το δειλο αλλά με τσαγανό we took our chance, we tasted the flame:

Οι προσδοκίες ήταν απλές: φιληδονία, βιβλία, μουσικές, ταινίες, δίσκοι, ταξίδια.

Ούτε οι γάμοι μάς απασχολούσαν: αγάπη θέλαμε· ούτε πελώριες καριέρες και λεφτάρες γουστάραμε: μας αρκούσε να κάνουμε μια δουλειά υποφερτή· ούτε τα στεγαστικά δάνεια μάς φτιάχνανε: ένα μικρό διαμερισματάκι δικό μας με κρεβάτι, βιβλιοθήκες κι ηχοσυστηματάκι θέλαμε, να έχει και μπαλκόνι στην κουζίνα ίσως.

Ακούγονται ευτελείς ενδεχομένως αλλά αυτές ήταν οι προσδοκίες μας. Δεν μιλάμε για όνειρα, άλλο τα όνειρα. Και στο κάτω κάτω, ο τυφλοσούρτης που ίσχυε και ισχύει για τα όνειρά μας ήταν και παραμένει το εξόχως αμφίσημο fuck your dreams, this is heaven.

Στο μεταξύ οι ζωές μας, σκεπασμένες από τον Ρέιγκαν και το AIDS, ράφτηκαν πάνω στα πατρόν του αμερικανικού ονείρου: παντού μονογονία, «η ανάγκη να είναι όλα μοναδικά στη ζωή μας: ένας προορισμός, μία ιδέα, μία σχέση, ένας ήρωας, ένα κέντρο, μία κατεύθυνση, ένας φίλος, ένας σκοπός, μία ειδίκευση, ένα μεγάλο ταξίδι».

Ευτυχώς, λίγο από πείσμα, λίγο από φτώχεια, λίγο γιατί δεν μπορεί μια ζωή να ζεις μέσα σε ένα σάβανο ραμμένο για τους άλλους από τα αφεντικά τους, μάθαμε κι εμείς τα βασικά.

  • Ότι ανθρώπινες σχέσεις που δε δοκιμάζονται είναι ή εμμονικές ή αβασάνιστες ή αδιάφορες.
  • Ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν χτίζονται στο διαρκώς και στο συνέχεια: ανταλλαγές και ισοζύγια ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται δεν έχουν θέση, μόνο δόσιμο υπάρχει από τον ένα στον άλλο, όσο μπορεί και όταν μπορεί και αν μπορεί ο καθένας.
  • Ότι άνθρωποι που αγαπιούνται δεν το πολυλένε. Αυτά τα «σ’ αγαπώ» είναι ωραία επιφωνήματα για την κλινοπάλη, αλλά ελάχιστα ειλικρινή — κι υπάρχουν τελικά και πιο τελέσφορα επιφωνήματα.
  • Ότι από την άλλη, ένα «σ’ αγαπώ» αληθινό αρκεί για κανα-δυο ζωές.

Ε, και μετά το ρίξαμε στα αποφθέγματα, κοιτάζοντας με λοξό χαμόγελο την ανθρώπινη κατάσταση, αγκαλιάζοντας περιδεώς αλλά πάντοτε με τσαγανό και την αγάπη αλλά και την πολυπλοκότητα της ζωής, το χάος της αγάπης.

Πόρνη στο κρεβάτι αλλά, ε, χμ, εντάξει, όχι ― εξαρτάται.

Στους περισσότερους άντρες η ερωτική επιδεξιότητα και η λαγνική προθυμία μιας γυναίκας προκαλούν αμηχανία και πολλές φορές καχυποψία.

Ο προφανής λόγος είναι ότι μια γυναίκα που «τα κάνει όλα» ενδεχομένως να έχει περάσει και καλύτερα απ’ ό,τι θα περάσει μαζί μας, ενώ σίγουρα είναι περπατημένη κι εξασκημένη. Με άλλα λόγια, αν κάνει κόλπα και «ανωμαλίες» και αν θέλει διάφορα δεν περιμένει από εμάς για να δει χαρά ενώ μάλλον έχει συμμετάσχει σε διάφορα έργα λαγνικά στα οποία ίσως δεν μπορούμε να αντεπεξέρθουμε.

Βεβαίως, αν δεν περιμένει από εμάς να της ανοίξουμε τα μάτια αλλά εντέλει επιλέγει εμάς, πάει να πει ότι εμάς θέλει κι ότι εμάς διάλεξε — και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι κολακευτικότερο για τον λεγόμενο ανδρικό εγωισμό, που πολλοί λένε κι ανδρισμό.

Παρ’ όλα αυτά συγκαταλέγεται σε κοινοτοπίες επιπέδου σεξολόγου της τιβί και ποιότητας «γυναικείων» σάιτ η επισήμανση ότι μεγάλο μέρος της πατριαρχίας είναι οργανωμένο ακριβώς γύρω από το να μοιάζουν οι γυναίκες παρθενικές και πειθήνιες στην ερωτοπραξία, ώστε π.χ. να μην «ευνουχίζουν» τον άντρα.

(Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μια γυναίκα που θα πέσει με τα μούτρα πάνω σου θα σε «ευνούχιζε», όμως εγώ είμαι ούφο.)

Ταυτόχρονα, οι άντρες θέλουμε πολύ να είναι ερωτικώς επιδέξια και λαγνικά πρόθυμη, κοινώς καυλιάρα, η γυναίκα· κατά προτίμηση αφού την καβατζώσουμε και βεβαίως αποκλειστικά μαζί μας ― εκτός εάν τρωγόμαστε για κανα τρίο οπότε και δεν πρέπει να φέρει πολλές αντιρρήσεις (σίγουρα να φέρει κάποιες, μην τυχόν και ψάχνεται ή μας βαρέθηκε) και δεν πρέπει να κάνει ζήλειες αν ασχοληθούμε λίγο παραπάνω με το τρίτο πρόσωπο.

Κανείς άντρας, εκτός από οριακά νεκρόφιλους, δεν θέλει να λαγνουργεί πάνω σε ένα κομοδίνο ή σε μια χαλκομανία. Μια τσαχπινιά τη χρειάζεται η γυναίκα, σωστά; Να κάνει διάφορα. Πολλά από τα ζητήματα που τόσα χρόνια έρχονται και μου εμπιστεύονται φίλοι και λιγότερο γνωστοί είναι της κατηγορίας «πώς να την κάνω να μου κάνει / πάρει / δώσει / βάλει Χ», όπου Χ το αρεσούμενο του αντρός.

Και πάλι είναι προφανές πόσο αντιφατική κι οξύμωρη είναι η κατάσταση: η γυναίκα οφείλει να θέλει τόσα όσα και όπως θα ήθελε ο άντρας ― αλλά να μη φαίνεται ότι του κάνει και χατήρια. Και ξανά, είναι κουρασμένα προφανές να τονιστεί ότι η πατριαρχία αποσκοπεί στο να εξοπλίσει τις γυναίκες με ένα μιλομανάρειο κουμπί που θα ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή την ένταση της καύλας τους αλλά και, στα πιο προχωρημένα μοντέλα, τον τύπο της επιθυμίας τους και τον τρόπο εκπλήρωσής της.

Πληθωριστικές κουβέντες

cmnf 2

Υποτίθεται ότι ένας από τους λόγους που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν οι γλωσσικοί πρόγονοι του ανθρώπου και κατακυρίευσαν τους άγλωσσους του γένους homo είναι ότι είχανε στη διάθεσή τους ένα υπερόπλο: τη δυνατότητα να κάνουνε ψηστήρι, να αποπλανήσουν με κουβέντες, να καυλαντίσουν.

Στον κόσμο μας η ιεραρχία σεξ < έρωτας < αγάπη είναι εδραία, πακτωμένη και μονολιθική σαν πυραμίδα — αλλά και αντίστοιχου περιεχομένου: είτε περιέχει μούμιες είτε είναι συλημένη.

Ο σύγχρονος αρσενικός άνθρωπος λοιπόν χρησιμοποιεί το υπερόπλο, την καυλάντα και το λακριντί, για να πείσει τον θηλυκό άνθρωπο ή τον αρσενικό άνθρωπο ότι δεν θέλει απλώς σεξ, αλλά ότι είναι ερωτευμένος μαζί του. Πουλάμε έρωτα (και βάλε).

Προσπαθούμε να φέρουμε την αποπλάνηση και το φλερτ σε πέρας υποκρινόμενοι ότι παίζουμε σε (τουλάχιστον) ένα επίπεδο πάνω από αυτό στο οποίο πραγματικά βρισκόμαστε και στο οποίο ζοριζόμαστε.

Κι έτσι η επιθυμία αποκαλείται έρωτας, η καύλα πεπρωμένο, η προσδοκία του λαγνέματος βασίλειο του έρωτα, το μουνί καρδιά, η καψούρα μάγεμα και σάστισμα — και πάει λέγοντας και λέγοντας.

Έχουμε πόθο και τον πουλάμε για έρωτα. Θέλουμε να γαμήσουμε και λέμε πως θέλουμε το μαγικό δέσιμο του έρωτα. Είμαστε ερωτευμένοι και διακηρύσσουμε αγάπη.

Θα μου πείτε, ναι, έτσι πέφτουνε τα γκομενάκια. Εννοείται. Επίσης έτσι πουλιούνται και οι κρέμες με βάση τη λανολίνη: ως ελιξήρια νεότητας· έτσι πλασάρεται η Βίβλος: ως λόγος του Θεού· έτσι εξαπατώνται τα εκλογικά σώματα.

Θα σας ρωτήσω λοιπόν αν θέλουμε να βάλουμε το παραμύθιασμα και το ψέμα και ανάμεσα στα σώματά μας, giving love a bad name.

Εναντίον της τσόντας

Όσο εύκολος και δεκτικός είμαι με τους ανθρώπους, αρκεί να μη νομίζουν ότι μπορούνε να με πιλατεύουν όπως τους καπνίσει ένεκα καρτερίας και κατανόησης μου, τόσο δύσκολος είμαι με το τι μου αρέσει. Κάποτε η Ζ μού είπε ότι κάτι πρέπει να με πείσει και να με κερδίσει για να πω «μου αρέσει», μια και η αρχική μου κατάσταση και διάθεση είναι το όχι.

Ωστόσο με ενθουσιάζουνε δύο διαγωνισμοί ριάλιτυ: το αμερικάνικο Master Chef και το Project Runway. Τους τραγουδιάρηδες και τα ταλέντα τα βαριέμαι: προτιμώ να βλέπω να διαγωνίζεται κόσμος που μπορεί να φτιάξει κάτι.

Τις προάλλες πάντως έπεσα σε ένα My Style Rocks. Ελληνικό. Δεν θα πω για τα ρίγη θυμηδίας, οίκτου και αναφυλαξίας που μου προκάλεσε η κριτική επιτροπή. Το θέμα της βραδιάς ήταν «ντύσου σαν σταρ». Η Ραμόνα, η οποία μαθαίνω ότι εξελίσσεται στον Τσάκα της δεκαετίας, ήξερε πώς να σταθεί μέσα σε αυτό το υβρίδιο αποκριάτικου πάρτυ και κυριακάτικου τραπεζιού με τάχα μου αστή αρχαία θεία: είχε ντυθεί Γκρέις Τζόουνς. Μια άλλη είχε ντυθεί Μπιγιονσέ. Εγώ όταν την είδα νόμισα ότι είχε ντυθεί πορνοστάρ σε ταινία με κυριλέ μιλφάρες, αφού φόραγε κάτι μπούστα και ρόμπες αραχνοΰφαντες. Μια άλλη πίσω, που δεν φαινότανε και πολύ καλά, έμοιαζε σαν να βγήκε από κάτι πορνό παρωδίες του Sons of Anarchy με ολίγη από πανκιό ταινίας Δαλιανίδη. Μετά άλλαξα το κανάλι γιατί μία νόμιζε ότι έμοιαζε στην Τάμτα.

Αλλά ναι, νομίζω ότι η τσόντα έχει αλώσει το σέξι μας.

Να εξηγηθώ. Επαναλαμβάνω ότι επί της αρχής δεν έχω τίποτε κατά της πορνογραφίας: και αναγκαία είναι και ευχάριστη. Ευχάριστη για τους ευνόητους λόγους και αναγκαία ως αντίσταση και αντίπραξη στον ασκητισμό, στον πουριτανισμό και στην έξωθεν ρύθμιση του βίου, των επιθυμιών και των ηδονών. Επιπλέον, τάσεις και αισθητικές θέσεις που ξεκινούν από την πορνογραφία διαμορφώνουν και την αισθητική μας και τη νοοτροπία μας.

Και κάπου εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, γιατί η πορνογραφία δεν είναι ανεξαιρέτως επαναστατική και απελευθερωτική. Συγκεκριμένα:

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να έχεις πρόβλημα με την πορνογραφία. Η μεγάλη πλειονότητα του επαγγελματικά φτιαγμένου πορνογραφικού υλικού που κυκλοφορεί μας έρχεται είτε από μια γειτονιά του Λος Άντζελες, είτε από τρεις-τέσσερις ευρωπαίους υπερπαραγωγούς. Υπερφωτισμένα πλάνα, υπερσουλουπωμένες γυναίκες λες και φτιαγμένες από πρωτόγονο πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης, απόλυτη σεναριακή προσκόλληση στο εξής τελετουργικό: στοματικό αλλέ, στοματικό ρετούρ, λούπα· σφυροκόπημα α λα καρτ και αλλαγή στάσης (ν φορές, όπου ν≤4), τέλος στα μούτρα ή εκεί γύρω. Βλέπεις ουλές από τις προσθετικές, βλέμματα λιγωμένα μα ντεκαυλέ, δωμάτια ξενοδοχείων, πισίνες στελεχών και σαλόνια βιλλών, αλλόκοτες ανατομίες (αλογίσιες ψωλές ανεξαιρέτως περιτμημένες, μουνιά σα σχισμές κουμπαρά από τις εγχειρίσεις κτλ.), τανύσματα, διαστολές, διατάσεις, ακούς βρωμόλογα που δεν είναι βρωμόλογα παρά κάπως άνοστα ξόρκια. Και όλα τ’ άλλα είναι niche.

Η αισθητική αυτής της σχολής πορνογραφίας μάς έχει σβερκωθεί άσχημα. Αυτό είδα στο My Style Rocks. Η αμερικανική βιομηχανική τσόντα έχει διαμορφώσει πώς βλέπουμε το σέξι, το παιχνιδιάρικο, το καυλιάρικο — ακόμα και το πώς βλέπουμε το ντύσιμο ινδαλμάτων εκτός πορνογραφίας. Πέρα από το ότι έχουμε εθιστεί στη «φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινή, στη φάση «όλα στο φως» της αμερικάνικης εποχής μας«, ενδυματολογικά κάθε τι σχετικό με την επιθυμία και τη διέγερση περνάει σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το φίλτρο της πορνογραφικής ματιάς.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με το πώς αντιλαμβανόμαστε και ζούμε τους έρωτες και τα γαμήσια και με το τι προσδοκίες έχουμε από αυτά. Όπως έγραφα πέρσι,

διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες — ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπειξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.

Βεβαίως υπάρχουν εναλλακτικοί παραγωγοί πορνογραφίας, όπως η σχολή της Erika Lust και άλλες πολλές. Υπάρχει πια η ερασιτεχνική τσόντα, ιδιωτικής στόχευσης στη μεγάλη της πλειοψηφία. Υπάρχουν πολλές και διάφορες ερωτογραφίες.

Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει ότι η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που περιέγραψα πιο πάνω. Κι αυτό το πράμα δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, όπως φάνηκε και στις παραπάνω περιπτώσεις διαγωνιζόμενων στο ριάλιτυ, αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.

Και τι να κάνουμε; Τα γνωστά: να βρούμε την δική μας τσόντα, τη σωστή, όπως ψάχνουμε να βρούμε το δικό μας φαγάδικο και το δικό μας μπαρ· να βρούμε την πορνογραφία που ταιριάζει σε εμάς και που δεν μας αναγκάζει να συμμορφωθούμε με τις δικές της μανιέρες — πράγμα ευκολότερο αν είσαι πάνω από τριάντα, για να πω τη μαύρη αλήθεια. Και τι άλλο να κάνουμε; Να φτιάξουμε κι εμείς τη δική μας τσόντα.

Η σωστή εποχή

Κατά κάποιον τρόπο μεγάλωσα σε ενδιαφέρουσα εποχή.

Όταν ήμουν πολύ παιδί, αναρωτιόντουσαν οι μεγάλοι τι επώνυμο θα παίρνουν τα παιδιά που γεννιούνται σε «ελεύθερες σχέσεις», δηλαδή εκτός γάμου. Οι απαντήσεις σε τέτοια δυσεπίλυτα τότε ζητήματα δόθηκαν το 1982 με το νέο οικογενειακό δίκαιο.

Μετά αναρωτιόντουσαν όταν έβλεπαν ζευγάρια αντρών «ποιος από τους δύο κάνει τη γυναίκα». Εδώ οι απαντήσεις δόθηκαν παρακολουθώντας τα βάσανα του Στηβ Κάρινγκτον στη Δυναστεία — διότι μέγα το της ποπκουλτούρας κράτος.

Κατόπιν αναρωτιόντουσαν πώς τη βγάζουν τα ζευγάρια γυναικών χωρίς φαλλό. Μάλλον ακόμα την ψάχνουν την απάντηση οι μεγάλοι, οι μεγάλες βεβαίως τη γνώριζαν ανέκαθεν.

Τώρα που είμαι εγώ μεγάλος αναρωτιόμαστε πώς θα επιλύουν το θέμα της ζήλειας και της κτήσης όσοι συνάπτουν πολυσυντροφικές σχέσεις. Εκ πείρας όμως πλέον ψυλλιαζόμαστε ότι μάλλον ήδη γνωρίζουν την απάντηση οι ίδιοι.

Από το The Greek Cloud

Η φωτογραφία είναι του Itzhak Ben-Arieh

Η άχαρη γυμναστική του σεξ

Όταν ήμουν μικρός το γαλλικό μυθιστόρημα έχαιρε πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης απ’ όσο σήμερα. Ιδίως κάτι μυθιστορήματα με ήρωες εύπορους αστούς που τους κατατρύχουν ασαφή υπαρξιακά αδιέξοδα — πολύ πριν τις εστέτ μισανθρωπίες του Ουελμπέκ δηλαδή.

Όταν ήμουν μαθητής είχε πέσει στα χέρια μου η Οικογένεια Εγκλετιέρ του Ανρί Τρουαγιά. Η υπόθεση ήταν απλή σε γενικές γραμμές αλλά θυμάμαι μόνο την ατάκα πατέρα προς γιο να μη σιχαίνεται το αίμα γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο καθαρό από το αίμα, μια θεία σε ρόλο μητρικής φυσιογνωμίας και μια πιστή καθολική φοιτήτρια που τα είχε με ένα πιστό καθολικό παλληκάρι και πήγαιναν μαζί σε περιπάτους κι εσπερινούς (κάτι που θα ζούσα αργότερα με μια λουθηρανή αλλά τεσπά). Το ζεύγος, στο πρότυπο των αγνών νιάτων, δεν είχε ερωτικές σχέσεις, μάλιστα τότε δεν έκαναν ζαβολιές με δακτυλισμούς και καταγλωττισμούς τα αγνά νιάτα. Βεβαίως η πιστή κοπέλα τελικά κερατώνει τον ευσεβή νέο με κάποιον εμιγκρέ καθηγητή της — ή κάτι τέτοιο. Μετά την πλησμονή και κένωση παραπονιέται για την «άχαρη» ή «κωμική» γυμναστική που είναι η ερωτοπραξία — και γενικώς μελαγχολεί μετά.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αισθάνονται ότι η ίδια περίπτυξη, το old in-and-out, το γαμήσι τέλος πάντων, έχει κάτι το αντιαισθητικό καθεαυτό. Και για αυτούς η ερωτική πράξη μοιάζει σαν αντιαισθητική γυμναστική, την αντιλαμβάνονται σαν το σπασμωδικό κι επαναλαμβανόμενο μπρος-πίσω που κάνουν οι φιγούρες στο θέατρο σκιών ή, άλλοι, ως κάτι δεμένο πάνω στα κρουστά ρυθμικώς αφελούς μουσικής. Οι διατάσεις και οι επικύψεις, οι τανύσεις και οι εκτάσεις, οι γονυκλισίες και τα σπαγγάτα τούς θυμίζουν όντως άχαρη γυμναστική. Χώρια όλα τα άλλα βεβαίως: τα σάλια και τα λοιπά υγρά, οι λαβές και οι θηλασμοί και χώρια όσα λέγονται κι ακούγονται.

Δεν πρόκειται απαραιτήτως για ανθρώπους που φοβούνται ή σιχαίνονται τη λάγνευση και τις συνέπειές της. Πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για ανθρώπους με κάποιο «πρόβλήμα», όπως συνηθίζουμε να διαγινώσκουμε τους διαφωνούντες και αλλόνιωθους. Μάλλον όσοι βρίσκουνε το σεξ κωμικό κι άγαρμπο συνήθως προτιμούν όσα γίνονται αλλά δεν λέγονται ή και δεν αναπαρίστανται γενικότερα. Όπως δεν θα ήθελαν να ξέρουν πώς αντιδρούν ή τι γκριμάτσες κάνουν όταν παρακολουθούν κάτι που τους συναρπάζει, άλλο τόσο δεν θέλουνε να ξέρουνε πώς παράγονται μαζί τους ηδονές και οργασμοί. Ανθρώπινο κι αυτό, βεβαίως.

Αν και δεν ανήκω στους παραπάνω, αλλά και χωρίς να εξιδανικεύω το σεξ σαν Ιταλός σκηνοθέτης σοφτ πορνό, τους νιώθω τελικά: δεν είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με την εικόνα ή την αλληλουχία του γαμησιού (ούτε καν με την ορολογία του), ενώ η σωματικότητα παραγκωνίζεται ακόμα και από τα εξόχως αισθητά, αφού η αναπαράσταση του έρωτα περιορίζεται συνήθως στο πριν, στην αλληγορία ή τη μετωνυμία και στο μετά. Επίσης σχεδόν κανείς μας δεν αισθάνεται απολύτως ικανοποιημένος με την εικόνα του σώματός του — εκτός βεβαίως από κάτι απάλευτα πληκτικούς νάρκισσους, αρσενικούς και θηλυκούς, που περιπτύσσονται σαν γκιφάκια ή σαν κουρδιστά κουνέλια καθώς μπανίζουν την κορμάρα τους σε καθρέφτες κι οθόνες.

" … and even thou art a little queer"

Πολλές φορές, ως μέρος του αγώνα τους για δικαιώματα, χειραφέτηση και αυτό που λέμε «ορατότητα», δηλαδή αξιοπρέπεια πιο παλιομοδίτικα, πολλοί γκέι καταφεύγουν σε μια σειρά επιχειρημάτων που πάνε ως εξής: όλοι οι στρέιτ άντρες είναι κατά βάθος γκέι ή δοκιμάζουνε σποραδικά τον αντρικό έρωτα ή κατά βάθος θέλουνε να τον δοκιμάσουν αλλά ζορίζονται ή κιοτεύουν. Αυτά συνήθως λέγονται όχι ως μέρος κάποιας στρατηγικής παρά μάλλον αυθόρμητα (και πολλές φορές μετά λόγου γνώσεως): ο γκέι άντρας θα τονίσει σε μια συζήτηση πόσοι κατ’ όνομα στρέιτ άντρες ζουνε διπλές ζωές, ή παίρνονται περιστασιακά (προσθέτοντας καλαμπουράκια για το πώς η αντρίλα και το ματσιλίκι τους συνυπάρχουν με πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις και ροπές). Άλλοι, και πάλι συνήθως βασισμένοι στην εμπειρία τους, θα προσπαθήσουνε να καταδείξουν ότι οι περισσότεροι άντρες είναι αμφισεξουαλικοί, όρος που πάντως αντιπαθούν κάποιοι ακραιφνείς queer ακτιβιστές, ή ότι οι περισσότεροι άντρες είναι bicurious και heteroflexible ή δεν ξέρω τι όρο θα χρησιμοποιήσουν προερχόμενο από την πορνογραφία, που τόσο απροκάλυπτα κι απενοχοποιημένα ― μέχρι και σε επίπεδο θεωρητικής συγκρότησης ― στέργει το γκέι κίνημα.

Φρονώ ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν επιθυμήσει, έστω και μια φορά, κάποιον άντρα, ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν έστω μισοκαυλώσει στην όψη άλλου αντρικού σώματος. Όταν λοιπόν δω τέτοια σχόλια να αντιμετωπίζονται με αγανάκτηση συνήθως συμπεραίνω είτε ότι έπεσα στην περίπτωση είτε ότι τέτοιες επιθυμίες μάλλον καταπιέζονται απηνώς. Σε γενικές γραμμές, δεν ξετρελαίνομαι για στεγανά και, όπως είπα αλλού, «νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες».

Ωστόσο το επιχείρημα «όλα τα αγοράκια κατά βάθος είμαστε λίγο αδερφές, άρα αποδεχτείτε εμάς τα εντελώς γκέι αγόρια» πάσχει βαριά· μιλάω για τα αγόρια επειδή με τα κορίτσια που θέλουνε (και) κορίτσια τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, βασικά λόγω πατριαρχίας: οι αδερφές είναι εξωμότες, οι λεσβίες είναι κάτι βλαμμένες που είτε δεν βλέπονται είτε δεν τους κόβει να βρουν άντρα είτε δεν έχουνε κανονιστεί δεόντως ακόμα.

Γιατί όμως «πάσχει» το επιχείρημα;

Πρώτον, κανένας αγώνας δεν κερδήθηκε με το να πείσεις τον προνομιούχο (τον στρέιτ άντρα στην περίπτωσή μας) ότι μετέχει της φύσης σου. Το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων είναι πολιτικό, δεν είναι πρόβλημα του να νιώσουμε όλοι την αγάπη (ή τον φαλλό). Αν οι αγώνες κερδίζονταν με το επιχείρημα «είσαι κι εσύ, προνομιούχε, λιγάκι σαν κι εμένα που με στιγματίζεις», το ισχυρότερο επιχείρημα του φεμινισμού θα ήταν οι μαντράχαλοι που ντύνονται «γυναίκες» (πουτάνες συνήθως) τις Απόκριες.

Δεύτερον, οι δεινότεροι και πιο ακατάβλητοι πολέμιοι των δικαιωμάτων των γκέι αντρών (για να το περιορίσω σε αυτούς) είναι ακριβως κάτι ενοχικές κρυφές αδερφές, αφού «μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. […] μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε». Δεν ξέρω λοιπόν τι εξυπηρετεί να πείσεις ακόμα περισσότερους άντρες ότι θα ήθελαν να παίρνονται κυρίως ή αποκλειστικά με άντρες, μήπως τελικά μάλλον στρατολογείς εχθρούς των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων; ― δεν χρησιμοποιώ τον όρο «ομοφοβία» γιατί όπως δεν είπε ο Μόργκαν Φρήμαν: «Δεν είναι φοβία. Δεν είσαι φοβισμένος, αρχίδι είσαι.»

Εναντίον του έρωτα

Πολλά προβλήματα ξεκινούν όταν επιδιώκουμε να ρυθμίσουμε όψεις του ανθρώπινου βίου τζαμώνοντας ασφυκτικά πάνω τους ένα άκαμπτο σύστημα αρχών, σύστημα με απόλυτη εσωτερική συνέπεια.

Άλλα προβλήματα, διαφορετικά, προκύπτουν όταν αποθεώνουμε κι εξιδανικεύουμε όψεις και πτυχές του ανθρώπινου βίου, ανάγοντάς τες στο εν και το παν, ελεατικώ τω τρόπω ας πούμε. Για την αγάπη τα είπαμε. Για την πολιτική τα έχουνε πει κι άλλοι. Ας πιάσουμε τον έρωτα.

Είναι βαθιά προβληματική η αναγωγή του έρωτα στη μία αξία, στο ένα κινούν, στο παν. Είναι λίγο σαν να βγήκαμε από εκείνο το χαζούλι διηγηματάκι του Μπορίς Βιάν, τη Ροζ Ομίχλη, όπου όλοι παντού λαγνουργούν γιατί τους σκέπασε η αντάρα του τίτλου.

Δεν πρόκειται για ζήτημα προσωπικών κλίσεων και προτιμήσεων. Είμαι και παραμένω θιασώτης, ικέτης, ρέκτης, οικέτης του έρωτα — παίκτης του δεν έγινα και δεν σκοπεύω να γίνω — και μάλλον αυτό το καθεστώς θα παραμείνει μέχρι να γίνω κάποιου είδους κομψός πορνόγερος, ρεμβαστής ή σαρδανάπαλος.

Ποτέ όμως δεν χώνεψα τον ερωτοκεντρισμό. Ποτέ δεν μπόρεσα να τον νιώσω. Επαναλαμβάνω, όχι ότι δεν με απασχολεί ο έρωτας, όχι ότι δεν απορώ με ανθρώπους που προτιμούνε την μπάλα ή τα σπα από το σεξ. Απλώς ο ερωτοκεντρισμός ως ιδεολογία — και όχι ως διάθεση — μού φαίνεται κωμικός, μονομερής κι ανεδαφικός. Με ξενίζει η ιδέα ότι ο έρωτας σώζει, λόγου χάρη. Ας πούμε ότι η αγάπη σώζει, γι’ αυτό είναι πολύ πιο σπάνια απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Και πάλι: δεν σκώπτω την ερωτική μανία για κάποιαν, κάποιον, κάποιες, κάποιους — πείτε την και πάθος, λύτρωση, καύλα, τεπετακλάζ, τύφλα ή φώτιση, έστω και καψούρα. Αυτά είναι πράματα ιερά κι ανεξήγητα, υποθέσεις πνευματικές και ο μόνος τρόπος να σειστούν και να τρίξουν πολλοί άνθρωποι, και δη όσοι δεν σκαμπάζουν από τέχνες και φύση ή λεπτότητες.

Όμως ο έρωτας ως το παν και το εν και ως ιδεολογία; Ποιος έρωτας; Το ρομαντικό κατασκεύασμα; Μπορεί να χορτάσει αυτό το πράμα την ψυχούλα του ανθρώπου; — γιατί το πνεύμα του δεν το θρέφει με τίποτα. Είναι δυνατόν να αφιονίζουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κυνηγάει τον ρομαντικό-ιδανικό έρωτα, αυτή τη ζαχαρόπηκτη μαλακία για δύο, και να τον ρίχνουμε στη δυστυχία ξανά και ξανά και ξανά καθώς δίνει ευκαιρίες σε ακόμα έναν μαλάκα, σε ακόμα μία μαλάκω; Δεν γίνεται να προωθούμε τη λατρεία του ρομαντικού έρωτα με τις συμπληρωματικές προσκυνήσεις της χιμαιρικής αιώνιας νεότητας, της ανιαρής ακύμαντης συντροφικότητας, της μονομανούς αφοσίωσης. Αυτό θέλουμε να είναι όλα; Αυτό θέλουμε να είναι το κέντρο του κόσμου μας και το παλλάδιο της ζωής μας; Ένα happily ever after για δύο σε σπίτι στα προάστεια;

Μπορεί να είστε πιο ροκενρόλ, πιο οξειδωμένοι στη νοτιά των ανθρώπων και να εννοείτε τον έρωτα των άκρως αισθητών. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν γαμήθηκε με αγάπη — η αγάπη θα έρθει μετά, αν θα έρθει, που συνήθως δεν έρχεται, και πολύ καλά κάνει. Και πάλι, είμαι από τους τελευταίους ανθρώπους που θα στηλιτεύσουν τη μετά λόγου γνώσεως πολυγαμία (δηλαδή όχι στην πλάτη αθώων), τις αρπαχτές και τις τύφλες ή το φακμπαντιλίκι. Άλλωστε, το υπαινίχθηκα από πάνω, οι δύσκολοι έρωτες είναι δύσκολοι και οι εύκολοι καμμιά φορά δυσκολότεροι.

Δεν μπορεί λοιπόν αυτός ο έρωτας, των σωμάτων χωρίς τούρτες και σορόπια, να γίνει το παν και το εν και, που λένε, να είναι φιλοσοφία ζωής κι η μόνη σωτηρία; Σίγουρα το σεξουαλικό πάθος είναι ο «πυρήνας της βούλησης για ζωή«. Αλλά αν αντί για τη ζωή ασχολείσαι μόνο με τον πυρήνα της, το κουκούτσι της, και τον εξιδανικεύεις, μήπως έχεις πετάξει όλη τη σάρκα της ζωής στο μεταξύ; Δεν είσαι λιγάκι σαν τους ασκητάδες που πετούνε στα σκουπίδια αυτή τη ζωή σε αναμονή μιας άλλης καλύτερης αλλού;

Επαναλαμβάνω, «ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες». Όμως «η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.»

Το πρόβλημα με την εξιδανικευση του έρωτα των σωμάτων δεν βρίσκεται όμως μόνο στο επίπεδο της αναπαράστασής του, αλλά και στο ότι τελικά τον μετατρέπει σε κάτι που βρίσκεται απέναντί μας, σε ιδανικό αλλά και σε πράγμα έξω από εμάς. Καταλήγουμε να  αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα ως κάτι που ναι μέν αφορά ψωλές και μουνιά και τα υπόλοιπα κορμιά μας αλλά στην εξιδανικευμένη και φαντασιακή εκδοχή τους, ως ζήτημα επίδοσης που συνοδεύεται από το αιτημα διαρκούς ανάπτυξης ή νέων ρεκόρ: την επόμενη φορά περισσότεροι και δυνατότεροι οργασμοί, αεροπλανικότερες κινήσεις, νέες στάσεις, μεγαλυτερες διάρκειες, καινούργια αξεσουάρ ― ντε και καλά.

Η εξιδανίκευση του σεξ συνδέεται στενά με την αναγωγή της πορνογραφίας από εκτόνωση, βοήθημα, ψυχαγωγία κι ανταρσία (που είναι και θα είναι) σε λεπτομερείς οδηγίες χρήσεως, σε σαβουάρ βιβρ (ή σαβουάρ μπαιζέ), σε οδηγό και κριτήριο. Κάθε θρησκεία ψάχνει τις γραφές της και τις κωδικοποιεί εκ των υστέρων πάντα, και οι γραφές είναι πάντοτε ρυθμιστικές και κομματάκι απάνθρωπες.

Νομίζω λοιπόν ότι αντί να αποθεώνει κανείς τον Έρωτα, καλύτερο είναι να κάνει έρωτα, ή να ζει τον έρωτα, όπως δύναται κι επιθυμεί. Κι αν θέλει μετά, ας μιλήσει γι’ αυτόν. Αλλά ακόμα μια θρησκεία, η ερωτολατρία, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε.