Εγκώμιο του χωρισμού

ή «Περί πυρός και πάγου»

Η παγετός που φέρνει τον χωρισμό έχει αποτελέσματα παρόμοια με τη φλόγα του πάθους: παραλύει, τρελαίνει, σε τρώει και σε διαλύει από τα μέσα προς τα έξω. Και ο παγετός και η φλόγα θα σε σκοτώσουνε στο τέλος, αν τα αφήσεις: η φλόγα, αφού κάψει όλα τα σκοτάδια σου, αφού παραγάγει θερμότητα και ίσως λίγο φως, θα κατάκαψει εσένα· ο παγετός θα κάνει να εκραγούν όλα τα τριχοειδή της ψυχής σου, όλες οι λεπτές δομές που σε κάνουν αυτόν που είσαι, είναι μαύρος πάγος και γάγγραινα που θα σε σκοτώσει — αν δε χωρίσεις.

Κάποιες εποχές έβλεπαν με καχυποψία το ερωτικό πάθος, δηλαδή τη φλόγα. Υποτιμούσαν τη θερμότητα που άφθονα εκλύει και αγνοούσαν επιδεικτικά το εφήμερο αλλά σκληρό φως που παράγει, φως που μας affina και μας καθαίρει. Έμεναν στην τρέλα και στον πόνο, στην άγρια πείνα που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις. Η δικά μας εποχή βλέπει με καχυποψία και συγκατάβαση τον χωρισμό, τον ακρωτηριασμό που σταματάει την πρόοδο του γαγγραινώδους παγετού. Αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα φρικτό τέλος που μας γλυτώνει από μια φρίκη χωρίς τέλος — είναι όμως (πάντα) φρικτό; Η εποχή μας μένει στην τρέλα και στον πόνο του χωρισμού, στην άγρια μοναξιά που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις.

Εγώ πάλι νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για τον χωρισμό. Δε με ενδιαφέρει να φτιάξω μια χονδροειδή αντιθετική σχέση πάθους και παγετού που οδηγεί στον χωρισμό. Λίγη διαλεκτική είναι αναπόφευκτη, αλλά πέρα από τη συμμετρία του σχήματος, με απασχολούν άλλα.

Το πάθος, η φλόγα, θα σβήσει. Πάντα σβήνει. Σε πέντε-έξι τέρμινα. Το πότε ακριβώς, εξαρτάται: ίσως όταν καταναλώσει όλα τα σκοτάδια, ίσως όταν διατρέξει σα δασική πυρκαγιά όλο το σώμα επανειλημμένα με τον επιλεκτικό τρόπο που κάθε καινούργιο πάθος το καίει, ίσως όταν η θερμότητα που εκλύει καταστρέψει τα πάντα γύρω του, ίσως προκαλώντας ασφυξία στον εαυτό του καταναλώνοντας και την έσχατη ανάσα οξυγόνου, ίσως και με άλλους τρόπους. Το θέμα είναι ότι το πάθος θα αναλώσει και θα αναλωθεί — μπορεί και να αλώσει. Μετά τι;

Αν το πάθος έχει πετύχει να φέρει κοντά δύο ανθρώπους, όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι συνήθως συμβαίνει, κατόπιν τα πράγματα παίρνουνε τον δικό τους μοναδικό και ανεπανάληπτο δρόμο: συνταγές στα ανθρώπινα δεν υπάρχουν. Αν λοιπόν μετά το πάθος παραμείνουνε μαζί οι εραστές, μένουνε μαζί είτε λόγω αδράνειας και κοινών εξωτερικών παραγόντων (π.χ. χρέη, εφορία, σπίτια, πράσινες κάρτες κτλ.), είτε λόγω προσωπικής ευθύνης και καθήκοντος, είτε λόγω άλλων δεσμών. Η αδράνεια, η απλή συνήθεια και οι συμβατικές υποχρεώσεις ποσώς με αφορούν. Η ευθύνη και το καθήκον είναι λίγο πολύ αυτονόητα κίνητρα: είτε για χάρη των παιδιών, είτε γιατί αισθανόμαστε ότι ο άλλος ή η άλλη έχουνε την ανάγκη μας παραμένουμε στο ζευγάρι, αγοράζοντας ακριβά ηθική ανωτερότητα, κάνοντας το σωστό. Πόσες φορές έχω ακούσει ότι «δεν μπορώ να χωρίσω γιατί η Χ / ο Ψ θα μείνει έρμαιο / θα γίνει κομμάτια / θα σαλτάρει / θα πεθάνει».

Και φτάνουμε στους «άλλους δεσμούς». Ίσως είναι η αγάπη: ποιος δε θέλει να είναι κοντά σε αυτόν ή σε αυτήν που αγαπάει. Αλλά μάλλον είναι άσχετη η αγάπη: άλλωστε, ένα από τα υπέροχα παράδοξα της αγάπης είναι ότι αντέχει και την απόσταση — όπως και τόσα άλλα. Ίσως είναι ότι το ζευγάρι έχουνε γίνει ενός είδους fuck buddies (σε κλειστή ή, σπανιότερα, ανοιχτή σχέση): στο κάτω κάτω, ζευγάρι χωρίς κάποιου είδους σεξ δεν υπάρχει — μέχρι και οι μανάδες μας μας τα έλεγαν αυτά. Όμως το fuckbuddyλίκι είναι πολύ ευάλωτο σε ένα καινούργιο πάθος. Ίσως είναι και κάτι άλλο που μας κρατάει κοντά: η αίσθηση ότι ο άλλος ή η άλλη δεν είναι απλώς κομμάτι της ιστορίας μας — άλλωστε όλοι και όλες που (δεν) κάναμε κάτι (τελικά) είναι κομμάτι της ιστορίας μας: από την αρπαχτή της Ίου μέχρι την ορφανή της Χίου, από τον τσοντόβιο αθλητή μέχρι τον μπαρόβιο με την κοιλιά κτλ. κτλ. Αυτό το άλλο που μας κρατάει κοντά είναι ότι ο άλλος ή η άλλη είναι κομμάτι από τη ζωή μας. Αυτό που μπορείς να πεις «έρωτα μετά το πάθος».

«Α, να!», θα πούμε όλοι όσοι μένουμε με πείσμα σε μια σχέση μετά το ερωτικό πάθος, «αυτό έχουμε: έναν πνευματικό δεσμό, το δέσιμο που έχουνε δυο άνθρωποι που ο ένας είναι ουσιαστικό κομμάτι της ζωής του άλλου: δε χωρίζουμε εμείς». Κι όμως, όποιος και αν είναι ο δεσμός μας με το ταίρι μας (σύμβαση κι αδράνεια, καθήκον, αγάπη, fuckbuddyλίκι, ‘έρωτας’), είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, η πιθανότητα μια μέρα, στα εφτά τέρμινα ή στα πολλαπλάσια του εφτά τέρμινα, να ενσκήψει ο παγετός.

Αυτό το αρνητικό πάθος, προχωράει σιγά αλλά σταθερά, αντίθετα με τη φλόγα του πάθους που αναπηδάει και κάνει ό,τι κάνει με προόδους τρελές. Μαραίνει πρώτα τα καθημερινά ή μαραίνει πρώτα τα μεγάλα, προκαλεί ναυτία και ανηδονία και πολύ πέρα από τα κρεβάτια. Σβήνει τα χρώματα και σαν κακός παραγωγός χορευτικών επιτυχιών αφήνει μόνο το μπιτ της ρουτίνας και ένα επίμονο κοντίνουο υποχρεώσεων, κύκλους καθηκόντων και ανούσιων περισπάσεων. Αφαιμάσσει από κάθε χαρά τα πάντα, εξαχνώνοντας την ευτυχία από τα μικρά πράγματα — δηλαδή από εκεί όπου πράγματι ευδοκιμεί η ευτυχία. Μαζί με τη σχέση μαραίνονται και οι άνθρωποι. Πολλές φορές τα ζευγάρια αισθάνονται τη ζωή να στραγγίζει από πάνω τους και από πάνω από τη σχέση και προσπαθούνε να ξεφύγουν από την κινούμενη άμμο όπου έχουνε πέσει: καταφεύγουν σε τετ-α-τετ, σε ακόμα ένα παιδί, σε μεταναστεύσεις, σε ερωτικούς πειραματισμούς, σε νέες ρουτίνες, σε συμβούλους γάμου, σε γενναίες αποφάσεις να αλλάξουνε ζωή. Ενίοτε δουλεύει κάτι από αυτά: ούτε συνταγές αλλά ούτε απόλυτη ματαιότητα υπάρχει στα ανθρώπινα. Συνήθως όμως δε δουλεύει κάτι από αυτά και το βρυκολάκιασμα συνεχίζεται. Το βρυκολάκιασμα φέρνει καβγάδες και διαρκή ένταση, η αξιοπρέπεια διαβρώνεται και χάνεται: στο τέλος ο άλλος ή η άλλη είναι εχθρός σου, όπως και ο εαυτός σου είναι πια εχθρός σου.

Εκεί πρέπει να έρθει η λύτρωση: ο χωρισμός. Αν το πάθος μάς κάνει ανθεκτικούς στον πόνο, ο χωρισμός απαιτεί να αντέξεις την προσδοκία του πόνου. Να ακρωτηριάσεις και να καυτηριάσεις. Για να σώσεις ό,τι μένει από τη σχέση δυο ανθρώπων, αν μένει κάτι, και για να σωθείς από το να αποξηρανθείς εντελώς και να γεράσεις, να απωλέσεις την αξιοπρέπεια και (κυρίως) κάθε δυνατότητα για χαρά.

Το νερό είναι προϊόν καύσης: καμενο υδρογόνο. Το νερό μπορεί να ξεδιψάσει, μπορεί να δροσίσει και μετά να στεγνώσει, μπορεί και να πνίξει. Μόνο να αναφλεχθεί δε γίνεται, είναι ήδη καμένο.

Ο χωρισμός δεν είναι ήττα, είναι σωτηρία. Κανείς δε χώρισε πρόωρα, οι περισσότεροι χωρίσαμε πολύ αργότερα από όταν έπρεπε, άντε στην ώρα μας αν ήμασταν τυχεροί. Και στο κάτω κάτω, κανείς χωρισμός δεν είναι αμετάκλητος — εκτός και αν πρέπει να είναι αμετάκλητος.

Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής

Για λόγους που ξεκίνησε να μου εξηγεί πάρα πολύ πρόσφατα, ο πατέρας μου ήταν αποφασισμένος να γίνει σωστά η διαπαιδαγώγηση των παιδιών του. Αυτό περιλάμβανε και τη σεξουαλική τους διαπαιδαγώγηση. Αγόρασε λοιπόν μαζί με την εγκυκλοπαίδεια του Ντίσνεϋ, σε είκοσι λεπτούς λευκούς τόμους, την Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής, από τον ίδιο εκδότη. Έναν χρόνο αφού μας είχε πάρει τη Δομή (που εξακολουθώ να θεωρώ καταπληκτική εγκυκλοπαίδεια και πολύ στρωτά γραμμένη).

Η Εγκυκλοπαίδεια (όχι η Δομή, ή του Ντίσνεϋ, η άλλη) ήταν εφτάτομη νομίζω. Ξεκίναγε με έναν πολύ λεπτό τόμο για μικρά παιδιά, κάθε τόμος κάλυπτε 2-3 χρόνια, ενώ ο τελευταίος λεγόταν «Ενήλικες» και ήταν ο πιο χοντρός. Τοποθετήθηκε σε χαμηλό ράφι αλλά όχι φάτσα φόρα. Ήτανε μετάφραση από τον Άρη Αλεξάνδρου συλλογικού έργου στα γαλλικά, με πολύ ιδιαίτερη εικονογράφηση: από τη μια ασπρόμαυρες απλές φωτογραφίες, από την άλλη ανατομικά σχεδιαγράμματα με αλλόκοτα χρώματα. Θυμάμαι ένα σχεδιάγραμμα που αναπαριστούσε την τομή της Εισχώρησης όπου τα σώματα και τα σχετικά όργανα είχαν αποδοθεί με μωβ. Όπως έλεγαν και οι συγγραφείς, με αυτόν τον τρόπο τα σκίτσα θα πληροφορούσαν χωρίς να σοκάρουν.

Οι πρώτοι τόμοι μίλαγαν για το πώς διαφέρουν τα αγοράκια και τα κοριτσάκια και για τα βασικά της αναπαραγωγής. Εννοείται ότι δεν περίμενα να φτάσω τη σχετική ηλικία για να προαχθώ στον επόμενο τόμο, εννοείται ότι ο τόμος Ενήλικες είχε γίνει (και παραμένει) φύλλο φτερό πολύ πριν ενηλικιωθώ. Εννοείται ότι στα δέκα ήξερα (θεωρητικά, νταξ) για την ύπαρξη των σαλπίγγων και, αν και πιο θολά, της κλειτορίδας. Εννοείται ότι όποιος έψαχνε καμασούτρες και στάσεις στην Εγκυκλοπαίδεια (όπως π.χ. εγώ στα δώδεκα-δεκατρία) θα απογοητευόταν (όπως εγώ).

Θυμάμαι όμως να πηγαίνω σχολείο απογευματινός μετά από πρόσφατη ανάγνωση του τόμου Ενήλικες και σε μια γωνία της γειτονιάς, θυμάμαι τη γωνία, να σκέφτομαι πόσο αβάσταχτα όμορφο πρέπει να είναι να μπορείς να είσαι γυμνός με μια γυναίκα, σφιχτά κολλημένος πάνω της, να τη φιλάς στον λαιμό και να φιλάς τα χείλη της και να έχει ησυχία γύρω σας. Για περιπτύξεις, ερεθισμούς, εισχωρήσεις και γαμεύσεις τίποτα: μόνο να είμαι κολλημένος γυμνός πάνω σε μια γυναίκα γυμνή. Το αστείο είναι ότι σε αυτή τη φαντασία έπαιζε και μια μελωδιούλα την οποία θυμάμαι ακόμα και την οποία δεν έχω ιδέα πού άκουσα. Δική μου πάντως δεν πρέπει να είναι.

Δεν είχα λοιπόν απορία για το πώς είναι τι. Ό,τι μπορούσα να καταλάβω, το καταλάβαινα. Στις φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα της Εγκυκλοπαίδειας δεν πρυτάνευε τόσο ο ακαδημαϊσμός ή ο ανατομισμός αλλά μια κάπως εστέτ προσέγγιση: δείτε πόσο όμορφο είναι το γυμνό κορμί. Το σεξ παρουσιαζόταν ως ό,τι πιο όμορφο και θεωτικό μπορεί να ζήσει άνθρωπος: η Εγκυκλοπαίδεια ήτανε γραμμένη τη δεκαετία του ’70, χαμογελάει κανείς πικρά. Θυμάμαι τσιτάτα του στυλ «Τα χέρια υπάρχουν για να μη μένει βουβή η ψυχή μας — θιβετιανή παροιμία», στάνταρ απόκρυφη, εικονογραφημένη με μια σκηνή από Μπουνιουέλ, όπου κάποιος περιβάλλει με τις χούφτες του και τα δυο στήθη μιας γυναίκας — αφήνοντάς με για χρόνια με την απορία τι αφή να έχουνε τα γυναικεία βυζιά, όταν το διαπίστωσα ιδίοις χερσί ένιωσα κατάπληξη (με την καλή έννοια). Παράλληλα, η Εγκυκλοπαίδεια (όπως και τα τσοντοπεριοδικά στο σχολείο) δεν έδινε πολλές λεπτομέρειες για τον παλινδρομικό χαρακτήρα της γαμιάς (που λέει κι ο Εμπειρίκος), κι εκεί είχα μεγάλα κενά, μια και άργησα να ασχοληθώ και με το εργόχειρο της μαλακίας.

Κι έτσι η πρώτη μου επαφή με το σεξ σαν ιδέα και σαν αναπαράσταση δεν ήταν η ανεξήγητη πείνα και ζαλάδα και τρέμουλο που σε καίει (και θα σε καίει), το γνωστό αμάχανον όρπετον, η πρώτη κρούση της καύλας, δεν ήτανε καν η απορία γιατί κατουρήθηκες πάνω σου τη νύχτα και σου άρεσε κιόλας (ήμουν προετοιμασμένος για το ότι δεν ήτανε τσίσα αυτά): χάρη στην Εγκυκλοπαίδεια, η πρώτη μου επαφή με τον πυρήνα της βούλησης για ζωή ήταν η επαγγελία ομορφιάς και χαράς, η υπόσχεση της ξαγρύπνιας — ήτανε μέσα από τη γνώση, έστω κουτσή και με μωβ κόλπους, κλειτορίδες με αερογράφο, πέη μπλε σε στύση. Και τριχωτά μοντέλα σέβεντιζ, μουστάκια οι άντρες, παλ ρώγες οι γυναίκες, που μάλλον πήρανε τον ρόλο γιατί έμοιαζαν με μέσοι άνθρωποι στα μάτια των πανεπιστημιακών συγγραφέων της Εγκυκλοπαίδειας. Αλλά τι να κάνουμε, από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς.

Κι όλα αυτά δε σημαίνουνε πολλά: από μια ηλικία και μετά, ας πούμε από τα 19 με 25 και μετά στον κόσμο που μας μεγάλωσε νταντεύοντάς μας, παίρνουμε στα χέρια μας ό,τι υλικό είμαστε, με ό,τι αυτό περιέχει (μπόλικα σκατά, συν τοις άλλοις), όπως το έπλασε το περιβάλλον μας (δίνοντας έμφαση στα σκατά συνήθως), και το αναλαμβάνουμε και το ζούμε με βάση τις αποφάσεις μας, την κρίση μας, τη γαμημένη την ελευθερία που έλεγε κι ο Καμύ (Καμύ ή Καμύς ρε παιδιά; συμφωνήστε οι γαλλόφωνοι και πείτε). Και με βάση τον πυρήνα της βούλησης για ζωή.

Η κόκκινη καραμέλα της αγάπης

«Είναι ωραίο τα καλά πράγματα να κρατάνε για πάντα», διαπιστώνει η διαφήμιση, αφού μας έχει δείξει από πολύ κοντά τα πρόσωπα ενός ερωτευμένου ζευγαριού καθώς ασπάζονται το ένα το άλλο διαχρονικά από την εφηβεία μέχρι τα γεράματα, σε μια συνοπτική ερωτοτροπία. Η κάμερα παραμένει προσηλωμένη στα πρόσωπα ενώ το φόντο, σε φλου, αλλάζει: βορειοευρωπαϊκός κήπος, κλαμπ, φοιτητικό δωμάτιο, οικογενειακό σπίτι με σιλουέτα παιδιού στο βάθος — σπίτι από το οποίο δεν ξεφεύγουμε μέχρι το τέλος της σύντομης περιστροφής της ματιάς μας γύρω από τα δύο πρόσωπα.

Ο τρόπος που παριστάνεται το ζευγάρι λέει «έρωτας»: υπάρχει το απότομο τέντωμα αλλά και η ένταση της επιθυμίας. Λέει και «διάρκεια παρά τις αντιξοότητες»: περνούν και κάποιες σκυθρωπές σκιές από τα πρόσωπα. Λέει, τελικά, «αγάπη»: η κινηματογράφηση την υπονοεί σαφέστατα. Αυτή η αγάπη είναι ο όρος σύγκρισης για πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας.

Η χυδαιότητα του να χρησιμοποιείς τη σχέση δύο ανθρώπων, σχέση που έχει διάρκεια και εξυπακούει ‘αγάπη’, για να πεις «να, έτσι είναι και το πρόγραμμα που προσφέρουμε» είναι προφανής και θα αποτελούσε αφορμή έντονης δυσφορίας, αν δεν είχαμε πια συνηθίσει πολλά και τρισχειρότερα. Δε θέλω να σταθώ σε αυτό όμως, παρά στο πώς γίνεται η αγάπη ως καραμέλα να χρησιμοποιείται για να διαφημιστούν προγράμματα κινητής τηλεφωνίας. Γιατί να είναι πρόσφορο να πουλήσεις ένα προϊόν χρησιμοποιώντας μια μακροχρόνια σχέση ενός ζευγαριού, ταυτίζοντάς την μάλιστα με την αγάπη;

Η αγάπη στην επίμαχη διαφήμιση είναι μια μεταφορά για τη διάρκεια του συμβολαίου. Η ταύτιση ερωτικού πάθους, μακροχρόνιας συμβίωσης και αγάπης παρουσιάζεται ως πηγαία, αυτονόητη και αβίαστη, ως κάτι νορμάλ. Τέλος, σχολιάζεται ως «καλό πράγμα» — και ποιος θα διαφωνούσε;

Από πού προέρχεται αυτή η ταύτιση πάθους, συζυγίας και αγάπης; Μάλλον δεν πρόκειται για εμπειρική παρατηρήση που προκύπτει αν κοιτάξει κανείς τα ζευγάρια γύρω του. Άρα μάλλον πρόκειται για κάποιο ιδανικό. Η μονογαμικότητα, έτσι κι αλλιώς, είναι πανάρχαιο αίτημα, που παραδοσιακά προοριζόταν να διαφυλάξει τη γνησιότητα των τέκνων και να ρυθμίσει ζητήματα κληρονομιάς. Την παραδοσιακή μονογαμικότητα όμως δεν την έτρεφε το ερωτικό πάθος, ούτε η παραδοσιακή μονογαμική σχέση εκπήγαζε από την αγάπη. Στον αντίποδα αυτής της πιο πρακτικής και πραγματιστικής (πεζής, ίσως, και σίγουρα πατριαρχικής) αντίληψης της μονογαμίας, βρίσκεται η εποχή μας: η διάρκεια στη σχέση έχει πλέον στηθεί ως ένα ηθικό είδωλο στο οποίο έρωτας, συντροφικότητα, κοινός βίος και αγάπη ταυτίζονται αδιαιρέτως ως ομοούσια.

Νομίζω πως αυτή η ταύτιση του έρωτα με τη συζυγία και με την αγάπη προέκυψε από τη συνάντηση του Χόλυγουντ, που τη θεωρεί δεδομένη και την προβάλλει ως τη μία και μοναδική λύση σε κάθε πρόβλημα ανθρώπινων σχέσεων, και της σεμνής, ας πούμε νεορθόδοξης, ερωτικής χειραφέτησης που χρονολογείται από τη δεκαετία του ’80.

Πιο αναλυτικά: στην Ελλάδα μετά τον χουντικό γύψο ακολουθήθηκε βεβαίως η πoρνογραφική οδός αντίδρασης: η απελευθέρωση των επιθυμιών θα επερχόταν, δια της σοσιαλδημοκρατικής μεθόδου, με σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρώτα στα τσοντοσινεμά και αργότερα μέσω βίντεο.

Σχεδόν παράλληλα διατυπώθηκε και έγινε δημοφιλής η (ας την πούμε) νεορθόδοξη μέθοδος. Ακούγονταν φωνές ότι και οι πατέρες μας (οι μητέρες δεν αγγίζονται τόσο εύκολα) μίλησαν για τον έρωτα, ότι και στων Ελλήνων τις κοινότητες ερωτευόταν ο κόσμος, ότι τα δημοτικά τραγούδια μιλάγανε για εκτός γάμου σχέσεις αλλά και για πάθη έκνομα. Δε χρειαζόμαστε λοιπόν τη βιομηχανική πορνογραφία της Δύσης: έχουμε την παραδοσιακή μας τέχνη και οικοτεχνία. Τέλος, γραπτά εκκλησιαστικών πατέρων όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι επιστρατεύτηκαν επιμελώς για να στηρίξουν την καθ’ ημάς ερωτική μεταρρύθμιση. Η όλη προσπάθεια συνοψίστηκε σε ένα εκτός συμφραζομένων πρόσταγμα του ιερού Αυγουστίνου: «αγάπα και κάνε ό,τι θες». Δεν ήτανε και λίγο κάτι τέτοιο για τη βαθιά θρησκόληπτη νεοελληνική κοινωνία: ο Θεός μάς λέει να «κάνουμε έρωτα» και να γίνουμε, ενδεχομένως, παραβατικοί στο όνομα του έρωτα. Δηλαδή της αγάπης.

Κι έτσι, η ερωτική χειραφέτηση συσχετίστηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε γλυκά, με την αγάπη. Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντυ εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Έλληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Όσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες.

Από εκεί μέχρι το ιδανικό της μονογαμικής σχέσης, όλο ερωτική ευωχία και οργασμική τρυφή, που είναι και παθιασμένη και ισόβια, που δημιουργεί οικογένειες και αγοράζει σπίτια, που ουδέποτε πίπτει και που πηγάζει από αληθινή αγάπη — είναι ένα τσιγάρο δρόμος, από τα τσιγάρα που γίνονται μετά τη συνεύρεση και ανάκραση ψυχών.

Αυτό το στιλπνό ιδανικό του «για πάντα» είναι λοιπόν στην περίπτωσή μας παιδί του Χόλυγουντ και του «αγάπα και κάνε ό,τι θες»: ένα παιδί θαύμα που διαφημίζει κόκκινα (όπως η μόδα προστάζει) συμβόλαια τηλεφωνίας, και αυτά «για πάντα», όπως η ευτελισμένη αγάπη.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 18.V.2013

Έξι σημειώσεις για το Henry and June

στον Μεγάλο Τιμονιέρη mao tse tung

Εισαγωγή:

Κινηματογραφικό ποστ. Τα παρακάτω είναι έξι σημειώσεις για το Henry & June, την ταινία του Kaufman που βγήκε το 1990 αλλά αξιώθηκα να δω πριν καναδυό βδομάδες. Όσα γράφω αφορούν λοιπόν την ταινία και όχι το βιβλίο της Anaïs Nin στο οποίο η ταινία βασίστηκε.

Πρώτο:

 Η Νιν μιλάει για την αθωότητα που αισθάνεται μετά από ερωτικές επαφές της με άντρες και γυναίκες εκτός από τον Χιούγκο (τον σύζυγό της). Δεν αισθάνεται ότι προδίδει τον σύζυγό της. Στις διάφορες συνερεύσεις της, με τον Χένρυ Μίλλερ, την Τζουν (;), άλλες γυναίκες (;), τον Εδουάρδο ή και άλλους, δεν υπάρχει ενοχή. Ή και δε θα έπρεπε να υπάρχει. Ο έρωτας άλλωστε δεν είναι προδοσία, χαρά είναι. Αυτό είναι το ιδανικό μου και μακαρίζω όσες και όσους το έχουν κατακτήσει — αν και φαίνεται οι περισσότεροί τους να έζησαν την ιμερική ακμή τους τη δεκαετία του ’20 και το ’67-’73.

Εδώ βεβαίως τίθεται το αιώνιο θέμα: ποια αθωότητα, όταν ο εραστής ή σύζυγος θα ζηλέψει, όταν ο λόγος γίνεται για απάτη και απιστία· η εξωσυζυγική δραστηριότητα ονομάζεται ακριβώς όπως και το απαύγασμα της ατιμίας προς ανθρώπους («απάτη») και θεούς («απιστία»). Ωστόσο, η ζήλεια είναι μάλλον άσχετη όταν μιλάμε για αθωότητα. Σκεφτείτε λ.χ. ότι ως ενήλικες έχουμε χαρές που δε θέλουμε και δε γίνεται να μοιραστούμε με κάποιους κοντινούς μας: θέλω να ξέρουν οι γονείς μου ότι πίνω (ό,τι πίνει ο καθένας); το παιδί μου ότι το κάνω με τη μάνα του; να με δει η κοπέλα μου (όταν δε συμμετέχει) να μαλακίζομαι; Ωστόσο δεν παύω να αισθάνομαι χαρά και ίσως να νιώθω πλήρως αθώος όταν λ.χ. πίνω με καλή παρέα. Άλλο αν πρέπει να προστατέψεις το ταίρι σου από μαντάτα, όπως τον γονιό από το να σε δει πίτα και το παιδί από το να σε πιάσει να το κάνεις… Η Αναΐς Νιν ακριβώς λέει ότι δεν αισθάνεται εσωτερικευμένη ενοχή, ότι νιώθει αθώα: αισθάνεται μεν αιδημοσύνη — και κινείται διακριτικά (και για να μην προκαλέσει ζήλεια, σκάνδαλο κτλ) — αλλά όχι αισχύνη κι ενοχή. Η αιδημοσύνη όμως μάς πάει στο

Δεύτερο:
 
Αρχικά ο γάμος της γίνεται εμπόδιο για την πορεία της προς την (πολυγαμική) ερωτική χειραφέτηση και προς τη διαδικασία αυτοανακάλυψης. Αργότερα καταφέρνει η Νιν να φέρει μέχρι ένα σημείο και τον άντρα της μέσα σε αυτή την πορεία. Παράλληλα προστατεύει τον Χιούγκο από τη ρητή αποκάλυψη ότι έχει τον Μίλλερ και τον Εδουάρδο εραστές. Παρόλα αυτά, πάνε μαζί στο πορνείο της Μαντάμ Τάδε και παρακολουθούνε μια exhibition (λάιβ σώου à la parisienne) ενώ η ταινία αφήνει κάποια ενδεχόμενα ανοιχτά για το τι έγινε μετά. Ταυτόχρονα, ο Χιούγκο αντιλαμβάνεται κατά την επίσκεψη αυτή ότι η Αναΐς ποθεί και γυναίκες. Πάντως μάλλον ήταν γενικότερα υποψιασμένος, αφού την αναζήτησε μεταμφιεσμένος, και το έκαναν, μέσα σε κάποιο καρναβαλικό πανηγύρι μεταμφιεσμένων (μια πολύ στάνταρ φαντασίωση-παιχνίδι των παντρεμένων: η μασκαρεμένη αρπαχτή).

Τρίτο:

Η Νιν λειτουργεί αμφιερωτικά. Χωρίς ετικέτες και χωρίς λ.χ. να είναι κάτι σαν τη μάλλον μπουτς ερωμένη της Τζουν. Για εμάς που στην κλίμακα Κίνσεϋ (ό,τι κι αν δείχνει…) είμαστε στο 75 με 90% ετερόφιλα διακείμενοι στη διάθεση και στις ορέξεις, κι αυτό σαν ιδανικό φαντάζει: η προτεραιότητα δίνεται στα πρόσωπα και στον πόθο.

Τέταρτο:

Την ταινία διατρέχει η αναγκαιότητα της ερωτικής γραφής. Όταν πρωτοσυναντάει τη Νιν, ο Μίλλερ ψέγει τον D. H. Lawrence επειδή «κάνει τον έρωτα θρησκεία, ενώ το σεξ είναι φυσικό πράγμα». Αφού όμως διαβάσει το δοκίμιο της Νιν για τον συγγραφέα, ανακαλεί. Αυτό συνοψίζει ωραία τα δύο άκρα του ερωτογραφικού φάσματος: το ένα είναι η μυστική και εκστατική-μεθεκτική εξιδανίκευση, το άλλο η «πλησμονή και κένωση» του Ερυξίμαχου. Και η εμπειρία βρίσκεται κάπου στη μέση.

Είναι όμορφες οι σκηνές στις οποίες, εκτός από έρωτα, η Νιν κι ο Μίλλερ μοιράζονται τα γραπτά τους. Ωστόσο, ο σκιώδης ψυχαναλυτής μου επισημαίνει ότι η κοινή ερωμένη της Αναΐς και του Μίλλερ είναι προσχηματικά και μόνο η Τζουν, ότι τελικά η Τζουν είναι η γραφή.

Πέμπτη:
 

Ουσιαστικά, η ταινία πραγματεύεται λεπτομερώς την πολυγαμικότητα και τις ωφέλειές της. Ο Kaufman ξαναμιλάει για την πολυγαμικότητα ως δυσβάστακτο βάρος σχεδόν, ως ένα δυσάρεστο καθέκαστο αν μη τι άλλο, στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’. Η πολυγαμικότητα βεβαίως δεν είναι ακύμαντη. Αλλά, όπως πολλοί ξέρουμε, ούτε η μονογαμία είναι, ποσώς. Στο Henry & June, η πολυγαμικότητα παρουσιάζεται ως επιλογή ζωής που διευρύνει κι εμβαθύνει την προσωπικότητα της Αναΐς Νιν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, συν τοις άλλοις (και παρά τους δισταγμούς της), οξύνει τη διάκριση της, δηλαδή τη διορατική ευθυκρισία που χρωματίζεται από ενσυναίσθηση, κατά την ορθόδοξη ασκητική.

Πιο αναλυτικά, κατά την ταινία, η πολυγαμικότητα
α) μας μαθαίνει ότι άλλο πόθος, άλλο έρωτας, άλλο αγάπη. Οι μονογαμικοί, οι ενοχικοί και οι στερημένοι (όπως η Νιν στην αρχή της ταινίας) τείνουν να τα συγχέουν. Ολέθρια. Η Νιν μέσα από το σώμα της μαθαίνει τελικά ότι άλλη η σχέση με τον Εδουάρδο, άλλη με την Τζουν, άλλη με τον Μίλλερ, άλλη με τον Χιούγκο, τον οποίο αγαπά: ακριβώς όπως έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση και με κάθε άλλο άνθρωπο·
β) χορταίνει βαθιά την ψυχή· μιλάμε για χορτασμό διαφορετικό από το να ξεδιψάσεις από την καύλα, από τον πόθο. Στην ταινία φαίνεται άλλωστε καθαρά ότι η καύλα είναι βεβαίως και στο μυαλό: για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι: μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή για ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος (η Αναΐς υποδέχεται με ανακούφιση και τρυφή το ότι ο Μίλλερ είναι μικροτσούτσουνος)·
γ) μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας — αυτό είναι και η κατακλείδα της ταινίας.

Έκτη:

Στην κοινωνία και στον κακό κόσμο που ζούμε, όλοι κάνουμε και ζούμε πράγματα που δε λέγονται, με έναν, με λίγους ή με πολλούς: η ταινία τονίζει ότι το βιβλίο Henry and June δημοσιεύεται μετά τον θάνατο του Χιούγκο, ώστε να μη διασυρθεί ως κερατάς, υποθέτω. Αντίστοιχα, ήδη πολλοί, της νέας γενιάς ιδίως, θα βρήκαν όσα έγραψα παραπάνω sleazy (για να μιλήσουμε στη γλώσσα της νόρμας και της τρεχάμενης ηθικής του μέλλοντός μας).

Ανταρσία, απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.

Ασφαλώς και ελάχιστοι από εμάς, και μάλιστα οι λεγόμενοι ‘σοβαροί’ άνθρωποι, θα μιλήσουμε για την πορνογραφία. Ποιος άλλωστε θα παραδεχτεί ότι ξέρει κάτι «απ’ αυτά». Θα μιλήσουμε ενδεχομένως για την ερωτογραφία, δηλαδή την τέχνη του λόγου της οποίας η θεματική είναι ο έρωτας «των άκρως αισθητών» (πόσο εύστοχα κι ωραία το έθεσε ο πούστης!). Θα μιλήσουμε για την ερωτογραφία είτε γιατί την παράγουμε, είτε γιατί την απολαμβάνουμε και ως δήλωση ότι μετέχουμε ενός πνευματικού πολιτισμού που αντιμάχεται και καταστρατηγεί την πνιγηρή «τρεχάμενη ηθική», μια ηθική που δεν είναι παρά μια παρατρεχάμενη του πιο στεγανού ολοκληρωτισμού και κάθε λογής αυταρχικότητας.

Η πορνογραφία όμως δεν έχει φίλους, έχει μόνο ‘χρήστες’, λες και είναι πρέζα.

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι, βεβαίως, ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη μπιχεβιοριστικές κορώνες για το τι ανθρώπους διαμορφώνει (…) ή αλλόκοτα κρωξίματα περί εκμετάλλευσης και εξευτελισμού της γυναίκας: δεν ξέρω τι νόημα έχουνε σε μια εποχή που εκατομμύρια άνθρωποι κάθε φύλου, γένους, προσανατολισμού, κατεύθυνσης και όλων των προτιμήσεων εκουσίως αυτοπορνογραφούνται είτε για προσωπική χρήση, είτε για διάδοση, είτε και για εμπορία. Όπως το μάτι του ρεπόρτερ δεν ανήκει πια μόνο στα κανάλια και στις εφημερίδες αλλά και σε όποιον έχει κινητό, έτσι και το μάτι του πορνογράφου ανήκει σε όποιον έχει τα προσιτά μέσα και την καλή διάθεση.

Υπάρχουν όμως σοβαροί λόγοι να έχεις πρόβλημα με την πορνογραφία. Η μεγάλη πλειονότητα του επαγγελματικά φτιαγμένου πορνογραφικού υλικού που κυκλοφορεί μας έρχεται είτε από μια γειτονιά του Λος Άντζελες, είτε από τρεις-τέσσερις ευρωπαίους υπερπαραγωγούς. Υπερφωτισμένα πλάνα, υπερσουλουπωμένες γυναίκες λες και φτιαγμένες από πρωτόγονο πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης, απόλυτη σεναριακή προσκόλληση στο εξής τελετουργικό: στοματικό αλλέ, στοματικό ρετούρ, λούπα· σφυροκόπημα α λα καρτ και αλλαγή στάσης (ν φορές, όπου ν≤4), τέλος στα μούτρα ή εκεί γύρω. Βλέπεις ουλές από τις προσθετικές, βλέμματα λιγωμένα μα ντεκαυλέ, δωμάτια ξενοδοχείων, πισίνες στελεχών και σαλόνια βιλλών, αλλόκοτες ανατομίες (αλογίσιες ψωλές ανεξαιρέτως περιτμημένες, μουνιά σα σχισμές κουμπαρά από τις εγχειρίσεις κτλ.), τανύσματα, διαστολές, διατάσεις, ακούς βρωμόλογα που δεν είναι βρωμόλογα παρά κάπως άνοστα ξόρκια. Και όλα τ’ άλλα είναι niche.

Βεβαίως, έτσι πορεύεται ο κόσμος, με συναινέσεις και με μίνιμουμ προγραμματικές συμφωνίες — για τα υπόλοιπα υπάρχουν, όπως είπαμε, τα niche. Κι εν πάση περιπτώσει, όπως είπα, η εποχή του Ταρατατά, του τσοντοσινεμά, του Πριβέ και της βιντεοκασέτας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί: ό,τι θέλεις μπορείς να το βρεις. Εγώ λ.χ. τις προάλλες γκουγκλάροντας ‘Constance’ βρήκα την ομώνυμη θρυλική ταινία της Zentropa (άσε που ήτανε «πορνό για γυναίκες» και μας είχε φάει η περιέργεια). Η ανακάλυψή της είναι αφορμή αυτού του ποστ, αφού η ταινία είχε γίνει θρύλος όταν βγήκε το ’98, δεν την έβρισκες πουθενά και τότε οι συνδέσεις μας ήτανε πολύ αργές και τα βίντεο διαρκούσαν γύρω στα 10 με 20 δευτερόλεπτα…

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως ότι η εποχή μας θα πετύχει αυτό που δεν κατάφερε η δεκαετία του ’70 ή — με τον τρόπο της — η δεκαετία του ’20; Ότι δηλαδή θα κάνει την πορνογραφία αποδεκτή;

Δε νομίζω. Ακόμα και αν (όπως μαθαίνω) η νεολαία καταναλώνει υπερπολλαπλάσια πορνογραφία από εμάς, η παρακολούθηση τσόντας και των παραλλαγών της θα παραμείνει μια ιδιωτική δραστηριότητα όπως η άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή μαλακία. Άλλωστε, οι περισσότεροι από εμάς θα προτιμούσαμε να μη μας πιάσουν να παρακολουθούμε τσόντες, εκτός κάποιου ερωτικού παιχνιδιού, επειδή την πορνογραφία την παντρεύεις πολύ δύσκολα και, ακόμα κι αν τα καταφέρεις, ο γάμος είναι σκέτη αποτυχία. Θυμηθείτε επικές πατάτες και παπάντζες της δεκαετίας του ’70 και του ’80 (π.χ. το The opening of Misty Beethoven, το Dog Walker κι ένα σωρό κουλτουροτσόντες, τις οποίες οι Γάλλοι συνεχίζουνε να βγάζουνε σχεδόν απτόητοι, με αποκορύφωμα το κακόμοιρο το Romance με διευθυντή φωτογραφίας τον μεγάλο Γιώργο Αρβανίτη). Θυμηθείτε επίσης το απεχθές είδος της ιταλικής σεξοκωμωδίας, το οποίο κατέληγε συχνά στο γνωμικό «λάδι, λάδι και τηγανίτα τίποτα». Να μην πω για τα «Μυστήρια του οργα(νι)σμού», κ.ο.κ. Ο γάμος της πορνογραφίας με οτιδήποτε άλλο, όχι μόνο με την τέχνη, δεν μπορεί να δουλέψει γιατί το να βλέπεις τσόντες λέει ξεκάθαρα κάτι σαφές για τις προθέσεις σου, και μάλιστα παρά τη θέλησή σου. Αυτό δεν αρέσει, και καλά κάνει, στους ελεύθερους ανθρώπους: το παραγνωρισμένο και καταστρατηγούμενο δικαίωμα στη σιωπή (θα έπρεπε να) είναι αναφαίρετο.

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη και η παραγωγή και η μέθεξη (χάχα) με την πορνογραφία — και μάλιστα τη μη στουντιάτη-σιλικονάτη, τη μη επαγγελματική — είναι ανατρεπτική πράξη. Το είπε ο Ηλίας Πετρόπουλος χρόνια πριν. Το συνόψισε κι ο πάλαι Δαβαράκης σε ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Χατζιδάκι:

Μέσ’ τον κόσμο χάνομαι
και απ’ τα πάθη μου πιάνομαι.
Δίνω σώμα, δίνω φως,
μα πεθαίνω σοφός.

Πορνογραφία σημαίνει ανταρσία,
απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.
Πορνογραφία σημαίνει στην ουσία
φωτογραφία σημάδι των καιρών.

Στην ερωτογραφία η ερεθιστικότητα όσων εξιστορούνται ή αναπαρίστανται συμπλέκεται με την αισθητική απόλαυση του τρόπου που εξιστορούνται ή αναπαρίστανται, δημιουργώντας ένα σύνθετο και αμφίρροπο αποτέλεσμα, ένα αποτέλεσμα που ‘οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει‘. Η πορνογραφία, απεναντίας, είναι απροκάλυπτος διονυσιασμός για το αδηφάγο μάτι, μαγεία για τους κατοπτρικούς νευρώνες, παρηγοριά για το πνεύμα που νοσταλγεί και εκπλήρωση για την ψυχή που πεινάει να δει Liebestraum μπροστά της ολοζώντανο, αφορμή για την πυκνή καύλα ή την απλή λίμπιντο που ψάχνουν υπόθεμα, εικονογράφηση για το ασυνείδητο που εξεγείρεται και πιέζει τεκτονικά προς τα πάνω. Ταυτόχρονα θα παραμένει απροκάλυπτη και μονοσήμαντη και πικρή, απελπισία και σκοτάδι, αφού εν πολλοίς είναι μοναχική, η εξιστόρηση και η απεικόνιση μιας διαυγέστατης απουσίας.

Ανταρσία; Ναι, ανταρσία. Όχι μόνο για το ασυνείδητο αλλά και γιατί υλοποιεί και εικονογραφεί την πολύμορφη και πολύτροπη ηδονή, σαρκώνει ορατά την πρωτεϊκή πραγματικότητα της ανθρώπινης επιθυμίας. Την πολλές φορές ανομολόγητη Καύλα αντρών και γυναικών.

Live with me

εις μνήμην Terry Callier, που μ’ έκανε να ανατριχιάσω, προς τιμήν αυτουνού.

Έμαθα χτες το πρωί ότι πέθανε η φωνή του Live with me των Massive Attack. Στενοχωρήθηκα.

Χτες το βράδυ μετά τη δουλειά, ήδη σκοτάδι έξω, πήγα να πάρω τα καινούργια γυαλιά μου. Περπάταγα παράλληλα με μια ασάλευτη ουρά από μποτιλιαρισμένα αμάξια. Κοίταγα πού και πού τα πρόσωπα των οδηγών. Live with me. Θυμήθηκα τη συναυλία τους το 2008. Εκεί αρχίσαν όλα. Ακόμα μία ενηλικίωση ξεκίναγε, επώδυνη και ευφρόσυνη. Ακόμα μία αρχή. Έσκυψα το κεφάλι και χάθηκα στις σκέψεις περπατώντας, όπως παλιά, όταν ήμουν ηττημένος και μόνος, τότε που είχα μια ακατανόητη λύπη να μου πλακώνει το στήθος, τότε που υπήρχαν πόρτες τις οποίες ήμουν αποφασισμένος να μην ανοίξω.

Ο γάμος είχε γίνει μόνο και μόνο για να στηθεί ένα πάρα πολύ μεγάλο πάρτυ με φίλους. Ούτε μέλλον ούτε παρόν υπήρχε τότε, κι ένας θεός ξέρει πόση ανάγκη είχαμε και από πάρτυ και από φίλους. Έτσι έγινε. Δε θα έπρεπε να νομίζουμε ότι παντρευόμαστε από έρωτα. Η ύψιστη και η πιο ουσιαστική έκφραση του έρωτα είναι το ‘ζήσε μαζί μου’ for so long, που έλεγε και η σφραγίδα στην πρώτη κυπριακή άδεια παραμονής που έβγαλα. Για όσο είναι, για όσο πάει. Αυτό είναι το πιο πολύ του έρωτα· και δεν είναι καθόλου μα καθόλου λίγο και είναι κάτι αντίθετο απ’ την απάτη. Ο γάμος δεν είναι παρά κέλυφος, είναι πολιτικό δικαίωμα, είναι πρόσχημα. Είναι μια κράτηση διαρκείας: σύνευνου, γονιού, παρέας.

Live with me. Λίγες γυναίκες πόθησα, όπως κι αν θα μετρούσε κανείς. Ας αφήσουμε τα πολύτιμα καθέκαστα, ας βάλουμε στην άκρη τα άλλα, εκείνα στα οποία μας πάει ο πόθος. Ποιες πόθησες; Τις γενναίες. Εκείνες που δε σε έκαναν να αισθάνεσαι καλύτερος άνθρωπος παρά να θέλεις να γίνεις καλύτερος άνθρωπος ή έστω πιο αληθινός κι ελεύθερος, που σε έκαναν να θες να μεθάς μαζί τους, να γίνεις το σκυλί τους. Εκείνες που δεν είπαν «παντρέψου με», που δε συνέστησαν «υπομονή και κουράγιο», που δεν είπαν «κάτσε και βγάλε άκρη». Παρά είπανε «θέλω να γίνω ερωμένη σου» και «go away, because I want you too much» και «εσύ φταις που υποφέρω, θα έρθω να συζήσουμε» αλλά και «live with me». Που είπαν «έλα εδώ» και «τι κάνεις εκεί;» και «αχ», όλες τους, ξανά και ξανά και με τρόπο αγέρωχα βαρύ και χαμηλόφωνα αποφασισμένο. Που είπαν κι έγραψαν. Που είπαν όσα είπαν, που έδειξαν πολλά κι ας μην τα είπαν, που είναι η δική μου κληρονομιά και η δική μου αναπαλλοτρίωτη περιουσία, ο δικός μου θησαυρός, ώσπου να με αλώσει το Αλτσχάιμερ.

Από τις σκέψεις με έβγαλε η συνειδητοποίηση ότι μόλις είχα προσπεράσει τον οπτικό.

Η φωτογραφία είναι της murplejane

Ιστορίες έρωτος και πολιτικής

Στα νεανικά μας όνειρα ο έρωτας είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Αυτό το ξέρει καλά, το έχει νιώσει κατάσαρκα, όποιος στο άκουσμα λ.χ. του ‘A life less ordinary’ των Ash ένιωσε την ψυχή του έτοιμη να πετάξει και να γίνει πυροτέχνημα, όποιος πήρε δύναμη να ταξιδέψει άγρυπνος κι ας μην κλείστηκε τελικά στην αγκαλιά για την οποία ταξίδεψε, να τρέξει μισοάπλυτος μέσα στη νύχτα προς αφιλόξενα πάρκινγκ, όποιος ένιωσε μια ξένη πόλη σπίτι του για λίγο, όποιος περπατήσε κι οδήγησε αληθινά ανέμελος κοιτάζοντας κλεφτά κάθε τόσο δίπλα του, όποιος μέτρησε χαρτονόμισμα προς χαρτονόμισμα το αντίτιμο ενός δωματίου στις Κάτω Χώρες ή στην Ύδρα, στη Μήλο, στην Παλιόχωρα και στη Μεσευρώπη, στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Σαλονίκη.

Ο έρωτας πάντοτε μας επιβάλλει τη νεότητα, τη διαρκή απειρία και αδεξιότητα της νεότητας. Μέσα στη λαχτάρα και στην αποκοτιά που φέρνει, ναι, είναι αλήθεια: έρωτας ή τίποτα· όλα έρωτας· έρωτας κι ελευθερία· ο έρωτας θα μας σώσει: η επανασταση είναι ερωτική κι ο έρωτας επανάσταση.

Και θα ήταν όμορφα έτσι: να είμαστε όλοι μέθυσοι του έρωτα, μακάρια πρεζόνια της καλοκαιρινής δροσιάς και του αφρού των ηδονών, του χαμόγελου που επιμένει. Συνέπεια αυτής της ερωτικής πανδημίας θα ήταν ιδανικές αυτοργανωμένες κοινότητες, που θα προέκυπταν αυθόρμητα και θα διαρκούσαν. Έτσι δεν είναι;

Ίσως. Ποιος θα τολμήσει να ασκήσει συστηματική κριτική στα όνειρα, αλίμονο αν φτάσουμε σε τέτοιο βαθμό ξηρότητας. Πρέπει όμως να δούμε και την πραγματικότητα, που διακόπτει τη νεότητα. Την πραγματικότητα που αναπόφευκτα κάνει την εμφάνισή της, λιγότερο ή περισσότερο εντυπωσιακή: λογαριασμούς ρεύματος, το κλάμα ενός νεογέννητου, απολύσεις, καθημερινούς εξευτελισμούς του βιοπορισμού, βιοψίες κι επισκέψεις στην εντατική, εξανεμισμένες οικονομίες, την κηδεία αγαπημένου ανθρώπου που δε χρειαζόταν να πεθάνει ακόμη.

Σε αυτή την πραγματικότητα ο έρωτας είναι μόνο διάλειμμα χαράς. Είναι η έκσταση που λυτρωτικά αναστέλλει όλα τα άλλα. Είναι το άπληστο χάδι και ο τυφλός βόγκος που μπορεί να μην ανατρέπουν το καθεστώς μα σου υπενθυμίζουν ότι υπάρχει κι ένας κόσμος πέρα από τον κυνισμό των ισχυρών και την απληστία των πλουσίων. Είναι ο άγριος χορός που δε φέρνει αγριότητα αλλά (έστω και για λίγο) τη ρήξη της μοναξιάς. Και δεν είναι λίγο: αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν.

Όμως θα πω κάτι που δε μου αρέσει. Θα πω κάτι που δε θέλω να πω: ανήκω στο κομμάτι εκείνο μιας γενιάς που μεγάλωσε με το δίδυμο «έρωτας (έστω και απλώς σαν αψύ όνειρο κάποτε) και αναρχία (έστω και σαν κάτι που πραγματώναμε αφελώς κι ανούσια περιπλανώμενοι στην άδεια πόλη ή ξενυχτώντας στην παραλία)». Υπήρχαν όμως στη γενιά μας κι εκείνοι που μεγάλωσαν με το δίδυμο «γάμος και χρήμα». Κι εγώ που το γράφω δυσφορώ. Αναρωτιέμαι όμως: κι αν «γάμος» για κάποιους από αυτούς σήμαινε τη διάρκεια του έρωτα (αφελώς κι ανούσια ίσως); Κι αν το χρήμα για κάποιους (και δεν είναι απίθανο, στην εποχή που ζούσαμε) αποτελούσε εγγύηση αξιοπρέπειας και χειραφέτησης από τις αυθεντίες που πνίγουν τις μικρές ελληνικές ζωές μας; Και τι να σκέφτονται άραγε εκείνοι που ονειρεύτηκαν γάμο και χρήμα όταν ακούν «έρωτας»; ίσως την αδυναμία να ολοκληρωθείς. Και τι να σκέφτονται όταν ακούν «αναρχία»; ίσως την αδυναμία να συμφωνήσεις, να συνεννοηθείς. Ποιος ξέρει.

Τι θέλω να πω. Έρωτα θα κάνουμε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, με εκείνους που θα ορίσει ο Έρωτας. Όπως λέει κι ο ποιητής, έρωτας είναι όχι κάτι που νιώθουμε αλλά κάτι που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κάνουμε. Πολιτική όμως θα κάνουμε με όσους περισσότερους μπορούμε, με όσους περισσότερους μπορούμε να πείσουμε ότι τα συμφέροντα και οι αγώνες μας και οι αρχές μας ταυτίζονται — αν ταυτίζονται και αν μπορούμε να τους πείσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο Μπαχάρ 3. Συνοδευόταν (τιμή μεγάλη) από φωτογραφία του Σπύρου Στάβερη.

Για την ερωτική ελευθερία

Δεν είμαι ιστορικός αλλά υποθέτω ότι όντως είναι βάσιμη η αντίληψη πως, εξαιτίας του Διαφωτισμού και της κληρονομιάς του, ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας επεκτεινόταν σταδιακά από τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας μέχρι και πρόσφατα. Δε θέλω να μπω σε αναλυτική συζήτηση για το κατά πόσο τον τελευταίο καιρό ο χώρος της ελευθερίας απεναντίας συρρικνώνεται ή κατά πόσο, αντί να εδραιώνεται, η ελευθερία πλέον εκφυλίζεται σε φενάκη, καθώς οι δημοκρατικοί θεσμοί αποστεώνονται σε ένα πλέγμα προσχηματικών μηχανισμών, οργάνων και διαδικασιών.

Θέλω να μιλήσω για τον χώρο της ερωτικής ελευθερίας. Αφενός της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης και αφετέρου της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Να προσεγγίσουμε το θέμα αποφατικά, να διερευνήσουμε πρώτα πρώτα τι δεν είναι ερωτική ελευθερία. Οπωσδήποτε δεν είναι κυνισμός, ανευθυνότητα ή (για να θυμηθούμε κι έναν όρο εκθεσάδικο) ασυδοσία. Μέχρι εδώ κοινοτοπίες είναι αυτά, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ισχύουν όταν μιλάμε για οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας. Επίσης, πριν προχωρήσω, θέλω να κάνω την εξίσου κοινότοπη διευκρίνιση ότι άλλο η ίδια η ελευθερία και άλλο οι χρήσεις της. Συνεπώς, η ελευθερία του λόγου είναι, ή θα έπρεπε να είναι, απαραβίαστη και απόλυτη, ασχέτως αν κάποιος τη χρησιμοποιεί για να διαδίδει αστρολογικές προβλέψεις, χυδαιότητες ή και προπαγάνδα.

Εξετάζοντας το θέμα της ερωτικής ελευθερίας σε κοινωνίες στις οποίες υπάρχει ονομαστική ισότητα των φύλων και οριακή ανοχή σε μειονοτικές σεξουαλικές ταυτότητες, θα επιμείνω στην αναλογία με την ελευθερία του λόγου.

Οπωσδήποτε ο καθένας μας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητούμε αυτό που σκεφτόμαστε με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ’ έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα όμως έγκειται στο εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία αυτά που σκεφτόμαστε. Εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου εν προκειμένω.

Αντίστοιχα λοιπόν, ο καθένας μας είναι ελεύθερος να επιθυμεί ό,τι θέλει, όποιον θέλει και όπως θέλει· αυτό μέχρι και η ρωμαιοκαθολική κατήχηση το αναγνωρίζει, αξιώνοντας λ.χ. από τους ομοφυλόφιλους μόνο να επιθυμούν, χωρίς ερωτοπραξία δηλαδή. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητάμε τις επιθυμίες και τις συνευρέσεις μας με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ’ έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα εδώ είναι εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία τα ερωτικά: εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης.

Επιπλέον, είμαστε ελεύθεροι να συνευρισκόμαστε ερωτικά με ανθρώπους ενός στενού κύκλου, ο οποίος είθισται να αποτελείται από ακριβώς έναν άνθρωπο. Λέω ‘είθισται’ επειδή η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, αντιμετωπίζεται για τους μεν άγαμους άντρες (κάθε προσανατολισμού) επιδοκιμαστικά, με ανοχή ή, το πολύ, με επιφανειακή αποδοκιμασία ενώ κατά κανόνα αποδοκιμάζεται για τους έγγαμους. Για τις γυναίκες βεβαίως η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, είναι γενικά κολάσιμη και αιτία στιγματισμού ή και καταδίκης: χαρακτηρίζεται συνοπτικά ως πουτανιά. Επομένως, το ουσιώδες πολιτικό ζήτημα εδώ είναι η αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας: το ζήτημα της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Μιλάω λοιπόν για αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας και όχι απλώς για ‘αυτοδιάθεση του σώματός μας’. Η αυτοδιάθεση του σώματός μας, αν και κάθε άλλο παρά κεκτημένο, αποτελεί και στοιχειώδη και θεμελιώδη προϋπόθεση της αυτοδιάθεσης της επιθυμίας. Ταυτόχρονα, η ερωτική επιθυμία είναι υπόθεση που πάει πολύ πιο πέρα από την απλή αυτοδιάθεση του σώματός μας. Ωστόσο, πολλά θέματα που θεωρούνται ζητήματα (σεξουαλικής) ηθικής είναι απόρροια του κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την αυτοδιάθεση του σώματος για όλους ανεξαιρέτως, είτε μιλάμε για το τι και πώς τρώμε, είτε για τη χρήση ναρκωτικών όπως το αλκοόλ και άλλα, για την εθελούσια εκπόρνευση, για το πώς ντυνόμαστε, για τα ερωτικά…

Υπάρχουν οπωσδήποτε ιστορικά, κοινωνικά αλλά και βιολογικά προσκόμματα στην ερωτική ελευθερία και στις δύο εκδοχές της (της έκφρασης και της πρακτικής). Φρονώ ότι δεν είναι παράγοντες ισχυρότεροι ή διαφορετικής φύσης από εκείνους που αντιστρατεύονται κάθε άλλης μορφής ελευθερία: σκεφτείτε λ.χ. το επιχείρημα των δουλοκτητών ότι, σε μια πρωτοβιομηχανική κοινωνία, η χειραφέτηση των δούλων θα ζημίωνε την αγροτική παραγωγή μεγάλης κλίμακας· σκεφτείτε τις αντιστάσεις και τις (βίαιες ενίοτε) αντιδράσεις απέναντι στη θρησκευτική ελευθερία, κ.ο.κ.

Πιο αναλυτικά, τη διάδοση και εδραίωση ουσιαστικής ερωτικής ελευθερίας τη δυσχεραίνουν αιώνες σεξισμού, οι οποίοι δικαιολογούν ή συγκαλύπτουν την αντρική πολυγαμία καταπιέζοντας ταυτόχρονα (με κάθε δυνατό τρόπο, θα έλεγε κανείς) πρώτα και κύρια τη γυναικεία φύση – αλλά και κάθε μειονοτική εκδήλωση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχουν επίσης τα πολύ συγκεκριμένα και προφανή ζητήματα σεξουαλικής τιμής, κληρονομιάς και γνησιότητας των τέκνων. Υπάρχει και η πανίσχυρη φυσική ροπή της ζήλειας («σαν την αγάπη είσαι τόσο δυνατή»). Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. Στην εποχή μας μάλιστα, το ιδανικό των ανθρώπινων σχέσεων (ιδίως όπως προβάλλεται από τη βιομηχανία του θεάματος και παρά την καθημερινή εμπειρία) είναι ολιστικό: σε μια ουσιαστική σχέση υποτίθεται ότι ο ένας είναι τα πάντα για τον άλλο. Ωστόσο αγάπη, έρωτας και πόθος είναι τρία διαφορετικά πράγματα: δεν ταυτίζονται, απαντούν σε διάφορους συνδυασμούς και δε συνυπάρχουν απαραίτητα. Ταυτόχρονα, δεν ποθούμε απλή «πλησμονή και κένωση», δεν καυλώνουμε για αφηρημένες κατηγορίες, μεγέθη, υφές, χρώματα, μεμονωμένες φόρμες. Δεν ποθούμε καν σώματα. Ποθούμε ανθρώπους, ακόμα κι όταν εξαρχής τους ποθούμε για μια κι έξω και το ξέρουμε.

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. Βεβαίως μας διδάσκουν από νωρίς ότι σε κάθε ερωτική συνεύρεση, έστω και ευκαιριακή, ενυπάρχει η δυνατότητα μιας ‘ολιστικής’ σχέσης – κάτι που ακόμα και όσοι έχουμε πολύ περιορισμένη περί τα ερωτικά πείρα γνωρίζουμε ότι αποτελεί πλάνη. Ωστόσο η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Υπάρχει και άλλη μία οπτική γωνία, ας πούμε λίγο πιο ανθρώπινη: από όλες τις αφορμές για τις οποίες το κάνουν οι άνθρωποι, ποια είναι πιο ευγενής και πιο πολύτιμη από τον πόθο, την καύλα, τη λύσσα για τον άλλο; Κάποιο αντάλλαγμα, λ.χ. χρηματικό; η εξασφάλιση εύνοιας ή εξουσίας; το λεγόμενο συζυγικό καθήκον; το φιλάνθρωπο αλλά συγκαταβατικό χατίρι; Ενδεχομένως να είναι η επιθυμία της τεκνογονίας. Αλλά το αναπαραγωγικό σεξ είναι εξαίρεση για το είδος μας, όπως και για άλλα ανώτερα θηλαστικά. Επιστρέφοντας στην ηθική: αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να το κάνουμε, είναι ο πόθος, η επιθυμία, η καύλα. Ο έρωτας για τον έρωτα, όχι για πετύχουμε ή να γίνουμε κάτι άλλο.

Εάν λοιπόν είμαστε συνεπείς στην πεποίθησή μας ότι η ερωτική ελευθερία είναι αγαθό, τότε πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Παράλληλα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το ηθικό θέμα της ατιμίας χαρακτηρίζει όχι γυναίκες και άντρες που εξασκούν την ερωτική ελευθερία, παρά γυναίκες και άντρες που ανεύθυνα, αγέρωχα ή κυνικά (δια)χειρίζονται τον πόθο και την ηδονή για να πετύχουν αλλότριους σκοπούς: εξασφάλιση, αποκατάσταση, υλικά αγαθά, κύρος, κ.α. – ακόμα και καθαρά ναρκισσιστική αυτεπιβεβαίωση.

Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση – πέρα από τους στοιχειώδεις περιορισμούς της ευγένειας και της διακριτικότητας – είναι ασύγγνωστος: η αποσιώπηση, η ιατρικοποίηση (π.χ. το τραγελαφικό ‘vagina’ των αμερικανών, που ξεκινάει από την περιποιημένη ή αποψιλωμένη ήβη τους και καταλήγει στις ωοθήκες) καθώς και οι αναίτιοι ευφημισμοί αποτελούν καταστρατήγηση της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, ανεξαρτήτως από το αν είναι και πρακτικές κοινωνικά επιβλαβείς ή και ζημιογόνες.

Επιστρέφοντας στην ελευθερία της ερωτικής πρακτικής, θεωρώ αδιανόητο να προβάλλονται ως πρότυπα αρετής γυναίκες που π.χ. μαράθηκαν πρόωρα από την αγαμία, που επέβαλαν στον εαυτό τους αναφροδισία για να μην παραφρονήσουν από στέρηση ή παραμελημένες νοικοκυρές που καρτερούν υπομονετικά σώσματα συζυγικής σχεδόν διέγερσης – όλα στο όνομα της μονογαμίας, της σεμνότητας ή της συζυγικής πίστης. Παρομοίως, μου φαίνεται στρεβλό και το εξής: η βιομηχανία του θεάματος συστηματικά προβάλλει τη διάλυση του γάμου ως (τη μία) ηθική λύση όταν ένας από τους δύο συζύγους μοιχεύσει. Βεβαίως πρόκειται για μια απόφαση που πολλοί από εμάς θα πάρουμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Βεβαίως ακόμη περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι επί της αρχής να αποταχθούμε την ερωτική ελευθερία στο όνομα της σεμνότητας, του έρωτα ή της αγάπης. Όμως δεν είναι δυνατόν η απόφαση της κοινής συμβίωσης, της συντροφικότητας και της συζυγίας – και της αγάπης ενίοτε – να βρίσκεται υπό την αίρεση της επιθυμίας.

Αν υπάρχει κάποιου είδους ‘ιερότητα’ στη μακροχρόνια δέσμευση, στη συζυγία, στον γάμο, αυτή έγκειται στην ελεύθερη και πρόθυμη απόφαση να μοιραστείς κάποια χρόνια από τη ζωή σου με έναν άνθρωπο· ενδεχομένως γιατί τον αγαπάς, αλλά όχι απαραιτήτως. Αυτή η απόφαση (πρέπει να) εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα συμβιώσουμε ή θα συζευχθούμε έναν ελεύθερο άνθρωπο με τον οποίο θα επικοινωνούμε έστω και στοιχειωδώς. Αυτό είναι το ηθικό ζήτημα και μόνο.

Ναι, σαφέστατα, η παρουσία ενός τρίτου ή περισσότερων τρίτων θα οδηγήσει κάποιους από εμάς να λύσουμε αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο είναι βάρβαρο και τελικά βαθιά ανήθικο να θεωρούμε ότι είναι a priori ηθικό να λύνονται αυτοδικαίως οι σχέσεις λόγω ‘απιστίας’. Και πάλι παραλληλίζοντας: πολλοί θα εγκαταλείψουν την εργασία τους επειδή δεν μπορούν να συνυπάρξουν με τους συναδέρφους τους. Αυτό είναι ανθρώπινο αλλά όχι αυτομάτως ηθικό.

Τελικά, στα ζητήματα ερωτικής ελευθερίας φαίνεται ότι η (‘υψηλή’ λεγόμενη) λογοτεχνία και ο (λεγόμενος ‘καλός’) κινηματογράφος έχουνε πληρέστερη και λεπτοφυέστερη αντίληψη του προβλήματος από ό,τι η ποπ κουλτούρα ή τα προϊόντα της βιομηχανίας του θεάματος. Αν μη τι άλλο, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που με επιτυχία διαχωρίζουν τα θέματα της καρδιάς (μόνωση, δειλία, μοναξιά, αιδημοσύνη, ζήλεια, νοσταλγία, καημός, παραφορά, λαχτάρα για έρωτα και ζωή, γερατειά) από τα θέματα ουσιαστικής ηθικής (σε αντιδιαστολή με την κατά Καβάφη ‘τρεχάμενη ηθική’). Γιατί ναι μεν η ελευθερία είναι εξ ορισμού ηθική, αν όχι ένα από τα θεμέλια της ηθικής, αλλά δεν παύουμε να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι. Από αυτήν την άποψη, η Στέλλα του Κακογιάννη ή το Brief Encounter (για να μη μιλήσω καν για βιβλία) μας λένε περισσότερες και βαθύτερες αλήθειες από όλα τα δράματα σχέσεων κι όλες τις αισθηματικές κομεντί και όλους τους συμβούλους σχέσεων μαζί.

Η φωτογραφία είναι της Lina Scheynius.

Εναντίον της αγάπης

 
Esquisse ampelophilosophique. Για τον Νίκο Δασκαλόπουλο (10.VI.2017)

Στους κύκλους των ευαίσθητων ανθρώπων είθισται να μιλάς για αγάπη, σχεδόν επιβάλλεται: σε κάνει να φαντάζεις βαθύς και ψαγμένος, άνθρωπος που ξέρει να δίνει και να δίνεται. Άλλωστε, όταν επικαλείσαι την αγάπη δημιουργείς την εντύπωση ότι διαθέτεις υψηλή «συναισθηματική νοημοσύνη» ενώ η επίκληση της αγάπης προσδίδει αύρα μιας ελαφράς πνευματικότητας σε όσα λες, σε όσα κάνεις και — κυρίως — σε όσα αισθάνεσαι και σε όσα ονειρευεσαι. Αυτοί μάλιστα που πέρασαν από τα αρχονταρίκια των (νε)ορθοδόξων χρησιμοποιούν την αγάπη ως μείζονα αναλυτική κατηγορία: η αγάπη νοηματοδοτεί, ζωοποιεί, σώζει. Είναι το μαγικό για όσους δεν πιστεύουνε σε μαγικά, είναι, λέει, η χάρη που μετουσιώνει το νερό για νίψιμο σε κρασί πρώτης ποιότητος, αν θυμάστε το θαύμα της Κανά. Άλλοι επιλέγουν να αναγάγουν την αγάπη στο Μεγάλο Ιδανικό της ζωής, άρα σε κάτι άπιαστο και ενδεχομένως ανύπαρκτο. Υπάρχουν βεβαίως κι εκείνοι που χρησιμοποιούν την επίκληση της αγάπης ως συναισθηματικό εκβιασμό, συνήθως γονείς και εραστές, όμως κι αυτό ανθρώπινο είναι και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον κτλ.

Ας κοιτάξουμε όμως και αλλιώς το θέμα. Λίγο πιο ψύχραιμα. Η αγάπη είναι συνήθως μια θεωρία, ένα ερμηνευτικό μοντέλο, ένας τρόπος να εξηγήσουμε έναν ισχυρό σύνδεσμο με έναν άλλο άνθρωπο. Υπάρχουνε βεβαίως κι άλλες θεωρίες, υπάρχουν κι άλλα ερμηνευτικά μοντέλα: συναντίληψη, συμπάθεια, συνεννόηση, σύμπνοια, εκτίμηση, φιλία, πόθος, ταίριασμα, έρωτας, συντροφικότητα, στοργή, αφοσίωση… Εδώ κιόλας προκύπτει μια πλάνη: ότι τάχα τα παραπάνω αποτελούν ασθενείς εκδοχές της αγάπης. Επιπλέον, τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και επειδή ο συνδυασμός δύο και τριών από τα παραπάνω μπορεί να μοιάζει με αγάπη.

Η αγάπη είναι η ερμηνεία που (στον δικό μας τουλάχιστον πολιτισμό) προτιμούμε να δίνουμε σε ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό μεταξύ δυο ανθρώπων. Φταίει και ο Απόστολος Παύλος: αυτό που υμνεί είναι τόσο σαρωτικό και απόλυτο και καθόλου μα καθόλου λυρικό ή τρυφερό, παρά εκτυφλωτικό και πανίσχυρο. Όμως, το ότι ζούμε τόσο δήθεν και τόση απάτη γύρω μας δε συνεπάγεται πως ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό αισθανόμαστε είναι αγάπη. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία στην οποία πρέπει να καταφεύγουμε, όταν όλες οι άλλες (και οι συνδυασμοί τους) αποτυγχάνουν να εξηγήσουν τον χαλασμό ή τη βαθειά γαλήνη εντός. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία, όταν όλες οι υπόλοιπες αποδειχτούν ανεπαρκείς, ποτέ η πρώτη.

Μέχρι τότε πρέπει να δουλεύουμε το ξυράφι του Όκκαμ και στον τομέα του τι νιώθουμε: να μην υποθέτουμε το πιο πολύπλοκο (την αγάπη) όταν όσα αισθανόμαστε ερμηνεύονται και με άλλους τρόπους. Αλλιώς τελικά ακκιζόμαστε και κολακεύουμε τους ωραίους εαυτούς μας, καθώς εξιδανικεύουμε και καμαρώνουμε ναρκισσιστικά την ωραία και μεγάλη θεωρία μας. Κι όταν αυτό που έχουμε με τον άλλο (το παιδί, τον γονιό, τον φίλο, τον εραστή, τον σύντροφο κοκ) λαβωθεί, ξεθυμάνει ή εκπέσει, τότε φαίνεται η πλάνη μας και τότε η ζημιά είναι σοβαρότερη από μια απλή διάψευση: αφού αυτό που ονομάσαμε αγάπη έσβησε, άρα αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει, λέμε.

Είναι βαρειά κουβέντα το «σ’ αγαπώ». Όχι γιατί είναι ανέφικτη η αγάπη (απλώς είναι δύσκολη και σπάνια, σαν κάτι δέντρα που θέλουν διαρκή φροντίδα). Κι αν πρέπει να πω κάτι, θα πω κάτι αντίστοιχο με αυτό που ένας φίλος ποιητής λέει για τον έρωτα: «μας αποκαλύφθηκε ότι ο ερωτας δεν είναι αυτό που νοιώθει κανείς, αλλά αυτό που κάνει». Αντίστοιχα, αγάπη δεν είναι αυτό που νιώθει κανείς αλλά αυτό που (τον) ζει. Κι αν έχουμε ανάγκη να λέμε «σ’ αγαπώ» στα σοβαρά είναι είτε γιατί δεν μπορούμε αλλιώς, είτε γιατί έχουμε επίγνωση της βεβαιότητας του θανάτου (αφού ο χρόνος βεβαιώνει ή αναιρεί).

Σταματάω εδώ γιατί μίλησα πολύ για αγάπη.

Η φωτογραφία ‘Bathroom’ είναι του Tim MacPherson.

Τραγουδάς και πλέχεις

στη μνημη της Λ.Ρ., που δε φοβόταν να μιλήσει.

Σημείωση: Η παρακάτω ανάρτηση μιλάει για τον Μεγάλο Ανατολικό, το μυθιστόρημα του Εμπειρίκου. Όσοι είστε κάτω των 18, προσβάλλεστε από τη συζήτηση ή περιγραφή ερωτοπραξιών ή τη χρήση λεξιλογίου ταμπού, διαβάστε κάποια άλλη από τις πολλές και υπέροχες αναρτήσεις μου. Όσοι νιώσατε έκπληξη από αυτή την προειδοποίηση, θα δείτε παρακάτω ότι έχει και μια δεύτερη ερμηνεία, προφανή μάλλον.

Γιατί ο Μέγας Ανατολικός
Το κλισέ ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο είναι ευτελώς αληθές.Ένα μόλις πιο ενδιαφέρον κλισέ, επίσης αληθές, θα ήταν ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από λίγα σκόρπια αποσπάσματα. Ιδίως αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ποταμό, το μακροσκελέστερο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ήμουν φοιτητής όταν ο Μέγας Ανατολικός άρχισε να βγαίνει, τόμο τόμο. Προσφιλής ενασχόλησή μας ήταν να πηγαίνουμε στο βιβλιοπωλείο, να ανοίγουμε κάποιον τόμο του Μεγάλου Ανατολικού και να διαβάζουμε ό,τι έπεφτε μεταξύ τυπογραφικών (οι σελίδες ήταν άκοπες). Μισοκαυλώναμε, όσο μάς άφηνε ο δημόσιος χώρος του βιβλιοπωλείου, το σκάνδαλο της έκδοσης του βιβλίου και τα δημοτικιστικά μας ταμπού που μπλοκάρανε μέρος της διέγερσης λόγω της καθαρευούσης. Δυστυχώς τότε δεν είχαμε δώσει ακόμα τη δέουσα προσοχή στους στίχους του Άσιμου:

Θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ’ έξω απ’ τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης

Τέλος πάντων, χαχανίζαμε με τα «ααααχ… ωωωω… αααααχ» που συνυπήρχαν με τα «καυλοπυρέσσων» και «μουνέττο» και «περισκελίς» και «νύμφαι» (όπως θα ήταν λ.χ ο ιδανικός Παπαδιαμάντης από άποψη περιεχομένου δηλαδή), αφήναμε πίσω στο ράφι τους τόμους και φεύγαμε. Υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προ ίντερνετ και εύκολου και διακριτικά διαθέσιμου πορνό για όλο τον λαό, όταν ήμασταν στο έλεος ενός σκιώδους καναλιού που είχε ο ψησταριάς Λεωνίδας, του ΙΤΑ8, του οποίου η καριέρα τερματίστηκε άδοξα όταν ξεπέρασε τα εσκαμμένα και πρόβαλε τσόντα με τραβεστί. Ενεργητικό. Τέλος: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε σήκωνε αστεία.

Τον Εμπειρίκο τον αγάπησα μετά το πανεπιστήμιο, χρόνια μετά. Στην Αγγλία, μετά από συζητήσεις με τη Ζ και αφού διάβασα τα «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία» και την Ενδοχώρα. Τον αγαπώ ακόμα. Είναι μεγάλος και σοφός ποιητής, μάστορας της ομορφιάς, σουρεαλιστής α λα Πρεβέρ (αλλά πολύ καλύτερος), με εικονογραφία Ντε Κίρικο κι όχι μπαχαλάκιας όπως ο Μπρετόν. Προτείνω να κάτσει κανείς και να τα διαβάσει όλα του ― δεν έγραψε και πολλά. Πάντοτε μού έκανε εντύπωση πόσο καλά το έργο του (εκτός του Μεγάλου Ανατολικού) έκρυβε την ιδιότητά του ως ψυχαναλυτή.

Όσον αφορά το μυθιστόρημά του, σε μια εποχή που ο Οδυσσέας του Τζόυς θεωρούνταν άσεμνο πορνογράφημα και λίγο πριν το έργο του Ντ.Χ. Λώρενς δικαστεί ως άσεμνο (με τα σάρκινα βλαστάρια του, τα υπόλοιπα ευφημιστικούλια του και την ακατανόητη διάλεκτο του Mellors), ο Εμπειρίκος κάθησε κι έγραψε ένα μυθιστόρημα όπου μια πλειάδα χαρακτήρων γαμιέται και διαβάζει για γαμήσια πάνω σε ένα πλοίο, τον Μεγάλο Ανατολικό, που πάει από Λίβερπουλ για Νέα Υόρκη. Πριν προχωρήσω: ακολουθώ εδώ την παραίνεση μιας περσόνας του συγγραφέα (κι ενός σχολίου στα ημερολόγιά του) να χρησιμοποιούμε λεξιλόγιο όπως ‘γαμώ’, ‘μουνάκι’ κτλ. για καθαρά απελευθερωτικούς λόγους. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι ορθόδοξοι αριστεροί και οι αριστεροί ορθόδοξοι συνοφρυώνονται, και ενδεχομένως έχουνε και καλό λόγο. Αλλά δε βαριέσαι, ας ακούσουμε τον Εμπειρίκο μια φορά: peccemus fortiter ρε αδερφέ.

Τι είναι ο Μέγας Ανατολικός;
Έχοντας επιτέλους διαβάσει το ένα τρίτο του Μεγάλου Ανατολικού στην ανθολογημένη μορφή που μας παρουσίασε πρόσφατα ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης: είναι πρωτίστως μυθιστόρημα. Βεβαίως δεν έχω ακόμα διαβάσει τα υπόλοιπα δύο τρίτα αλλά ο Γιατρομανωλάκης μάς καθησυχάζει ότι δεν υπάρχουν ανατροπές. Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο τελικά αποτελεί μια συμφωνικά ανεπτυγμένη μορφή του ποιήματος Στροφές Στροφάλων (εδώ σε λενοπλατωνίζουσα, με την καλή έννοια, μελοποίηση του kukuzelis).

Σε ένα πλοίο, σύμβολο του σεξ (χωρίς πλάκα) και ταυτόχρονα μικρόκοσμο ελευθεριότητας παρακολουθούμε τους πολλούς ήρωες (ανάμεσά τους ο Ιούλιος Βερν) στις ερωτοπραξίες τους, στα (συνήθως λαγνικά) διαβάσματά τους, να κοιτάζουν τα αστέρια με αγάπη λέγοντάς τα με τα ονόματά τους, να φιλοσοφούν για τον έρωτα και τη ζωή, να οραματίζονται μια ελευθέρια νέα τάξη πραγμάτων. Μα, θα μου πείτε, αυτό σαν τσόντα της δεκαετίας του 70 ακούγεται: μια υποτυπώδης πλοκή σε έναν περίκλειστο χώρο όπου βασιλεύει το σεξ όλων με όλους και με όλα κι όπου κάθε τόσο πέφτει και καμμιά αμπελοφιλοσοφική συζήτηση για ξεκάρφωμα.

Αυτή ήτανε κι η εικόνα μου για το βιβλίο προτού ξεκινήσω να το διαβάζω. Ωστόσο, μερικά κεφάλαια μετά, τέσσερα τουλάχιστον πράγματα γίνονται ξεκάθαρα:
Πρώτον, οι περιγραφές των γαμησιών είναι — φυσικά — εξαίσια δοσμένες, όμορφες, συναρπαστικές εξίσου με καυλωτικές (αν δεν έχετε καθαρευουσιάνικα ταμπού): μιλάμε για σοβαρή ερωτογραφία με χαρακτήρα, όχι για ερότικα της πλάκας ή για ιστοριούλες σεξ. Όπως θα περίμενε κανείς από έναν πολύ μεγάλο ποιητή.
Δεύτερον, ο τόνος του βιβλίου είναι έντονα κι απροκάλυπτα διδακτικός: ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος πασχίζει να διδάξει τους αναγνώστες του (και δια της επαναλήψεως) ότι ο έρωτας είναι θείο αγαθό, ότι η ερωτική ελευθεριότητα σώζει και διασώζει, ότι οι ηδονές είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει ανάμεσα στις ομορφιές, ότι ο έρωτας των σωμάτων είναι ο πορθητής των ταξικών και άλλων περιχαρακώσεων.
Τρίτον, ο συμβολισμός, η αλληγορία, και ένα όραμα ερωτοαπελευθερωτικό συνυπάρχουνε παντού και απροκάλυπτα με την αγάπη των βιβλίων και της ελευθερίας, και την αποδοχή σχεδόν όλων των ερωτικών προσανατολισμών, προτιμήσεων και συμπεριφορών. Λέω «σχεδόν» γιατί ο Εμπειρίκος αντιπαθεί την πορνεία (τη θεωρεί σύμπτωμα της σεξουαλικής καταπίεσης) και γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω δει αντρική ομοφυλοφιλία (κι αν τελικά απουσιάζει εντελώς, ο Εμπειρίκος μπορεί να γίνει γι’ αυτό αντικείμενο μομφής τόσο όσο ο Παπαϊωάννου που δεν έχει γυναίκες στο Δύο ή ο Μπαχ που παραγνωρίζει τις αρετές του Ισλάμ).
Τέταρτον, ο Μέγας Ανατολικός απολαμβάνεται σαν κείμενο όσο απολαμβάνεται και σαν αφήγημα (υποθέτοντας ότι ο αναγνώστης αρέσκεται να διαβάζει για λαγνουργίες).

Ο διδακτικός χαρακτήρας του Μεγάλου Ανατολικού είναι τόσο αναπεπταμένος, για να το πούμε εμπειρικικά, που πολλοί χαρακτήρες απλώς υμνούν τα κάλλη του έρωτα των άκρως αισθητών, επιβραδύνοντας την πλοκή. Το ίδιο το πλοίο είναι μια μεγάλη ερωτική ουτοπία (όπως την περιγράφει ο Γιατρομανωλάκης), μια προεικόνιση ενός ερωτικού επί γης παραδείσου. Όχι ότι ο Μέγας Ανατολικός είναι όλο πόθους και καύλα: ίσα ίσα είναι απολαυστικά αριστοτεχνικός και βαθιά ανθρώπινος ο τρόπος που διαγράφονται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες με νοσταλγίες, σαράκια και τραύματα κρυμμένα, ευαισθησίες κ.ο.κ. Όπως και στους έρωτες εκτός χαρτιού.

Μετά τον Μεγάλο Ανατολικό
Ο διδακτισμός και ερωτικός ουτοπισμός, το ερωτικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα αυτού του μεγάλου συμφωνικού έργου είναι τελικά και η αδυναμία του: καύλα και γαμήσι άνευ όρίων και άνευ όρων δεν μπορεί να υπάρξει και η καθολικώς απελευθερωτική λειτουργία του δεν είναι καθόλου δεδομένη. Το έργο, γραμμένο από το 1945 μέχρι το 1970, προοιμιάζει τα σίξτιζ, τα ξεπερνάει κατά πολύ και μας αφήνει αμήχανους.

Ωστόσο, ερωτογραφικά ο Μέγας Ανατολικός είναι απλώς αριστούργημα. Η ερωτογραφία είναι ντιπ για ντιπ χαντακωμένο είδος στα ελληνικά (με εξαίρεση την εξόχως λόγια κι αυστηρώς ομοερωτική ερωτογραφική υπερπαραγωγή αυτού του καλού μου φίλου, αν και προς το παρόν περιορισμένη στο διαδίκτυο). Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ερωτογράφο στα ελληνικά που να γράφει όχι τόσο εράσμια και ζουμερά όσο ο Εμπειρίκος αλλά που να ερωτογραφεί απλώς ρε αδερφέ. Από τον καιρό του ίντερνετ κυκλοφόρησαν διάφορα ψιλά αλλά α) είναι συνήθως άτεχνα β) είναι σεμνότυφα και πολύ της χρηστομάθειας (στο πνεύμα του «τι γύρευα εγώ ο λαρισαίος στην Ύδρα κτλ.») γ) είναι λιγουλάκι γκρανγκινιόλ. Οι δε ερωτικές σκηνές ελληνικών μυθιστορημάτων, ε, τι να λέμε… μία θυμάμαι μόνο.

Μια πολύτιμη υποθήκη του Μεγάλου Ανατολικού είναι να μην πάψουμε να μιλάμε για τον έρωτα με τους όρους του, τους όρους που ξέρουμε από έφηβοι και μας μιλάνε, κι όχι τα μπεμπεκίστικα του Κοσμοπόλιταν και τους γυναικολογίστικους τεχνικούς όρους. Να επαναοικειοποιηθούμε την ορολογία που έχει αφεθεί να τη διαφεντεύει η πορνογραφία και το μπουρδέλο. Να ξαναμιλήσουμε για αυτό που έχουμε (σχεδόν) συνέχεια στον νου μας. Και στη λογοτεχνία και στη ζωή, μεταξύ μας σα ζευγάρια και σαν ενήλικες πολίτες και πνευματικά όντα.

Μια δεύτερη υποθήκη: καλή και άγια η ερωτογραφία του Εμπειρίκου αλλά αρσενική, πολύ αρσενική. Και ως οπτική γωνία και ως εστίαση — αν και οι γυναίκες του Μεγάλου Ανατολικού είναι βγαλμένες από τη ζωή, απλώς στην εποχή μας, της ερωτικής αλαλίας, είναι συνήθως μουγκαμένες. Καιρός λοιπόν είναι επιτέλους να δούμε και γυναικεία ερωτογραφία στη γλώσσα μας.

Μια τρίτη υποθήκη: δεν υπάρχουνε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε. Όπως συζητάμε, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, εργασιακές συνθήκες και εργασιακά δικαιώματα όχι γιατί ζηλεύουμε τον αφέντη αλλά γιατί αυτό είναι πολιτική, έτσι πρέπει να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα. Ιδανικά, χωρίς να προηγούνται ντισκλέιμερ σαν αυτό που προλογίζει αυτη την ανάρτηση, να πω κι εγώ, για λίγο αφημένος στη δική μου ουτοπία.