Ο ταμίας των ανέμων

ακόμα ένα σκόρπιο ποστ

Η Οδύσσεια έχει υπάρξει διακείμενο ξανά και ξανά, σε σημείο που ο Μπόρχες θεωρεί τη βασική πλοκή της ως μια από τις θεμελιώδεις ιστορίες της ανθρωπότητας (ως «η επιστροφή», οι άλλες είναι ο θεός που πεθαίνει, αν θυμάμαι καλά, και η αναζήτηση). Ωστόσο υπάρχουν τρία επεισόδιά της που δεν έχουνε τη φήμη και τη διάδοση λ.χ. της Σκύλλας και της Χάρυβδης, των Λωτοφάγων, των Σειρήνων, της Καλυψώς (τι γυναίκα κι αυτή!), της Κίρκης, ή του Κύκλωπα: οι Κίκονες (έλα ντε), οι Λαιστρυγόνες (που ζούνε, λέει, στην Τηλέπυλο και αρχηγός τους είναι ο Αντιφάτης — για σκέψου!) και ο Αίολος.

Ο Αίολος δεν είναι θεός, είναι ο ταμίας των ανέμων. Την πρώτη φορά που το κατάλαβα, στην Α’ Γυμνασίου, παραμυθιάστηκα. Τι λες τώρα. Και να μην μπούμε στα οικογενειακά του, αφήστε. Τέλος πάντων, δουλειά του Αιόλου είναι να ρυθμίζει την κυκλοφορία των ανέμων — τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σκεφτόμουν τότε ονειροπολώντας τη φάση να είσαι σε μια βάρκα και να έχεις ένα ασκί μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένοι όλοι οι άνεμοι, όλοι εκτός από τον Ζέφυρο: ο Ζέφυρος εδώ και 29 αιώνες φέρνει τους ξενιτεμένους στην Ελλάδα, μόνον εμένα με σπρώχνει μακριά της εδώ και δέκα χρόνια.

Σκεφτόμουνα λοιπόν εκεί στην Α’ Γυμνασίου τι περίεργη αίσθηση να κρατάς ένα ασκί γεμάτο ανέμους, τη μέθη να έχεις φυλακισμένο κάτι τόσο δυναμικό μέσα σε έναν στενό χώρο. Μετά μεγάλωσα, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να μου εκμυστηρεύονται τα μυστικά τους, τα μυστικά γίνονταν όλο και πιο δύσκολα, όλο και πιο πολύπλοκα, όλο και πιο σφοδρά και καμμιά φορά θυελλώδη. Η περίεργη αίσθηση και η μέθη μεταφράστηκαν σε ευθύνη. Μετά από κάποια λάθη, εκεί όταν ήμουν δεκαεφτά και άφησα ένα λάθος μυστικό έξω από το ασκί, έμαθα να είμαι άξιος (μακάρι) ταμίας των ανέμων, των μυστικών φίλων ή απλών γνωστών (το ρεκόρ μου είναι δεκαπέντε λεπτά από τη γνωριμία μέχρι την εκμυστήρευση, αλλά ήμουν εικοσάρης τότε). Και επειδή πρέπει να διδασκόμαστε από τα ομηρικά έπη, ως Έλληνες και ως δυτικοί άνθρωποι, κρατάω γερά το σκοινί του ασκού.

Εδώ και χρόνια λοιπόν ακούω μυστικά ανθρώπων. Και όσοι έχουν ακούσει μυστικά ξέρουν ότι η ουσία του μυστικού δε βρίσκεται στο γεγονός ή στην πράξη ή στη διάθεση αλλά στη στάση που τηρεί αυτός που εκμυστηρεύεται απέναντι σε όσα λέει. Εκεί είναι το μυστικό, όχι (μόνο) στα καθέκαστα.

Εδώ και χρόνια λοιπόν υπάρχει μία στάση που επανέρχεται σχεδόν συστηματικά. Μιλώντας κάποιος ή κάποια για του ταίρι του ή το ταίρι της, διακρίνω μία διάθεση κτητική. Καλά, κάτι μάς είπες, τζάμπα ο Αίολος. Όμως όταν λέω «κτητική», εννοώ κάτι χειρότερο: εννοώ ιδιοκτησιακή. Μου μιλάνε για τα ταίρια τους και νομίζεις ότι μου μιλάνε για το ρολόι τους ή — με περισσότερη ακρίβεια — για κάποιο κτήμα τους που ενδέχεται να τους το φάει η πολεοδομία ή ο γείτονας. Και δε μιλάω σε επίπεδο ορολογίας, μιλάω σε επίπεδο ουσίας.

Ναι, εντάξει: κανείς δε θέλει να χάσει το ταίρι του, εκτός φυσικά και αν θέλει να το χάσει. Κανείς δε θέλει να μείνει μόνος (εκτός, βεβαίως, και αν το επιδιώκει). Υπάρχουνε πολλές παράμετροι που ορίζουνε μια σχέση: τα αδήριτα χρονοδιαγράμματα του γυναικείου σώματος, η ανάγκη μιας μίνιμουμ υλικής εξασφάλισης, η ανθρώπινη καρδούλα που ματώνει εύκολα ή αναπτύσσει σκληρό καύκαλο για να γίνει αδιαπέρατη (ώσπου, καμμιά φορά, αποξηραίνεται μέχρι μέσα και ψοφάει), η ανάγκη της μονογαμίας και η ανάγκη της πολυγαμίας, οι αποστάσεις (γεωγραφικές ή κοινωνικές), το τέρας της πατριαρχίας και το μορμολύκειο του μητρικού ευνουχισμού. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Δε ζούμε στον Μεγάλο Ανατολικό, ζούμε στον πραγματικό κόσμο.

Όμως. τα παραπάνω καθόλου δε δικαιολογούν το πώς ακούω να λειτουργούνε τα ζευγάρια: η αγάπη, ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη για οικογένεια, η εξασφάλιση, η απέχθεια της μοναξιάς (τη βλέπετε τη φθίνουσα, ε;) φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να έχουν υποκατασταθεί από ιδιοκτησιακή αντιληψη του άλλου μέσα στο ζευγάρι: ο άλλος μου ανήκει. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλές φορές μου δίνουνε την αίσθηση ενός κρύου μεταπρατικού do ut des, μιας ξεκάθαρης και ξεδιάντροπης αλλαξοκωλιάς σε κάθε επίπεδο της σχέσης.

Ακούω π.χ. να μου λένε για εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Χ που θα εξαργυρωθούν ακριβοδίκαια με εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Ψ (όπου Χ και Ψ ζευγάρι). Ξανά και ξανά ακούω για ταίρια που βρίσκονται σε ασφυκτική προσκόλληση ο ένας με τον άλλο, όχι την προσκόλληση του πάθους, αλλά του φόβου μην ξεμυτίσει ο άλλος — και όταν λέω ‘ξεμυτίσει’ δεν εννοώ κάποια παράλληλη σχέση ή έστω αρπαχτή, παρά τη δυνατότητα να έχει ο Χ κοινωνική ζωή από την οποία θα απουσιάζει ο Ψ. Έχω βαρεθεί να ακούω για ζευγάρια που τα κάνουν όλα μαζί (από διακοπές και ψώνια μέχρι να δούνε τηλεόραση και να πάνε για πεζοπορία), παρότι συνήθως βαριούνται φρικτά. Ακόμα χειρότερα από όλα: η δόλια και συστηματική αστυνόμευση της ζωής του άλλου φαίνεται να είναι πια η νόρμα: ανακρίσεις και σκηνές, να ψάχνεις σημειώσεις, ιμέιλ, κινητά, να σηκώνεις το τηλέφωνό του ή το τηλέφωνό της, να κατασκοπεύεις συνομιλίες — πράγματα που ανήκαν ή θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του ιδεοψυχαναγκασμού ή της χονδροειδέστερης απρέπειας ή, έστω, να είναι στιγμή αδυναμίας.

Δεν ξέρω δυστυχώς από ψυχανάλυση για να μπορέσω να ερμηνεύσω τέτοιες συμπεριφορές ή (πολύ περισσότερο) να βοηθήσω όσους τις παρουσιάζουν. Απλώς βουίζουν αυτά μέσα στον ασκό μου και με ενοχλούν.

Και ναι, ξέρω ότι οι ανθρώπινες καρδούλες εύκολα ματώνουν. Ξέρω ότι όλοι μισούμε το ‘ποτέ ξανά’ και αγωνιζόμαστε για το ‘πάντοτε’ (μάταια, κάποιου είδους τέλος θα μας βρει). Ξέρω ότι είμαστε εύθραυστοι και λυγίζουμε και σπάμε. Ξέρω ότι πάνω στην τρέλα θα πονέσεις και θα προσβάλεις τον άλλο ή θα ψάξεις τα μηνύματά του. Ξέρω πως έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Αυτό που με αποκαρδιώνει είναι ότι, πέραν από τη βία της πατριαρχίας πάνω στις γυναίκες, έχουμε πια και κάτι άλλο να μας αλλοτριώνει σε κάθε είδους ζευγαρική σχέση: έχουμε γίνει εξουσιαστές όλοι, έχουμε γίνει ιδιοκτήτες, έχουμε αντικαταστήσει τη ζήλεια και την αγωνία κάθε σχέσης με την απονιά και τη διάθεση να έχουμε τον άλλο για κτήμα μας. Η διακριτικότητα είναι κουταμάρα και ο σεβασμός στον άλλο (τον άλλο με τον οποίο μοιραζόμαστε το κρεβάτι μας και μέρος, μεγάλο ή μικρό, της ζωής μας) η ευκαιρία που ψάχνει, λέει, να μας εγκαταλείψει. Νομίζουμε ότι φυλακίζοντας τον άλλο θα τον έχουμε για πάντα. Αλλά είναι χιλιοτριμμένο το θεματάκι του πόσο μάταιο είναι και αυτό.

Πίστις και σεξ

(Ο τίτλος, επίτηδες, παραπέμπει σε φυλλάδια χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των αγνοημένων σοβιέτ που διαφεντεύουν ακόμη μέρος της χώρας και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης.)

Πριν κάτι μέρες πήγα σ’ ένα μοναστήρι να δω μια φίλη που έγινε μοναχή πριν περίπου 15 χρόνια.

Κάθε φορά που πάω σε μοναστήρι κάνω τις αναμενόμενες κοινότοπες σκέψεις: πώς είναι να μην το κάνεις καθόλου· μωρέ αυτοί που είναι να το κάνουν, το κάνουν — ενώ εκείνοι που δεν το κάνουν, σκασιλάρα τους έτσι κι αλλιώς: ούτε έξω στον κόσμο θα το έκαναν· τέτοια χαζά.

Αυτή τη φορά, περιμένοντας τη φίλη που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πριν 15 χρόνια, κάθησα σε ένα πεζούλι κάτω από ένα ωραίο δέντρο και κοιτούσα τους προσκυνητές και επισκέπτες που μπαινόβγαιναν στο καθολικό του μοναστηριού, προ δεκαπενταετίας ήταν οι κλασσικοί θεουσάνθρωποι, αλλά πλέον ο κόσμος έχει αλλάξει και βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι, όχι ντε και καλά πονεμένο, παρά και διάφορους ξένους ορθόδοξους σε προσκυνηματικού τύπου εκδρομές.

Τους παρατηρούσα προσεκτικά φορώντας την έκφραση του ελαφρώς διψασμένου και πολύ αποσταμένου προσκυνητή που απλώς με καρτερία κοιτάζει εγκάρσια προς κάποιον τοίχο, γλάστρα ή γάτα μοναστηρίσια. Έτσι όλοι νομίζουν πως εύκολα διαβάζουν τις προθέσεις σου (νερό, γλυκό κουταλιού, ίσκιο, ξάπλα στο πούλμαν της επιστροφής), ενώ εσύ είσαι αλλού για αλλού. Αυτή τη φορά ήμουν εκεί, σε αυτές τις σκέψεις:

Τη δεκαετία του ’60 (δηλαδή στα 1967-1973, που εμείς εδώ είχαμε χούντα) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Την άλλη σύντομη δεκαετία του «Τραπεζάκια Έξω», του «Τεριρέμ» και του «αλφαβηταριού της πίστης» (ας την πούμε του ’80) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι η πίστη είναι εγγενώς και απολύτως καλή, εξ ορισμού μεταρσιωτική, ένα απόλυτο αγαθό. Μάλιστα, σε μια έξαρση συνθετικού οίστρου, κάποιοι οραματίστηκαν τη σύζευξη των δύο, και θεώρησαν ότι συνδυάζοντας τα δύο θα δούνε ό,τι και ο Δάντης στο τελευταίο άσμα του Παραδείσου: Θεού πρόσωπο. Και έπραξαν αναλόγως, ή προσπάθησαν τουλάχιστον: από απόδειπνο σε παραλία ερημική, από βαμβουνακική μοιχεία κι αρπαχτή σε αγρυπνία στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, από αρχονταρίκι σε καυλαντίσματα με ωραίες αλλά απόρθητες θεούσες, από φοιτητομπερδεματα σε εκδρομές στο Όρος κτλ.

«Γιατί χλευάζεις, ρε μαλάκα;», θα μου πείτε. Δε χλευάζω ακριβώς. Απλώς οι δύο θέσεις, ότι το σεξ είναι πάντα και απόλυτα καλό και ότι η πίστη είναι πάντοτε απόλυτο αγαθό, είναι πλανερές εξώφθαλμα — ακόμα κι αν δεις το σεξ και την πίστη στην καθαρή μορφή τους (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό).

Το σεξ μπορεί να είναι ρουτίνα ή πηγή άγχους ή θλίψης, το σεξ μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε ιταλικά τηλεοπτικά σόου και ιταλικές σεξοκωμωδίες. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου με τη μορφή κάθε λογής βιασμού και εξαναγκασμένης εκπόρνευσης. Αυτονόητα πράματα.

Αντίστοιχα πράματα ισχύουν για την πίστη, και μάλιστα σε μαζικότερη κλίμακα. Η πίστη βεβαίως είναι πηγή άγχους ή θλίψης για εκατομμύρια ανθρώπων, ιδίως η πίστη των άλλων που σου τη φοράνε κατάσβερκα, η πίστη μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε μαγαζάκια γύρω στη Μεγαλόχαρη, φυλαχτά κάθε λογής και γραφικούς ανθρώπους με τους οποίους ασχολούμαστε μόνο και μόνο γιατί εκπροσωπουν κάποια θεότητα. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου — κι εδώ ακόμα κι ένας συνοπτικός κατάλογος θα ήταν μακρύς κι αβάσταχτα θλιβερός αλλά και γεμάτος κακογουστιά: σκεφτείτε μόνον τη δυστυχία και το AIDS που σκορπίζει η άρνηση των καλών Καθολικών να σκουφώσουν το πουλί τους.

Και δηλαδή τι να κάνουμε, να καταργήσουμε το σεξ και την πίστη; Η κατάργηση του σεξ δεν πέτυχε, ούτε της πίστης θα πετύχει (ακόμα και αν της δίναμε κι αυτηνής καμμιά 20αριά αιώνες διορία). Όπως το σεξ είναι ό,τι είναι στην ουσία του (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό), η πίστη στην ουσία της είναι ένα φάρμακο με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή και ναρκωτικό και ίαμα, αλλά και με την ψυχοτροπική: μαστουρώνει, δίνει ελπίδα, καταπραΰνει, μεταρσιώνει, δίνει χαρά.

Και, για να γίνω κι εγώ μπανάλ, τι είναι η ανθρώπινη κατάσταση παρά η δυστυχία που νιώθουμε και προκαλούμε κυνηγώντας τη χαρά.

but we like it when we’re spinning in his grip

Ι.
Το σεξ είναι ταυτόχρονα πανανθρώπινο (όπως το φαΐ κι η γλώσσα) και τελείως προσωπικό (όπως ο χαρακτήρας μας κι η φάτσα μας). Στο «προσωπικό» δεν υπάρχει απαραίτητα μεταφυσική — ίσα-ίσα. Είναι όμως χαρακτηριστικό πόσο θεαματικά πλανώνται κι αποτυγχάνουν και όσοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι το σεξ μπορεί να είναι εντελώς απρόσωπο (είτε γιατί το μισούν είτε γιατί το αγαπούν υπερβολικά) και όσοι το ταυτίζουν με τον έρωτα ή, ακόμα χειρότερα, με κάποιου είδους μυστική εμπειρία που λ.χ. μπορείς να μοιραστείς μόνο με τον ένα και μόνο Άλλο και πάει τελείωσε.ΙΙ.
Ασχολούμαστε με το σεξ γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Τρωγόμαστε για το σεξ: αν μας λείπει γιατί μας λείπει κι αν δε μας λείπει γιατί θέλουμε κι άλλο κι αν δε θέλουμε κι άλλο γιατί μας αρέσει. Φυσικά, μερικοί άνθρωποι απλώς το θεωρούν πηγή ή αφορμή ομορφιάς (όπως οι ποιητές τη γλώσσα και οι γκουρμέδες το φαγητό), αυτοί έχουνε πολλά βάσανα.

ΙΙΙ.
Το σεξ είναι ισχυρό, όπως το φαγητό. Η ανάγκη για σεξ είναι πρωτίστως ψυχολογική κι όχι μια εκδοχή της πλησμονής και κένωσης του Ερυξίμαχου, που ως ομοιόσταση αποτελεί και το αγαπημένο ιδεολόγημα πολλών. Όσοι ταυτίζουν το σεξ με μηχανικές λειτουργίες, όπως η κατάποση, ο βήχας, η εφίδρωση κι η αφόδευση, συνήθως πλανώνται, εκτός αν απλούστατα μισούν την ανθρώπινη φύση. Όταν πάλι λέω «ψυχολογική», δεν εννοώ με κάποιον τρόπο φροϋδικό ή δεν ξέρω τι, αλλά με έναν τρόπο μοναδικό και γοητευτικά τυραννικό, αφού με το σεξ δεν ξελαμπικάρεις (αλλιώς θα μας είχε κερδίσει η μαλακία εδώ και αιώνες), αλλά κατά κάποιον περίεργο τρόπο αισθάνεσαι άνθρωπος. Ενίοτε σε κάνει να ονειρεύεσαι, έστω κι αν πολλές φορές σε κάνει να ονειρεύεσαι περισσότερο σεξ απλώς.

ΙV.
Επειδή το σεξ είναι ισχυρό και ασχολούμαστε μαζί του, μπορεί να φορτωθεί (και φορτώνεται) με χίλια μύρια κουκουβίδια, οπότε η ιδιότητά του να μας κάνει να αισθανόμαστε άνθρωποι μπορεί κάλλιστα να επισκιαστεί, ή και να πάει κανονικά για περίπατο: εξουσία, λεφτά, αρρώστια, ηλικία, ανασφάλειες, θρησκεία, άγχος για το ίδιο το σεξ, να μη σ’ αρέσει το σεξ ή το να δείχνεις ότι σ’ αρέσει το σεξ.

V.
Βεβαίως, και ο ίδιος ο όρος «σεξ» είναι συνοπτικός όρος που καλύπτει την επιθυμία και την ηδονή. Οι περισσότεροι όταν θέλουνε να μιλήσουν για το σεξ μιλάνε μόνο για την επιθυμία και τη διέγερση. Την ηδονή τη θεωρούνε δεδομένη. Πράγμα άξιον απορίας, αφού το λεγόμενο «καλό σεξ» (εξίσου μεταφυσική κατηγορία με όρους όπως λ.χ. «ευτυχία», «ομορφιά» κτλ) είναι τελικά θέμα ηδονής. Και προϊόν τύχης αγαθής, συνήθως μετά από δοκιμή και πλάνη.

Σπουδή στο πορφυρό

Ο πολύ ενδιαφέρων (και πολλές φορές απολαυστικός) Κύπριος μπλογκάς Φιρφιρής — ο οποίος, σημειωτέον, σερβίρει και πατσά — αναρωτιέται σε δύο ποστ του τι έχει πάθει ο κόσμος και δε θέλει σχέσεις καθώς και τι έγινε και εξαφανίστηκε ο έρωτας (και η ποίηση) από τις σχέσεις. Δεν ξέρω εάν συμφωνώ με αυτά του τα συμπεράσματα — μάλλον διαφωνώ — αν και είμαι πολύ χαρούμενος που έγιναν αφορμή να δούμε φωτογραφίες του Μαγιακόφσκι και να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το “στων σπονδύλων το φλάουτο” του ποιητή.

Δεν ξέρω εάν συμφωνώ πως χάθηκαν οι σχέσεις και ότι χάθηκε κι ο έρωτας — άρα και η ποίησή (του). Όμως αυτά τα δύο ποστάκια με έβαλαν σε σκέψεις. Γιατί υπάρχει, βεβαίως, βάση για αυτά που συμπεραίνει ο Φιρφιρής. Τι γίνεται, άραγε;

Νομίζω πως τίποτα δε χάθηκε. Λέω «νομίζω», δεν είμαστε εδώ για να καταθέτουμε βεβαιότητες και αδιαμφισβήτητες ‘πραγματικότητες’. Νομίζω πως τίποτε δε χάθηκε, λοιπόν. Απλώς πως επήλθε ο (για αιώνες πολυπόθητος για πολλούς ) διαχωρισμός έρωτα, σεξ και σχέσης / γάμου. Κοινώς, μπορούμε πια να έχουμε μόνον ένα ή δύο από τα παραπάνω· νοείται λ.χ. έρωτας χωρίς σχέση / γάμο (αλλά έτσι δεν ήτανε πολλές φορές ήδη και από τον καιρό των τροβαδούρων;), νοείται λ.χ. σεξ χωρίς έρωτα και σεξ χωρίς σχέση / γάμο (ευτυχώς, αρκετή αποξένωση υπάρχει στον κόσμο), νοείται και έρωτας χωρίς σεξ (μα κι αυτό είναι παλιό, δεν το ποθούσαν διακαώς ‘nos ancêtres les byzantins’;), νοείται και σχέση χωρίς έρωτα και χωρίς (σπουδαίο) σεξ. Τέλος, ένα από τα δώρα του 20ου αιώνα στην ανθρωπότητα, νοείται έρωτας και σεξ χωρίς σχέση / γάμο. Εν ολίγοις, όλοι οι συνδυασμοί παίζουν πια.

Άρα τι; Όλα ρόδινα; Όχι φυσικά. Υπάρχουν δύο ακόμα παράγοντες: πρώτον, η σχέση / γάμος δεν αποτελεί πια αυτοσκοπό, ένα θέσμιο που πρέπει να διαφυλαχτεί με κάθε μέσο — ιδίως αν η εναλλακτική λύση (έρωτας και) καλύτερο σεξ την παραφυλάει στη γωνία. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως οι άνθρωποι έχουνε γίνει πολύ πιο ειλικρινείς σχετικά με το τι θέλουν και το τι έχουν μπουχτίσει — παραμένουν ωστόσο πάντοτε άνθρωποι: πληγώνονται, τραυματίζονται και γδέρνεται η καρδούλα τους εξίσου εύκολα με τον καιρό των τροφοσυλλεκτών προγόνων μας και έκτοτε…

Ο δεύτερος παράγοντας; Ως άνθρωποι είμαστε μαξιμαλιστές: θέλουμε το καλό σεξ να προοιωνίζει, να εξυπακούει ή να συγκεφαλαιώνει έρωτα Νερούδα-Μαγιακόφσκι-Πρεβέρ-Ελυάρ. Θέλουμε ο έρωτας να εξασφαλίζει μια άρτια συντροφική και μακροχρόνια σχέση. Θέλουμε μια μακροχρόνια και σταθερή, και τρυφερή κιόλας — ίσως, σχέση να είναι κεντημένη από σεξ που ανέρχεται από δυνάμεως εις δύναμιν, από το καλό στο καλύτερο. Τα θέλουμε όλα. Γιατί παραμένουμε πάντοτε άνθρωποι. Εάν μάλιστα είμαστε και (μετά Καλβίνον) χριστιανοί, έχουμε και την εξής επιπλέον απαίτηση: θέλουμε το σεξ να συγκεφαλαιώνει και να αντανακλά τη ζέση του έρωτα, που θα τροφοδοτεί έναν άρτιο και συντροφικό γάμο, ο οποίος θα μας πάει στον Παράδεισο εντέλει.

Είμαστε δεν είμαστε χριστιανοί, τα θέλουμε όλα μαζί, θέλουμε το Απόλυτο· δε θέλουμε να είμαστε πρακτικοί (άρα ‘μίζεροι’): «από δω η γυναίκα μου κι από δω το αίσθημά μου». Γι’ αυτό και αγωνιούμε, απογοητευόμαστε και αποκαρδιωνόμαστε: γιατί το σεξ ξεφτίζει, ο έρωτας μεταλλάσσεται ή σβήνει, τη σχέση την κόβει ο πάντα απρόβλεπτος βίος και ο πάντα ενοχλητικός θάνατος. Συν του ότι ο έρωτας Νερούδα-Μαγιακόφσκι-Πρεβέρ-Ελυάρ είναι λαχείο και όχι αυτόματο πολιτικό δικαίωμα, όπως η ψήφος. Χώρια και το ότι το σεξ (ας λένε ό,τι θέλουν όσοι δεν ξέρουν) είναι ταλέντο είναι και μαθητεία είναι και λαχείο — όπως, ας πούμε, το τραγούδι: καλό και άγιο το ταλέντο, αλλά απαραίτητη και η μαθητεία, άσε που είναι και λαχείο τι θα σε βάλουν να τραγουδήσεις, με ποιον και πού…

Όπως, ας πούμε, η ποίηση. Και μια και λέγαμε για ποίηση, κάποτε ερωτεύτηκα έτσι:

῝Εν μὲν ἔαρ ἐν ὥραις, εἷς δ’ ἥλιος ἐν ἀστράσιν, εἷς δὲ
περιέχων ἅπαντα οὐρανός, μία δὲ φωνὴ κατὰ πάντων ἡ σή

(Γρηγόριος Θεολόγος)

Και κάποτε έτσι:

Le tendre et dangereux
visage de l’amour
m’est apparu un soir
après un trop long jour
C’était peut-être un archer
avec son arc
ou bien un musicien
avec sa harpe
Je ne sais plus
Je ne sais rien
Tout ce que je sais
c’est qu’il m’a blessée
peut-être avec une flèche
peut-être avec une chanson
Tout ce que je sais
c’est qu’il m’a blessée
blessée au coeur
et pour toujours
Brûlante trop brûlante
blessure de l’amour.

(Jacques Prévert)