Ντου από παντού

Μπρύγκελ

Η μούργα κι η βρωμιά που είναι η Ελλάδα του 2017 δεν χρειάζεται άλλη παρουσίαση και περιγραφή: εξαθλίωση, εγκατάλειψη, ξεπούλημα, ναζί και κρυπτοφασίστες, υποταγή, χρηστοήθειες, φτώχεια παντού, εφησυχασμός, παπαδοκρατία, απελπισία, εθνικισμός, εξαπάτηση, πατριαρχία, συνωμοσιολογίες, εργολαβοκρατία, πουριτανισμός, καταφυγή στο ευτελές…

Το ζήτημα είναι πώς θα σπάσει αυτή η δυσώδης κρούστα που καλύπτει το (θέλουμε να πιστεύουμε) ωραίο σώμα μας.

Χρειάζεται ντου από παντού.

Οκέι, κατ’ αρχήν χρειάζεται ταξικό κοινωνικό κίνημα από κάτω, οριζόντια διαμορφωμένο και αυτοοργανωμένο. Αυτοί που πλήττονται αυτοί πρέπει να δράσουν. Άλλωστε την είδαμε την ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ: υποκατέστησε την κοινωνική ατζέντα με χάδια στον καβάλο του ανώτερου κλήρου και με συγκυλισμούς με εθνικιστές και στρατόκαυλους — αφου αυτά θέλει ο «λαός» της απόγνωσης και του φαντασιακού τους. Το βλέπουμε το ΚΚΕ εδώ και δεκαετίες, μας βλέπει κι αυτό από τις κορφές της Γκιώνας που αστράφτουν από θύμησες και μεσσιανικές εξαγγελίες. Δεν μιλάω πια για Αριστερά, που παίζει με τον Αλτουσέρ, περιμένει να βγει ο Κούλης για να αντιπολιτεύεται χωρίς ενοχή και πλάθει σύνθετες λέξεις για να περιγράψει αυτά που αφορούνε λίγους και τους ίδιους. Και μιλάω για ταξικό κίνημα γιατί είδαμε πώς οι αταξικές αγανακτήσεις, οι «προς Θεού όχι διχόνοιες», οι πάνω πλατείες και τα φάσκελα, «τα κόμματα διχάζουν» και οι εθνικές ενότητες μάς έριξαν σε σωρραίους, σε λιτανείες με λείψανα, σε κομψές παραιτηθειάδες και σε κυριακάτικα κηρύγματα Ράμφου-Αρίστου-Χωμενίδη και δεν συμμαζεύεται.

Δεύτερον χρειάζεται μαζική επίθεση καμπ, κραγμενότητας και ξετσιπωσιάς: πρέπει να βγούμε όλοι με σαγιονάρες, με φτερά, με σπήντο, με γκλίτερ και μποντυπέιντ, ξεκάλτσωτες, με γυαλιά Έλτον Τζων και Χάρυ Κλυν, ξώβυζες, με νεροπίστολα, με φανελάκια Ατθίς και σορτσάκια λαϊκής και ό,τι άλλο να χορεύουμε και να κουνιόμαστε και να χοροπηδάμε και να τραγουδάμε φάλτσα στους δρόμους· χρειάζεται ένα Καρναβάλι δυο φορές τον μήνα, ένα πράιντ κάθε δυο μήνες, τακτικά πάρτυ στους δρόμους από τρανς άτομα (και «ειλικρινή» και «μέτα») και λεσβίες κομμάντο και απαίσιους θηλυπρεπείς βαμμένους που κάνουνε τον γκέι τον σωστό, τον βαρβάτο να φρίττει και να ντρέπεται (για να μην πω για τον νοικοκύρη, που ωστόσο δεν μασάει να εξηγεί στο παιδί του γιατί υπάρχουνε ζητιάνοι). Πρέπει να σπάσει αυτή η αηδία. Πρέπει επιτέλους να βγουνε στους δρόμους βλάσφημοι ερμοκοπίδες, τα ΑμεΑ, ζαβοί ποιητές, μπουτς κορίτσια που θέλουνε φαμ στοργή και τανάπαλιν, οι τρελοί του χωριού, ο Χριστοπιστίας. Πρέπει να σπάσουμε τη βιτρίνα μιας κοινωνίας που πέρασε από την αγροτοποιμενική βαρβαρότητα που κοίταζε προς Φανάρι μεριά σε μια φω αστική υπερκαθωσπρέπεια κι ευπρέπεια που κοιτάζει προς Σηκουάνα μεριά. Πρέπει να μπούμε στο μάτι όσων κλειδαμπαρώνουν τις ζωές των άλλων και ρυθμίζουν αυθαίρετα τι «θέλουμε να βλέπουμε» στους δρόμους μας, στον δημόσιο βίο και στις ζωές μας. Ναι, και πάλι από κάτω και αυτό το ντου.

Τρίτον, η εποχή απαιτεί σοβαρότητα ακριβώς επειδή οι ελίτ της εποχής είναι θρασείες κι η ίδια η εποχή εντελώς απορρυθμισμένη κι ό,τι να’ ναι, επειδή μας κοροϊδεύουν οι προνομιούχοι μέσα στα μούτρα μας σαν τον πρόεδρο Τραμπ και σαν τον Γκίκα Χαρδούβελη, που δεν ήξερε ότι πρέπει να υποβάλει πόθεν έσχες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η εποχή είναι απορρυθμισμένη και οι ελίτ έχουνε ξεμπουρνταλιαστεί, η σοβαρότητα πρέπει να διακρίνει πια τις πράξεις, το έργο μας καθώς και τη δριμύτητα του χαβαλέ και της σάτιράς μας: όσο πιο οξύστομος ο αθέρας τους, τόσο πιο σοβαρός ο χαβαλές, τόσο πιο σοβαρή η σάτιρα. Πρέπει να πάρουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που θέλουμε στα σοβαρά ώστε να κλωτσήσουμε ανελέητα τη σοβαροφάνεια και κάθε πρόσχημα που υποκαθιστά τη σοβαρότητα. Τα προσχήματα που κρατούν εύτακτη και τακτοποιημένη τη βιτρίνα λειτουργούσαν ίσως τις εποχές της ανοχής και τις εποχές της σχετικής ασφάλειας και της σχετικής αφθονίας, αλλά αυτά τέλος πια: χαβαλέ και υπονόμευση παντού, σε κάθε βεβαιότητα κι ευπρέπεια μιας εκτραχηλισμένης κοινωνίας. Κανένα σεβασμό σε κανέναν που έχει προνόμια και θέλει να τα προασπιστεί και να τα επεκτείνει επικαλούμενος την μπάσταρδη «σοβαρότητα» των σοβαροφανών.

Τέταρτον, πρέπει να κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι μειονότητες. Ένας Γιάννης Αντετοκούμπο δεν φέρνει την άνοιξη. Ρομά, Νέοι Κυψελιώτες και Πατησιώτες, Αλβανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, όλοι όσοι δεν έχουν ή δεν θα είχαν ιθαγένεια αν της πέρναγε τότε της ΝΔ πρέπει να βγούνε και να ρίξουνε κάμποσα σβέλτα σκαμπιλάκια στην πλαγγόνα του ΕΟΤ εντός μας που λέγεται Ελλάδα-Έλληνες-Ορθοδοξία-Εθνική Ενότητα. Χιπ χοπ, γκράφιτι, ποιητικά τζαμαρίσματα — δεν ξέρω τι: όλα τώρα χρειάζονται. Μπας και βγει από το μυαλό του Έλληνα που μεγάλωσε σε σχολεία όπου ο χάρτης της Ελλάδας έπλεε μεταξύ μπλε θάλασσας και μπεζ νομανσλανδιών ότι είναι μοναδικός, επιούσιος, ξεχωριστός, θεοσκέπαστος. Ένας υπέροχα μπάσταρδος λαός είναι, όπως όλοι οι ας πούμε υπέροχοι λαοί, επιστάτης και τοποτηρητής αρχαιοτήτων. Αν Βαλκάνιοι και Τουρκόσποροι ήτανε κατάλληλοι για αυτόν τον ρόλο, γιατί όχι και όλοι όσοι αγαπούν και μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο; Χρειαζόμαστε όλοι τη φωνή τους.

Τέλος, και το πιο δύσκολο, χρειαζόμαστε πια κριτικούς που δεν πίστεψαν ποτέ ότι μαθαίνεις να σκέφτεσαι γράφοντας εκθέσεις και μαθαίνοντας Αρχαία. Χρειαζόμαστε κριτικούς και γραφιάδες που δεν χρωστάνε χατήρια σε κανέναν κερατά και σε κανέναν πονηρό μαικηνίσκο, που ξέρουνε και πέντε γράμματα. Αυτούς τους χρειαζόμαστε πολύ, επίσης. Αλλά επειδή πια πέρασα στο σχεδόν ανέφικτο, σταματάω.

Τι θα μείνει από όλα αυτά κι αν έρθουν; Ίσως λίγα. Ίσως μια ανάμνηση ότι δεν είναι τα πάντα κανονικότητα κι αποκλεισμός και ΤΙΝΑ. Ίσως και η γνώση, που μια άλλη γενιά θα αξιοποιήσει, ότι μπορεί νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε.

Ο αυνανισμός της οργής

Οργισμένες φιγούρες υπήρχανε στα σοσιαλμήντια και την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως διάφοροι δοκησίσοφοι μονίμως ευέξαπτοι — πιθανότατα γιατί δεν κατάφερναν να κάνουνε τα κοννέ που θα ήθελαν μέσα από τα μπλογκ: ερωτικά, επαγγελματικά, αυτοπροωθητικά κτλ. Τους θυμάμαι και τις θυμάμαι να επικονιάζουν ποστάκι το ποστάκι με διορθώσεις, με νουθεσίες, με φοβέρες και σιγά τα αίματα.

Η από το 2010 κατά μέτωπο εισπρακτική επίθεση στα «συνήθη υποζύγια», το μνημονιακό μείγμα ποντικοφάρμακου και ιχνών αντιβίωσης που μας ταΐζουν, η μετατροπή θεσμών και πολιτεύματος σε καμπούκι, η ανοχή στη ρητορική αλλά και στη φονική βία των ναζί και των φίλων τους, η αστυνομική θηριωδία, η καταφανής μετατροπή των θεσμών της ΕΕ σε διευθυντήριο που δεν λογοδοτεί δημιούργησαν οργή και αγανάκτηση. Δικαιολογημένα.

Δεν είμαι φίλος της πολιτικής αγανάκτησης ως συναισθηματικής εκτόνωσης και ευκαιρίας να νιώσουμε ότι αντιδρούμε, ούτε βεβαίως της οργής ως υποκατάστατου του λόγου, της δράσης, της κινητοποίησης, της αυτο-οργάνωσης. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για την γκρίνια. Η ιδιωτική (άρα και η σοσιαλμηντιακή) επίδειξη της οργής μας ούτε μας καταξιώνει, ούτε χτυπάει ό,τι μας οργίζει.

Επειδή μετά το φαλιμέντο του Σύριζα μάς έχει κυριεύσει βαθειά πολιτική αμηχανία, η οργή πλέον έγινε μανιέρα. Είναι μια στάση που νιώθεται, μια κάποια λύση — ψυχολογικώς τουλαχιστον. Κι ενώ το παράπονο των διάφορων σχολιαστών τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, μετά το 1989 δηλαδή, αφορούσε την πολιτική απάθεια, την αδιαφορία και την έλλειψη συμμετοχής στα κοινά, τώρα πια το πρόβλημα μοιάζει να είναι η υπερβολική ενασχόληση με τα κοινά, τα έντονα πολιτικά πάθη (που, ως συνήθως, θεωρούνται διχαστικά κι επικίνδυνα) και η περιρρέουσα οργή. Επίσης, η όποια συζήτηση σχετικά με το τι προκαλεί πάθη και οργή, περιορίζεται στον ερμηνευτικό φερετζέ της υστερόβουλης χρηστομάθειας που μιλάει για «λαϊκισμό» και «εχθροπάθεια», ΤΙΝΑ και «κρυφές ελπίδες»…

Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι η οργή, θορυβώδης, εκτονωτική κι ατελέσφορη, χαρακτηρίζει  και όσους πλήττονται κατευθείαν από τον συνδυασμό εξανδραποδισμού και φτωχοποίησης αλλά και όσους δεν αντέχουν να βλέπουν να αποκαλείται το μαύρο άσπρο και να βαφτίζεται το κρέας ψάρι — αυτούς είτε γιατί δεν τους τακτοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε γιατί δεν είχαν καμμία όρεξη να τους τακτοποιήσει κανένας. Το τραγελαφικό είναι ότι τη ρητορική της οργής, την ιερή οργή κι αγανάχτηση (με χι) την οικειοποιούνται και όσοι θεωρούν ότι εξαρχής έπρεπε να είχαμε υποταγεί ασυζητητί, αβλεπεί κι αμαχητί στα μνημονιακά κελεύσματα των μαθητευόμενων ή και καταχθόνιων μάγων — όποια και αν ήταν αυτά, προς θεού. Οργίζονται λοιπόν κι αυτοί με την υπερφορολογήση ή την έκπτωση των θεσμών (που δεν γιγαντώθηκαν επί Παπαδήμου και Σαμαρά, παρά ξαφνικά μάς προέκυψαν τον Ιανουάριο του 2015, όταν ανέλαβαν οι δήθεν σταλινικοί της μουσταλευριάς), οργίζονται που δεν είμαστε λαός (μέσα στον ανιστόρητο επαρχιωτισμό τους), οργίζονται που ψηφίζουνε τα ζώα κι οι λεβέντες κι όχι οι άριστοι και ικανοί (στην απορρόφηση ΕΣΠΑ για βιοπορισμό, προφανώς).

Κι έτσι όλοι διανέμουν τζάμπα ψόφους και κατάρες, ώστε να υπενθυμίζουν την ηθική τους μεγαλοσύνη μέσα από την ιερή τους αγανάκτηση. Κι έτσι η καρικατούρα της οργής γίνεται ρητορικός τόπος και τρέχον νόμισμα: για τους μεν επαναστατικό και κινηματικό υποκατάστατο· για τους δε ένας πιο σέξι τρόπος να εκτονώνουν χουντικά αντανακλαστικά και να εξωτερικεύουν λούμπεν μεγαλοαστικές φαντασιώσεις ή αξιώσεις αλλά και να εκφράζουν το βαθύ ταξικό τους μίσος προς τους αδύναμους και τους μη προνομιούχους.

Μνημόσυνο για τον Ψάλτη

 
Επειδή πολλοί κάνουνε χιουμοράκι που λυπηθήκαμε για τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη, με παραλληλισμούς μέχρι και με τον Σεφερλή, θεμουσχώραμε:

Τη δεκαετία του ’80 στην Αθήνα έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλή ζέστη. Δεν είχαμε κλιματική αλλαγή ακόμα όμως είχαμε ζέστη. Δεν είχε πουθενά δροσιά στο κέντρο, στο κέντρο δεν ήταν πουθενά «άλλος θεός», όπως στα μακρινά μαρούσια και τις κηφισιές, ενώ αυτό που λέτε Αγία Παρασκευή ήταν ακόμη (και είναι) μια μαλακία για νεόπλουτους· πιο έξω υπήρχανε κάτι χωριά, αυθαίρετα και καταπατημένα, και τα καμένα της Πεντέλης.

Επίσης, ακόμα και επί ΠΑΣΟΚάρας (που νοσταλγείτε) δεν έπαιρναν οι εργαζόμενοι άδεια πάνω από 21 μέρες (10 με 14 έπαιρναν, τεσπά). Κι έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλη ζέστη. Και την ημέρα η οικοκυρά έπαιρνε τα κουτσούβελα και τα πήγαινε με τον Θύαμις Τουρς στο Αυλάκι για κανα μπάνιο (διότι στο Ζούμπερι και στη Βουλιαγμένη τότε ήτανε βρώμικα και στο Πόρτο Ράφτη γινότανε χαμός). Και το βράδυ μάς πήγαιναν μπαμπάς και μαμά στην Άρπα και στη Δήμητρα να δούμε κανα θερινό, μήπως και φυσήξει κι ανασάνουμε. Ναι, δεν είχε τότε κλιματιστικά.

Και στα θερινά έπαιζε περσινά μπλοκμπάστερ αμερικάνικα, ιταλικές σεξοκωμωδίες με έναν βλάκα που γούρλωνε τα μάτια του όταν έβλεπε βυζιά (άρα ακατάλληλες) καθώς και ύστερες ελληνικές ταινίες: πεπτωκότα Δαλιανίδη, παρακμασμένο Βέγγο, Μιχαλόπουλο-Γαρδέλη-Ψάλτη. Όλες σχηματικές με άθλιο ήχο, χάλια χιούμορ, μαλακία σενάρια, υπερφωτισμένες από το ζαβλακωτικό ελληνικό φως, γυρισμένες κυρίως εξωτερικά μέσα σε μια Αθήνα της ανοικοδόμησης και συνοικιών που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ως Αθηναίος του καράκεντρου. Οι καημοί που ανακυκλώνονταν θεματικώς ήτανε καημοί μπανάλ και λαϊκοί στην αγροτοποιμενική προέλευσή τους αλλά μπρουτάλ σπαταλήματα μέσα στη σαφήνειά τους — καμμιά σχέση με τα «τα θέλω μου», «τι εικόνα θα δώσω», τα «ίσως» και τις κτητικές προεγκρίσεις και εγγυήσεις που απαιτούν σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις: σε αυτές τις φάρσες της συμφοράς είχε άγριες ματιές και γούστα που μακελεύονταν στην αρένα του μικροαστικού γάμου ως έπαθλου και ως τρόπου ζωής…

Και μέσα από αυτές τις μαλακίες ταινίες, που βλέπαμε για να δροσιστούμε στα θερινά που ήδη υπονόμευε το βίντεο, αναδύονταν κάποτε ένας «συνδυασμός επιπολαιότητας και υπόκωφης πίκρας» στις ερμηνείες καθώς και μια ματιά πάνω στον κόσμο «χθαμαλή αλλά τρυφερή και θαρραλέα». Και είναι κάτι που μας εντυπώθηκε. Ναι και ο Ψάλτης, αυτή η ευγενής μορφή με το λωλό τζιμκεϊρικό ταλέντο που κατάντησε να ντύνεται γριά και να σπαταλιέται σε σκουπίδια, που δεν είχε την τύχη του Τσάκωνα να τον αποθεώσει ο πρωτοχιψτερισμός. Του ανθρώπου που σε έκανε να γελάς επειδή έκλαιγε σαν ζαβός αλλά μετά σε πίκραινε πολύ το ότι γέλασες μαζί του.

Το κοινό

Είχα προχτές την τύχη να μου συμβεί μια μικρή αποκάλυψη, από αυτές που σπάνια σου συμβαίνουν μετά τα 30 στον δικτυωμένο κόσμο: έμαθα για τη Fran Lebowitz βλέποντας αυτό το ντοκυμαντέρ του Σκορσέζε. Δεν θέλω να πω τίποτα γι’ αυτήν, πέρα από όσα λέει (σ)το ντοκυμαντέρ. Εντυπωσιάστηκα και από την καθαρότητα και οξύτητα του πνεύματός της και από την προσωπικότητά της (ναι, πάντοτε με γοητεύουν οι γενναίοι άνθρωποι).

Η Λίμποβιτς απαντάει λοιπόν, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και στην εξής απορία που έχω εδώ και χρόνια: γιατί είναι τόσο άνευρη και αδιάφορη και ασ’ τα να πάνε η τέχνη εδώ και δυο-τρεις δεκαετίες, αν και το ντοκυμαντέρ είναι του 2010. Η απάντησή της είναι διττή: είναι ζήτημα δημοκρατίας και είναι ζήτημα κοινού.

Το πρώτο ζήτημα το αντιλαμβάνεται ως εξής: υπάρχει πλεόνασμα δημοκρατίας στον χώρο της τέχνης και έλλειμμα δημοκρατίας στην κοινωνία. Με αυτό εννοεί ότι ταλέντα από μη προνομιούχες ομάδες δεν καταφέρνουνε να κάνουν τέχνη, ενώ παράλληλα αυτή η ευκαιρία δίνεται σε πλήθος ατάλαντων. Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, είναι ενδιαφέρουσα προσέγγιση.

Το δεύτερο ζήτημα, το ζήτημα κοινού, είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, εγώ το βρήκα αποκαλυπτικό: για να γίνει μεγάλη τέχνη χρειάζεται απαιτητικό και εκπαιδευμένο κοινό· χρειάζεται κοινό που να βλέπει τη λεπτομέρεια και να την εκτιμά, που να είναι αρκούντως πεπαιδευμένο ώστε να μπορεί να ξεχωρίζει τον ακκισμό από την πρωτοτυπία, που να είναι υποψιασμένο σε θέματα τεχνικής και να τη διακρίνει από τα τρικ και τις ταχυδακτυλουργίες. Η Λίμποβιτς το λέει καθαρά: το απαιτητικό κοινό που γνωρίζει και νιώθει αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βάλει τα δυνατά του, αποθαρρύνει τον δημιουργό από το να ενδώσει στον πειρασμό της μπλόφας και δεν τον αφήνει να επαναπαυθεί στο πρόχειρο και στο αέρα-πατέρα.

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί η Λίμποβιτς είναι το Μπαλέτο της Νέας Υόρκης: ισχυρίζεται ότι με τον εκβαρβαρισμό του κοινού του άρχισε να παίρνει και το ίδιο την κάτω βόλτα. Δεν γνωρίζω τίποτα για την περίπτωση NYCB, ξέρω όμως ότι το αθηναϊκό θέατρο είναι από τα καλύτερα στον κόσμο, ακόμα και σε σύγκριση με τα ξακουστά και πολυδιαφημισμένα λονδρέζικο και νεοϋορκέζικο, γιατί ακριβώς το θεατρικό κοινό ξέρει πάρα πολύ καλά τι του γίνεται και δεν χαρίζει κάστανα (αντίθετα π.χ. με το νεοϋορκέζικο, ιδίως στο Μπρόντγουεϊ). Απεναντίας, αν λ.χ. σκεφτεί κανένας τη λογοτεχνική παραγωγή και κίνηση στην Ελλάδα, αμέσως βλέπει κάποιον συσχετισμό μεταξύ της παιδείας του αναγνωστικού κοινού και της ποιότητας των έργων, ιδίως στην ποίηση…

Γάμμα Ταυ Πι

Ξεκινάμε από τα βασικά: τα λάικ δεν είναι ψήφοι. Οι αλληλεπιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι μέρος της ζωής αλλά δεν είναι αντιπροσωπευτικές της ζωής: αν και σήμερα 9 Μαρτίου 2017 ασχολιόμασταν στο facebook και στο twitter με την ανταλλαγή απόψεων του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και ακόμα κανα δυο ξέμπαρκων, για την μπάλα, είμαι βέβαιος ότι ο κόσμος εκτός μέσων κοινωνικής δικτύωσης ασχολιόταν π.χ. με τους θηριώδεις λογαριασμούς της ΔΕΗ.

Τι βλέπουμε λοιπόν κοιτώντας έξω από το στερέωμα του σοσιαλμηντιακού μικροσύμπαντος;

Βλέπουμε μια πολιτική ηγεσία που είναι χειρότερη από πολλές πολιτικές ηγεσίες του παρελθόντος, και οι πολιτικές ηγεσίες του παρελθόντος δεν ήταν ακριβώς άξιες κι ικανές, τουναντίον. Όταν δεν ήταν ανίκανες, όπως κάθε καραμανλάκας και παπατζής εγγονός και οι συν αυτώ, ήταν δόλιες, όπως κάθε παπατζής υιός που π.χ. επινοούσε γενοκτονίες ομάδων που αλλιώς δεν θα τον ψήφιζαν ούτε και αν απέναντί του βρισκόταν ο Μπαμπαστρούμφ. 

Βλέπουμε μια κυβέρνηση που καμαρώνει επειδή κάνει τα ίδια και χειρότερα από όσα έκανε ο Σαμαράς κι εκείνος ο δοτός, ο αθάνατος, αλλά δεν είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, παρά είναι τουπίκλην αριστερή κυβέρνηση υποβασταζόμενη από το καζολίν της άκρας δεξιάς που πρέπει να τη λέμε λαϊκή δεξιά — ευτυχώς γι’ αυτήν έχουμε και ναζιστική συμμορία για τρίτο κόμμα, οπότε δεν στριμώχνεται στην άκρη του φάσματος. Στο μεταξύ κάποιοι άνευ σημασίας, αν και πάρα πολλοί, συνεχίζουν να είναι φτωχοί, άνεργοι, απερίθαλπτοι, πρόωρα νεκροί.

Βλέπουμε έναν δουλοπρεπή και ανειλικρινή γόνο που πουλάει εικόνες των παιδιών του και εκσυγχρονισμό σε βαθιά συγχυσμένους και απελπιστικά ζοχαδιασμένους κρατικοδίαιτους οπαδούς του μικρότερου κράτους, ο οποίος θέλει να γίνει πρωθυπουργός για να κάνει τα ίδια και χειρότερα από όσα κάνει ο Τσίπρας ο γελαστός, αλλά δεν είναι αγραβάτωτος και μπανάλ, παρά εσπρεσσοπότης κι αμερικανοσπουδαγμένος, ένας σοβαρός δεξιός που θα κάνει τους πανέλληνες δημογέροντες να νιώσουν ασφαλείς και θα επιδράσει ως λεξοτανίλ στους παρμένους νεοφιλελεύθερους.

Βλέπουμε και ένα τσίρκο (πασόκες, ποτάμια, λεβέντες κι αλλεπάλληλες κεντροαριστερές πρωτοβουλίες άνευ περιεχομένου, στελεχών ή κοινού) που αξίζει να σχολιαστεί όσο η σκηνοθετική δεινότητα και το βάθος υποκριτικής σε παραστάσεις τσίρκου.

Βλέπουμε την αναδίπλωση της αριστερής σκέψης, που ασχολείται πλέον αποκλειστικά με τον σχολιασμό και την ανθυποκριτική, όταν δεν ξεπουλιέται δώθε κείθε και παραπέρα κατηγορώντας τους πάντες ότι ηθικίζουν, αριστερή σκέψη που ούτε να κλαίει τη Βάρκιζα ή να κουνάει το δάχτυλο δεν έχει πια το κουράγιο. Όλα πια γι’ αυτήν είναι κουλτούρα και την απασχολεί πλέον μόνον η όποια εσωτερική της συνέπεια: κάθε κίνημα τέλειωσε πια. Η αριστερή σκέψη αρκείται στη θεωρητική επανεπεξεργασία του μαρξισμού, στα χνάρια των χειρότερων τάσεων του ’70 και του ’80, σαν να μην έχει πάρει χαμπάρι ότι η θεολογία του παρόντος αιώνος είναι ο νεοφιλελευθερισμός· νοσταλγεί τον σοβιετικό σχηματισμό και αναρτά πορτραίτα του Στάλιν για να ξεδώσει, ενώ ο Πατερούλης της εποχής λέγεται Αγορά και οι φασίστες κυβερνάνε τις ΗΠΑ παίζοντάς το «εναλλακτική δεξιά». Ούτε η αριστερή σκέψη ασχολείται με κάποιους άνευ σημασίας, αν και πάρα πολλούς, που συνεχίζουν να είναι φτωχοί, άνεργοι, απερίθαλπτοι, πρόωρα νεκροί. Είναι πια θεολογία, μια θεολογία της επανάστασης: όπως η θεολογία περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία που άργησε για 19 αιώνες, έτσι κι η αριστερή θεολογία υμνεί την επανάσταση και την προσδοκά, σαν μια συντέλεια ανέφικτη, για τη ματαίωση της οποίας πρέπει να έχουμε ενοχές εμείς οι αμαρτωλοί μικροαστούληδες.

Βλέπουμε μια ιεραρχία που βγήκε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όταν ο Δημητριάδος τότε Χριστόδουλος και ο Αλεξανδρουπόλεως τότε Άνθιμος βγήκανε το 1987 να υπερασπιστούν τις θέσεις της Ιεραρχίας απέναντι στην τελευταία προσπάθεια να τελειώνουμε στην Ελλάδα με το ψέμα της «συναλληλίας» Κράτους-Εκκλησίας, είχανε παραδεχτεί ότι δεν είχαν ιδέα πώς να απευθυνθούν σε κανονικούς ανθρώπους, πέραν του ποιμνίου τους δηλαδή. Έκτοτε έχουνε γίνει λαλίστατοι οι δεσποτάδες και με επιρροή έξω από τον θαυμαστό μικρόκοσμο των σοσιαλμήντια: αναθεματίζουν τη γιόγκα, συνιστούν αφρόλουτρα αντί για άλατα μπάνιου, ορίζουν πώς να πηδιόμαστε, τι θα γλείφουμε και τι θα τσιμπουκώνουμε και τι θα βάζουμε στον «σωλήνα αφόδευσης» (κάποιοι από αυτούς μιλώντας εκ πείρας), ενώ έχουν επαναφέρει μοναδικές στιγμές μετεμφυλιοπολεμικής χυδαιότητας και θεματικές στυγνής κι απάνθρωπης μισαλλοδοξίας στον δημόσιο λόγο καταδιώκοντας πρόσφυγες και κατατρεγμένους. Παράλληλα κάνουνε σχολική κατήχηση στα παιδιά μας, ενώ θησαυρίζουν από τις γιορτές μας και από τους πεθαμένους συγγενείς μας.

Βλέπουμε αναθεωρητές νεοσυντηρητικούς να κηρύσσουν την εξιλέωση ταγματασφαλιτών, την αθώωση δοσιλόγων, να αναγνωρίζουν ελαφρυντικά στη Χούντα. Εσχάτως ισχυρίζονται ότι τη δεκαετία του ’80 επικρατούσε κουλτούρα ανομίας και του τζάμπα. Δεν πειράζει, εδώ κατάφεραν άλλοι κάποτε να μας πείσουν ότι μάγισσες έκαιγαν επί Μεσαίωνα και όχι επί λαμπρής και αγνής Αναγέννησης, όπου το ανθρώπινο πνεύμα καθολικώς ζούσε την ευδία ανοιξιάτικων ημερών και καλά.
Βλέπουμε να έχουν παραγκωνιστεί οι ανθρωπιστικές σπουδές και τη συστηματική παραχάραξη των όρων (που αρεσκόμαστε να αποκαλούμε «έχουνε χάσει οι λέξεις το νόημά τους» κτλ.). Βλέπουμε λοιπόν τη δουλοπρέπεια να αποκαλείται ευρωπαϊσμός, τις πολιτικές Ιεράς Συμμαχίας να θεωρούνται ορθολογισμός, τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό να αναγορεύεται σε επιστήμη με ό,τι άλλο να αποτελεί δοξασία, να συγχέεται η λογοκρισία κι ο ευφημισμός με την πολιτική ορθότητα, τον φεμινισμό και τον νεοσυντηρητισμό να εναγκαλίζονται θανάσιμα ενώ επιχαίρει η μεγάλη τάξη της πατριαρχίας. Παίζουμε πινγκ πονγκ με προκάτ σχήματα, κυρίως ρητορικά και προτηγανισμένης σκέψης, στην απουσία της κριτικής συζήτησης που προκαλούν και γονιμοποιούν οι ανθρωπιστικές, κοινωνικές και οι πολιτικές επιστήμες. Απεχθανόμαστε την απόκλιση από τη νόρμα και από το κανονικό, τρέμουμε τη σάτιρα. Κάθε υπερβολή και κάθε παραφορά μας αποσυντονίζουν, όπως και θα έπρεπε, αλλά η αντίδρασή μας είναι να τις καταστείλουμε.

Βλέπουμε ναζί να κυκλοφορούν ελεύθεροι και μπάτσους παντού μέσα στις πόλεις. Ναζί, ρε πούστη. Ναζί και μπάτσοι. Κι αν εξαιρέσεις τις στολές, στρατιωτικής πια εμπνεύσεως κι εκτέλεσης, δεν ξέρεις συνήθως ποιοι είναι ποιοι.

Κυρίως, τέλος, βλέπουμε έναν ολόκληρο λαό που εθίζεται στη σκληρότητα και στη σκατοψυχιά. Έναν κόσμο που αντιδρά κι εκτονώνεται μισώντας τζάμπα και βερεσέ. Μετά από εφτά χρόνια κρίσης θα μπορούσαμε να έχουμε στήσει ακόμα πιο εκτενείς δομές αλληλεγγύης ή, τουλάχιστον, να εκτονωνόμαστε με μουσική και σεξ και ναρκωτικά. Δυστυχώς επιλέξαμε να προσκυνάμε τους θεούς του Σώρρα ή τιμιόξυλα και κάρες, να βρίζουμε τους δυνατούς ξένους και να κυνηγάμε τους εξαθλιωμένους ξένους.

Ευτυχώς έχουμε την τηλεόραση και τα σοσιαλμήντια, δηλαδή.

Η φωτογραφία είναιμιμίδιο από τη χρυσή εποχή TUMURIKI — πριν κανα χρόνο, δύο, δηλαδή: ένας χρόνος του φέισμπουκ είναι εφτά ανθρώπινα.

Δεν υπάρχουν οδηγίες και δεν χρειάζονται

Είτε μας αρέσει είτε όχι, μερικοί άνθρωποι δεν θα βγούνε ποτέ από μια νοοτροπία κανονιστική του βίου. Είτε στα ίσα είτε έμμεσα συνεχώς θα ψάχνουν κάποιον να τους πει πώς να μιλάνε, τι να τρώνε, τι να σκέφτονται, πώς να πηδιούνται και πώς να ζούνε. Μου το έλεγαν φίλοι μου παπάδες, μου το έχει πει φίλος κλινικός ψυχολόγος: αυτή είναι η πιο δύσκολη κατηγορία εξομολογουμένων και ασθενών, άνθρωποι που αγκιστρώνονται πάνω σου και περιμένουνε να τους πεις τι να πράξουνε και πώς να ζήσουν· «περιδεείς» τούς έλεγαν οι παπάδες.

Οι περιδεείς άνθρωποι επιπλέον βλέπουνε παντού παγίδες, απάτη κι απαγορεύσεις. Ο κόσμος τους είναι γεμάτος από ανθρώπους έτοιμους να τους κατακρίνουν, ενώ εκείνοι αναζητούν κάποιον να τους πει πώς να ζούνε — χωρίς να τους κριτικάρει όμως. Προσπαθούν να εντάξουν βιώματα, ιδέες, πράξεις, γεγονότα σε απλούς κανόνες και αντιλαμβάνονται νομικίστικα το παν. Δεν έχει σημασία ποιο δίκαιο θα επιλέξουν: τη δική σου γνώμη, τον μαρξισμό, τι θα πει ο κόσμος, τη θρησκεία, την αισθητική (τους) ή ό,τι άλλο. Σημασία έχει ότι τα πάντα ζυγίζονται και αξιολογούνται με βάση αυτό το δίκαιο.

Ταυτόχρονα οι περιδεείς εναποθέτουν τις αποφάσεις για το τι είναι σωστό και τι δεν είναι εντάξει στους άλλους, όχι στις αρχές τους όπως τις ερμηνεύουν οι ίδιοι. Δεν θέλουν τίποτε να ερμηνεύουν, θέλουν οι άλλοι να τους ερμηνεύσουν και να τους ερμηνεύσουν ευνοϊκά. Μέχρι να τους τραβήξει η ζωή απ’ τα μαλλιά, απότομα και δυνατά σαν μαθητριούλα που εξανέστη.

Γιατί, όχι, δεν λέει κανείς να γίνουμε Βέρθεροι και μπουκοφσκικοί, ούτε καν ντοστογιεφσκικοί. Αλλά δεν επιλύονται όλα με κανόνα και γνώμονα. Δεν θα πάμε να καταστραφούμε για τον έρωτα και την επανάσταση όλοι, εντάξει, να μη γίνουμε αλκοολικοί και πρεζόνια, να μην κλείνουνε σπίτια (κάτι που στην εποχή μας έχει γίνει πιο σημαντικό από ποτέ) με μοιχείες και μοναχισμούς και οράματα Τσε και Σβάιτσερ, να βρίσκονται όλα σε μια σειρά τακτοποιημένα. Εντάξει, οκέι: όσο απορρυθμίζεται η κανονικότητα γύρω μας, τόσο την αποζητούμε στον ιδιωτικό βίο, κατανοητό και αυτό.

Αλλά δεν γίνεται να θες να σβήνεις ό,τι σε ταράζει και σε μετακινεί και σε αναγκάζει να τραυλίσεις. Κι όχι, δεν μιλάω μόνο για έρωτα εδώ, αν και έχω και τον έρωτα υπόψη, μιλάω και για ό,τι μας αναγκάζει να μετεωριστούμε, να υπάρξουμε σε συνθήκες ελεύθερης πτώσης: να ξαναεξετάσουμε τα δεδομένα μας και τις παραδοχές μας.

Ερωτηματικά

Πώς είσαι; Νιώθεις καλά; Πόσον καιρό έχεις να ζήσεις χαρά; Πόσον καιρό έχεις να θυμηθείς χαρά; Πάει καιρός που γέλασες χωρίς να λες «κλαίω»; Πάει καιρός που ένιωσες ρίγος ή αγαλλίαση διαβάζοντας κάτι; Κάτι μικρό σαν γράμμα, κάτι μεγαλύτερο σαν βιβλίο, κάτι σαν απόσπασμα; Από ταινίες; Καμμία που να σε πηγε και να σ’ έφερε; Ή να μη σ’ έφερε; Ή μόνο σειρές βλέπεις; Τι λένε; Χαίρεσαι αυτά που τρως; Τι τρως τώρα τελευταία; Πώς το τρως, έτσι με την ψυχή σου ή όλο ενοχές; Και με το γυμναστήριο και το τρέξιμο όλα εντάξει; Τη βρίσκεις που ασχολείσαι ή απλώς πρέπει, για λόγους υγείας ένεκα η καθιστική ζωή; Πράγματι μετά νιώθεις άλλος άνθρωπος; Σου αρέσει εκεί ο κόσμος και η όλη φάση; Τι σκέφτεσαι όταν περνάν οι κορμάρες για να πάνε στο μάθημα κι όταν βγαίνουν ιδρωμένες απ’ το μάθημα κι όταν κουβεντιάζουνε στα βάρη και στα όργανα οι κορμάρες; Τι σκέφτεσαι όταν τρέχεις; Παρατηρείς γύρω σου; Αφοσιώνεσαι στη μουσική που ακούς εκείνη την ώρα; Σε τρων οι σκέψεις; Να ρωτήσω λοιπόν για τη δουλειά; Καλύτερα να μη ρωτήσω; Κι εσύ ευχαριστημένος δεν είσαι που έχεις τουλάχιστον δουλειά; Στο σπίτι σου πώς νιώθεις; Σαν στο σπίτι σου; Μυρίζει δικό σου; Σε ξεκουράζει; Θέλεις να το κατοικείς ή όλο για έξω είσαι θέλοντας και μη; Όλα εντάξει με την παρέα; Χαίρεσαι να τα βλέπεις τα κολλητάρια; Πόσον καιρό έχετε να κουβεντιάσετε κάτι που ήθελες εσύ να συζητήσεις; Ή μήπως πράγματι χαίρεσαι να τους ακούς και να τους ορμηνεύεις; Όταν πάτε για καφέ σ’ αφήνουν να μιλήσεις; Σε ακούνε; Όταν πάτε για ποτό πού κοιτάς; Νιώθεις να θες να φύγεις και να πας να ανοίξεις την τηλεόραση; Παρακαλάς να πάνε καμμιά τουαλέτα για να σκαλίσεις λίγο το φέισμπουκ; Βρίσκεις πουθενά απάγκιο; Γαληνεύεις καθόλου; Με τους γονείς τι γίνεται; Ακόμα τους ρίχνεις ευθύνες; Τους κατηγορείς για πράξεις και παραλείψεις και για εκείνες τις φορές που φέρθηκαν ρουφιάνικα ή και σαν καθήκια; Ακόμα φταιν αυτοί; Για όλα; Ακόμα δεν είναι αρκετά αδύναμοι; Δεν βλέπεις πως έχουν σχήμα κι ιστορία, ότι δεν είναι οι απρόσιτοι θεοί της κούνιας; Ή μήπως νιώθεις πως εσύ δεν έχεις ωριμάσει ακόμα; Πότε θα ωριμάσεις; Μήπως τίποτε άλλο εννοείς; Μήπως τίποτε για ανευθυνότητα και φυγοπονία; Τα παιδιά καλά; Μήπως νιώθεις να έχεις αγκιστρωθεί πάνω τους; Κι όταν εκεί δεκάξι με δεκαοχτώ χρονών φύγουνε τα παιδιά, όσο κι αν μείνουνε στο σπίτι σου; Μετά τι; Θα περιμένεις ποιος θα πλειοδοτήσει, το έμφραγμα, ο καρκίνος ή το ισχαιμικό; Έτσι θα ζούμε; Γίνεται;

Για σεξ, ερωτικά, γκομενικά δεν ρωτάω. Γι’ αυτά όλοι ρωτάνε.

Εκεί γύρω στο 1992

Τα όνειρα της νεότητάς μας τα εικονόγραφησε ο Σπύρος Στάβερης, κυρίως μέσα από το 01. Το οποίο ήταν το πρώτο (και το τελευταίο) περιοδικό που αγόραζα ανελλιπώς.

Δεν το λέω έτσι. Όταν βγήκε το 01, δεν υπήρχε βεβαίως ίντερνετ. Αν ήθελες να μάθεις τι γίνεται στον κόσμο υπήρχε ο θόρυβος των νεαρών ιδιωτικών καναλιών, γεμάτων από τηλεπαιχνίδια, από σώου τύπου RAI και από σήριαλ που «έδωσαν ψωμί σε τόσους άνεργους ηθοποιούς». Επίσης υπήρχανε περιοδικά τύπου Κλικ και Maxx.

Δεν θα τα αναθεματίσω: σε μια Ελλάδα όπου τα ξένα περιοδικά κόστιζαν χιλιάρικα, στο Κλικ (και λιγότερο στο Maxx) έβρισκες ενδιαφέροντα κείμενα και διάβαζες λίγο για το τι συμβαίνει παραπέρα, πίσω από το όρος Αιγάλεω και μετά τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Αλλά αυτά τα περιοδικά, τουλάχιστον στο δικό μου το μυαλό, απευθύνονταν σε Βουπουδάκια και Γλυφαδιώτες: σε παιδιά με λεφτά και καβάντζες και καριέρες να τα περιμένουν, με ταξίδια και σπουδές — ενώ εμείς το 1992 πρωτοακούσαμε κάτι που λεγόταν Erasmus. Χρειαζότανε λεφτά για να βγαίνεις στα φσσσς κλαμπ και να φοράς φσσςς ρούχα και να συμμετέχεις ισότιμα στο νταχτιρντί του λαϊφστάιλ: πού πας εσύ ρε Σραόσα από το Γκύζη, με τα τρε μπανάλ ρούχα;

Επίσης στο Κλικ και στο Maxx έγραφε για σεξ. Πολύ σεξ. Και εικονογραφήσεις και συμβουλές και κόλπα. Αυτό το ξέρετε καλά, άλλωστε το μισό ελληνικό ίντερνετ, που λέει ο λόγος, απόπλυμα αυτής της φάσης είναι. Μιλάμε τώρα για τον καιρό που η άλλη πηγή πληροφόρησης και αυτοερωτικής ψυχαγωγίας ήτανε τα ελεεινά τσοντοπεριοδικά στο περίπτερο. Ωστόσο υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα: η ιλουστρασιόν και ρετουσαρισμένη εκδοχή της ερωτικής πραγματικότητας που κυριαρχούσε σε αυτά τα περιοδικά. Ήτανε γεμάτα με χελμουτνιουτονικές συνθετικές πλαγγόνες που συγκυλιζόντουσαν ή απλώς τριβόντουσαν είτε μεταξύ τους είτε με μοντέλους εντατικού γυμναστηρίου (πολύ αργότερα μάς μίλησαν για τα συμπληρώματα και τα αναβολικά, μέχρι τότε ψαρώναμε). Όλα ασπρόμαυρα ή σε μονοχρωμία και με προσεκτικότατες φωτοσκιάσεις. Καμμία σχέση με τη Χριστίνα, τη Χριστίνα, τη Σόνια, την Αλίκη, την Ντίνα — κι ας ήταν όλες μα όλες πάρα πολύ ωραία κορίτσια.

Αν διάβαζες Κλικ και μετά κοίταζες γύρω σου, αισθανόσουν εντελώς μειονεκτικά. Δεν ανήκες σε καμμία από τις φυλές που απαριθμούσε, ή μάλλον σε καμμία φυλή στην οποία θα ήθελε αναγνώστης του Κλικ να ανήκει: ήσουν ξεφτίλας και μπύθουλας. Μακριά από τον φανταστικό κόσμο του Κλικ, που απαρτιζόταν από πολύ επιλεγμένα σημεία στην πόλη και στην παραλιακή, εσύ βολόδερνες μέσα στις πολυκατοικίες, στην Αλεξάνδρας, στου Ζωγράφου, στα Εξάρχεια και μέσα σε φρακαρισμένα λεωφορεία, υπήρχες σε μια Αθήνα πριν τα γκραφίτι και πριν τα μπαρ και πριν τη σημερινή μας, αναιμική έστω, περηφάνεια γι’ αυτήν την πόλη — δεν είχε και μετρό τότε, πού να πας. Επίσης έβγαινες σε καθόλου γκλαμ μαγαζιά γιατί στο Wild Rose ή Yellow Rose ή πώς στο διάολο το λέγανε θα έτρωγες πόρτα, μπέρδευες το Alt Berlin με το Berlin και το Booze με τον Μπούζιο, ενώ όταν πήγατε στο DOM στην Ικαριέων το ένα κορίτσι φρίκαρε μην της πιούνε το αίμα κάτι γκέι βρυκολάκια που είχανε σνιφάρει τη μισή Βιομηχανία Ζαχάρεως, ενώ ο μπαμπάς της δικιάς σου αναστατώθηκε που την πήγες στο Γκάζι, μέσα στους Τούρκους και στα χαμαιτυπεία.

Από όλα αυτά μάς έσωσαν ο Στάβερης, οι Στερεο Νόβα και το 01. Και οι Τρύπες. Μετά σταθήκαμε στα πόδια μας, είδαμε πού είμαστε, τι έχουμε και πού πάει ο κόσμος πίσω από το Αιγάλεω, πέρα από τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα.

Ο Στάβερης χωρίς να υποκύψει στην πολαρόιντ, έσπασε την αισθητίλα του Κλικ: πήρε αυτό που τότε λέγαμε τρας και ξεφτίλα, το συνέστρεψε και το έβαλε να κοιτάξει πίσω από την πλάτη του. Στις φωτογραφίες του Στάβερη βλέπαμε πια κανονικούς ανθρώπους, θελκτικούς μέσα στην ανθρωπίλα τους, παιδιά σαν εμάς αλλά που έμοιαζαν με τα τσογλάνια του Λάρυ Κλαρκ. Τώρα είναι συνηθισμένος από αυτό ο κόσμος, τότε κοιτάγαμε σαν χαζοί, εκστασιασμένοι που υπήρχαμε και χαρούμενοι που το ξεκούδουνο μπορούσε να ήτανε σέξι έως και ιμερικό.

Οι Στέρεο Νόβα έκαναν πράγματα που δεν καταλαβαίναμε ακριβώς αλλά μπορούσαμε να τα χορέψουμε, οριακά και αρκετά πιωμένοι. Έβγαζαν ευαισθησίες που δεν ξέραμε ότι υπήρχαν, π.χ. ταξικά μεράκια που φύονταν στο χάσμα μεταξύ αριστερής θριαμβολογίας και ενός κυνισμού πέντε φραγκάτων που κήρυσσε «φράγκα, γκομενες, παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια». Οι Στέρεο Νόβα, «θλιμμένες αδερφές από τη Λένορμαν που έτρωγαν κράξιμο και ξύλο», όπως έλεγε ένας συμμαθητής, στάθηκαν απέναντι στον μαξιμαλισμό του εγωισμού, στη θεολογία του πλουτισμού. Απέναντι στην ντόλμπυ σαράουντ ουτοπία, που ήτανε προορισμένη για άντρες που γαμάνε, χώνουνε σκαμπίλια και έχουνε φράγκα, άντρες με ατομική και (παραδόξως) εθνική παραίσθηση μεγαλείου και έκπαγλης μοναδικότητας, άντρες με καύσιμο την κόκα και μπόμπες στολίσναγια, αυτοί οι ατσούμπαλοι έστησαν την ομορφιά και την καύλα (που τότε δεν λεγόταν έτσι) και το παράπονο, τη φάση να γυρίζεις σπίτι ζαβλακωμένος από κλαμπ της συμφοράς και να σε περιμένει ξάγρυπνη ξέρω γω η μάνα σου. Μίλαγαν για μια καψούρα λίγο φτωχή και πολύ αδέξια, για ηδονές που έμοιαζαν καινούργιες γιατί εμείς ήμασταν ανώριμοι. Έγραφαν μοσυική ταξιδιάρικη και στίχους τελείως εδώ. Οι Στέρεο Νόβα έφεραν το αστικό τοπίο και τη βιομηχανική απόγευση ενός κόσμου που δεν είναι για σένα.

Όσο για το 01, όπως έγραψα πριν 9 χρόνια,

είμαι, κατά κάποιον τρόπο, παιδί του Τσαγκαρουσιάνου. Νομίζω ότι το έχω ξαναπεί: το 01, εκείνη η υπέροχη επίθεση νέου στησίματος, νέων κειμένων, νέων εικόνων στον «γαμάω» κόσμο του Κλικ, έκανε τη ζωή μου ομορφότερη τότε και τελικά, με το να επευλογεί τις ευαισθησίες μου, με καθόρισε.

Ωστόσο το πρώτο τεύχος δεν το αγόρασα, με απώθησε αυτό το «κακάσχημο κοκαλιάρικο πρεζόνι» στο εξώφυλλο και, μην ξεχνάτε, τα περιοδικά κόστιζαν χαρτζιλίκι. Όμως μέχρι να βγει το δεύτερο τεύχος το περιοδικό είχε γίνει θρύλος: Βιτγκενστάιν; Βέλτσος (και μάλιστα όχι για να τον σατιρίσει); Ξένοι; Τι διάολο είναι οι ξένοι; Το δεύτερο τεύχος, με το σπαρακτικά ωραίο κορίτσι στο εξώφυλλο, ένα κορίτσι «φτιαγμένο για χάδια και φιλιά», όπως έλεγε και ο Τσαγκαρουσιάνος στο edito εκείνου του τεύχους, με έκανε αναγνώστη.

Από το 01 δεν θα ξεχάσω ένα σχεδόν πορνογραφικό άρθρο που απλώς απαριθμεί μονορούφι και λιγάκι σε φάση εσωτερικού μονολόγου και ρεύματος συνειδητότητας τις ομορφιές της Αθήνας. Αντιγράφτηκε κατά κόρον έκτοτε, ενώ το μιμήθηκα κι εγώ τουλάχιστον μια φορά. Επίσης δεν θα ξεχάσω ότι είχε προσφορά χάρτη του ουρανού σε ένα από τα πρώτα τεύχη του κι έτσι έμαθα κι εγώ τους αστερισμούς και τι έβλεπα ανά πάσα στιγμή πάνω από το κεφάλι μου στον νυχτερινό ουρανό.

Ο θρίαμβος της σκανδαλοθηρίας

Διάβασα για τη θαρραλέα παρέμβαση της Συνατσάκη. Έμαθα και για τον οχετό μίσους αλλά και για τα ω πόσο σνομπ αλλά πολιτικοποιημένα αναθέματα από αριστερούς διανοητές — ξέρετε τους ίδιους που έχουνε παραλύσει μπροστά στον οικειοποίηση της θεμουσχώραμε Αριστεράς από τον συριζαϊσμό, όσοι δεν τον έχουν εναγκαλιστεί.

Θεωρούμε ότι είναι θαρραλέα η Συνατσάκη και όντως είναι στο μισάνθρωπο Κωσταλέξι που ζούμε. Και σκεφτόμουν σε πόσο ασφυκτική κατάντια έχουμε φτάσει, όταν το 1967 έβγαιναν ορφανά 21 ετών κι έλεγαν ότι είναι γκέι, να λέμε πως είναι θαρραλέο ένα κορίτσι επειδή λέει τα αυτονόητα.

Πολιορκούμαστε από παντού: από τη μια ανοιχτό μίσος και καθαρή βαρβαρότητα εξ ονόματος του «αυτό λέω γιατί αυτό σκέφτομαι». Καμμία αντίρρηση: η ελευθερία του λόγου είναι απόλυτη και απαραβίαστη. Το πρόβλημα είναι γιατί το σκέφτεσαι, όχι γιατί τολμάς να το πεις. Από την άλλη έχουμε τις στρατιές των «μη μιλάς γιατί σε ανέδειξε το λάιφ στάιλε / γιατί κατά βάθος είσαι χίψτερ». Είδαμε εδώ και 7 ολόκληρα χρόνια (νέα λαμπρά Επταετία επέφανεν ημίν) τον λόγο που άρθρωσαν οι πνευματικοί κι οινοπνευματικοί μας άνθρωποι, είδαμε και το τσαγανό της αριστερής Σκέψης που είτε εξαχνώθηκε από τη συριζαϊκή Οικειοποίηση είτε προσκολλήθηκε πάνω της.

Και δεν είναι μόνον η τρομακτική στάση μας απέναντι στο Προσφυγικό και στους πρόσφυγες, η δεσποτοκρατία της πολιτικής Ορθοδοξίας, το ανοιχτό ετεροκανονικό μίσος. Είναι ότι πισωπατάμε και νομίζουμε ότι παραμερίζουμε. Αλλά πισωπατάμε: ούτε προχωρούμε, ούτε παραμερίζουμε.

Σκεφτείτε επίσης όλες αυτές τις κουβέντες περί μυστικών που γίνονται γύρω μας. Έγραφα κι εγώ, έγραφαν κι άλλοι για τα μυστικά του καθενός και για τη διαχείρισή τους. Και τι καταλαβαίνουμε πλέον όταν λέει κάποιος «μυστικά»; Είτε τα βίτσια του, λες και αφορούν κανέναν άλλον από εκείνους που  καλούνται να τα μοιραστούν, είτε παράλληλες σχέσεις και μοιχείες. Αυτά και τέλος. Και σιγά τα μυστικά ρε μαλάκες, σιγά τις «μικρές στιγμές και μεγάλες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στον υλικό κόσμο και μετά μετουσιώθηκαν σε μυστικά, εμφιαλώθηκαν και προσεκτικά εναποτέθηκαν στο κελάρι κάποιας μνήμης. Και γίνονται ο πλούτος της.» Αυτά είναι τα μυστικά; Για αυτά προασπιζόμαστε την ψευδωνυμία και τα προσωπικά μας δεδομένα; «Ναι ρε, για αυτά», θα πουν μερικοί. Και θα διορθώσω λοιπόν: «Μόνο γι’ αυτά;;;».

Επικράτησαν οι κουτσομπόλες και η σκανδαλοθηρία· όλο το τρελό πανηγύρι του ένδον βίου, όλο το χαρμόσυνο τσίρκο της αποκοτιάς, κάθε ώρα και στιγμή που δεν ήμασταν όπως μας ετεροκαθορίζουν μεταφράζονται σε ψυχασθένεια, μεθύσι, βίτσιο, ερωτικά βοηθήματα και κέρατο. Όλα μεταφράζονται σε κάτι ρηχό, απλοϊκό ή ευτελές.

Η κοσμοθεωρία της κουτσομπόλας, του άγαμου γυμνασιάρχη και της στερημένης θειας-Ρώυτερ, έγινε πια ο τρόπος να ερμηνεύουμε ό,τι δεν είναι γάμος-σπίτι-διακοπές-σπουδές-οικογένεια-παιδικό πάρτυ-ταβερνάκι. Έντρομοι πασχίζουμε να κλινικοποιήσουμε τα πιτσιρίκια που διαφέρουν και θυμιατίζουμε το αναξιόπιστο και όλο καπρίτσια τοτέμ της Οικογένειας. Τα μπαρ είναι ύποπτα, η ανεμελιά είναι ύποπτη κι η αφοσίωση ανωμαλία, μας κυβερνούν οι πούστηδες και οι μειονότητες. Οι καλλιτέχνες είναι προβληματικοί και οι επιστήμονες έχουν Ασπέργκερ. Όλοι έχουνε μυστικά κι είναι ψυχανωμαλία, εξάρτηση, κέρατο. Αυτά και μόνο.

Μετά βάζουμε μέσα την καρέκλα, κλείνουμε την πόρτα και από το μισάνοιχτο παντζούρι μπανίζουμε ποιος θα γυρίσει σπίτι αργά, από πού θα ακουστούν φωνές εορταζόντων ή βογγητά λαγνουργούντων, αν κανα παιδί είναι ξύπνιο αργά κι αν κάποιος παίζει μουσική δυνατά. Όλος ο κόσμος άθλιο χωριουδάκι, όλος ο κόσμος σκυθρωπός και νηφάλιος: προσδοκούμε τον πόνο και το βάσανο να μας δικαιώσει στα μάτια των άλλων.

Όμως Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε.

Από την ενηλικίωση στο σεξ (μετ’ επιστροφής)

Θα πω πώς νιώθω εγώ την ενηλικίωση, άλλωστε είναι μια κατάσταση στην οποία κατέληξα πριν περίπου 3-4 χρόνια. Ήταν καλό από μια άποψη που άργησα τόσο να ενηλικιωθώ γιατί μου έδωσε χρόνο να σπουδάσω, να διαβάσω, να δουλέψω. Τώρα πια, ως ενήλικος, το μόνο που θέλω είναι ενατένιση, απολαύσεις και να ακούω μουσική. Βεβαίως συνεχίζω και θα συνεχίσω να δουλεύω, εκεί μέχρι τα 70-φεύγα, ζωή να ‘χουμε και καλά να ‘μαστε.

Η ενηλικίωση συνεπάγεται ότι δεν βλέπεις πια την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων ως τραγωδία. Θυμάστε με τι μας έβαζαν να κλαίμε όταν ήμασταν έφηβοι; Με κάτι διαπιστώσεις του τύπου «άλλον αγαπάς κι άλλος σε αγαπάει», με κάτι «άλλον θες, άλλος σε θέλει, άλλον αγαπάς κι άλλος σ’ αγαπάει» κτλ. Θυμάστε πως αυτά και τα παρόμοια εκλαμβάνονταν ως λίγο-πολύ η ίδια η τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης;

Η ενηλικίωση μάς υπενθυμίζει επανειλημμένα κι επίμονα ότι δεν υπάρχει ένας άνθρωπος στη ζωή μας και ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται κιόλας. Οι ενήλικοι μαθαίνουμε, από την καλή και από την ανάποδη, ότι είναι και εφικτό αλλά και ευκταίο να μην υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μας από τα 16 μέχρι τα 86· επίσης αναγνωρίζουμε ότι αν όντως υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μας μπορεί να είναι από καταστροφή έως πανέμορφο. Η ενηλικίωση μάς προειδοποιεί ότι η αναζήτηση του ενός ή της μίας για σύναψη αποκλειστικής μονοθεϊστικής σχέσης είναι μια μάλλον χολλυγουντιανά χονδροειδής αποστολή, τόσο καταδικασμένη ή και ασυνάρτητη όσο να ψάχνεις το Άγιο Δισκοπότηρο. Η ενηλικίωση, ιδίως αν συνοδεύεται με συμβίωση, μας διδάσκει ότι δεν μπορεί να είναι τα πάντα ο άλλος, και μάνα κι αδερφή κι αγάπη μαζί· το μάθημα αυτό συνοδεύεται από τη συνειδητοποίηση πως αυτό δεν είναι ούτε αστοχία ούτε μιζέρια της ύπαρξης παρά ακριβώς η συνθήκη που εμπλουτίζει και μεταρσιώνει τον βίο μας.

Η ενηλικίωση μάς πλάθει σιγά σιγά πιο επιεικείς απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους. Αυτό μερικοί το αντιλαμβάνονται ως συμβιβασμό αλλά μάλλον περί μεγαλοψυχίας  πρόκειται· η επιείκεια αυτή ίσως να αποτελεί αρχή σοφίας.

Η ενηλικίωση μεταμορφώνει και τη στάση μας απέναντι σε απολαύσεις και χαρές, ιδίως απέναντι στις πιο καίριες. Σταδιακά ερχόμαστε σε επίγνωση μιας πολύ απλής πραγματικότητας: το σεξ δεν είναι σύμβολο (έρωτα, αγάπης, αλήθειας, θέωσης ή δεν ξέρω τι άλλου ιδανικού)· το σεξ δεν είναι ούτε συμβόλαιο κι αν είναι διαρκεί τυπικά μέχρι τον οργασμό (κατά προτίμηση και των δύο, τριών κ.ο.κ. συμβαλλομένων). Το σεξ δεν μας δένει, οι συμβάσεις μάς δένουν, ενδεχομένως και τα μάγια: στην καλύτερη περίπτωση το σεξ από μόνο του μπορεί να γίνει αφορμή να επιστρέφουμε σε κάποιον. Ταυτόχρονα, με την ενηλικίωση μαθαίνουμε πως το σεξ δεν είναι διαδικασία, δεν είναι red bull: ανοίγεις το κουτί, βάζεις την οπή στο στόμα, πίνεις, το ρεύεσαι, πετάς το κουτί, σου δίνει φτερά, μετά από μια ωρίτσα πάει το ξέχασες — δεν πάει έτσι. Κι αυτό το ξέρουν σίγουρα οι ενήλικοι.

Μετά την ενηλικίωση αφήνουμε κατά μέρος σύνθημα και άποψη για να πάμε παραπέρα. Δεν αρκείσαι πια στη διαφωνία, δεν σε εκτονώνει το κράξιμο κι η διαμαρτυρία, ούτε καν η συστηματική αναίρεση της πλάνης δεν σε ικανοποιεί. Επειδή πια περιτριγυρίζεσαι από ανθρώπους που διάλεξες εσύ, επειδή σιγά σιγά προπονείσαι για κηδείες πηγαίνοντας σε κηδείες, επειδή βλέπεις ότι ο κόσμος δεν αποτελείται από σκιές πλατωνικών στερεών μα από από τον χαοτικό χορό της πραγματικής πραγματικότητας, γι’ αυτό αναγκάζεσαι να πας παραπέρα: στο ποιος επηρεάζεται από την όποια πλάνη.

Για παράδειγμα, και για να γίνω επικαιρικός, πόσους θα τσακίσει η ενοχή και ο ετεροκαθορισμός και η στερητική δυστυχία από τις δειλές κι ασυνάρτητες πολιτικές του Υπουργείου σχετικά με την εβδομάδα έμφυλων ταυτοτήτων ή από τους αφρούς μίσους, εις τόπον ονειρώξεως, του Πειραιώς Σεραφείμ; Πόσοι άνθρωποι αποστερούνται τα παιδιά τους και τα ταίρια τους τώρα, πόσοι θα πεινάσουν και θα πεθάνουνε στο μέλλον για να εφαρμοστεί η πολιτική φιλοσοφία του Bannon μέσω του ανερμάτιστου 45ου προέδρου των ΗΠΑ; Η πολιτική φιλοσοφία του Fortress Europe, η σταλινική παραφθορά του μαρξισμού και οι κίβδηλες εκδοχές του κλασσικού φιλελευθερισμού, η εγκληματική διαχείριση του Προσφυγικού δεν αποτελούν μόνο ζητήματα γνώμης και στίβους επιχειρηματολογίας. Για τον ενήλικο, ο οποίος ξέρει ότι κάθε ιδέα επηρεάζει ζωές και ότι κάθε πολιτική επηρεάζει κοινότητες και ομάδες, όλα αυτά έχουνε πολύ μα πάρα πολύ πραγματικές διαστάσεις, όλα αυτά μεταφράζονται σε ανθρώπινη δυστυχία κι ανθρώπινες απώλειες.

Ας πούμε ότι ως άπλαστοι νέοι είμαστε κεφάλι και μουνί, κεφάλι και καυλί: παθιασμένα ζώα του πιο ατόφιου και συνήθως αδιαπραγμάτευτου δυισμού. Όσο προχωράει η ενηλικίωση, τόσο συνδέονται τα πάνω με τα κάτω με νήματα πυκνά, διακλαδιζόμενα και πολύπλοκα, όσο ενηλικιωνόμαστε τόσο γινόμαστε ένα ζωντανό δίχτυ που ξέρει περισσότερα και νιώθει βαθύτερα από ιδέες και καύλα.