Πριν αρχίσουμε να μιλάμε με όρους αμερικανικών γενεών, τις οποίες διαμορφώνει η ποπ κουλτούρα κι η τεχνολογική εξέλιξη, υπήρχε η νεότητα, υπήρχε η μέση ηλικία (που χαντάκωνε τη νεότητα) κι υπήρχε και η τρίτη ηλικία.
Όταν μεγάλωνα χαιρόμασταν που οι νέοι παρέμεναν νέοι για περισσότερο, που η μέση ηλικία αργούσε να επέλθει, που η τρίτη ηλικία δεν ξεκίναγε πια στα πενηντακάτι.
Πέρασαν τέλος πάντων τα χρόνια κι έχουμε πια 2026, κι είμαι πια 52. Σε ένα βαθμό συναναστρέφομαι και συνομηλίκους μου, αλλά δεν περνάω πάντοτε καλά μαζί τους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι είναι κι εκείνοι 50 παρά με 50-φεύγα. Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον κάπως βρίσκονται χαμένοι στο 1966.
Υπερβολικά πολλοί συνομήλικοί μου λοιπόν έχουν πάθει κάτι σαν ψυχολογική κατατονία, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω.
Ο ένας βαρέθηκε τις σχέσεις γιατί ναι μεν θέλει δέσμευση αλλά δεν θέλει παιδιά, άσε που οι νεότερες κάθε Σ-Κ θέλουν να κάνουνε και από κάτι: καμιά συναυλία, κανα μπαρ, κανα εστιατόριο και άλλες τέτοιες εξαλλοσύνες. Θέλει να βρει μια χήρα με παιδιά δικά της για να ζήσουν μαζί και αδημονεί να πάρει σύνταξη.
Ο άλλος θέλει επίσης πάρει σύνταξη για να ζήσει τη ζωή των ηλικιωμένων και να πηγαίνει για καφέ (ή τσάι) κι εφημερίδα μαζί με κομψές γριούλες κομμωτηρίου και θυμόσοφα γερόντια σε καφέ με φλοράλ μοκέτες και με φω πολυελέους. Διότι αυτό ήταν, πάει, βαρέθηκε να δουλεύει — και δεν δουλεύει οικοδομή, πωλήσεις, βιομηχανία, ή άντε γιατρός…
Οι άλλοι, οχτώ νοματέοι όλοι μαζί, γυναίκες και άντρες, μου εξηγούσαν εμβριθώς ότι η ζωή μας τελείωσε, πως ό,τι ζήσαμε ζήσαμε κι ό,τι κάναμε κάναμε και ότι τέλος πάντων αυτό ήταν η ζωή μας και πάει τελείωσε, αφού πια τώρα πάπαλα: ζούμε για τα παιδιά μας και μόνο.
Έχω καταντήσει να προτιμώ όσες κι όσους περνάνε τη λεγόμενη κρίση της μέσης ηλικίας (άλλη λοιδωρία κι αυτή): ναι ρε σεις, προτιμούν να ζήσουν τουλάχιστον από το να τσεκάρουν πρόωρα πάνες και φέρετρα. Θα έρθει η ώρα και για πάνες και για φέρετρα, τι βιάζεστε;
Σόρυ μπαρμπάδες και θείτσες, συνομήλικα αδέρφια μου μεσήλικα, εγώ πάντως από το τρίπτυχο sex, drugs, and rock’n’roll έχω βαρεθεί μόνο το rock’n’roll — και ομολογώ ότι το έχω ρίξει σε τρανς και τέκνο, που ακούω στο αμάξι. Κι ας κρυφοχαμογελάτε σε φάση «Χαχά, ο Σραόσας θέλει να παρτάρει».
Δηλαδή ρε μαλάκες (τρυφερά το λέω), σπουδάζαμε και δουλεύαμε τρεισίμιση γαμωδεκαετίες για να καταλήξουμε στα 50 παρά και στα 50-φεύγα.να λέμε «αααααϊχ, γέρασαααα» κι οπαλάκια και ευχές;
Ξεκινάμε με τα βασικά: το 2026 ζούμε αυτά που το 1981 μάς έλεγαν ότι θα μας κάνει η Σοβιετική Ένωση αν την αφήσουμε να επικρατήσει: σκυθρωπές ζωές βουτηγμένες μέσα σε ένα δημόσιο χώρο που διαμορφώνει η προπαγάνδα των δισεκατομμυριούχων και των κρατών που ελέγχουν. Βρισκόμαστε διαρκώς επί ποδός πολέμου απέναντι σε αόριστους και ενίοτε απρόβλεπτους εχθρούς (γεια σου βρε Όργουελ με τα ωραία σου), ενώ η λογοκρισία διατρέχει τον δημόσιο λόγο με όρους ΚαΓκεΜπέ, δηλαδή αποσκοπώντας στο να περιστείλει και να ανασκευάσει τα κηρύγματα ψευδοπροφητών όπως το πανίσχυρο λόμπι των τρανς ατόμων, οι κραταιοί επικριτές της αποικιοκρατίας και της πατριαρχίας, που μετριούνται στα δάχτυλα κτλ.
Στην ιδιωτική σφαίρα, με την πάντοτε πρόθυμη αρωγή της μονοθεϊστικής σκυθρωπότητας και του φοβικού ασκητισμού της, που δόγματα δεν κοιτά (μη βαυκαλίζεστε), ο ετεροκαθορισμός των ζωών και των σωμάτων μας απλώς έχει αλλάξει διαχειριστές. Τα υπόλοιπα τα λέω εδώ.
Το καίριο κι αναγκαίο αίτημα να αντιμετωπιζόμαστε όλες μας κι όλοι μας με σεβασμό έχει πλέον επαναδιατυπωθεί ως απαίτηση να μην ενοχληθεί κανένας, να μην προσβληθεί κανένας. Παράλληλα η ανάγκη να λειτουργούμε σαν κοινότητες που συλλογικά θα στηρίζουμε τη χαρά και την ανάπτυξη της καθεμιάς και του καθενός μας χωριστά εκφυλίστηκε στην εκνηπίωση των πάντων: είμαστε πια όλα θύματα και ευάλωτα κι ό,τι μας ενοχλεί ή μας δυσκολεύει είναι τραυματικό και, ω ναι, assault κι aggression.
Η κριτική και οι λεπτές διακρίσεις υποκαθίστανται από καλέσματα για μαζικά ντου, συνήθως μετά από αυτοσχέδιες δίκες προθέσεων. Λυπάμαι, αλλά είμαι υπέρ των λεπτών διακρίσεων ακριβώς επειδή είμαι κατά της βαρβαρότητας και της καφρίλας που περνιούνται για μαχητικότητα ή και για ακτιβισμός.
Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω τι προκύπτει; Αυτό που μου έλεγε η Ζ τις προάλλες: ζωές σαν σειρές του Νέτφλιξ, όπου κάθε πρόβλημα είναι ατομικό και ταυτοτικό και ενδεχομένως ζήτημα νευροτυπικότητας, πάντως πρόβλημα καθαρό κι αποστειρωμένο από κάθε τι συλλογικό, πολιτικό, ακατάστατο και, τελικά, αμφίθυμο ή αμφίσημο.
Ή κάπως πιο παραστατικά, αυτό που μου περιέγραψε μια φίλη πριν λίγο:
Μια προ-νεωτερική εποχή όπου πιστεύουμε τα θύματα και συσπειρωνόμαστε κατά του κανιβαλισμού βρεφών ― και απεταξάμην την αθεΐα. Θα είναι κάποιου είδους Μεσαίωνας αλλά με κοσμικά κράτη και κινητά τηλέφωνα.
Что дѣлать?
Εδώ ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Κάθε μα κάθε προσπάθεια ή κίνημα για απελευθέρωση και δικαιοσύνη έχει στηριχτεί στην πειθώ ― και δικαίως. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να γίνει κατανοητό ότι η πειθώ έχει όρια και τα όριά της βρίσκονται στην πρώτη γραμμή άμυνας του προνομίου και στη δεύτερη γραμμή άμυνας του φασισμού.
Το γεγονός ότι κανένας κάτοχος προνομίων δεν επιθυμεί να τα αποποιηθεί έστω και μερικώς είναι η προφανής και χιλιοπαιγμένη εξήγηση του γιατί η σοσιαλδημοκρατία είναι ματαιοπονία. Το γεγονός ότι ο φασισμός μπορεί να προσβληθεί από την πειθώ αποκλειστικά και μόνο στα πρώιμα στάδιά του αποτελεί τον λόγο γιατί μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν η θεραπεία του φασισμού είναι το μπερτάχι.
Ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς με το ξύλο, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε ότι δεν θα τους ενώσουμε ποτέ όλους, ότι το αίτημα για ενότητα πολλές φορές αποτελεί το βέλος του Πάρι στη φτέρνα της προόδου. Σκεφτείτε κάτι ας πούμε ανώδυνο: σκεφτείτε η ερωτική ελευθερία ή τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ να ήταν κατάκτηση (…) που θα προέκυπτε μετά από πλατιά συναίνεση και μέσω της εξασφάλισης ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Αστειότητες.
Συνεχίζοντας, αρκετά με τον πατερναλισμό ανθρώπων σαν εμένα που παραπονιούνται ότι οι παρίες και όσοι δεν μιλάνε δεν ξέρουνε τι θέλουν, αρκέτα με όσους σπεύδουμε να μιλήσουμε εξ ονόματός τους. Έχουμε γεμίσει θεολόγους, και το λέω με την εντονότερη δυνατή απαξίωση που έχω για τους μαοϊκούς του Ενός Αόρατου Θεού τους. Μόνο που οι θεολόγοι σαν την πάρτη μου, ελαφρώς ευαίσθητοι και κάπως μορφωμένοι άντρες, δεν ευαγγελίζονται τις ανεδαφικές κι αστήρικτες αφαιρέσεις τους εις το όνομα του Ενός, αλλά σφετεριζόμενοι το όνομα των πολλών, ενώ δεν ευαγγελίζονται τη Βασιλεία του Φανταστικού Φίλου τους παρά κάποιου είδους Επανάσταση ― και τονίζω το «κάποιου είδους» ― που εξίσου μαγικά κι ίσως εντελώς αναίμακτα θα αποκαταστήσει τους πολλούς.
Ακόμα πιο πρακτικά, καθώς κυκλοφορούμε μέσα στο μεγαλοπρεπές κουφάρι της Ευρώπης σαν κάπως μουδιασμένα κι οπωσδήποτε αμήχανα μυγαράκια, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα προς το παρελθόν μας κι όχι προς τη μυθοποίησή του και ταυτόχρονα να στρέψουμε το βλέμμα προς τα έξω: όχι προς τις ασυνάρτητες και φοβισμένες ΗΠΑ, όχι προς την αγέλαστη κι αυταρχική Κίνα, ούτε προς την καπιταλιστική ρωσική Οικουμένη του κάθε θεού και πατερούλη, παρά προς αυτό που με αυταρέσκεια μάθαμε να αποκαλούμε Τρίτο Κόσμο. Έχουμε να συζητήσουμε πολλά με τον Τρίτο Κόσμο κι έχουμε να μάθουμε περισσότερα από αυτόν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε: άλλωστε πια δεν έχουμε την πολυτέλεια της ντετερμινιστικής απαισιοδοξίας.
Ας κάνω κι εγώ κανα πολυπόστ. Γιατί να τρώνε τους κόπους μας τα φέισμπουκ και τα μέτα; Πολυπόστ, α λα Πάνο Μιχαήλ λοιπόν.
Ι
Οι αγορές είναι υπερευαίσθητες και αντιδρούν σε κάθε υποψία απώλειας κερδών εκ μέρους της πλουτοκρατίας: δεν είναι απαραίτητο να ανέβει η τιμή του προϊόντος, αρκεί να υπάρχει η αίσθηση ότι θα ανέβουν οι τιμές. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν πέφτουν: λόγω άγχους. Οι αγορές έχουν νευρώσεις, οι πολιτικοί ψυχώσεις· δύσκολοι γάμοι.
ΙΙ
Σχόλιο ανθρωπολογικού (ας πούμε) ενδιαφέροντος: Η εμμονή του Έλληνα σχολιαστή με τις «βίζιτες» και τα «τεκνά» που αποκλείστηκαν στο Ντουμπάι λόγω της επίθεσης εναντίον του Ιράν αντανακλά με ενάργεια τη βαθειά αγροτοποιμενική σκατοψυχιά του.
ΙΙΙ
Τρεις ομάδες στις οποίες διάφοροι προοδευτικοί κύκλοι κτλ αρνούνται την αυτενέργεια:
μπάι άτομα («είναι κατά βάθος στρέιτ / γκέι»)
σεξεργάτριες και σεξεργάτες («είναι θύματα»)
τρανς άτομα («είναι ηθοποιοί»)
Αυτά. Καλά περνάμε στη δικτατορία του ετεροπροσδιοριστάτου.
IV
Όταν το 1989-1991 κατέρρεαν τα σοβιετικά καθεστώτα κανονικά κι από μόνα τους, η ζωή στις χώρες στις οποίες είχαν επικρατήσει ήταν θλιβερή και άθλια σε σχέση με τη ζωή στους καπιταλιστικούς «παραδείσους»: κομματικές νομενκλατούρες, χρόνιες ελλείψεις βασικών αγαθών, αστυνομικό κράτος και λογοκρισία, φουλ εγκατάλειψη υποδομών και κακής ποιότητας δημόσια αγαθά, κούφια προπαγάνδα, προβληματική (αν και καθολική) στέγαση, δικτατορία της γραφειοκρατίας ― υπήρχαν μέχρι και άνθρωποι που ζούσαν στο περιθώριο.
Το γεγονός ότι η ζωή υπό τα σοβιετικά καθεστώτα φαντάζει σήμερα οκέι και πολιτικώς σέξι είναι επειδή οοοόλα τα παραπάνω δεινά αποτελούν πλέον την καθημερινή μας πραγματικότητα στους καπιταλιστικούς «παραδείσους», και μάλιστα χειρότερα ― εν μέρει επειδή δεν υπάρχει πια κι ο σοβιετικός μπαμπούλας και η «κομμουνιστική απειλή» του.
Σε καμία περίπτωση πάντως η ΕΣΣΔ του 1973 ή η Ουγγαρία του 1985 δεν ήταν π.χ. όπως η Κίνα ή το Βιετνάμ του 2026.
Αυτά γιατί ο, χμ, αναθεωρητισμός πάει σύννεφο.
V
Αντί να γράφετε βαθυστόχαστές αναλύσεις για τη σχέση θρησκείας και επιστήμης με αφορμή τη ρωσοκίνητη θεούσα που λέγεται Νατσιός, βγείτε για λιγάκι από το πάρα πολύ αστικό, εσείς που δεν έχετε συγγενείς «στην επαρχία», και το φουλ αριστερό καβούκι σας.
Στην ημιαστική Ελλάδα και στην ελληνική ύπαιθρο δεσπόζουν δυνάμεις όπως 50 αποχρώσεις της ΓΕΧΑ, διάφοροι τάχα φίλοι του Αγίου Όρους, φαν κλάμπ γεροντάδων κάθε περιγραφής, εκκλησιαστικές και παρεκκλησιαστικές οργάνωσης παλαιάς και νέας κοπής. Πρόκειται για μία συμπαγή και πολύ ενεργή μαγιά έτοιμη να φουσκώσει τα ποσοστά χαρούμενων αλλά και αγανακτισμένων δεξιών, που πιστεύουν ότι η Ελλάδα μας και η Ορθοδοξία μας είναι η χαμένη ψυχή του κόσμου, ενός κόσμου που τους απειλεί.
Αν όλα αυτά σας ακούγονται εξωγήινα, απέχετε από αυτή την Ελλαδα, που ναι, «ψηφίζει», όσο απέχουν οι MAGAδες ψηφοφόροι στο Άρκανσω από ακτιβιστή-γκαλερίστα της Νέας Υόρκης
VI
Αν δεν κάνω λάθος, ο Κάστρο απαγόρευσε διά νόμου να στηθούν αγάλματά του ή να δοθεί το όνομα του σε δρόμους, αεροδρόμια, πόλεις και τα λοιπά. Σκοπός του ήταν να γλιτώσουν οι Κουβανοί από την προσωπολατρεία.
Μου φαίνεται ότι πάρα πολλοί γονείς θα έπρεπε να κάνουν το ίδιο και για τα παιδιά τους.
VII
Θέλω να ρίξω φλιτ και να ψεκάσω κάθε φλύαρο γραφιά και τσουπ μαθαίνω αυτό που είπε ο άγιος αυτός άνθρωπος, ο Τσέχοφ:
исскуство писать – это исскуство сокращать
VIII
Η άνω τελεία δεν είναι για όλ@· είναι για μερακλήδες για μύστες για θεές.
IX
Λυπάμαι που θα χαλάσω μια γιαλαντζί αριστερή φαντασίωση, αλλά ο κόσμος μια χαρά ξέρει και για τις υποκλοπές και για τη διαφθορά και για τη φτώχεια που ζει και για το πόσο λίγος και μοχθηρός είναι ο Πιθηκαλώπηξ και ο θίασός του. Ξέρει επίσης ότι ζει στο αστυνομικό κράτος τους.
Πλην όμως ικανό ποσοστό του τον προτιμάει από το τίποτα.
Με άλλα λόγια, μην κολακεύεστε: δεν βασιλεύει η ηλιθιότητα, δεν πρυτανεύει η βλακεία.
Στην πολιτική ο ιδιώτης / υπήκοος / ψηφοφόρος / πολίτης επιλέγει να κάνει τα στραβά μάτια απέναντι σε συγκεκριμένες πράξεις και συνθήκες που περιστέλλουν την ελευθερία του ή φαλκιδεύουν την ευημερία του. Το επιλέγει.
Παράδειγμα:
Αν πιστεύεις στο ιδεώδες του σοσιαλισμού α λα ΕΣΣΔ, θα κάνεις τα στραβά μάτια για το αστυνομικό κράτος και τη νομενκλατούρα.
Αν πιστεύεις στην αστική προπριετέ λαδέμπορων και δοσίλογων και στο πατρισθρησκειαοικογένεια, προσδοκώντας επίσης να τσιμπήσεις φοροελαφρύνσεις, επίδομα για άυλα πρόβατα κι εκτόνωση της μισανθρωπίας σου σε μετανάστες και χαροκαμένους γονείς, δεν θα νιώσεις την ακατάβλητη ανάγκη να χαθούν από προσώπου γης κάτι ημιμαθείς αλαζόνες διεφθαρμένοι που αφάνισαν μισό αιώνα δημοκρατικής (ναι, οκέι) ομαλότητας και κοινωνικού κράτους από αυτόν τον τόπο.
Εγώ πάντως έφυγα το 1996 και λίγες μέρες πέρασαν έκτοτε που δεν το μετάνιωσα. Πλην όμως, στην Ελλάδα θα ήμουν εξαθλιωμένος, αλκοολικός (πού λεφτά για άλλα) κι εντελώς ματαιωμένος. Αυτή την Ελλάδα έφτιαξε ο Καραμανλής ο Β’ ο Νιντέντο.
Αυτά. Επόμενο βιωματικό ποστ το 2030, που θα πέσει ο θλιβερός θίασος, έχοντας αφήσει καμένη γη (που έλεγαν παλιά).
X
Όταν ήμασταν έφηβοι χλευάζαμε κάτι σοβιετικές ταινίες σκέτο χώμα που εκθείαζαν το Κόμμα, τη σοβιετική εργατιά και τις αυτοθυσίες της, τον Κόκκινο Στρατό, τον ηρωισμό των αγροτών στα κολχόζ κτλ. και γι’ αυτό προτιμούσαμε ταινίες που πραγματεύονταν πιο ανθρώπινα θέματα π.χ. τον έρωτα, το κέρατο, τη μοναξιά, τη χαρά (και την απώλειά της), τη φυλακή που λέγεται οικογένεια, ένα κάποιο fight the power, την τρυφερότητα κτλ. Λέγαμε κιόλας πόσο σπουδαίο είναι να μην είναι τα πάντα προπαγάνδα.
Το 2026 δεν γελάμε με κάτι αμερικανικές σειρές όλο περιτύλιγμα και πλαστικό που εκθειάζουν το ηράκλειο αξίωμα του POTUS (μ’ αρέσει που κοροϊδεύαμε τη σοβιετική ορολογία τύπου «κομισάριος» κτλ.), τον δουλευταρά Αμερικάνο, τον όλο ηθικό έρεισμα Αμερικανικό Στρατό, τον τίμιο Αμερικανό διπλωμάτη, την ιερή αμερικανική οικογένεια κτλ. Ευτυχώς βεβαίως υπάρχει και το ανεξάρτητο σινεμά που ασχολείται με το εξής ένα θέμα: την Ταυτότητα.
XI
Αν είστε «κεντρώος», πάρα πολύ μετριοπαθής και νηφάλιος αλλά νιώθετε κάπως άβολα με την κυβέρνησή μας (μάλλον γιατί την έχουνε γλωσσοφάει), θυμηθείτε
την αισθητική του ΣΥΡΙΖΑ
τον Πολάκη και τον Καμμένο
τα χαζά της Αυγής ή την μπας κλας δημοσιογραφία της ΕφΣυν
τους κομμουνιστές και την κακία τους εν γένει.
Είδατε; Αμέσως καλύτερα.
Αν όχι, τότε σκεφτείτε
τον Κατσιφάρα,
τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο
τον Κουτσόγιωργα
― αλλά λίγο κράτει στα βαριά.
XII
Η τραγωδία της εποχής μας έγκειται στο εξής: η διανοητική πανανθρώπινων αξιώσεων υπεροψία της Ευρώπης υιοθετήθηκε από πουριτανούς, παιδαριώδεις και διανοητικά άξεστους Αμερικάνους, που αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα τουρλού που αποτελείται από απλοϊκά δίπολα.