De Micha et Danimarcia meridionali

Ξεκινάμε από εδώ, ένα πρόσφατο κείμενο του Τάκη Μίχα. Ας δούμε ένα προς ένα τα σημεία στα οποία οι Δανοί είναι πιο πολιτισμένο και πεφωτισμένο έθνος από εμάς.

* Οι μαθητές που φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία στη Δανία επιδοτούνται από το κράτος.

* Μια ομάδα γονέων μπορεί να προσλάβει δασκάλους (που πληρώνονται από το κράτος) και να δημιουργήσει το δικό της σχολείο.

Ναι, αλλά η Δανία δαπανά πολλαπλάσια από εμάς στη δημόσια εκπαίδευση.

* Δεν υπάρχει πανεπιστημιακό «άσυλο».

Είναί ωστόσο αδιανόητο για την αστυνομία να εισβάλει σε πανεπιστημιακούς χώρους, εδώ δεν έχουν κάνει ντου στη Χριστιανία, συνοικία της Κοπεγχάγης υπό διαρκή κατάληψη από αντεξουσιαστές, χίπηδες κι άλλα τέτοια στοιχεία, όπου η (παράνομη στη Δανία) φούντα κυκλοφορεί ελεύθερα.

* Δεν υπάρχουν αιώνιοι φοιτητές. Ενας φοιτητής που θα αποτύχει δύο συνεχόμενες φορές στις εξετάσεις θα πρέπει να εγκαταλείψει τη σχολή.

* Οι φοιτητές αγοράζουν τα πανεπιστημιακά βιβλία -δεν τα παίρνουν δωρεάν.

* Δεν υπάρχει ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο. Υπάρχουν πολλά βιβλία γραμμένα πολλές φορές και σε άλλες γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά).

Επειδή οι φοιτητές παίρνουν μεγάλα φοιτητικά δάνεια από το κράτος για να σπουδάσουν με επιτόκιο κάτω του πληθωρισμού, με τα οποία ζουν άνετα. Η αποπληρωμή τους γίνεται για δεκαετίες, με χαμηλή δόση.

* Πολλές φορές οι κενές θέσεις διδασκαλίας στα πανεπιστήμια της Δανίας διαφημίζονται στα διεθνή επιστημονικά έντυπα. Στόχος είναι να προσελκυσθούν τα καλύτερα μυαλά και όχι να βολευτούν τα «φιλαράκια».

* Στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να παράγει άτομα που μπορούν να ανταποκριθούν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις ενός διεθνοποιημένου περιβάλλοντος -και όχι άτομα έτοιμα να «παρκάρουν» για όλη τους τη ζωή στο Δημόσιο.

Όντως έτσι είναι. Ωστόσο ο συντηρητισμός, η εσωστρέφεια και η επιστημονική αδράνεια και ενίοτε οπισθοδρομικότητα των δανέζικων πανεπιστημίων ξεπερνάει ακόμα και των δικών μας.

* Επιτρέπονται οι μαζικές απολύσεις χωρίς αποζημίωση. Μια επιχείρηση μπορεί να απολύσει από τη μια ημέρα στην άλλη όλο το προσωπικό.

* Οι εργοδότες δεν πληρώνουν εισφορές.

* Οι άνεργοι είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν μαθήματα μετεκπαίδευσης και να στραφούν προς νέες μορφές απασχόλησης, αν ο κλάδος είναι κορεσμένος. Αν αρνηθούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ή αν αρνηθούν να πάρουν τη θέση εργασίας που θα τους υποδείξει το γραφείο ανεργίας, τερματίζεται το γενναιόδωρο επίδομα ανεργίας.

Πάντως είναι δυνατόν να ζήσει κανείς με το επίδομα ανεργίας, πολλοί ζουν. Επίσης, σε περίπτωση (μαζικών) απολύσεων, ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνει τον απολυμένο για έξι επιπλέον μήνες, πριν βγει τυπικά στην ανεργία. Ο άνεργος μπορεί να μετεκπαιδευθεί σε ό,τι κλάδο θέλει (τηρουμένων των παραπάνω) με έξοδα του κράτους, ακόμα και στην ηλικία των 40, λ.χ.

* Η παγκοσμιοποίηση και η ανταγωνιστικότητα των δανικών προϊόντων θεωρείται από όλους η απόλυτη προϋπόθεση για την ευμάρεια της χώρας.

* Οι γιατροί δεν παίρνουν «φακελάκι».

* Οι καθηγητές δεν κάνουν «ιδιαίτερα».

* Οι δημοσιογράφοι δεν δουλεύουν παράλληλα με το ΜΜΕ και σε γραφεία Τύπου υπουργείων ή επιχειρήσεων.

Ναι και ναι και ναι.

* Οι εφοριακοί δεν τα «πιάνουν».

* Οι δικαστικοί δεν λαδώνονται από τα «κυκλώματα».

Βεβαίως και τα πιάνουν, τα παίρνουν, λαδώνονται κτλ., αλλά μόνο για χοντρές δουλειές. Ας πούμε ότι η διαφθορά στη Δανία δεν ασχολείται με ψιλικά.

* Οι πολιτικοί δεν παρίστανται σε μεσαιωνικές τελετές που έχουν ως αντικείμενο τη λατρεία «θαυματουργών εικόνων»!

* Η επιρροή της Εκκλησίας της Δανίας στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας τερματίστηκε περίπου τον 15ο αιώνα.

Η (ευαγγελική λουθηρανική) Εκκλησία της Δανίας επέχει θέση επίσημης εκκλησίας, παρά τη νομοθετικά κατοχυρωμένη ανεξιθρησκία. Συντηρείται από ειδικό εθελοντικό φόρο τον οποίο όμως πληρώνουν ακόμα και οι άθεοι, αφού — ιδίως στην επαρχία — θεωρείται ξεφτίλα να τη σκαπουλάρεις από φόρο που συντηρεί ένα στοιχείο της ‘ταυτότητάς’ σου. Χαρακτηριστική πάντως είναι η λατρεία των Δανών προς το Dannebrog, τη σημαία τους, την οποία αναρτούν με οποιαδήποτε αφορμή, από γενέθλια μέχρι τα Χριστούγεννα.

* Δεν υπάρχουν ούτε στρατιωτικές ούτε μαθητικές παρελάσεις.

* Η Δανία δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να επιβάλλει πώς θα ονομάζονται άλλες χώρες, άλλες γλώσσες ή άλλες εθνότητες. Αν μια χώρα ονομαζόταν «Γιουτλάνδη» (επαρχία της Δανίας) και αν οι κάτοικοί της ισχυρίζονταν ότι προέρχονται από τους Βίκινγκς, οι Δανοί θα το θεωρούσαν πολύ ενδιαφέρον και θα έσπευδαν να εκμεταλλευτούν τις οικονομικές ευκαιρίες που τους παρείχε αυτή η προνομιακή σχέση.

* Το κεντρικό μήνυμα που προσπαθεί να περάσει η διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία δεν είναι τα «επιτεύγματα του Εθνους», αλλά οι αδυναμίες του ανθρώπου.

Γι’ αυτό τους αγαπούμε τους Σκανδιναβούς…

* Τα γεγονότα αποκαλούνται με το όνομά τους. Οταν οι Δανοί το 1520, σε εισβολή τους στη Σουηδία έσφαξαν 52 Σουηδούς ομήρους, το γεγονός αυτό αποκαλείται στην ιστορία τους ως: «Το μακελειό της Στοκχόλμης». Δεν αποκαλείται «Η ηρωική άλωση της Στοκχόλμης».

*Στη Δανία, αν διαφοροποιηθεί κάποιος σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν χαρακτηρίζεται «αντιδανός». Στα δανικά η έκφραση «αντιδανός» δεν υπάρχει.

Ναι, αλλά υπάρχει η έκφραση «ξένος», εξίσου υποτιμητική ή επιτιμητική (αναλόγως).

*Στη δημόσια συζήτηση μια άποψη κρίνεται από τα εμπειρικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται και όχι από τα «σκοτεινά» συμφέροντα που εξυπηρετεί.

*Ολοι οι νέοι έχουν εγκαταλείψει το σπίτι των γονιών τους και μένουν μόνοι τους όταν κλείσουν τα 18. Δεν μένουν με τη μαμά τους μέχρι τα 40.

Ναι, γιατί παίρνουν χαμηλότοκα δάνεια από το κράτος (και πάλι, με επιτόκιο κάτω από τον πληθωρισμό) για να σταθούν στα πόδια τους. Επίσης, δεν ντρέπονται — γονείς και παιδιά — να διεκδικήσουν την ερωτική τους χειραφέτηση, οι μεν από τους δε και αντίστροφα.

*Οι εφημερίδες δεν προσφέρουν CD, διακοπές και αυτοκίνητα για να ανεβάσουν τις κυκλοφορίες τους.

Όχι, αλλά η τεράστιας κυκλοφορίας Ekstra bladet είναι επιπέδου Espresso και Ciao, ενώ έχει αρκετά γυμνά μοντέλα ανά φύλλο για 10 δελτία του Σταρ. Δε χρειάζονται κουπόνια και τέτοια.

*Με τα θέματα που αφορούν τη γερμανόφωνη μειονότητα που διαβιοί στο νότιο τμήμα της χώρας ασχολούνται οι δημοτικές αρχές και όχι η ασφάλεια και οι μυστικές υπηρεσίες.

Ναι, αλλά τους Γερμανούς τους μισούν αβυσσαλέα και θανάσιμα, ενώ οι πόλεμοι εναντίον τους (Τριακονταετής, 1864 και οι Παγκόσμιοι) επέχουν τοτεμική θέση σε πλήθος συζητήσεων: από αυτές που κάνουνε πίνοντας μπύρες, μέχρι τις δημόσιες που έγιναν για το ευρώ — στο οποίο η Δανία δεν ανήκει από καθαρή ξενοφοβία. Η ξενοφοβία των Δανών είναι παροιμιώδης. Με τους Σουηδούς γείτονές τους έχουν ακόμα μια πολύ μπερδεμένη σχέση, κυρίως τους περιφρονούν (α λα ελληνικά).

*Σε περίπτωση διαζυγίου, ισχύει κοινή επιμέλεια των τέκνων. Για όλα τα σημαντικά θέματα που αφορούν την ανατροφή του παιδιού συναποφασίζουν και οι δύο γονείς και όχι αποκλειστικά η μητέρα.

*Οι Δανοί δεν θεωρούν ότι ο λόγος για τον οποίο έχασαν τον Τριακονταετή πόλεμο εναντίον των Σουηδών το 1625 οφείλεται σε «σκοτεινές ενέργειες» της CIA.

Όχι: φταίνε οι Καθολικοί και οι Γερμανοί, καθώς και οι ίδιοι οι Σουηδοί. Η Δανία έχει δύο ύμνους: τον εθνικό και τον βασιλικό. Το πρωτόκολλο ορίζει ποιος ανακρούεται και πότε. Ο βασιλικός μιλάει για τον βασιλιά Χριστιανό που σπάζει σουηδικά κεφάλια με τη σέσουλα κτλ.

Who shall I say is calling?

Ι.

«Δηλαδή, κάτσε, σου αρέσει τίποτα;»
Η ερώτηση του Φάουστ ήταν αφοπλιστική. (Ναι, αναγνώστη, ‘Φάουστ’ είναι το πραγματικό όνομα του ανθρώπου, εκπαιδευόμενος συνάδερφός μου είναι.) Τι να του πω. Άρχισα να απαριθμώ πράματα που μου αρέσουν, όπως η Τζούλι Άντριους σ’ εκείνο το σπαστικό (ωπ! να το πάλι) τραγούδι:

(Σας προειδοποιώ, το βίντεο είναι έμετ… Καλά.)

Αφού λοιπόν του απαρίθμησα κάμποσα πράματα που μου αρέσουν, με κοίταξε κάπως και μου είπε «οκέι».

ΙΙ.

«Μπα, και τι έγινε, αφού δε συμπαθείς πάρα πολλούς», αποφάνθηκε η συμβία λίγο πριν πάει για ύπνο. Αναφερόταν σε σχόλιό μου για μια ατάλαντη, άφωνη και βαθύτατα αντιπαθητική στην έπαρσή της ‘ποιοτική’ τραγουδοποιό (καλά, σκάω). Κοκκάλωσα. Δε θα έπρεπε. Όχι. Θα έπρεπε να έχω συνηθίσει πια, να είμαι έτοιμος. «Εννοείς, ανθρώπους

«Όχι, όχι: Έλληνες τραγουδιστές.» Πάλι καλά.

ΙΙΙ.

Έβλεπα τηλεόραση με τους γονείς μου. Σχολιάζαμε τους δημοσιογράφους: «Δηλαδή όλοι για σένα είναι οφ«, είπε ο πατέρας μου με κάποιο στόμφο, αφού η μητέρα μου ήδη την είχε υποστεί την ηθική βλάβη κι είχε πάει στην κουζίνα να φάει κανα φρούτο.

Σκέφτηκα λίγο και βρήκα κάποιους δημοσιογράφους των οποίων τη δουλειά εκτιμώ. Όσην ώρα τους έψαχνα, ο πατέρας μου χαμογελούσε πονηρά. Πάντως, δε θα τους αναφέρω γιατί θα μου πείτε ότι είναι ρουφιάνοι, καραγκιόζηδες, εγκάθετοι, πεμπτοφαλαγγίτες και στο τέλος θα βγει κι ο γκρηγκεϊλολίτας να χρησμοδοτήσει σε δακτυλικούς εξάμετρους, αποκαλύπτοντας με ποιους, με ποιες και με τι παρτουζώθηκαν, φασώθηκαν, τριβαδίστηκαν, διαμηρίστηκαν, κάναν irrumatio και fellatio και frot και trot και fox-trot.

IV.

Κάποτε δεν ξέρω αν αντιπαθώ κάτι ή αν απλώς με κάνει και πλήττω, οπότε απλώς του την έχω φυλαγμένη. Για παράδειγμα, το ποδόσφαιρο. Πλήξη. Σε μια τουαλέτα στο Αντίρριο, βρήκα ένα σλόγκαν για να ντύσω την απύθμενη βαρεμάρα που μου προκαλεί η μπάλα. Εκλογές έρχονται, οι υπερβολές και τα συνθήματα ευδοκιμούν:

Τελευταία φορά που το έκανα, να δω μπάλα δηλαδή, ήταν το επικό 2004. Καθαρά ένεκα των αγελαίων ενστίκτων, καθώς η ομάδα του Όθωνα Ρεχάγκελ εξοντωνε μία-μία τις ποδοσφαιρικές μηχανές των εταίρων. Άγρια αγελαία έξαψη, σαν αυτή που νιώθεις στο Total War και αυτά που παίζει ο Πετεφρής, όταν του δίνεις του ΑΙ και καταλαβαίνει. Ωστόσο, ούτε παιχνίδια παίζω.

V.

Η ωραιότερη ελληνίδα μπλογκού με ρώτησε ποια μπλογκ διαβάζω. Για να σας αποσπάσω την προσοχή, σας ρίχνω την παρακάτω φωτό (δείτε πώς σας κοιτάνε τα άτιμα):

Τι να απαντήσω κι εγώ. Νομίζει πια ο κόσμος ότι το κάνω επίτηδες.

VI.

Μ’ άρεσε ο Καρυωτάκης. Δεν εννοώ τώρα τον ποιητή, άλλωστε το είπε ο Εμπειρίκος (ο καταλληλότερος για πρωθυπουργός):

Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Εννοώ ότι μου άρεσε η τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ ‘Καρυωτάκης’. Μου άρεσε και το ‘The International‘ αλλά και το ‘Ναι σε όλα‘.

Μου αρέσει και η Zooey Deschanel και η Rosario Dawson και η Apollonia Vanova. Μ’ αρέσει κι η Uma Thurman, φυσικά.

Θα συνέχιζα, αλλά θα καταντήσω σαν τον χαζοβιόλη τον Manu Chao μ’ εκείνη τη μαλακία το me gustas tu (ωπ, να το, πάλι παρασύρθηκα).

VII.

Όπως μου έλεγε κι ο Ρακάσα, αντιλαμβανόμαστε την κριτική του έργου ή των προτιμήσεών μας ανεξαιρέτως ως απαξίωση της προσωπικότητάς μας, θεωρούμε τα θέματα γούστου επιχειρήματα υπέρ ή εναντίον μας. Δε σας αρέσουν τα κεφτεδάκια μου, βέβαια, για τέτοιον άχρηστο μάγειρα μ’ έχετε. Δε σας αρέσει η Κική Δημουλά που εγώ λατρεύω (τη σακούλα! τη σακούλα!), με θεωρείτε ηλίθιο και μπαναλισμένο. Και βέβαια άμα σας πω ότι το έχω ρίξει στον Μάλερ και στον Λιστ, θα με πείτε καρασνομπαρία του κερατά και παλιοκουμάσι που ακούει μουσική που ρίχνει τις ωραίες και μυρωμένες γκόμενες που μ’ αρέσουν.

Αλλά τι να κάνουμε, έτσι είμαστε οι άνθρωποι. «Ψυχραιμία χρειάζεται», που έλεγε κι ο σοφός παππούς. Κι αν τη χάσετε, μπορείτε να τραγουδησέτε κι αυτό:

Η Συμφωνία των Παιχνιδιών

Όταν βγήκε ο 984, νομίσαμε ότι έπεσε το Τείχος της Καφρίλας μαζί με του Βερολίνου: νέες φωνές, νέες μουσικές, νέες διαφημίσεις. Αν δεν κάνω λάθος (μάλλον κάνω λάθος και τα έχω κάνει σαλάτα), εκείνη την εποχή άρχισε να σοβαρολειτουργεί και το Μέγαρο, κι άκουγαμε τις διαφημίσεις του και χαιρόμασταν. Μια διαφήμιση (με τη φωνή του απαραίτητου Κωστάλα) είχε κι ένα αποσπασματάκι από τη Συμφωνία των Παιχνιδιών του Λέοπολντ (μπαμπά) Μότσαρτ. Μου είχε κολλήσει λοιπόν το θεματάκι. Δεν ήξερα τι είναι, δεν είχαμε και indernets τότες. Πάνε 20 χρόνια.

Μετά το Μέγαρο το κατέλαβαν και ταμπουρώθηκαν μέσα του ηρωικώς κάτι άμουσα εκτοπλάσματα από το Κολωνάκι, το Κεφαλάρι και την Πολιτεία. Ο 984 έγινε σαν τα μούτρα μας. Το Βερολίνο πήρε τον δρόμο του (βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο, μου λένε) κι εγώ — που στο μεταξύ είχα ανοίξει πόλεμο με τα τζιν, τα καλσόν κι αυτά που φοράν οι μπαλαρίνες όταν τανύονται στις αίθουσες με τους καθρέφτες όπου μου απαγορευόταν ρητά η είσοδος — έμεινα με την απορία: εκείνο το κομματάκι ήταν όντως από τη Συμφωνία των Παιχνιδιών;

Τα Χριστούγεννα του 2008 πήγα να πάρω κανα σιντί για τον ανιψιό (όχι τον γιο του ολντ μπόυ, ρε, τον άλλονα). Του πήρα και τη Συμφωνία των Παιχνιδιών. Από εκεί ήταν το κομματάκι τελικά.

Μόνο στην Ελλάδα

Από τότε που έμπλεξα με τα μπλόγκια, υπάρχει μια ατάκα που επιστρέφει σαν τα μπούμερανγκ: όσο πιο δυνατά την πετάμε, τόσο πιο μεγαλοπρεπώς κάνει τον βρόχο της και μας κοπανάει μεγαλοπρεπώς στην καρκάλα: «μόνο στην Ελλάδα».

Ο Ρακάσα έχει συζητήσει επανειλημμένα το θέμα κι έχει εξηγήσει ότι η αντίληψη ότι το χ ή το ψ συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα είναι ένας νεοελληνικός (αλλά όχι αποκλειστικά νεοελληνικός) ακκισμός. Έχει ξανά και ξανά επισημάνει ότι τα νεοελληνικά φαινόμενα μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνον αν πάψουμε να κοιτάμε μέχρι το Κιλκίς, την Κέρκυρα και την Αλεξανδρούπολη: αποτελούν συνέπειες φαινομένων και καταστάσεων που, όταν δεν αφορούν ολόκληρη την ανθρωπότητα ή την Ευρώπη, οφείλονται σε πραγματικότητες και συνέπειες ιστορικών γεγονότων που αφορούν μεγάλο μέρος τους.

Η Ελλάδα είναι ένα μικρομεσαίο ευρωπαϊκό κράτος (όπως η Ουγγαρία) με συγκεκριμένη ιστορία μέσα στην Ευρώπη (συγκρίσιμη με λ.χ. αυτή της Ρουμανίας), συγκεκριμένο κοινωνικό παρελθόν (αντίστοιχο αγροτικών κοινωνιών παντού μέσα στον κόσμο που η Ρώμη άφησε πίσω της), ιστορικό πολιτικών συγκρούσεων που είδαμε και στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιταλία αλλά και στη Γαλλία, καθώς και σχετικές ιδεοληψίες όχι πολύ διαφορετικές ή πολύ περισσότερο έντονες από άλλων κοινωνιών οργανωμένων σε εθνικά κράτη (οι δικές μας, κυρίως εθνικού περιεχομένου, θυμίζουν κάποτε τις πολωνικές). Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι πάνω-κάτω κατανοητά.

Γιατί επιμένουμε στο «μόνο στην Ελλάδα», ιδίως στα πλαίσια της κλάψας και της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του μειονεκτισμού (σε σχέση με την υπερτέλεια Δύση ή το απαράμιλλο παρελθόν μας). Πιθανότατα γιατί μας δίνει το καλύτερο άλλοθι: μόνον εδώ συμβαίνουν αυτά, άρα πώς να τα πολεμήσουμε, άρα δεν αλλάζουμε. Ακόμα κι όσοι αρνούνται τα ιδεολογήματα περί ιδιοσυστασίας και συνέχειας, παρηγοριούνται να παραμυθιάζονται γλυκά στην ιδέα ότι «μόνο στην Ελλάδα»… Η εσωστρέφεια και η συστηματική ομφαλοσκόπηση εγγυώνται ότι κανείς δε φταίει, αφού έτσι είμαστε και τίποτε δεν μπορεί να γίνει και αφού αυτό είναι το ριζικό της φυλής και ο θεός της Ελλάδος.

Ίσως η μοναδικότητα της (τάχα μου αποκλειστικώς) ελληνικής ασυναρτησίας να μας κάνει να αισθανόμαστε ξεχωριστοί σε έναν κόσμο και σε μια Ευρώπη που δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε υπερθετικούς (πια), ούτε καν τους αρνητικούς. Για παράδειγμα, ούτε καν η γεωγραφική θέση μας δεν είναι μοναδική: γεωγραφικά πάσχουμε από τις ίδιες διατάσεις που πάσχουν τουλάχιστον άλλα 5 κράτη μέλη της ΕΕ (χωρίς δηλαδή να πιάσουμε Αλβανία, Δ. της Μακεδονίας, Σερβία, Τουρκία). Δεν έχουμε μονοπώλιο σε τίποτα πια. Ούτε καν στη γλωσσολατρία μας. Πώς να το πω: δε σκίζουμε. Ούτε καν χασέδες. Είμαστε κανονικοί.

Νομίζω ότι, επειδή πλέον έχουμε ξεμπουρνταλιαστεί τελείως με τον ιδεασμό του «μόνο στην Ελλάδα» και στην ενοχική και στην μεγαλομανή εκδοχή του, είναι πια επιτακτικό να καλλιεργηθεί σοβαρά από όσους γράφουν και μιλάνε μια λιγότερο εσωστρεφής και ομφαλοσκοπική θέαση της επικαιροτητας, της ιστορίας αλλά και των πραγματικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Ταινίες καταστροφής

Ποτέ δεν κατάλαβα την απήχηση των ταινιών καταστροφής, των ταινιών συντέλειας, των σεναρίων για το τέλος του κόσμου. Περισσότερο φρίκη, ταραχή και ανησυχία μου προκαλούν παρά οποιαδήποτε τέρψη. Ήθελα να γράψω ένα ποστ για το θέμα αλλά νυστάζω.

Απλώς ρωτάω τι ήξεραν οι Μάγια που δεν ξέρουμε εμείς (αυτά περί του μυθικού 2012), άσε που υπάρχει μάλλον ένα λαθάκι στις νοστραδαμιές και τις ημερολογομαντείες: έπρεπε να έχουν τελειώσει όλα στις 10 Ιουνίου.

Η φωτογραφία είναι του Lee Materazzi.

Η εκδίκηση της παρθένας στα μπουζούκια

(για διευκρινίσεις εδώ).

Δεν έχω δει τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία πρόπερσι είχε διαφημιστεί ως «υπερπαραγωγή» και «η πρώτη ελληνική πορνοταινία μετά από χρόνια». Ο τίτλος όμως είναι απολαυστικός, ενώ ο Αγγλοκύπριος πρωταγωνιστής έδωσε πέρσι μια σπαρταριστή συνέντευξη σε κυπριακό περιοδικό λάιφσταϊλ.

Τέλος πάντων, δεν είναι αυτά το θέμα μας. Άλλωστε ο τίτλος μου ήρθε ως απλός συνειρμός όταν άκουσα το αποτέλεσμα των σκέψεων (πώς τον λένε εκείνον τον υπολογιστή; Deep Throat; όχι: Deep Thought) του πρωθυπουργού. Η συλλογιστική της προηγούμενης φοράς που προκήρυξε εκλογές, μόλις πριν δύο χρόνια, ήταν ‘απλώς’ προσβλητική προς το Σύνταγμα και τη συνταγματική τάξη. Αυτή τη φορά είναι και κωμική: σαν παρθένα αρσενικής φαντασίωσης, από αυτές που τάχα ζητούν να τις τραβάνε, κι ας κλαίνε. Έτσι κι εκείνος σύρεται σε εκλογές γιατί αυτός ο τραμπούκος, αυτός ο ζαμπόνηρος μακιαβελικός ταλλεϋράνδος, ο πανίκανος Γ.Α.Π. τον τραβάει από την αμόλευτη κοτσίδα καθώς η τίμια εμπριμέ φούστα του σκίζεται πάνω στα χώματα και τις πέτρες του Βούθουλα. Γιατί δε μας λέει ότι προτιμάει να βγάλει 120 βουλευτές, αντί για 100 τον Μάρτιο; Θα ήταν εξίσου κυνική καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών περί πρόωρων εκλογών, αλλά πιο ειλικρινής. Θα μπορούσε επίσης να κήρυσσε πόλεμο στην Τουρκία, που μας στέλνει ακόμα λαθρομετανάστες («να φύγετε, λαθρομετανάστες, να πάτε αλλού»): θα υπήρχε πραγματικό εθνικό θέμα έτσι.

Κι ας γίνω ακόμα πιο κακεντρεχής: η τρομακτικά ανίκανη και συστηματικά διεφθαρμένη διακυβέρνηση της χώρας από τον Μίστερ Νιντέντο δε συγκρίνεται με αυτή του τρισκατάρατου Σημίτη, του απαίσιου Τάπερμαν που όλοι (σχεδόν όλοι) έβριζαν και μπινελίκωναν με αφοσίωση και μανία. Πράγματι, στη θέση διεφθαρμένων έχουμε διεφθαρμένους και ανίκανους, στη θέση αμερικανόδουλων έχουμε αμερικανόδουλους που δε ζητάν ανταλλάγματα από τον αφέντη τους, στη θέση κυνικών έχουμε ανόητους κυνικούς. Επίσης, πολύ φοβάμαι ότι μια πιθανή κυβέρνηση Γ.Α.Π. απλώς θα προσθέσει νέες συναρπαστικές παραμέτρους στα παραπάνω, κατεβάζοντας τον πήχυ των αλμάτων εις βάθος του Νιντέντο ακόμα πιο βαθιά. Και μην ποντάρετε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Κοινώς: δε σας άρεσε ο Σημίτης, ε; Ε…

Στο μεταξύ φοβάμαι πολύ. Αλλά σταματάω εδώ, αφού θα βγει ο ολντ μπόυ να πει πάλι ότι τα πράγματα δεν είναι συνήθως τόσο άσχημα όσο φοβόμαστε. Σωστά. Καμμιά φορά είναι χειρότερα.