Στο χαλί

Απόψε αισθάνομαι ησυχία: η πολλή δουλειά δεν ήρθε ακόμα και αρκετή δουλειά είναι πίσω μου. Το σπίτι είναι καθαρό και στρωμένο πια (27 βαθμοί την ημέρα, 11 τη νύχτα), πάντοτε αφορμή χαράς για μένα: συμβολικό σημάδι έλευσης του χειμώνα, του πολύ σύντομου χειμώνα εδώ και πολλά χρόνια.

Είναι τόσο ακύμαντη αυτή η ησυχία που αποφάσισα με χαρά να μείνω μέσα. Ήταν πολύ απλό: δεν πήρα κανέναν τηλέφωνο· εδώ και πολλά χρόνια είναι σχεδόν πειραματικά επιβεβαιωμένο ότι, άμα δεν τηλεφωνήσω εγώ, κανένας δεν κάνει την κίνηση να μου προτείνει να βγούμε.

Μετά από πολύ καιρό άκουσα μουσική (ξαπλωμένος στο χαλί, φυσικά), διάβασα, έφαγα. Μέχρι κι ο γάτος, που έχει πάθει αμόκ εδώ και τρεις βδομάδες, αποφάσισε να κοιμηθεί απόψε μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πολεμήσει με τα χαλιά, τα οποία έσωσε ο ξένος παράγοντας: έφαγε μια κατραπακιά όταν το παράκανε.

Διάβασα τη φοιτητική αυτοβιογραφία του Δύτη. Θαύμασα πόσα θυμάται, με πόση τάξη και λεπτομέρειες. Εγώ πάλι, νιξ. Εκτός από κάτι σπαράγματα: πανάκριβες τουλίπες, τα παιδάκια στα οποία έκανα ιδιαίτερα, η αίσθηση της χειμωνιάτικης Αθήνας (όπως στο πρώτο βιντεάκι εδώ), το μπρελόκ κάποιας μέσα στο 221, ένα δωμάτιο (θυμάμαι τη διεύθυνση ακριβώς) στο οποίο δέσποζε ένας θηριώδης αργαλειός, μια παράσταση της Ρηγοπούλου στο Παλιό Πανεπιστήμιο που δεν είδα, η διαρκής έλλειψη χρημάτων, το διαβατήριο που έβγαλα και δε χρησιμοποίησα (che fece per viltà un piccolo rifiuto), η αντικειμενικά θεοτική Σ.Κ., θλίψη, περίπατοι με τον Νίκο και η Φυσική, γεμάτα αμφιθέατρα — μικρά πράματα, ασυνάρτητα. Α, ναι: κι η μυρωδιά βρεγμένων φύλλων το φθινόπωρο στο πάρκο, και ό,τι μου τη θύμιζε.

Κάπως έτσι λειτουργεί η μνήμη μου, γι’ αυτό όταν διάβασα το Άλεφ του Μπόρχες, τριτοετής ή κάτι τέτοιο, ένιωσα να με χτύπησε ένας ευφρόσυνος τσιμεντόλιθος κατακέφαλα.

Ένα πράγμα πάντως καταλαβαίνω ξεκάθαρα και σχεδόν το βλέπω με διαύγεια πια: πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια με τα μυαλά και την καρδιά δεκαπεντάχρονου, όχι σαν εικοσάρης. Εικοσάρης έγινα πάρα πολλά χρόνια μετά.

Τέλος πάντων. Δεν είμαι ούτε των αναμνήσεων, ούτε των συνηθειών. Αλλά μου αρέσει η ησυχία, και στην ησυχία εντοπίζονται καλύτερα οι αναμνήσεις.

Ξένη δημοσίευση

Αντιγράφω τεράστιο (σε έκταση) σχόλιο του ολντμπόυ από εδώ:

1) Το κράτος δεν το κυβερνούν πάνω από 3 1/2 δεκαετίες δύο συγκεκριμένα κόμματα, αλλά τελικά η Αριστερά.

2)Για την ακρίβεια πρέπει να πιστωθεί στα δύο συγκεκριμένα κόμματα ότι κατά καιρούς προσπάθησαν να δείξουν το δρόμο προς τον ορθολογισμό, το δρόμο προς τις απαραίτητες αλλαγές, όποτε όμως επιχείρησαν να κάνουν κάτι για αυτό βρήκαν απέναντί τους τη λυσσαλέα αντίδραση των αριστερών και των συνδικαλιστών.

3) Από όλη αυτή τη διαδικασία των 36 χρόνων εκείνοι που πραγματικά μπορούν να βγουν στον αφρό, να μας πάνε μπροστά και να μας ξεκολλήσουν είναι τα μέλη της οικογένειας Παπανδρέου, τα μέλη της οικογένειας Μητσοτάκη, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, άνθρωποι δηλαδή πρωτοφανέρωτοι στα πολιτικά πράγματα, άνθρωποι άσχετοι με την ως τώρα πορεία της χώρας. Αυτοί θα είναι ταυτόχρονα και οι τιμητές μας και οι αναμορφωτές μας.

4) Βασική, βασικότατη, απόλυτα κυρίαρχη παθογένεια του μεταπολιτευτικού μας συστήματος αποδεικνύεται τελικά πως ήταν το εργατικό δίκαιο. Αυτό που αγνοώντας τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας μας επιδίωκε μαξιμαλιστικά κατώτατα όρια μισθών, κάλυψη των εργαζομένων από κλαδικές συμβάσεις εργασίας, εργασία πέντε αντί έξι ημέρες.

5) Υπάρχει μια ανισότητα που σοκάρει στην κοινωνία μας και αυτή πρέπει πάση θυσία να αποκατασταθεί. Το στοιχείο που σοκάριζε και σκανδάλιζε δεν ήταν οι όροι εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, αλλά οι όροι εργασίας στον δημόσιο. Εξίσωση λοιπόν προς τα κάτω άμεση. Το στοιχείο που σοκάριζε και σκανδάλιζε δεν ήταν επίσης ότι πλήθος εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα δούλευε ανασφάλιστο, με μπλοκάκια κλπ, αλλά όσοι δούλευαν ασφαλισμένοι και επίσημα με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Εξίσωση λοιπόν και εδώ προς τα κάτω άμεση.

6) Μέσα στον όλο σκανδαλισμό περί ανισότητας, το να μνημονεύεις τα κέρδη των επιχειρηματιών αποτελεί λαϊκισμό. Αν δε βάλεις στην κουβέντα και τις τράπεζες και το πόσες φορές ως τώρα τις έχουμε πληρώσει, τότε δεν είσαι απλά λαϊκιστής, είσαι και αυτοκαταστροφικός.

7) Όχι μόνο οι μισθοί να αφεθούν εντελώς ελεύθεροι προς τα κάτω, αλλά και οι τιμές των προϊόντων προς τα πάνω. Κάθε εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα πρέπει να εκλείψει. Ο επιχειρηματίας άλλωστε είναι το μόνο φως που μπορεί να βγάλει τη χώρα από το σκοτάδι.

8) Ζήσαμε σαν κοινωνία πάνω από τις δυνάμεις μας και δανειστήκαμε ασύστολα. Το ποιός μας έπαιρνε δέκα φορές τη μέρα τηλέφωνο για να μας δανείσει λεφτά, το ποιός έπαιζε εκατό διαφημίσεις την μέρα στην τηλεόραση για να μας χαρίσει λεφτά δεν έχει σημασία. Το να δανείζεσαι σαν ιδιώτης αποτελεί προσωπική σου ηθική ανεπάρκεια, το να έχουν στηρίξει οι τράπεζες την ύπαρξή τους σε αυτή τη δραστηριότητα αποτελεί υγιή ανάπτυξη.

9) Μικρή σημασία έχει πως το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό, αν όχι και παγκόσμιο. Εμείς τα του οίκου μας να κοιτάμε και με τα του οίκου μας να ασχολούμαστε. Και μόνον. Ας μην είμαστε ουραγοί στην Ευρωζώνη, ας είμαστε πρωταθλητές. Αλλά δεν ακούσαμε τον Μητσοτάκη και τον Μάνο εγκαίρως.

10) Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου μπορεί να διαβεβαιώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο είκοσι διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα το χρόνο. Καμία οργή, καμία απαξίωση. Αν ψειρίσουμε μια ανακοίνωση του Συνασπισμού μπορούμε να βρούμε λαυράκι ενδεικτικό ανεύθυνης πολιτικής.

Τώρα, αν μετά το δεκάλογο αυτό, με ρωτάς αν η ελληνική κοινωνία ήταν χτισμένη σε υγιείς βάσεις, σου απαντάω -δίχως ίχνος ειρωνείας- όχι. Είχα γράψει στην αρχή της κρίσης ότι όποιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα και αν είχαμε, με τα μυαλά που κουβαλάμε και τη νοοτροπία που έχουμε, σκατά θα τα κάναμε. Αυτό όμως, Προκόπη -και εκεί είναι η βασική διαφωνία μου και με τον Γεωργελέ- είναι Η ΜΙΑ ΟΨΗ του νομίσματος.

Όταν δεν βλέπουμε ότι η νεοφιλελεύθερη, μονεταριστική εκδοχή του καπιταλισμού που σαρώνει πάσχει και αυτή, όταν δεν βλέπουμε πως ο δρόμος που δείχνει το μνημόνιο δεν είναι ένας ουδέτερος δρόμος, αλλά ένας δρόμος με σαφέστατη νεοφιλελεύθερη στόχευση στην οποία ο μισθός δεν λογίζεται ως μέσο αξιοπρεπούς επιβίωσης αλλά ως εργατικό κόστος, όταν δεν βλέπουμε πως η ανεργία είναι ένας δείκτης που καθόλου δεν πειράζει την τρόικα, ενδεχομένως δε και να της αρέσει, όταν τέλος δεν βλέπουμε πως ακόμη και σε σχέση με τις επιδιώξεις της, το μνημόνιο πολλαπλασιάζει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, όταν όλα αυτά προτιμάμε να μην τα βλέπουμε, τότε κάτι πάει λάθος.

Να δεχτώ ότι κι εγώ τα βλέπω μονόπλευρα τα πράγματα, να δεχτώ ότι κι εγώ προτιμώ να μην πολυκοιτάζω την όψη του νομίσματος που αφορά τα καθαρά ελληνικά δεινά, τις καθαρά ελληνικές παθογένειες; Να το δεχτώ.

Να δεχτώ ότι ο συνδικαλισμός εσφαλμένα σε μεγάλο βαθμό λειτούργησε στη χώρα και ότι εξέθρεψε κοπρόσκυλα; Να το δεχτώ και αυτό. Ωστόσο αφενός τα επιφανέστερα από αυτά τα κοπρόσκυλα ήταν με το δικομματικό σύστημα βαθιά διαπλεγμένα και συχνότατα περνούσαν με ευκολία από τη θέση του εργατοπατέρα στη θέση του βουλευτή-υπουργού και αφετέρου όσο πράγματι και αν υπήρξε πλήθος περιπτώσεων που δούλεψαν λίγο και συνταξιοδοτήθηκαν νωρίς, δεν βλέπω γιατί η ύπαρξη των κοπρόσκυλων να είναι πιο αποκρουστική από το μοντέλο που πάει να επιβληθεί, το μοντέλο της διασποράς αδέσποτων σκυλιών σε όλο το φάσμα της κοινωνίας, έτοιμων να δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί.

Προς τα κάτω βλέπω να μας πάει το μνημόνιο. Συλλογικά προς τα κάτω. Όποιος το βλέπει σαν ασπιρίνη, μακάρι να βλέπει καλύτερα από μένα.

Peccavi (fortiter)

Σε αυτό που θα διαβάσετε δεσπόζουν δύο θέματα: αυτό της διάψευσης του αφελούς κι αυτό της κλάψας. Θέλω κι εγώ να κλαυτώ λίγο, ελληνίδα μανούλα με γέννησε και στη μεταπολιτευτική και παπανδρεϊκή Ελλάδα μεγάλωσα, έμαθα γράμματα στο σχολείο-πατριωτικό κωμειδύλλιο που νοσταλγούσε και προοιμίαζε την ένδοξο και δευτέρα πάλιν παρουσία των Αρχαίων.

Στο κειμενάκι που θα διαβάσετε, όσοι έχετε ευαίσθητες αντέννες (σαν αυτές που ακούγανε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη) θα πιάσετε τους ασθενικούς αντίλαλους των ολολυγμών του Γιανναρά, του μπρουταλιστικού χωριατισμού-λαϊκισμού του Ριζοσπάστη, της απορίας του κουτού απέναντι στη λατρεία των Βέλτσου, Αρανίτση και κάποιου Λέπιδου που μου διαφεύγει τώρα, του Κατηχητικού, του αποκαρδιωμένου κομμουνιστή παππού μου, καθώς και την κακιά πολύ κακιά κι οθνεία common sense (εξού και αγγλιστί) αυτού του σκουληκιού λαϊφστυλίστα, του Γεωργελέ, που αντί να παίρνει συνέντευξη από τη Βανδή ή να ξεκατινιάζεται κάθε τόσο και με κάποιον, κάθεται και μας λέει πώς να κάνουμε πολιτική.

Λοιπόν. Είμαι αφελής. Λίγο σαν τον παροιμιώδη έφηβο που μεθοκοπάει και κάνει τον χαζό και λυπημένο, μπας και βρεθεί καμμιά φιλάνθρωπη κοπέλα να τον πάρει στο κρεβάτι της.

Πίστεψα, όπως πια έχετε σιχαθεί να διαβάζετε, ότι με τους Ολυμπιακούς θα φτιάχναμε συγκοινωνίες στην Αθήνα (τις μισοφτιάξαμε), θα γινόμασταν περήφανοι για την πόλη μας (χάχα), θα αλλάζαμε στάση για τον δημόσιο χώρο (ενώ είτε τον εγκαταλείψαμε ακόμα πιο επιδεικτικά, είτε τον κάναμε εμπορικά κέντρα). Είμαι αφελής. Ή μάλλον βλαξ.

Πίστεψα ότι με αφορμή το σκέλος της κρίσης που είναι ευθύνη και αποτέλεσμα του πώς στήνεται και τρέχει η πολιτική τα τελευταία νι χρόνια και πώς οργανώσαμε τη ζωή μας γύρω από το να σπαταλάμε (γιατί σπαταλάμε), θα άλλαζε και η πολιτική, θα αλλάζαμε κι εμείς. Όχι να γίνουμε σεμνοί, φτωχοί, ταπεινοί και τέτοια φαιδρά, όχι να καταλήξουμε όλοι δουλοπάροικοι, αλλά — ρε αδερφέ — να μη σπαταλάμε. Πίστεψα ότι θα αρθρωνόταν επιτέλους πολιτικός και κοινωνικός λόγος, ότι θα υλοποιούνταν πολιτική πράξη. Απεναντίας, οι ηλίθιοι αναγορεύτηκαν σε Πυθίες και Νέστορες, ενώ οι κυνικοί σε σώφρονες Κήνσορες. Τα μέσα έπεσαν σαν οργουελιάρες ακρίδες να φάνε κάθε φυλλαράκι σοβαρότητας και (βεβαίως) αλήθειας, να διαστρεβλώσουν οτιδήποτε διαστρεβλώνεται. Τα κάθε λογής αφεντικά (πρώτοι ανάμεσα στους σπάταλους, που λέγαμε) αποφάσισαν ότι επιτέλους ήρθε η ώρα για γιούρια, να μας πιούνε το αίμα με τον καπνοσυλλέκτη, υπό τη σκιά που ρίχνουν τα σμήνη οι μουμουετζίδικες ακρίδες (τους). Η δε αριστερά… (εντάξει, οκέι, το παράκανα)

Πίστεψα ότι η (σχεδόν) ομαλή ένταξη τόσων μεταναστών τη δεκαετία του ’90, η ύπαρξη ενός Ματιάμπα κι ενός Σχορτσιανίτη και τόσων Αλβανών δεύτερης γενιάς θα μας ξεκόλλαγε από τα παλαιοπατριωτικά βράχια. Αλλά εδώ δε στάθηκα βλαξ, αποδείχτηκα πανύβλακας, όχι απλό βλακόμουτρο αλλά βλακόμετρο: αν ξεκολλήσει η πεταλίδα, ψοφάει. Άντε λοιπόν και στη Βουλή η Χρυσή Αυγή, άντε να αρχίσουμε να τους σφάζουμε σιγά-σιγά γιατί, συνέλληνες, σπάζοντας μαγαζιά και δέρνοντάς τους δε γίνεται δουλειά, αυτοί είναι σαν τα ποντίκια (όπως έλεγε κι εκείνη η ωραία ταινία της δεκαετίας του ’30, πώς την έλεγαν, γερμανική ήταν).

Είμαι και ήμουν φεντεραλιστής. Πιστεύω ότι πρέπει να τελειώνουμε με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη, όπως τελειώσαμε με τη φεουδαρχία, τη μοναρχία, το παπικό κράτος και τις ωραίες και μεγάλες αυτοκρατορίες. Είμαι ευρωπαϊστής. Και τι έγινε; Κι εδώ στάθηκα αφελής. Εκεί που γινόντουσαν οι διαβουλεύσεις για το μέλλον της ΕΕ, αποφασίστηκε ότι ο φεντεραλισμός είναι τελείως Ντελόρ και καθόλου Ντιόρ. Δεν ήταν εθνικός, δεν ήταν αριστερός, δεν ήταν τίποτε. Εγκαταλείφθηκε και διαβεβαιωθήκαμε ότι τα εθνικά κράτη θα συνεχίσουν να είναι δυνατά, αγέρωχα, περήφανα, ανεμπόδιστα, κυρίαρχα. Έτσι γλυτώσαμε από τους ευρωκράτες να μας λένε πώς πρέπει να είναι τα αγγούρια και τα καρότα μας. Σε συμβολικό επίπεδο η ΕΕ παραμένει ένωση κυρίαρχων κρατών, 27. Σε πραγματικό επίπεδο της έχουνε κάνει ρεσάλτο κάτι μη εκλεγμένοι σκοταδιστές eurocons, οι ασώματες δυνάμεις που λέγονται αγορές (τις οποίες οίοι προσκυνούν ως αγγέλους φωτός, οίοι αναθεματίζουν ως σκατόψυχους μαυρόκαρδους δαίμονες — αλλά μάλλον είναι απλώς αγορές), τα απολυταρχικά καθετώτα που κάποτε ονομάζονταν πολυεθνικές και ένα κονκλάβιο αμερικανόφιλων Ζλάβων που φρονούν ότι οι ελευθερίες στην Ευρώπη κινδυνεύουν από την ασθενική κλανίλα που απομένει από τον κομμουνισμό της ΚΟΜΕΚΟΝ και του Συμφώνου. Τουλάχιστον, παιδιά, γλιτώσαμε την εθνική μας κυριαρχία (δηλαδή της Γερμανίας και, ίσως, της Γαλλίας) από τον φεντεραλισμό.

Το τρανό συμπέρασμα: είμαι άσχετος και αφελής έως βλακείας. Διαβάζετε κάτι άλλο, όλντμπόυ ας πούμε.