ΧΓ

Ο ίδιος ο εκλιπών παραμένει κρυμμένος από όσους τον συναντήσαμε για λίγο ή καθόλου. Όσοι πιστεύουν στον αναστάσιμο εαρινό θρύλο των λαών της Εγγύς Ανατολής θα έχουν την ευκαιρία να τον συναντήσουν εντός του θρύλου αυτού, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.

Ταυτόχρονα, το έργο του εκλιπόντος ήταν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους· άλλωστε τα πάντα τοις πάσι κατάφερε να γίνει μόνον ο Απόστολος Παύλος, σύμφωνα με ισχυρισμούς του.

Για τους θεολόγους και τους θεολογίζοντες έφερε τον περσοναλισμό και τη θεολογία των Ευδοκίμοφ και Ware στην Ελλάδα, με ολίγη από Μπερντιάγιεφ, νεοσχολαστικισμό (Maritain) κι υπαρξισμό, απελευθερώνοντάς την από τη μάντρα του μουστακαλή με το φτηνό γκρι κουστούμι και από το προαύλιο του βλαμμένου ιεροκήρυκα κληρικού. Ο ανώτερος πάντως κλήρος από το έργο του μόνον τα σπασμωδικά αντιδυτικά αντανακλαστικά κράτησε, αλλά τι να περιμένει κανείς από δαύτους.

Για τους φιλοσοφούντες και τους φιλόσοφους ήταν ένας στοχαστής που οικειοποιούνταν όρους και σπανιότερα έννοιες από μια γκάμμα στοχαστών και φιλοσοφικών ρευμάτων για να διατυπωσει όχι και τόσο εντυπωσιακές θέσεις.

Τα γερασμένα πια tenderορθόδοξα νιάτα της δεκαετίας του ’80 και του ’90 βρήκαν στα ερωτοθεολογικά του άλματα τον τρίτο δρόμο μεταξύ αφενός της ορθόδοξης σκυθρωπής ασκητίλας κι ασφυκτικής στέρησης και αφετέρου μιας ζωής μακριά από τις πολιτισμικά προκάτ εκστάσεις της ευσέβειας μας, μιας ζωής δίχως Χριστό και Παναγία: μπορούσαν λοιπόν πια και να εκκλησιάζονται και να κάνουν σεξ, και να νιώθουν «Ορθοδοξία και μια ζεμπεκιά» και να φιλάν εικονίσματα με τα ίδια χείλη που κτλ. — because μέθεξη και αλληλοπεριχώρηση και συναμφότερον ολούθε.

Οι θηριώδεις εθνοπατριώτες που επί δεκαετίες κατανάλωναν τις επιφυλλίδες και τα δεκάδες βιβλία στα οποία αυτές σιμπιλήθηκαν βρήκαν σε αυτό το μέρος του έργου του μια πιο υψηλόφρονα δικαίωση των μισανθρωπικών θέσεών τους, εντός των πάντοτε χρήσιμων συμφραζομένων της αυτοθυματοποίησης, του Finis Greciae και του «θλιβερού Ελλαδιστάν». Σημειωτέον ότι οι επιφυλλίδες δεν αποτελούσαν πάρεργο του εκλιπόντος, δεν ήταν οι βουκαμβίλιες (!) που καλλιεργούσε ο Μότσαρτ (!) στον ελεύθερο χρόνο του, καθώς γράφτηκε: αφιερώθηκε στην επιφυλλιδογραφία.

Δεν υπάρχει λόγος ούτε να καταριόμαστε, ούτε να θυμιατίζουμε. Ισχύει πάντοτε ότι δεν ψάχνουμε ινδάλματα αλλά ιδέες και ιδεώδη — αν και όπου υπάρχουν.

Ἄρα, μὴ θανόντες τῷ δοκεῖν ζῶμεν μόνον;

Μήπως είμαι αλλού
στη μεγάλη μου πλάνη
και νομίζω πως ζω, αλλά έχω πεθάνει;

Σπύρος Γιατράς

Πεθάναμε το 2012 μάλλον. Η εξέγερση του 2008 ήταν η αρχή μιας αρχής που τελείωσε το 2012.

«Ο ελληνικός λαός εισήλθε σε μια παύση κινητοποιήσεων μετά τον Φεβρουάριο του 2012, η οποία ακολούθησε μια σχετικά ζωηρή εξεγερτική κίνηση, για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας τέλος πάντων. Η προσφιλής εξήγηση υπήρξε ότι ο λαός ηττήθηκε από τη φονική και αδιάκριτη βία της αστυνομίας. Ενδεχομένως ήτανε μια εξήγηση που εξυπηρετούσε την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ: τι είδους απαιτήσεις μπορεί να έχει ένας ηττημένος λαός;» (εδώ τα υπόλοιπα)

Γεγονός είναι ότι από το 2012 πραγματικά δεν κουνιέται φύλλο, εκτός βεβαίως αν πρόκειται για τις αλησμόνητες ρωσοκίνητες παράτες για το Μακεδονικό. Δεν κουνιέται πάντως φύλλο ούτε για τα Τέμπη, ούτε για το Μάτι, ούτε για την Εύβοια ή τη Δαδιά, ούτε για τις υποκλοπες (άχαχαχαχαχαχχχχ) ― ούτε καν για τη ληστεία στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, την ανεξέλεγκτη ακρίβεια, τη δήωση των σιδηροδρόμων και την εγκατάλειψη των Μέσων Μεταφοράς ή την άλωση του κέντρου Αθήνας και Θεσσαλονίκης από τις εταιρείες ερμπιενμπήδων.

Όλα καλά.

Δεν μιλάω για τα κόμματα, μιλάω έστω για την ωραία φωτιά του Δεκέμβρη του 2008, που θα θεωρούνταν δείγμα διχασμού άλλωστε. Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να υπογραμμίσω τη σαφώς καταστροφική κι ανεξέλεγκτα αλαζονική διαχείριση εκ μέρους του θιάσου του Μητσοτάκη όσον αφορά τη δασοπυρόσβεση, την παροχή δημόσιων αγαθών ή τη στάση του θιάσου αυτού έναντι των θεσμών.

Θα πω απλώς ότι από το 2012 και μετά είμαστε πεθαμένοι, ότι η αγανάκτησή μας αφορά αν θα υιοθετούν παιδάκια τα ομόφυλα ζευγάρια ή αν θα ονομάζεται η Βόρεια Μακεδονία Βόρεια Μακεδονία αντί για Μακεδονία (ή Μακεντόνια, που είναι άλλο πράμα, όπως βεβαίωνε πάλαι κάποιος Ρώσος ΥπΕξ). Για όλα τα υπόλοιπα όχι Δεκέμβρη του ’08 αλλά ούτε καν πορείες με κατσαρόλες (α λα Αργεντινή) ή έστω με μπρελόκ (α λα Πράγα) δεν είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε.

Σιγά λοιπόν μην μπω λοιπόν στη διαδικασία της ελληνικά προσφιλούς μας μεμψιμοιρίας κτλ.

Ας καούν τα πάντα, τα πάντα όμως,
ας πεθάνουμε όλοι σε πυρκαγιές και σε τρένα κι από τη ρύπανση και εντός ΕΣΥ που υπολειτουργεί,
ας καταπατηθεί ό,τι έχει μείνει για να έρθει ανάπτυξη,
ας γεμίσουμε τουρίστες και πανάκριβα δυάρια κι άδεια μωλ,
ας γίνουν οι δικαστές ανδρείκελα και οι δημοσιογράφοι νευρόσπαστα,
ας γίνουμε δούλοι των ΗΠΑ και στόχοι των υπόλοιπων ενώ φαντασιωνόμαστε τη Σερβία και τον ω πόσο τελέσφορο γενοκτονικό εθνικισμό της,
ας επιστρέψουμε στους γεροντάδες και στα λείψανα.

Ας καούν τα πάντα, δεν βλέπω να κινείται κανείς.

Μπαγκλαντές κι Εσφιγμένου γωνία

Τις τελευταίες εβδομάδες ασχοληθήκαμε με πολλά και διάφορα που σίγουρα θα ξεθωριάσουν γρήγορα.

Με τη συγκάλυψη του Αρείου Πάγου σε ακόμα ένα τερατώδες σκάνδαλο που πλήττει τους θεσμούς δεν πολυασχοληθήκαμε, όπως δεν πολυασχολούμαστε με τις πυρκαγιές που δεν βγαίνουν στις ειδήσεις, όπως μιλάμε για τον υπερτουρισμό στην Ισπανία μια κι εδώ στην Ελλάδα δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, όπως δεν μας απασχολεί η γενικευμένη διάλυση σιδηροδρόμων και λοιπών ΜΜΜ (κυρίως στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα) ― και πάει λέγοντας.

Δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε και πολλές απαιτήσεις. Εδώ δεν ασχολούμαστε με το κόστος του ηλεκτρισμού ή με το εξηντάευρο που πάει σε ένα γάλα, μισό κιλό τυρί, έξι κρεμμύδια, ψωμί, μπανάνες και ένα κιλό ντομάτες.

Ωστόσο παντού υπάρχουν εκείνες κι εκείνοι που αγρυπνούν και μίλησαν για την αστυνομική βία και την απειλή αστυνομικής βίας κατά των Εσφιγμενιτών. Οπωσδήποτε σε μία χώρα που η αστυνομική αυθαιρεσία και κατασταλτική βία αποτελούν πανσπάνιες εξαιρέσεις είναι σημαντικό να στηλιτεύονται αυτές οι ελάχιστες εκδηλώσεις τους, και δη κατά «αγιορειτών πατέρων» (μιας κοινότητας που στους κόλπους της περιλαμβάνει ό,τι πιο σκοτεινό έχει αναφυεί σε αυτόν τον τόπο, με εξαίρεση τα τζάκια λαδέμπορων, δοσιλόγων και λοιπών παρασίτων).

Παράλληλα, στο Μπανγκλαντές ο στρατός και η αστυνομία σφαγιάζει και καταστέλλει βίαια χιλιάδες διαδηλωτές αλλά δεν πειράζει γιατί αυτά συμβαίνουν στον Τρίτο τον Κόσμο. Εέτσι άλλωστε κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο Σουδάν, τη Γάζα, παλιότερα στο Κονγκό ― ώσπου όλες αυτές οι τριτοκοσμικές κατασταλτικές μέθοδοι, εντελώς γαλλικές κι αμερικανικές στην εφαρμογή τους, έρχονται και στη μακάρια ευρωπαϊκή ήπειρο.

Θα μου πείτε, κι εδώ αστυνομική βία κι εκεί αστυνομική βία. Θα σας πω, αν είδατε την τεράστια ολυμπιακή φυλακή στην οποία μετατράπηκε το Παρίσι, παντού αστυνομική βία και παντού καταστολή. Αυτό είναι το μέλλον.

Προσωπικά λοιπόν με αφορούν περισσότερο οι Μπαγκλαντεσιανοί από τους Εσφιγμενίτες. Οι Εσφιγμενίτες δεν γουστάρουν τον νεωτερικό κόσμο και την (όποια) ελευθερία του, ονειρεύονται ένα ολοκληρωτικό παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε και τους δέρνουν (ή προσπαθούν να τους δείρουν) οι μπάτσοι. Οι Μπαγκλαντεσιανοί μάλλον δεν γουστάρουν τον νεωτερικό κόσμο που τους φόρτωσε ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, ονειρεύονται ένα μέλλον που ενδεχομένως να καταφέρει να υπάρξει. Οι πάρα πολύ αριστεροί φίλοι μου ίσως πουν ότι δεν υπάρχει εξεγερτική στόχευση και ιδεολογική συγκρότηση στους Μπαγκλαντεσιανούς, ενδεχομένως έχουν δίκιο.

Ωστόσο εγώ θα είμαι πάντα με όσους κοιτάζουν προς το ακόμα μη πραγματικό μέλλον παρά με όσους αλληθωρίζουν προς ένα φανταστικό ή μη παρελθόν γεμάτο με αρπακτικά όρνεα και μοχθηρούς ασκητές.