Κάτι μικρό

Ξαναδιάβαζα αυτό, ένα από τα αγαπημένα μου κείμενα των τελευταίων χρόνων, και έκανα την εξής μάλλον νηφάλια, αν και θα μπορούσε να περαστεί για απαισιόδοξη, σκέψη:

Τώρα πια που τα κείμενα φτιάχνονται από μόνα τους, λένε ότι από τα ανθρωποποίητα κείμενα μόνον τα πολύ πρωτότυπα, τα πολύ παλαβά, τα στατιστικώς απίθανα θα αναδεικνύονται. Μπορεί. Δεν ξέρω.

Είμαι όμως σχεδόν βέβαιος ότι όσο περνάνε τα χρόνια, τα κείμενα δεν θα ζυγίζονται και δεν θα αντικρύζονται με βάση το τι λένε ή και πώς το λένε αλλά με βάση το πόσο χρήσιμα είναι.

Και νομίζω πως είναι κατανοητό ότι δεν εννοώ την πρακτική χρησιμότητα.

Αποσπάσματα από τρεις μέρες στη δουλειά

I would like to invite you to see me in my office on Tuesday […]. We can then discuss in detail what appears to be your more complex interpretation of my rather pressing request.

ταυτόχρονα για ακόμη μια φορά μένω κατάπληκτος από το θράσος με το οποίο ενεργείται ο σολιψισμός του συγκεκριμένου ατόμου

I cannot diminish (or even imagine) the torture and abuse you have been through, but it is a nightmare you have to leave behind, as well as this corner of the ghastly Fortress Europe that inflicted so much suffering on you.

There is no question of snide (?) scatological comments festering uncovered until then.

«Με την ευκαιρία, θα ήθελα να σας μεταφέρω ότι η συνέντευξή σας […] , από την οποία διαβάσαμε αποσπάσματα πριν από λίγες εβδομάδες, αποτέλεσε αφορμή για μια πολύ ζωντανή και ουσιαστική συζήτηση στην τάξη […]».

Η μισοηλίθια γενιά μου

Η μισοηλίθια γενιά μου, που λέγαμε τις προάλλες, διαμόρφωσε πολύ γρήγορα και σε περιβάλλον πολιτικής αφέλειας κάποιες πεποιθήσεις που, απ’ ό,τι φαίνεται, αρθρώνουν το πώς θέλουμε να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.

Είναι παράδοξο πώς βρεθήκαμε να προσκυνάμε την άνευ όρων ενότητα και τον διάλογο στον οποίο κάθε μα κάθε θέση είναι ισότιμη, ειδικά αν σκεφτεί κανείς από πού προερχόμαστε:

Μεγαλώσαμε μέσα σε οικογένειες που πάνω κάτω πρέσβευαν ότι δεν είμαστε λαός, ότι όλοι κι όλα είναι για τα πανηγύρια και της πλάκας (έτσι έλεγαν «γτπ καβάλα» τότε) και οπωσδήποτε επιδεκτικά περιφρόνησης και ευτελισμού καθόλου μα καθόλου γελαστού, πως οι γυναίκες είναι ή πουτάνες ή μάνες ή χάζες ― ή και όλα τα παραπάνω, ότι οι πούστηδες κι οι Εβραίοι κυβερνάν τον κόσμο, ότι παντού και σε κάθε περίσταση χρειάζεται βούρδουλας αλλά κι ότι δεν πρέπει να είμαστε των άκρων.

Η ελληνική οικογένεια, το σόι μάλλον, εχθρευόταν τις πάρα πολλές σπουδές (που αποβλακώνουν), τις ζωντοχήρες (που γαμιούνται), τις πολιτιστικές εκπομπές, τους συνδικαλιστές της Αριστεράς (που δεν είναι νοικοκυραίοι), τις κουλτουριάρικες ταινίες (που κατά βάθος είναι τσόντες), τις ανύπαντρες και τις γεροντοκόρες (που δεν γαμιούνται), τα βιβλία (αφού το διάβασμα προκαλεί μυωπία), τους μπινέδες (αν κι οι κωλομπαράδες είναι κάπως αναγκαίοι), τους πολιτικούς γενικά κι αόριστα (όπως μας δίδαξε η Χούντα, ιδίως αν δεν μας έκαναν τα ρουσφέτια μας), τη βαρειά φιλοσοφία, τους κουλτουριάρηδες και τους κουλτουριαραίους και τους απλώς διανοούμενους.

Η ελληνική οικογένεια άκουγε προσεκτικά τους λιγότερο «αυστηρούς» αλλα σεβάσμιους ιεροκήρυκες καθώς παράλληλα κατανάλωνε με βουλιμία τον απολίτικο πρωτοφασιστικό πολτό των θεατρικών επιθεωρήσεων και το ασφυκτικά αυταρχικό φιλότιμο που μύριζαν γνώριμα και διαπεραστικά· αναγνώριζε τη μία και μοναδική αλήθεια σε σεπτές μανάδες και αυστηρούς πατεράδες και σοφούς παππούδες και ιερές γιαγιάδες, που ευτυχώς δεν ήξεραν γράμματα αλλά είχαν τη σοφία των παλιών.

Ακούγαμε διαρκώς νοσταλγικές ιστορίες μιας επαρχίας που ποτέ δεν υπήρξε εκτός της νοσταλγίας των δικών μας, ενώ οι κατάρες για την Αθήνα και το «τσιμέντο» όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε παγωμένα λιθόκτιστα ή και σε πλίνθινα χαμόσπιτα είχαν την επιμονή εμβοής στα αυτιά μας. Ολόκληρος ο κόσμος των μεγάλων όταν ήμασταν μικροί οριζόταν από εξοχικά, χωριά και την «άθλια πόλη», έναν αδιάφορο κι αχανή δημόσιο χώρο που παραμελούσαν όλοι κι όλες για να γδάρουν με χλωρίνη τους μικρούς ιδιωτικούς χώρους τους και για να γυαλίσουν τους τετράτροχους ματρακάδες που περήφανα οδηγούσαν.

Όλα αυτά ήταν η ζωή μας και οι παραστάσεις μας. Όλη αυτή η πρωτοφασιστική και οπωσδήποτε βαθιά αυταρχική μούχλα που απλωνόταν στον μικροαστικό κόσμο μας με τα μεγαλοαστικά ιδεώδη. Ο κόσμος μας υποστυλωνόταν από την υποκρισία του μοχθηρού μικρού που έπλεκε πλέγματα σφιχτά με την υποκρισία του μεγάλου.

Εμείς όμως, ιδεαλιστές κεντρώοι.

Εμείς, της μισοηλίθιας γενιάς, νομίζαμε ότι όλα αυτά μέσα από τα οποία αναδυόμασταν, σαν προσκυνητές μέσα από τη μούργα του Γάγγη, είναι περιστασιακά κι επιφαινόμενα, κηλίδες εξίτηλες πάνω σε μια λαμπρή Παράδοση, συγκυριακές αστοχίες ενός κατά βάθος καλού καγαθού κόσμου, ενός κόσμου με τάχα αγιότητα και σοφία και αξιοσύνη, με γενναιότητα και σύνεση, που τον λέγαμε είτε Λαό, είτε Έθνος, είτε Γένος.

Νομίζαμε ότι θα αρκούσε λίγη Παιδεία (που όλα τα γιατρεύει), λίγα ταξίδια, λίγο ΠΑΣΟΚ, λίγη ενωμένη Ευρώπη, λίγος Πολιτισμός, λίγο ενοριακό βίωμα, λίγα ντραγκζ, λίγη καινοτομία για να μεταμορφωθούμε όοοοοολοι (και όλες) σε άνθρωπους από αυτό που είμαστε κατά πλειοψηφία: κακεντρεχή θηρία που απλώς μισούν ό,τι δεν μπορούν να συντρίψουν κι ό,τι δεν μοιάζει με τα υπαρξιακώς άσχημα μούτρα μας κι ό,τι δεν ζέχνει από την κλεισούρα της ανελευθερίας και το κλανίδι του αυταρχισμού που δεκαετίες τώρα περνιέται για καθαρός αέρας.

Κανείς μας δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι στον Εμφύλιο δεν ηττήθηκε μόνον η Αριστερά αλλά και ότι στον Εμφύλιο νίκησαν οι βαθιά φασίστες και οι φίλοι τους. Αυτοί που ογδόντα (ογδόντα ρε σεις!) χρόνια μετά κρώζουν ότι για όλα φταίει η Μεταπολίτευση.

Η κατάσταση των πραγμάτων

Ο μόνος δρόμος είναι κτλ.

Η κατάσταση του κόσμου μας σήμερα αποτελεί ταυτόχρονα

αφενός συνέπεια της τάχα μακρόθυμης επιθυμίας για ενότητα εντός της κοινωνίας, της επιμονής μας να μην αναγνωρίζουμε (και βεβαίως να μην πολεμάμε) όχι μόνον τους ταξικούς εχθρούς μας αλλά ούτε καν τους εχθρούς της ελευθερίας·

αφετέρου απάντηση στο επίμονο ερώτημα δύο ολόκληρων δεκαετιών: «Ας βγαίνουν οι δεξιοί στις εκλογές: τι είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;»· ακριβώς σε αυτό το ερώτημα εμπεριέχονταν η αντίληψη ότι και τη δημοκρατία και τη διεθνή τάξη πραγμάτων τις έφτιαξαν οι δεξιοί (χαχαχαχαχχχ) και άρα δεσμεύονται από αυτές.

Διότι, ας μην ξεχνάμε, «διχόνοια» και «διχασμό» έχουμε μόνον όταν στασιάζουν ή έστω διαμαρτύρονται οι από κάτω.

Ναρκωτικά

Πάντως με τα ενθεογόνα βλέπεις και τον θεό

Ωραία λοιπόν, ας γράψω ένα ποστάκι σαν κι αυτά που γράφαμε το 2004-2009, πριν πλακώσουν κάτι δημοσιογράφοι και κάθε λογής επίδοξα σελέμπριτι στα μπλογκ: ας γράψω κάτι χωρίς πολλές τεκμηριώσεις και λιγάκι βιωματικά· δηλαδή όπως είναι τώρα το φέισμπουκ των μεσόκοπων.

Κάθε κοινωνία έχει τα τυφλά σημεία της και πολλές φορές ολόκληροι πολιτισμοί έχουν τυφλά σημεία, π.χ. τη δουλεία για αιώνες. Στον δικό μας πολιτισμό ένα από τα τυφλά σημεία είναι τα ναρκωτικά.

Ναρκωτικά είναι η καφεΐνη, το αλκοόλ, η νικοτίνη· ναρκωτικά είναι και όλα όσα αποκαλούμε ναρκωτικά. Είναι γνωστές οι στατιστικές σχετικά με το πόσο κόσμο σκοτώνουν παγκοσμίως το αλκοόλ κι η νικοτίνη (εκατομμύρια) και πόσον κόσμο η φούντα (δεκάδες; το πολύ χιλιάδες). Είναι γνωστό ότι η μαριχουάνα δαιμονοποιήθηκε όταν έπαψε να είναι το ναρκωτικό των πλουσίων, πριν 90-100 χρόνια. Είναι πασίγνωστη η πορεία της νικοτίνης τα τελευταία 70 χρόνια από απαραίτητο αξεσουάρ της μοντέρνας ζωής στο σάλιο του θανάτου αυτοπροσώπως.

Πριν τον νεωτερικό κόσμο και πριν την επιβολή της διαρκούς διαύγειας και της ψυχραιμίας, οι οποίες μας αποτρέπουν από το να αμαρτάνουμε ή να ξεσηκωνόμαστε και οι οποίες μας καθιστούν παραγωγικότερους, τα ναρκωτικά (ναι, είπαμε, και το αλκοόλ μέσα) βρίσκονταν παντού. Βεβαίως και ελέγχονταν εντός της κοινωνίας, όπως ελέγχονται το σεξ, η βίαιη συμπεριφορά, οι ατομικές αποκλίσεις μεταφυσικού ή άλλου χαρακτήρα. Βεβαίως η υπερκατανάλωση οπίου ή κάνναβης ή αλκοόλ ή φύλλων κόκας ή κιφ ήταν επίμεμπτη και δικαίως. Βεβαίως τα ψυχοτρόπα, ενθεογόνα, εντάσσονταν σε κάποιες κοινωνίες εντός τελετουργιών. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είχαμε ολικές απαγορεύσεις ― αν εξαιρέσει κανείς την απαγόρευση του καφέ από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, που νομίζω ότι είχε τη διάρκεια περίπου της αμερικανικής ποτοαπαγόρευσης.

Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, έχουμε πλέον σοβαρές υποψίες ότι κάποιοι πρόγονοί μας διέκοψαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια τροφοσυλλεκτικού βίου και επέλεξαν την αγροτική αντί για την νομαδική ζωή ώστε να μπορούν να καλλιεργούν δημητριακά για μπίρα. Είναι μεν αποκαρδιωτικό για μένα αυτό, επειδή δεν μου πολυαρέσει η μπίρα, αλλά νιώθω την ανάγκη των αρχαίων γεωργών να έχουν σταθερή πηγή αλκοόλ καλλιεργώντας δημητριακά, παρότι θυσίασαν την αφθονία που τους προσέφερε (καταπώς φαίνεται) ο τροφοσυλλεκτικός ή και ο νομαδικός βίος…

Προσωπικά πάντως δεν έχω μεγάλη πείρα με τα ναρκωτικά, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου δεν είχα λεφτά για ναρκωτικά…

Μιλώντας για τα νόμιμα, μου αρέσει το αλκοόλ και το απολαμβάνω, αλλά ταυτόχρονα κάπως το φοβάμαι: είναι λέει βιολογικά εθιστικό όπως η νικοτίνη και η ηρωίνη και το φεντανύλ. Κάπνισμα δεν κατάφερα να ξεκινήσω ποτέ, δεν μου κάνει τίποτα. Καφεΐνη, μέχρι τρεις (άντε τέσσερις) καφέδες την ημέρα, για να μπορούμε να κοιμηθούμε κιόλας.

Μιλώντας για τα μη νόμιμα, διαπίστωσα πολλές φορές αυτό που έλεγα εδώ:

Από εκεί και πέρα, κάθε ουσία, από τον καφέ μέχρι την κόκα κι από τη φουντίτσα μέχρι τη μεφεδρόνη (bath salts), το e (που τα νέα παιδιά λένε μόλλυ ή και μώλυ) και τις σούπερ μοδάτες κεταμίνες, ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, τα ναρκωτικά (είπαμε, όλα μέσα) τα χρειαζόμαστε από αρχαιοτάτων χρόνων για να τη βγάζουμε καθαρή: ο Ζέλντιν στο κεφάλαιο 13 του Intimate History of Humanity μάς εξηγεί από πόσο αρχαιοτάτων.

Επίσης, τα ναρκωτικά μάς κάνουνε καλό εκτός από την πρέζα κι εκτός από όταν κρεμόμαστε από πάνω τους και περιμένουμε να μας δώσουνε ζωή ή να μας κάνουν υπεργαμάτους ή, ξέρω γω, να μας μετατρέψουν σε καλλιτέχνες. Άλλωστε, μην ξεχνάτε: τον Μπαλζάκ τον σκότωσε ο καφές.

Μα θα μου πείτε, οι υπερβολικές δόσεις σκοτώνουν. Όντως. Και θα προσθέσω ότι όποιος σουτάρει πρέζα έστω και μία φορά είναι σοβαρός υποψήφιος για τα θυμαράκια. Από την άλλη, βεβαίως, ακόμα και το νερό έχει υπερβολική δόση, μην πούμε δε για τα τριγλυκερίδια. Και θα προσθέσετε ότι δεν είναι όλα τα ναρκωτικά για όλους: εννοείται, εδώ δεν είναι όλα τα τρόφιμα για όλους.

Ξέρω επίσης τα επιχειρήματα των καλογραιών του Περισσού για την αποχαύνωση του καπιταλισμού, που γι’ αυτές είναι συνώνυμη με τη φούντα: θα τάιζαν λοιπόν την εργατική τάξη με σπηντ και κέτα για να εξεγερθεί; Όχι βεβαίως, γιατί τότε σίγουρα δεν θα ευθυγραμμιζόταν με την καθοδήγηση. Άρα καταλήγουμε σε αυτό που λέγαμε:

Μας θέλουν διαρκώς διαυγείς και ψύχραιμους για να είμαστε πειθαρχημένοι.

Και ειλικρινά δεν ξέρω πώς αλλιώς να κλείσω παρά επαναλαμβάνοντας πως «ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου» ― μια αλήθεια που γνωρίζουν καλά όσοι π.χ. έχουν εντρυφήσει στα τριπάκια.

Και για να κλείσω λίγο πιο πολιτικώς (διότι πρέπει, νεσπά;), η κοινωνία θα έπρεπε να απαιτήσει περισσότερη και σοβαρότερη κάλυψη στον τομέα της ψυχικής υγείας από το να ψάχνει βαποράκια και να κυνηγάει χρήστες κι αλκοολικούς.

Για τη Μεγάλη Χίμαιρα στην ΕΡΤ

Διαβάζω διάφορα κραξίματα για τη Μεγάλη Χίμαιρα κι ειλικρινά δεν καταλαβαίνω αν βλέπουμε την ίδια σειρά. Αν επίσης σκεφτεί κανείς ότι δεν πρόκειται για σειρά που απευθύνεται σε κοινό Κωνσταντίνου και Ελένης ή Οικογενειακών Ιστοριών, τα κραξίματα με ξενίζουν ακόμα περισσότερο.

Πρώτον, το υλικό· το μυθιστόρημα είναι μια κακογραμμένη ψευδοφροϋδική σαχλαμπούχλα, μεγαλόστομη κι ανιαρή και φουλ στα στερεότυπα. Το έργο έχει ανεβεί σε τουλάχιστον δύο θεατρικές διασκευές και η σειρά ακολουθεί σεναριακά εκείνη του Τάρλοου, προσπαθώντας να μετατρέψει τις καρικατούρες του Καραγάτση, που άγονται και φέρονται από «ορμέμφυτα» ή και «κοινωνικές συμβάσεις» ή και «τα χαρακτηριστικά της φυλής τους», σε χαρακτήρες. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά το σενάριο τίμια κι αποτελεσματικά διαθέτει και ειρμό και πάκτωση σε μια σχετική αληθοφάνεια, ενώ φτάνει μέχρι και στη γνησιότητα ενίοτε.

Δεύτερον, η παραγωγή· διαφέροντας από τα κουκλοθέατρα κάτι Μελισσών και από σκετς που εν Ελλάδι περνιούνται για ταινίες ή σήριαλ εποχής, στη Χίμαιρα δεν υπάρχει ίχνος φτήνειας, δεν έχει μείνει μία λεπτομέρεια που δεν έχει προσεχτεί: δείτε το σαλόνι του σπιτιού της Μαρίνας, την καμπίνα του καπετάνιου, τα ιταλικά τοπία, τη Σύρο… Δηλαδή, έλεος, η σειρά έχει και εξωτερικά γυρίσματα, έστω ψηφιακά ενισχυμένα. Λίγες φορές δεν έχει σκοντάψει το μάτι σου σε ασυνάρτητα κουστούμια ή ελεεινά σκηνικά βλέποντας ελληνική σειρά, η Χίμαιρα είναι σίγουρα η καλύτερη πρόσφατη περίπτωση σοβαρής σκηνογραφίας και ενδυματολογικής επιμέλειας (μια άλλη ίσως είναι ο Άγιος Νεκτάριος).

Τρίτον, οι ηθοποιοί. Οι Ιταλοί μιλάν ιταλικά και παίζουν αναλόγως· οι Έλληνες μιλούν ελληνικά (καθόλου αυτονόητο, δείτε και πάλι π.χ. τις κοσμοαγάπητες Μέλισσες) και παίζουν αναλόγως. Επίσης, οι ηθοποιοί δεν γκαρίζουν για να τους ακούσουν και πάνω πάνω στο Θέατρο Βράχων.

Τέταρτον, και το σπουδαιότερο, η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη: ρυθμός, φωτογραφία και μοντάζ σε βάζουν μέσα στη ματιά της Μαρίνας. Όλα στη σειρά είναι εστιασμένα μέσα από το καυλωμένο αλλά μορφωμένο κι ονειροπόλο «κορίτσι» που είναι η Μαρίνα Μπαρέ. «Παγωμάρα» είπαν και ναι, όντως λείπει το μπρίο της Μαρίνας Κουντουράτου, παιδιά, τι να λέμε, λείπει κι η αλλεγρία των χαρακτήρων του Καπουτζίδη. Πιο σοβαρά, η σκηνοθεσία επανερμηνεύει τους (με τα καραγάτσεια δεδομένα) ψυχρούς τόνους και την αποστασιοποίηση του βιβλίου, στο οποίο οι τόνοι κι η αποστασιοποίηση δρουν αντιστικτικά με τα πάθη των χαρακτήρων. Στο κάτω κάτω, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι η ιστορία μιας πνιγμένης, ρε προφέσορες…

Δεν ξέρω, μπορεί ο Μαρινάκης να μην έχει πολλούς φίλους στα σοσιαλμήντια και για αυτό να μην ακούγεται καλή κουβέντα (με εξαίρεση τον κύριο Τιμογιαννάκη). Προσωπικά φρονώ ότι στη Χίμαιρα σχεδόν ξεπερνάει το Μαύρο Λιβάδι (αγνοημένη ταινιάρα του, που παραήταν τρανς για την εποχή της).

il pessimismo riguarda l’intelligenza; l’ottimismo, la volontà

Η Πρωτοχρονιά είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Δεν είναι μόνον ημέρα ελπίδας και προσδοκιών, μάταιων εν πολλοίς, αλλά και αναμνήσεων, ή μάλλον: μνήμης.

Δεν μπορώ να ξεχάσω πώς έληγε το 2008, μέσα στην εξεγερτική απελπισία μιας γενιάς (όχι της δικής μου) που επιτέλους ερχόταν σε επίγνωση μιας πικρής αλήθειας: η πατρίδα μάς έχει γραμμένους, το κράτος δολοφονεί και αργά και ακαριαία, ο κόσμος θέλει την ψυχή μας και τον χρόνο μας και την ικμάδα μας και τη ζωή μας χωρίς να έχει σκοπό να μας δώσει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ακόμα κι όσοι καμώνονταν την Πρωτοχρονιά του 1992 ότι «τελείωσαν οι ιδεολογίες», εννοώντας «ξεμπερδέψαμε με τον μπαμπούλα και με το ενδεχόμενο αντίστασης», επειδή υποστελλόταν το σφυροδρέπανο στο Κρεμλίνο, την Πρωτοχρονιά του 2009 έβλεπαν τον ερχομό ενός κόσμου χωρίς ειρηνικό ακτιβισμό και χωρίς think globally, act locally.

Για πολλές πρωτοχρονιές μετά, με τον κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια, με τον ανοιχτό εκβιασμό των εταίρων μας και την κηδεμονία της ΕΕ τους, με την απελπισία να γενικεύεται και τους διαχρονικά «διαπρεπείς φουκαράδες» να μας εξηγούν πόσο σημαντικό κι απαραίτητο ήταν να αλωθούμε για να ζήσουν οι τράπεζες, με την αποσυναρμολόγηση ό,τι θεσμών κατάφερε να στήσει το μεταπολιτευτικό κράτος, οι αναμνήσεις έγιναν ζωτικότερες από τις ζοφερές προσδοκίες μας και την απώλεια κάθε ελπίδας.

Την Πρωτοχρονιά του 2026 πάνω στην ταράτσα, μιας χρονολογίας βαθιά εντός του φαντασιακού μέλλοντός μου, έβλεπα ό,τι βλέπω κάθε Πρωτοχρονιά από την ταράτσα συν κάτι ντρόουν να σχηματίζουν ευχές, κουκουβάγιες και τη φάτσα του μακαρίτη του Νιόνιου στον ουρανό. Αυτό είναι το μέλλον που ονειρευόταν η μισοηλίθια γενιά μου: μια από τα ίδια αλλά με ντρόουνς και φτώχεια και πόλεμο.

Την Πρωτοχρονιά του 2026 σκέφτομαι τον Γκράμσι που μισούσε τις πρωτοχρονιές γιατί ο μαρξισμός-λενινισμός θα μας έβγαζε από τις αφελείς ελπίδες και τις μάταιες προσδοκίες τους.
Εγώ πάλι λέω ότι
Οι πρωτοχρονιές πλέον μας υπενθυμίζουν πόσα χάνουμε και πρέπει να ανακτήσουμε, πόσο πιο μακριά έχουμε να πάμε.
Οι πρωτοχρονιές πλέον καταστρατηγούν τους χιλιασμούς κάτι μαγικών χρονολογιών και ενός ασυνάρτητου μέλλοντος με ατέρμονη ανάπτυξη ενώ μας υπενθυμίζουν ότι περνούν τα χρόνια κι ότι έρχεται εκείνη η εποχή που θα πρέπει να ξεκινήσουμε να χτίζουμε ξανά.
Οι πρωτοχρονιές μάς αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι με όλους κι ότι δεν ανήκουμε τελικά σε καμιά κοινότητα στην οποία δεν θέλουμε να ανήκουμε (και να βάλει ο καθένας πατριωτισμούς κι εθνικές ενότητες, που τις θυμάται όταν πέφτει η κερδοφορία του, εκεί που ξέρει σαν μια ωραία σφήνα, μήπως και χαρεί μονάχος του).

Παραμένουμε σε εγρήγορση, δυσαρεστημένοι, δεόντως καυλωμένοι και πρόθυμοι για κλωτσίδι και δουλειά.

ή έστω

Παραμένουμε σε εγρήγορση, δυσαρεστημέν@, δεόντως καυλωμέν@ και πρόθυμ@ για κλωτσίδι και δουλειά.