μήγαρις

Hier stehe ich

Ξεκινάμε με τα βασικά: το 2026 ζούμε αυτά που το 1981 μάς έλεγαν ότι θα μας κάνει η Σοβιετική Ένωση αν την αφήσουμε να επικρατήσει: σκυθρωπές ζωές βουτηγμένες μέσα σε ένα δημόσιο χώρο που διαμορφώνει η προπαγάνδα των δισεκατομμυριούχων και των κρατών που ελέγχουν. Βρισκόμαστε διαρκώς επί ποδός πολέμου απέναντι σε αόριστους και ενίοτε απρόβλεπτους εχθρούς (γεια σου βρε Όργουελ με τα ωραία σου), ενώ η λογοκρισία διατρέχει τον δημόσιο λόγο με όρους ΚαΓκεΜπέ, δηλαδή αποσκοπώντας στο να περιστείλει και να ανασκευάσει τα κηρύγματα ψευδοπροφητών όπως το πανίσχυρο λόμπι των τρανς ατόμων, οι κραταιοί επικριτές της αποικιοκρατίας και της πατριαρχίας, που μετριούνται στα δάχτυλα κτλ.

Στην ιδιωτική σφαίρα, με την πάντοτε πρόθυμη αρωγή της μονοθεϊστικής σκυθρωπότητας και του φοβικού ασκητισμού της, που δόγματα δεν κοιτά (μη βαυκαλίζεστε), ο ετεροκαθορισμός των ζωών και των σωμάτων μας απλώς έχει αλλάξει διαχειριστές. Τα υπόλοιπα τα λέω εδώ.

Το καίριο κι αναγκαίο αίτημα να αντιμετωπιζόμαστε όλες μας κι όλοι μας με σεβασμό έχει πλέον επαναδιατυπωθεί ως απαίτηση να μην ενοχληθεί κανένας, να μην προσβληθεί κανένας. Παράλληλα η ανάγκη να λειτουργούμε σαν κοινότητες που συλλογικά θα στηρίζουμε τη χαρά και την ανάπτυξη της καθεμιάς και του καθενός μας χωριστά εκφυλίστηκε στην εκνηπίωση των πάντων: είμαστε πια όλα θύματα και ευάλωτα κι ό,τι μας ενοχλεί ή μας δυσκολεύει είναι τραυματικό και, ω ναι, assault κι aggression.

Η κριτική και οι λεπτές διακρίσεις υποκαθίστανται από καλέσματα για μαζικά ντου, συνήθως μετά από αυτοσχέδιες δίκες προθέσεων. Λυπάμαι, αλλά είμαι υπέρ των λεπτών διακρίσεων ακριβώς επειδή είμαι κατά της βαρβαρότητας και της καφρίλας που περνιούνται για μαχητικότητα ή και για ακτιβισμός.

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω τι προκύπτει; Αυτό που μου έλεγε η Ζ τις προάλλες: ζωές σαν σειρές του Νέτφλιξ, όπου κάθε πρόβλημα είναι ατομικό και ταυτοτικό και ενδεχομένως ζήτημα νευροτυπικότητας, πάντως πρόβλημα καθαρό κι αποστειρωμένο από κάθε τι συλλογικό, πολιτικό, ακατάστατο και, τελικά, αμφίθυμο ή αμφίσημο.

Ή κάπως πιο παραστατικά, αυτό που μου περιέγραψε μια φίλη πριν λίγο:

Μια προ-νεωτερική εποχή όπου πιστεύουμε τα θύματα και συσπειρωνόμαστε κατά του κανιβαλισμού βρεφών ― και απεταξάμην την αθεΐα. Θα είναι κάποιου είδους Μεσαίωνας αλλά με κοσμικά κράτη και κινητά τηλέφωνα.

Что дѣлать?

Εδώ ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Κάθε μα κάθε προσπάθεια ή κίνημα για απελευθέρωση και δικαιοσύνη έχει στηριχτεί στην πειθώ ― και δικαίως. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να γίνει κατανοητό ότι η πειθώ έχει όρια και τα όριά της βρίσκονται στην πρώτη γραμμή άμυνας του προνομίου και στη δεύτερη γραμμή άμυνας του φασισμού.

Το γεγονός ότι κανένας κάτοχος προνομίων δεν επιθυμεί να τα αποποιηθεί έστω και μερικώς είναι η προφανής και χιλιοπαιγμένη εξήγηση του γιατί η σοσιαλδημοκρατία είναι ματαιοπονία. Το γεγονός ότι ο φασισμός μπορεί να προσβληθεί από την πειθώ αποκλειστικά και μόνο στα πρώιμα στάδιά του αποτελεί τον λόγο γιατί μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν η θεραπεία του φασισμού είναι το μπερτάχι.

Ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς με το ξύλο, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε ότι δεν θα τους ενώσουμε ποτέ όλους, ότι το αίτημα για ενότητα πολλές φορές αποτελεί το βέλος του Πάρι στη φτέρνα της προόδου. Σκεφτείτε κάτι ας πούμε ανώδυνο: σκεφτείτε η ερωτική ελευθερία ή τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ να ήταν κατάκτηση (…) που θα προέκυπτε μετά από πλατιά συναίνεση και μέσω της εξασφάλισης ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Αστειότητες.

Συνεχίζοντας, αρκετά με τον πατερναλισμό ανθρώπων σαν εμένα που παραπονιούνται ότι οι παρίες και όσοι δεν μιλάνε δεν ξέρουνε τι θέλουν, αρκέτα με όσους σπεύδουμε να μιλήσουμε εξ ονόματός τους. Έχουμε γεμίσει θεολόγους, και το λέω με την εντονότερη δυνατή απαξίωση που έχω για τους μαοϊκούς του Ενός Αόρατου Θεού τους. Μόνο που οι θεολόγοι σαν την πάρτη μου, ελαφρώς ευαίσθητοι και κάπως μορφωμένοι άντρες, δεν ευαγγελίζονται τις ανεδαφικές κι αστήρικτες αφαιρέσεις τους εις το όνομα του Ενός, αλλά σφετεριζόμενοι το όνομα των πολλών, ενώ δεν ευαγγελίζονται τη Βασιλεία του Φανταστικού Φίλου τους παρά κάποιου είδους Επανάσταση ― και τονίζω το «κάποιου είδους» ― που εξίσου μαγικά κι ίσως εντελώς αναίμακτα θα αποκαταστήσει τους πολλούς.

Ακόμα πιο πρακτικά, καθώς κυκλοφορούμε μέσα στο μεγαλοπρεπές κουφάρι της Ευρώπης σαν κάπως μουδιασμένα κι οπωσδήποτε αμήχανα μυγαράκια, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα προς το παρελθόν μας κι όχι προς τη μυθοποίησή του και ταυτόχρονα να στρέψουμε το βλέμμα προς τα έξω: όχι προς τις ασυνάρτητες και φοβισμένες ΗΠΑ, όχι προς την αγέλαστη κι αυταρχική Κίνα, ούτε προς την καπιταλιστική ρωσική Οικουμένη του κάθε θεού και πατερούλη, παρά προς αυτό που με αυταρέσκεια μάθαμε να αποκαλούμε Τρίτο Κόσμο. Έχουμε να συζητήσουμε πολλά με τον Τρίτο Κόσμο κι έχουμε να μάθουμε περισσότερα από αυτόν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε: άλλωστε πια δεν έχουμε την πολυτέλεια της ντετερμινιστικής απαισιοδοξίας.

Σχολιάστε