
Ο Ράσελ στο παραπάνω απόσπασμα από την Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας τσαντίζει ανελέητα πολλούς απολογητές ή και θιασώτες του δύσοσμου σκοτεινού βούρκου που ήταν η Ευρώπη (ναι, και η καθ’ ημάς) μεταξύ 500 και 900-κάτι.
Καθώς λοιπόν στεκόμαστε λίγο πριν τους νέους Σκοτεινούς Αιώνες, έχουμε και πάλι ανησυχούντα άτομα με διανοητική δεινότητα τα οποία κηρύσσουν βεβαίως τα κλέη και τις αρετές της παρθενίας ― ή έστω της κοντινότερης πουριτανικής προσέγγισής της.
Αυτ@ @ έσχατ@ σοφ@ των ψυχαναγκαστικώς έσχατων καιρών μας πασχίζουν παράλληλα να μας διασκοτίσουν σχετικά με τις ταυτοτικές αρετές του Μεγάλου Πολιτισμού μας απέναντι σε κατά φαντασίαν βαρβάρους: ενός Πολιτισμού που μεριμνά για τα αγέννητα παιδιά αλλά κολάζει νεογνά, βρέφη και νήπια, που αφήνει στρατούς και δισεκατομμυριούχους να σπαταλούν πόρους και να ρυπαίνουν καθώς προσηλυτίζει τους λαούς να περιορίσουν τα πλαστικά, το σιδέρωμα και την προσωπική υγιεινή.
Σε αυτόν τον κόσμο τον δικό μας δυστυχώς ο μιλιταρισμός είναι πιο μιλιταριστικός από τον μιλιταριστικότερο μιλιταρισμό κάθε βραδύνου άξεστου ηγεμόνα του 6ου μ.Χ. αιώνα ― αν και δεν έχουμε έλλειψη ούτε από βραδύνοες άξεστους ηγεμόνες ούτε από λαλίστατους αυλικούς τους. Παράλληλα παροτρυνόμαστε να απολαύσουμε δυστοπικά αισθητικά οράματα που θα μας κάνουν λέει να αισθανθούμε καλύτερα που αποσκατώνουμε με μπρίο, σιγουριά και ταχύτητα τον έναν κόσμο που έχουμε.
Δεν μας σώζεται πώς αντιστέκονταν όσες κι όσοι αντιστέκονταν κατά τα 400-500 χρόνια αποκαρωτικής αμάθειας, αχαλίνωτης δεσποτείας, συγκλονιστικής ασχήμιας και πανταχού βρωμιάς που αποκαλούμε Σκοτεινούς Αιώνες. Δεν ξέρουμε πώς την έβγαζαν αυτοί οι άνθρωποι. Η λόγια νομενκλατούρα των ηγεμόνων και των μοναστηριών φρόντισε να τους ρίξει ένα κανονικότατο και φουλ αποτελεσματικό κάνσελ.
Στο πολύ πιο πρόσφατο παρελθόν μας ξέρουμε πάντως ότι ο κόσμος τα έβγαζε πέρα μέσα από την κουλτούρα του κλάμπινγκ. Μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του 2010 το πάρτυ και το κλαμπ (όπως και να ονομαζόταν) υπήρξε για τους νέους ανθρώπους το μόνο διάλειμμα στον ψυχροπολεμικό τρόμο, στην αποτυχία και μετά στη σταδιακή διάλυση κάθε πρόνοιας εκ μέρους του κράτους αλλά και στον απαρασάλευτο δεσποτικό πατερναλισμό του, στον ήπιο αλλά βαθύ τρόμο της οργανωμένης θρησκείας, στα σκυθρωπά ήθη της εκάστοτε μεσαίας τάξης και της ενίοτε μέσης ηλικίας.
Αντίθετα με τη συμβιβαστική συμφιλίωση που επαγγελλόταν η ταβέρνα και το καφενείο, ή και η παμπ κι η μπυραρία των Βορείων, τα κλαμπ (είπαμε, όπως και να ονομαζόταν), κάποιοι συναυλιακοί χώροι και τα πάρτυ, με αποκορύφωμα τα ρέιβ, υπήρξαν γεγονότα και τόποι ελευθερίας και αυτοέκφρασης άρα και μαγνήτες του ηθικού πανικού της εκάστοτε μεσαίας τάξης και της ενίοτε μέσης ηλικίας, όπως του κάθε ύστερου Γιάννη Δαλιανίδη στα καθ’ ημάς:
Στα κλαμπ και στα πάρτυ ανθούσαν το έγκλημα κι η διαφθορά, καταναλωνόταν αλκοόλ, έπεφταν ξεπαρθενιάσματα εκτός γάμου ή μπουρδέλου, διαδιδόταν ο αναρχισμός ή κάτι τέτοιο, προέκυπταν ή οργανώνονταν όργια, κυκλοφορούσαν ναρκωτικά ― κι όλα εννοείται υπό τους ήχους άξεστης και χοντροκομμένης μουσικής.
Όντως, η ταβέρνα, το καφενείο, η παμπ κι η μπυραρία ήταν κι είναι και για νοικοκυρεμένους νέους που προορίζονται και προθυμοποιούνται να ενταχθούν στην τάξη του κόσμου και που αποδέχονται τη θεία οικονομία του καπιταλισμού. Τα κλαμπ, κάποιοι συναυλιακοί χώροι και τα πάρτυ λειτουργούν ακριβώς λοξά κι αλλόρροπα ή και ανισόρροπα: διακήρυσσαν το βροντερό non serviam τους τόσο όσο χρειαζόταν για να πανικοβληθεί η εκάστοτε μεσαία τάξη και η ενίοτε μέση ηλικία.
Από αυτή την άποψη, το λυκόφως του κλάμπινγκ και της κουλτούρας των κλαμπ είναι το πρώτο σημείο ενός ακόμα βαρβαρικού κόσμου που μας έρχεται.