Το φετίχ του βιβλίου

Εικονογράφηση: Apollonia Saintclair

Από μικρό παιδί ακούω για το βιβλίο. Το βιβλίο είναι φίλος, ο καλύτερος φίλος. Το βιβλίο είναι το καλύτερο δώρο. Χαρίστε βιβλία. Τα βιβλία ανοίγουν ορίζοντες.

Και φυσικά, επειδή για την επαρχιώτικη Ελλάδα μιλάμε, όλη αυτή η κουβέντα οργανωνόταν γύρω από το πόσο λίγο διαβάζει ο Έλληνας, αφού δεν είμαστε λαός, και από το πόσο μπροστά βρίσκονται οι προοδευμένοι λαοί επειδή διαβάζουνε παντού: στις συγκοινωνίες, στα πάρκα, στον καμπινέ, στην παραλία ― παντού.

Κατά κάποιον τρόπο αυτά τα τροπάρια συνεχίζουν. Άλλωστε στην Ελλάδα είμαστε πολύ φιλακόλουθοι εξ αποστάσεως και συνεπώς αγαπούμε κηρύγματα, εξάψαλμους, λιτανείες και ατελείωτα τροπάρια, ιδίως κάτι κασσιανά που κλαίνε τις αμαρτίες μας.

Την προηγούμενη δεκαετία τα τροπάρια αυτά συνοδευόντουσαν από ισοκρατήματα περί του επικείμενου θανάτου του έντυπου βιβλίου στα χέρια των κιντλ και των λοιπών συσκευών ανάγνωσης, αλλά μάλλον τα ηλεκτρονικά βιβλία δεν σκότωσαν τελικά τα έντυπα, όπως το ίντερνετ δεν σκότωσε την τηλεόραση (τη μετασχημάτισε), η τηλεόραση δεν σκότωσε το ράδιο (το επανοριοθέτησε), το ραδιόφωνο δεν σκότωσε τις εφημερίδες (τις ξανανοηματοδότησε) κτλ.

Εξακολουθούμε λοιπόν να επαναλαμβάνουμε πόσο σημαντικό είναι να διαβάζουμε βιβλία. Βιβλία. Σκέτο. Έτσι, γενικά κι αόριστα. Αυτή η πεποίθηση ότι η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί αυτοσκοπό μάλλον είναι απότοκο αφελούς λογιοτατισμού ή αδαούς ευρωκεντρισμού. Ας πιάσουμε λοιπόν με τη σειρά τις πλάνες των βιβλιοφετιχιστών.

Πρώτον, δεν είναι κάθε βιβλίο καλό. No shit, Sherlock. Όποιος λ.χ. έχει υπόψη του έναν Λιακόπουλο κι έναν Άδωνι Γεωργιάδη μάλλον ξέρει ακριβώς για τι πράγμα μιλάμε. Να το θέσω κι αλλιώς: αν κάποιος θέλει να μου κάνει δώρο κάποιο έντυπο σκουπίδι δεμένο σε βιβλίο, προτιμώ να μου φέρει ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι, που θα με καλλιεργήσει περισσότερο.

Δεύτερον, όποιος έχει προσέξει τι βιβλία διαβάζουν «οι ξένοι», θα παρατηρήσει ότι διαβάζουν κυρίως από ελαφρά αναγνώσματα για να περνάει η ώρα μέχρι απίστευτες αηδίες που κάνουν τα βιβλία των εγχώριων τηλεπωλητών να μοιάζουν έως και αξιοπρεπή. Αυτό είναι αναμενόμενο τελικά, δεν ενδιαφέρονται όλοι να πάρουν τον Καντ στην παραλία μαζί τους, τον Ντοστογιέφσκι στο κρεβάτι, το Εγωιστικό Γονίδιο στην τουαλέτα. Άσε που τα βαριά βιβλία τραυματίζουν αν σε πάρει ο ύπνος και πέσουν στα μούτρα σου.

Μια στάση εδώ: η πλάνη ότι όταν λέμε «βιβλίο» εννοούμε είτε κλασικό μυθιστόρημα είτε βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης (τι διάολο, ούτε καν οι βιβλιοφετιχιστές δεν έχουν απαίτηση να διαβάζουμε ποίηση) ίσως τελικά να προέρχεται από συναντήσεις με τους παλιννοστούντες πολιτικούς πρόσφυγες του 1982, που μας ήρθαν από τους σοσιαλιστικούς παραδείσους.

Πράγματι, πίσω από το λεγόμενο Παραπέτασμα η υψηλή τέχνη συστηματικά προμοτάρονταν εις τόπον ποπ κουλτούρας, η οποία εκεί μύριζε ποδαρίλα και νάυλον πουκάμισα όταν δεν απουσίαζε τελείως. Θυμάμαι εικοσάχρονους Βορειομακεδόνες, Τσέχους, Ούγγρους, Ρουμάνους, Πολωνούς κ.ο.κ. να έχουν διάβασει περισσότερο μυθιστόρημα από όσο θα διαβάσω εγώ μέχρι τα 87 μου. Αντίστοιχα, οι δισκογραφικές εταιρείες των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ έβγαζαν πολλές, καλές και φτηνές ηχογραφήσεις μεγάλης και όμορφης μουσικής, ως ανάχωμα στην από Δυσμάς πλημμυρίδα της Μαντόνας, των Στόουνς, της ντίσκο… Η λογική ήταν απροσμάχητη (ή μάλλον, απάλευτη): αν μπορείς να ακούς Μπετόβεν, Ενέσκου και Λιστ, σιγά μην ασχοληθείς με τις απλοϊκές αρμονίες της ποπ. Διαψεύστηκαν ωστόσο οι εργολάβοι των αναχωμάτων υψηλής κουλτούρας: ο κόσμος ήθελε ενίοτε και κάτι ελαφρύ, κάτι που δεν θα είναι μόνο μουσική αλλά κι ένας μικρός προσωπικός χώρος χαράς κι ονειροπόλησης.

Τρίτον λοιπόν, ισχύει αυτό που λέει η Αθηνά Καρτάλου για τον κινηματογράφο: όπως το σινεμά δεν είναι τέχνη αλλά μέσο, μέσο με το οποίο μπορείς να κάνεις και τέχνη και άλλα πολλά, το βιβλίο δεν είναι τέχνη, είναι μέσο. Το ίδιο το βιβλίο δεν είναι αγαθό· απεναντίας, το καλό βιβλίο (όπως το εννοεί ο καθένας) είναι αγαθό. Στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς θησαυρούς στο ίντερνετ παρά έντυπο τζανκ με δεμένη ράχη.

Γενικότερα, το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ούτε η έλλειψη βιβλίων (Θεός φυλάξοι: Έλληνες είμαστε!) ούτε τελικά το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Σχετικά με το δεύτερο, όταν με τα πολυσέλιδα πασατέμπα των Λιβάνη, Ψυχογιού και Καστανιώτη εξερράγη η κυκλοφορία βιβλίων στις αρχές του αιώνα, διευρύνθηκε μεν το αναγνωστικό κοινό αλλά βεβαίως δεν ανεβήκαμε σκάλα, δεν πλησιάσαμε το ιδεώδες του πάρα πολύ καλλιεργημένου λαού. Θα αναρωτιόμουν τέλος πάντων ποιος θα μπορούσε να θεωρείται «καλλιεργημένος λαός» από αρτηριοσκληρωτικούς λογιότατους ή από αταξίδευτους ευρωκεμαλιστές.

Εναντίον της αποκλειστικής διάζευξης

«I’m a bisexual man who’s never had a homosexual experience.»

Brett Anderson 1992

Ως γνήσιο μέλος της Generation X, απολιτίκος τότε μεν αλλά αρκούντως φτωχός ώστε να μην μπορώ να ζήσω τ’ όνειρο, μεγάλωσα στον βροντώδη απόηχο ποζεράδικων δηλώσεων όπως η παραπάνω. Ανήκω σε μια γενιά της οποίας οι υποψίες και τα ψυχανεμίσματα θα γίνονταν ο τρόπος ζωής της επόμενης: η προγραμματική αμφισεξουαλικότητα ήταν μία από αυτές.

Από τη μια είχαμε την επαναστατική μαχητικότητα της εξεγερτικής ομοφυλοφιλίας, που τότε σήκωνε κεφάλι και διαλαλούσε ότι «έτσι κι αλλιώς όλη η γη θα γίνει κόκκινη», ή μάλλον ότι θα γινόταν κανονικοποιημένα γκέι. Είχα κάμποσους γνωστούς να μπερδεύουν το κουίρ με τη γκεϊοσύνη τους, την ανδρογυνία με την ομόφυλη επιθυμία, τη βούρτσα με την πούτσα και να διακηρύσσουν ότι όλοι οι άντρες θέλουμε να τον πάρουμε, κάτι που αυτομάτως, αυτοδικαίως και ουσιοκρατικώς θα μας καθιστούσε γκέι. Παράλληλα, ως ανασφαλείς κι ολιγόπιστοι επαναστάτες που ήταν, μας παρακινούσαν όλους τους σερνικούς να το πάμε all the way, να πάμε να γαμηθούμε αυθωρεί και παραχρήμα ώστε να πυκνώσουμε τις τάξεις των ηρωικών τύπων που έκαναν coming out (για το οποίο ελληνιστί δεν έχουμε όρους ακόμη, αντίθετα με τα αμφίψωμα και τους τροφοδιανομείς).

Από την άλλη είχαμε στο κεφάλι μας τη στυγνή ετεροκανονικότητα, προϊόν του διάχυτου τιμωρητικού τρόμου των μεγαλυτέρων και των ομοίων μας ότι μπορεί να λέγαμε κανα «καλέ» παραπάνω ή να πηγαίναμε για χορό στο DOM στην Ικαριέων, ότι μπορεί να προσχωρούσαμε στις αδερφές που βεβαίως κυβερνούσαν τον κόσμο — ξέρετε, με τον τρόπο που οι Εβραίοι κατέστρεφαν τη Γερμανία εκεί τον Νοέμβρη του 1938. Μιλάμε για την ίδια ετεροκανονικότητα που έστειλε στον θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες τον Ζακ Κωστόπουλο / Ζάκι Ο, και άλλους πολλούς με πιο αργές και ακόμα πιο βασανιστικές διαδικασίες.

Στο μεταξύ, οι «γκέι ακτιβιστές» τότε δεν ενδιαφέρονταν ούτε για τους φτωχόπουστες, ούτε για τις ίου λεσβίες, παρά για ορατότητα (βιζιμπίλιτυ καλέ) στα λαμπρά κι ιδιωτικά κανάλια, άλλωστε δεν τους ενδιέφεραν τα πολιτικά και άλλα τέτοια βαρετά.

Ναι: ιδού ο μπανάλ και χυδαίος κόσμος της δεκαετίας του ’90, μεταξύ του 1979 της Θάτσερ και του 2008 των Λίμαν Μπράδερς, όταν ήταν μπανάλ να είσαι φτωχός, όταν όλοι θα μπορούσαμε να γίνουμε και καλά ζάπλουτοι αν δουλευαμε κι όταν όλα τα προβλήματα του κοσμάκη θα τα έλυνε ο πεφωτισμένος και ψύχραιμος ακτιβισμός της κάθε φιλανθρωπίας.

Τέλος πάντων, πέθαναν αυτά. Όπως γελάμε με την αυταρέσκεια των μπούμερ σήμερα θα γελάμε σε 50 χρόνια με την εκ του ασφαλούς μετριοπάθειά μας αλλά και με τις νεοπουριτανικές απόπειρες των γενεών μετά από τη δική μου να επιβάλουν λογοκρισίες, γενεών που έμαθαν την επιθυμία, την ψυχική ασθένεια και την ανισότητα μέσα από το τάμπλερ. Δυστυχώς θα είμαι χούφταλο τότε, αν όχι κιόλας νεκρός.

Επιστρέφοντας λοιπόν στην επιθυμία, μου ήταν αυτονόητο ότι «από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Βεβαίως αυτή η αυτονόητη θέση δεν ήταν κάτι που μπορούσες να συζητήσεις ποτέ ανοιχτά, αφού εκ μέρους ενός cis αρσενικού ήταν καταγέλαστη για κάθε λογής μονοσεξουαλικούς.

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Κάτι τόσο ευτελώς προφανές όσο η επιθυμία για σώματα και των δύο ή παραπάνω φύλων είτε ψυχολογικοποιούνταν ως αυτοτιμωρητική καταπίεση και υποκρισία είτε ευτελιζόταν ως πρόφαση να ενδυθεί μια κάποια αξιοπρέπεια η ανευθυνότητα, ασυδοσία και λιμπιντινική ασυναρτησία όσων αντρών δήλωναν αμφισεξουαλικοί: τα πράγματα ήταν απλά, ή ήθελες να τον δίνεις πάντοτε ή ήθελες να τον παίρνεις πού και πού — τα υπόλοιπα ήταν πίπες (με την κακή έννοια).

Ούτε που φαντάζομαι πώς πρέπει να ήταν η φάση με γυναίκες που τόλμαγαν να δηλώνουν αμφισεξουαλικές: σίγουρα ήταν κι αυτές ή κοτούλες που δεν άντεχαν να προσχωρήσουν στον πούρο λεσβιανισμό, είτε απλώς καριολίτσες και πουτανάκια που τα θέλουν όλα. Διότι ακόμα και για τη γενιά που άνθισε τη δεκαετία του ’90 μόνον όσοι είναι σερνικοί δικαιούνταν να τα θέλουν όλα (και να τα θέλουν αμέσως).

Αυτά σήμερα λέγονται bi erasure (άραγε υπάρχει όρος ελληνικός; ποιος ξέρει). Τότε λεγόταν κοινή λογική: αυτονόητη υπεράσπιση της γκεϊοσύνης και της στρέιτ καθαρότητας. Διότι αλίμονο αν αδερφές και παλληκάρια γίνουμε μαλλιά κουβάρια: ούτε τα παλληκάρια αλλά ούτε κι οι αδερφές δεν θα το ήθελαν αυτό, πολλώ μάλλον ο Θεός ο ίδιος.

Βεβαίως, τα πράγματα το 2020 είναι πια ξεκάθαρα και σαφή: «είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Κι όποιος ή όποια ακόμα αναρωτιέται πού βρίσκεται στο φάσμα της αμφισεξουαλικότητας ή της πολυγαμικότητας μπορεί να κάνει κάποιο τεστ ονλάιν. Ακόμα καλύτερα, μπορεί να στρέψει το βλέμμα προς τα πίσω και να αντικρύσει με ψυχραιμία τη ζωή του και τις επιθυμίες του.

Πλαίσια και κορνίζες

The smart way to keep people passive and obedient is to strictly limit the spectrum of acceptable opinion, but allow very lively debate within that spectrum – even encourage the more critical and dissident views. That gives people the sense that there’s free thinking going on, while all the time the presuppositions of the system are being reinforced by the limits put on the range of the debate.

Noam Chomsky «The Common Good» σ. 43

Ίσως δεν έχει νόημα να πασχίζει κανείς να συνεχίζει τον διάλογο όταν το πλαίσιό του είναι δεδομένο και περιορισμένο εξαρχής. Το πλαίσιο αυτό το ορίζει εκείνος που ξεκινάει τη συζήτηση, ιδίως όταν βρίσκεται ιεραρχικά σε θέση εξουσίας. Πολλές φορές μάλιστα ο συνομιλητής που ξεκινάει τη συζήτηση μπορεί να επιμένει στανικώς να κάνεις διάλογο, να «απαντήσεις» στη θέση του, βάζοντάς σε να παίξεις το δικό του παιχνίδι.

Παράδειγμα. Ας πούμε ότι 9 (εννέα) άτομα βάζουμε να δούμε το Αμαντέους του Μίλος Φόρμαν. Μετά την ταινία ακολουθεί συζήτηση, μεταξύ μπάφου και τζιν, πίτσας και ωμών καρότων, τσιψ και σουλτανίνας ― αναλόγως.

Βγαίνει ο ένας, ας τον πούμε Βασίλη, και λέει: «Ναι αλλά ο Φόρμαν παραγνωρίζει το κουίρ στοιχείο της σχέσης Μότσαρτ-Σαλιέρι.» Πετάγεται η (ας την πούμε Σταυρούλα) και επισημαίνει ότι κάποιο τέτοιο στοιχείο δεν προκύπτει από την ταινία· ο Βασίλης απαντάει πως αυτό ακριβώς είπε: ότι η ταινία κάνει αβαβά πόσο απεγνωσμένα ποθούσε ο Σαλιέρι τον Μότσαρτ, ότι για την «ναι, να, για την κουιριά δεν λέει τίποτα». Ήδη η συζήτηση είναι εγκιβωτισμένη στην αρχική πρόταση, ας την ονομάσουμε «η κουίρ διάσταση του Αμαντέους».

Φανταστείτε τώρα ότι προσπαθώντας να αναπλαισιώσει την κουβέντα πετάγεται και η Χριστίνα και λέει ότι το Αμαντέους είναι μυθοπλασία, ότι η αντιπαλότητα (ερωτικού χαρακτήρα ή μη) μεταξύ Μότσαρτ και Σαλιέρι είναι εύρημα του Πίτερ Σάφερ κι ότι στην πραγματικότητα ο Σαλιέρι ήταν φίλος και υποστηρικτής του Μότσαρτ: έχουμε μάλιστα και σχετικές πηγές, όπως μια επιστολή του Μότσαρτ.

Προσέξτε τώρα πώς α) έχει ενταχθεί στις παραμέτρους της συζήτησης η κουίρ επιθυμία, μάλιστα προϋποτίθεται αν δεν δεσπόζει, και β) η παρέμβαση αυτή ανοίγει μια καινούργια διάσταση στην κουβέντα (μυθοπλασία εναντίον πραγματικότητας) χωρίς να διευθετεί ποσώς τα περί κουίρ διάστασης.

Κατά κάποιον τρόπο, η απόπειρα της Χριστίνας να φέρει τη συζήτηση «πίσω» σε μια πιο θεμελιώδη διάκριση, αυτή μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, απλώς επιτείνει τη σύγχυση, δημιουργώντας ακόμα μία διάσταση κατά μήκος της οποίας μπορεί να σκορπίσει η συζήτηση. Αντί να ανοίξει η κουβέντα απλώς τανύεται και ξεχειλώνει κατά μήκος δύο διαστάσεων τώρα.

Στο τέλος οι υπόλοιποι πέντε, που απλώς παρακολουθούσαμε τη συζήτηση Βασίλη, Σταυρούλας και Χριστίνας, θα συμφωνήσουμε με τον Βαγγέλη, ο οποίος αναπόφευκτα θα αποφανθεί ότι «όλα παίζουν», ότι «κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος» κι ότι ενδεχομένως ο Σαλιέρι να δηλητηρίασε σιγά σιγά τον Μότσαρτ γιατί όντως είχε καύλες, μουσικές και πιο χειροπιαστές, για τον Αυστριακό πιτσιρικά που δεν του καθόταν. Ποιος μπορεί να ξέρει; Πάνε και δυόμιση αιώνες. Μπορεί και να του έκατσε τελικά του Ιταλού μπάρμπα και μετά να τον γκόσταρε. Ποιος ξέρει. Ποτέ δεν θα μάθουμε. Όλα παίζουν, φίλε μο.

Έτσι γίνονται πολτός οι συζητήσεις που γίνονται εκτός αυστηρά καθορισμένων παραμέτρων (π.χ. «επιστημονικών»), όπως οι πολιτικές συζητήσεις στα σοσιαλμήντια. Ακριβώς επειδή γίνονται εν θερμώ και επειδή κάθε καινούργιο σχόλιο δυνητικά προσθέτει ακόμα μία διάσταση κατά μήκος της οποίας μπορεί να σκεδαστεί η κουβέντα, μετά από ένα σημείο απλώς γίνεται κακός χαμός. Φυσικά αυτό συμβαίνει εδώ και αιώνες ήδη στις δημόσιες συζητήσεις: ξεκινάς να μιλάς για τη συγκομιδή της πατάτας και στάνταρ θα υπάρξει ερώτηση π.χ. για την υπεροχή της βότκας από σιτάρι.

Και τι να κάνουμε;

Πολλές φορές ο καλύτερος τρόπος να κρατήσεις τη συζήτηση ανοιχτή είναι να μην απαντήσεις καθόλου σε όποιον πάει να την ξεχειλώσει προς την κατεύθυνση που θέλει εκείνος. Αν θέλω να καλύψω τα πάντα (ή σχεδόν τα πάντα) για τη συγκομιδή της πατάτας, δεν θα καταπιαστώ με το ποια βότκα είναι ανώτερη. Αν θέλω να συζητήσω το Αμαντέους δεν θα ασχοληθώ με το αν η Αυστριακή αυτοκρατορία καταπίεζε τους Ιταλούς υπηκόους της ή αν ο Σαλιέρι ενδεχομένως ήθελε να κουτουπώσει τον Μότσαρτ.

Θα συνεχίσεις λοιπόν να μιλάς για τη συγκομιδή της πατάτας. Αν η βοή που οι βοτκάκηδες δημιούργησαν δεν σου το επιτρέπει, θα σιωπήσεις και θα ασχοληθείς με το τζιν, τον μπάφο, την πεπερόνι, τα καροτάκια ― ή ό,τι άλλο. Ιδίως εάν εκείνος που ξεχειλώνει τη συζήτηση δεν είναι ο Βασίλης αλλά η εξουσία.

Αντίχριστος

Βαγγέλης Παπαθανασίου intensifies

Ο Αντίχριστος εμφανίστηκε στον κόσμο στις 6/6/1976, όταν βγήκε η Προφητεία στις αίθουσες. Η σχετική τριλογία ολοκληρώθηκε το 1981. Μετά ανέλαβαν οι Iron Maiden και κάποιοι Αμερικανοί Ευαγγελικοί. Εντωμεταξύ στην Ελλάδα τα πονήματα ενός μάλλον ξεχασμένου φανατικού ορθόδοξου παπά, του π. Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, αποκτούν τη δεκαετία του ’90 δημοσιότητα μεταξύ κάποιων φανατικότερων από το συνηθισμένο ορθόδοξων πιστών, που περίμεναν την έλευση του Αντιχρίστου επ’ ευκαιρία της «ενωμένης Ευρώπης» του Μάαστριχτ το 1992. Με αφορμή το ορόσημο του 1992 είχε γίνει χριστιανικό μπεστ σέλερ το βιβλίο «Πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας;» κάποιου άγνωστου τότε παπά με το όνομα Νεκτάριος Μουλατσιώτης.

Ποιος όμως είναι ο Αντίχριστος; Μέχρι την κινηματογραφική αναβίωση του 1976 ήταν βεβαίως ο Πάπας της Ρώμης, αν ήσουν φανατικός προτεστάντης. Αν πάλι δεν ήσουν φανατικός προτεστάντης της εσχατολογικότερης σχολής, ποσώς σε ενδιέφερε ο Αντίχριστος. Παλιότερα, για Αντίχριστος πλασαρίστηκε ο Ναπολέων (από τους Εγγλέζους), ο Χίτλερ ή, κατά την χριστιανοφασιστική προπαγάνδα του Φράνκο, ο Στάλιν. Ο αρχικός κι αυθεντικός αντίχριστος είναι βεβαίως ο Νέρωνας. Άλλωστε το άθροισμα των γραμμάτων της λέξης λατείνος δίνει το μοιραίο 666. Που, βεβαίως, λατίνοι είναι και οι πάπες.

Από πού προέρχεται όμως η ιδέα του Αντιχρίστου; Και σε τι συνίσταται;

Η εύκολη απάντηση είναι τα κεφάλαια 13 και 17 της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Ο Αντίχριστος είναι το θηρίον που τόσο πολύ αγαπούν οι μεταλάδες. Πριν μπούμε στο ζουμί της υπόθεσης, πρέπει ωστόσο να έχουμε υπόψη μας μερικά fun facts για την Αποκάλυψη:

  • Μπορεί ο Ηλίας Πετρόπουλος να θεωρεί ότι ολόκληρη η Αποκάλυψη είναι ένα τρελό τριπ κάποιου που την έχει ακούσει δυνατά (…από την πολλή νηστεία;) αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί συρραφή από εικόνες και στοιχεία ό,τι προφητικού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης βάζει ο νους σας. Λόγου χάρη, 666 τάλαντα χρυσού ήταν το ετήσιο εισόδημα του βασιλιά Σολομώντα (Α’ Βασιλειών 10, 12).
  • Η γνησιότητα του βιβλίου αμφισβητούνταν σοβαρά από την αρχαία Εκκλησία. Ευλόγως, αφού κυκλοφορούσαν ψευδεπίγραφα και απόκρυφα ευαγγέλια, πράξεις και αποκαλύψεις δέκα στον παρά.
  • Οι πατέρες κι ερμηνευτές σνομπάρουν κανονικά την Αποκάλυψη, με εξαίρεση κάποιον Βασίλειο Αγκύρας. Δεν υπάρχουν άλλα συστηματικά υπομνήματα κι ερμηνείες του βιβλίου, αν και περιστασιακά σχόλια περί Αντιχρίστου υπάρχουν κάμποσα.

Λέει λοιπόν η Αποκάλυψη στο κεφάλαιο 13:

«Καὶ ἐστάθην ἐπὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης· καὶ εἶδον ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀναβαῖνον, ἔχον κέρατα δέκα καὶ κεφαλὰς ἑπτά, καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα διαδήματα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ ὀνόματα βλασφημίας. καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς ἄρκου, καὶ τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς στόμα λέοντος. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἐξουσίαν μεγάλην»

Παρακάτω στο ίδιο κεφάλαιο σκάει βεβαίως κι άλλο θηρίο, αλλά όχι τόσο τύπου Giger: αυτό είναι σαν αρνί αλλά μίλαγε σαν δράκοντας. Δεν είναι άλλος από τον Ψευδοπροφήτη, φερέφωνο κι ορντινάντζα του Αντιχρίστου.

Εντωμεταξύ στο κεφάλαιο 17 υπάρχει η ερμηνεία του θηρίου:

«῟Ωδε ὁ νοῦς ὁ ἔχων σοφίαν. αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ὄρη ἑπτά εἰσιν, ὅπου ἡ γυνὴ κάθηται ἐπ ̓ αὐτῶν, καὶ βασιλεῖς ἑπτά εἰσιν· οἱ πέντε ἔπεσαν, ὁ εἷς ἐστιν, ὁ ἄλλος οὔπω ἦλθε, καὶ ὅταν ἔλθῃ, ὀλίγον αὐτὸν δεῖ μεῖναι. καὶ τὸ θηρίον ὃ ἦν καὶ οὐκ ἔστι, καὶ αὐτὸς ὄγδοός ἐστι, καὶ ἐκ τῶν ἑπτά ἐστι, καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει. καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες δέκα βασιλεῖς εἰσιν, οἵτινες βασιλείαν οὔπω ἔλαβον, ἀλλ ̓ ἐξουσίαν ὡς βασιλεῖς μίαν ὥραν λαμβάνουσι μετὰ τοῦ θηρίου. οὗτοι μίαν γνώμην ἔχουσι, καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ διδόασιν.»

Πολύ απλά: το θηρίο είναι και η απολυταρχική εξουσία της Ρώμης (ὄρη ἑπτά: επτάλοφος) και κάποιος υιός της απωλείας: το αντίθετο του Χριστού, ψευτομεσσίας και οικουμενικός ηγέτης. Η δημοφιλία της ιδέας του Αντιχρίστου πατάει λοιπόν σε δύο πόδια.

Από τη μια το θηρίο ως εξουσιαστικός οργανισμός, και δη τερατώδης, αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία για τη θεολογική καταδίκη της απολυταρχικής εξουσίας (όταν δεν αρέσει στον κλήρο) και, στα νεώτερα χρόνια, του ολοκληρωτισμού (όταν δεν αρέσει στον κλήρο). Οι ιστορίες για χαράγματα στο χέρι και στο μέτωπο, για διωγμούς, για επταετή εξουσία του θηρίου, που ο Θεός θα κολοβώσει σε τριάμιση χρόνια για χάρη των πιστών Του, ακριβώς εκεί μας πάνε: η απόλυτη εξουσία και η επιτήρηση είναι δουλειά του δράκοντος, του σατανά. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει η ιδέα ότι το απολυταρχικό κράτος που συντρίβει και μαρκάρει τους ανθρώπους σαν μοσχάρια είναι ένα γκροτέσκο σατανικό θηρίο που συνοδεύεται από ένα προπαγανδιστικό Ψευδοπροφήτη. Αυτό είναι: καλά τα είπε ο μύστης της Πάτμου.

Από την άλλη το θηρίο ως πρόσωπο, ως ο υιός της απωλείας, ο Αντίχριστος, είναι ήδη από τους πρώτους αιώνες ψευτοχριστός. Τι είναι ψευτομεσσίας; Μα βεβαίως κάποιος που θα βγει να πει ότι είναι Μεσσίας (ελληνιστί: Χριστός), άρα θα είναι είτε σατανικός είτε ο Μεσσίας των Εβραίων (που ακόμα τον περιμένουν) είτε, βεβαίως, και τα δύο. Ο Αντίχριστος ως ο ψευτομεσσίας των Εβραίων που θα κυβερνήσει τον κόσμο είναι το απόλυτο και διαχρονικό σύμβολο του στυγερότερου αντισημιτισμού. Πράγματι, αν το θηρίο είναι ψεύτικος μεσσίας, τότε η ελπίδα των Εβραίων για τον Μεσσία, τον ηγέτη που θα αποκαταστήσει το κράτος του Ισραήλ (του οποίου η ίδρυση άνευ Μεσσία ενοχλεί τους χασιδιστές), δεν συνθέτει απλώς ένα μυθολογικό αίτημα πολιτικής ελπίδας αλλά και προσδοκία για τον παγκόσμιο αντι-Μεσσία: είναι αντίχριστη και σατανική.

Όπως λοιπόν υπάρχουν δύο σατανάδες, υπάρχουν και δύο αντίχριστοι. Ο πρώτος είναι προφανής, είναι ο Λεβιάθαν της εξουσίας· ο δεύτερος είναι ειδεχθής, βουτηγμένος στο αίμα των πογκρόμ.

Και η Δεξιά αγωνίζεται να αλλάξει η κοινωνία

Εύλογες απορίες

Αυτό που συμβαίνει τουλάχιστον πανευρωπαϊκά δεν είναι αποτέλεσμα βλακείας, ανικανότητας κτλ.

Με αφορμή την πανδημία ή, χειρότερα, με αφορμή το «πολιτικό Ισλάμ», οι κρατούντες και οι αντιδραστικοί προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο καταφεύγοντας και σε αυταρχικές πολιτικές και στη βία, αστυνομική ή άλλη. Αγωνίζονται να κάνουν την κοινωνία πιο κλειστή, τους ανθρώπους πιο μειλίχιους και υπάκουους, τις εξουσίες (και την οικογένεια) πιο στεγανές κι αυθαίρετες, την παραγωγή και το κέρδος κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, τον ετεροκαθορισμό νόρμα.

Βεβαίως, αν προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο προς όφελος των πολλών είσαι βολονταριστής, ουτοπιστής και αιθεροβάμων. Αν όμως προσπαθείς να τον καταντήσεις κάτι μεταξύ Children of Men, Elysium, Blade Runner 2049 και Handmaid’s Tale, τότε είσαι πραγματιστής.

Έτσι δουλεύει ανέκαθεν η Αντίδραση, και πριν τον καπιταλισμό σας: 30% συντήρηση, 70% κοινωνική αλλαγή προς τον αυταρχισμό και την εκμετάλλευση.

Μπάτσοι

Ας πούμε ότι το πρότυπο που προέβαλλε η δεκαετία του ’80 ήταν μπουζούκια και τσόντα στο βίντεο. Ας πούμε ότι το πρότυπο της δεκαετίας του ’90 ήταν, παραφράζοντας το Μαξ, που ακολουθούσε το Κλικ, «κόκα, φράγκα και παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια»: μια επαρχιώτικη εκδοχή φθίνοντος νεοϋορκέζικου γκλαμ με ολίγη από στεγαστικό δάνειο. Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε: οι μέρες περνούσαν, τον Σημίτη διαδέχτηκε ο Κώστας ο Νιντέντο, όλοι ήτανε λίγο-πολύ (νεο)ορθόδοξοι ενώ στεγαστικά για μεζονέτες δινόντουσαν ακόμη.

Τον Δεκέμβριο του 2008 φάνηκε ότι παρά τα κανάλια και το ίντερνετ και τον Τύπο που μοίραζε ντιβιντί και βιβλία, υπήρχαν πάρα πολλοί που δεν είχαν φωνή, πολλοί και μάλιστα νέοι. Έκτοτε το πρότυπο που πασχίζει να προβάλει ο παλιός κόσμος, αυτός που απαρτίζεται κυρίως από εκείνους που θίγονται να τους αποκαλούν αμερικανιστί «μπούμερ», είναι το πρότυπο του μπάτσου.

Στη Μνημονιοκρατία το έργο της αστυνόμευσης το επιτελούσαν κυρίως οι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, εξωνημένοι γραφιάδες, παρέα με κάτι άμισθους ελπιδοφόρους ημιμαθείς και λοιπούς θεράποντες του καθεστώτος. Τώρα πια, και ελέω πανδημίας, βρισκόμαστε χωμένοι σε μια κατάσταση στην οποία το έργο της αστυνόμευσης και της τιμωρίας όσων παρεκκλίνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τα πρέποντα και τα σωστά βρίσκεται στα χέρια όλων. Αντί να σκοτώσουμε τον μπάτσο που έχουμε μέσα μας, ο μπάτσος βγήκε από μέσα μας σαν άλιεν και κορυβαντιά κανιβαλίζοντας όποιον βρει μπροστά του.

Με δυο λόγια, δεν έχει απλώς στρατικοποιηθεί η αστυνομία διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Είναι και κάτι άλλο: η κοινή γνώμη αλλά και τα κινήματα, ακόμα και τα κινήματα αιχμής, έχουν αναπτύξει κι έχουν καλλιεργήσει αντανακλαστικά μπάτσου: ιδέες, συναισθήματα, γούστα, ακόμα και αυθόρμητες αντιδράσεις αστυνομεύονται. Ιδέες, συναισθήματα, γούστα, αυθόρμητες αντιδράσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τα ιδεώδη των αυτόκλητων μπάτσων, ιδεώδη που αφορμώνται είτε από αντιδραστικές και αυταρχικές αντιλήψεις, τις πιο τρελές φαντασιώσεις μοναχικών σχολαρχών, είτε και από τη μανία να συμμορφωθούν όλοι με αρχές ευγενέστερες αλλά ελλιπώς καλλιεργημένες.

Έλληνας λόγιος, (ο)

Λήμμα ανύπαρκτης εγκυκλοπαίδειας. Φωτό: Lee Materazzi

Oριακώς συμπαθής οργανισμός που συναντάμε σε σουαρέ καλών γειτονιών και καλύτερων προαστείων. Υπό κατάλληλες συνθήκες μπορεί να θεαθεί σε παρουσιάσεις βιβλίων. Μισός ημίθεος και μισός τάπιρος, είναι ένα πλάσμα μαγικό αν και όχι τόσο σπάνιο.

Το έργο του Έλληνα λογίου είναι δειγματοληπτικό, πλην όμως επιδραστικό ή και καταλυτικό ― τουλάχιστον κατά τους ενίοτε φίλους του. Το έργο αυτό απευθύνεται σε λίγους και τρώγεται από λιγότερους.

Πρόθυμος να ισορροπήσει στο κάθε κέντρο, αντιδρά σε δεξιές αθλιότητες με θυμοσοφία και μεγαλόψυχη παραίτηση, στις δε αριστερές με ενάργεια και δίκαιη οργή. Επιπλέον, αποστρέφεται την κατάντια και την αβελτηρία των κινημάτων ενώ αντιλαμβάνεται μακρόθυμα τη ματαιότητα του να κρίνεις κάθε καθεστηκυία καταπίεση· έτσι κι αλλιώς το παλαιό καθεστώς κάποτε θα πεθάνει, αφού όλα θα πεθάνουν τελικά.

Ο Έλληνας λόγιος τρέφεται με την ανοχή των γύρω του, ενώ κατά την εποχή της ξηρασίας μηρυκάζει καρτερικά λεπτούς τόμους δικής του παραγωγής.

Τον κακό μας τον (παλιό) καιρό

Αναπαραστάσεις

Οργίζομαι κι αγανακτώ κάθε φορά που προβάλλεται σε επανάληψη το βολικό κι αθάνατο ψέμα για το πόσο αγνό και άσπιλο είναι το ελληνικό παρελθόν μας, πόσο όμορφες ήταν των Ελλήνων οι κοινότητες και πόσο ευθείς και γνήσιοι οι άνθρωποι, μακριά από την πολυπλοκότητα των πόλεων και πριν τις επιπλοκές της νεωτερικότητας. Απελπίζομαι όταν νέοι άνθρωποι αναμασούν αβελτηρίες ότι τάχα παλιά ο κόσμος είχε πλούσια αισθήματα, ενώ η εποχή μας δεν νιώθει. Γελάω πικρά με τον άκρατο θαυμασμό για τον «παλιό ελληνικό κινηματογράφο», δηλαδή την αποθέωση της μανιέρας και την πιστή αναπαραγωγή κάθε λογής παραβιαστικής και κακοποιητικής μικροψυχιάς που έχει φυτρώσει σε αυτόν τον τόπο.

Δεν θα υποκριθώ, όπως δεν υποκρίθηκα ποτέ, ότι αυτά που θα πω είναι αποκλειστικότητες του ελληνικού παρελθόντος, δεν παύει όμως αυτό το παρελθόν να με αφορά και όχι τόσο πολύ τι αντίστοιχο γινόταν ή τι γίνεται αλλού.

Η εικόνα που έχουμε για το παρελθόν μας χρωματίζεται, ή μάλλον μπογιατίζεται άτσαλα με μπαντανόβουρτσα, από την άγνοια, από τη νοσταλγία και από την επιλεκτική ανάγνωση των πηγών και των όποιων μαρτυριών. Διατηρούμε την πίστη μας σε ένα αόριστο παρελθόν, ένα παρελθόν ένδοξο ή τουλάχιστον τίμιο απέναντι σε ένα παρόν που θέλουμε να θεωρούμε κίβδηλο και ψεύτικο: όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της σημιτικής Ελλάδας, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν του ΠΑΣΟΚ, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της Μεταπολίτευσης, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της Χούντας, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της μετεμφυλιακής Ελλάδας, για όσους το ζούσαν τότε ― και πάει λέγοντας.

Μου κάνει αλγεινή, πολύ αλγεινή, εντύπωση ότι άνθρωποι που δεν είναι πλήρως αποσυνδεδεμένοι από την ελληνική επαρχία την εξιδανικεύουν τόσο παραμορφωτικά. Με τρελαίνει να μιλάνε για τους απλούς αγνούς ανθρώπους μικρών κοινωνιών όπου το «κρύψε να περάσουμε» είναι αναγκαίος κι αναπόφευκτος κανόνας ζωής. Απορώ που ελάχιστοι δείχνουν να διακρίνουν ότι τα τραχιά αγροτοποιμενικά ήθη υπαγόρευαν αλληλεγγύη, μπρατιμιές, καλοσύνες και τις όποιες αβροφροσύνες με όλους εκτός από τους σαπέρα, τους ξενομερίτες, τους ζαβούς, τους ξενομπάτες, τους κουρλούς και ζουρλούς και κάθε λογής τρελούς, τις πουτάνες και ζωντοχήρες, τους Οβριούς, τους Γύφτους κτλ. κτλ. κτλ. Δεν καταλαβαίνω πώς απλώς παραγνωρίζεται τόση συσσωρευμένη μνήμη που αφορά τη μικρή καθημερινή βαρβαρότητα του ελληνικού παρελθόντος και όσων λειψάνων του επιζούν στην ελληνική επαρχία και στην ελληνική πόλη.

Είναι λίγο της μόδας να θυμάται κανείς είτε την αγραμματοσύνη και τη μισαλλοδοξία είτε τον γενικότερο μισανθρωπικό σνομπισμό: της Δεξιάς των χωροφυλάκων και των δημογερόντων από τη μια και της όποιας αστικής τάξης επικάθησε ποτέ σε αυτόν τον τόπο από την άλλη. Όλα αυτά δεκτά. Από την άλλη, όπως έλεγε και ο Πάνος Θεοδωρίδης πριν χρόνια, δεσποτικός πάτερ φαμίλιας ήταν και ο δεξιός, δεσποτικός πάτερ φαμίλιας και ο ΕΑΜ, ΕΔΑ, ΠΑΣΟΚ. Πέτρες πέταγαν στο σπίτι του τρελού του χωριού (συνήθως κάποιου δύστυχου με βαρειά ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ή ελαφρώς αυτιστικότερου από τους συγχωριανούς του) και οι βασιλικοί και οι δημοκράτες ή συνοδοιπόροι. Δεν παραγνωρίζω την όποια εκπολιτιστική επίδραση του ΚΚΕ στην ελληνική επαρχία, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε τα όρια της επίδρασης αυτής.

Δεν καταλαβαίνω πώς θέλουμε να λησμονούμε ένα παρελθόν τίγκα στους αποκλεισμούς, στους φιλήδονους παιδεραστές, ρασοφόρους ή μη, στις παρθενορραφές και στα νυφοπάζαρα, στην υποκρισία και στα έκθετα βρέφη, στους παιδονόμους, στους ακτήμονες, στις συντριπτικές δεσποτικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια, στις ψυχοκόρες και στα δουλάκια που κατέληγαν να κάθονται στον κύριο, στα «μας ρεζίλεψες», στα ξεφωνήματα και στις «στέρφες», στις «γεροντοκόρες» και στις «φαρμακομούνες» ― ενώ συνεχίζουμε να αναπλάθουμε ή να επινοούμε φαντασιακές εκδηλώσεις κοινοτισμού κι αλληλεγγύης όπως «χορούς κυκλωτικούς κι άλλους τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς» ή να τσακώνουμε την εικόνα ότι κάθε λογής πανηγύρια αποτελούσαν κάποιου είδους συμπεριληπτικό δείπνο στο τέλος των Αστερίξ.

Να το θέσω απλά: το λάδι του χωριού ήταν γεμάτο μούργα κι ένας θεός ξέρει τι άλλο, μία στις πέντε φορές έβγαινε μάπα και μπορεί να αρρώσταινες. Το λάδι που τρώμε σήμερα, με τις προδιαγραφές του και την αυστηρότερα επιτηρούμενη παραγωγή και συσκευασία είναι πάντοτε ασφαλές να το ταΐσεις στο παιδί σου. Απλώς δεν είναι τόσο νόστιμο όσο εκείνο το ύποπτο πράμα που η στέρηση καθιστούσε λαχταριστό.

Κι εδώ βρίσκεται η έννοια-κλειδί: πολλή από τη νοσταλγία για το υπέροχο εκείνο παρελθόν αρωματίζεται από την ανάμνηση της κάθε λογής ανελέητης στέρησης εκείνων των εποχών. Στη νοσταλγία κάποιων παλιότερων γενεών συνεπικουρούν η άγνοια και η στρεβλή ανάγνωση των πηγών. Περιμένω καρτερικά κι εγώ την εποχή που θα πουλάω τρέλα και νοσταλγία για το πόσο υπέροχα ήταν τα νάιντιζ, ή και όχι.

Σωστά δομημένα βιογραφικά…

Μην παρενοχλείτε τους άριστους.

… κενά περιεχομένου.

Πολλοί ασχολούνται με το κομματόσκυλο (δεν ξέρω τι άλλη ιδιότητα έχει) Κυρανάκη κυρίως από άχτι, επειδή πριν τις εκλογές του ’19 έπαιζε με επιτυχία τον συριζομάστιγα.

Αντιλαμβάνομαι ότι ο όρος κομματόσκυλο ξενίζει όταν δεν αναφέρεται σε κνίτη ή νεολαίο της Αριστεράς, άντε σε πρασινοφρουρό του περασμένου αιώνα, παρά σε έναν ξυρισμένο νέο με γραβάτα που τρώει στη Μαντζάρου και πίνει στη Μηλιώνη. Όμως πώς αλλιώς να αποκαλέσεις έναν άνθρωπο του οποίου η μόνη εργασία υπήρξε να υπηρετεί ένα κόμμα, και μάλιστα κόμμα εξουσίας;

Όσον αφορά την ιδιότητά του ως συριζομάστιγα τώρα: το ότι ένας ημιμαθής ισόβιος νεολαίος, που μάζευε ψηφαλάκια προεκλογικώς ποζάροντας με τον αποσχηματισμένο πια π. Ανδρέα Κονάνο, έριχνε κατραπακιές σε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να προβληματίζει το πρώην κόμμα της διανοούμενης, ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς για τα χάλια του τα μαύρα.

Οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε λοιπόν να προβληματιστούν για τα χάλια του έτι διασωληνωμένου κόμματός τους, αντί να εκτονώνουν την πικρία τους πάνω σε ακόμα έναν αργόμισθο, από τους αμέτρητους που έχουνε βγάλει το Κολωνάκι, τα κάθε λογής κολλέγια (ή άντε, η ΔΑΠ νομικών σχολών) και η Μεγάλη Δεξιά Παράταξη.

Μιλάμε για ανθρώπους που δεν έχουνε δουλέψει ποτέ στη ζωή τους.

Βεβαίως η μομφή «δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του» αποτελούσε μεγάλη μπουμεριά μέχρι περίπου το 2008: ήταν χαρακτηριστική μομφή που θα σου κόλλαγε κάθε μπάρμπας επειδή π.χ. είσαι καλλιτέχνης, μαθηματικός ή αρχιτέκτονας και δεν πήγες «να μάθεις μία τέχνη εκεί χάμω» κτλ.

Ωστόσο, μετά τον Δεκέμβρη του 2008 και κατά τη διάρκεια του άγους της Μνημονιοκρατίας, χιλιάδες νέοι αναγκάστηκαν να πολιτικοποιηθούν ή και να ριζοσπαστικοποιηθούν απότομα, βίαια κι ακούσια ακριβώς γιατί και δουλεύουν επισφαλώς σε μία και δύο δουλειές, συνήθως ημιαπασχόληση, και καταλήγουν να ζουν εγκλωβισμένοι στη γονική εστία.

Γι’ αυτούς τους νέους το «δεν έχει δουλέψει μία μέρα στη ζωή του» είναι βαθιά ταξική και ουσιαστικότατη περιγραφή των μελών μιας κλίκας γόνων που απλώς λιγάκι ζορίστηκαν τη δεκαετία που μας πέρασε αλλά τελικά βρήκαν τις αργόμισθες άκρες τους. Με επίσημη ή ανεπίσημη κομματική ιδιότητα.

Πάντως είναι χαρακτηριστικότατο: σε μια χώρα που τάχα ηγεμονεύεται ιδεολογικά από την Αριστερά, ο βαθμός μηδέν της ιδεολογίας, οι ντιφώλτ οι ρυθμίσεις της, είναι ο βασιλόφρων μπάρμπας, ο κρυφοχουντικός γυμνασιάρχης και η σεμνότυφη γιαγιά με ολίγη από πασόκο εργολάβο που «βαρέθηκε τα πολιτικά».

Συνεπώς, ακόμα και σήμερα όταν κάποιος θέλει να αναφερθεί σε κομματόσκυλα ή (χειρότερα) σε αλήτες νεολαίους στα πανεπιστήμια στάνταρ στοχοποιεί κνίτες κι εαακίτες. Γιατί ξέρω γω αναρτούν πανό και κολλάνε αφίσες. Η δαπίτικη (και πασπίτικη παλιότερα) λαμογιά κι αλητεία ήτανε πάντοτε περιγραμμάτου και κομιλφώ, άρα μια χαρά.

Δεν είναι λοιπόν πρόβλημα να φροντίζεις να εκλέγονται οι λάθος άνθρωποι σε νευραλγικές θέσεις, δεν είναι πρόβλημα το πανεπιστήμιο να μετατρέπεται σε σχολή προπαίδευσης για τις «επιχειρήσεις» (και, προσέχτε, για τις ελληνικές επιχειρήσεις της εργασιακής ληστείας και της εργοδοτικής αρπαχτής, δεν μιλάμε για καναν βαρύ καπιταλισμό)· πρόβλημα είναι οι καταλήψεις που μας κάνουν να χάνουμε το εξάμηνο, στο οποίο ξέρω γω διδάσκουν εξαθλιωμένοι ισόβιοι 407 ή διάφοροι εκλεκτοί.

Κι έτσι για ακόμα μια φορά βλέπουμε τι πραγματικά ενοχλεί τον Έλληνα μιας γενιάς που ελπίζω να πεθαίνει, αυτόν τον Γηρυόνη με κεφάλια μπάρμπα, γυμνασιάρχη, γιαγιάς κι εργολάβου. Τον ενοχλεί και τον αγανακτεί να είσαι αχτένιστος, λέτσος και λίγο κάφρος — όχι να είσαι τσάτσος, απατεώνας και επίδοξο λαμόγιο.

Jai guru deva om / जय गुरुदेव ॐ

vlcsnap-2017-02-04-15h59m45s048
Από τις Ήσυχες μέρες στο Κλισύ (1970)

Γιατί γράφεις; Γράφεις γιατί θέλεις να εγκιβωτίσεις τον μικρό πολύτιμο κόσμο σου μέσα σε κάτι που μπορείς να αποθηκεύσεις και να φυλάξεις όχι μόνον μέσα σου αλλά και κάπου όπου θα μπορούσε οποιοσδήποτε να τον διαβάσει. Αυτό κάνεις. Γράφεις κόσμους για να διαβαστούν. Κόσμους που θα ήθελες να παραμείνουν μικρές Εδέμ αμετάβλητες που ταξιδεύουν μέσα στο σύμπαν, αΐδιες, αμετάβλητες, απρόσβλητες, απαραβίαστες.

Φυσικά πρόκειται για πλάνη: ο θάνατος θα αλλάξει και θα συνθλίψει τον κόσμο αυτό και θα ανατινάξει κάθε ιριδίζουσα και πολύτιμη σαπουνόφουσκα.

Αλλά όχι αν προλάβεις να τη γράψεις: κάπου κάτι θα σωθεί. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζεις, έχοντας κλείσει τα μάτια σου πολύ πριν να καούν οι βιβλιοθήκες, πριν να σβήσουν για πάντα οι σέρβερ.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί δεν είμαστε μόνοι. Γιατί ως είδος είμαστε από τη βιολογία μας κοινωνικοί. Γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάπου κάποιος ακροατής και, αν πιστέψουμε σε ερήμους και στέπες ότι δεν υπάρχει, θα τον ονομάσουμε Θεό και θα τον αφήσουμε να αναρρηθεί στα ουράνια και να μας κυβερνάει στέλνοντας ήλιους και φεγγάρια να περιστρέφονται γύρω από εμάς και μόνον από εμάς. Υπάρχει ο Ομιλητής, υπάρχει και ο Ακροατής· τρίτο πρόσωπο δεν υπάρχει γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι αρνητικές τιμές και απουσία.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί κάποια πράγματα παλεύονται και άλλα δεν παλεύονται όμως όλα πρέπει να λέγονται αλλά τελικά καλύτερα να γράφονται.

Γιατί στην πραγματικότητα η γραφή είναι σαν την ψήφο: αν ψηφίζει ο φασίστας πρέπει να ψηφίσει και ο άγγελος· αν γράφει ο καλικάντζαρος κι η λάμια πρέπει να γράψει και η άνεργη κόρη κι ο ατσούμπαλος χαμένος στον εαυτό του τριαντάρης.

Γιατί δεν μπορεί να αφεθεί η οικονομία στου κόσμου σε όσους έχουν και μπορούν απλώς γιατί τα βρήκαν.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί ο χρόνος περνάει και ξεχνάς εύκολα και όλα αυτά για τα φύλλα που πέφτουν και τα δάκρυα στη βροχή βγαλμένα από τη ζωή είναι. Γιατί κάποιες στιγμές και κάποιες ώρες θες να υπάρχουν όσο υπάρχεις και να διαβάζεις γι’ αυτές και ποιος άλλος πιο κατάλληλος να γράψει γι’ αυτές από εσένα τον ίδιο; Γιατί κάποιες στιγμές και κάποιες ώρες θες να υπάρχουν και αφού πάψεις να υπάρχεις.

Γιατί απελευθερώθηκες τον Οκτώβριο του 2014 (αν κι ο αγώνας ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2008) αλλά τι γίνεται μετά την απελευθέρωση; Ποιος αναλαμβάνει; Κάποια επαναστατική κυβέρνηση τίμια αλλά υπονομευμένη από παντού; Πρώην τσάτσοι των τυράννων; Ο λαός των επιθυμιών μέχρι να πλακώσουν οι κάθε λογής μπάτσοι;

Ποιος θα καταγράψει όσα γίνονται; Ποιος θα μιλήσει όταν σου λένε να σωπάσεις;  Ποιος θα δείξει αυτό από το οποίο όλοι αποστρέφουν το βλέμμα; Εσύ. Εσύ και μόνον εσύ. Μόνος και χωρίς ακροατή κι αναγνώστη. Εσύ είσαι η φωνή και η ματιά και η βιβλιοθήκη. Εσύ, δηλαδή εγώ. Εμείς.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί είναι όμορφο. Γιατί είναι παρήγορο. Γιατί επουλώνει κι ερεθίζει ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορείς να φτιάξεις μουσική. Γιατί έτσι νικάς, έστω και για λίγο. Γιατί από την εικόνα θα θολώσουν ό,τι δεν τους αρέσει αλλά από το κείμενο τι στον πούτσο θα κάνουν; Θα βάλουν παπάκια και μπιπ κι αστερίσκους σε όσα προφανώς σημαίνουν;

*

Γιατί γράφεις; Γιατί υπάρχει αλήθεια στη ζωή μας και συνήθως βρίσκεται κρυμμένη μέσα στο παρελθόν μας, σε στιγμές θεοτικές έως και μπανάλ σε κάποιο εικοστετράωρο φαγάδικο: δεν το ήξερες τότε αλλά το ξέρεις τώρα. Όμως κανείς μα κανείς δεν σκάει από τη νοσταλγία και τη στέρηση της καρδιάς: η νοσταλγία απλώς υπάρχει. Οπότε γράφεις.

*

Κι όταν τελειώσουν όλοι οι λόγοι εσύ ακόμα γράφεις.