Για τη Μεγάλη Χίμαιρα στην ΕΡΤ

Διαβάζω διάφορα κραξίματα για τη Μεγάλη Χίμαιρα κι ειλικρινά δεν καταλαβαίνω αν βλέπουμε την ίδια σειρά. Αν επίσης σκεφτεί κανείς ότι δεν πρόκειται για σειρά που απευθύνεται σε κοινό Κωνσταντίνου και Ελένης ή Οικογενειακών Ιστοριών, τα κραξίματα με ξενίζουν ακόμα περισσότερο.

Πρώτον, το υλικό· το μυθιστόρημα είναι μια κακογραμμένη ψευδοφροϋδική σαχλαμπούχλα, μεγαλόστομη κι ανιαρή και φουλ στα στερεότυπα. Το έργο έχει ανεβεί σε τουλάχιστον δύο θεατρικές διασκευές και η σειρά ακολουθεί σεναριακά εκείνη του Τάρλοου, προσπαθώντας να μετατρέψει τις καρικατούρες του Καραγάτση, που άγονται και φέρονται από «ορμέμφυτα» ή και «κοινωνικές συμβάσεις» ή και «τα χαρακτηριστικά της φυλής τους», σε χαρακτήρες. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά το σενάριο τίμια κι αποτελεσματικά διαθέτει και ειρμό και πάκτωση σε μια σχετική αληθοφάνεια, ενώ φτάνει μέχρι και στη γνησιότητα ενίοτε.

Δεύτερον, η παραγωγή· διαφέροντας από τα κουκλοθέατρα κάτι Μελισσών και από σκετς που εν Ελλάδι περνιούνται για ταινίες ή σήριαλ εποχής, στη Χίμαιρα δεν υπάρχει ίχνος φτήνειας, δεν έχει μείνει μία λεπτομέρεια που δεν έχει προσεχτεί: δείτε το σαλόνι του σπιτιού της Μαρίνας, την καμπίνα του καπετάνιου, τα ιταλικά τοπία, τη Σύρο… Δηλαδή, έλεος, η σειρά έχει και εξωτερικά γυρίσματα, έστω ψηφιακά ενισχυμένα. Λίγες φορές δεν έχει σκοντάψει το μάτι σου σε ασυνάρτητα κουστούμια ή ελεεινά σκηνικά βλέποντας ελληνική σειρά, η Χίμαιρα είναι σίγουρα η καλύτερη πρόσφατη περίπτωση σοβαρής σκηνογραφίας και ενδυματολογικής επιμέλειας (μια άλλη ίσως είναι ο Άγιος Νεκτάριος).

Τρίτον, οι ηθοποιοί. Οι Ιταλοί μιλάν ιταλικά και παίζουν αναλόγως· οι Έλληνες μιλούν ελληνικά (καθόλου αυτονόητο, δείτε και πάλι π.χ. τις κοσμοαγάπητες Μέλισσες) και παίζουν αναλόγως. Επίσης, οι ηθοποιοί δεν γκαρίζουν για να τους ακούσουν και πάνω πάνω στο Θέατρο Βράχων.

Τέταρτον, και το σπουδαιότερο, η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη: ρυθμός, φωτογραφία και μοντάζ σε βάζουν μέσα στη ματιά της Μαρίνας. Όλα στη σειρά είναι εστιασμένα μέσα από το καυλωμένο αλλά μορφωμένο κι ονειροπόλο «κορίτσι» που είναι η Μαρίνα Μπαρέ. «Παγωμάρα» είπαν και ναι, όντως λείπει το μπρίο της Μαρίνας Κουντουράτου, παιδιά, τι να λέμε, λείπει κι η αλλεγρία των χαρακτήρων του Καπουτζίδη. Πιο σοβαρά, η σκηνοθεσία επανερμηνεύει τους (με τα καραγάτσεια δεδομένα) ψυχρούς τόνους και την αποστασιοποίηση του βιβλίου, στο οποίο οι τόνοι κι η αποστασιοποίηση δρουν αντιστικτικά με τα πάθη των χαρακτήρων. Στο κάτω κάτω, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι η ιστορία μιας πνιγμένης, ρε προφέσορες…

Δεν ξέρω, μπορεί ο Μαρινάκης να μην έχει πολλούς φίλους στα σοσιαλμήντια και για αυτό να μην ακούγεται καλή κουβέντα (με εξαίρεση τον κύριο Τιμογιαννάκη). Προσωπικά φρονώ ότι στη Χίμαιρα σχεδόν ξεπερνάει το Μαύρο Λιβάδι (αγνοημένη ταινιάρα του, που παραήταν τρανς για την εποχή της).

il pessimismo riguarda l’intelligenza; l’ottimismo, la volontà

Η Πρωτοχρονιά είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Δεν είναι μόνον ημέρα ελπίδας και προσδοκιών, μάταιων εν πολλοίς, αλλά και αναμνήσεων, ή μάλλον: μνήμης.

Δεν μπορώ να ξεχάσω πώς έληγε το 2008, μέσα στην εξεγερτική απελπισία μιας γενιάς (όχι της δικής μου) που επιτέλους ερχόταν σε επίγνωση μιας πικρής αλήθειας: η πατρίδα μάς έχει γραμμένους, το κράτος δολοφονεί και αργά και ακαριαία, ο κόσμος θέλει την ψυχή μας και τον χρόνο μας και την ικμάδα μας και τη ζωή μας χωρίς να έχει σκοπό να μας δώσει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ακόμα κι όσοι καμώνονταν την Πρωτοχρονιά του 1992 ότι «τελείωσαν οι ιδεολογίες», εννοώντας «ξεμπερδέψαμε με τον μπαμπούλα και με το ενδεχόμενο αντίστασης», επειδή υποστελλόταν το σφυροδρέπανο στο Κρεμλίνο, την Πρωτοχρονιά του 2009 έβλεπαν τον ερχομό ενός κόσμου χωρίς ειρηνικό ακτιβισμό και χωρίς think globally, act locally.

Για πολλές πρωτοχρονιές μετά, με τον κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια, με τον ανοιχτό εκβιασμό των εταίρων μας και την κηδεμονία της ΕΕ τους, με την απελπισία να γενικεύεται και τους διαχρονικά «διαπρεπείς φουκαράδες» να μας εξηγούν πόσο σημαντικό κι απαραίτητο ήταν να αλωθούμε για να ζήσουν οι τράπεζες, με την αποσυναρμολόγηση ό,τι θεσμών κατάφερε να στήσει το μεταπολιτευτικό κράτος, οι αναμνήσεις έγιναν ζωτικότερες από τις ζοφερές προσδοκίες μας και την απώλεια κάθε ελπίδας.

Την Πρωτοχρονιά του 2026 πάνω στην ταράτσα, μιας χρονολογίας βαθιά εντός του φαντασιακού μέλλοντός μου, έβλεπα ό,τι βλέπω κάθε Πρωτοχρονιά από την ταράτσα συν κάτι ντρόουν να σχηματίζουν ευχές, κουκουβάγιες και τη φάτσα του μακαρίτη του Νιόνιου στον ουρανό. Αυτό είναι το μέλλον που ονειρευόταν η μισοηλίθια γενιά μου: μια από τα ίδια αλλά με ντρόουνς και φτώχεια και πόλεμο.

Την Πρωτοχρονιά του 2026 σκέφτομαι τον Γκράμσι που μισούσε τις πρωτοχρονιές γιατί ο μαρξισμός-λενινισμός θα μας έβγαζε από τις αφελείς ελπίδες και τις μάταιες προσδοκίες τους.
Εγώ πάλι λέω ότι
Οι πρωτοχρονιές πλέον μας υπενθυμίζουν πόσα χάνουμε και πρέπει να ανακτήσουμε, πόσο πιο μακριά έχουμε να πάμε.
Οι πρωτοχρονιές πλέον καταστρατηγούν τους χιλιασμούς κάτι μαγικών χρονολογιών και ενός ασυνάρτητου μέλλοντος με ατέρμονη ανάπτυξη ενώ μας υπενθυμίζουν ότι περνούν τα χρόνια κι ότι έρχεται εκείνη η εποχή που θα πρέπει να ξεκινήσουμε να χτίζουμε ξανά.
Οι πρωτοχρονιές μάς αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι με όλους κι ότι δεν ανήκουμε τελικά σε καμιά κοινότητα στην οποία δεν θέλουμε να ανήκουμε (και να βάλει ο καθένας πατριωτισμούς κι εθνικές ενότητες, που τις θυμάται όταν πέφτει η κερδοφορία του, εκεί που ξέρει σαν μια ωραία σφήνα, μήπως και χαρεί μονάχος του).

Παραμένουμε σε εγρήγορση, δυσαρεστημένοι, δεόντως καυλωμένοι και πρόθυμοι για κλωτσίδι και δουλειά.

ή έστω

Παραμένουμε σε εγρήγορση, δυσαρεστημέν@, δεόντως καυλωμέν@ και πρόθυμ@ για κλωτσίδι και δουλειά.

Γερμανία

«this stampeding firmness […] the polar opposite of bleak» O.D.

Όταν πρωτοπάτησα στη Γερμανία το 2000 σκέφτηκα σχεδόν αμέσως ότι θα μπορούσα να είμαι κάλλιστα γερμανοτραφής αντί για αγγλοθρεμμένος αν η ζωή μου είχε εκτυλιχθεί αλλιώς ― ένιωσα μάλιστα πως ίσως θα μου άρεσε να είχα υπάρξει λίγο πιο γερμανόψυχος. Στο μεταξύ εκεί στις ανηφόρες του Μάρμπουργκ με ταλαιπωρούσαν τα βάσανα ενός μέλλοντος που ακόμα μόνον ως σκιές εμφανίζονταν μπροστά μου. Δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα πολλή ελπίδα, δεν καταλάβαινα και πάρα πολλά ― πολύ περισσότερο, δεν καταλάβαινα τον εαυτό μου. Ο αιώνας μόλις άρχιζε άλλωστε. Και δεν πειράζει· έτσι δαπανούμε τη νεότητά μας τελικά: μη καταλαβαίνοντας.

Η παραμονή μου στην Κολωνία το 2009 ήταν επεισοδιακή όσο κι αν έμοιαζε νορμάλ κι ακύμαντη. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, και τελευταία, είχα αυτοκτονικό ιδεασμό ή κάτι που του έμοιαζε: αισθανόμουν ήδη πολύ γερασμένος και ένιωθα πραγματικά πως η ζωή ήταν αλλού. Ναι μεν είχα αποφασίσει να κάνω κάτι για να αλλάξω τη ζωή μου αλλά δεν ήξερα ακριβώς τι μπορούσα να κάνω ούτε είχα τη δύναμη να κάνω οτιδήποτε. Από την άλλη, η Κολωνία ήταν συναρπαστική και το Βερολίνο ήταν επίσης συναρπαστικό ― η κάθε μία πόλη με τον τρόπο της. Αντιλαμβανόμουν ότι δεν ήμουν τόσο μεγάλος σε ηλικία και ότι τέλος πάντων δεν υπήρχαν λόγοι να μην έχω ελπίδες, έστω κι αόριστες ελπίδες. Πλην όμως, οι ελπίδες είναι ζητήματα εσωτερικά, όπως και τόσα άλλα, και σίγουρα δεν συναρτώνται με αντικειμενικές πραγματικότητες και τέτοια σαφή κι αισιόδοξα.

Στο Βερολίνο επέστρεψα το 2011. Ήξερα πια τι μπορούσα και τι ήθελα να κάνω αλλά δεν ήμουν πια καθόλου μα καθόλου βέβαιος ότι μπορούσα να αλλάξω τη ζωή μου όπως θα ήθελα ― και δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά από το να αλλάζει η ζωή σου με τρόπο που δεν θέλεις, ε; Έφτασα λοιπόν στο Βερολίνο μη περιμένοντας τίποτα, πήγαινα στο ανιαρό και πεθαμένο Πότσνταμ για δουλειά και τα βράδια μέθαγα με φίλους και ανταλλάσσαμε ιστορίες· μετά φάνηκε πως κάτι μαγικό κι απροσδόκητο θα συμβεί, και μόνον η προσμονή του ήταν ίλιγγος· μετά δεν συνέβη τίποτα. Έφαγα λοιπόν τάπας για ακόμα ένα βράδυ στο Que Pasa, ένα μαγαζί με τάπας βεβαίως, μετά πήγα για ύπνο και την επόμενη μέρα έφυγα και πήγα σπίτι μου ακόμα τραγουδώντας το Getting away with it (all messed up).

Δεκατέσσερα χρόνια περίπου μετά από εκείνη τη φορά τα γερμανικά τρένα δεν ήταν πια ποσώς αυτά που θυμόμουν: επιβάτες στριμωγμένοι, καθυστερήσεις μεγαλύτερες από τη χρονική απόσταση μεταξύ δρομολογίων, αγγλικού τύπου αδικαιολόγητες στάσεις στη μέση της διαδρομής. Κι έτσι το να πας από την Κολωνία στο Μπόχουμ αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερος μπελάς απ’ όσο νόμιζα. Και γιατί να πας στο Μπόχουμ άλλωστε, αν δεν πρόκειται να πιάσεις δουλειά σαν γκασταρμπάιτερ ― κάτι που έχω γλυτώσει προς το παρόν. Αλλά πήγα. Φτάνοντας εκεί έπεσα σε ένα ένα υπαίθριο φεστιβάλ υπό τους ήχους κράουτ ροκ και στο πλήθος του, έφαγα σε ένα κινέζικο εστιατόριο και μετά πήγα για προσέκο και άραγμα σε ένα διαμέρισμα γεμάτο τοπικό χρώμα και λοξό διάχυτο φως, όπου έπαιζε βεβαίως το δεύτερο τρίο για πιάνο του Σούμπερτ. Κοίταγα από το παράθυρο την αδιάφορη πόλη και τους αδιάφορους δρόμους που χτίστηκαν για την εργατική τάξη προτού την εγκαταλείψουν κι αυτή· ένιωθα τη διαύγεια και την ευδία και την ήσυχη χαρά της ζωής που ζεις τώρα και όχι πιο μετά ή κάποτε παλιά να διαχέεται εντός μου σαν τέμπερα στο νερό. Και κατά κάποιον τρόπο άξιζε τον κόπο.

Από τα σήριαλ στα καταφύγια

Η σχέση μου με τα ελληνικά σήριαλ είναι μάλλον επιδερμική, οπότε ενδεχομένως στα παρακάτω να μου διαφεύγουν πολλές και σημαντικές λεπτομέρειες.

Παραπονιόμουν το 2023 για ένα από αυτά ως εξής:

Έτυχε να παίζει το Προξενιό της Ιουλίας και μου δημιούργησε τις ίδιες αντιδράσεις με τις Άγριες μέλισσες παλιότερα: γιατί είναι έτσι όλα;

Εξηγούμαι. Δεν μιλάω για κόστος παραγωγής. Καταλαβαίνω.

Μιλάω για διαλόγους μεταξύ γαιοκτημόνων κτλ. στη μεταπολεμική Θεσσαλία που είναι σαν να ακούω Χαλανδριώτες του 2023, με ορολογία και συμφράσεις και αργκό του 21ου αιώνα.

Μιλάω για προφορά και εκφορά ομιλίας που έχει τόση σχέση με τη Θεσσαλία όση έχω εγώ με τον κόσμο της μόδας. Δώστε λίγο αξάν ρε παιδιά, λίγο. Όχι φάση «Συμπέθεροι από τα Τίρανα», αλλά αμάν.

Μιλάω για διακόσμηση εσωτερικών χώρων πλουσιόσπιτων στη θεσσαλική δεκαετία του ’50 σαν να βγήκε ντιπ για ντιπ από μπουτίκ χοτέλ και χιψτεροκαφενέδες. Για τα ρούχα δεν το συζητάω: σκετς Κολλεγίου Αθηνών.

Μιλάμε τέλος για μανιέρες και συνήθειες που δεν κολλάνε ούτε με αγρότες, ούτε με γαιοκτήμονες, ούτε καν με τους αστούς Βολιώτες της εποχής εκείνης. Οι άλλοι στον Τύρναβο του ’50 τρώγανε πρωινό, π.χ., με σφιχτά αυγά, μαρμελάδες και τέτοια.

Δεν λέω να το ρίξουμε στην ιστορική ακρίβεια και την εξονυχιστική έρευνα. Λίγο να το ψάξουν με τη στοιχειώδη αληθοφάνεια ― όπως γίνεται με όοοοολα αυτά τα κρητικά σήριαλ. Δεν είναι απαραίτητη η ηθογραφική-ρεαλιστική αποτύπωση. Κάντε το όπως ο Μάριο Μπανούσι το πολύ πολύ.

Λίγες μέρες μετά, εν όψει του πρώτου κύκλου των Σερρών, του Maestro και του Milky Way, ξανασχολήθηκα με σήριαλ (ως κάποιος που δεν βλέπει σήριαλ, και καλά):

Μπράβο Καπουτζίδη, μπράβο Παπακαλιάτη και μπράβο Κεκάτο

αλλά

Η κοινωνία δεν πρόκειται να προχωρήσει μπροστά απλώς και μόνο με το να έχουν ορατότητα ΛΟΑΤ χαρακτήρες σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες.

Αν μπορούσε να προχωρήσει έτσι ο κόσμος τότε το γεγονός ότι το σεξ ήταν ορατό σε μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής ήδη από τη δεκαετία του 60 θα είχε οδηγήσει σταδιακά στην απαλλαγή της ελληνικής κοινωνίας από τον αντιδραστικό πουριτανισμό της ― κάτι το οποίο φυσικά δεν έγινε. Σκεφτείτε π.χ. ότι υπήρχανε κινηματογράφοι αφιερωμένοι στην πορνογραφία, άλλα παρέμειναν περιθωριακά τσοντάδικα ώσπου αφανίστηκαν.

Αν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει την κοινωνία δεν είναι σε καμία περίπτωση μόνον η αύξηση της ορατότητας ομάδων ή δραστηριοτήτων. Ο κόσμος αλλάζει όταν πραγματικοί άνθρωποι δραστηριοποιούνται στον πραγματικό κόσμο (δηλαδή στον δρόμο και βάλε), για να τους ακολουθήσει ασθμαίνοντας ο Νόμος, όπως παραδείγματος χάρη ο νόμος του 1982, που αναμόρφωσε το οικογενειακό δίκαιο.

Φυσικά ο καθένας και η καθεμία από εμάς συμβάλλει στους κοινούς αγώνες όπως μπορεί και ξέρει· προφανώς οι άνθρωποι της τηλεόρασης και του κινηματογράφου συμβάλλουν (και) προωθώντας την ορατότητα. Απλώς η ορατότητα και μόνο δεν αρκεί με τίποτα.

Και τώρα πια βρισκόμαστε στο 2025, ζώντας τη ζωή μας ανάποδα, με τους πολλούς κι ερωτευμένους με την κανονικότητα no matter what διαρκώς να οπισθοχωρούν, με όσους από εμάς μπορούν να εναντιοδρομούν.

Οι Σέρρες έβγαλαν δεύτερο κύκλο στον οποίο αναδείχθηκε ένας ιντερσέξ χαρακτήρας, εξ αφορμής ο Καπουτζίδης αναδιέταξε το ακρωνύμιο ΛΟΑΤΚΙ σε ΙΚΤΟΛΑ (κατά παράβαση και παραβίαση κάθε ιστορικής μνήμης και παραγκωνίζοντας ιστορία και αγώνες), αφού για τα μέτρα του το ΚΙΛΟΤΑ της Colour Youth παραείναι σόκιν ― και ομιτζί μη μας περάσουν για τίποτε ανώμαλους.

Και εδώ λοιπόν φτάνουμε στο προκείμενο: είναι πια προφανές ότι τα σήριαλ που προέκυψαν λίγο πριν τον πανδημικό εκλεισμό στην πλειοψηφία τους κατασκευάζουν έναν κόσμο το καθένα και τον τοποθετούν
είτε σε κάποιο αόριστα γνώριμο και πλαγίως αναγνωρίσιμο παρελθόν (Άγριες μέλισσες και τα λοιπά),
είτε σε ένα ηθογραφικά δοσμένο παρόν (Σασμός, Γη της Ελιάς και τα λοιπά),
είτε σε ένα πιο εναλλακτικό κι ανοιχτό παρόν (Σέρρες, Milky Way, Το παιδί).

Ειδικά στα τρία τελευταία σήριαλ, το ζητούμενο φαίνεται να είναι η δυνατότητα να δημιουργήσουμε μια εναλλακτική οικογένεια, η οποία είτε θα αντικαταστήσει είτε θα επιμορφώσει την ελληνική οικογένεια, που για μένα είναι ο κατ’ εξοχήν εξουσιαστικός και καταπιεστικός μηχανισμός στην ελληνική κοινωνία. Βεβαίως αυτή κάθε άλλο παρά καινούργια ιδέα είναι: υπενθυμίζω τη Στρέλλα (ταινία σαφώς πιο πρωτοποριακή και τολμηρή από οποιοδήποτε σήριαλ) και αργότερα τη σειρά Pose.

Στην περίπτωση του Καπουτζίδη αυτή η νέα κουήρ οικογένεια θα είναι επίσης πάρα πολύ καθωσπρέπει με τον τρόπο της, στην περίπτωση του Milky Way όλο αυτό είχε εκτοξευτεί προς το διάστημα μέσα σε ένα νέφος συναισθηματικού γκλίτερ, ενώ στο Παιδί βρισκόμαστε κάπου στη μέση.

Στην πραγματικότητα αυτό που με απασχολεί δεν είναι ίδιες οι σειρές ή οι διαφορές φαντασιακές διέξοδοι που προσφέρουν στο κοινό τους ή ακόμα και η όποια επιμορφωτική λειτουργία τους. Αυτό που με απασχολεί είναι αφενός η λοιδωρημένη ορατότητα (ναι, έχει σημασία να βλέπεις κάποιον χαρακτήρα σαν εσένα σε κάποιο σήριαλ) αφετέρου κάτι πολύ πιο σημαντικό:

Με απασχολεί πως θα μπορέσουν οι νέοι άνθρωποι που δεν θέλουν να τους συντρίψει η οικογένεια, ο καπιταλισμός, ο φασισμός που έρχεται καθώς και η φτώχεια που επιστεγάζει τα τρία ταύτα να μπορέσουν να βρουν μια χαραμάδα, μιαν άκρη, το δικό τους safe space αν θέλετε, στο οποίο θα μπορούν να ζήσουν χωρίς να συντρίβονται εντελώς.

Λυπάμαι που δεν ακούγομαι ιδιαιτέρως αισιόδοξος αλλά μέχρι να ξεσπάσει η Μεγάλη Διαθεματική Επανάσταση πρέπει να χτίσουμε καταφύγια: όχι καταφύγια ιδεών ούτε καταφύγια συναισθημάτων, παρά καταφύγια για τη ζωή μας και για τις χαρές μας.

Αν

Ξέρετε

αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο ό,τι και να κάνουν οι νέοι είναι καταδικασμένο εκ των προτέρων επειδή οι νέοι είναι «αφελείς» και «όταν μεγαλώσουν θα γίνουν κομφορμιστές και αδρανείς» και «σίγουρα θα αισθανθούν απογοητευμένοι» και λοιπές παπαριές μπαρμπαδίστικες από τα Ηθικά Νικομάχεια

αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο η πολιτική εξουσία θεωρείται δημοκρατική μόνο και μόνο επειδή είναι προϊόν (συνήθως) εκλογών, αλλά βεβαίως η ενημέρωση και ο δημόσιος διάλογος ελέγχονται με διαδικασίες σινοσοβιετικού στυλ (και βάλε) από ανθρώπους με ιδεώδη (ποια ιδεώδη;) σαφώς λιγότερο υψηλά από του ΚΚΣΕ ή του ΚΚΚ, ενώ η αστυνομία θα μας τουλουμιάζει στο ξύλο καθώς οι κρατικές και μη υπηρεσίες θα μας παρακολουθούν και (αν υπάρξει κάποιο Πρόβλημα) θα μας βομβαρδίσουν και εξατομικευμένα και μέχρι ισοπέδωσης

αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται αντιληπτές εξ ορισμού ως εξουσία και κακοποίηση και στην οποία το σεξ είναι ζήτημα τριτεύον, ο έρωτας είναι το δευτερεύον και αυτό που όντως έχει σημασία είναι κάτι αόριστο όπως η σχέση ή η οικογένεια ― ή μάλλον η οικογένεια όπως την αντιλαμβάνεται κάποιος που μας έσκασε με χρονομηχανή από τη δεκαετία του ’50 νομίζοντας ότι η ανθρωπότητα επί αιώνες πορευόταν όπως στις όλο ζάχαρη και χρώμιο ΗΠΑ του ’50

αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο κάτι θα σου βρουν για να σε καταπιέζουν ή για να σε κυνηγήσουν ή για να σε καταστείλουν ― διότι κακά τα ψέματα κανένας και καμία από εμάς δεν βρίσκεται στη μέση της κανονικής κατανομής σε καθέναν από 20 ή 30 δείκτες, κακά τα ψέματα κάπου κάποιος από εμάς κάπου ξεφεύγει τουλάχιστον σε μία παράμετρο: σε αυτήν την παράμετρο οριζόμαστε ως μειονότητα κι αλίμονο αν οι νοικοκυραίοι, η άρχουσα τάξη ή τα Μέσα αποφασίσουν ότι η συγκεκριμένη παράμετρος δεν μπορεί παρά να απαρτίζεται μόνον από «κανονικούς ανθρώπους»

αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο ξαφνικά προκύπτουν τάχα τρομοκρατικές ενέργειες και μυστήρια χτυπήματα και αφορμές μεγάλων πολέμων ακριβώς σε καμπές ή σε συγκυρίες στις οποίες ο κόσμος δεν θέλει πια να ζει σαν σκλάβος, δεν θέλει να δουλεύει χωρίς να μπορεί να εξασφαλίζει τα βασικά, δεν θέλει να πάει να σκοτωθεί τζάμπα, δεν θέλει να τον βομβαρδίζει ο Πούτιν ή το Ισραήλ, δεν θέλει να τον σφάζουν διάφορες πολιτοφυλακές τις οποίες ενθαρρύνουν ή ανέχονται νυν νηφάλιοι ή πρώην αποικιοκράτες ή πάντοτε λευκοί

αν πρέπει να ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο για να γλυτώσουμε από τον Ευαγγελικό εκφασισμό των ούτως ή άλλως αδίστακτων εγκληματιών πολέμου θα πρέπει να τρέξουμε στην αγκαλιά του Ορθόδοξου εκφασισμού άλλων ούτως ή άλλως αδίστακτων εγκληματιών πολέμου ή στους χαμογελαστούς κομισάριους του Μεγάλου και Άθεου μεν αλλά φουλ Αστυνομικού κράτους

αν πρέπει να ζήσουμε σε έναν κόσμο σαν αυτό του 18ου και του 19ου αιώνα στον οποίο η ζωή του λευκού άντρα είναι πολύτιμη είναι αυτοσκοπός, είναι αξία δηλαδή, και πάνω σε αυτή θα θεμελιώσουμε ό,τι άλλες αξίες έχουμε και δεν έχουμε ― όμως οι υπόλοιπες ζωές δεν βαριέσαι ρε συ, διότι και αυτοί γυρεύοντας πηγαίνανε, and they never missed a chance to miss a chance ― για να μην πούμε για αυτές, που πάντα γυρεύοντας πηγαίνουν

αν είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο που πρέπει να ανακυκλώνω καπάκια και να μην πετάω με αεροπλάνο και να μην κάνουμε συναντήσεις διά ζώσης γιατί αφήνουμε αποτύπωμα άνθρακα και πρέπει να πληρώνουμε το ρεύμα 500 ευρώ το μήνα επειδή βάλαμε κλιματιστικό, του οποίου κλιματιστικού την ανάγκη την προκάλεσαν οι ίδιοι που συνεχίζουν να ρυπαίνουν μαζικά και να καταστρέφουν το περιβάλλον και να επισπεύδουν την κλιματική καταστροφή, γιατί πια δε μιλάμε για «κρίση»

Dixi et salvavi animam meam

Η Δημιουργία (ταπισερί σε κάποια εκκλησία στη Ζιρόνα / Χερόνα)

Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να καταντήσω είναι γριά κνίτισσα των σοσιαλμήντια που κουνάει το δάχτυλο δεξιά και αριστερά γιατί δεν έχει τι άλλο να το κάνει.

Όμως

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
Δεν φωνάζουμε κατά της μαζικής και ξεδιάντροπης Γενοκτονίας για να σώσουμε την ψυχή μας, για να αναδειχθούμε ή και να αυτοβελτιωθούμε.
Δεν καταδικάζουμε τη ρωσική εισβολή και κατοχή για να φανούμε ψύχραιμοι, δίκαιοι και αμερόληπτοι.
Δεν μιλάμε για την σφαγή στο Σουδάν για να φανούμε ενήμεροι και συνειδητοποιημένοι.

Κανένας δεν χέστηκε (σόρυ) αν εγώ κλαίω, θλίβομαι ή αισθάνομαι ελαφρά μελαγχολία κι ένα κάποιο Weltschmerz με τη γενικευμένη σφαγή κι εξόντωση και την κυνική αγνόησή της ή, χειρότερα, την καπήλευση της (βλέπε Ουκρανία). Ναι, είμαι καλός άνθρωπος. Μπράβο μου. Να κλάψω λοιπόν και τον κάθε ανθυποφασίστα για να φανώ Πάνω απ’ όλα Άνθρωπος.

Δεν είμαστε σε αυτόν τον κόσμο για να σώσουμε την ψυχή μας· το πολύ πολύ να βοηθήσουμε καναν άλλο άνθρωπο.

Το πλαίσιο κι η φούσκα

Δεν ξέρω. Αφενός καταλαβαίνω πολύ καλά ότι δεν γίνεται να γινόμαστε παλιοημερολογίτες και σταλίνες και να πηγαίνουμε να πλακώνουμε στις κουτουλιές και τις μπουνιές όποιον κι όποια διαφωνεί μαζί μας. Οκέι ναι: δεν μπορούμε να τραμπουκίζουμε και να μουντάρουμε όποιον διαφωνεί μαζί μας, όσο κι αν μας φαίνεται «υπονομευτική» ξέρω γω η διαφωνία τους. Τα διάφορα κινήματα χειραφέτησης κι απελευθέρωσης έχουν τραβήξει τα πάνδεινα (και) από βεβαιότητες, δογματισμούς και (ας μην ντρεπόμαστε) κάθε λογής ορθοδοξίες. Γνωστά και τετριμμένα.

Από την άλλη, αυτή η ελαφρώς βραδύνοη μειλιχιότητα της gauche caviar καθώς και η ήρεμη μετριοπάθεια των πάρα πολύ ψύχραιμων, αυτή η βλαμμένη αντανακλαστική μεσότητα που έχουμε σβερκωθεί, στο τέλος θα μας γίνει συνήθεια που θα μας συντροφεύει σε κάθε είδους ανοιχτή και κλειστή φυλακή στην οποία θα μας έχουν μπουζουριάσει όσοι μας απασχολούν με τον διάλογο με όρους δικούς τους ενώ ετοιμάζονται να κάνουν ακριβώς αυτό: να μας μπουζουριάσουν.

Τους φασίστες λ.χ. δεν πρέπει να τους λέμε φασίστες αλλά «ακροδεξιούς ακτιβιστές» ή, ακόμα καλύτερα, «συντηρητικούς ακτιβιστές». Δηλαδή, σε τι συνίσταται ο τάχα λεγόμενος συντηρητικός ακτιβισμός; Στο να διεκδικήσω να βγάζετε τον σκασμό όσο η Αστυνομία σκοτώνει, ο Στρατός ξεκληρίζει και οι Ελίτ κοιτάνε να αναπαράγονται κοινωνικώς και άλλως πως; Αφήστε που τους δεξιούς του σήμερα, πολλώ μάλλον τους κουστουμάτους φασίστες του σήμερα, ο θεός (τους) να τους κάνει συντηρητικούς

Επίσης, εντός της νηφάλιας καλοσύνης όσων δεν θα κινδυνέψουν ποτέ να τους τραμπουκίσουν φασίστες ή να τους συλλάβουν στον δρόμο (ή έτσι νομίζουν, τα θλιβερά ζαγάρια) τοποθετείται ακριβώς και το αίτημά τους να κάνουμε διάλογο με τους φασίστες, ιδίως αν πρόκειται για φασίστες νέας κοπής που δεν έχουνε φετίχ με στολές και μπότες και μαχαίρια. Άλλωστε, ο φασισμός είναι θέμα παιδείας, ενώ τον θεραπεύουν τα ταξίδια και το διάβασμα ― αυτά περί ταξιδιων κτλ. στην εποχή των πρεκάριων, του συνωστιστικού υπερτουρισμού και της ανέχειας αλλά και των πολεμοκάπηλων φορομπηχτικών προσδοκιών, σουρεάλα ε;

Έχω την εντύπωση ότι η σύγχυση σχετικά με το ποιοι ανήκουν μέσα στο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να γίνει διάλογος και ποιοι (π.χ. φασιστόμουτρα) βρίσκονται έξω από αυτό το πλαίσιο οφείλεται στην γενικευμένη ακηδία που έχει επιπέσει στην θεωρητική σκέψη των υποτίθεται προοδευτικών και φωτισμένων ανθρώπων τα τελευταία 40 χρόνια. Πολλοί από αυτούς ζουν και κινούνται μέσα σε μια μακάρια φούσκα με αποδεκτά καλό κρασί o altra cosa, όπου παρακολουθούν διαλέξεις εαυτών και αλλήλων και συμμετέχουν σε συνάξεις ομοϊδεατών τους κατά τις οποίες αναλύονται θεολογικώς θέσεις και ζητήματα που σε λίγες περιπτώσεις μετράν εκτός της φούσκας αυτής.

Εδώ βάλτε τη δική σας κατακλείδα, κάποια που να περιλαμβάνει δράση κατά προτίμηση.

Death Death

Λοιπόν, δεν θα γίνω ποτέ από αυτούς που θυμούνται τις τάχα καλές παλιές μέρες. Έλεος δηλαδή: αυτό κι αν είναι το πιο προφανές τέχνασμα που μας επιφυλάσσει η νοσταλγία για τα νιάτα μας: η επιλεκτική υπόμνηση όσων (νομίζαμε ότι) ήταν καλά και άγια τότε.

Αλλά

Στον καιρό μου (να τααα…) δεν αγαπούσαμε κανέναν στρατό. Ακόμα και κάτι δαπίτες πατατοκεφτέδες το ένιωθαν το σύνθημα «Κάτω όλοι οι στρατοί». Έπρεπε να ήσουν θλιβερός στρατόκαυλος για να αποδίδεις οποιαδήποτε ιδιότητα αξιοσύνης στον στρατό, έναν οργανισμό φτιαγμένο να λουφάρει μέχρι να διαταχτεί να εξοντώσει και να ισοπεδώσει ― ενώ πού και πού έσωζε πλημμυροπαθείς, έσβηνε πυρκαγιές ή έκανε τους απεργοσπάστες με τα ΡΕΟ με εντολή του Μητσοτάκη πατρός.

Με ενοχλεί λοιπόν αντανακλαστικά κι επώδυνα να ακούω είτε ύμνους για τις παρελάσεις του Κόκκινου Στρατού (που μόνον κόκκινος δεν είναι πια) ή του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.

Ακόμα περισσότερο με σοκάρει η αιδήμων αποστροφή για το σύνθημα Death Death to the IDF. Δηλαδή, σοβαρά τώρα; Έχουμε γίνει τόσο καθωσπρέπηδες που δεν πρέπει να ευχόμαστε την κατάλυση όλων των στρατών, ιδίως των λυσσαλέα και συστηματικά γενοκτονικών;

Ψόφο ρε. Ψόφο. Στείλτε τους στρατιώτες σπίτια τους να κάνουν τίποτα της προκοπής. Οτιδήποτε.

Όχι υστεροφημία, μόνον αναμνήσεις

Όπως τελικά κάθε μορφή ανάδειξης και, ας πούμε, δημοσίευσης αυτού που είμαστε, αυτού που δείχνουμε ή αυτού που κάνουμε, έτσι και η διαδικτυακή μας όψη έχει γίνει αφορμή για την παραγωγή άφθονης ψωνάρας.

Διαβάζω πού και πού τα μπλογκ της πρώτης δεκαετίας του αιώνα και από τη μια χαίρομαι κι απολαμβάνω και την αυτοπεποίθηση που αποπνέουν αλλά και την προθυμία όσων τα έγραφαν να εκτεθούν. Δεν μας είχε πιάσει ακόμα ο τρόμος του κριντζ από τον λαιμό, δεν ζούσαμε με τον φόνο μην τυχόν και φανούμε κάπως, έστω και λίγο, uncool. Από την άλλη διαβάζει κανείς ό,τι διαβάζει εκεί μέσα και δεν μπορεί παρά να υπομειδιά κάθε τόσο με την ψωνάρα που κυκλοφορούσε εκεί μέσα.

Με την υστεροφημία πάντως δεν τα πήγαινα ποτέ πολύ καλά: αν δεν είμαι παρών να χαρώ τη δόξα, τι να την κάνω; Επιπλέον, η υστεροφημία είναι εύθραυστη, στρεβλή και (μοιραία) λιγοζωισμένη: το χαρτί θα το φάει η φωτιά ή το νερό, τα ψηφιακά καμιά ηλιακή έκλαμψη ή κανας ηλεκτρομαγνητικός παλμός. Στην καλύτερη περίπτωση θα σε θυμούνται για κάτι που δεν σε αντιπροσωπεύει ― σκεφτείτε π.χ. τον Ιησού Χριστό, τον Μιχαήλ Άγγελο, την Κάλλας ή τους Κατσιμιχαίους.

Το ζητούμενο είναι οι αναμνήσεις μας να μας συντροφεύουν όσο διαρκούν οι ζωές μας, μεταξύ απώθησης και άνοιας, μεταξύ damnatio memoriae (παλιά με σχισμένες φωτογραφίες, με μπλοκαρίσματα τώρα πια) και απλής αγνής λησμονιάς. Οι αναμνήσεις αυτές πρέπει να προστατευθούν και πρέπει να τις επιμεληθούμε ώστε να μας συντροφέψουν όταν βγούμε από τη χειρότερη αίσθηση κριντζ που υπάρχει: αυτή για τον παλιότερο και τάχα ατελή, ανώριμο ή ακατέργαστο εαυτό μας.

Κάθησα λοιπόν κι εγώ και φτιάχνω έντυπα άλμπουμ με ψηφιακές φωτογραφίες. Και μόνον η αναδίφηση των ψηφιακών φωτογραφιών (κι ας σβήνω φωτογραφίες σαν τρελός ώρες αφού τις βγάλω) είναι από μόνη της μια διαδικασία, πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία ― ιδίως αν έχεις περάσει κι ένα-δυο χέρια ψυχανάλυση.

Έφτιαξα λοιπόν δύο άλμπουμ με φωτογραφίες φίλων:
Κάποιοι φίλοι απουσιάζουν γιατί δεν φωτογραφήθηκαν πολύ ή και καθόλου ή τέλος πάντων.
Κάποιοι με κάνουν να χαμογελάω, όχι λόγω κάποιου happily ever after (ίσα ίσα μερικές φορές), αλλά γιατί ο ευτυχισμένος χρόνος είναι ευτυχισμένος χρόνος και δεν εξαρτάται από εκβάσεις και από το αν ζήσαν αυτοί καλύτερα.
Και με πολύ ζαβολιά και περηφάνεια, έχω κρατήσει ένα δισέλιδο στο ένα από αυτά τα άλμπουμ που αποκαλώ Η πινακοθήκη των ηλιθίων. Επιβάλλεται.

Ο 21ος

Εδώ λοιπόν μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Στην απευθείας μετάδοση μαζικών σφαγών παιδιών, βρεφών, αμάχων και στη συστηματική ισοπέδωση και μίας Γκερνίκας και δύο και τριών επί μήνες και μήνες. 

Εδώ λοιπόν μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Σε μια χώρα που πολιτικά έχει πεθάνει, της οποίας η οικονομία πεθαίνει, ενώ ο λαός της ηθικά όζει και διαβρώνεται από μέσα προς τα έξω, σιγά-σιγά και αδιάκοπα, καθώς ποτίζεται με όλο και περισσότερο φασισμό, όλο και βαθύτερη ξενοφοβία, όλο και πιο εξαπλωμένη μισαλλοδοξία.

Εδώ μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Στο διεθνές επίπεδο ηγεμονεύει ο κυνικός ιμπεριαλισμός: δεν χρειάζεται καν να παριστάνουμε τους εκπολιτιστές και τους ειρηνοποιούς πια· στο προσωπικό πεδίο και πάλι ο κυνισμός: δεν χρειάζεται καν να υποκριθούμε ότι μας νοιάζει τίποτ’ άλλο εκτός από την πάρτη μας.

Εδώ μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Οι φτωχοί και αδύναμοι αφανίζονται πραγματικά για πλάκα: αφανίζονται για να τιμολογηθούν φοροαπαλλαγές δισεκατομμυριούχων, για να μπορούν να καρπώνονται προμήθειες οι διεφθαρμένοι, για να μπορούν να πωλούνται και να χρησιμοποιούνται όπλα, για να μπορούν Πολύ Μεγάλοι Ηγέτες να παρουσιάζουν λαμπρά εθνικά αφηγήματά τους ενώπιον εξαθλιωμένων υπηκόων.

Εδώ μας έφερε ο 21ος αιώνας:
Η θερμοκρασία ανεβαίνει, οι θεομηνίες ήδη γίνονται κανονικότητα ― όμως καθόμαστε και φαντασιωνόμαστε θεαματικές αλλά συνοπτικές κινηματογραφικές συντέλειες με CGI ή και με AI και με οποιοδήποτε άλλο άι-άι. Ενώ τα σπίτια μας καίγονται, που έλεγε η παροιμία, εμείς τραγουδάμε· και τραγουδάμε φάλτσα για ζόμπι και δυστοπίες κι όχι von den finsteren Zeiten.

Εδώ μας έφερε 21ος αιώνας:
Όσοι κάπως τίμιοι έχουνε στον ήλιο μοίρα επιλέγουν την εστέτ απόγνωση και τη στωική απελπισία, επιλέγουν να πιστέψουν ότι τίποτα δεν θα αλλάξει κτλ. και συνεπώς με τη συνείδηση ακηλίδωτη συντάσσονται δίπλα σ’ εκείνους οι οποίοι εξαρχής επέλεξαν τον κυνισμό του κέρδους και τη μισανθρωπία του σολιψισμού ως τρόπο ζωής.

***

Η αλήθεια είναι τα πράγματα δεν είναι εύκολα: αντικρίζοντας την κεφαλή της Μέδουσας πετρώνεις.

Από την άλλη, όταν περπατάς καλοκαίρι στους δρόμους της Αθήνας και βλέπεις να κατεβαίνουν τον δρόμο αγόρια, κορίτσια και παιδιά που είναι απλώς παιδιά πάνω σε πατίνια και σκέιτ, χέρι χέρι, ακούγοντας μουσική, γελώντας μεταξύ τους τότε αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις χρέος να μην κοιτάξεις τη Μέδουσα κατάματα, έχεις χρέος να μην πετρώσεις, αλλά να στήσεις έναν καθρέφτη μεταξύ σας και να υψώσεις το χέρι και να παλέψεις.