"Sraosha is Ormazd's messenger. He delivers revelations, shows men the paths of happiness, and brings them the blessings which Ormazd has assigned to their share. Another of his functions is to protect the true faith. He is called, in a very special sense, "the friend of Ormazd," and is employed by Ormazd not only to distribute his gifts, but also to conduct to him the souls of the faithful, when this life is over, and they enter on the celestial scene." George Rawlinson The Seven Great Monarchies Of The Ancient Eastern World, Vol 3.
Bob Carlos Clarke, από τη σειρά The Agony and the Ecstasy (1994)
Όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους που δεν έχουν κάνει τη ζωή μας ή που βρίσκονται έξω από τη σκήτη μας, δηλαδή τη σοσιαλμηντιακή ή πραγματική φούσκα μέσα στην οποία ζούμε τις ζωές μας, καλό είναι να θυμόμαστε αφενός ότι δεν μπορούν όλα τα άτομα να μετατοπιστούν από το βίωμά τους, ιδίως αν είναι ανελέητο, ώστε να αντιληφθούν τα βιώματα άλλων. Αφετέρου, οι άνθρωποι είμαστε αντιφατικοί και πρισματικοί και πάντως όχι όλο συνέπεια χαρακτήρες ηθικοπλαστικών έργων.
Το λέω αυτό έχοντας πλήρη επίγνωση ότι είναι αδύνατο να κοινωνικοποιηθούμε, να συναναστραφούμε, να αλληλοκατανοηθούμε και (αν γίνεται) να αγαπηθούμε εάν δεν μετακινηθούμε από το βίωμα μας ή και από το τραύμα μας. Αν μη τι άλλο, η μετατόπιση από αυτό που αυτάρεσκα αποκαλούμε «την αλήθεια μας» (μπρρ) είναι αναγκαία: αλλιώς καθόμαστε όλες κι όλοι, υπαρξιακά μαγκούφηδες, να κοιτάζουμε τον αφαλό μας και να αναμασούμε τις εμμονές μας, τις νευρώσεις μας και την ιστορία που λέμε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας και για το παρελθόν του. Η μετατόπιση αυτή μπορεί είτε να είναι ενσυναισθητική στον χαρακτήρα της είτε να αποτελεί πνευματική άσκηση να βγούμε για λίγο από τον εαυτό μας, να πάμε πέρα από την αυτοθυματοποίηση και τον παραλογισμό της αυτοδικαίωσης, του virtue signalling και της αυτομαστίγωσης.
Στην τελική μάς ενδιαφέρουν τα ιδεώδη που ενσαρκώνουν οι άνθρωποι, όταν και αν τα ενσαρκώνουν και τον βαθμό που τα ενσαρκώνουν, και όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι ως πάγκαλοι άγιοι κι ως πρότυπα. Ο άψογος και άμωμος άγιος που τον χαρακτηρίζουν μόνον αρετές, έτοιμος από καιρό και θαρραλέος, ο οποίος ορθοτομεί και ορθονοεί ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία, που είναι άμωμος και συνεπώς προσφέρεται για πλήρη ταύτισημαζί του δεν είναι παρά μια προτεσταντική φαντασίωση του 19ου αιώνα.
Ο άψογος ήρωας με τον οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε είτε είναι η Παναγία είτε φάσμα των παλιών καλών καιρών που επινόησαν οι Ρομαντικοί στην ανάγκη τους να αντέξουν την τεχνολογία και την εκβιομηχάνιση (τη βία του καπιταλισμού στην πραγματικότητα, εξίσου αποτρόπαιας με της φεουδαρχίας αλλά πιο οργανωμένης ― όμως ας μην πλατειάζω).
Δεν γίνεται λοιπόν να αναζητούμε να ταυτιστούμε με ανθρώπους σώνει και καλά, μετατρέποντάς τους σε ήρωες, ούτε λ.χ. να θεωρούμε ότι ένα άτομο είναι δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο μόνο και μόνο επειδή σε κάποιες συγκυρίες και υπό συγκεκριμένες συνθήκες ύψωσε το ανάστημά του ή είπε κάτι σωστό. Όπως είπε και ο παππούς της γλωσσολογίας, που σύντομα αφρόνως θα αγιοποιηθεί κι αυτός «We shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas».
Αυτόν τον πίνακα τον αγάπησα όταν ήμουν 19 χρονών υπό συνθήκες που σχεδόν συζήτησα πολύ παλιά πια. Αν ήμουν λίγο περισσότερο εστέτ και αρκετά πιο πλούσιος θα έλεγα ότι αξίζει να πάει κανείς στη Βιέννη μόνο και μόνο για να τον δει. Αλλά δεν είμαι παρά ο πτωχο-Σραόσα και θα τα πω όπως τα ένιωσα.
Στεκόμουν λοιπόν επιτέλους μπροστά στον πίνακα αυτόν, 31 χρόνια αφού με γήτεψε και με γοήτεψε η αναπαραγωγή του σε μια κάρτα από αυτές που πουλάνε στα πωλητήρια μουσείων. Η αλήθεια είναι είναι ότι όσο περισσότερο τον ατένιζα και τον παρακολουθούσα (οι πίνακες κινούνται, ως γνωστόν) και τον μπάνιζα αχόρταγα αλλά και με αιδημοσύνη, τόσο περισσότερο με συνάρπαζε αυτό που έβλεπα.
Πρώτον, ποιος ζωγραφίζει τη σκηνή; Σίγουρα όχι ο ζωγράφος που ζωγραφίζει την κοπέλα και που μας έχει γυρισμένη την πλάτη του. Ο ζωγράφος βρίσκεται εντός μιας ζωγραφιάς ενός ζωγράφου που δεν φαίνεται, ο οποίος οὔτε φαίνει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Εδώ δεν υπάρχουν καθρέφτες όπως στον Γάμο του Αρνολφίνι ή στις Meniñas: κάποιος ζωγράφος αναπαριστά έναν ζωγράφο αλλά ο μεν δεν φαίνεται ενώ ο δε ζωγραφίζει ένα μοντέλο που, μαθαίνουμε, φέρει τα διακριτικά της Μούσας της Ιστορίας.
Η οποία Μούσα (το μοντέλο δηλαδή) ποζάρει μπροστά στον χάρτη των Κάτω Χωρών όπως ήταν όλες μαζί πριν την Ειρήνη της Βεστφαλίας του 1648. Γιατί; Έπαθε αλυτρωτισμό ο Βερμέερ; Μάλλον όχι: οι Κάτω Χώρες είναι η πατρίδα της φλαμανδικής / ολλανδικής Αναγέννησης, της δόξας της βορειοευρωπαϊκής τέχνης.
Πιο απλά, ο πίνακας εγκιβωτίζει το ένα θέμα μέσα στο άλλο:
Χωρίς καθρέφτες και τεχνάσματα αναπαριστά την ζωγραφική (τον ζωγράφο που ποζάρει πλάτη) που αναπαριστά την ιστορία (το μοντέλο ως Κλειώ) που θα απαθανατίσει στο βιβλίο της την πατρίδα του (που αναπαριστά ο χάρτης), η οποία δοξάστηκε μέσω της ζωγραφικής.
Κι έτσι ο κύκλος κλείνει, το έργο εγκιβωτίζεται στον εαυτό του αλλά ο Βερμέερ παραμένει εκτός: χωρίς καθρέφτες και τέτοια.
Κοιτώντας λοιπόν δακρυσμένος το έργο, το πόση επιφάνειά του καταλαμβάνει μια κουρτίνα μια καρέκλα και κάτι υφάσματα, ένιωσα δυνατά όσο λίγες φορές πως η ανθρώπινη ζωή είναι πολύπλοκη γιατί επιδιώκουμε ταυτόχρονα και να προχωρούμε και διαρκώς να επιστρέφουμε.
Ο ίδιος ο εκλιπών παραμένει κρυμμένος από όσους τον συναντήσαμε για λίγο ή καθόλου. Όσοι πιστεύουν στον αναστάσιμο εαρινό θρύλο των λαών της Εγγύς Ανατολής θα έχουν την ευκαιρία να τον συναντήσουν εντός του θρύλου αυτού, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.
Ταυτόχρονα, το έργο του εκλιπόντος ήταν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους· άλλωστε τα πάντα τοις πάσι κατάφερε να γίνει μόνον ο Απόστολος Παύλος, σύμφωνα με ισχυρισμούς του.
Για τους θεολόγους και τους θεολογίζοντες έφερε τον περσοναλισμό και τη θεολογία των Ευδοκίμοφ και Ware στην Ελλάδα, με ολίγη από Μπερντιάγιεφ, νεοσχολαστικισμό (Maritain) κι υπαρξισμό, απελευθερώνοντάς την από τη μάντρα του μουστακαλή με το φτηνό γκρι κουστούμι και από το προαύλιο του βλαμμένου ιεροκήρυκα κληρικού. Ο ανώτερος πάντως κλήρος από το έργο του μόνον τα σπασμωδικά αντιδυτικά αντανακλαστικά κράτησε, αλλά τι να περιμένει κανείς από δαύτους.
Για τους φιλοσοφούντες και τους φιλόσοφους ήταν ένας στοχαστής που οικειοποιούνταν όρους και σπανιότερα έννοιες από μια γκάμμα στοχαστών και φιλοσοφικών ρευμάτων για να διατυπωσει όχι και τόσο εντυπωσιακές θέσεις.
Τα γερασμένα πια tenderορθόδοξα νιάτα της δεκαετίας του ’80 και του ’90 βρήκαν στα ερωτοθεολογικά του άλματα τον τρίτο δρόμο μεταξύ αφενός της ορθόδοξης σκυθρωπής ασκητίλας κι ασφυκτικής στέρησης και αφετέρου μιας ζωής μακριά από τις πολιτισμικά προκάτ εκστάσεις της ευσέβειας μας, μιας ζωής δίχως Χριστό και Παναγία: μπορούσαν λοιπόν πια και να εκκλησιάζονται και να κάνουν σεξ, και να νιώθουν «Ορθοδοξία και μια ζεμπεκιά» και να φιλάν εικονίσματα με τα ίδια χείλη που κτλ. — because μέθεξη και αλληλοπεριχώρηση και συναμφότερον ολούθε.
Οι θηριώδεις εθνοπατριώτες που επί δεκαετίες κατανάλωναν τις επιφυλλίδες και τα δεκάδες βιβλία στα οποία αυτές σιμπιλήθηκαν βρήκαν σε αυτό το μέρος του έργου του μια πιο υψηλόφρονα δικαίωση των μισανθρωπικών θέσεών τους, εντός των πάντοτε χρήσιμων συμφραζομένων της αυτοθυματοποίησης, του Finis Greciae και του «θλιβερού Ελλαδιστάν». Σημειωτέον ότι οι επιφυλλίδες δεν αποτελούσαν πάρεργο του εκλιπόντος, δεν ήταν οι βουκαμβίλιες (!) που καλλιεργούσε ο Μότσαρτ (!) στον ελεύθερο χρόνο του, καθώς γράφτηκε: αφιερώθηκε στην επιφυλλιδογραφία.
Δεν υπάρχει λόγος ούτε να καταριόμαστε, ούτε να θυμιατίζουμε. Ισχύει πάντοτε ότι δεν ψάχνουμε ινδάλματα αλλά ιδέες και ιδεώδη — αν και όπου υπάρχουν.
Μήπως είμαι αλλού στη μεγάλη μου πλάνη και νομίζω πως ζω, αλλά έχω πεθάνει;
Σπύρος Γιατράς
Πεθάναμε το 2012 μάλλον. Η εξέγερση του 2008 ήταν η αρχή μιας αρχής που τελείωσε το 2012.
«Ο ελληνικός λαός εισήλθε σε μια παύση κινητοποιήσεων μετά τον Φεβρουάριο του 2012, η οποία ακολούθησε μια σχετικά ζωηρή εξεγερτική κίνηση, για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας τέλος πάντων. Η προσφιλής εξήγηση υπήρξε ότι ο λαός ηττήθηκε από τη φονική και αδιάκριτη βία της αστυνομίας. Ενδεχομένως ήτανε μια εξήγηση που εξυπηρετούσε την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ: τι είδους απαιτήσεις μπορεί να έχει ένας ηττημένος λαός;» (εδώ τα υπόλοιπα)
Γεγονός είναι ότι από το 2012 πραγματικά δεν κουνιέται φύλλο, εκτός βεβαίως αν πρόκειται για τις αλησμόνητες ρωσοκίνητες παράτες για το Μακεδονικό. Δεν κουνιέται πάντως φύλλο ούτε για τα Τέμπη, ούτε για το Μάτι, ούτε για την Εύβοια ή τη Δαδιά, ούτε για τις υποκλοπες (άχαχαχαχαχαχχχχ) ― ούτε καν για τη ληστεία στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, την ανεξέλεγκτη ακρίβεια, τη δήωση των σιδηροδρόμων και την εγκατάλειψη των Μέσων Μεταφοράς ή την άλωση του κέντρου Αθήνας και Θεσσαλονίκης από τις εταιρείες ερμπιενμπήδων.
Όλα καλά.
Δεν μιλάω για τα κόμματα, μιλάω έστω για την ωραία φωτιά του Δεκέμβρη του 2008, που θα θεωρούνταν δείγμα διχασμού άλλωστε. Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να υπογραμμίσω τη σαφώς καταστροφική κι ανεξέλεγκτα αλαζονική διαχείριση εκ μέρους του θιάσου του Μητσοτάκη όσον αφορά τη δασοπυρόσβεση, την παροχή δημόσιων αγαθών ή τη στάση του θιάσου αυτού έναντι των θεσμών.
Θα πω απλώς ότι από το 2012 και μετά είμαστε πεθαμένοι, ότι η αγανάκτησή μας αφορά αν θα υιοθετούν παιδάκια τα ομόφυλα ζευγάρια ή αν θα ονομάζεται η Βόρεια Μακεδονία Βόρεια Μακεδονία αντί για Μακεδονία (ή Μακεντόνια, που είναι άλλο πράμα, όπως βεβαίωνε πάλαι κάποιος Ρώσος ΥπΕξ). Για όλα τα υπόλοιπα όχι Δεκέμβρη του ’08 αλλά ούτε καν πορείες με κατσαρόλες (α λα Αργεντινή) ή έστω με μπρελόκ (α λα Πράγα) δεν είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε.
Σιγά λοιπόν μην μπω λοιπόν στη διαδικασία της ελληνικά προσφιλούς μας μεμψιμοιρίας κτλ.
Ας καούν τα πάντα, τα πάντα όμως, ας πεθάνουμε όλοι σε πυρκαγιές και σε τρένα κι από τη ρύπανση και εντός ΕΣΥ που υπολειτουργεί, ας καταπατηθεί ό,τι έχει μείνει για να έρθει ανάπτυξη, ας γεμίσουμε τουρίστες και πανάκριβα δυάρια κι άδεια μωλ, ας γίνουν οι δικαστές ανδρείκελα και οι δημοσιογράφοι νευρόσπαστα, ας γίνουμε δούλοι των ΗΠΑ και στόχοι των υπόλοιπων ενώ φαντασιωνόμαστε τη Σερβία και τον ω πόσο τελέσφορο γενοκτονικό εθνικισμό της, ας επιστρέψουμε στους γεροντάδες και στα λείψανα.
Τις τελευταίες εβδομάδες ασχοληθήκαμε με πολλά και διάφορα που σίγουρα θα ξεθωριάσουν γρήγορα.
Με τη συγκάλυψη του Αρείου Πάγου σε ακόμα ένα τερατώδες σκάνδαλο που πλήττει τους θεσμούς δεν πολυασχοληθήκαμε, όπως δεν πολυασχολούμαστε με τις πυρκαγιές που δεν βγαίνουν στις ειδήσεις, όπως μιλάμε για τον υπερτουρισμό στην Ισπανία μια κι εδώ στην Ελλάδα δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, όπως δεν μας απασχολεί η γενικευμένη διάλυση σιδηροδρόμων και λοιπών ΜΜΜ (κυρίως στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα) ― και πάει λέγοντας.
Δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε και πολλές απαιτήσεις. Εδώ δεν ασχολούμαστε με το κόστος του ηλεκτρισμού ή με το εξηντάευρο που πάει σε ένα γάλα, μισό κιλό τυρί, έξι κρεμμύδια, ψωμί, μπανάνες και ένα κιλό ντομάτες.
Ωστόσο παντού υπάρχουν εκείνες κι εκείνοι που αγρυπνούν και μίλησαν για την αστυνομική βία και την απειλή αστυνομικής βίας κατά των Εσφιγμενιτών. Οπωσδήποτε σε μία χώρα που η αστυνομική αυθαιρεσία και κατασταλτική βία αποτελούν πανσπάνιες εξαιρέσεις είναι σημαντικό να στηλιτεύονται αυτές οι ελάχιστες εκδηλώσεις τους, και δη κατά «αγιορειτών πατέρων» (μιας κοινότητας που στους κόλπους της περιλαμβάνει ό,τι πιο σκοτεινό έχει αναφυεί σε αυτόν τον τόπο, με εξαίρεση τα τζάκια λαδέμπορων, δοσιλόγων και λοιπών παρασίτων).
Παράλληλα, στο Μπανγκλαντές ο στρατός και η αστυνομία σφαγιάζει και καταστέλλει βίαια χιλιάδες διαδηλωτές αλλά δεν πειράζει γιατί αυτά συμβαίνουν στον Τρίτο τον Κόσμο. Εέτσι άλλωστε κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο Σουδάν, τη Γάζα, παλιότερα στο Κονγκό ― ώσπου όλες αυτές οι τριτοκοσμικές κατασταλτικές μέθοδοι, εντελώς γαλλικές κι αμερικανικές στην εφαρμογή τους, έρχονται και στη μακάρια ευρωπαϊκή ήπειρο.
Θα μου πείτε, κι εδώ αστυνομική βία κι εκεί αστυνομική βία. Θα σας πω, αν είδατε την τεράστια ολυμπιακή φυλακή στην οποία μετατράπηκε το Παρίσι, παντού αστυνομική βία και παντού καταστολή. Αυτό είναι το μέλλον.
Προσωπικά λοιπόν με αφορούν περισσότερο οι Μπαγκλαντεσιανοί από τους Εσφιγμενίτες. Οι Εσφιγμενίτες δεν γουστάρουν τον νεωτερικό κόσμο και την (όποια) ελευθερία του, ονειρεύονται ένα ολοκληρωτικό παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε και τους δέρνουν (ή προσπαθούν να τους δείρουν) οι μπάτσοι. Οι Μπαγκλαντεσιανοί μάλλον δεν γουστάρουν τον νεωτερικό κόσμο που τους φόρτωσε ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, ονειρεύονται ένα μέλλον που ενδεχομένως να καταφέρει να υπάρξει. Οι πάρα πολύ αριστεροί φίλοι μου ίσως πουν ότι δεν υπάρχει εξεγερτική στόχευση και ιδεολογική συγκρότηση στους Μπαγκλαντεσιανούς, ενδεχομένως έχουν δίκιο.
Ωστόσο εγώ θα είμαι πάντα με όσους κοιτάζουν προς το ακόμα μη πραγματικό μέλλον παρά με όσους αλληθωρίζουν προς ένα φανταστικό ή μη παρελθόν γεμάτο με αρπακτικά όρνεα και μοχθηρούς ασκητές.
To 2010, δηλαδή πριν δεκατέσσερα χρόνια, ανέβασα τη συντομότερη ανάρτηση που έχω γράψει ποτέ εδώ. Ακόμα και σήμερα θυμάμαι τη συγκυρία που με ώθησε να είμαι επιγραμματικός. Ο λόγος που ήμουν τόσο επιγραμματικός ήταν επειδή η μεν συγκυρία ήταν καταλυτική ενώ η στάση μου απέναντί της, η στάση μου εδώ και όχι αλλού, ήταν εδραία πλην αμήχανη.
Η αμηχανία έχει μάλλον υποχωρήσει προ πολλού, ενώ βεβαιότητες άλλες από τις βιωματικές και όσες θεμελιώνονται σε βασικές αρχές (που έλεγε κι ο Σαββόπουλος) εξακολουθώ να μη διαθέτω. Η συγκυρία τον Ιούλιο του 2024 δεν είναι ενδεχομένως τόσο καταλυτική, παραμένει ωστόσο συγκυρία που μας αναγκάζει να δηλώνουμε πού στεκόμαστε και γιατί.
Ενώ λοιπόν η κλιματική καταστροφή είναι σε εξέλιξη, η αμερικανική ηγεμονία διαβρώνεται (κι αυτό δεν είναι από μόνο του αφορμή για πανηγυρισμούς), η γενοκτονία κανονικοποιείται ως αυτοάμυνα (Γάζα) και η εισβολή και κατοχή δικαιολογούνται με όρους ακόμα πιο προσχηματικά ιδεολογικούς κι από της αποικιοκρατίας (Ουκρανία), η Ελλαδάρα πεθαίνει όχι γιατί την αλώνει η Δύση (κύριε Χρήστο) αλλά επειδή επιτέλους την έχουν καταλάβει κατά κράτος και χωρίς αντίσταση οι καιροσκοπικές στις δραστηριότητές τους αλλά παλαιόθεν εδραιωμένες ελίτ της.
Η ακόμα πιο αντιδραστική Αντίδραση
Ενώ λοιπόν οι ελίτ αυτές έχουν μείνει χωρίς αντίπαλον δέος, φαίνεται κάπως να έχουν λυσσάξει. Δηλαδή όχι κάπως, εντελώς. Έχουν μάλιστα να λυσσάξουν έτσι από τη Μνημονιοκρατία, με φορείς της αγανάκτησης και της χρηστομάθειάς τους τα ίδια και τα ίδια ανδρείκελα.
Εικάζω πως ο λόγος που εσχάτως η Αντίδραση έχει γίνει πολύ περισσότερο αντιδραστική είναι επειδή εδώ και κάτι χρονάκια η αντίσταση έχει επιστρέψει πίσω στον πραγματικό κόσμο, μετά τις 25ετείς κουκουρούκου διακοπές της στα ξερονήσια του συμβολικού.
Βεβαίως μιλάμε για την αντίσταση εκτός ελληνικών συνόρων: για πρώτη φορά μετά το 1989 οι ελίτ φοβούνται (κάπως) και πάλι. Στην Ελλάδα αυτά θα μας έρθουν σε 1-2 δεκαετίες, ως συνήθως: προς το παρόν έχουμε τον δούκα Κασελάκη και κάτι αλληλοσπαρασσόμενους μαργράβους της Αριστεράς, όμως οι ντόπιες ελίτ δεν εφησυχάζουν: μπορεί να έχουν πολλά κουσούρια αλλά προνοητικές παραμένουν πάντοτε.
Με το βλέμμα προσηλωμένο στο παρελθόν
Η αντιδραστικότητα των ελίτ (ή της Αντίδρασης) στην Ελλάδα έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Επειδή ο τόπος αυτός χτίστηκε ως Μουσείο και Παιδική Χαρά του Παρελθόντος, είναι μονίμως στραμμένος στο παρελθόν. Ο μόνος τρόπος να καταξιωθείς είναι να πεθάνεις ή να μιλάς με πεθαμένους ή να κάνεις πεθαμένα πράγματα. Η εχθρότητα για ό,τι δεν είναι παλιό είναι γενικευμένη.
Ακούμε λοιπόν πολλές φορές παράπονα και θρήνους όπως «πού είναι η Ελλάδα του Γκάτσου, της Λαμπέτη, του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Κακογιάννη, της Μελίνας, του Τσιτσάνη, του Τσαρούχη» κτλ. Λησμονούμε βεβαίως ότι τον καιρό που ζούσαν κι εργάζονταν όλοι αυτοί μόνο ινδάλματα και φιγούρες αναφοράς δεν αποτελούσαν ― αλλού βρίσκονταν οι έγνοιες, οι ανησυχίες και τα πρότυπα των ελίτ μας.
Δεδομένης της παρελθοντολαγνίας μας, είμαι βέβαιος ότι είσαι καμιά τριανταριά χρόνια θα βλέπουμε στη Μηχανή του χρόνου (ή ό,τι θα υπάρχει τότε) αφιερώματα στον τιτάνα Δημήτρη Παπαϊωάννου, στον κολοσσιαίο διεθνούς ακτινοβολίας Τερζόπουλο, στον πρωτοπόρο Γιώργο Λάνθιμο και σε άλλους δημιουργούς οι οποίοι στο παρόν όταν δεν περνούν απαρατήρητοι απλώς λοιδωρούνται και συγκρίνονται με βολικά πεθαμένους όπως ο Κουν, ο Παπατάκης, ο Ροντήρης, ο Φιλοποίμην Φίνος ― ή δεν ξέρω ποιος άλλος την περίπτωση του Παπαϊωάννου.
Θα μιλάνε λοιπόν στο μέλλον για την καταπληκτική συγκυρία της Ελλάδας που στο γύρισμα του αιώνα αλλά και στα σκυθρωπά κι όλο κόπωση πλην ηλιόλουστα χρόνια των Μνημονίων «μεγαλούργησε» κτλ. Βάλτε και τους αθλητές μας μέσα κι είμαστε ήδη ο μύθος του μέλλοντός μας ― απλώς δεν το ξέρουμε, όσοι από εμάς έχουμε μέλλον εν πάση περιπτώσει.
Η περίπτωση της Ορέστειας
Μιλώντας για τον Τερζόπουλο, πρέπει να αναγνωρίσει κανείς ότι το θέατρο που κάνει το κάνει επί δεκαετίες, ότι είναι ξεχωριστό θέατρο κι ότι σίγουρα δεν υπάγεται στη λογική «φανταιζίστικες σκηνογραφικές λύσεις που διανθίζονται με ηθοποιούς οι οποίοι παραμένουν απαίδευτοι και τελικά καταλήγουν είτε να απαγγέλλουν είτε να κανοναρχούν το θεατρικό κείμενο».
Στην πρόσφατη Ορέστειά του, που τόσο σόκαρε τους αμαθείς περί την αρχαιότητα αλλά και τους ανασφαλώς κεντρώους συνάμα, ο Τερζόπουλος για άλλη μια φορά έδωσε ένα τελετουργικό μεν αλλά εντελώς σωματικό (και λιγάκι μπρεχτιανό) θέατρο. Το κοντινότερο στην Ορέστεια που είδαμε φέτος ήταν οι ανεπανάληπτες Βάκχες της Κοντούρη το 2021.
Στην Ορέστεια του Τερζόπουλου πρωταγωνιστεί ο Χορός, που πάσχει και δρα σωματικώς ― καθώς οφείλει στο θέατρο, κατά τη γνώμη μου, αλλιώς θα μέναμε στις απαγγελίες και στα θεατρικά αναλόγια. Η τριλογία κατά των Τερζόπουλο είναι ενιαία, αβίαστη, μυσταγωγική αλλά υλικότατη.
Αν πρέπει να ανθολογήσουμε σκηνές, ίσως περιοριζόμασταν στην Κασσάνδρα της Ασουάντ, στη σκηνή «έλα μέσα στο παλάτι βασιλιά μου», στο ντουέτο Ορέστη κι Ηλέκτρας στις Χοηφόρους, στον δικολάβο Απόλλωνα και στην πιο σύνθετη Αθηνά που έχουμε δει.
Απλώς Αντίδραση και σύνθετοι χαρακτήρες δεν συμβαδίζουν, όχι δεν είναι προνόμιο της Αντίδρασης η έκφανση αυτή της ιδιωτείας. Στην Επίδαυρο, δύο νέοι της Σιδώνος μετά την παράσταση κριτίκαραν ότι το φινάλε των Ευμενίδων το ήθελαν πιο «συμβολικό» και λιγότερο άμεσα πολιτικοποιημένο. Μιλάμε για τις Ευμενίδες όμως, ένα έργο του οποίου η Αθηνά απασχολεί το ένα τρίτο εξαγγέλλοντας τον θεσμό του δικαστηρίου αφενός και παινεύοντας την πόλη των Αθηνών ως κράτος θεμελιωμένο σε θεσμούς αφετέρου. Σόρυ σιδώνιε μπρο, δεν πρόσεχες όμως.
Κάποιοι που κάπου κάτι διάβασαν για τον Αισχύλο παραπονέθηκαν ότι ο Τερζόπουλος διέστρεψε το μήνυμα της Αθηνάς και το κατέστησε, Ô mon Dieu, κριτική της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό εν μέρει δικαιολογείται από τη φοβικότητα της Αντίδρασης, εν μέρει από το εξής:
Έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε τα πολιτικά κείμενα της κλασικής εποχής σαν να είναι ο Επιτάφιος του Περικλέους (ή, άντε, οι Πέρσες). Με άλλα λόγια θεωρούμε δεδομένο ότι οποιοδήποτε κείμενο της εποχής με εξαίρεση ίσως τον Αριστοφάνη μιλάει για την αθηναϊκή πολιτεία και τη δημοκρατία της ως μια ιδανική λύση, ως τη μέση λύση μεταξύ αναρχίας και τυραννίδας που εξαγγέλλει η Αθηνά στις Ικέτιδες.
Συνεπώς, θέλουμε (; ) να διαβάσουμε τις Ικέτιδες ως ακόμα ένα κείμενο που εξυμνεί τον συμβιβασμό ο οποίος έδωσε το συγκεκριμένο πολίτευμα, σύμφωνα φυσικά και με τις μεταγενέστερες πεποιθήσεις του Αριστοτέλη. Είναι πιθανόν όμως ότι αυτό που θέλουμε εμείς δεν προκύπτει από το κείμενο και σίγουρα ο Τερζόπουλος δεν το είδε έτσι. Αυτό λέγεται τέχνη.
Για τι μιλάει όταν μιλάει η τέχνη
Βεβαίως η Αντίδραση αντιπαθεί την τέχνη ― όχι δεν είναι προνόμιο της Αντίδρασης η έκφανση αυτή της ιδιωτείας. Κατά την Αντίδραση, δεν χρειάζεται να μιλάει για το σήμερα η τέχνη, δεν χρειάζεται να μιλάει για τίποτα η τέχνη: η τέχνη είναι διακόσμηση και διασκέδαση και διεκπεραίωση ανώδυνων εννοιών· άντε, μπορεί ενδεχομένως να μιλάει με τα ψηλά ή για τα υψηλά ή για τον έρωτα μετριασμένα, αλλά μέχρι εκεί. Αν λοιπόν πρέπει να μιλάει για το σήμερα η τέχνη υπάρχουν ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Ευθυμίου και η μακαριστή Κική Δημουλά.
Διότι το ζητούμενο σε έναν τόπο που κοιτάζει πίσω και μόνον πίσω και δεν θέλει ή δεν μπορεί να κοιτάξει το τώρα (το αύριο είναι χαμένη υπόθεση, μας λένε) είναι τα εξής: η ευπρέπεια, η εθνική κι ατομική ομφαλοσκοπία και οι όποιες ασαφείς και δυσοίωνες μοίρες αυτού του τόπου. Αυτά τα τρία αποκλειστικώς κι όχι η Σάττι κι οι Ευμενίδες κι οι έξαλλοι πάνκηδες.
Ευπρέπεια, παιδιά: ευπρέπεια. Άλλωστε όταν πρωτοπαραστάθηκαν οι Ευμενίδες λεν οι σχολιαστές ότι η όψις τους ήταν τόσο τρομακτική που απέβαλαν γυναίκες. Φιγουρατζής κι αυτός ο Αισχύλος, ποιος ξέρει τι εχθρός της τέλειας δημοκρατίας στην οποία ζούσε ήταν κι αυτός.
Ελάχιστοι εχέφρονες Βρετανοί θα ισχυρίζονταν ότι η βρετανική μουσική τον 18ο και τον 19ο αιώνα would be anything to write home about. Όσο κι αν ακκίζονται και καυχιούνται για τα πραγματικά, παραφουσκωμένα ή ανύπαρκτα επιτεύγματα της αυτοκρατορίας τους που άφησε εκατόμβες νεκρών, την ειδεχθή κληρονομιά της αποικιοκρατίας και την επίφαση χρηστής διοίκησης στην οικουμένη αλλά επιδερμικούς συγκρητισμούς κι ελαττωματικές υποδομές στο τρυφηλό και νεφοσκεπές νησί τους, οι Βρετανοί το ξέρουν: British classical music (well, until Elgar) is nothing to write home about.
Στη δική μας την έτι ενδοξότερη γωνιά της βαλκανικής χερσονήσου, τέτοια ζητήματα δεν τίθενται για συζήτηση: είμαστε το λίκνο του (ενός) πολιτισμού (που χαμπαριάζουμε), η φιλοσοφία τελείωσε με τον Επίκουρο και τους Στωικούς (όχι πολύ καλά δηλαδή), οι επιστήμες (όπως τις αντιλαμβάνονταν οι Άραβες σοφοί του 10ου αιώνα) μάς χρωστάνε τα πάντα, ενώ κάπου μέσα στην εικόνα κρύβεται κι ένα ένδοξο Βυζάντιο, δηλαδή μια συνεχώς μεταβαλλόμενη «Οικουμένη» που κράτησε πάνω από 1000 χρόνια. A propos, ελπίζω στο μέλλον να μην τσουβαλιάζομαι μαζί με τον Ιάκωβο Πιτζιπίο ή με τον Αγάπιο Λάνδο, από τους οποίους απέχω λιγότερο από 500 χρόνια πάντως. Πέρα από τις όποιες φαντασιώσεις υστεροφημίας, τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας χωρίζονται σε αυτά στα οποία η Ελλάδα (νομίζει ότι) διαπρέπει και σε αυτά που δεν είναι ακριβώς επιτεύγματα.
Φρονούμε λοιπόν ότι είναι υπέροχη η νεοελληνική πεζογραφία. Πράγματι, μετά τη δεκαετία του ’60 η νεοελληνική πεζογραφία ανθεί και φέρει κι άλλο και ― αν μη τι άλλο ― δεν είναι για τα μπάζα. Δυστυχώς (φιλαράκια μου), με το ζόρι μπορεί κανείς να ισχυριστεί το ίδιο για τη νεοελληνική πεζογραφία πριν τη δεκαετία του ’60. Θα έλεγα μάλιστα πως ένας λόγος που ακόμα κάνουμε ανούσιες συζητήσεις για π.χ. τον Καραγάτση είναι επειδή κανείς σχεδόν δεν θέλει να παραδεχτεί πως πριν από τη δεκαετία του 60, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η πεζογραφία μας είναι για πέταμα ή γουτουπού.
Για την αρτηριοσκληρωτική ευτέλεια και τη δουλοπρεπή απομίμηση γαλλικών φυλλάδων της πεζογραφικής παραγωγής που κυριαρχούσαν μέχρι περίπου τη γενιά του ’30 έχουν μιλήσει αναλυτικά ακόμα και κάτι κρυπτοχουντικοί πανεπιστημιακοί φιλόλογοι, από αυτούς που δημοσίευαν σε περιοδικά εξωραϊστικών συλλόγων και των οποίων το opus magnum ήταν η διδακτορική διατριβή τους.
Δεν είναι τυχαίο που μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (see what I’ve done here?) ο Ροΐδης φάνταζε γίγαντας αλλά και ότι ο χαντακωμένος Βιζυηνός με σκορ 5/7 προσέφερε στα ελληνικά γράμματα τα αριστουργηματικότερα πεζά τους μετά την απαράμιλλη Γυναίκα της Ζάκυθος. Κάπου εκεί βρήκε και χώθηκε κι ο Παπαδιαμάντης γιατί, κακά τα ψέματα, η ξινίλα-ποδαρίλα και η μπαγιάτικη κλεισούρα θυμίζουνε στον Έλληνα (άντρα) τη γιαγιά του (την ενίοτε Φραγκογιαννού)· κι ο Έλληνας τη γιαγιά του την αγαπάει, όλα κι όλα. Πέρα από την πλάκα, η Φόνισσα λάμπει εκεί εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον Θώμας Άρντυ με τον Θεόδωρον Δοστοϊέφσκην, εκεί όπου το όποιο ταλέντο του Παπαδιαμάντη εύρε τον θάνατον πολύ πριν την ενηλικίωσή του.
Και μετά; ίσως ο Πέδρο Καζάς του Κόντογλου. Έπρεπε να μας σαρώσει η τρομακτική δεκαετία του ’40 για να βγούμε από γλωσσικές ομφαλοσκοπήσεις, βυθομετρήσεις της ελληνικότητας α λα γαλλικά, ανούσιες ηθογραφικές επανεπινοήσεις, ψευτομπουρζουά σαχλαμπούχλες και κάθε λογής Άγγελο Τανάγρα και Νίκο Καζαντζάκη για να αρχίσουμε να έχουμε πεζογραφία.
Με το απρόσμενο ξεκίνημα της Κρανάκη σιγά σιγά αρχίσαμε τότε να κατανοούμε ότι πρέπει να χτιστεί πεζογραφική παράδοση, ότι δεν γίνεται να επιστρέφει στανικώς κι επανειλημμένα η πεζογραφία στην ποίηση, ότι η ηθογραφία πέθανε μαζί με την αγνή ελληνική επαρχία στον Εμφύλιο, ότι πεζά γράφονται και σε γλώσσες πλην της γαλλικής και της γερμανικής, ότι ο Μάξιμ Γκόρκι δεν είναι Τολστόι κι ότι ο Τολστόι προέρχεται λ.χ. από έναν κόσμο ομόδοξο (…) μεν, πολλαπλάσια πιο σημαντικό και ευρύ δε.
Βρισκόμαστε, νομίζω, ακόμα σε μια διαδικασία απόδρασης από τον επαρχιωτισμό. Έργο με το έργο, και με πολλά πισωγυρίσματα, γινόμαστε όλο και λιγότερο επαρχιώτες ομφαλοσκόποι, εμπεδώνοντας αυτό που ωραία είπε ο Κούντερα στο Rideau: «How to define provincialism? As the inability (or the refusal) to see one’s own culture in the large context.»
Επίμετρο: Ο Άρης Αλεξάνδρου (το Κιβώτιο είναι το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα), ο Ταχτσής, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Χατζής, ο Πεντζίκης, η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή (κι ας τις σνομπάρετε), ο Βασιλικός (που τα 3/4 των γνωστών μου απεχθάνονται) και άλλες και άλλοι μετά από αυτούς κι αυτές αγαπήθηκαν και επειδή δεν παρέπαιαν διαρκώς μεταξύ τερζακικής ανίας και καζαντζακικής μανίας.
Όταν ήμουνα μικρότερος ακούγονταν διαρκώς κάτι νεορθόδοξες χατζημαλακίες ότι οι «Δυτικοί» (αναλυτική κατηγορία εφάμιλλης διανοητικής οκνηρίας με το «Ανατολή», αν και κατά τι λιγότερο δόλια) δεν χαίρονται τη ζωή, είναι πνιγμένοι στην ενοχή και στο Angst, τους ευνουχίζει ο καθολικισμός ή ο προτεσταντισμός ή αυτό το πράμα του Έριχ Φρομ για τον καπιταλισμό.
Αντίθετα, εδώ στην καθ’ ημάς Ανατολή (όρου που τσουβαλιάζει τους κόσμους από την Περσία μέχρι τη Βοσνία και από τη μοχθηρή Κρήτη μέχρι τη βαρύθυμη Ρωσία), ζούμε μέσα στη χαρά και στην κατάφαση και στον γλυκό καημό και σε δεν ξέρω τι άλλο. Αυτό είναι η Ανατολή: η χαρά κι η χαρμολύπη και η φουλ κατάφαση, ξέρω γω, ενώ οι γαμο-Δυτικοί, αφού κούρσεψαν την Πόλη μας το 1204, μόνο ratio και κακία και υποκρισία ξέρουν, τα λέει κι ο Αντόρνο (που ανάθεμα κι αν τον κατάλαβαν).
Αν νομίζετε ότι τα παραπάνω τα έλεγαν 6-7 γραφικοί, θα σας πω να ρωτήσετε καναν μεγαλύτερο που δεν ήταν χαμένος στο σύμπαν του σεχταριστικού μαρξισμού μεταξύ 1981 και 2001.
Το παράξενο είναι ότι εγώ μεγαλώνοντας στη Greece / Hellas / Romiosyni αλλιώς τα ένιωθα τα πράματα, τα ένιωθα έτσι.
ΥΓ. Για να μην σκανδαλίζεστε, Ανατολή και Δύση και τέτοιες παπαριές δεν υπάρχουν: υπάρχουν οι μεγάλες πόλεις και ο υπόλοιπος κόσμος, αυτό που κάποτε λέγαμε «ύπαιθρο» κι «επαρχία». Φρονώ πως οι Βαυαροί χωρικοί και οι Ιορδανοί χωρικοί και οι Πακιστανοί χωρικοί έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους από ό,τι π.χ. οι Βαυαροί χωρικοί με τους Βερολινέζους.
Νομίζω ότι κατάλαβα γιατί ο Φάνης Λαμπρόπουλος είναι με πολύ μεγάλη διαφορά ο πιο πετυχημένος Έλληνας stand up.
Γενικά το stand up από τότε που ξεκίνησε η μακαρίτισσα η Λουκία η Ρικάκη το Comedy Club δεν κατάφερε ακριβώς να ριζώσει στην Ελλάδα. Ένας λόγος είναι ότι η δουλειά του σατιρικού κονφερασιέ (σε αναψυκτήρια ή μεγάλες πίστες) είναι κάτι που πέθανε τη δεκαετία του ’70, ενώ είχε πάντα περιορισμένο και κάπως μπουρζουά κοινό.
Ο Φάνης ο Λαμπρόπουλος, που βασικά είναι γιουτουμπάς / τικτόκερ / ραδιοφωνικός παραγωγός και όχι κλασικός stand up, έχει πολύ καλές ρουτίνες και πολύ δουλεμένες με γνήσια θεματική stand up αμερικανικών προδιαγραφών. Ωστόσο η επιτυχία του προέρχεται από το γεγονός ότι φωνάζει και φωνάζει πολύ και φωνάζει συνέχεια. Επίσης, ο τρόπος που φωνάζει δείχνει αγανάκτηση.
Και εδώ βρίσκεται το κλειδί ακριβώς: σχεδόν οποιαδήποτε δημόσια δραστηριοποίηση του Έλληνα, στον δρόμο ή στα ΜΜΕ ή στα σοσιαλμήντια, τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια έχει να κάνει με αγανάκτηση: κάποιος ή κάποια αγανακτεί με κάτι ή με κάποιο άτομο ― και το δείχνει.
Αν θέλει να μπει κανείς στο συνήθως γελοίο παιχνίδι του σε τι διαφέρουμε από άλλους λαούς, ένας παράγοντας που θα μπορούσε ίσως κάπως να σταθεί είναι ακριβώς αυτή η πανταχού παρουσία της αγανάκτησης σε κάθε σχεδόν δημόσια συζήτηση και αλληλεπίδραση του Έλληνα. Αυτό ακριβώς πιάνει ο Λαμπρόπουλος: τη μόνιμη και απαρασάλευτη κι άσβεστη αγανάκτηση.
Πολύ συχνά γίνεται κριτική στα σοσιαλμήντια με τους εξής όρους: ότι μας εγκλείουν μέσα σε αυτό το οποίο στα αγγλικά λέμε echo chamber και στα ελληνικά θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ως «ο καφενές των δικών μας». Με άλλα λόγια, τα ΜΚΔ μάς ενθαρρύνουν να δημιουργούμε έναν περίκλειστο χώρο όπου δεν ακούς άλλες απόψεις πέρα από τις δικές σου.
Για να σας πω τη μαύρη αλήθεια, μετά από τόσα χρόνια δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με αυτή τη συνθήκη. Λίγο να βγάλω το κεφάλι μου και να δω τι υπάρχει πίσω από την κουρτίνα του δικού μου καφενέ και μου έρχεται να τσιρίξω. Μετά μου περνάει αλλά σύντομα μου έρχεται να γκαρίξω με κάποια καινούργια αφορμή. Αφού συνέλθω και συνεχίσω το σκρολάρισμα συνήθως έρχεται η σειρά του μπινελικιού. Και ούτω καθεξής.
Σαφώς μέρος της δουλειάς μου είναι να εξηγώ δύσκολα ζητήματα με απλό τρόπο σε απρόθυμα ή και καχύποπτα ακροατήρια. Ωστόσο είμαι κι εγώ άνθρωπος: θέλω κάποια στιγμή να βάλω ένα ποτήρι κρασί (κόκκινο) ή ένα μαρτίνι, να καθήσω χαλαρά και να διαβάσω κάτι ενδιαφέρον και ξεκούραστο, κάτι το οποίο δεν θα με κάνει να τσιρίζω ή να γκαρίζω ή να μπινελικώνω.
Μια χαρά είναι ο καφενές των δικών μας. Άμα θέλω να ακούσω άσχετους να μιλάνε περισπούδαστα για θέματα που δεν κατέχουν, ανοίγω τηλεόραση.
Μοιράστηκε αυτό το βιντεάκι μια φίλη σε μια ομαδική συνομιλία. Θα ήθελα να έχουμε τέτοιους Έλληνες δημόσιους ομιλητές, που να μη σπεύδουν αμέσως μετά να μας ανακοινώνουν ότι θα μας «σώσει» η Ρωσία / η Κίνα / το Ιράν / η Βενεζουέλα. Και ναι, η ένστασή μου βρίσκεται στο σώσει. Η αμερικανική αυτοκρατορία καθιζάνει και αναδύονται άλλες (εν πολλοίς εξίσου βάναυσες, υποκριτικές και φουλ ιμπεριαλιστικές) δυνάμεις.
Θα ήθελα φερ’ ειπείν να βγει 1 (ολογράφως: ένας) πούστης, ή και 1 (ολογράφως: μία) πούστρα (να μην κάνουμε διακρίσεις), και να μιλήσει δυνατά για τους μετανάστες και πρόσφυγες που έχει δολοφονήσει το ελληνικό κράτος. Επειδή προς το παρόν χαριεντίζονται οι «αριστερές δυνάμεις» μην τους πάρει καμιά ψήφο η ακροδεξιά γάγγραινα που καταπίνει το εκλογικό σώμα.
Γενικά είναι απελπιστικό που οι φωνές εναντίον της παγκόσμιας δυτικής αλητείας είναι κυρίως δυτικές, για να μην πω για τους τάχα self-hating Jews, ενώ π.χ. ο αραβικός κόζμος και οι απολυταρχικοί ηγέτες του κάνουν κοκοκό τόσους μήνες που σφάζονται οι Παλαιστίνιοι.
Επιστρέφοντας στις μαχητικές (not) ελληνικές πραγματικότητες, όοοοοοολα αυτά τα λαλίστατα ακτιβιστά γιατί δεν ξεκινούν ένα πετίσιο στο αβαααάζ να αναγνωρίσει το Μητσοτακιστάν (σκιουζ μαϊ οριένταλιζμ, άι χαντ Τουρκμενιστάν ιν μάιντ) το κράτος της Παλαιστίνης; Είμαι βέβαιος ότι υπάρχει αντεπιχείρημα για το πόσο irrelevant είναι αυτό βεβαίως.
Πάω να διαβάσω Σαΐντ και να παγώσω ποτήρια για μαρτίνι. Είμαι ο Σραόσα κι ακούσατε το απογευματινό μου ραντ από την «ημικατεχόμενη» Λευκωσία.
(Τι κατάλαβες ρε Στέφανε που με ρώτησες αν γράφω τίποτα; Ορίστε μας.)