Αυτός είναι ο γενέθλιος χάρτης μου. Πριν κάτι μήνες τον διάβασε μια ερασιτέχνης αστρολόγος και μου είπε ότι είμαι ως εξής:
Σταθερός. Μου αρέσουν οι απολαύσεις. Κοινωνικός αλλά ανοίγομαι σε λίγους. Κάνω σχέση μόνον αν πραγματικά το θέλω. Αισθησιακός.
Μου αιτιολόγησε τις επιμέρους προτάσεις της με έμφαση στη Σελήνη, στον ωροσκόπο και στην Αφροδίτη στον Τοξότη. Επίσης ο Άρης στον Ταύρο ήταν έτσι δυνατός. Την ευχαρίστησα κολακευμένος. Ξέρω πώς γίνονται αυτές οι δουλειές άλλωστε, αφού οι αστρολόγοι δουλεύουν όπως οι ψευτοψυχολόγοι, οι χαρτορίχτρες και οι καφετζούδες.
Πρώτα κερδίζεις την εμπιστοσύνη του πελάτη, αν μη τι άλλο γιατι φαίνεσαι σοβαρός, μυστήριος ή απλώς γιατί σε έχει πληρώσει π.χ. Κατόπιν κάνεις δηλώσεις κατάλληλες να προκαλέσουν στον πελάτη το Φαινόμενο Φόρερ.
Η δική μου αξιολόγηση πήγε μέχρι εκεί όσον αφορά το αστρολογικό μέρος, όμως ο καλός ψευτοψυχολόγος ή μάγος, η σωστή χαρτορίχτρα ή καφετζού πάει παραπέρα, κόβοντας τις αντιδράσεις του πελάτη στις παύσεις μεταξύ των προτάσεων της αξιολόγησης, προτάσεις που αρθρώνονται με ελεγχόμενο στόμφο και προσεγμένη οικειότητα κι αυτοπεποίθηση. Όπου τσιμπήσει ο πελάτης, με γκριμάτσα, νεύμα ή με κάποια απόκριση, ρίχνεις περισσότερες αόριστες αλλά οικείες ή βαθειές δηλώσεις. Τσίμπησε π.χ. στο «έχεις στόφα καλού γονιού»; Πάμε για παιδιά κτλ. Μήπως στο «δίνεσαι στον έρωτα»; Για να δούμε τι έχει πάθει με γκόμενο ή γκόμενα.
Και πάει λέγοντας. Όσο μιλάει ο πελάτης, τόσο προχωρεί και η μαντεία. Αν δεν μιλάει, θα μιλήσει: «τι θες να μάθεις;». Άλλωστε, αντίθετα με εμένα, ο πελάτης πλήρωσε.
Πληροφοριακά, το έχω κάνει με χειρομαντία (ούτε τα βασικά δεν ξέρω) σε πάρτυ στο οποίο συνόδευα την ανήλικη αδερφή μου. Σε λίγη ώρα έκαναν ουρά να τους διαβάσω την παλάμη, έφευγαν ενθουσιασμένοι και κατάπληκτοι.
Γιατί να διώχνεις το μυστήριο από την καθημερινή ζωή; Γιατί προτιμώ την αλήθεια από το μυστήριο. Ή μάλλον όχι, όχι: προτιμώ το μυστήριο που δεν είναι θεμελιωμένο στο ψέμα. Με μαγεύει το μυστήριο που εκπορεύεται από την άγνοιά μας, από την απορία μας ή και από την εγγενή αδυναμία μας να καταλάβουμε. Ακόμα καλύτερο το μυστήριο είναι το μυστήριο που είναι μυστήριο επειδή ignoramus (et ignorabimus) και που το νιώθεις.
Δεν θέλω μυστηριώδεις ερμηνείες, θέλω μυστήρια που ίσως μπορώ να νιώσω.
Το Μέγα Μυστήριο που θαυμάζω εγώ από μικρός είναι πόσο στεγανά παγιδευμένοι βρισκόμαστε στο παρόν μας. Τώρα είναι τώρα και δεν μπορείς να ξεφύγεις από το παρόν, το διαρκές τώρα.
Είμαι Τουρκόσπορος ως γνωστόν και μεγάλωσα με ιστορίες της προηγούμενης Προσφυγιάς. Όχι μόνον από τους ανθρώπους που την έζησαν αλλά και από τα παιδιά τους, ειδικά από τη μητέρα μου: εικοσπέντε και τριάντα χρόνια μετά το 1923 της Ανταλλαγής τα παιδιά των προσφύγων οι Καραγκούνηδες τα φώναζαν «Τουρκάκια» και «Αούντηδες» ενώ προσπαθούσαν να μαρκαλέψουν τα κορίτσια των προσφύγων γιατί οι Σμυρνιές ήταν όλες πουτάνες. Βεβαίως, στον κόσμο μας του 2019, όπου όλοι οι πρόσφυγες είναι τζιχαντιστές και βιαστές, σκυλοφάγοι (!) ισλαμιστές, είναι απολύτως κατανοητό ότι στην καθόλου ειδυλλιάκη Θεσσαλία της δεκαετίας του ’50 κανείς δεν νοιαζόταν για το ότι ο παππούς και η γιαγιά μου είχανε γεννηθεί πάνω από 1000 χιλιόμετρα ανατολικά της Σμύρνης, πέρα από την Άγκυρα.
Οι δικοί μας, οι πρόσφυγες, πάντοτε περιέφεραν κάτι από την τωρινή ψωνάρα της λματ: «είμαστε καλύτεροι από αυτό που βλέπετε, στην πατρίδα ήμασταν έτσι και κάναμε αλλιώς». Σιγά σιγά χώνεψαν κι αυτοί ότι πλέον ήτανε κάτι άλλο από αυτό που θυμόντουσαν να είναι ή που έλεγαν στα παιδιά τους, τη μάνα μου και τα αδέρφια της, ότι κανονικά θα έπρεπε να είναι: κατάλαβαν ότι ξέπεσαν (αντίθετα με τους τωρινούς «αστούς»). Κράτησαν όμως κι αυτοί τα συμβολικά τους σημεία αναγνώρισης, όπως το χειροφίλημα.
Όταν ήμουν 10-12 χρονών ήξερα ότι υπάρχουνε τριών ειδών χειροφιλήματα.
Το δεύτερο χειροφίλημα το έμαθα από την υπέροχη θεία του πατέρα μου, γαλλοθρεμμένη Πολίτισσα, χήρα αξιωματικού και σε όλα της υπέροχου ανθρώπου, που αγαπούσε το θρυλικό μιλφέιγ κάποιου στο Λουτράκι οπου πήγαινε διακοπές κάθε χρόνο: «έλα πουλάκι μου να σου δείξω πώς φιλάνε το χέρι μιας κυρίας». Δεν σκύβουμε: παίρνουμε με το μαλακό και από κάποια απόσταση το χέρι της κυρίας («μπορεί να είναι και δεσποινίς, [Σραοσάκο] μου»), το φέρνουμε στο ύψος του στέρνου μας, κλίνουμε λίγο το κεφάλι και αγγίζουμε το χέρι απαλά με τα χείλη μας. Με χάρη. Μετά από πολλά χρόνια, πριν φύγω για την Αγγλία, ξανασυνάντησα τη θεία, της έκανα χειροφίλημα, μου είπε «καλέ χρυσό μου, δεν είμαι μητροπολίτης». Μπορεί να είχε ξεχάσει τι μου δίδαξε, μπορεί να το έκανα λάθος.
Το τρίτο δεν έχει όνομα. Το κάνουμε οι Τουρκόσποροι κι εμένα με έβαλαν να το εκτελέσω πολύ πολύ μικρότερος από τα 10-12, στον νονό μου· ο οποίος ωστόσο ήταν ένας περήφανος Σαρακατσάνος πρώην τσέλιγκας και τότε κτηματίας. Πώς γίνεται λοιπόν. Υποκλίνεσαι μπροστά στον άλλο, μερικοί κλίνουν ελαφρώς το γόνατο επίσης, ο δε άλλος είναι πάντοτε πατέρας ή παππούς ή νονός. Πιάνεις με το ένα ή και με τα δύο χέρια το δεξί χέρι της πατρικής μορφής και το φιλάς· παραμένοντας σε υπόκλιση, το οδηγείς στο ύψος του μετώπου σου το οποίο κατόπιν ακουμπάς πάνω στον καρπό. Ο παππούς μου πάντως το δεχόταν με έκπληξη, το θεωρούσε παρωχημένο, αλλά χαιρόταν αυτή τη μικρασιατική εκδήλωση σεβασμού, εκδήλωση που ερχόταν από έναν κόσμο όπου την προφανή πατριαρχία ανέμενε καρτερικά να αντικαταστήσει σε κάθε γενιά η μητριαρχία της γηραιάς μάνας μόλις τα αρσενικά θα τίναζαν τα πέταλα ή θα ξεκουμπίζονταν από την πατρική εστία. Για αυτό το τρίτο χειροφίλημα, το τούρκικο, συνήθως μόνο μεταξύ αντρών, μου λεν οι σημειώσεις μου ότι αποφάσισα να γράψω στις 15 Δεκεμβρίου 2018, μάλλον έχοντας δει να το εκτελούν σε κάποιο τούρκικο σήριαλ του Νέτφλιξ.
Πασχίζω εδώ και μήνες να θυμηθώ τι μου θυμίζει η εικόνα, σχεδόν άβαταρ, που κατασκευάζουν με επιμέλεια και κόπο οι επικοινωνιολόγοι του Κούλη Μητσοτάκη από το 2016. Υπενθυμίζω ότι, εν πολλοίς αδίκως, ο Κούλης πρωτύτερα θεωρούνταν το παρτσακλό της Οικογενείας ― υπενθυμίζω και τη σχετική ατάκα της κυρίας Μαρίκας Μητσοτάκη πριν πολλά πολλά χρόνια.
Προσπαθούσα λοιπόν να θυμηθώ τι μου θυμίζει το ίνδαλμα, ή και φάσμα, του σέξι ρέκτη, εκλεπτυσμένου κοσμοπολίτη αλλά και γυμνασμένου αυτοδημιούργητου υιού του πατρός.
Και τελικά το θυμήθηκα σήμερα.
Την προηγούμενη δεκαετία ήταν κάτι ημιπαρθένοι μπλογκάδες, με μπλογκ σε μαύρο φόντο κι άσπρα γράμματα που εικονογραφούσαν ασπρόμαυρες σκιές με φεγγάρια και τίποτα φευγαλέες ζαρτιέρες. Αυτοί σχολιαστές στο bourdela.com ήτανε κατά βάση, που μάλλον δεν βλεπόντουσαν κιόλας και ξέρω ‘γώ ζούσαν με τη μάνα τους 35 χρονών μαντράχαλοι.
Ωστόσο ανέβαζαν στο μπλογκ τους ποστάκια όλο αισθησιασμούς, θυμόσοφους υπαινιγμούς και γκαυλιάρικη φιλοκαλία, μπας και κοροϊδέψουν κανα γκομενάκι κι αυτοί.
Τώρα που το σκέφτομαι, ένας από δαύτους πρέπει να είναι ο λογογράφος τού Κούλη Μητσοτάκη, κάποιος που αρίστευσε μέσα από την τριβή του με τον χώρο της επικοινωνίας σαν να λέμε.
Η επίμονη ανάδειξη και προώθηση της ναζιστικής συμμορίας από τα ΜΜΕ επί Μνημονιοκρατίας και η οικειοποίηση φασιστικών ιδεών και πολιτικών εκ μέρους της κυβέρνησης Σαμαρά, χέρι χέρι με τους Πολωνούς και τους Ούγγρους ομοϊδεάτες της, κανονικοποίησε τα ήδη υπάρχοντα ρατσιστικά, μισαλλόδοξα, αντισημιτικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά μερίδας του ελληνικού λαού.
Πράγματι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία δεν πείραξε κανείς τις περισσότερες ναζιστικές ψείρες, πολλώ μάλλον τις χουντικές· ίσα ίσα η διαρκής υστερία των κεντρώων ψυχών που ενίοτε στοχάζονται παραμένει γύρω από την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» (ιδέα του Μεγάλου Φιλοσόφου Κωνσταντίνου Τσάτσου ― τύφλα να έχουν οι Πουλαντζάδες και οι Καστοριαδαίοι του κόσμου τούτου).
Τον Ιούλιο του ’19 καταψηφίστηκαν τα ναζιστικά (και θρασύδειλα) εγκληματικά στοιχεία αλλά τον πυρσό τους τον βαστούν άλλοι πια. Άλλωστε πανευρωπαϊκώς πάντοτε τελικά προτιμούμε τους κουστουμαρισμένους φασίστες από τους ένστολους ― δεν είμαστε δα και τίποτε τριτοκοσμικά έθνη.
Πρώτον, δεν ξέρω πόσο νόημα έχει να συγκρίνει κανείς ποσοτικά τον ρατσισμό και την ξενοφοβία των Ελλήνων (ή «Ελλαδιτών») με αυτόν τον Ελληνοκυπρίων, να ψάξει να μετρήσει ποιοι είναι περισσότερο ρατσιστές ή ξενόφοβοι. Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Κύπρο υποπίπτουμε σε γνωστά σφάλματα περί κλίμακας και (ιστορικών) συμφραζομένων. Υπάρχουν όμως σαφείς ποιοτικές διαφορές και θα μιλήσω για δύο σχετικους παράγοντες που τυγχάνει να έχω κοιτάξει κάπως καλύτερα, χωρίς βεβαίως να είμαι ειδικός, καθώς και για μία προσωπική εμπειρία, άρα μοιραία περιπτωσιολογικής φύσεως.
An underclass
Οι Ελληνοκύπριοι είναι μαθημένοι ήδη από τον καιρό της Αγγλοκρατίας στην παρουσία και χρήση μιας πηγής αλλόφυλου ή αλλόθρησκου φτηνού εργατικού δυναμικού. Αυτό είναι μια πτυχή του Κυπριακού που συνήθως δεν συζητιέται και οπωσδήποτε δεν τονίζεται. Έτσι, μέχρι το 1974 οι Τουρκοκύπριοι στη μεγάλη πλειοψηφία τους ασχολούνταν με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, οι περισσότεροι από αυτούς ακτήμονες.
Μετά το 1974 οι Τουρκοκύπριοι αντικαταστάθηκαν με πρόσφυγες από τον Λίβανο που κατέφυγαν στο νησί λόγω του εκεί εμφυλίου αλλά και με μετανάστες από την Αίγυπτο και τη Συρία.
Τη δεκαετία του ’80 καταφθάνουν Φιλιππινέζες και Σριλανκέζες καθώς και οι πρώτοι εργάτες από το Πακιστάν και την Ινδία με φοιτητικές βίζες που εκδίδονταν μαζικά από ιδιωτικά κέντρα σπουδών και Κολλέγια.
Τη δεκαετία του ’90 η κυπριακή κυβέρνηση εγκατέστησε περίπου 40.000 Πόντιους από την πρώην ΕΣΣΔ (ο αριθμός είναι εντελώς κατά προσέγγιση) ώστε να αντισταθμίσει τον εποικισμό του Βορρά με Τούρκους και Λαζούς. Ακόμα και σήμερα ο «Πόντιος» είναι ο «Αλβανός» της Κύπρου, με τη διαφορά ότι οι Πόντιοι θωρακίζονται θεσμικά από τα ελληνικά τους διαβατήρια, τα οποία το εδώ Προξενείο μας ανανεώνει με συγκατάβαση και κάποια δυσθυμία.
Ταυτόχρονα αρχίζει η μεγάλη μετανάστευση γυναικών από την Ανατολική Ευρώπη και την πρώην ΕΣΣΔ, μετανάστευση που τόνωσε την τοπική οικονομία καθιστώντας την Κύπρο διαμετακομιστικό κέντρο για κυκλώματα (και) καταναγκαστικής σεξεργασίας. Ταυτόχρονα η μετανάστευση αυτή άλλαξε τα σεξουαλικά και άλλα ήθη στην Κύπρο. Σημειωτέον ότι οι ισχυροί πλούσιοι Ρώσοι που θέλουν να ξεπλύνουν χρήμα στην Κύπρο ή και να αγοράσουν εξοχικά στην ορθόδοξη λιακάδα της θα κατέφθαναν αργότερα· οι ολιγάρχες και κροίσοι θα εδραίωναν στις αρχές του αιώνα μας τη θέση της ρωσικής κοινότητας στην Κύπρο, με το Κράτος, την Εκκλησία και τους εργολάβους αντιστοίχως να τους βάζουν τεμενάδες, να τους χτίζουν χρυσότρουλλους ναούς και να τους ανεγείρουν επαύλεις κι ουρανοξύστες.
Στις αρχές του αιώνα είδαμε επίσης δυτικοαφρικανούς, βιετναμέζες, βαλκάνιους και βαλκάνιες και ακόμα περισσότερους Άραβες.
Γίνεται αντιληπτό ότι ο μέσος Ελληνοκύπριος μετά την Ανεξαρτησία είχε πάντοτε κάποιον ξένο να φτυαρίζει κοπριά στα βουστάσια, να μαζεύει πορτοκάλια, να ταΐζει γουρούνια, να τσαπίζει πατάτες, να σκάβει και να χτίζει, να σερβίρει, να κάνει στριπτίζ και όλα τα περαιτέρω, να καθαρίζει σπίτια και να μεγαλώνει τα παιδιά του — αναλόγως με τις ανάγκες του.
Υπάρχει λοιπόν σταθερά στην Κύπρο μία τάξη πληβείων αλλοδαπής προέλευσης, που συνυπάρχει με τους ντόπιους, δίπλα στους στρατιώτες του ΟΗΕ (Αυστραλούς, Σλοβάκους, Δανούς, Αργεντίνους, Βολιβιανούς…), σε Βρετανούς συνταξιούχους, Ισραηλινούς πράκτορες, Αμερικανούς καλλιτέχνες, προπετείς Καλαμαράδες, Κινέζους με σοβαρά περιουσιακά αγνώστου προελεύσεως κτλ. Αυτό διαμορφώνει, φρονώ, την ποιότητα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην Κύπρο.
Subalterns
Αίθουσα τελετών σε σχολείο της Λευκωσίας
Ο μεταποικιακός χαρακτήρας της Κύπρου είναι εντονότατος και αδιαμφισβήτητος. Με προεξάρχοντες τους πνευματικούς επιγόνους των αποικιακών ενωμοταρχών / υπασπιστών (των subalterns της μεταποικιακής θεωρίας), οι Ελληνοκύπριοι βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα από τη ματιά των Βρετανών αποικιοκρατών, όταν δεν πέφτουν στα ετεροκαθοριστικά νύχια των Ελληναράδων.
Βεβαίως και στην Ελλάδα αλλά και στην Τουρκία είναι παρών, και ενοχλητικά παρών, ο δεσποτικός λόγος του «καλύτερου Άλλου», του φανταστικού «Ευρωπαίου», των ελληνοκεμαλικών και των μενουμευρώπηδων, και η διαλεκτική (…) που αναπτύσσει με διάφορες καθ’ ημάς Ανατολές κτλ. Όμως η κατάσταση στην Κύπρο μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνον αν δει κανείς την Ινδία ή την Κένυα λ.χ.: δεν μιλάμε απλώς για διχασμό αλλά για κανονική αλλοτρίωση.
Οι Ελληνοκύπριοι έχουν να διαλέξουν μεταξύ του
να βλέπουν τους εαυτούς τους ως αμπάλατους κι άξεστους ττοπουζοκυπραίους, κάτι σαν το περιφρονητικό «cyp» των Εγγλέζων,
να παριστάνουν τους Εγγλέζους με τη χρήση σπασμένων αγγλικών για ορολογία πολυπλοκότερη από τα καθημερινά,
να παριστάνουν τους υπερ-Έλληνες ή
να ψάχνουν να κατασκευάσουν κοινή ταυτότητα ή έστω να τονίσουν ό,τι τους ενώνει με τον μανιχαϊστικά δοσμένο εχθρό τους, τους πο τζιει.
Αν στην Ελλάδα κατά καιρούς παθαίνουμε «δεν είμαστε Ευρώπη», «δεν είμαστε λαός», «δεν υπάρχει κράτος» και «αυτά μόνο στην Ελλάδα», στην Κύπρο αυτά είναι τα επαναλαμβανόμενα αντίφωνα που ψέλνονται με κάθε αφορμή: από το παρκάρισμα μέχρι την έλλειψη πεζοδρομίων, από την πολιτική ζωή μέχρι τη γαστριμαργία, από το κακό γούστο στο ντύσιμο μέχρι το πού πάνε διακοπές.
Από τα λίγα πράγματα που φαίνονται να παρηγορούν έναν μικρό νησιωτικό λαό που παγιδεύτηκε στις μυλόπετρες της (μεταποικιακής) Ιστορίας (όπως θα έλεγε και ο Μεγάλος Εξιδανικευτής της Κύπρου, και πατερναλιστής απέναντί της, Σεφέρης) είναι η ευμάρεια και η επιθυμία να αγνοούν τον κόσμο πέρα από τις ακτές της Κύπρου, καθώς και η στανική λήθη. Είναι βαθιά ειρωνικό ότι το «Δεν Ξεχνώ» είναι σύνθημα ενός λαού που στανικώς εξαναγκάζεται να ξεχνάει και που προσπαθεί να σταθεί επαναεπινοώντας ξανά και ξανά το συλλογικό παρελθόν του.
Να το θέσω γενικότερα: όταν ο ελληνικός εθνικισμός, η βρετανική αποικιοκρατία και ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός συναντηθούν στο ένα νησί της Μέσης Ανατολής, προκύπτει η σύγχρονη Κύπρος.
«να πας πίσω στη χώρα σου»
Αυτή είναι η καραμέλα οργισμένων Ελληνοκυπρίων σε όσους επικρίνουν τη δική τους χώρα ή τους ίδιους. Στη δική μου περίπτωση, δεκαεφτά χρόνια ξένος, το έχω ακούσει μόλις τρεις φορές. Δεδομένου ότι είμαι λευκός άντρας, Καλαμαράς και με δουλειά που ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου θεωρούσε ότι έχει απίστευτο κύρος, ποσώς με άγγιξε. Δεν θέλω όμως να σκεφτώ τι σημαίνει αυτό το «να πας πίσω στη χώρα σου» για κάποιον άλλο ξένο, αν και ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου υπερέβαλλε, όπως το συνήθιζε άλλωστε.
Αν πάντως ρωτάτε για το Κυπριακό, ισχύει ακόμα αυτό.
Σε σχέση με τους Αμερικανούς, τους Βρετανούς και τους Γάλλους συναδέρφους τους οι Έλληνες κωμικοί και σατιρικοί καλλιτέχνες υπήρξαν ανέκαθεν σεμνότατες κότες όταν προσπαθούσαν να σαρκάσουν πολιτικούς, την εξουσία, θεσμούς, ιεραρχικές κι εξουσιαστικές δομές. Συνήθως μένουν στο επίπεδο του ελαφρού σχολικού χιούμορ ή της πλάκας και του χαβαλέ, μιμούμενοι φωνές και σουσούμια και ούτω καθεξής.
Ωστόσο τώρα μαθαίνουμε ότι τους φιμώνουν και ότι «η κωμωδία κι η σάτιρα πεθαίνουν» επειδή «φιμώνονται» όταν χλευάζουν τρανς γυναίκες, γυναικωτούς κι αδερφές που κουνιούνται, χοντρές στην παραλία και στα ινστιτούτα καλλονής, βλάχους κι επαρχιώτες, τις γυναίκες που είναι όλες τρελές, κοκέτες, πουτάνες ή και τα τρία (εκτός από τη μάνα τους).
Να το πω κι αλλιώς: αν είσαι Little Britain ή Spitting Image ή Spectator ή και Yes, (Prime) Minister, αν είσαι Charlie Hebdo και Canard Enchainé, που έχεις σουβλίσει πρωθυπουργούς, κόμματα, προέδρους, βασιλείς ενώ καυτηριάζεις ανελέητα κλήρο, κυβερνήσεις, οργανισμούς, θρησκείες, ιερά και όσια, διανόηση κτλ., ναι, οκέι ρε μαλάκα, νομιμοποιείσαι μέσα στην ελευθεροστομία σου και στην παρρησία σου να τα χώσεις και σε κάποιον που δεν έχει εξουσία ― θυμάμαι λ.χ. χαζά αστεία με εθνικά στερεότυπα ή το κρύο ανέκδοτο του Τζων Κληζ με την τραυματισμένη καλόγρια.
Αν όμως ανήκεις σε ένα κωμικό σύμπαν, το ελληνικό, όπου ο στόχος σου είναι η κρεβατομουρμούρα, αν φοράει κυλότα η φοιτήτρια και πώς κατουράει ο Παράβας, ενώ το απαύγασμα της κριτικής σου στην εξουσία είναι τα λαζοπούλεια «καημένε λαέ» και οι μιμήσεις φωνών πρωθυπουργών από τον Χάρυ Κλυν και τον Μητσικώστα, ε.
Lucas Cranach ο πρεσβύτερος. Φίλιππος Μελάγχθων (1537)
στον Μάνο Παυλάκη
Υπάρχει η εποχή που γίνεσαι, στην οποία ο χρόνος σε ανεβάζει ή σε κατακρημνίζει σε αυτό που θα είσαι. Υπάρχει αυτή η πρώτη εποχή του ανθρώπου, την οποία αφηγούνται πάμπολλα Bildungsroman με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Η εποχή αυτή είναι του Ηρακλή που πιάνει τον έναν άθλο πίσω από τον άλλο και τους σβήνει έναν έναν από τη λίστα: φροντιστήρια και σχολεία, προπονήσεις και πτυχία, μελέτη και έρωτες αδέξιοι, οι πρώτες κηδείες και κάθε λογής αποφοιτήσεις, γάμοι και γεννητούρια, διαζύγια και πρώτες δουλειές ή ημιαπασχόληση και πείνα, τεράστιες ματαιώσεις και μικρές καθημερινές πίκρες, στιγμές καθοριστικές και άλλες που σχεδόν αμέσως προορίζονται να γίνουν μικρές ιστορίες της νεότητας.
Και κάποια στιγμή όλα αυτά τελειώνουν και το βλέπουμε είτε να συμβαίνει όπως πιάνει το μάτι μας την κλεψύδρα σχεδόν να έχει αδειάσει ή και σαν αστραπή, βιβλικά κι απότομα.
Και μετά, όταν πια πάψουμε να γινόμαστε και πλεόν είμαστε, όταν πια τελειώσουν τα Bildungsroman, όταν πάψουμε να εξελισσόμαστε και να αλλάζουμε, όταν πιάσουμε ― και καλά ― εκείνο το αριστοτελικό τέλος, τι; Αποθεώνεται ο Ηρακλής και τέλος; Τι ιστορίες έχουμε να πούμε κατόπιν; Ολύμπιες καθημερινότητες και γαλήνιες κανονικότητες; Τη νηνεμία της ασφάλειας και την προσμονή της κρίσης της μέσης ηλικίας που θα μας βάλει στην τρίτη μας εποχή και ηλικία με αναταράξεις και επίγνωση της θνητότητας και του ίδιου του θανάτου; Χειρουργεία και ταξίδια αναψυχής;
Έτσι νομίζαμε. Αλλά καμμία σχέση.
Δεν υπάρχει μυθιστόρημα σαν το μυθιστόρημα της δεύτερης ηλικίας, είτε το διαβάζεις είτε το ζεις. Δεν υπάρχει αισιοδοξία και φιλοδοξία και ίμερος σαν των τριανταφεύγα και των σαράντα και των πενήντα. Κάτω από το φαινομενικό τίποτα και το τυπικό «τα ίδια» ανθίζουν και πεθαίνουν και ξανανθίζουν δεκάδες κόσμοι. Μπορεί να απουσιάζουν τα περιπετειώδη καθέκαστα και οι όλο αφέλεια και ανατροπές πλοκές των Bildungsroman αλλά επικρατεί ο ρυθμός εντός και η μεγάλη διάθεση, ο χρόνος είναι πυκνός και ο κόσμος εντός, το είπαμε, ανθίζει και πεθαίνει καρπίζοντας ή στον μαρασμό· λίγα ξεκινούν αλλά υπάρχουν πολλά, κάποια προοικονομημένα από την πρώτη εποχή και κάποια απροσδόκητα. Η δόξα της ζωής είναι λαμπρή και οι απελπισίες της ψηλαφητές, η χαρά της είναι βαθειά και ο πόνος της αναπόδραστος και αμετακίνητος.
Ο τρόπος μου δεν είναι ποιητικός, ήταν πάντοτε ρητορικός. Ωστόσο πολλές φορές η ρητορική μπορεί να γίνει τρυφερότερη και αληθέστερη (και σίγουρα αστειότερη) από πολλή ποίηση.
Η πόλη
Δεν είμαι ταμένος στη θάλασσα αλλά στην Αθήνα. Αφιέρωνα κάποτε σε έναν φίλο που μας πέθανε νωρίς:
Πρέπει να είναι μια πόλη. Δεν μπορεί να είναι κάτι μικρότερο ή λιγότερο δαιδαλώδες από μια πόλη. Η πόλη είναι κούφια ήδη από τον καιρό της Μοχέντζο Ντάρο και του Ακρωτηρίου. Η πόλη είναι ένας κόσμος. Ένας κόσμος που απόψε αλλού καίγεται και αλλού ησυχάζει, ένας κόσμος στον οποίο οι ιστοί που καίγονται συνδέονται και συνάπτονται με εκείνους που ησυχάζουν. Ένα πρωτόγονο μυαλό η πόλη, όπου ο καθένας μας συνδέεται με διαφορετικές συνάψεις με τόσους άλλους. Ένα μυαλό που γίνεται λιγότερο πρωτόγονο όταν συνυπολογίσεις τον τόπο και τη χωροταξία: δρόμους, πλατείες, στενά, περίβολους, αίθρια, αυλές, ακάλυπτους, περβόλια, πάρκα, παραλίες, ερείπια και χαλάσματα κλειδωμένα και ξεκλείδωτα. Λεωφόρους και στοές. Ένα μυαλό που γίνεται ελαφρώς πιο ιλιγγιώδες όταν συνυπολογίσεις τους τόπους τους ιδιωτικούς και τη χωροταξία την ιδιωτική: δωμάτια. Εκατοντάδες χιλιάδες δωμάτια.
Μιλάω για την πόλη γιατί μιλάω για την ανοιχτοσύνη και την ανεμελιά της, το τυχαίο που περιέχει. Μιλάω για την πόλη γιατί δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη ή πολωμένη κι ομόρρυθμη. Μιλάω για την πόλη γιατί μιλάω για το πώς μας αφήνει να επιλέγουμε εμείς ποιοι είναι οι άνθρωποί μας και ποιοι οι ξένοι, γιατί μας απελευθερώνει από τη στανική υπαγωγή στο σόι, στη φάρα, στο χωριό αλλά και γιατί μας απελευθερώνει από τον ακόμα στανικότερο διαρκή συγχρωτισμό μαζί τους.
Στην πόλη, στην Αθήνα, υπήρξα ευτυχισμένος. Όπως διαπίστωσα, σχεδόν έκπληκτος, πριν οκτώ χρόνια, «η πόλις με ακολουθεί, την κουβαλάω μέσα μου. Με έχει κρύψει μέσα της και μου έχει δώσει καταφύγια, την κατοικώ. Έχει αφήσει τον χάρτη της να αποκτήσει νόημα για μένα, διάσπαρτος με θαύματα. Στο τέλος, εντυπώθηκε μέσα μου κι αυτή». Αλλά για αυτά δεν μιλάω πολύ.
Προς τα πού κοιτάζουμε
Είμαστε, λέει, φυλακισμένοι στην Ιστορία. Είναι, λέει, η Ιστορία ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθούμε να ξυπνήσουμε. Επίσης, ο άγγελος της Ιστορίας κοιτάζει, λέει, προς τα πίσω και βλεπει ερείπια να συσσωρεύονται. Γιατί όπου πόλεις, εκεί και τα ερείπια. Στην ύπαιθρο ερείπια δεν υπάρχουν ή, αν υπάρχουν, εντάσσονται οργανικά μέσα στα γραφικά τοπία, καθώς η φύση καταβροχθίζει και σωφρονίζει ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας, της ανθρώπινης δύναμης, της ανθρώπινης μωρίας και χαράς. Τα ερείπια της Ιστορίας, ερείπια πολέμων και απληστίας και σχεδόν ποτέ απελευθερωτικών τιναγμάτων, τα βλεπουμε και τα νιώθουμε μέσα στις πόλεις. Όπως και κάθε άλλο αποτύπωμα της Ιστορίας.
Εμένα πάλι μου φαίνεται πως ό,τι από την Ιστορία είναι καίριο βρίσκεται εγγεγραμμένο μέσα μας. Δεν λέω για αταβισμούς και τέτοια, παρά για το απλούστατο γεγονός πως ό,τι από την Ιστορία μας μας ερμηνεύει και μας αποκαλύπτει θα μπορέσουμε να το δούμε μέσα μας τελικά, είτε πρόκειται για την προσωπική είτε για τη συλλογική μας Ιστορία. Για παράδειγμα, κατά κάποιον τρόπο η ιστορία της εντός ζωής μας είναι η ερωτική μας ζωή, όχι η ιστορία των ερώτων μας.
Μπροστά πρέπει να κοιτάζουμε πάντοτε, προς το μέλλον.
Άλλωστε, συνήθως η Ιστορία για τους μη ιστορικούς δεν είναι παρά μάταιη σπουδή να χτίσουμε το συλλογικό μας μέλλον, σπουδή ως μελέτη και σπουδή ως βιασύνη. Θέλουμε μαθήματα από το παρελθόν, συστρέφουμε τους σβέρκους μας αφύσικα προς τα πίσω ζητώντας απαντήσεις όχι για το ποιοι είμαστε παρά για το μέλλον μας, για το πού θα πάμε. Δεν βλέπεις όμως πού θα πας όταν κοιτάζεις πίσω, ιδίως όταν προσηλώνεις σε ερείπια το βλέμμα. Πρέπει να καταλάβουμε γρήγορα πως το παρελθόν πρέπει να το αφήσουμε στους ψυχαναλυτές και στους αρχαιολόγους· επιπλέον, το παρελθόν ανήκει στα όνειρά μας, αφού τα όνειρα προφητεύουν μόνο το παρελθόν και δεν προβλέπουν ποτέ το μέλλον.
Όπως ο Ορφέας που έβγαινε από τον Άδη, κοιτάζοντας πίσω το μόνο που καταφέρνουμε είναι να καταργήσουμε το μέλλον στο όνομα μιας κάποιας νοσταλγίας.
Καθώς εξασθενεί η ελευθεριότητα
Η ελευθεριότητα στις πόλεις, και μάλιστα η ερωτική ελευθεριότητα, γίνεται συνήθως αντιληπτή ως μια μικρή ατομική και μάλλον συγγνωστή ασυδοσία, κάτι σαν να περνάς με κόκκινο σε έρημη διασταύρωση. Πρόκειται βεβαίως για παρανόηση, και μάλιστα εσκεμμένη.
Η ελευθεριότητα δεν αφορά πλησμονή και κένωση, δεν συνιστά ανάγκη μας να γεμίσουμε ή να αδειάσουμε· όπως διάβαζα κάπου, αν αυτό νομίζεις για το σεξ, τότε μάλλον δεν κάνεις πολύ σεξ (ή καλό σεξ, θα έλεγα). Ούτε η ελευθεριότητα έχει να κάνει με γούστα και παραξενιές, κι ας έχει ο καθένας από εμάς τη δική του μοναδική ιδιοσυχνότητα που θα τον κάνει να ταλαντωθεί εκστατικά. Ούτε καταλαβαίνουμε πολλά πράγματα μιλώντας για την ελευθεριότητα σαν να είναι κάποια νόσος ή κάποια ψυχαναγκαστική επιβολή, όπως θέλουν να μας πείσουν οι πλατωνικοί του κόσμου τούτου. Η ελευθεριότητα προϋποθέτει πείνα για χαρά και για το τι έχει να μας δώσει κάθε ένας διαφορετικός άνθρωπος ― κάτι παραπάνω και πιο πέρα από το struggle for pleasure, όπως ανέμπνευστα το ονόμασε ο Βέλγος.
Γιατί υποχωρεί η ελευθεριότητα; Υποχώρησε η καύλα; Όχι βέβαια, δείτε πόσο ατελέσφορα αναλώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν και τα μέσα αυτά έχουν δώσει δυνατότητες για ραντεβού που ήταν αδιανόητες παλιότερα ― δυνατότητες που πολλοί εκμεταλλεύονται. Ούτε η περιέργεια έχει χαθεί, απλώς μπορεί να ικανοποιηθεί πολύ πιο εύκολα και ανώδυνα: ας πούμε ότι μπορείς πια να δεις προτού αποφασίσεις. Έχει όμως λείψει η ελευθεριότητα.
Δείτε το τραγούδι η Κυρά σε μουσική και στίχους Χατζιδάκι. Είναι του 1963:
Τρέξτε φτάστε βρε παιδιά
να θαυμάστε την κυρά
που στολίζεται και ράβει
και την γειτονιά ανάβει.
Κάτω απ’ το παράθυρό της
στέκεται ένας στρατιώτης
κι απ’ την πίσω πόρτα βγαίνει
ναύτης που `χει αφήσει γένι.
Κι όταν βγει στο παραθύρι
πως φοβάμαι μη με δείρει
και κλειστώ σε μοναστήρι
και με φάνε οι καλογήροι.
Κάθε γλάστρα στον καιρό της
κι η κυρά στον αργαλειό της
και το δειλινό ο καλός της
κάνει πάντα το δικό της.
Ποιο τραγούδι του 2019 μπορεί να μιλήσει τόσο ελευθέρια κι ανοιχτά για τη γυναικεία επιθυμία αλλά και για τους στερεοτυπικά κωλομπαράδες καλόγερους; Τα γκαυλεούρικα χιπχοπάκια μας ή τα νιαουνιάου της σκυλοπόπ μας, όλο ζηλοτυπίες και ευφημισμούς για την καύλα; Υπάρχουν σποραδικές εξαιρέσεις, όπως κάτι παιάνες σε κώλους του The Boy και μέχρι εκεί.
Πάμε παραπέρα: έχουμε πια το ερωτικό θάρρος της χωρικής που θα παιρνόταν με τους αγωγιάτες ρισκάροντας να πομπευτεί και να διασυρθεί και να απομονωθεί ή έστω της μεγαλοκυρίας που έβγαινε νύχτα μόνη στους δρόμους ή άντε του καθ’ όλα εξασφαλισμένου μπερμπάντη της δεκαετίας του ’50; Μάλλον όχι, έχει φύγει όλη η τσαχπινιά κι η αλητεία από μέσα μας· ακόμα και τις αρπαχτές, τις ξενογαμίες ή τις πολυγαμίες τις πλαισιώνουμε είτε με ψεύτικους έρωτες είτε με πυκνοδουλεμένες και βαρειές θεωρητικές κορνίζες. Και αν το σκεφτεί κανείς, τι έχουμε να διακινδυνεύσουμε πια; Συνήθως τι θα πει ο κόσμος.
Αντιλαμβάνομαι ότι το κουτσομπολιό είναι απεχθές όχι γιατί μιλούν για εμάς οι άλλοι, αλλά λόγω της ευτελούς και βλακώδους κοσμοθεωρίας πάνω στην οποία θεμελιώνεται. Αλλά στις μεγαλουπόλεις, αντίθετα με τη στυγερά οργανωμένη στους αποκλεισμούς της επαρχία, οι συνέπειες του κουτσομπολιού μόνο μέχρι εκεί φτάνουν συνήθως: κάποιοι μας ερμηνεύουν κουτά και κοντόφθαλμα.
Δεν είναι αποδεκτό αυτό το τίμημα έναντι της ελευθερίας μας για χαρά;
Aπό το 2010 γράφουν με οίστρο και σύστημα και μεγαλαυχία αυτοί που αποκάλεσα γυμνούς στην προηγούμενη ανάρτηση, παριστάνουν τους φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες, ανατέμνουν την κοινωνία με μπαλτάδες και χατζάρια. Τώρα που ξαναήρθαν τα αφεντικά τους στα πράγματα αναρωτιέται κανείς:
Γιατί είναι τόσο ηλίθιοι οι δεξιοί; Γιατί οι μόνοι οριακά νοήμονες ανάμεσά τους είναι κάτι αποστάτες της ΚΝΕ, λωτοφάγοι ρεφορμιστές ή πικραμένοι σοσιαλδημοκράτες;
Η απάντηση είναι σαφής: η ελληνική Δεξιά έχει χτίσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζεται στη χρηστομάθεια, στην προπαγάνδα (ναι, είμαστε άριστοι παραχαράκτες της Ιστορίας και άλλων πολλών) και στην καρικατούρα διαλεκτικής που συνθηματικά θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Παπανούτσος». Αυτό το σύστημα αποβλακώνει. Ήδη ως Έλληνες ξεκινάμε με χάντικαπ.
Επίσης, αντί να προσπαθήσει να φτιάξει γενίτσαρους με το να προσεταιρίζεται ταλέντα απ’ όπου και αν προέρχονταν α λα αμερικάνα, η ελληνική Δεξιά φτιάχνει σχολεία δικά της (όπως το Κολλέγιο π.χ.) για να δίνει όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια στους δικούς της γόνους, εφόδια μορφωτικά και άλλα ― δηλαδή γνωριμίες.
Όμως όσα εφόδια και να παράσχεις, μόνον ένα μικρό ποσοστό των γόνων αυτών μπορεί να τα αξιοποιήσει.
Δεδομένου λοιπόν ότι οι κάθε λογής γόνοι προορίζονται ούτως ή άλλως να διοριστούν, να τοποθετηθούν, να εκλεγούν και να κυβερνήσουν, καταλαβαίνει κανείς γιατί τόσο λίγοι δεξιοί νογάνε και γιατί τόσοι πολλοί δημόσιοι δεξιοί είναι ηλίθιοι.
Τελευταία μου λέξη για τους [λίστα στο ίνμποξ, ενδεχομένως]:
Την πρώτη δεκαετία του αιώνα καταξιώθηκαν ως ψύχραιμοι και αρκούντως μορφωμένοι σχολιαστές της επικαιρότητας και της ελληνικής κοινωνίας (ή του μέρους της κοινωνίας που θεωρούσαν άξιο λόγου).
Η επιφάνειά και η φήμη τους εδραιώθηκαν χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και σε σοβαρές εφημερίδες.
Τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα φανερώθηκε ότι είτε ήταν πληρωμένες γραφίδες, είτε αποσκοπούσαν σε προσωπική τους εξασφάλιση, είτε ήταν φανατικοί έντασης και ποιότητας Ριζοσπάστη.
Αυτό δεν ήταν αρκετό να τους απαξιώσει πλήρως: οι περισσότεροι παρέμεναν σοβαροί άνθρωποι, έστω κατ’ επίφαση, έστω γιατί είχαν την έξωθεν καλή μαρτυρία.
Το τέλος της δεύτερης δεκαετίας αποκαλύπτει επιπλέον τη ρηχότητα και την ημιμάθειά τους, τη θλιβερή έλλειψη καλλιέργειας, μόρφωσης και έρματος που διακρίνει πολλούς από αυτους. Κοινώς: αλαφροκάνταρα και κύμβαλα αλαλάζοντα.
Θύματα του φαινομένου Dunning-Kruger επιδεικνύουν περήφανα την ελλειμματική ευρυμάθεια και την περιορισμένη κριτική τους δεινότητα, τα όποια εκλεπτυσμένα γούστα τους και τις καταβολές τους.
Όλα τα παραπάνω θα ήταν βεβαίως αρκετά με το παραπάνω εάν δεν στόχευαν στο να γίνουν υπερσχολιαστές, παντογνώστες και κήνσορες, εάν είχαν επίγνωση των περιορισμών τους.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο δεν λέω ονόματα: σκοπός μου δεν είναι το κράξιμο συγκεκριμένων ανθρώπων αλλά να φωνάξω ότι κάποιοι τάχα μεγαλόσχημοι και λαμπροντυμένοι σχολιαστές είναι στην πραγματικότητα απλοί σωβρακοφόροι ή και τσίτσιδοι.