Νέα Λαπούτα

P1000249

Ας ονομάσουμε Λαπούτα τον τόπο που συνοπτικά θα περιηγηθούμε.

Η Λαπούτα έχει πολύ λίγα δέντρα και αυτά που έχει τα σέβεται και τα τιμά. Εκτός αν πρόκειται για δέντρα μέσα στις πόλεις, οπότε και φυλλορροώντας ρυπαίνουν τσιμεντοστρώσεις και πλακόστρωτες αυλές: εκείνα θα βρουν οι Λαπουταίοι αφορμή να τα υλοτομήσουν. Τον χειμώνα το κρύο περονιάζει, αν και ασθενικό, επειδή τα σπίτια δεν είναι μονωμένα και δεν θερμαίνονται. Η άνοιξη δίνει στο νησί ένα πολύ αραιό διάλυμα σκόνης κι αλατιού σε υγρό ζεστό αέρα, εναιώρημα αέριας λάσπης. Το καλοκαίρι είναι ανελέητο και ατελείωτο αλλά οι εσωτερικοί χώροι κλιματίζονται, συνήθως από υπερσύγχρονα αιρκοντίσιον που αντιρροπούν τις θερμοσυσσωρευτικές ιδιότητες φυμέ τζαμιών, της απουσίας τεντών και παντζουριών και της γενικότερης έλλειψης σκιάς.

Τους πρώτους Λαπουταίους τους γνώρισα πριν πάρα πολλά χρόνια στην πατρίδα μου. Συναναστρέφονταν αποκλειστικά ο ένας τον άλλο και τα ενδιαφέροντά τους έμοιαζαν να περιορίζονται στη σημαιοφορία και την Ορθοδοξία, και μάλιστα σε μια εποχή που η Ορθοδοξία δεν ήταν τόσο αυτονόητα δημοφιλής. Αυτό που αναρωτιόμουν από τότε και για πολλά χρόνια κατόπιν ήταν γιατί έμοιαζαν όλοι τους να είναι βραδύνοες, αμόρφωτοι και με στοιχειώδη αντίληψη του κόσμου γύρω τους — για γενικές γνώσεις δεν το συζητάμε καν. «Είναι δυνατόν ένας τόπος να βγάζει μόνον ηλίθιους;» αναρωτιόμουν τότε με την αντίστοιχη ηλιθιότητα της νιότης.

Χρόνια μετά θα συνειδητοποιούσα επιτέλους ότι οι Λαπουταίοι δεν μαστίζονται από κληρονομική ιδιωτεία ή από κοινωνικά καλλιεργούμενη βλακεία, παρά ότι τους χαρακτηρίζει πλήρης και γενικευμένη αδιαφορία για όσα δεν τους αφορούν άμεσα μα και για όσους δεν θα έχουνε κάποια σχέση δοσοληψίας μαζί τους, κερδοφόρου δοσοληψίας κατά προτίμηση. Γι’ αυτό και οι Λαπουταίοι, όπως έμαθα καλά χρόνια μετά, δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα να δώσουν μία οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις που τους θέτεις: τους ενδιαφέρει να πάψεις να ρωτάς, όχι να σε πληροφορήσουν ή να σε πείσουν. Άλλωστε ξέρουν περισσότερα από εσένα γιατί ανήκουν στη Λαπούτα ενώ εσύ κάπου αλλού, σε κάποιον τόπο που τελικά ποσώς τους ενδιαφέρει. Αυτό θα σου το κάνουνε σαφές κάποιοι Λαπουταίοι είτε σε αντιδιανοουμενίστικους τόνους είτε με όλον τον λογιωτατισμό που μπορεί να σηκώσει ο αιωρούμενος τόπος τους.

Με άλλα λόγια οι Λαπουταίοι δεν είναι βλάκες, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο όλοι εμείς οι υπόλοιποι, αλλά δεν ντρέπονται να επιδεικνύνουν τη βλακεία τους, ασφαλείς μέσα σε μια σφιχτά πλεγμένη κοινωνία που τους δέχεται για αυτό που δεν είναι οι ίδιοι αλλά για τη θέση τους στην κοινωνία αυτή: γιοι, κόρες, νύφες, γαμπροί, συνέταιροι κι υπάλληλοι, αναίμακτοι αδελφοποιτοί, αφεντικά κι αφέντες. Γενικά σκέφτονται, αντιδρούν και ανταποκρίνονται αργά γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαστούν· κάθε αγχίνοια θα ήταν περιττή αφού δεν έχουνε να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν: όλοι έχουνε τη θέση τους στην κοινωνία της Λαπούτας.

Η άρραφη ένταξη και πλήρης ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία της Λαπούτας, νησιού που ίπταται όταν δεν μετεωρίζεται και που διαρκώς αιωρείται, τους κάνει να φαίνονται αγενείς προς τους απ’ έξω, να δείχνουν «κακότροποι και κακομαθημένοι». Σέβονται βαθιά τον προνομιούχο ξένο· δεν είναι ποτέ ξενοφοβικοί αλλά είναι ξενηλατικοί, αφού ο ξένος πρέπει να ξεκουμπίζεται όταν πάψει να είναι χρήσιμος σε αυτούς και στη Λαπούτα. Θα προσεγγίσουν λοιπόν αρχικά τον ξένο με ζεστασιά, που διαθέτουν άφθονη, και με φιλόξενες προθέσεις ενώ θα φανούν εγκάρδιοι μέχρι να προσδιορίσουν τη χρήση και τη θέση του ξένου μέσα στη γωνία της Λαπούτας που τους αντιστοιχεί. Αν ο ξένος δεν είναι χρήσιμος, θα παραγκωνιστεί — αν και συνήθως όχι με βίαιο τρόπο. Ελάχιστοι μόνο, δηλαδή οι καλύτεροι ανάμεσά τους, θα ενδιαφερθούν να συσχετιστούν μαζί σου για αυτό που είσαι ακόμα και αν δεν συντρέχει πιθανότητα προσωπικής ωφέλειάς τους ή συμφέροντος. Άλλωστε στη Λαπούτα είναι κοινωνικά αποδεκτό να είσαι ανοιχτά συμφεροντολόγος.

Στις συναυλίες μιλάνε δυνατά ή παρακολουθούν άκεφοι και σιωπηλοί, ενώ στα τραπεζώματα μιλούν μόνον με όσους είναι συμφέρον ή απαραίτητο να μιλούν. Αποφεύγουνε να μαγειρεύουν και αφήνουν αυτή την αγγαρεία στους γηραιότερους ή στους επαγγλεματίες. Επιλέγουν συνήθως να στέκονται εκεί από όπου οι άλλοι προσπαθούν να διαβούν. Δεν συγκρούονται ανοιχτά με κανέναν και δεν βρίζουν: προτιμούν το δηλητήριο από το στιλέτο.

Στη Λαπούτα έχω πολύ καλούς φίλους. Η Λαπούτα μου έδωσε λίγα δώρα και μονάκριβα. Κάποτε το νησί του Μοντεχρήστου, κάποτε το μαγικό Fortress of Solitude, η ιπτάμενη Λαπούτα που ταξιδεύει με χάρισε το ωραίο ταξίδι κουβανώντας με. Άλλωστε ποτέ δεν ξέρεις αύριο που θα αγκυροβολήσει.

Στο κεχρί

at rest

Με τη Λέλα παίζαμε μαζί όταν ήμασταν παιδιά. Μου φαινόταν περίεργα όμορφη· όχι αλλόκοτα: περίεργα. Παίζαμε πολύ μαζί, κι εκείνη επινοούσε διαρκώς καινούργια παιχνίδια για τους δυο μας. Παίζαμε μπαμπά και μαμά πολύ συχνά, αλλά μην πάει ο νους σας σε παιδικές σεξουαλικότητες και τέτοια: τραπεζώματα, ψώνια κι επισκέψεις ήταν όλο το παιχνίδι, στο τελευταίο έφερνε και τις κούκλες της για ενισχύσεις. Όταν με ρώταγε τι ήθελα να παίξουμε, απαντούσα «αμπάριζα», εκείνη την εποχή μόνον η αμπάριζα μού άρεσε.

Μου έκανε εντύπωση που μίλαγε λίγο πιο δυνατά από τα άλλα παιδιά αλλά αυτό το εξηγούσα εύκολα: ήταν από χωριό.

Ύστερα μετακόμισαν και χαθήκαμε. Όταν ετοιμαζόμουν για Πανελλαδικές έμαθα νέα της, μού είπαν ότι η Λέλα αρραβωνιάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, μου το είπε η μάνα μου, η οποία ακόμα και σήμερα νομίζει ότι θέλω να μαθαίνω όλου του κόσμου τα νέα. Ρώτησα γιατί βιάστηκε να αρραβωνιαστεί τόσο μικρή,  η απάντηση με εξέπληξε: «Ε, αφού δεν της πολυφτάνει το μυαλό, δεν πειράζει». Αρχικά νόμισα ότι το σχόλιο αφορούσε τις άμυαλες κορασίδες που πάνε και παντρεύονται άρον άρον το πρώτο τους αμόρε, όμως αλλού το πήγαινε η μάνα μου. Τότε και μόλις τότε κατάλαβα.

Όταν ήμουν φοιτητής έμαθα ότι η Λέλα έκανε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι. Χρόνια μετά, μάλλον αφού είχα πάρει πια πτυχίο, απέκτησε κι ένα αγοράκι. Δεν μπορώ να πω ότι πλέον έδινα πολλή σημασία στα νέα της Λέλας. Αργότερα έμαθα ότι χώρισε από τον άντρα της. Μετά πάλι χρόνια χωρίς νέα, ενώ στο μεταξύ πέθανε ο πατέρας της. Στο μεταξύ ο αδερφός της έκανε καριέρα, μεγάλος και τρανός ο Στέλιος, γι’ αυτόν με ενημέρωνε τακτικά η μητέρα μου που μάλλον αναρωτιόταν πότε κι εγώ θα κάνω καριέρα σαν του Στέλιου, τζετ τού έστελνε η εταιρεία του για να τον παραλάβει και ούτω καθεξής.

Σκόρπιες πληροφορίες από αργότερα: άλλα δύο παιδιά για τη Λέλα, χωρίς να αναφέρεται γάμος. Θυμάμαι να πίνω καφέ με τους δικούς μου, μια τελετή που τα τελευταία 23 χρόνια είτε παραμένει στο απέριττο πλαίσιο της στυλιζαρισμένης εθιμοτυπίας είτε μπορεί να εκτραχυνθεί απότομα σε κατευθύνσεις ανελέητες κι οριακά ανθρωποφαγικές. Εκείνη τη φορά, πάνε πάνω από πέντε-έξι χρόνια, έμαθα ότι «προβληματίζεται ο Στέλιος για την αδερφή του». Επειδή πια είχα κι εγώ δουλίτσα, αν και ο εργοδότης μου μόνο ταξί κι οικονομική θέση μού πληρώνει όταν και αν, ρώτησα τι έπαθε η Λέλα.

Η μητέρα μου μου υπενθύμισε ότι το παιδί ήταν κάπως ελαφρό από μικρό. Γέλασα που μια γυναίκα γύρω στα σαράντα μπορεί να είναι παιδί. Τη ρώτησα γιατί ανησυχεί ο αδερφός της, ε γιατί είναι ελαφριά κι είναι και χωρισμένη με τέσσερα παιδιά και έχει πεθάνει κι ο πατέρας της. Ρούφηξα τελετουργικά μια γουλιά καφέ, στο σπίτι τούρκικο φτιάχνουν κι εσπρέσσο μόνον παραγγελία από τον φούρνο. Είπα με την απαιτούμενη gravitas του ότι μια χαρά μπορεί ο Στέλιος να φροντίσει και την αδερφή του και τα ανίψια του και ότι μια χαρά κοινωνική είναι η Λέλα και έχει και δουλειά, ότι δεν είναι δα τόσο βαρειά η νοητική υστέρησή της, σιγά που το κάνουνε πια τόσο μεγάλο θέμα κτλ, (στο μεταξύ η gravitas αλάφραινε).

Η μητέρα μου αγανάκτησε· συνήθως όταν αγανακτεί μαθαίνουμε τι σκέφτεται: «Μα το παιδί είναι ελαφρό, έχει τέσσερα παιδιά, ένα σωρό εκτρώσεις, και έτσι όπως πάει θα κάνει κι άλλα μέχρι την εμμηνόπαυση.» Την κοίταξα με επίπλαστη απορία κι εκείνη συνέχισε: «Είναι ελαφρύ το παιδί, σου λέω, είναι χαζό· αυτοί οι καθυστερημένοι δεν έχουνε φραγμό, δεν έχουν περιορισμούς, άσε που ο νους τους είναι συνέχεια στο κεχρί

Προτίμησα να μη συνεχίσω τη συζήτηση. Το κεχρί το θυμόμουν από τους πίνακες στην εγκυκλοπαίδεια Δομή με γεωργικά προϊόντα διαφόρων χωρών και γιατί, πάλι κατά τη γνώμη της μητέρας μου, συνέχεια στο κεχρί έχουνε τον νου τους και οι διανοούμενοι.

Πριν λίγο καιρό έμαθα ότι η οικογένεια, που βεβαίως έχει την κηδεμονία της Λέλας, φρόντισε περίπου την εποχή που έγινε αυτή η συζήτηση να τη στειρώσει χημικά «για να πάψει να πιάνει μούλικα». Διότι η ελληνική οικογένεια δεν είναι μόνον γραφικότητα και ποίηση και υλικό για βιωματικές παραστάσεις και χάπενινγκ, είναι και κάτι στυγερά αποτελεσματικό.

Μπορεί βεβαίως να μην είναι αλήθεια όλα αυτά με τις χημικές στειρώσεις ― δεν γίνονται τέτοια πράγματα τον 21ο αιώνα, δεν δένουν ανθρώπους στα κρεβάτια, δεν τους κάνουν ηλεκτροσόκ, δεν κοιμίζουν παιδιά μέσα σε κλουβιά. Αλίμονο.

Bandersnatch

Jabberwocky.jpg

Το παιχνίδι των συνειρμών λειτουργεί διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα αγγλικά ήταν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου. Εννοώ το πρώτο μη διασκευασμένο βιβλίο. Μου είχε κοστίσει πολύ χαρτζηλίκι, μια έκδοση με υπόμνημα, αφού δεν είχα ελπίδα να καταλάβω και πολλά από ένα βιβλίο γεμάτο λογοπαίγνια και κάθε λογής υπαινιγμούς. Η έκδοση που πήρα είχε εκτός από υπόμνημα και την αυθεντική εικονογράφηση του Τένιελ.

Διαβαζοντας το Jabberwocky, που είναι για πολλά ποστ από μόνο του, έπεσα στη λέξη Bandersnatch, που χαρακτηρίζει τον ίδιο τον  Jabberwocky, ένα τέρας σαν δράκο. Η λέξη μου κόλλησε κατευθείαν επειδή μετρικά είναι δάκτυλος  (τάτατα). Στο υπόμνημα έλεγε ότι θα μπορούσε να είναι επίθετο του Μπαγκίρα στο Βιβλίο της ζούγκλας επειδή «μπαντάρ» είναι ο πίθηκος στα χίντι, αν θυμάμαι καλά. Αυτό μου άρεσε γιατί ο Μπαγκίρα μού είναι ο συμπαθέστερος χαρακτήρας στην ταινία κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϋ.

Η λέξη παρέμενε κολλημένη στο μυαλό μου όταν επανερχόταν κάθε τόσο όπως πάρα πολλές άλλες λέξεις, στίχοι ή μελωδίες που  μπορεί να αναδύονται ξαφνικά και να επιπλέουν έρμαιες στην επιφάνεια της σκέψης για βδομάδες. Έγινε κι αυτή μία από τις δικές μου μυστικές επωδές, επωδές που δεν περιμένεις να ξορκίσουνε τίποτα όμως.

Και μετά ήρθε το Black Mirror.

Φόβος και πάθη

Photo 27-8-15 - 11 24 04 μ.μ.

Θυμάμαι τακτικά κάτι που είχε πει παλιά ο Πέτρος Κωστόπουλος σε μια συνέντευξη: ότι όταν ξεκίνησαν το Κλικ έβριζαν αβέρτα και αστόχαστα όποιον ήθελαν, και σπάγανε πλάκα κτλ., ενώ αργότερα όταν κατέληξαν να έχουνε κάνει τόσους πολλούς φίλους παντού, ήτανε πολύ πιο δύσκολο να στηλιτεύσεις κάποιον από αυτούς ανοιχτά.

Βεβαίως πολλοί θα ξινίσουν ευθύς και θα αντιτείνουν πως όταν λέει «φίλους» ο πασάς του ξεβλαχέματος εννοεί «συμφέροντα» ή έστω «άκρες» κι ότι δύσκολα δαγκώνεις το χέρι που έστω και περιστασιακά σε ταΐζει. Άλλοι θα σπεύσουν να εξηγήσουν ότι για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχουν ελάχιστους φίλους, ώστε να μην αναγκάζονται να αποσιωπούν τις φαυλότητες των φαύλων και τις ασυνέπειες των ελαφρών κι ανερμάτιστων.

Κακά τα ψέματα όμως, έστω και πίσω από τη μάσκα του ψευδώνυμου, όσο περνάνε τα χρόνια που γράφεις, τόσο περισσότερο πιέζεσαι να αυτοπεριορίζεσαι: όλο και περισσότεροι άνθρωποι μαθαίνουν ποιος είσαι ή το μαντεύουν από τα πολλά ή λίγα που αποκαλύπτεις στα κείμενά σου, όλο και περισσότερο διευρύνεται ο κύκλος σου, όλο και πιο εκτενώς διαβρώνεται η ψευδωνυμία σου.

Και δεν μπορείς δηλαδή πια να κράξεις κανέναν; Ω μα και βέβαια μπορείς. Απλώς όσο περνάνε τα χρόνια που γράφεις, τόσο περνάνε τα χρόνια γενικώς: μεγαλώνεις κι αντιλαμβάνεσαι ότι δεν αξίζει να ασχολείσαι με όλα όσα μπορείς να ασχοληθείς. Δεν αξίζουν όλοι και όλα αναίρεση και διάψευση, δεν είναι ανάγκη να ρίχνεις τάπες σε στόκους, δεν έχει νόημα να πεις την τελευταία λέξη σε όσους κωφεύουν. You pick your battles, τέλος πάντων.

Επιπλέον βαριέσαι και λίγο, νιώθεις πλέον ότι το κράξιμό σου το αξίζουν αφενός μόνον όσοι πραγματικά θα κάνουνε ζημιά αν όσα λένε δεν αναιρεθούν και αφετέρου οι φίλοι σου, για τους οποίους νιάζεσαι και δεν αντέχεις να λένε μαλακίες και να ξευτιλίζονται. Εδώ διαφέρεις λοιπόν από τον Πέτρο Κωστόπουλο: ακριβώς επειδή κάποιος είναι φίλος σου θα τον κράξεις.

Βεβαίως και αυτολογοκρινόμαστε πολλές φορές από φόβο ή απλώς από ανάγκη να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Βεβαίως και ακόμα και όταν πάψουν να μας διαβάζουν οι γονείς μας — κάτι που πολλούς τους απελευθερώνει — κάποια στιγμή θα αρχίσουν να μας διαβάζουν τα παιδιά μας, αν και τα παιδιά μας ενδιαφέρονται για τα μυστικά και για τα πάθη μας λιγότερο από όσο φανταζόμαστε ή φοβόμαστε. Βεβαίως και κάποιοι δεν απελευθερώνονται ποτέ γιατί τους διαβάζει ο ίσκιος του μπαμπά ή της μαμάς τους — ή τέλος πάντων έτσι νομίζουν κι αυτοί. Άλλωστε και η αυτολογοκρισία είναι ένας περιορισμός που μας βοηθάει είτε να γίνουμε πιο δημιουργικοί κι αγχίνοες, είτε μας καθιστά λαπάδες της απόκρυψης και της αποσιώπησης και του γρίφου που κανέναν δεν αφορά — σε αυτά μοιάζει με τους υπόλοιπους περιορισμούς, και μάλιστα αυτούς που επιβάλλει το όποιο μέσο.

Μακεδονικές αναμνήσεις

volker_und_sprachenkarte_der_balkan_-_halbinsel_1924_leipzig
Volker und Sprachenkarte der Balkan-Halbinsel (Λειψία 1924)

Μεταξύ του 1981 (που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου) και του 1991 στην Ελλάδα «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν μερικοί Μακεδόνες Βλάχοι (όπως ο Ν. Μέρτζος λ.χ.) και οι ανύπαρκτοι άγλωσσοι ντόπιοι που δεν είναι μειονότητα, των οποίων πάντως η γλώσσα αποκαλούνταν ευρύτατα «μακεδόνικα» ή «ντόπικα». Οι Πόντιοι της Μακεδονίας αυτοαποκαλούνταν «Πόντιοι» (και προσπαθούσε το ΠΑΣΟΚ να τους μεταστρέψει με την Παναγία Σουμελά), οι Σαρακατσάνοι «Σαρακατσάνοι», οι υπόλοιποι Βλάχοι «Βλάχοι», ενώ οι υπόλοιποι αυτοαποκαλούνταν «Έλληνες».

Η Σαλονίκη ήταν η Συμπρωτεύουσα. Το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος απλώς έγινε Υπουργείο Βόρειας Ελλάδας επί ΠΑΣΟΚ, ενώ «Μακεδονία» ήταν η αρχαία Μακεδονία· στην Κατερίνη και αλλού παραθέριζαν ορδές Γιουγκοσ(κ)λάβων. Υπήρχε πάντως η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, ο Μακεδονικός Αγώνας και η ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, που αποσκοπούσε και στον «εξελληνισμό των πληθυσμών της Μακεδονίας» (όχι εγώ, η μπλε ιστορία).

Θυμάμαι με διαύγεια την κατάπληξή μου όταν γύρω στα 1992 γεμίσαμε μακεδονικούς χαλβάδες αλλά και Μακεδόνες που όμως ήταν και Πόντιοι, όταν αποκτήσαμε πρωτεύουσα της Μακεδονίας, Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, μακεδονικά τραγούδια (ξέρετε, τα μεταφρασμένα), μακεδονικές συνταγές (κυρίως βλάχικες και μικρασιάτικες), μακεδωνυμίες σε αεροδρόμια, μουσεία, αεροπλάνα και βαπόρια.

Γίνε Λάνθιμος

favourite11.0

Με αφορμή τις δέκα οσκαρικές υποψηφιότητες για την Ευνοούμενη του Λάνθιμου.

Δεν είμαι φανατικός οπαδός του Λάνθιμου. Ο Κυνόδοντας ήταν κλασική ταινία και στην εκτέλεσή της αλλά και στο ότι επιτίθεται ανελέητα στο σεπτό σέβασμα που λέγεται ελληνική οικογένεια· μου άρεσε πάρα πολύ. Οι Άλπεις θα μπορούσαν να είναι πτυχιακή του Μπέργκμαν αν είχε την ατυχία να γεννηθεί στις μέρες μας. Ο Αστακός ήταν καλοφτιαγμένος κι ενδιαφέρων ενώ το Ελάφι καλό ένδεχομένως αλλά όχι του γούστου μου.

Ωστόσο. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που γυρίζει σενάρια και όχι ό,τι παπαριά τού κατέβει στο μυαλό μέσα στην αλκοολική ντάγκλα εντός θρυλικού μπαρ. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη με εικαστική και σκηνοθετική υπογραφή που στήνει τους ηθοποιούς του και δεν τους αφήνει απλώς να κάνουν τα δικά τους — κι όλα αυτά με τρόπους που έχουν ήδη φτιάξει σχολή. Και όλα αυτά μέσα σε δέκα περίπου χρόνια.

Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που λοιδωρείται ακατάπαυστα, κάτι που στην Ελλάδα μάλλον είναι συνέπεια ή δείκτης του πόσο καλός είσαι, αν έχει δίκιο ο Βάσος Γεώργας. Αρχικά χλευαζόταν γιατί γύριζε διαφημίσεις και βίντεο κλιπ, ενώ ξέρω γω υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να βιοποριστεί ένας μη-εισοδηματίας σκηνοθέτης μακριά από το ΕΚΚ. Μετά μάθαμε ότι κάνει ψυχρό σινεμά, σε αντίθεση π.χ. με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, σκηνοθέτη της Νεράιδας και του Παλληκαριού, του Επιχείρησις Απόλλων και του Μάμα Μία. Τώρα μάς λένε ότι δεν είναι Έλληνας σκηνοθέτης, γιατί στο εξωτερικό δουλεύει, σαν κάποιο Κώστα Γαβρά λ.χ. και σε αντίθεση με μεγάλους σκηνοθέτες όπως ο Γιάνναρης κι ο Οικονομίδης αλλά και ο Αλεξίου ή ο Βαρδής Μαρινάκης, των οποίων το έργο αναγνωρίζεται όπως του αξίζει στη μεγαλόψυχη πατρίδα μας…

Ένα έχω να πω: σε μια χώρα που εκθειάζει τον κάθε μαλαΚούλη, κάτοχο πτυχίων και κενών διαπιστεύσεεων αλλά κι «εργαζόμενο» των διασυνδέσεων, γίνε Λάνθιμος. Σε μια χώρα κατάξινων κριτικών που σαν βοοειδή βόσκουν στα λιβάδια των «φίλων» τους ενατενίζοντας αγελαδινά τον κόσμο και μουγκανίζοντας ιδεοληψίες, γίνε Λάνθιμος.

Ουτρέχτη

P1040480.JPG

Την Ουτρέχτη την αγάπησα πολύ. Την έχω επισκεφτεί πολλές φορές, πάντοτε για δουλειά και για χρόνια πίστευα ότι θα εγκατασταθώ εκεί πέρα τελικά, αφού μου άρεσε πολύ η διάθεση της πόλης. Βεβαίως τελικά κατάλαβα ότι δεν θα μετοικήσω ποτέ στην Ολλανδία γιατί οι Ολλανδοί έχουν πολλά από τα χούγια των Ελλήνων, αλλά δεν ξέρουνε να τρώνε ενώ τις αρετές τους δεν τις εκτιμώ — οπότε καλύτερα να πρέπει να υφίσταμαι τα εν λόγω χούγια σε μια γλώσσα που καταλαβαίνω. Η ίδια η Ουτρέχτη μού αποκαλύφθηκε πριν πέντε και κάτι χρόνια, όταν πήγα να μείνω εκει δυο βδομάδες και κατάλαβα ότι είναι μια κουκλίστική μα άκαρδη παλιά πόλη που περιζώνεται πολεοδομικά από ένα άχαρο υπνωτήριο.

Βεβαίως η Ουτρέχτη παραμένει τόπος αναμνήσεων ησυχίας, υπερβολικής ησυχίας ίσως. Μέσα από εκείνη την ησυχία, μέσα στην οποία έγραψα ένα από τα πιο εξομολoγητικά κείμενά μου, ξεκίνησε η τωρινή εποχή μου, όπως κι αν ονομάζεται. Για δύο εβδομάδες δούλεψα λίγο, ήπια λιγότερο, τρεφόμουν με τούρκικα κεμπάπ και κουβανέζικα (…) τάπας, δεν άγγιξα γυναίκα ούτε για «καλημέρα τι κάνεις», ενώ πέρναγαν μέρες που δεν μίλαγα καθόλου. Από τη σοφίτα μου έβλεπα στέγες και το καμπαναριό του καθεδρικού, ο καιρός ήταν όμορφα παγερός και οι άνθρωποι απόμακροι αλλά φιλόξενοι, κατά το έθος των Ολλανδών.

Όμως απόψε θυμήθηκα μια άλλη φορά στην Ουτρέχτη, το δεινό 2011. Ήταν Δεκέμβριος και ήμουν κανονικά δυστυχισμένος, με τον σαρωτικό τρόπο της ερωτικής δυστυχίας. Υπήρχαν διάφορες προοπτικές στον ορίζοντα και καμμία ελπίδα. Ένα βράδυ μετά τη δουλειά βρέθηκα μόνος λόγω κακού συντονισμού. Πήγα σε μια παμπ στο κανάλι και η αντίδραση των λιγοστών θαμώνων, μεσηλίκων της εργατικής τάξης με σπασμένα χαρακτηριστικά, όταν μπήκα στο μαγαζί ήταν αντίστοιχη εισβολής μαλακισμένων πρωτευουσιάνων σε καφενείο θολό και κρύο χωριού έξω από την Ελασσόνα. Ήπια στα γρήγορα μια Wieckse Witte κι έφυγα. Αγόρασα ένα πακέτο Gauloises μπλε (δεν καπνίζω) και περπάτησα λίγο ακόμα πάνω-κάτω στο κανάλι. Τελικά μπήκα σε ένα μπαρ που λεγόταν België.

Μπροστά στη βιτρίνα κάθονταν κάτι φρικτοί Έλληνες φοιτητές, μαλακισμένα βουπουδάκια όλο πόζα και προνόμια, που είχαν έρθει να σπουδάσουν τον Σεπτέμβριο. Συναγελάζονταν μαζί γκαρίζοντας και φωνασκώντας, όπως συνηθίζουν οι Έλληνες φοιτητές στην αλλοδαπή, και ο κόσμος δεν φτούραγε γι’ αυτούς γιατί στην Ελλάδα είμαστε όλοι τεμπέληδες (2011, τότε τα πίστευε αυτά ο κόσμος) ενώ στην Ολλανδία είναι όλοι μαλάκες. Χώθηκα πιο μέσα στο μπαρ, έπινα ανόρεχτα τη  Mort Subite ή Delirium Tremens — δεν θυμάμαι ποια παίνευαν μετά μανίας τότε οι Βέλγοι συνάδερφοι.

Το πρόσωπό μου είναι έτσι διαμορφωμένο που όταν είμαι σε ηρεμία το στόμα μου κυρτώνει προς τα κάτω κάπως σαν λυπημένο εμότζι. Αυτό με έχει γλυτώσει από πολλή παρενόχληση και από περισσότερες οικειότητες, όχι ότι αυτό το δεύτερο μου βγαίνει σε καλό — τουναντίον. Εκείνο το βράδυ πάντως ήμουν και κανονικά δυστυχισμένος, οπότε μάλλον έμοιαζα σαν εντελώς λυπημένο εμότζι. Κοίταζα προς τα έξω, προσπαθώντας να μην ακούω τους Έλληνες μέσα στον θόρυβο του België.

Η πόρτα άνοιξε και ένας τύπος φτυστός ο Άη Βασίλης μπήκε μέσα κοιτώντας προς το πίσω μέρος του μπαρ. Αφού σπρώχτηκε με τους θαμώνες για να προχωρήσει, προσήλωσε το βλέμμα του πάνω μου, έτσι που στεκόμουν σαν παρμένος και μόνος μέσα στον κόσμο, και ακούμπησε με τους αντίχειρές του τις άκρες του στόματός μου και τις έσπρωξε προς τα πάνω.

«Smile. Better now», είπε με προβλέψιμα ολλανδική προφορά και συνέχισε προς τα πίσω.

Πήρα την μπύρα και βγήκα έξω να καπνίσω. Έριχνε καρεκλοπόδαρα και δίπλα μου ήτανε δύο δίμετροι εικοσάρηδες Ολλανδοί που κάπνιζαν επίσης. Έπιναν βότκα. Όπως συμβαίνει μεταξύ εξοστρακισμένων καπνιστών στα μπαρ του Βορρά, πιάσαμε την κουβέντα: τους εντυπωσίασαν τα Gauloises και τους κέρασα. Η συζήτηση πήγε στην Ελλάδα («fuck the banks, man»), και από εκεί στον κωλόκαιρο («when is it gonna get cold, so that we get rid of this fucking rain?»), μετά στη δουλειά μου («you look too cool for your job» είπε ο ένας, «aren’t you too young for that?» είπε ο άλλος), και κατέληξε στη βότκα βεβαίως και στα ζητήματα που δημιουργεί («sometimes I cannot come at all and my girlfriend gets angry», «yes but do you at least make her come?» — με κοίταξε σαν να του είπα καμμιά σοφία).

Μετά τη δεύτερη μπύρα και το τέταρτο τσιγάρο ήμουν έτοιμος για ύπνο και για τη δουλειά της επόμενης ημέρας. Χαιρετήθηκα με τα παιδιά (και την σιωπηλή κοπέλα του ενός) διά χειραψίας και γύρισα στο ξενοδοχείο.

 

Συμβουλές κι ευχολόγια

screen shot 2017-05-10 at 20.47.15
Από τον Codex Serafinianus

Ζαμπουνόπιτα. The usual disclaimers apply.

Η επιθυμία να μπινελικώσουμε σκαιά κάποιον προπετή ή κατά τα φαινόμενα ηλίθιο πρέπει να καταστέλλεται κάθε φορά: είναι προτιμότερο να τον προσβάλουμε με τρόπο που θα καταλάβουν οι άλλοι, αν όχι ο ίδιος.

*

Δεν είναι κακό να είμαστε μύωπες, οι περισσότεροι είμαστε μύωπες σχετικά με πολλά θέματα.

Δεν είναι καν κακό να μη θέλουμε να φοράμε γυαλιά: άλλωστε κοστίζουν, ζαλίζουν, αλλοιώνουν το ωραίο περίγραμμα του προσώπου μας.

Αλλά γινόμαστε πολυμαλάκες αν θέλουμε να πείθουμε τους γύρω μας πόσο εκ των πραγμάτων θολό είναι οτιδήποτε βρίσκεται πιο μακριά από τα δύο μέτρα.

*

Ποτέ δεν αποφαινόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα αν είναι καλή μάνα: πρώτα να γίνουμε μάνες εμείς και μετά βλέπουμε.

Ποτέ δεν συγκρίνουμε γυναίκες σαν να είναι μοντέλα μοτοσυκλέτας, ιδίως μπροστά τους.

Ποτέ δεν σχολιάζουμε πόσους και ποιους έχει πάρει μια γυναίκα, ιδίως μπροστά της: στην καλύτερη περίπτωση μάς κάνει να φαινόμαστε ανασφαλείς, στη χειρότερη ανάγωγα σεξιστικά βόιδια.

*

Δεν μιλάμε για πράγματα που δεν ξέρουμε λες και γνωρίζουμε καλά το θέμα μας.

Επιπλέον, ξέρουμε λιγότερα από όσα νομίζουμε, ακόμα και όταν συζητούμε κάτι στο οποίο ειδικευόμαστε επί δεκατίες: για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί μία ελαφρά μετατόπιση στην οπτική μας γωνία εξαιτίας κάποιου συνομιλητή.

*

Θε μου, φύλαγέ με από τον άνθρωπο που δεν παραδέχεται τα λάθη του, γιατί μόνον Εσύ μπορείς.

*

Και σε πολιτικό και σε προσωπικό επίπεδο είναι άτοπο να προσπαθείς να πετάξεις έξω τη δυστυχία σου ή την ταλαιπωρία σου και να τις συγκρίνεις με του άλλου. Μπορεί μάλιστα να γίνει προσβλητικό όταν ο άλλος ξεκινάει να μοιραστεί μαζί σου την ταλαιπωρία ή τη δυστυχία του, μήπως και την νιώσει κάπως λιγότερο αποπνικτική.

Παράλληλα, ισχύει η συμβουλή του Γρηγόριου του Θεολόγου: κάθε φορά που θες να την πεις σε κάποιον, δεν είναι κακό να του υπενθυμίσεις ότι κι εσύ ο ίδιος μετέχεις αυτού που στηλιτεύεις. Αυτό δεν είναι υποκρισία· ίσα ίσα, αν θες να κράξεις κάποιον επειδή λ.χ. πίνει ενώ εσύ δεν έχεις πιει ούτε σταγόνα λικεράκι στη ζωή, ενδεχομένως να μην καταλαβαίνεις καν γιατί θα μπορούσε πίνει.

*

Όσοι από εμάς είμαστε συνηθισμένοι να μας κολακεύουν οι άνθρωποι γύρω μας με τις εκμυστηρεύσεις τους και, γενικότερα, με την εμπιστοσύνή τους, καλό είναι να θυμόμαστε δύο λεπτομέρειες:

  1. Δεν ρωτάμε κάτι που δεν μας λέει ο άλλος, έστω κι αν 5 λεπτά πριν μας έχει αποκαλύψει μύχιες και απόκρυφες λεπτομέρειες των περιστάσεων του βίου του.
  2. Τάφος σημάινει τάφος. Τάφος. Ναι, ούτε στην γκόμενα ή στον γκόμενο. Σε κανέναν. Τάφος.

Το αντίθετο της στράτευσης;

Πήγα στην υπέροχη έκθεση του Μόραλη στο Μουσείο Μπενάκη και την καταχάρηκα. Δεν είμαι κριτικός τέχνης αλλά η έκθεση είναι εξαιρετική για δύο λόγους: πρώτον γιατί συγκεντρώνει πάρα πολλά έργα του ζωγράφου που βρίσκονται διασκορπισμένα σε ιδιωτικές συλλογές και που είναι χαρά να τα κοιτάζεις από κοντά, δεύτερον γιατί μπορείς να διακρίνεις και την πάλη του Μόραλη με τον Βελάσκεθ και τον Τσαρούχη στην αρχή της καριέρας του, καθώς και την ωραία σύνθεση Ματίς και Πικάσο στην ώριμη «γεωμετρική» περίοδό του.

Βλέπει κανείς πόσα πορτραίτα έχει κάνει ο Μόραλης, κάτι που προσωπικά μου διέφευγε: τραπεζίτες, διάφοροι άλλοι μεγαλόσχημοι, το ζεύγος Γερουλάνου (που εικονίζεται επάνω), ο βασιλιάς Παύλος. Κι εκεί άρχισα να σκέφτομαι το θέμα της στράτευσης στην τέχνη. Θυμήθηκα τις ατέλειωτες αίθουσες στη National Gallery στο Λονδίνο με πορτραίτα δουκών, κόμηδων και βαρώνων. Αναρωτιόμουν γιατί οι πλούσιοι και ισχυροί πελάτες αποτελούν τάχα ουδέτερο θέμα ενώ αν απεικονίσεις την εκτέλεση Κορεατισσών από Αμερικανούς κάνεις εκπτώσεις στην τέχνη σου και ξεπουλιέσαι στη συνθηματολογία.

Δεν κάνω κριτική στον Μόραλη, σιγά που θα ήμουν άξιος. Άλλωστε νομίζω ότι ο Μόραλης καταφέρνει να πάρει την υπόλοιπη τέχνη του, δείγματα της οποίας φωτογράφισα άτσαλα, και να την πάει πάρα πολύ μακριά. Ειδικά αυτό το γεωμετρικό γυμνό που τανυέται προς τα πίσω είναι μεγαλούργημα. Με δυο λόγια, η τέχνη του βρίσκεται πέρα από τα πορτραίτα διάφορων κυρίων και κυριών.

Είναι όμως υποκρισία να παριστάνουμε ότι η τέχνη, εικαστική ή άλλη, που απαθανατίζει και απομνημειώνει εμπόρους, βαρώνες, υπουργούς, πλουσιοκόρες κτλ. δεν είναι στρατευμένη και ότι η στράτευση αρχίζει με γυμνόστηθες σημαιοφόρους που πατούν επί πτωμάτων ή με μνημειακές συνθέσεις με τον Λένιν. Τα Πάθη του Μπαχ είναι στρατευμένα όσο και τα θεατρικά του Μπρεχτ — κι εξίσου κεφαλαιώδη για τον Δυτικό Κόσμο. Η «στρατευμένη» Γκερνίκα είναι εξίσου κρουστική με τις Δεσποινίδες της Αβινιόν, και οι δυο μπρεχτιανά σφυριά που σφυρηλάτησαν τον κόσμο μας.

Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «στρατευμένη τέχνη», μοιραία θα τον χρησιμοποιούμε απαξιωτικά. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να παραδεχτούμε δύο πράγματα: αφενός ότι η αυλική και η θρησκευτική και η κολακευτική της μπουρζουαζίας τέχνη είναι τόσο στρατευμένη όσο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ή οι Ναπολέοντες του Νταβίντ· αφετέρου ότι την τέχνη δεν την καθιστά «στρατευμένη» η θεματολογία της και οι στόχοι της, παρά η αδυναμία ή η απροθυμία της να πάει πέρα από αυτούς.

Στις σκάλες του μετρό

steps

Για πρώτη φορά θα γράψω κάτι μόνο και μόνο για να απαθανατίσω μια στιγμή.

Έβγαινα από το μετρό. Δεν έχει σημασία ο σταθμός, τον ξέρουν όσοι με γνωρίζουν. Αφηρημένος και κουρασμένος ανέβαινα γρήγορα τη σκάλα. Μπροστά μου ανέβαινε τις σκάλες μία κοπέλα τρέχοντας, δρασκελίζοντας. Φόραγε κοντή φουστίτσα πλισέ που κυμάτιζε. Τα πόδια της ήταν στιλπνά κι υπέροχα, χυτά και αγαλματένια: ούτε πολύ μυώδη, ούτε πολύ στιβαρά. Υπέροχα πόδια· ανέβαιναν τις σκάλες και η φουστίτσα κυμάτιζε. Κοίταζα ακριβώς μπροστά μου και λίγο πάνω από εμένα τα πόδια της να αναπηδούν σκαλί στο σκαλί, μόλις που μπορούσα να δω το κωλαράκι της κάθε φορά που η φουστίτσα αναπηδούσε.

Και στο τελευταίο σκαλί, που αναπήδησε λίγο πιο έντονα, είδα και τι ωραίο και τραγανό που ήταν το κωλαράκι της. Και ότι τελικά δεν φορούσε στρινγκ.