Στη Δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα

Ας δούμε λίγο την κοινοβουλευτική δημοκρατία σαν να μην είναι κάτι ιερό κι απαραβίαστο. Ας τη δούμε ως το χειρότερο πολίτευμα (αν εξαιρέσει κανείς όλα τα άλλα).

Το θεμελιώδες και μοιραίο πρόβλημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι ότι στην πράξη αδυνατεί να διασφαλίσει κοινωνική δικαιοσύνη.

Επί της αρχής φαντάζει πολίτευμα ιδανικό για αυτόν τον σκοπό: οι προνομιούχοι είναι λίγοι, οι λιγότερο προνομιουχοι πλειονότητα, άρα οι λιγότερο προνομιούχοι θα φροντίσουν ως πλειοψηφία τον εαυτό τους. Βεβαίως η μισή πολιτική επιστήμη ασχολείται με το γιατί δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ενώ σίγουρα έχουμε όλοι ακούσει αφενός για την ιδεολογία ως ψευδή αναπαράσταση του κόσμου αφετέρου για τις κοινωνικές τάξεις κτλ.

Υπάρχει ωστόσο και ένας επιπλέον λόγος που η δημοκρατία αδυνατεί να διασφαλίσει την κοινωνική δικαιοσύνη, περισσότερο ύπουλος και από την ύπαρξη τάξεων και ιδεολογίας: οι θεσμοί. Βεβαίως οι θεσμοί υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν και θα υπάρχουν ακόμα και στις αυτοοργανωμένες ομοσπονδίες και στα οριζοντίως διαρθρωμένα τοπικά σοβιέτ: τα περίφημα checks and balances εγγυώνται ότι ο κάθε Αλκιβιάδης δεν θα πείσει λ.χ. μια συνέλευση να αυτοκαταργηθεί (αν και με τον αυθεντικό Αλκιβιάδη τα δαιδαλώδη checks and balances της Αθηναίων Πολιτείας δεν λειτούργησαν). Επίσης οι θεσμοί κατοχυρώνουν δικαιώματα κι ελευθερίες που κανονικά δεν πρέπει να βρίσκονται υπό αίρεση. Το πρόβλημα είναι ότι οι προνομιούχοι ξανά και ξανά είτε χρησιμοποιούν αυτούς τους θεσμούς ώστε να θωρακιστούν απέναντι σε οποιαδήποτε κίνηση για κοινωνική δικαιοσύνη είτε απλώς τους παρακάμπτουν.

Αυτά πάνω κάτω όσον αφορά τα γενικά. Η αδυναμία της δημοκρατίας να επιφέρει κοινωνική δικαιοσύνη απαξιώνει τη δημοκρατία στα μάτια των μη προνομιούχων, και δικαιολογημένα.

Και έτσι λοιπόν αρχίζουν τα δύσκολα καθέκαστα:

Στη δημοκρατία η καλλιέργεια στην πράξη της κοινωνικής δικαιοσύνης επιχειρείται με τον έλεγχο των δημόσιων αγαθών από το κράτος και με την ενίσχυση του κράτους προνοίας. Αυτές οι υποθέσεις χρειάζονται λεφτά. Λεφτά βρίσκονται ως εξής:

  • βρίσκεις πρώτα πετρέλαιο και με τα λεφτά φτιάχνεις ένα υπερταμείο αντί να βολέψεις τα λαμόγια του Σίτυ α λα Θάτσερ ή το σκυλόσογό σου α λα Σαουδική (Νορβηγία) ή
  • φορολογείς το κεφάλαιο και το κεφάλαιο δεν πάει αλλού γιατί δεν το αφήνεις (προστατευτισμός), ή γιατί δεν μπορεί (…) ή
  • δανείζεσαι.

Στο μεταξύ έχεις κάτι σαν σοσιαλδημοκρατία, η οποία όμως είναι επιμολυσμένη από ιδεολογία, και μάλιστα από ανεδαφική ιδεολογία: ότι το κεφάλαιο για κάποιον λόγο χαίρει και αγαλλιάται όταν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη ή ότι διαπνέεται από πατριωτικές αρχές ή και τα δύο. Συνεπώς, αν δεν υπάρχει σωστά εκμεταλλευόμενο πετρέλαιο, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση βλέπει σιγά σιγά να τη σκαπουλάρει το κεφάλαιο (είτε διά του αρραβώνος είτε φοροδιαφεύγοντας) οπότε αυξάνεται η ανεργία, μειώνεται η ανάπτυξη, αυξάνεται ο δανεισμός και όλα πάνε για βρούβες γιατί οι δανειστές θέλουν εγγυήσεις ή τα ορυχεία σου ή τα λιμάνια σου ή (αν είσαι σοβαρός πελάτης) να σου λένε πώς να ξηλώσεις το κράτος πρόνοιας.

Οι σοσιαλδημοκράτες φεύγουν λοιπόν ταπεινωμένοι (Κάλλαχαν ή και Κάρτερ, για τα αμερικανικά δεδομένα) ή μεταλλάσσονται σε κάτι καθόλου σοσιαλδημοκρατικό, οπότε φεύγουν ταπεινωμένοι (Σραίντερ). Κι αναλαμβάνουν οι δεξιοί.

Οι δεξιοί κάνουν αυτά που κάνουν οι δεξιοί, δηλαδή κουνάν την ιδεολογία σαν λέιζερ μπροστά σε γάτα: εργαλειοποιημένο πολιτισμό και τέχνες ή δικαιωματισμό χωρίς ταξικές προεκτάσεις αν είναι αλάνια, εθνικισμό αν τα πράγματα είναι ζόρικα. Βεβαίως στην τελική να εξυπηρετούν το κεφάλαιο θέλουν. Βεβαίως όμως το κεφάλαιο δεν εξυπηρετείται χωρίς να εξαθλιώσεις πολλούς, γιατί το κεφάλαιο είναι εξορισμού αδηφάγο και δεν χρειάζεται να είσαι μαρξιστής για να το καταλάβεις αυτό. Όμως ενόσω οι εξαθλιωμένοι και οι θεράποντες του κεφαλαίου παρακολουθούν το ιδεολογικό λέιζερ στον τοίχο, όλα καλά.

Επειδή όμως η κοινωνική αδικία και, πολύ χειρότερα, η πείνα ζαλίζει, κάποτε άλλοι παύουν να κοιτούν το λέιζερ στον τοίχο και άλλοι — χειρότερα — εκμαυλίζονται από αυτό το λέιζερ και γίνονται φασίστες: γιατί να έχουμε εθνικισμό και αυταρχισμό με δημοκρατία όταν μπορούμε να έχουμε σκέτους εθνικισμό και αυταρχισμό, ίσως και με ωραίες στολές; Κι εκεί αρχίζει το πατιρντί, στο οποίο κερδάνε πάντα οι φασίστες είτε καθαρά και ξάστερα (…) είτε τραβώντας προς το μέρος τους τη Δεξιά. Η αστυνομία στρατικοποιείται, οι θεσμοί προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, ο αυταρχισμός χορηγείται σε μικρές αλλά αποτελεσματικές δόσεις.

Μετά φωτιά ανάβει και φονικό, από μικρό μέχρι απάνθρωπα μεγάλο. Κατόπιν αναλαμβάνουν κάποιοι που νομίζουν πως είναι σοσιαλδημοκράτες και ούτω καθεξής. Μόνο που δεν είναι πια σοσιαλδημοκράτες και επίσης ξέρουν καλά ότι δεν θα βρούνε λεφτά γιατί στο μεταξύ το κεφάλαιο έχει φροντίσει να αφαιρεθεί κάθε φραγμός και κάθε περιορισμός στις επιδιώξεις του. Επίσης το κεφάλαιο είναι ολέον παγκοσμιοποιημένο και μπορεί να πηγαίνει σε μέρη μαγικά (Κέιμαν) ή καθόλου μαγικά (Τσονγκτσίν), πάντως δεν πρόκειται να κάτσει να χρηματοδοτεί γερόντια που δεν λένε να πεθάνουν ή φτωχές που γεννοβολάνε. Το κεφάλαιο πάει όπου θέλει, ο εργαζόμενος δεν πάει πουθενά γιατί τα σύνορα είναι κλειστά. Κακά τα ψέματα, για να μπορέσει να λειτουργήσει η σοσιαλδημοκρατία έστω και λίγο χρειάζεται είτε νορβηγικά ταμεία πετρελαίου είτε να φοβάται λίγο το κεφάλαιο, να φοβάται το οργισμένο πόπολο είτε το αυστηρό κράτος. Όμως τον 21ο αιώνα το κεφάλαιο πια είναι έτοιμο να σηκωθεί να πάει στον Άρη υπό τον αρχιπαπάρα τον Μασκ προκειμένου να μη φοβάται ούτε καν τους νόμους της φύσης.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο: έχουμε ψωνίσει μια δημοκρατία που δεν μπορεί ή δεν θέλει να εγγυηθεί κοινωνική δικαιοσύνη. Τι να την κάνουμε την δημοκρατία εν τοιαύτη περιπτώσει;

Αν είστε μαρξιστής-λενινιστής ίσως έχετε χαρεί σφόδρα μέχρι στιγμής γιατί η λογική συνέπεια όλων αυτών (τη λέτε και ιστορική αναγκαιότητα στους ναούς σας) είναι η Επανάσταση που δεν μπορείτε ακόμα να κάνετε. Υπάρχει όμως κι εδώ ένα πρόβλημα: η ιδεολογία. Οι επαναστάσεις είτε προσπάθησαν με προπαγάνδα και γενοκτονική βία να «επανεκπαιδεύσουν» τον λαό (Κόκκινοι Χμερ, λαμπρά αστέρια) για να πολεμήσουν την ιδεολογία, είτε τράβηξαν πατριωτικούς δρόμους προς τον σοσιαλισμό για να την εξουδετερώσουν και κατάντησαν αγνώριστες (ανατολική Ευρώπη, κινέζικο χάλι). Συνεπώς αν είστε μαρξιστής-λενινιστής νομίζετε ότι μπορείτε να φέρετε την αταξική κοινωνία παρά τις θρησκείες και τις θεωρίες συνωμοσίας, παρά την πατριαρχία ή την ετεροκανονικότητα. Χαίρομαι που πιστεύετε σε κάτι και βρίσκω τα κομμουνιστικά εμβατήρια ακαταμάχητα, ιδίως τα αντιφασιστικά. Αλλά έχετε χάσει το τραίνο.

Άρα τι να κάνουμε; Όπως πάντα, ό,τι μπορούμε. Οι πρακτικοί Αμερικάνοι, οι Ρωμαίοι του σύγχρονου κόσμου (μείον την καύλα και το μπονβιβεριλίκι, δυστυχώς) λένε Think globally, act locally. Act, όμως, ε; Στον δρόμο κτλ. Όχι χιψτεριές και νιουεϊτζιλίκια…

 

Φιλία

Στην αυτοβιογραφία του Κιθ Ρίτσαρντς, βιβλίο που συνιστώ ανεπιφύλακτα, γίνεται αναπόφευκτα πολλή κουβέντα για τη σχέση του με τον Μικ Τζάγκερ. Κατά τον Κιθ η σχέση αυτή συνοψίζεται στο εξής: «Είναι πολύ μεγάλος μαλάκας, έχει του κόσμου τα σοβαρά ελαττώματα αλλά είναι ο καλύτερός μου φίλος».

Η στάση αυτή είναι για μένα η ιδανική. Δεν μιλάω για κακοποιητικές σχέσεις στις οποίες ανέχεσαι τη βαναυσότητα ή τη χυδαιότητα του άλλου μόνο και μόνο επειδή είναι «φίλος» (ή γονιος ή ό,τι άλλο). Ούτε βεβαίως φρονώ πως οι σχέσεις τάχα σφυρηλατούνται και βάφονται μέσα από την αλληλοσφαγή και την αλληλοφαγία. ίσα ίσα, γενικά πιστεύω ότι ο πόνος «σε σκληραίνει και η δυστυχία σε αδειάζει. Ό,τι πολεμάς (αρρώστια, αδικία, στέρηση) απομυζά δυνάμεις, ικμάδα, χρόνο. Η αρρώστεια μαραίνει και σε μαθαίνει να ζεις μέσα στον φόβο. Η ίδια η στέρηση σε αποθηριώνει. Μόνον κάτι εκ του ασφαλούς πιετιστές μιλάνε για καθαρτήριες φωτιές του πόνου, της αυτομαστίγωσης και της στέρησης».

Βλέπω στη σχέση των δύο Στόουνς τη φιλία στην ιδανική μορφή της: γνωρίζεις ποιος είναι ο άλλος, δεν προσπαθείς να τον κάνεις καλύτερο άνθρωπο και τέτοια, αλλά είστε φίλοι παρά τα ελαττώματα και τις ελλείψεις του άλλου. Άλλωστε είμαι σίγουρος πως ούτε ο Κιθ είναι αναμάρτητος, αλλά ο Μικ δεν κατάφερε να γράψει τη δική του αυτοβιογραφία.

Βεβαίως μια τέτοια φιλία συνήθως προϋποθέτει μακροχρόνια γνωριμία: πρέπει τουλάχιστον μια φορά να έχεις αποξενωθεί από τον άλλο επειδή έχει φερθεί σαν μαλάκας. Γενικότερα η φιλία, αντίθετα από τον έρωτα, μια χαρά δρα εξ αποστάσεως ενώ είναι και πιο ανθεκτική στη σιωπή, ακόμα και όταν πρόκειται για σιωπή από θυμό. Πάντως είναι μοναδική η αίσθηση να ξανασυναντάς τον φίλο σου μετά από χρόνια και να νιώθετε σαν να έχετε να τα πείτε μόλις προχτές.

Η φιλία ωστόσο δεν έχει τίποτε το τέλειο και το ιδανικό πάνω της, όποιες κι αν είναι οι βαθιά ριζωμένες εξιδανικεύσεις μας: το είδωλο για τη φιλία το έστησε ο Αριστοτέλης, για την αγάπη ο Παύλος ενώ για τον έρωτα μόλις ο πονεμένος και κρυφοκαυλιάρης λυρισμός της Αναγέννησης και της πρώιμης Νεωτερικότητας. Επίσης η φιλία δεν φανερώνει τίποτα για εμάς και τον χαρακτήρα μας σε όποιον κι αν δείξουμε τον φίλο μας, ό,τι κι αν θέλει να μας πει. Πολλές φορές μάλιστα ο φρικτότερος μαλάκας μπορεί να γίνει ιδανικός φίλος μας — ακόμα κι αν συμπεράνω ότι εμείς μαλάκες δεν είμαστε. Άλλες φορές, άνθρωποι πράοι, θερμοί και γλυκείς μπορεί να μην κρατούν μαζί μας τη φιλία — συμπεραίνοντας και πάλι ότι εμείς μαλάκες δεν είμαστε. Στη φιλία ο καθένας είναι απέναντι στον άλλο αυτός που είναι απέναντι στον άλλο και δεν παρίσταται ως σύνοψη του χαρακτήρα του.

Αντίθετα με το τι διακήρυσσε η γιαγιά μας, καβγάς με έναν μια χαρά γίνεται, κι ας γίνεται και με δύο. Κάποιες φορές απλώς ο ένας από τους δύο φέρεται φρικτά, και τι να κάνουμε, είναι όμως χαρακτηριστικό πως όταν χαλάει μια φιλία την πρωτοβουλία την παίρνει και την απόφαση την υλοποιεί συνήθως ο φταίχτης, όχι ο θιγόμενος. Ευτυχώς οι Κιθ και Μικ δεν φαίνεται να το έχουνε ζήσει αυτό ακόμη.

Μετά το Μάτι

Με προβληματίζει από χτες μια διαπίστωση γνωστού από παλιά διαδικτυακού μισανθρώπου, την οποία αναπαράγει φίλος: αν οι πυρκαγιές στο Μάτι είχανε γίνει επί «Σαμαροβενιζέλων» θα είχε ξεσηκωθεί ο κόσμος και η καταστροφή θα αποδιδόταν στη Μνημονιοκρατία. Ο υπαινιγμός του γνωστού μισανθρώπου είναι ο προφανής και χιλιοπροβαρισμένος: ηγεμονία της Αριστεράς και μαλακισμένη αριστεροσύνη που δεν αφήνει τον τόπο να προκόψει, ενδεχομένως όπως πρόκοβε 1949 με 1963 και 1967 με 1974.

Ωστόσο κι εμένα με ενοχλεί βαθιά που δεν έγινε χαμός στους δρόμους μετά από μια τέτοια καταστροφή, ότι η όποια φασαρία υποκινήθηκε στους γνωστούς σοσιαλμηντιακούς χώρους εκτόνωσης από ελεεινά αντιπολιτευόμενες σαύρες — η επίσημη ΝΔ σε γενικές γραμμές αντέδρασε αξιοπρεπώς. Προσπαθώ λοιπόν να καταλάβω γιατί πέρασε στο ντούκου η εκατόμβη στο Μάτι, πέρα από ιδεολογικές αγκυλώσεις και κίνκυ φαντασιώσεις περί παντοδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ επί των κινημάτων.

Πρώτα πρώτα, στην Ελλάδα κανείς ποτέ δεν κατέβηκε  στους δρόμους για μαζικά εγκλήματα (γιατί έγκλημα ήταν το Μάτι) που πλασάρονται ως θεομηνίες: ούτε για τις φωτιές του 2007, ούτε για το Σαμίνα Εξπρές, ούτε για τη Ρικομέξ το 1999, ούτε για το μαζικό φονικό στον Μαλιακό, ούτε για τις εκάστοτε φονικές πλημμύρες.
Η διαχείριση ναυαγίων, πλημμυρών, σεισμών, πυρκαγιών δεν θεωρείται ευθύνη του κράτους· ακόμα και τα θύματά τους (όσα επιζούν) αρκούνται να εκτονωθούν με ένα «πού είναι το κράτος;» και τέλος. Προσωπικά θεωρώ ότι η όλη λογική της θεομηνίας και του «τι να κάνουμε, πιαστήκαμε στον ύπνο» αποσιωπά την έλλειψη πολιτικής βούλησης για αναγκαίες υποδομές υψηλού κόστους.
Μάλιστα αυτή η αποσιώπηση είναι συνήθως κυνική: στην Αγγλία οι πλημμύρες και οι αποζημιώσεις σε πληγέντες ή συγγενείς πνιγέντων έχουν σταθμιστεί ως πιο συμφέρουσες από τη δημιουργία και τη συντήρηση εκτενών αντιπλημμυρικών έργων. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην Ελλάδα, με εξαίρεση την αντισεισμική δόμηση, που είναι πρότυπο παγκοσμίως.

Και πάλι όμως, κι εγώ πιστεύω ότι θα είχε κατέβει ο κόσμος στους δρόμους αν το Μάτι είχε συμβεί μεταξύ 2010 και 2015. Θα είχε κατέβει στους δρόμους όχι από αλληλεγγύη ούτε ίσως για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά για να χτυπηθεί η μνημονιακή κυβέρνηση.
Άρα έρχομαι στα λόγια του μισανθρώπου περί συριζαϊκής υποκίνησης; Καθόλου. Λέω απλώς το εξης: ο κόσμος δεν κινητοποιήθηκε μετά το Μάτι για τον ίδιο λόγο που ξαναψήφισε Τσίπρα τον Σεπτέμβριο του 2015. Προφανώς κάθε επιλογή εκτός της οπερεττικής αλλά βάναυσα αποτελεσματικής συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαντάζει απωθητική αν όχι αποτρόπαια για τους ανθρώπους που νοιάζονται για τα κοινά έστω και ελάχιστα, πολλώ μάλλον για όσους εξανδραπόδισε και εξαθλίωσε η Μνημονιοκρατία.

Πιστέψτε με, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε ούτε να ενορχηστρώσει διαμαρτυρίες για «θεομηνίες», αλλά ούτε να τις αποτρέψει. Μέλημά του από το 2015 είναι να κάνει ό,τι του πούνε με το μικρότερο δυνατό κόστος. Αυτό το δεύτερο, το «μικρότερο δυνατό κόστος’, έστω κι όταν είναι πρόσχημα, είναι κάτι που τελικά δυστυχώς πείθει και κατευνάζει τη μερίδα του εκλογικού σώματος που δεν ασχολείται αποκλειστικά με την πάρτη της ή που έχει πλήρως εξαθλιωθεί.

Density immensity complexity

Σε μία από τις τέσσερις εκδοχές του εαυτού του, ο πρωταγωνιστής του μαγικού και μαυλιστικά όμορφου 4321 τού Ώστερ λέει ότι αγαπάει τη ζωή στη μεγαλούπολη, τη Νέα Υόρκη στην περίπτωσή του, λόγω πυκνότητας, απεραντοσύνης, πολυπλοκότητας.

Βγάζοντας το κεφάλι μου πάνω από την επιφάνεια του βιβλίου για να πάρω μια ανάσα θυμήθηκα πόσο με κούρασε η αγαπημένη μου Νέα Υόρκη την τελευταία φορά που ήμουν εκεί. Δεν ήτανε πάντως και η καλύτερη περίοδος της ζωής μου, οπότε την παραλυτική κόπωση που μου προκάλεσε η Κοσμόπολη την απέδωσα σε ψυχολογικούς λόγους. Δεν λέω πως είχα άδικο, όμως οι μεγαλουπόλεις είναι όντως κουραστικές. Αναπόφευκτα· λόγω πυκνότητας, απεραντοσύνης και πολυπλοκότητας.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η μεγαλούπολη δεν μπορεί να γίνει η σκέπη και το σύμπαν μας: μέσα στην απέραντη πολυπλοκότητά της κρύβει το μικρό μας καταφύγιο, είτε είναι το σπίτι μας είτε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου έστω. Όμως η πυκνότητά της τελικά θα σε κουράσει, πυκνότητα που τελικά είναι συνώνυμο της πολυσημίας, όπως λέει κι ο Χρυσόπουλος.

Η πολυσημία είναι ένας καλό κριτήριο για να ξεχωρίσει κανείς τις μεγαλουπόλεις. Ένα άλλο κριτήριο είναι το τεστ του καρνάβαλου. Ντύνεστε σαν καρνάβαλος, με όσο πιο καρναβαλέ τρόπο μπορείτε κι αντέχετε, και βγαίνετε στον δρόμο. Αν οι άγνωστοι στον δρόμο σάς προσέξουν αλλά κάνουν ότι δεν σας πρόσεξαν, δεν είστε σε μεγαλούπολη· αν δεν σας προσέξουν ή, απεναντίας, αν σας μιλήσουν, τότε είστε σε μεγαλούπολη.

Επαγγελματικός προσανατολισμός

Όταν ήμουνα μικρός δεν ήξερα τι δουλειά ήθελα να κάνω. Με ρώταγαν και δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ούτε καν «αστροναύτης» δεν απάνταγα, όχι γιατί δεν με συνέπαιρνε το Διάστημα αλλά γιατί δεν ήθελα να γίνω αστροναύτης. Ήταν μεγάλο πρόβλημα για μένα γιατί όταν μεγάλωνα «τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» ήτανε βασική ερώτηση από μεγάλους προς μικρούς, ιδίως τα προς τα αγόρια. Ιδέα δεν είχα. Το πρόβλημα γινόταν χειρότερο γιατί ο πατέρας μου είχε κλείσει το μαγαζί του πριν χρόνια, οπότε δεν θα μπορούσα να το αναλάβω· βλέπετε τότε αναλάμβανες την επιχείρηση των γονιών σου και δεν έπαιρνες λεφτά από εκεί για να ανοίξεις το δικό σου καινοτόμο παντοπωλείο με προϊόντα Λήμνου (διότι η Λήμνος ;έχει απ’ όλα, είναι αυτάρκης και μπράβο της).

Γεωγράφος

Επειδή μου άρεσαν πολύ οι χάρτες, ακόμα μου αρέσουν, και μου άρεσαν και οι σημαίες, ακόμα μου αρέσουν, αποφάσισα να απαντάω «γεωγράφος» στην ερώτηση «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;». Τρελαινόμουν για Γεωγραφία, ακόμα και σήμερα μεγάλο μέρος των εγκυκλοπαιδικών γνώσεών μου είναι γεωγραφικές ενώ είμαι απροσμάχητος στην μπλε κατηγορία του τρίβιαλ. Τρέλα, στο δημοτικό δεν ήθελα τίποτα εκτός απο Γεωγραφία.

Έρχεται λοιπόν μια μέρα στο σπίτι η ξαδέρφη της μάνας μου με το αγόρι της, η ξαδέρφη σπούδαζε Νομικά στην Ιταλία αλλά το αγόρι ήταν Έλληνας. Εγώ είχα τελειώσει τα μαθήματά μου, είχα ξεδιπλώσει έναν μεγάλο χάρτη της Αφρικής στο πάτωμα, πολιτικό χάρτη γιατί οι γεωφυσικοί με εκνεύριζαν, και νόμιζα πως ταξιδεύω παρακολουθώντας με το βλέμμα μου ποτάμια κι ακτογραμμές ή συλλαβίζοντας πόλεις όπως Μπουζουμπούρα, Αναταναρίβο, Λιλονγκουέ, Κατάνγκα, Καμπίντα, Ουμτάτα, Λουρένσο Μάρκες (ναι, όλες από μνήμης) και χώρες όπως Κεντροαφρικανική Αυτοκρατορία, τρεις Γουινέες, ή Γκάμπια.

Μπαίνει λοιπόν η ξαδέρφη, διαπιστώνει το προφανές, ότι μου αρέσουν οι χάρτες, και με τον γλυκά πατροναριστικό τρόπο που οι ενήλικοι νομίζουμε ότι τα παιδιά στα οποία απευθύνεται δεν τον πιάνουν με ρωτάει τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Απαντάω «γεωγράφος» σχεδόν με τσαμπουκά. Η ξαδέρφη με ρωτάει τι δουλειά κάνουν οι γεωγράφοι· δεν ξέρω τι να απαντήσω· μού εξηγεί ότι τέτοια δουλειά δεν υπάρχει.

Πάει λοιπόν το «γεωγράφος». Όταν ετοιμαζόμουν για τις σπουδές στην Αγγλία είδα ότι κάποιο πανεπιστήμιο προσέφερε MA in Geography. Φευγαλέα ένιωσα να δικαιώνομαι προτού παραδεχτώ ότι ένα τέτοιο μάστερ σε κάνει γεωγράφο όσο ένα μάστερ στις Αμερικάνικές Σπουδές σε κάνει Αμερικάνο.

Εύελπις

Μεγάλωσα κοντά στο Πεδίον του Άρεως και η παλιά Σχολή Ευελπίδων ήτανε πολύ κοντά στο σπίτι, την πρόλαβα πριν γίνει δικαστήρια. Στον δρόμο κυκλοφορούσαν ευέλπιδες. Η μάνα μου λοιπόν, εντυπωσιασμένη από τις στολές και τα ξιφίδια, σκέφτηκε να με βοηθήσει να επιλέξω καριέρα και με ρώταγε αν θέλω να γίνω εύελπις.

Οι στολές δεν με έφτιαχναν ποτέ πολύ, τουλάχιστον όχι πριν τις γαλλικές τσόντες του ΙΤΑ8 με υπηρέτριες και τα συναφή, μάλιστα οι ένστολοι μού προκαλούν κάτι μεταξύ θυμηδίας και αμηχανίας: όταν σπάνια θα χρειαστεί να φορέσω κάτι σαν στολή στη δουλειά νομίζω ότι παίζω σε ταινία του Σμαραγδή με δόγηδες, κόντηδες και νούντσιους παπικούς.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ο πατέρας μου μου εξήγησε ότι η Σχολή Ευελπίδων είναι στρατιωτική σχολή, άρα εκπαιδεύεσαι στα όπλα: αμέσως ξενέρωσα. Μετά, λες και ήθελε να το κάνει χειρότερο, μου μίλησε για πειθαρχία και (ακόμα χειρότερα) ότι στη Σχολή σού μαθαίνουν βαλς και πώς να καθαρίζεις πορτοκάλι με μαχαιροπήρουνο. Εκεί έληξε κάθε συζήτηση.

Γιατρός

Όταν η μητέρα μου είδε πως τα έπαιρνα τα γράμματα έκανε μια δεύτερη απόπειρα. Μου πρότεινε να γίνω παιδίατρος. Επειδή τα παιδιά της ήτανε γερά νόμιζε ότι είναι εύκολο να είσαι παιδίατρος, και το έλεγε κιόλας «εύκολη ειδικότητα: απλώς κάνεις εμβόλια στα παιδάκια και τους δίνεις σιρόπια για τον βήχα». Ο πατέρας μου, που στα χέρια παιδιάτρων σώθηκε δύο φορές τη δεκαετία του 40 και του 50, δεν συμμεριζόταν την άφρονα γνώμη της αλλά δεν μίλαγε (σόι πάει αυτό).

Γρήγορα κατάλαβα και από μόνος ότι πολλά παιδάκια αρρωσταίνουν πολύ σοβαρά και (όσο τρελό κι αν μου φαινόταν) πεθαίνουν, άρα και ότι η δουλειά του παιδιάτρου μπορεί να ήταν πολύ πιο δυσάρεστη από αυτό που έκανε η κυρία Καλιάτσου όταν πηγαίναμε με ταξί στην εξωτική Κυψέλη για να με «εξετάσει». Η ιδέα ότι θα έπρεπε να γιατρέψω παιδιά που υποφέρουν και μάλιστα ότι μερικές φορές δεν θα μπορούσα να τα γιατρέψω με ενόχλησε βαθιά. Ακόμα αντηχεί αμυδρά μέσα μου ο απόηχος της έκρηξης που έκανε η θλίψη όταν συνειδητοποίησα πως μερικές φορές ο γιατρός δεν μπορεί να κάνει και πάρα πολλά.

Επειδή συνέχιζα να τα παίρνω τα γράμματα, και στο Γυμνάσιο η μάνα μου με ρώταγε δειλά και κάθε τόσο γιατί να μη γινόμουν χειρούργος (έτσι τους λέγαμε τότε): σοβαρός γιατρός για σοβαρές καταστάσεις. Ένα πρωί, επειδή από τότε δεν μου άρεσε να μου λένε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, της είπα ότι δεν πρόκειται να γίνω χειρούργος. Με ρώτησε αν φοβάμαι το αίμα. Της απάντησα ότι δεν φοβάμαι το αίμα, δεν αποστρέφομαι τα τραύματα, δεν σιχαίνομαι τα σκατά (είχα κάνει την έρευνά μου) αλλά ότι δεν αντέχω την ιδέα ότι ο άλλος υποφέρει κι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, πολύ περισσότερο ότι κάποιος για τον οποίο ευθύνομαι μπορεί να πεθάνει.

Στο μεταξύ εξακολουθούσα να μην έχω την παραμικρή ιδέα τι ήθελα να γίνω όταν θα μεγάλωνα. Για να μην ταλαιπωρείστε, το αποφάσισα στα 23 μου, όψιμος σε αυτό όπως και σε άλλα.

Δικαστής

Στο Λύκειο ήθελα πολύ να κάνω Φυσική. Ο μαθηματικός το πήρε χαμπάρι, έπιασε τον πατέρα μου και του είπε ότι το μέλλον είναι οι τηλεπικοινωνίες και ότι έπρεπε να γίνω μηχανικός με το μυαλό που έχω. Το 1989 το μέλλον ήταν οι τηλεπικοινωνίες όπως και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η ιδιωτική τηλεόραση (you win some, you lose some), οπότε με τη συναίνεση του πατέρα μου ο μαθηματικός φόρτωνε εμένα και την κολλητή μου με έξτρα ασκήσεις, τις οποίες όμως δεν μπορούσα να παλέψω. Τότε αποθαρρύνθηκα οριστικά με την Άλγεβρα κι έτσι η Ανάλυση δεν ήρθε ποτέ. Επιπλέον στη Γεωμετρία ήμουν ντουβάρι, άλλωστε η οπτικοχωρική μου αντίληψη είναι μάλλον υπανάπτυκτη και ακόμα χάνομαι στη γειτονιά μου (ναι, αλλά αγαπώ τους χάρτες). Πάντως η κολλητή μου έγινε παγκοσμίως αστέρι σε 2-3 κλάδους (τρεις είναι) και πρωτοβάθμια καθηγήτρια στα τριαντακάτι της. Εγώ στράφηκα στην Τρίτη Δέσμη ηττημένος από τις εξισώσεις και αποχαιρετώντας τη Φυσική, την οποία μόνον εξ αποστάσεως θα μπορούσα πια να χαλβαδιάζω.

Ένας οικογενειακός φίλος πρώην πρόεδρος Εφετών μυρίστηκε ότι πάω για Τρίτη Δέσμη και ξεκίνησε εκστρατεία να βάλω πρώτη τη Νομική. Όχι για να γίνω δικηγόρος βεβαίως, άλλωστε τότε περιφρονούσα τους δικηγόρους γιατί δεν με είχανε γλυτώσει ακόμα, αλλά για να γίνω δικαστής. Μας έλεγε και μας ξαναέλεγε ότι έχω ιδανικό χαρακτήρα για δικαστής, πλέκοντας το εγκώμιό μου. Επίσης μας εξηγούσε ότι ο δικαστικός κλάδος χρειάζεται να επανδρωθεί με ανθρώπους σαν κι εμένα, γιατί τελευταίως επιγυναικώνεται. Για να με ψήσει μου έλεγε για το πόσο αναγκαίοι είναι οι δικαστές σε ένα σύστημα που οι ένορκοι εξαπατώνται από τον κάθε (όνομα δικηγόρου ακόμα εν ζωή το οποίο δεν θα γράψω γιατί σούρνονται κι αγωγές). Όποτε με έβρισκε μου μίλαγε για θρυλικές υποθέσεις τις οποίες είχε εκδικάσει, ποινικές και άλλες. Μερικές ήταν όντως θρυλικές.

Πάρα πολύ ευγενικά εξηγούσα στον καλό μας κύριο Τ. ότι θα το σκεφτώ σοβαρά. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε περίπτωση να πάω σε μια Σχολή που βγάζει ποιητές και δημοσίους υπαλλήλους ή, ακόμα χειρότερα, που απαιτεί απομνημόνευση. Ποτέ δεν κατάφερα να απομνημονεύσω τίποτα εκτός από το Πιστεύω, τον ορισμό της τραγωδίας, αυτό:

Από τα παιδάκια του Νηπιαγωγείου
σ’ εσάς που δώσατε τη ζωή σας για τη λευτεριά.

Επίσης, αν γινόμουν δικαστής μπορεί να μην είχα εξουσία ζωής και θανάτου ή και έλλειψη εξουσίας, όπως οι χειρούργοι, αλλά θα είχα ευθύνη για την ελευθερία κάποιου ανθρώπου. Αυτή η ιδέα δεν μου άρεσε καθόλου, έβλεπα κι όλες εκείνες τις ταινίες με αθώους που λιώνουνε στη φυλακή — δεν λες πάλι καλά που στην Ελλάδα δεν έχουμε καρέκλες και γκιλοτίνες και κρεμάλες… Σε καμμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να κάνω μια δουλειά όπως του δικαστή. Δεν το είπα στον κύριο Τ. Έβαλα τη Νομική τελευταία στο μηχανογραφικό, κάτω από κάτι ΤΕΙ με πολύ χαμηλότερο βαθμό εισαγωγής, και καθάρισα.

Τίτλοι αυτοβιογραφιών για ανθρώπους που ξέρω

Photo 21-2-16 - 12 58 42

Καμμιά δεν έχει γραφτεί ακόμη. Αμένσιωτοι όλοι.

Κοραής στη θέση του Κοραή.
Hello Therapy!
Ο Χριστός στο Κολωνάκι.
Ο Μαυροβούνιος δελφίνος.
You will know my name.
Φωνή αύρας λεπτής.
Δεν είμαι μεγαλόψυχος, είμαι μεγαλόσχημος.
Fail better.
Δεν το παίζω τρελός αλλά είμαι.
Wit, lust and a tender heart.

Η κομμουνιστική Ελλάδα του 2018

Ζούμε σε μια από τις πρώτες χώρες του Πρώτου Κόσμου στην οποία εφαρμόστηκε η νεοφιλελεύθερη συνταγή «λιτότητα και ξεπούλημα» και μάλιστα χωρίς Τσαουσέσκου και Πινοτσέτ ή άλλες τέτοιες τριτοκοσμικές ασχημοσύνες. Η εκτέλεση της συνταγής αυτής μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ, που αν θυμάστε θα έφερνε τον κομμουνισμό, σε κεντροδεξιό κόμμα ― δείτε κι εδώ.

Υπάρχουν ωστόσο πάρα πολλοί που εδώ και τρία χρόνια διαμαρτύρονται ότι ζούμε σε σταλινικό καθεστως, το οποίο έχει ξεκινήσει πρόγραμμα θεμελίωσης του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ελλάδα.

Βεβαίως η πραγματικότητα τους διαψεύδει: δεν βλέπουμε ουρές για ψωμί και 450 γραμμάρια τυρί φέτα αλλά παντού μαγαζιά πολυτελείας· δεν μας κυβερνάν εργατικά συμβούλια παρά διάφοροι λεφτάδες και φιλάνθρωποι· δεν έχει κολλεκτιβοποιηθεί το σύμπαν (τρένα, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, υπηρεσίες) παρά έχει ξεπουληθεί σε ιδιώτες· δεν παρελαύνουν κομσομόλοι της Κουμουνδούρου στους δρόμους αλλά ναζί και χριστιανοεθνικιστές· δεν δείχνει η τηλεόραση αντάρτικα, ιστορίες από το αγροτοεργατικό κίνημα και ρεπορτάζ από τοπικές συνελεύσεις παρά προβάλλει καταναλωτικά προϊόντα που ενθαρρύνουν την κατανάλωση κι έναν αδιανόητα αντιδιανοητικό ατομικισμό.

Το μόνο κομμουνιστικό καθεστώς στο οποίο κάπως μοιάζουμε είναι αυτό του σ. Τσαουσέσκου (φίλου δεξιών κι αριστερών τότε), που εξαθλίωσε μια ολόκληρη χώρα για να αποπληρώσει το ΔΝΤ. Όμως είμαι σίγουρος ότι δεν έχουν τον Τσαουσέσκου στο μυαλό τους όσοι θρηνωδούν για τον αποσοβιέτωσή μας.

Πολλοί δεν μπορούν καταπιέσουν τη θυμηδία τους όταν κάθε λογής δεξιοί και δεξιόστροφοι ισχυρίζονται ότι κατρακυλάμε προς τον κομμουνισμό ενώ η πραγματικότητα πηγαίνει αλλού. Γίνεται πολύς λόγος για «χαζούς» και «ιδεοληπτικούς» που σκιαμαχούν εμμονικά με το φάσμα του κομμουνισμού ακόμα και όταν αυτό διόλου δεν μετεωρίζεται πάνω από τα κεφάλια τους. Πλακίτσα γίνεται και γίνεται πολλή, γενικώς. Τα γέλια δυναμώνουν όταν κάποιοι από τους κατά φαντασία συμμοριτόπληκτους φωνασκούν ότι βρίσκονται υπό διωγμό. Γίνεται τότε λόγος για τζάνκια της εξουσίας ή κρατικών επιχορηγήσεων που στο παραλήρημά τους τρώνε φρίκη και υποκύπτουν σε μανία καταδίωξης.

Δεν είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα. Όσοι βλέπουν την επέλαση της κομμουνιστικής λαίλαπος στην Ελλάδα δεν είναι απαραιτήτως κουτοί ή απλώς εξουσιοστερημένοι. Πολλοί από αυτούς ξέρουνε τι λένε, πολλοί από αυτούς έχουν όραμα. Ό,τι δεν συντελεί ενεργά στην υλοποίηση του οράματός τους είναι «σταλινισμός».

Το όραμά τους περιλαμβάνει κουκλίστικα κέντρα πόλεων, συμμαζεμένα κι εύτακτα κατά τα πρότυπα των τουριστοπόλεων της Μεσευρώπης, στα οποία θα μπορούν να ψωνίζουν και να σουλατσάρουν και να πίνουνε ριστρέτο και σπριτς και να τρώνε κονφί πάπιας με κριθαρότο τρούφας και στα παγκάκια των οποίων θα μπορούν να φλερτάρουν (αν θέλουν και μπορούν).

Θέλουν το χρήμα να ρέει προς αυτούς και τα παιδιά τους ώστε να ξεκινήσουν τις δικές τους επιχειρήσεις που θα εντάσσονται μέσα στον ιστό αυτών των κουκλίστικων ιστορικών κέντρων. Σκουπίδια, φτωχοί, μη σέξι πλανόδιοι, μπανάλ πινακίδες, απεργοί, τηλεοπτικές κεραίες, μπαρμπάδες, άνεργοι, άσχημες προσόψεις, θείτσες, σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου, φρικιά, πλαστικές καρέκλες, άπρακτοι μετανάστες που δεν φοράνε ποδιές ή δεν υποδέχονται χαμογελαστοί πελάτες να αποσκορακίζονται και να εξοστρακίζονται εκτός, εκεί, έξω, μακρια: στο μπανλιέ.

Θέλουν ζυγοσταθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες χωρίς δημοσίους υπαλλήλους, γραφικές εκκλησίες χωρίς παπάδες και ζητιάνους και χαροκαμένους που σταυροκοπιούνται διώχνοντας τους τουρίστες, κομψές διαφημίσεις στο μετρό, έτζυ φοιτητές που θα ξεδιπλώνουν το σέλας της νιότης σε προσεκτικά ψαγμένες πολιτιστικές παρεμβάσεις κι όχι αφισοκολλήσεις και καταλήψεις, θέλουν πανεπιστήμια και Τύπο που θα αμφισβητούν οτιδήποτε εκτός από το δόγμα ότι ο κόσμος τούς χρωστάει επειδή είναι γόνοι και διάδοχοι, επειδή είναι οικογενειακοί φίλοι με κάποιον κάπου ή με μουμιοποιημένο μέλος της λματ.

Ανήκουν σε μια σκιώδη Ευρώπη, η οποία γεωγραφικώς απαρτίζεται από μια ντουζίνα μνημεία, μια ντουζίνα ΚΥΕ και 5-6 λιθόστρωτους δρόμους και κανα-δυο γέφυρες, ενώ πολιτικώς είναι διευθυντήριο για απείθαρχους λαούς.

Το όραμα όσων τρέμουν τον κομμουνισμό και τον θυμιατίζουν στανικώς και σπασμωδικώς σαν καταπιεσμένα γυναικωτός διάκος είναι μια πόλη δική τους, για το 10 με 20%, και οι υπόλοιποι ας βρούνε κάποιον τρόπο να υπάρχουν κάπου αλλού και μακριά — ή και όχι. Θέλουνε μια χώρα να δουλεύει για αυτούς και να μην το πολυδείχνει, πολλώ μάλλον να μην παραπονιέται. Ό,τι αφήνει περιθώρια παραπόνων ή και διαμαρτυριών από τα συνήθη υποζύγια (μα δεν ξεχνιέται αυτή η διατύπωση!) είναι κομμουνισμός, σταλινισμός και αναξιοκρατία της νομενκλατούρας. Κι αυτά λέγονται από τους ίδιους κύκλους που θα στελέχωναν την κομματική νομενκλατούρα ή θα γίνονταν στυλοβάτης της αν είχε γίνει νικήσει ο ΔΣ, αν όντως είχαμε γίνει δορυφόρος της ΕΣΣΔ.

Ξυπνώντας ταξικώς λόγω του μνημονιακού εφιάλτη οι μη προνομιούχοι, πάντα σιωπηλοί και παραμυθιασμένοι, τελικά ξαναβυθίστηκαν στον ύπνο της Ελλάδας και της Παράδοσης και της Ορθοδοξίας κι Αντροσύνης — αν και κατά πολύ φτωχότεροι: έπεσαν από το 3 στο 1. Οι υπόλοιποι ελάχιστοι, άντε ένα 10 με 20%, αυτοί που από τα 9 έπεσαν στα 8, επίσης αφυπνίστηκαν ταξικώς και λυσσάνε στην ιδέα ότι ότι δεν έχουν ήδη καβατζώσει τα 11. Και σίγουρα γι’ αυτό φταίει ο σταλινισμός που ζούμε.

Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο απροκάλυπτα ταξικές οι απαιτήσεις των ελίτ στην Ελλάδα, έστω και πλαισιωμένες από αντικομμουνιστική φρεναπάτη.

Επωδή

Ούουουουουουιιιι
οροθετικές κι οροθετικοί
ρουβίκωνες, καταληψίες κι αλληλέγγυοι
πουστάρες και αστεφάνωτες
πρεζόνια και πακιστανοί
άνεργοι και τραβέλια
άθεοι και γιόγκι·

αυτοί σας έκλεισαν τα μαγαζιά
αυτοί σας έστειλαν να μείνετε πάλι μαζί με τη μαμά
αυτοί σας έστειλαν στο εξωτερικό·
εξαιτίας τους δεν έχετε να αγοράσετε φάρμακα και να δείτε γιατρούς
εξαιτίας τους η γειτονιά σου είναι γκέτο
εξαιτίας τους περνάς με 40 ευρώ.

Δείρτε τους και σφάχτε τους ρε, να καθαρίσει ο τόπος.
Να μπορεί να κυκλοφορεί άνετα κι ανεμπόδιστα κι αβάδιστα
η ΔΑΠ Νομικής
ο στεροειδής κλαρινογαμπρός από σόι καταχραστών
ο Γιώργος ο Καμίνης
η μισάνθρωπη γιαγιά
η πολυάσχολη αντρεπενούρ από την Πολιτεία ή τη Γλυφάδα
ο εργατοπατέρας
ο παπα Μπαλαμούτης
ο Σάκης Ρουβάς
ο συνταξιούχος παιδεραστής τμηματάρχης
η Μαριάννα Β.
και ο Β. Μαρινάκης.

πρώτη δημοσίευση εδώ.

Βασικά κυπριακά κόμματα

Το παλιότερο είναι το ΑΚΕΛ, ονομαστικά κομμουνιστικό κόμμα με τα συνθήματά του και τη νεολαία του και τα επαναστατικά άσματά του και τη γενικότερη αρτηριοσκλήρυνση. Βεβαίως, όπως κάθε αριστερό κόμμα που δεν θέλει να ενοχλεί και επιθυμεί να είμαστε όλοι αγαπημένοι και να μη μαλώνουμε, είναι ασυνάρτητο και πολλές φορές φαιδρό. Αυτό το διαπιστώσαμε κατά την ατσούμπαλη και σπασμωδική διακυβέρνηση του 2008-2013 αλλά το είχαμε πάρει χαμπάρι και πιο πριν. Βεβαίως, αν αποτολμούσε να ενοχλήσει, το ΑΚΕΛ θα συγκέντρωνε ένα 6 με 8% το πολύ: στην Κύπρο ο φτωχός κι ο προλετάριος ούτε οργανώνονται ούτε καν απεργούν αλλά πάνε και ζητούν δανεικά από τον τοκογλύφο ή την τράπεζα· συνήθως στον δρόμο θα κατέβουν μόνο αν τους πει το σχολείο να παρελάσουν ή να διαμαρτυρηθούν για το ψευδοκράτος.

Το ΔΗΚΟ υπάρχει για να διορίζει στο Δημόσιο και όπου αλλού τού περνάει. Πιάνει ένα 10% και σχεδόν πάντοτε καταφέρνει να χώνει υπουργούς στην κυβέρνηση. Ο άλλος λόγος ύπαρξής του είναι να τορπιλίζει στα μουλωχτά κάθε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Το ΔΗΚΟ έχει πολλά λαμπρά στελέχη που ενδιαφέρονται για αξιώματα χωρίς να τα σπιλώνει οποιαδήποτε πεποίθηση ή ιδεώδες.

Η ΕΔΕΚ έχει λαμπρό παρελθόν αριστερών αγώνων, παρελθόν μακρινό όσο και η νιότη του ιδρυτή του, του θρυλικού Βάσου Λυσσαρίδη. Νομίζει ότι είναι το ΠΑΣΟΚ της Κύπρου, το παλιό, το ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ. Στην πραγματικότητα δεν είναι σοσιαλιστικό κόμμα αλλά το μαγαζάκι στο οποίο αποτείνεσαι αν δεν μπορεί ή δεν θέλει να σε διορίσει το ΔΗΚΟ, επειδή π.χ. η οικογένειά σου δεν είναι με το ΔΗΚΟ.

Ο ΔΗΣΥ υποτίθεται ότι είναι το μεγάλο δεξιό κόμμα των ευρωπαϊστών, που αγκαλιάζει από σοβαρούς κεντροδεξιούς μέχρι κρύβδην εοκαβητατζήδες που σου εξηγούν ότι επί Μακαρίου ήταν αδύνατον να διοριστείς και στην Κύπρο ζούσες σαν αν ήσουνα στην Κούβα του Κάστρο — παραλληλισμός αντάξιος ενός Κίσσινγκερ. Στην πραγματικότητα ο Συναγερμός είναι κόμμα με δύο στόχους: να ξαναρχίσουν οι εργολάβοι να πουλάνε πολυτελή ακίνητα με κρυμμένες κακοτεχνίες στους ξένους που λαχταρούν ήλιο, θάλασσα, υγρασία και μπύρα ΚΕΟ, να συνεχίσουν οι 20 οικογένειες που διαφεντεύουν τον τόπο να πουλάν αιγιαλούς και κατάξερες πλαγιές για ξενοδοχεία κτλ και να συνεχίσουν οι λοιποί γόνοι που απασχολούνται στον τριτογενή τομέα να προσφέρουν οικονομικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στους Ρώσους, στους Κινέζους, στους Άραβες, στο Ισραήλ και εις πάντα ενδιαφερόμενο. Ο δεύτερος στόχος είναι ο προφανής: να συνεχίσει να πουλάει Ελληνισμό χωρίς Ελλάδα αλλά και χωρίς ντόπιο χαρακτήρα, θρησκεία όπως τη θέλει η χρυσοφόρος και χρυσοποίκιλτη Εκκλησία της Κύπρου και Ευρώπη bonne pour l’Orient σε ένα ακροατήριο το οποίο χάρη στις εκπαιδευτικές πολιτικές του θα μπορεί να συνεννοείται μόνο με βασικά αγγλικά.

Υπάρχουν και κάτι άλλα σώσματα και οι ναζί. Οι οποίοι δεν είναι ναζί αλλά πατριώτες.

Για έναν χιψτερισμό του δημοφιλούς

Κάθε τσόγλανος, είτε είναι λέκτορας στην Οξφόρδη είτε παιδί θαύμα στου Γκύζη το 1982, γνωρίζει πολύ καλά τα όριά του και προσπαθεί να τα αποκρύψει από τα μάτια των πολλών. Ως τάχα παιδί θαύμα στου Γκύζη το 1982, γιατί περί εμού ο λόγος, ήξερα ότι δεν είμαι καθόλου μα καθόλου παιδί θαύμα παρά ένας πιτσιρικάς με βιβλία και μουσικές στο σπίτι, κάτι που ούτε τότε ούτε τώρα είναι δεδομένο. Πολύ περισσότερο είχα επίγνωση ότι πέρα από μνημονικό και φιλομάθεια δεν είχα κανένα άλλο ταλέντο. Οι δάσκαλοι δεν το είχαν αντιληφθεί και μου μίλαγαν σαν να ήμουν μεγάλος άνθρωπος. Αυτό με κολάκευε πολύ ενώ επίσης εγκαινιάζε την άτυπη καριέρα μου ως μυστικοσύμβουλου και νουθέτη, εντελώς ακατάλληλου πολλές φορές.

Μια μέρα η δασκάλα με επέδειξε σε κάποιον συνάδερφό της ως κάποιον που ήξερε ότι η Τζοκόντα δεν είναι μόνο σοκολατάκι. Με ρώτησε ο δάσκαλος λοιπόν τι είναι η Τζοκόντα, απάντησα. Με ρώτησε πού το ξέρω, του αποκρίθηκα ότι την είδα στον τόμο Πινακοθήκη της εγκυκλοπαίδειας Δομή. Με ρώτησε αν μου αρέσει και του είπα ότι είναι ωραίος πίνακας — άλλωστε τι θα έλεγα. Μετά, κι ενώ είχα αρχίσει να νιώθω συστολή και εκνευρισμό, με ρώτησε πώς μπορώ να χαίρομαι την Τζοκόντα ως πίνακα όταν έχει γίνει σήμα κατατεθέν του Παυλίδη. Αν και προτιμούσα τις νουαζέτες από τις τζοκόντες, αφού πρώτα έφτυνα το απαίσιο φουντούκι, έμεινα με την απορία γιατί με ρωτάει κάτι τέτοιο.

Στο Πανεπιστήμιο έμαθα από την Τζούμα ότι η ποπ κουλτούρα καταπίνει και οικειοποιείται την υψηλή τέχνη αποστρογγυλεύοντας κι αφοπλίζοντας την, καθιστώντας την διακόσμηση και «κενό σημαίνον» — βεβαίως όλα τα σημαίνοντα κενά είναι από μόνα τους, αλλά γαλλοθρεμμένη καθώς ήταν συγχωρείται, αφού έτσι αποκαλούσαν τότε την απώλεια νοήματος ή τη συναρμογή του σημαίνοντος με ένα σημαινόμενο που δεν γουστάρουμε. Με δυο λόγια: αν βλέπεις παντού την Τζοκόντα (όπως και συνέβαινε, αφού κάθε μικροαστικό σπίτι εγκατέλειπε φοντάν και φρουί γλασσέ για να τρατάρει παστάκια, καριόκες και σοκολατάκια)  καταντάει μια αηδία η Τζοκόντα και είναι πια σήμα κατατεθέν κι όχι έργο τέχνης που κουβαλάει κάτι βαρύτιμο και θαυμαστό, που προκαλεί απορία.

Χτες ήταν μια όμορφη μέρα που έκλεισε με την ακρόαση των Θαλασσογραφιών των Λοΐζου και Παπαδόπουλου. Όταν άρχισε να παίζει το σιντί στο αμάξι ήμουν έτοιμος να ακούσω κάτι τόσο φθαρμένο όσο η Μόνα Λίζα στις τζοκόντες. Κατέληξα να ακούσω προσεκτικά και από την αρχή τα τραγούδια του δίσκου, χώρια ότι ανακάλυψα και δύο τραγούδια που δεν γνώριζα: το «Ένα γέρικο καράβι» με τον Πάριο και το «Μήνυμα» με τη θεϊκή Κωχ.

Ο χιψτερισμός περιλαμβάνει ένα αίτημα να ανακαλύψουμε και να προμοτάρουμε ό,τι δεν είναι δημοφιλές, ό,τι είναι παραμελημένο ή παρεξηγημένο ή περιθωριοποιημένο ή απλώς ντεμοντέ. Στις πιο ενδιαφέρουσες εκφάνσεις του μάς καλεί να σπάσουμε και να ανοίξουμε τον Κανόνα, κάθε τι που είναι παραδεδομένο ως αριστούργημα και ταυτόχρονα δημοφιλές. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν θα μπορούσαμε να περάσουμε σε μια φάση του χιψτερισμού στην οποία θα ξανανακαλύπτουμε όσα είναι ήδη μέρος του Κανόνα, όσα είναι δημοφιλή. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούμε να ξανακούσουμε π.χ. την Πέμπτη του Μπετόβεν και να νιώσουμε γιατί γάμησε και ταυτόχρονα γονιμοποίησε τη μουσική, να ξαναδούμε τον Άμλετ και να μας σηκωθεί η τρίχα, ή — πιο ταπεινά — να ξανακούσουμε το «Έχω έναν καφενέ» και να νιώσουμε γιατί έγινε σουξέ ή να προσέξουμε π.χ. την ξεμπούζουκη μα λαϊκή ενορχήστρωση της Γοργόνας ή του Νανουρίσματος, που δεν ξεπέφτει σε χατζιδακισμό.

Βεβαίως και γίνεται, βεβαίως και το περικείμενο δεν είναι ένα μονολιθικό κι άκαμπτο πλαίσιο ερμηνείας. Σας το διαβεβαιώνει ο τσόγλανος που είδε τη Μόνα Λίζα παρά τις τζοκόντες στη φοντανιέρα.