Καλοκαίρια

Το καλοκαίρι είναι ο θάνατος της άνοιξης.

Για μένα καλοκαίρια είναι τραβολόγημα μέσα σε βρωμερά πλοία για σκονισμένα κι άνυδρα νησιά, για ανεμοδαρμένα χερσοτόπια που ζουν από το εντυπωσιακά λίγο του τοπίου τους ή από το χρώμα του θαλασσινού νερού που τα συσφίγγει.

Καλοκαίρια για μένα είναι πλήξη και ζέστη σε εξοχικά, αποκομμένος από τους δικούς μου ανθρώπους, να τρέφομαι με ντοματοσαλάτες και μακαρόνια προσπαθώντας να χορτάσω με τοπίο και με την προσδοκία γεμιστών ή καμμιάς μπαρότσαρκας εν μέσω ηλιοκαμένων βουπούδων ή φασαίων εποίκων.

Το καλοκαίρι απαγορεύει τα γλυκά, αλλά πριμοδοτεί υπερμεγέθη ζαχαρώδη φρούτα ενώ πλημμυρίζει με ζάχαρη το αλκοόλ.

Τα καλοκαίρια σπανίζει το νερό, περισσεύει το αλάτι που μου τσιτώνει το δέρμα και το αργάζεται σαν να είναι πετσί· τα καλοκαίρια βρωμάνε αρρύθμιστες ντιζελομηχανές και καμένα λάδια παπιών σε καρόδρομους του θανάτου.

Τα καλοκαιρινά σκουπίδια σαπίζουνε στοιβαγμένα και αναποκόμιστα, ενώ το σπάνιο αεράκι των αποπνικτικών Ιουλίων αναμιγνύει την αποφορά τους με ό,τι λίγο σουρώνει από γιασεμιά και χλωρίνες.

Στα λευκά κελιά του καλοκαιριού, ενοικιαζόμενα ή μη, αντηχούν μεντεσέδες, καπλαμαδένιες πόρτες που δεν κλείνουν και παντζούρια που τα γρονθοκοπάει ο άνεμος.

Καλοκαίρι στην πόλη είναι να ζεις σε ερημωμένα χωριά, μπροστά από κατεβασμένα ρολά και ορθάνοιχτα μπλακόνια μέσα από τα οποία αντηχούν τηλεοράσεις, καβγάδες Σπιρτόκουτου ή — αν είσαι τυχερός — τίποτα ιμερικοί στεναγμοί και στόνοι όσων ιδρώνουν για καλό.

Καλοκαίρι σημαίνει τύφλωση, θάνατος του χρώματος· καλοκαίρι θα πει φωτιά και αϋπνία· καλοκαίρι συνεπάγεται χαύνωση και ραστώνη.

Τρέχουμε να κρυφτούμε από το καλοκαίρι μέσα στη θάλασσα ή μέσα σε κλιματιζομένους χώρους και αυταπατώμαστε ότι τρέχουμε για να βουτήξουμε μέσα του.

Το καλοκαίρι είναι η μοναξιά που θορυβεί σαν το πιο ιλαρό γλέντι. Το καλοκαίρι, ένα πανηγύρι μέσα στο οποίο τα σώματα απωθούνται καθώς συνωθούνται σαν σε χορό.

Τελικά το ελληνικό καλοκαίρι δεν υπάρχει, είναι μια σύντομη κι χρυσοπληρωμένη σε προσδοκίες παράσταση στημένη στο σκηνικό της αιγαιοπελαγίτικης ερημιάς κι αποψίλωσης, σκηνικό που εγείρει πανελλήνιες και μεσογειακές αξιώσεις.

No roots

I like standing still, but that’s just a wishful plan
Ask me where I come from, I’ll say a different land
But I’ve got memories and travel like gypsies in the night

Όσο κι αν μας συγκινούν τα δέντρα ως σύμβολα, επειδή είναι σταθερά και δυνατά και επειδή ανθούν και φέρουν κι άλλο, οι άνθρωποι δεν είμαστε δέντρα.

Οι άνθρωποι δεν έχουμε ρίζες. Ό,τι είμαστε και αυτοί που είμαστε το κουβαλάμε μαζί μας και μέσα μας, είτε ζήσουμε στα 10 χιλιόμετρα από εκεί όπου γεννηθήκαμε, είτε ξενιτευτούμε, είτε γίνουμε νομάδες. Ό,τι είμαστε και αυτοί που είμαστε το επινοούμε και το χτίζουμε, άλλοτε συνειδητά και κάποτε ανεπαίσθητα.

Η μαγική πίστη σε ρίζες, στις ρίζες μας, μας δηλητηριάζει. Επίσης μας ναρκώνει η επίπλαστη ασφάλεια που νιώθουμε γιατί περνιόμαστε για δέντρα αγκιστρωμένα στη γη, όπως και η ανάγκη να ενταχθούμε σε κάποια παράδοση που αυτομάτως θα ορίσει ποιοι είμαστε ώστε να μη χρειαστεί να ψαχνόμαστε και να το δουλέψουμε και να το παλέψουμε μονάχοι μας.

Τον 21ο αιώνα οι ρίζες που πασχίζουμε σώνει και καλά να βγάλουμε βλασταίνουν στο φαρμακωμένο χώμα των εθνικισμών και οι καρποί που δίνουν είναι φασισμοί. Συνεπώς το μεγάλο έργο αυτού του αιώνα, ελπίζω όχι και του επόμενου, θα είναι να απαλλαγούμε από την ανάγκη να ριζώνουμε και να νιώθουμε πως έχουμε ρίζες αντί για πόδια.

Όσα εύκολα χάνονται

Όταν έκανα κι εγώ τη δική μου εκδοχή της Grand Tour στην Ιταλία, ελέω της δουλειάς μου, έτυχε πρώτα να πάω στη Φλωρεντία και μετά στη Νάπολη.

Στη Φλωρεντία περνάς αναγκαστικά από την Ουφίτσι. Είναι χαρά θεού αυτή η πινακοθήκη, σε ξεπερνάει και σου επιβάλλεται χωρίς όμως να είναι αχανής σαν το Λούβρο. Βλέπεις έργα που ξέρεις, έργα που δεν ξέρεις και — το κυριότερο — έργα που νομίζεις ότι ξέρεις. Ήδη όμως ενώ είσαι στη μέση του δεύτερου ορόφου (από τον δεύτερο ξεκινάς και μετά κατεβαίνεις στον πρώτο), έχεις πήξει στις Παναγίες. Παναγίες παντού. Παναγίες σε κάθε σχήμα και χρώμα και ρυθμό και στάση. Μια παρθένα μητέρα ενός θεού.

Πολλά κρέατα, ζυμαρικά, φωτογραφίες και απεριτίβι μετά φτάνεις στη Νάπολη και πας στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Είναι ένα από τα πιο όμορφα μουσεία που θυμάμαι — αν και γενικά αποφεύγω τα μουσεία που δεν έχουνε να μου δείξουν όμορφα πράγματα κι απλώς θέλουνε να με διδάξουν. Ίσως γι’ αυτό μου αρέσει το Αρχαιολογικό της Νάπολης, επειδή είναι γεμάτο όμορφα πράγματα.

Στο Μουσείο αυτό βρίσκονται ανάμεσα σε πολλά άλλα και οι νωπογραφίες της Πομπηίας. Η πρώτη επαφή από κοντά με την αρχαία ζωγραφική είναι επιεικώς συγκλονιστική: ανακαλύπτεις ότι οι μεσαίου βεληνεκούς ζωγράφοι που διακόσμησαν τους τοίχους επαύλεων, μπουρδέλων και άλλων κτιρίων ενός θερέτρου 20.000 κατοίκων τον 1ο αιώνα μ.Χ. είναι τεχνικά εφάμιλλοι με τους μεγάλους δασκάλους της Αναγέννησης. Σκύβεις και κοιτάζεις τα έργα από πάρα πολύ κοντά και μετά από κάποια απόσταση και μετά πας στη διπλανή αίθουσα αλλά ξαναγυρίζεις κι αίφνης ο θεσπέσιος Μποτιτσέλλι (κι είναι ακόμα πιο θεσπέσιος από κοντά ο πούστης) δεν σου φαίνεται πια τόσο μοναδικός κι ανεπανάληπτος.

Βλέποντας τα έργα της Πομπηίας, χαμένα μέχρι μετά την Αναγέννηση, μόνον οίκτο και ελαφρά υπεροψία μπορείς να νιώσεις για τη «μεγάλη» βυζαντινή ζωγραφική στο γύρισμα της 1ης χιλιετίας και μετά (με μοναδική εξαίρεση τη Μονή της Χώρας και κάποια έργα της Μακεδονικής Σχολής) ή για την αφόρητα καρτουνίστικη αναπαραστατική μικρογραφία και τη διακοσμητική ανεικονική τέχνη του Ισλάμ

Λες λοιπόν: αυτή η τεχνική, των οκέι ζωγράφων του συρμού του 1ου αιώνα αναγεννήθηκε τον 14ο και — ιδίως — τον 15ο αιώνα. Και δεν λες κάτι άλλο από αυτό που βρίσκεται εγγεγραμμένο στον Κανόνα της δυτικής αισθητικής από τον Βαζάρι και μετά. Και μπορεί να έχεις άδικο (δεν έχεις), μπορεί να έχεις δίκιο. Αλλού βρίσκεται ο πόνος, ωστόσο.

Θυμάσαι ότι η θεματική της δυτικής τέχνης είναι Παναγίες (και ο Γιος της κι η ζωή Του και το τρελό παρεάκι Του που ίδρυσε Κοσμοκρατορία κραταιά στα μυαλά μας) και άντε κάτι μυθολογικά θέματα. Μόνο με τους Ολλανδούς και τους Φλαμανδούς θα επιστρέψει στη ζωγραφική η καθημερινή ζωή και η χαρά της. Φυσικά και δεν απουσιάζει ποτέ το συμβολικό και το ιδεατό από τη ζωγραφική ή όποια άλλη τέχνη. Αλλά θα χρειαστεί 15 αιώνες για να γυρίσουμε στη χαρά των καθημερινών. Για 15 αιώνες το καθημερινό και το εντελώς ανθρώπινο ως θέμα θα λειτουργεί είτε ως χρηστομάθεια («δείτε ποιοι καριόληδες θα πάνε στην Κόλαση») είτε ως ιντερλούδιο Μεγάλων, Ιερών κι Ηρωικών πραγμάτων.

Και βγαίνεις από τις αίθουσες της Πομπηίας στη Νάπολη και από τη Μυστική Κάμαρα με τα σοφτκόρ ερωτογραφικά της  και θυμάσαι τις ατέλειωτες Παναγίες στην Ουφίτσι μεταξύ 1300 και 1500-φεύγα και σκέφτεσαι, «ω θε μου, πόση επίγεια μοναξιά και πόση προσδοκία επουρανίων αγαθών στις εικόνες δεκατεσσάρων και βάλε αιώνων». Πόσο εύκολά χάνεται η χαρά της ζωής από τα μάτια μας. Πόσες γενιές έπρεπε να χορταίνουνε τη ματιά τους με αγίους και ήρωες και θεούς μέχρι να ξανασκάσει αυτός ο τσόγλανος ερωτιδέας:

Υπέρ της πολυγαμικότητας

God, I’m fond of adultery. Aren’t you? […] The softness it brings to the hardness […] A world without adultery is unthinkable. The brutal inhumanity of those against it. […] To demand of human flesh fidelity. The cruelty of it, the mockery of it, is simply unspeakable.

Philip Roth — Sabbath’s Theater p. 336

Η πολυγαμικότητα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ιδανικό ή αρετή· ακόμα και αν υπήρξε εύσημο και άθλημα για τους άντρες, πάντως ποτέ δεν ήταν αποδεκτή για τις «τίμιες» γυναίκες. Βεβαίως πολλές φορές η τέχνη έχει άλλη γνώμη για αυτά τα θέματα, όμως στο σφυρί της τέχνης ξέρουμε να αντιστεκόμαστε όταν δεν κάνουμε νιανιά όσα μας δείχνει ή όσα μας ξυπνάει.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την πολυγαμικότητα.

Ο έρωτας μάς δίνει διαφορετική χαρά, διαφορετικές χαρές και διαφορετικές χάριτες με διαφορετικούς ανθρώπους: με κάθε διαφορετικό άνθρωπο είναι αλλιώς η ερωτοπραξία. Αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχει ο ένας άνθρωπος με τον οποίο «όλα θα γίνουνε σωστά», ό,τι κι αν ισχυρίζεται η εποχή μας. Πολλώ μάλλον, ο ανθρώπινος πόθος δεν αποτελεί ένα οικονομίστικα δοσμένο κεφάλαιο το οποίο δεν πρέπει να σπαταλήσουμε δεξιά κι αριστερά παρά πρέπει να δαπανήσουμε «σωστά», όπως όταν αγοράζουμε σπίτι. Ο έρωτας είναι καινούργιος και ξεκινάει από την αρχή με κάθε καινούργια γνωριμία, ενώ αυτή η διαπίστωση καθόλου δεν συνεπάγεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίησή του.

Η μετά λόγου γνώσεως πολυγαμικότητα χορταίνει βαθιά την ψυχή και μιλάμε σαφώς για χορτασμό κι όχι για κορεσμό, μιλάμε για αποτέλεσμα πληρέστερο και οπωσδήποτε διαφορετικό από το να ξεκαυλώσεις απλώς.

Αυτός ο χορτασμός εν μέρει προέρχεται και από τις διαφορετικές λαγνικές εμπειρίες, αφού με κάθε διαφορετικό άνθρωπο ο έρωτας είναι διαφορετικός. Αυτό το εντελώς διαφορετικό που μας επιφυλάσσει κάθε καινούργιος εραστής και κάθε καινούργια ερωμένη δεν εξαρτάται σώνει και καλά από μαγικούς και μεταφυσικούς παράγοντες, παρά ξεκινάει από το ότι η καύλα βρίσκεται βεβαίως και στο μυαλό: είναι η επιθυμία για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή σκηνοθεσία ή ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος κ.ο.κ.

Επίσης η πολυγαμικότητα μάς ποντίζει βαθιά  μέχρι τον βυθό των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν τον κοιτάμε από την κατοπτρικά ακύμαντη επιφάνεια ο βυθός μοιάζει μια πάρα πολύ απλή εικόνα, εξόχως στατική. Όταν όμως ποντιστούμε μέσα του αλλάζει το πράγμα και οι κόσμοι του πλέον αποκαλύπτονται. Η πολυγαμικότητα μας αναγκάζει να ζήσουμε — όχι απαραιτήτως να αναστοχαστούμε — την αλήθεια ότι έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση με κάθε διαφορετικό εραστή ή διαφορετική ερωμένη, όχι απλώς διαφορετικούς λαγνικούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία της πολυγαμικότητας μας εξοικειώνει και με μία δεύτερη αλήθεια, ότι μετά το πέρας τους, διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφηνουνε δεσίματα διαφορετικής έντασης: από το μείον του μίσους μέχρι το μηδέν της αδιαφορίας και έως τη φιλία ή και την αγάπη. Επίσης μας αναγκαζει να αντιμετωπίσουμε και ότι διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφήνουνε πίσω τους δεσμούς διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικού χαρακτήρα.

Η πολυγαμικότητα δεν είναι μόνον γαμήσια, λιγότερο περισσότερο αξιομνημόνευτα και αξιομακάριστα, χαρές και γλέντια. Η πολυγαμικότητα είναι και ένας τρόπος να ανεύρουμε άλλους, να μάθουμε τον άλλο, αλλά και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μέσα από την πολλές φορές τυρβώδη πολυγαμικότητα μαθαίνουμε κυρίως τον εαυτό μας· τον σπουδάζουμε κοιτάζοντας τα βλέμματα των άλλων προς εμάς — όσο στρεβλά, τυραννικά, ζηλόφθονα ή φθονερά και αν είναι κάποτε. Επίσης μαθαίνουμε τον εαυτό μας μελετώντας τι βλέπουν οι εραστές κι οι ερωμένες όταν μας αντικρύζουν.

Σε γενικές γραμμές ισχύει πως η πολυγαμικότητα «μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας».

Επαναλαμβάνω ότι προφανώς η πολυγαμικότητα μπορεί να γίνει τρομακτικά επώδυνη και σε αυτό μοιάζει με το πιοτό, την ψυχοθεραπεία, τη σωματική άσκηση και τη συστηματική μελέτη. Η εξάσκηση της πολυγαμικότητας είναι δύσκολη: απαιτεί λεπτότητα και βαθιά ευγένεια ώστε να μην καταντήσει χονδροειδής και ισοπεδωτική, αλλά να παραμείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο κι εξανθρωπιστικό — πέρα από ιμερικό, μακάριο κι ιλαρό.

Εννοείται επίσης ότι η ταυτόχρονη ενασχόληση με διαφορετικούς ανθρώπους υπό διαφορετικούς όρους μπορεί να καταστεί από κυνική διαχείριση και ναρκισσιστική κούρσα μέχρι πρακτική μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και άσκηση στην ενσυναίσθηση.  Μαθαίνει κανείς, να συναναστρέφεται τους άλλους — ιδίως όταν οι συγκεκριμένοι άλλοι χύνουν μαζί του ή τον έχουνε δει να βογγάει αναλόγως.

Οπωσδήποτε η πολυγαμικότητα και η πολλαπλότητα των ρόλων που εισάγει μάς καθαίρουν: μας ασκούν στην απόταξη της φρεναπάτης πως μας ανήκει οποιοσδήποτε άνθρωπος ή πως θα γίνουμε ο θεός του — όσο τρελός κι αν είναι ο έρωτάς μας, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη μας.

Ανθρώπινη και εξανθρωπιστική είναι τέλος και μία παραγνωρισμένη χρήση της πολυγαμικότητας: η αποσυμφόρηση των σχέσεων Παρά την αναπόφευκτη παρενέργεια της ζήλειας, η πολυγαμικότητα ως επιλογή σώζει σχέσεις, ιδίως μακροχρόνιες: αντί να εγκαταλείπεις τον άνθρωπό σου γιατί σου λείπει κάτι ή γιατί του λείπει κάτι, του αφοσιώνεσαι ή του παραμένεις αφοσιωμένος ανοίγοντας τον εαυτό σου.

Η πόλη, το σύμπαν

Είμαι ο εαυτός μου μόνο στις πόλεις, αν όχι μόνο στη Μία Πόλη που με ξέρει και νομίζω πως ξέρω. Εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούμε να υπάρχουμε ως οι εαυτοί μας το κατά δύναμη εκεί όπου μπορούμε να συνυπάρχουμε με όσους και με εκείνους που επιλέγουμε.

Οι μικροί τόποι και οι εξοχές μού προκαλούν κλειστοφοβία. Οι μικροί τόποι, οι άσχημοι αλλά και οι πιο όμορφοι, παγιδεύουν τη σκέψη μου σε λούπες ψυχαναγκασμού. Μου κλέβουνε τον ύπνο. Με ποντίζουν στην ταραχή, στη νοσοφοβία, στην έκθεση στα στοχευμένα βλέμματα ανεπιθύμητων ξένων. Μόνο στην πόλη είμαι ελεύθερος να περπατήσω, να ανασάνω· να είμαι.

Σε μερικούς προκαλούν κλειστοφοβία οι πόλεις. Τους πιέζουν, λέει, οι τοίχοι, τους πλακώνουν οι προσόψεις, ασφυκτιούν μέσα στους δομημένους λαβυρίνθους. Κι όμως, στις πόλεις, στη Μία Πόλη, κάθε πρόσοψη κρύβει κτίρια που περιέχουν κοιλότητες και κοίλους χώρους και κάθε χώρος, ζωντανός ή εγκαταλελειμμένος, κρύβει τουλάχιστον μία ζωή ο καθένας και κάθε ζωή περιέχει αναρίθμητες ιστορίες στο παρελθόν στο παρόν και κυρίως στο μέλλον. Παλίμψηστοι χώροι, όπως τους φανέρωσε ο Παπαϊωάννου στο Μέσα.

Κλειστοφοβία μου προκαλούν οι περίκλειστοι μικροί κόσμοι των εξοχών και της επαρχίας. Γιατί τι είναι πιο ασφυκτικό και ολόκλειστο από το κενό, από την κενότητα της αδιάφορης φύσης, του αχανούς αλμυρού νερού, των γυμνών βουνών, του άδειου ουράνιου καύκαλου, των άξενων δασών;

Κλειστοφοβία δεν ένιωσα στους περίκλειστους χώρους που έχτισαν άνθρωποι και κατοίκησαν άνθρωποι, μέσα στους οποίους έζησαν και δυστύχησαν κι αγάπησαν και γέλασαν άνθρωποι· άνθρωποι, όχι βοτάνια, θηρία, ψάρια, δέντρα. Εγκλεισμός επέρχεται μέσα στη μόνωση της μικρής σφηκοφωλιάς των χωριών, όχι στους λαβυρίνθους, στα μικρά κατοικημένα σύμπαντα των πόλεων.

Οι πόλεις είναι μεν χωρικά περίκλειστοι κόσμοι αλλά πολλαπλές και ορθάνοιχτες οικουμένες και για όσα περιέχουν και για κάθε δυνατότητα που περιέχουν: δυνατότητα για χαρά ή δυνατότητα για θάνατο.

Αγαπώ τα σκοτάδια των πόλεων και πιο πολύ της Μιάς Πόλης, που έχει και σκοτάδια κάτω από συστάδες δέντρων, και παραθαλάσσια, και ψηλά στο βουνό, και στις στοές της, και στους δρόμους της, και μέσα στον αδιανόητο σπόγγο των δωματίων που περιέχει. Κι αγαπώ την τυχαιότητα των συναντήσεων μέσα της, συναντήσεις τυχαίες που είναι πάντα εκπληξεις, όχι αναμενόμενες.

Γι’ αυτό δεν μου αρέσουν οι διακοπές: η Αθήνα είναι σύμπαν ικανό.

This is not a fucking village.
This is no fucking incestuous village.
This is the City. This is the Republic.
All the way from its Citadel,
to the maze of its streets,
to beyond its torn down
walls:
Open, eternal, sovereign.

Επίμετρο στον "Επαρχιωτισμό"

δηλαδή σε αυτό.

Τι μας κάνει να φαινόμαστε επαρχιώτες στα μάτια των ξένων;

Όχι βεβαίως τα «δεινά» του τόπου μας, παρά να διακηρύσσουμε την πεποίθησή μας ότι τα δεινά αυτά όχι μόνον υπάρχουν αποκλειστικά στον τόπο μας αλλά και αποτελούν στοιχεία του ντόπιου χαρακτήρα μας, της ιδιοσυστασίας μας.

Μόνον ένας αφόρητα χωριάτης θα πει και θα πιστέψει ότι το τάδε ή το δείνα, δεινό ή αρετή, είναι αποκλειστικό προνόμιο του χωριού του.

Κι αυτό τελικά το ξέρουν όλοι, ντόπιοι και ξένοι, αν εξαιρέσουμε κάτι ξινές παρουσίες αποικιοκρατικών πεποιθήσεων.

Πληθωρισμοί

Δεν χρειάζεται να είναι όλα ναζισμός.
Δεν είναι όλα Ολοκαύτωμα. Δεν είναι καν γενοκτονία.
Δεν είναι κάθε αυταρχισμός φασισμός.
Δεν είναι κάθε κρατισμός σταλινισμός.
Δεν είναι κάθε συντηρητισμός νεοφιλελευθερισμός.

*

Αποτελεί επιτακτική ανάγκη να είμαστε ακριβείς σε έναν κόσμο στον οποίο η ραθυμία στην ανάγνωση και η ακηδία στη γραφή πλέον σκοτώνουν. Ο πολτός των εννοιών και οι ακυρολεξίες θαμπώνουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, όμως αυτή την πολυτέλεια την έχουμε προ πολλού στερηθεί. Η ευκολία των γενικεύσεων και των εξισωτισμών δηλητηριάζει την ερμηνεία του κόσμου περισσότερο και από τα fake news.

Η Νότια Αφρική δεν ήτανε ναζιστικό κράτος. Ήταν όμως ένα από τα απεχθέστερα τυραννικά καθεστώτα του 20ου αιώνα. Οι κυβερνήσεις του Ισραήλ δεν είναι ναζιστικές, εφαρμόζουν όμως απαρτχάιντ στυγνότερο από το νοτιοαφρικανικό. Είναι φρικώδες να εξισώνεται το απαρτχάιντ με τον ναζισμό, όχι γιατί το ένα είναι «καλύτερο» από το άλλο.

Η γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν το Ολοκαύτωμα. Ήταν όμως ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα του 20ου αιώνα: γενοκτονία. Η αποικιοκρατία δεν ήταν το Ολοκαύτωμα, αλλά φονικότερη από το Ολοκαύτωμα· επίσης η αποικιοκρατία είναι λιγότερο αναγνωρίσιμη ως γενοκτονία και σίγουρα πιο δικαιωμένη. Η μνημονιακή άλωση της Ελλάδας δεν είναι γενοκτονία. Αποτελεί τρομακτική προσβολή στα θύματα γενοκτονιών να μιλάμε με τέτοιους όρους για τη δήωση που υφιστάμεθα από το 2010.

Ο Περόν εγκαθίδρυσε ένα προσωποπαγές αυταρχικό καθεστώς έχοντας προσεταιριστεί και καθυποτάξει τα αργεντίνικα συνδικάτα αλλά δεν ήτανε φασίστας: αν μη τι άλλο ο ίδιος και οι εκλεκτοί του κέρδιζαν αβέρτα εκλογές. Αν ο φασισμός είναι πολιτική λατρεία θανάτου με θεό το κράτος — και ο ναζισμός με θεό τη φυλή — οι δικτάτορες της Κεντρικής Ασίας είναι πολύ πιο φασίστες από τον Περόν.

Ο Τίτο δεν ήτανε σταλινικός, κι όχι μόνο γιατί δεν ανήκε στο ανατολικό μπλοκ. Η Βενεζουέλα δεν είναι σταλινική. Αν ο συγκεντρωτικός κρατισμός ήτανε σταλινισμός, τότε η Γαλλία θα ήταν πιο σταλινική από την αποκεντρωμένη Κούβα της πρόσφατης συνταγματικής αναθεώρησης.

Οι πατρίς-θρησκεία-οικογένεια δεξιοί ανά τον κόσμο δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ο Τραμπ δεν είναι, η Χίλαρυ ήταν.

*

Δεν είναι κάθε κακό ανταλλάξιμο με κάποιο άλλο. Η ζωή στην Ουγγαρία του ’70 είναι εξίσου χάλια με αυτή στην Αυστρία του μέλλοντος — αλλά μιλάμε για διαφορετικά καθεστώτα. Ο Ερντογάν και ο Κάστρο δεν το έχουν με την ελευθερία του Τύπου αλλά δεν μοιάζουν.

Τέλος, δεν είναι καλό ένα καθεστώς μόνο και μόνο επειδή το υποστηρίζουν οι όποιες ελίτ του. Όταν πηγαίνουμε πέρα από αυτό το αντανακλαστικό αρχίζουμε να έχουμε αυτό που λέμε δημοκρατία. Όταν προστατεύουμε όσους μειοψηφούν, τότε έχουμε δημοκρατία.

Ναι, αυτονόητα πράγματα.

Γαμο-κράτος

Ο θεσμός του γάμου και ο θεσμός του κράτους έχουν πάρα πολλές ομοιότητες. Για να μη γίνομαι κουραστικός επαναλαμβάνοντας, θα μιλήσω και για τους δύο θεσμούς ταυτόχρονα υιοθετώντας τον ελαφρώς αντιγραμματικό όρο γαμο-κράτος: είτε γάμος είτε κράτος.

Το γαμο-κράτος θεωρείται θεμέλιο του πολιτισμού μας. Το γαμο-κράτος ρυθμίζει τις ζωές μας με τρόπο που ενθουσιάζει τους συντηρητικούς, ιδίως όσον αφορά οικονομικά ζητήματα, και που ενοχλεί τους φίλους της ανθρώπινης ελευθερίας, ακριβώς όσον αφορά ζητήματα ελευθερίας και αυτοδιάθεσης.

Το γαμο-κράτος ιδρύεται πανηγυρικώς και η επέτειος ίδρυσής του συνήθως εορτάζεται και μάλιστα σεμνοπρεπώς.

Το γαμο-κράτος είναι βαθιά εξιδανικευμένο, αφού καλείται να προασπίσει δίκαια, ιερά, όσια, την επιβίωσή μας την ίδια — κάτι που επιτυγχάνει πότε περισσότερο και πότε λιγότερο, όταν δεν αποτελεί παράγοντα καταστολής δικαίων και ιερών, όταν δεν απειλεί την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή μας.

Το γαμο-κράτος μάλιστα γίνεται αντιληπτό ως ιδανικό: ως το πεπρωμένο, ο προορισμός και η ολοκλήρωση μιας ομάδας ανθρώπων — 2 με 10 στην περίπτωση του γάμου, 2000 με 2.000.000.000 στην περίπτωση του κράτους. Το κράτος είναι το πεπρωμένο των κοινωνιών, ο γάμος των ανθρώπων (και μάλιστα των θηλυκών ανθρώπων).

Το γαμο-κράτος επιβάλλει την ταυτότητά του σε όσους μετέχουν σε αυτό και ευαγγελίζεται κάποιου είδους ισοτιμία μεταξύ των μελών του — η πραγματικότητα πάλιν και πολλάκις διαψεύδει αυτή την επαγγελία, όμως ελάχιστοι ενδιαφέρονται.

Το γαμο-κράτος θεωρείται κατάκτηση της ανθρωπότητας και πράγματι έχει προσφέρει το πλαίσιο να ανθίσουν ομορφιά, χαρά, γαλήνη κι ευημερία αλλά και θηριωδία, βαρβαρότητα και φρίκη ανήκουστες (ακόμα και) εκτός του γαμο-κράτους.

Το γαμο-κράτος θεσπίζεται για πάντα, όμως η μέση διάρκεια ζωής του είναι του μεν γάμου καμμιά δεκαριά χρόνια του δε κράτους καμμιά 70αριά, αν συνυπολογίσει κανείς και τα δεκάδες θνησιγενή κράτη.

Η κατάλυση του γαμο-κράτους αποπροσανατολίζει και συνοδεύεται από πόνο και πολλές φορές από θάνατο.

Let the night take the blame

Το τραγούδι αυτό ταυτίζεται με εφηβικά πάρτυ μου. Βεβαίως βγήκε το 1984, όταν ήμουν πιτσικόνι, τη χρονιά που μας έσκασε το AIDS. Όμως τότε τα ποπ τραγουδάκια στην Ελλάδα φτούραγαν λίγο παραπάνω, ενώ οι στίχοι τους διέθεταν ένα κάποιο τσαγανό. Μέχρι που μας σκέπασαν ο Ρέιγκαν και το AIDS.

Το τραγούδι είναι το απολυτίκιο της αρπαχτής, του one night stand· είπαμε, λίγο πριν το AIDS γίνει αφορμή να δοξαστεί η οικογένεια ξανά και να μας ξαναπλασαριστεί η μονογαμία ως καθεστώς κι όχι ως επιλογή. Λέει λοιπόν το τραγουδάκι τα εξής:

For the magic of these few hours
I’m ready to say

Let the night take the blame
And if tomorrow love’s not the same
We took our chance, we tasted the flame
Our hearts run free, you and me

[…]

I don’t wanna cheat my feelings
Lock ’em deep inside
Keep my emotions secret, I just can’t hide
These moments we spent together
That oh-too-precious time
I pretend these will last forever
Make believe that you’re mine

Μεγαλώναμε τότε με την προσμονή της αγάπης αλλά και με τη μαγική πραγματικότητα της λαγνείας. Ξέραμε, λίγο αδέξια και κάπως μέσα από δοκιμή και πλάνη, να ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο, όσο κι αν η πλάνη υπερίσχυε πολλές φορές και μας απογοήτευε, όσο κι αν έβγαζαν τα ατελή τεστ μας την καύλα για έρωτα και τον έρωτα για αγάπη. Ο συμφυρμός των τριών και ο θρίαμβος του μονογαμικού και μονοθεματικού forever που τότε μαγείρευε το Χόλλυγουντ αργούσε ακόμα.

Και έτσι ξεκινήσαμε τη ζωή μας μετρημένα αλλά με θάρρος, λίγο σαν το δειλο αλλά με τσαγανό we took our chance, we tasted the flame:

Οι προσδοκίες ήταν απλές: φιληδονία, βιβλία, μουσικές, ταινίες, δίσκοι, ταξίδια.

Ούτε οι γάμοι μάς απασχολούσαν: αγάπη θέλαμε· ούτε πελώριες καριέρες και λεφτάρες γουστάραμε: μας αρκούσε να κάνουμε μια δουλειά υποφερτή· ούτε τα στεγαστικά δάνεια μάς φτιάχνανε: ένα μικρό διαμερισματάκι δικό μας με κρεβάτι, βιβλιοθήκες κι ηχοσυστηματάκι θέλαμε, να έχει και μπαλκόνι στην κουζίνα ίσως.

Ακούγονται ευτελείς ενδεχομένως αλλά αυτές ήταν οι προσδοκίες μας. Δεν μιλάμε για όνειρα, άλλο τα όνειρα. Και στο κάτω κάτω, ο τυφλοσούρτης που ίσχυε και ισχύει για τα όνειρά μας ήταν και παραμένει το εξόχως αμφίσημο fuck your dreams, this is heaven.

Στο μεταξύ οι ζωές μας, σκεπασμένες από τον Ρέιγκαν και το AIDS, ράφτηκαν πάνω στα πατρόν του αμερικανικού ονείρου: παντού μονογονία, «η ανάγκη να είναι όλα μοναδικά στη ζωή μας: ένας προορισμός, μία ιδέα, μία σχέση, ένας ήρωας, ένα κέντρο, μία κατεύθυνση, ένας φίλος, ένας σκοπός, μία ειδίκευση, ένα μεγάλο ταξίδι».

Ευτυχώς, λίγο από πείσμα, λίγο από φτώχεια, λίγο γιατί δεν μπορεί μια ζωή να ζεις μέσα σε ένα σάβανο ραμμένο για τους άλλους από τα αφεντικά τους, μάθαμε κι εμείς τα βασικά.

  • Ότι ανθρώπινες σχέσεις που δε δοκιμάζονται είναι ή εμμονικές ή αβασάνιστες ή αδιάφορες.
  • Ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν χτίζονται στο διαρκώς και στο συνέχεια: ανταλλαγές και ισοζύγια ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται δεν έχουν θέση, μόνο δόσιμο υπάρχει από τον ένα στον άλλο, όσο μπορεί και όταν μπορεί και αν μπορεί ο καθένας.
  • Ότι άνθρωποι που αγαπιούνται δεν το πολυλένε. Αυτά τα «σ’ αγαπώ» είναι ωραία επιφωνήματα για την κλινοπάλη, αλλά ελάχιστα ειλικρινή — κι υπάρχουν τελικά και πιο τελέσφορα επιφωνήματα.
  • Ότι από την άλλη, ένα «σ’ αγαπώ» αληθινό αρκεί για κανα-δυο ζωές.

Ε, και μετά το ρίξαμε στα αποφθέγματα, κοιτάζοντας με λοξό χαμόγελο την ανθρώπινη κατάσταση, αγκαλιάζοντας περιδεώς αλλά πάντοτε με τσαγανό και την αγάπη αλλά και την πολυπλοκότητα της ζωής, το χάος της αγάπης.

Αλλάζει ο κόσμος, μπρε;

Ο παππούς μου, μεταμελημένος κομμουνιστής, προσπαθούσε να με πείσει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα. Επιπλέον προσπαθούσε να μου παρουσιάσει αυτή του την πεποίθηση ως νόμο της φύσης περίπου, ως κάτι αναπόφευκτο. Καταλάβατε, στο πνεύμα του βοτανιού «Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα» που καλύπτει μεγάλες χορτολιβαδικές εκτάσεις των σοσιαλμήντια.

Εννοείται πως αυτή η πολιτική μοιρολατρία ενθαρρύνεται από όσα βλέπουμε γύρω μας, με τον τρόπο που καταλήγουμε να τα βλέπουμε. Εννοείται πως μπορείτε να τη βαφτίσετε κοινωνική εντροπία αν ξέρετε και λίγη Φυσική. Ό,τι κι αν εννοείται, βεβαίως, είναι ψευδές: ο κόσμος αλλάζει.

Ο κόσμος όμως αλλάζει προς το καλύτερο σε πολλούς τομείς, σε εκείνους ακριβώς τους τομείς στους οποίους οι ελίτ δεν έχουνε καταφέρει ακόμα να στήσουνε το παιχνίδι ώστε να τζογάρουν ανενόχλητες το μέλλον της ανθρωπότητας με σκοπό να αυξήσουν τα κέρδη τους την επόμενη πενταετία και να συσσωρεύσουν περισσότερο μπανάλ πλούτο. Ο επισιτισμός, τα φάρμακα, η εκπαίδευση, κάποιες απλές τεχνολογικές λύσεις σώζουν εκατομμύρια ζωές και βελτιώνουν τη διαβίωση σε τόπους που δεν φτάνουν στις ειδήσεις.

Ο κόσμος επίσης αλλάζει προς το χειρότερο, με τις μηχανές του πολέμου να αναπτύσσονται και να κάνουν τη φονική δουλειά τους, με τη σε εξέλιξη περιβαλλοντική συντέλεια (κλιματική αλλαγή, τοξικά απόβλητα, πλαστικοπλημμύρα…), με την υποχώρηση ελευθεριών κι εργασιακών δικαιωμάτων και με τους φασισμούς στο προσκήνιο του ανεπτυγμένου κόσμου. Με άλλα πολλά.

Άρα, ως φαταλισμός και ΤΙΝΑ, ως απολίτικη πολιτική μοιρολατρία, γαμιέσαι Κεμάλ (μετά συγχωρήσεως). Ο κόσμος αλλάζει, οι ελίτ και η θεομηνία της απληστίας τους δεν αλλάζουν.

Στον ανεπτυγμένο κόσμο, ο κόσμος αλλάζει λοιπόν προς το χειρότερο: τα σύνορα κλείνουν για μια ακόμα φορά στην ανθρώπινη ιστορία παρά το πρόσχημα (ή με το πρόσχημα) του ανώτερου πολιτισμού μας, τα εργασιακά δικαιώματα συρρικνώνονται, οι ελευθερίες κατακερματίζονται και αντιμετωπίζονται επιλεκτικά και κατά περίπτωση, ανορθολογισμοί από ταυτοτικοί μέχρι ανοιχτά φασιστικοί κερδίζουν το παιχνίδι του δημόσιου λόγου ονλάιν κι οφλάιν, η θλιβερή ομοιομορφία και ο χαρωπός αυταρχισμός νεοφιλελεύθερων σοβιετιών εξαπλώνονται.

Στην Ελλάδα, όπως και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, τα ίδια και λίγο χειρότερα: ναζί βουλευτής υπόδικης οργάνωσης καλεί σε πραξικόπημα και σε ανατροπή του πολιτεύματος, διαφεύγει, καταδιώκεται (;), συλλαμβάνεται, αφήνεται ελεύθερος. Τι συμβαίνει με την Ηριάννα και τι συνέβη παλιότερα με τον Θεοφίλου ή τον Σακκά να μην τα υπενθυμίσω. Θυμάται κανείς την Combat 18; (εγώ ο ίδιος δυσκολεύτηκα)

Προφανώς οι φασίστες εχθροί της δημοκρατίας είναι λιγότερο επικίνδυνοι γι’ αυτήν από τους αναρχικούς πολέμιούς της. Το οπλοστάσιο κάποιας αριστερής οργάνωσης επιμολύνει όσους αγγίξουν κάποιον που ίσως το άγγιξε ― περίπου όπως οι διατάξεις περί του μιάσματος της εμμηνόρροιας στον μωσαϊκό νόμο. Τα οπλοστάσια των φασιστών είναι συλλογές και η ύπαρξή τους είναι χρήσιμη σε περισσότερους από όσους θα το παραδέχονταν. Αυτή η κραυγαλέα μεροληψία, που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, είναι επιλογή του ελληνικού κράτους κι εδράζεται στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας: ο αναρχικός είναι αλήτης, ο φασίστας νοικοκύρης που αγανάκτησε (ενίοτε κι οι γκάνγκστερ νοικοκυραίοι είναι). Μέχρι εδώ καλά. Μόνο που ο νόμος και τα δικαστήρια δεν επιθυμούν να πάνε κόντρα σε αυτά τα αντανακλαστικά: προφανώς εδώ δεν μας χρειάζεται κράτος δικαίου. Ενδεχομένως οι φασίστες είναι πιο χρήσιμοι από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.

Και πάμε στην έξοδο από τα μνημόνια ― ή όπως αλλιώς θέλετε να πείτε αυτό που αποφασίστηκε χτες. Πέρασαν οχτώ χρόνια αυταρχισμού και αστυνομικής βίας κατα τα οποία εξαθλιώθηκαν ή πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι και καταληστεύτηκε ο εθνικός πλούτος. Πράγματι, αν δεν αισθανθήκατε τις συνέπειες της εξαθλίωσης μάλλον κακώς διαβάζετε αυτό το κείμενο: είτε ανήκετε στις ελίτ (μην ταράζεστε, παρά τις διαβεβαιώσεις λματ και κωστόπουλων στην Ελλάδα δεν τις διακρίνει γκλαμουριά), είτε ζείτε εκτός Ελλάδας. Στην Ελλάδα πάντως, τα όργανα των ελίτ με ιεραποστολικό ζήλο προσπάθησαν τρία πράγματα:

  • να πείσουν την ελληνική κοινωνία για τη χρησιμότητα μεταρρυθμίσεων που δεν έγιναν ποτέ ή που έγιναν με οθνεία αποτελέσματα, συνήθως κολοβώνοντας εργασιακά δικαιώματα·
  • να πείσουν όσους δεν ανήκουν στις ελίτ ότι εκείνοι ακριβώς ευθύνονται για τη Μνημονιοκρατία και,
  • να μη θιγούν ποσώς τα ντήλια, τα προνόμια και ο τρόπος ζωής των ελίτ.

Τα πέτυχαν και τα τρία, ενώ χάρη στο νοβοκαϊνικό μούδιασμα της εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ μετά το ’15, εξουδετερώθηκαν οι κοινωνικές αντιστάσεις και τα κοινωνικά κινήματα, ακόμα και τα συστημικά συνδικάτα, αφήνοντας την όποια αντιμνημονιακή αντίσταση σε εθνικιστικές αταξικές φαιδρότητες τύπου ΛΑΕ και Πλεύσεις ή στο ξεκούτικο και ζαβλακωμένο ΚΚΕ. Με δυο λόγια, το έτος 2018 ξέρουμε ότι μπορείς να πάρεις μια μικρού μεγέθους ανεπτυγμένη χώρα και να της αλλάξεις τον αδόξαστο στο εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι.

Μιλώντας για τον ΣΥΡΙΖΑ τώρα. Αν το ΠΑΣΟΚ έπαθε pasokification, η Νέα Δημοκρατία άντεξε ενόσω έπειθε τις ελίτ και τους θεράποντές τους ότι είναι κεντροδεξιό κόμμα. Όμως έχει πάψει από καιρό να είναι. Σήμερα πλέον μπορεί κανείς να πει ότι λίγο οι άψογες κεντροδεξιές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, λίγο το φλερτ της ΝΔ με φασίστες, παλιοημερολογίτες και θιασώτες του αγροτοποιμενισμού εγγυώνται ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα μας κυβερνάει ο Παππάς για τα επόμενα 10 χρόνια και βάλε. Το παραδέχεται ή το ελπίζει και η πατρίδα μας η Ευρώπη.

Συνοψίζοντας, όπως έγραψε και η Καλυψώ Λάρα στο φέισμπουκ πριν λίγο, «Οι κρίσεις τελειώνουν μόνο όταν οι φασίστες ντρέπονται να πουν δημόσια αυτά που σκέφτονται. Προς το παρόν ο πλανήτης βρίσκεται σε προηγούμενο λέβελ».

Η εικόνα από το κόμικ Fascista του Τάσου Αναστασιάδη.