Πολιτική

Φασισμός

Υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν τα αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα: εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό. Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.

Ως εδώ μια χαρά. Προχωράμε στο ζουμί: ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης, έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε. Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός «άκρα δεξιά», παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).

Η Αριστερά στις ξέρες

Είναι πια επώδυνα γνωστή η συνταγή και υφιστάμεθα πραγματικότατα τις συνέπειές της: άτολμοι αριστεροί που τα βάζουνε με κωλοπετσωμένους δεξιούς, πανίσχυρες ελίτ και πακτωμένους κεφαλαιοκράτες. Στο πρώτο στραβοπάτημα η χώρα βυθίζεται είτε στη χούντα είτε στη φαυλοκρατία.

Κάπως έτσι και η φάση ΣΥΡΙΖΑ: όπως κι αλλού, η Αριστερά το πάει λάου λάου (π.χ. ο Αλλιέντε δεν αποστράτευσε τον Πινοτσέτ όταν έπρεπε) και δεν έχει εναλλακτικά σχέδια συνήθως — ή έχει αλλά δεν κοτάει, όπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ πέρσι. Προσπαθεί δίψυχα να κάνει σοσιαλδημοκρατία μήπως και μετά περάσει σε τίποτε πιο βιτσιόζικο και ψαγμένο, αλλά καταλήγει να τα κάνει σαλάτα. Και σαλάτα σημαίνει δυστυχία, θάνατος και ΔΝΤ (ιδίως στη Λατινική Αμερική).

Και φυσικά οι αριστεροί έχουνε και τα ΜΜΕ εναντίον τους, τα οποία ακολουθούνε σταθερή γραμμή παντού: από τη Βρετανία του Μέρντοκ μέχρι τη Βραζιλία του Globo και από τις ΗΠΑ του Fox News μέχρι την Ελλάδα των εργολάβων. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί είναι αδίστακτοι, τολμούν και δείχνουν πυγμή, επειδή δεν λαϊκίζουν και επειδή βλέπουνε τον γκρεμό μπροστά μας (η πορεία προς τον οποίο είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι αριστεροί είναι στοχοπροσηλωμένοι και τολμούν, αποτελούν φανατικούς και επικίνδυνους οπαδούς του ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί κάνουν πίσω δείχνουν ρεαλισμό και σωφροσύνη ή αφουγκράζονται τη λαϊκή βούληση· όταν κάνουν πίσω οι αριστεροί ορρωδούν και κάνουν κωλοτούμπες κι είναι ανερμάτιστοι.

Παράδειγμα: Ξήλωμα στο στράτευμα από άνθρωπο των ΗΠΑ (Λατινική Αμερική), ή αστυνομοκρατία από συντηρητικό πρωθυπουργό (Βρετανία, Αυστραλία) ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης από δεξιό κυβερνήτη (ΗΠΑ) είναι αναγκαία μέτρα, ενώ από αριστερό ηγέτη είναι σταλινισμός, αυταρχισμός και φίμωση.

Γιατί είναι τόσο γτπ η Αριστερά;

Αν μπορούσα να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση θα ήμουν ο Γκράμσης κι όχι ο Σραόσας. Αλλά θα ξεκινήσω με μια παραβολή. Πρόσφατα γνώρiσα εντελώς τυχαία το έργο του φωτογράφου Erich Grisar. Μεταξύ 1922 και 1933 ο Grisar φωτογράφιζε την εργατική τάξη της κοιλάδας του Ρουρ. Πρόκειται για φωτογράφο κλάσης των μεγάλων του Magnum, εντελώς σύγχρονό μας στη ματιά του. Πλησιάζει την εργατική τάξη χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς πατερναλισμό και χωρίς εξωτικοποίηση. Από το έργο του απουσιάζει η πορνογραφία της φτώχειας αλλά και η εξιδανίκευση. Ο Grisar σαν ματιά πάνω στην εργατική τάξη δεν έχει καμμία σχέση ούτε με τα έπη από μπομπότα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά ούτε με τη φιλάνθρωπη ματιά του φωτορεπόρτερ για τα γούστα των αστών. Ταυτόχρονα, ο κόσμος που καταγράφει ο Grisar διαθέτει περηφάνεια και δυναμισμό που θα ξαναδούμε μεταξύ 1967 και 1973.

Και αναρωτιέται κανείς: τι πήγε στραβά; Εντάξει, το 1933. Μετά το 1945 όμως; Γιατί η «εργατική τάξη» έγινε μετωνυμία της δυστυχίας και της στέρησης και της κακομοιριάς; Γιατί πήγε η Αριστερά για βρούβες; Ενδεχομένως, πρωτίστως επειδή έπαψε να αναλύει την ταξική πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία ενώ παράλληλα επαναπαύτηκε στη μελέτη κι ερμηνεία των γραφών της και στις μαχμουρλίδικες βεβαιότητες του ντετερμινισμού, του «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη». Ενδεχομένως επειδή ανέλαβαν να την καθοδηγούν οι ταξικοί αποστάτες, κάποτε φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά από το ’50 και μετά οι τυπικοί αριστεροί, ιδίως στη gauche caviar: άνθρωποι που τους ενδιαφέρει το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο οι χορταστικές μερίδες αφορούν έναν σεφ που θέλει να χτυπήσει αστεράκι Μισελέν. Η Αριστερά έπαψε να είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και εξελίχθηκε σε κίνημα στοχασμού, ενώ μεταμορφώθηκε σε σύστημα αρχών κυρίως αφηρημένων, όταν δεν είναι ιερατείο και θρήσκευμα, όπως το ΚΚΕ μας.

Ανίερες συμμαχίες

Λένε ότι η επαναστατική Αριστερά χαντακώνεται όταν αρνείται να συνάψει τις σωστες συμμαχίες και βεβαίως μαζί της χαντακώνονται κοινωνίες ολόκληρες. Ακούμε συχνά ατάκες «αν είχε συμμαχήσει το KPD με το SPD» κτλ. Ωστόσο, η έμφαση πρέπει να δοθεί στο «σωστές». Τον 19ο αιώνα οι πρώιμοι σοσιαλιστές στη Βρετανία συμμάχησαν με πρωτογονιστές, λουδίτες και εχθρούς της νεωτερικότητας, ώστε να την πέσουν στους καπιταλιστές: οι μεν γιατί επρόκειντο για τους νέους δουλοκτήτες, οι δε γιατί τους μαγάριζαν την green and pleasant land με τους satanic mills τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: οι τεχνοφοβικοί καπέλωσαν και απορρόφησαν τους οπαδούς της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το έργο ξαναπαίζεται με τον φεμινισμό και τον πουριτανισμό: προκειμένου να πολεμήσουμε την πατριαρχία ας μείνουνε, ρε αδερφ@, 10 αρσενικά και 15 θηλυκά καυλωμένα ή κι αγάμητα (ναι, τα θηλυκά θα χάνουν πάντα), δεν βαριέσαι. Οι φεμινίστριες και οι φεμινιστές παίζουνε με την φωτιά βεβαίως: η σχεδόν ουσιοκρατική ταύτιση του σεξ με την εξουσία, της συνουσίας με τον βιασμό και του φαλλού με την τυραννία ενδεχομένως να εγκλείσει μελλοντικά την υπόθεση «φεμινισμός» στο κελάκι των δογμάτων μιας φράξιας πολιτικού λεσβιανισμού.

Ο πειρασμός της αθωότητας

 

Τα περισσότερα κινήματα ενδίδουν τελικά στον πουριτανισμό, τον οποίο αναγκαστικά αντιλαμβάνονται ως αγνότητα ή ως αθωότητα. Ο πουριτανισμός εγγυάται, έστω και ατελώς, ότι τα γυναικεία πάθη θα μείνουν εκτός πολιτικής και εκτός συζήτησης, ότι οι σύντροφοι ή συντρόφισσες και οι αδερφοί ή αδερφές δεν θα διασπάσουν την ενότητα του κινήματος ή της ομάδας λόγω ιμέρων και αμοιβαίων διεκδικήσεων ή ως αποτέλεσμα ατελέσφορων πόθων.

Ας υποκριθούμε λοιπόν όλοι ότι δεν έχουμε κολπικά υγρά, ότι δεν έχουμε κωλοτρυπίδες, ότι καμμιά ψωλή δεν θα σηκωθεί αν δεν γυρίσουν το κλειδί ο ΑΓΕΕΘΑ κι ο πολιτικός προϊστάμενός του, ότι οι γυναίκες καυλώνουμε από θαυμασμό, ότι όλοι καταρχήν το κάνουμε «κανονικά» με όποιον πρέπει και όταν πρέπει και κρυφά. Ακόμα και το παραμύθι της πατριαρχίας ότι οι άντρες είμαστε ζωώδη καυλοράπανα και οι γυναίκες εξαϋλωμένες (εκτός όταν δεν πρέπει) εξασφαλίζει μια κάποια τάξη ώστε να μπορεί εσωτερικά το κίνημα, σε ό,τι και αν αποσκοπεί, να στέκεται. Και τι ωραία που έχει μαδήσει τον πειρασμό της αθωότητας και την τάχα μου καθαρότητα της ανηδονίας η Ούρσουλα Λε Γκεν στο The left hand of darkness.

Γιατί τελικά υποκύπτουμε στον πουριτανικό ιδεασμό επειδή θέλουμε να νομίζουμε ότι το σεξ είναι πρωτίστως εξουσία και ότι, αν το περιχαρακώσεις, κατά κάποιον τρόπο τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα είτε θα γίνουν απλούστερα είτε θα λυθούν από μόνα τους: στη λεγόμενη αθωότητα πιστεύουν όσοι θέλουν η πολιτική να είναι απλή διαχείριση βάσει απλών αρχών και ο πνευματικός βίος ρητή διατύπωση και όμορφη διακόσμηση. Αλλά η διακόσμηση είναι υποκατάστατο της τέχνης και η ρητή διατύπωση η αρχή και μόνο του λόγου: ο πουριτανισμός μάς μικραίνει και μας περιορίζει τελικά.

Τι να κάνουμε;

Να συνεχίσουμε να προκαλούμε σε όλα τα πεδία, ξεκινώντας από το να προκαλούμε εαυτούς και αλλήλους.

Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση — ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπειξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

Hardcore οιωνοσκοπίες

Από τις διατριβές των μπλογκ μέχρι τα επιγράμματα του τουίτερ, η αυτοέκδοση στα σοσιαλμήντια είναι άμεση.

Μια παρενέργεια της αμεσότητας είναι ότι ενθαρρύνει την οιωνοσκοπία. Τα κείμενα γίνονται οιωνοί προς ερμηνεία, αινίγματα για να αποκρυπτογραφηθούν. Πίσω από τα κείμενα-οιωνούς δεν βρίσκεται βεβαίως το μέλλον κανενός αλλά οι προθέσεις αυτού που γράφει: γιατί γράφει αυτά που γράφει; τι υπαινίσσεται; ποιον καρφώνει; τι έπαιξε;

Αρχίζουνε λοιπόν τα μαντέματα: μιλάει για σουτζουκάκια, σουτζουκάκια θα έφαγε· βρίζει τους ταξιτζήδες, σε ταξί θα μπήκε· γιατί γράφει για τον χωρισμό; κρίμα που χώρισε· παινεύει τον Μπάμπη, δουλειά θα ψάχνει.

Κι όσο παλεύουν οι αναγνώστες να διαβάσουν τα κείμενα όπως ο νονός μου ο τσέλιγκας διάβαζε μαντικώς αρνίσιες ωμοπλάτες, τόσο όσοι γράφουμε γινόμαστε όλο και πιο επιδέξιοι τεχνίτες της απόκρυψης. Και τόσο πιο δεινοί και προσεκτικοί γίνονται οι αναγνώστες — όσοι θέλουν και μπορούν, τέλος πάντων.

Όσο περισσότερο κρυβόμαστε, τόσο πιο καίρια γίνονται όσα έχουμε να πούμε. Όσο περισσότερο αυτό που γράφουμε συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και συναντάει τον εαυτό του περνώντας μέσα από τον εαυτό του, τόσο εξακτινώνεται: το ίδιο το κείμενο γινεται l’hydre-Univers tordant son corps écaillé d’astres (που είπε ο Ουγκώ, όπως μας έμαθε ο Μπόρχες). Όσο περισσότερα νήματα πλέκουμε — και κάποια νήματα φαίνονται ξεχωριστά αλλά είναι τελικά διαφορετικοί ιριδισμοί της ίδιας παλλόμενης χορδής — τόσο πιο λεπτός είναι ο δεσμός που προκύπτει και πιο ισχυρός ο καταδεσμός πάνω στον αναγνώστη. Όσο λαξεύουμε το rime τόσο δυναμώνει η raison.

Πιο απλά, όσο περισσότερο κρυβόμαστε και κρύβουμε, τόσο περισσότερα φανερώνουμε: απλώς φανερώνουμε όσα χρειάζεται να δεις, τα ίδια και τα ίδια αλλά από μια γωνία λίγο πιο λοξή. Φανερώνουμε όχι αυτά που εσύ θες να ξέρεις: τι έφαγα, πού πήγα, πώς νιώθω, γιατί μένω, πώς το έκανα, πότε φεύγω, πού δουλεύω, ποια με θέλει και με ποιον θα γράψουμε τραγούδια. Όχι, θα σου φανερώσω όσα δεν ξέρεις ότι θες να δεις. Τέλος, θα σου φανερώσω πολλά και δεν θα ξέρεις ότι σου τα φανερώνω· και δεν θα σε νοιάζει καν.

Άρα από την ανάγνωση ενός κειμένου που πριν λεπτά βγήκε από την κοιλιά του γράφοντος, ελάχιστα πράγματα είναι πιο hardcore. Αφήστε τις οιωνοσκοπίες κι αφεθείτε.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό

Ψηνόταν ο τόπος. Αυτός ο τόπος είτε ψήνεται πασπαλισμένος με σκόνη, είτε βράζει σχεδόν αχνίζοντας από υγρασία.

Στεκόμουν απέναντι από το νερό μέσα στο οποίο δροσίζονταν άλλοι. Ξέρω ότι όταν βλέπετε νερό, θάλασσα ή νερό πισίνας, ζηλεύετε. Ξέρω ότι θέλετε να βουτήξετε οπωσδήποτε. Ακούω πως είναι αλληγορία ή πρόγευση απελευθέρωσης να εμβαπτιστείτε στο νερό, ότι η καταβύθιση είναι γέννα μικρή και ξανανιωμός.

Ακόμα και αν δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά, οι περισσότεροι λιμπίζεστε το νερό. Λαχταράτε να μπείτε μέσα του και να σας περιβάλει. Εγώ πάλι, όχι.

Μου αρέσει να το κοιτάζω, όχι πολύ και όχι πάντοτε. Αλλά δεν το λιμπίζομαι.

Για μένα η θάλασσα δεν είναι μεταφορά για τον έρωτα. Δεν με δροσίζει, βγαίνω από μέσα της κολλώντας αλάτια, σαν παστός μπακαλιάρος ισλανδικός. Μου αρέσει να βουτάω βαθιά και να ακούω την ησυχία του βυθού. Όμως το νερό δεν το ζηλεύω.

Ζηλεύω τον ίδιο τον έρωτα, ακόμα κι αν μόλις έχω συνέλθει από τη μετοργασμική σκοτοδίνη.

Ζηλεύω τη δροσιά του κατωσέντονου το καλοκαίρι και τη θαλπωρή κάτω από το πάπλωμα τον χειμώνα.

Ζηλεύω λίγο τα ποτάμια που τρέχουν, αλλά να πιω από αυτά. Κολύμπησα στον Νέστο μια φορά, έβγαινα καθαρός από μέσα του αλλά δεν θέλω να παλεύω για να μείνω εκεί πού είμαι — αν πρέπει να βουτήξω, θέλω να ησυχάζω.

Ζηλεύω την ησυχία ενός δωματίου μετά από πεζοπορία στην πόλη.

Ζηλεύω το δάσος.

Η λέξη μου για τον κόσμο είναι δάσος. Και οι πόλεις δάση είναι. Όλα τ’ άλλα ερημιές: πέτρες, σκόνη, χώματα, αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες με χιλιόμετρα άρμη.

Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία, ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς

Τίποτε λαμπρό και τίποτε αληθινό δεν γεννιέται στο φως της ημέρας.

Οι ελπίδες φέγγουν απόκοσμα ακριβώς εκείνη την ώρα τη νυχτερινή που έχουν χορταστεί οι πόθοι και οι ταμιευμένες επιθυμίες.

Η τροχιά της φεγγαροντυμένης είναι ταυτολογικά νυχτερινή: στον ουρανό ή καθρεφτισμένη πάνω σε νερά σχεδόν ασάλευτα ή και ως επιφάνεια στην άκρη μιας λεωφόρου που γαληνεύει κι ακινητεί αφύσικα.

Η ανάσταση είναι κάτι που συμβαίνει πριν τον όρθρο τον βαθύ, την ώρα του λύκου, την ώρα της ελάχιστης θερμοκρασίας και ενώ πίσω από κλειστά βλέφαρα παίζονται όνειρα αλλά και οι πειστικότεροι εφιάλτες.

Η ελευθερία είναι κι αυτή μια donna velata που θα αποκαλυφθεί εντελώς υλικά, γυμνή κι ιδρωμένη με τα μάτια να μαρμαίρουν και με το δέρμα να λευκάζει στο σκοτάδι, με τον κόλπο της υγρό, την ώρα που το σκοτάδι είναι βαθύ και που τα παιδιά ησυχάζουν κουρασμένα από το κλάμα.

Η ελευθερία αναδύεται μέσα από το πέλαγος του ασυνείδητου ηριγένεια κι αθόρυβη. Το βήμα της είναι ελαφρύ και όταν μιλάει σχεδόν γελάει ήσυχα. Δεν τη στεφανώνουν ήλιοι και φεγγάρια ηλεκτρικά αλλά αστέρια που αναγαλλιάζουνε και ταπεινές φωτεινές επιγραφές. Τρώει κάτι για μετά το ποτό, αν και δεν πίνει πολύ, κι έτσι έχει άλλοθι να σε κοιτάζει. Η ελευθερία σε κοιτάζει κι εσύ κοιτάς αλλού, γιατί δεν χρειάζεται καθόλου να την αντικρύζεις: όταν είναι κοντά σου σε καταυγάζει.

Όμως η ελευθερία δεν είναι η mulier amicta sole της εφηβείας μας για την οποία διαβάζαμε στον Έκο και στη θεία Γραφή και στη Χαλιμά. Είναι ανεπαίσθητη. Η ελευθερία δεν έκανε μεγάλες θριαμβικές εισόδους με αστροπελέκια και τέτοια. Έλυσε το πουκάμισό της κι αμέσως το ξανάδεσε μετά, βεβαιώθηκε ότι θα συναντήσεις το βλέμμα της και ας το αποστρέψεις μετά: όποιος αντίκρυσε την ελευθερία ούτε σφραγίζεται ούτε χαράζεται, παρά αλλάζει και δυναμώνει και απλώνει κλαδιά και δένει καρπούς σιγανά κι ανεπαίσθητα, σχεδόν αρρίγητα.

Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος, θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο για την ελευθερία. Μέσα στη νύχτα δεν βλέπει την αρχή για κάτι καινούργιο και δεν διανοείται καμμιά ανάσταση, ενώ κάθε ίνδαλμα της ελευθερίας το νιώθει προϊόν αλκοολικής χαράς, φαντασία ερωτική ή μνήμη μισοξεχασμένη παλιών και αδιανόητων εικονισμάτων της πρώτης νιότης του. Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος κινδυνεύει να πιστέψει ότι νύχτα είναι μόνο το σκοτάδι, να μην αντιληφθεί ποσώς το ανάερο πέρασμα της ελευθερίας από δίπλα του.

Μέσα στη νύχτα ξυπνάς, από εφιάλτη ενδεχομένως, και ξέρεις ότι δίπλα σου είναι εκείνη και θα σηκωθεί πριν καν χαράξει και θα σε κοιτάξει και ακούς που ανασαίνει και τα μαλλιά της κοιμούνται στο μαξιλάρι και ξέρεις ότι αυτή είναι η ελευθερία και ότι τώρα, που εσύ νομίζεις ότι είναι η ώρα της αστραπής, δεν υπάρχει τίποτε παρά η ψιθυριστή ησυχία της πόλης και το κίτρινο φως της. Αντιλαμβάνεσαι τότε επιτέλους αυτό που καιρό ένιωθες: ότι είσαι άξιος για την ελευθερία, ότι δεν είναι όλα φόβος και θλίψη, ότι η ζωή σου ξαναρχίζει τώρα για ακόμα μια φορά, ότι επιτέλους θα πάψεις να γίνεσαι ο εαυτός σου γιατί θα είσαι πια ελεύθερος.

Φωτογραφία: Classic torso (1952) της Ruth Bernhard

Άγγελοι και μύγες

Με λένε Σραόσα. Ο Σραόσα (Sraosha) είναι κάτι παραπάνω από αρχάγγελο στον ζωροαστρισμό (ορθότερα: μασδαϊσμό), κατά το «I’m not a man / I’m something much bigger and better than /A man» του Μορισέυ. Έτσι λοιπόν ο Σραόσα δεν είναι απλώς ο αγγελιαφόρος του Ωρομάσδη (Ahura Mazda) και όπως οι περισσότεροι άγγελοι κι αρχάγγελοι στις θρησκείες, έχει έναν σαφή ρόλο: μεταφέρει θείες αποκαλύψεις, δείχνει τον δρόμο της ευτυχίας και της αλήθειας (διότι στις θρησκείες αυτά τα δύο ταυτίζονται επί της αρχής αλλά ποτέ επί του πεδίου). Ο Σραόσα είναι ο μόνος όρθιος στην αυλή του Ωρομάσδη (όλοι οι άλλοι είναι γονυπετείς ή μπρούμυτα, λόγω Δόξης), είναι και «φίλος του Ωρομάσδη». Τέλος είναι και ψυχοπομπός. Μιχαήλ και Γαβριήλ σε ένα: Γιαζάτας.

Ο ντάλα ήλιος και η ανελέητη στέγνια της Μέσης Ανατολής έβγαλε τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες με τους αγγέλους για κομπάρσους και μόνο, αντίθετα με τον μασδαϊσμό. Απεναντίας, ο μασδαϊσμός και οι διάφορες δοξασίες που γέννησε στη συνάντησή του με τον νεοπλατωνισμό, σε έναν κόσμο εξίσου μεσογειακό αλλά λιγότερο θερμόπληκτο και διψασμένο, έβγαλαν θεουργία, γνωστικισμό και αγγελοθρησκείες καθώς και το τέως next big thing στον χώρο της θρησκείας: τον μανιχαϊσμό — όλες γεμάτες αγγέλους, δαιμόνους, θεότητες, ανθυποθεότητες και πνεύματα.

Μπορεί ο χριστιανισμός να σνομπάριζε τις αγγελοθρησκείες (κάπου στην Αποκάλυψη υπάρχει και σχετική προειδοποίηση σε μια από της Εφτά Εκκλησίες της Μικρασίας, αλλά βαριέμαι να ψάχνω) όμως κάτι από τις ιλιγγιώδεις ιεραρχίες των ασωμάτων πέρασε και σε αυτή την εκδοχή του μονοθεϊσμού (όπου ο ένας Θεος είναι τρεις και τα πρόσωπα τα τρία ένα· και όλα θυμίζουνε Πλωτίνο). Έχουμε λοιπόν χωρισμό των αγγέλων σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες. Ναι, τρεις, όπως στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως στο πανάρχαιο σύστημα των ινδουιστικών καστών:

Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι
Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες
Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.

Εντάξει, όσοι πήγαμε σχολείο 1979-1991 μπορεί αρχαία να μην κάναμε στο Γυμνάσιο, και για αυτό είμαστε άλαλοι κι αγράμματοι και νεομορφωμένοι, μπορεί να μας άρπαξαν το πολυτονικό μέσα από τα δάχτυλά μας που ζάβωναν για να κρατάνε το στυλό αλλά — όλα κι όλα — τα εννιά τάγματα τα μάθαμε φαρσί και ποιηματάκι, προς διηνεκή εξευτελισμό των λαρτζ νεορθόδοξων που θεωρούν αυτό το στοιχείο γνωστικής-νεοπλατωνικής μυθολογίας στοιχείο της εξ αποκαλύψεως Αληθείας. Πού να δείτε κι άλλα στοιχεία μυθολογίας παρακάτω, δηλαδή.

Τι παίζει λοιπόν με αυτά τα εννέα τάγματα, που χωρίζονται σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες;

Διαβάζουμε εδώ ότι

Ιδίωμα της πρώτης ιεραρχίας είναι η πύρινη σοφία και η γνώση των ουρανίων, ενώ έργο τους ο θεοπρεπής ύμνος του «γελ».
Η δεύτερη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα τη διευθέτηση των μεγάλων πραγμάτων και την διενέργεια των θαυμάτων, ενώ έργο τους είναι ο τρισάγιος ύμνος «Άγιος, Άγιος, Άγιος».
Τέλος ιδίωμα της τρίτης ιεραρχίας είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και έργο τους αποτελεί ο ύμνος «Αλληλούϊα».

Εντάξει, ωραία, όλοι με τους σαφείς ρόλους τους, όπως οι περισσότεροι άγγελοι κι αρχάγγελοι στις θρησκείες. Υπάρχει βεβαίως ένα θεματάκι, αφού η πηγή από πάνω λέει ότι τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι έχουν έργο τον θεοπρεπή ύμνο του «γελ» (θα επανέρθουμε), ενώ ο προφήτης Ησαΐας μας τα λέει αλλιώτικα:

[…] Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. (Ησαΐας 6, 1-3)

Υπάρχει εδώ ένα θέμα, λοιπόν: το Άγιος Άγιος Άγιος το κράζουν τα Σεραφείμ ή μήπως οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις κι οι Εξουσίες (μέσα στην ιεραρχία και τη σωματασφαλίλα οι ονομασίες των ταγμάτων); Αυτό, ποιος κράζει το Άγιος Άγιος Άγιος, είναι ωστόσο εμπειρικό ζήτημα, όπως λέμε και στα Φάρσαλα, και θα λυθεί εντέλει δια της παρατήρησης όταν ακολουθήσουμε τα χνάρια του Δάντη και ξεναγημένοι από την καύλα της ζωής μας, την κάθε Βεατρίκη, βρεθούμε κι εμείς στη φάση

Qual è ‘l geomètra che tutto s’affige
per misurar lo cerchio, e non ritrova,
pensando, quel principio ond’elli indige,

tal era io a quella vista nova:
veder voleva come si convenne
l’imago al cerchio e come vi s’indova;

ma non eran da ciò le proprie penne:
se non che la mia mente fu percossa
da un fulgore in che sua voglia venne.

A l’alta fantasia qui mancò possa;
ma già volgeva il mio disio e ‘l velle,
sì come rota ch’igualmente è mossa,
l’amor che move il sole e l’altre stelle.

Λέει ο Δάντης για κύκλους — θα επιστρέψουμε και σε αυτούς.

Στο μεταξύ, δείτε ότι μερικοί άγγελοι βρίσκονται εικονογραφικά μεταξύ αγγέλου και τέρατος. Τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, για παράδειγμα:

καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο.(Ησαΐας 6, 2)

Πλάσματα με πολλά φτερά είναι προϊόν Μεσοποταμίας (ΠΟΠ). Γιατί έξι όμως; Με τα δύο πετάνε, με τα δύο καλύπτουν τα μάτια (γιατί δεν αντέχουν τη θέα της Δόξας του Θεού — γενικά δεν τους κοιτάς στα μάτια τους ανωτέρους σου) και με τα δύο καλύπτουν τα αχαμνά τους, σε ένδειξη αιδημοσύνης. Ξαφνικά τα πιο τρελά εικονογραφικά απωθημένα του Τσαρούχη ζωντανεύουν: τα Σεραφείμ είναι προικισμένα και βρακώνονται με φτερούγες.

Μέχρι εδώ, εντάξει, κάτι σας είπα. Το θέμα «άγγελοι» το έχει δουλέψει μέχρι και ο Φίλιπ Πούλμαν. Και δεν θα καθόμουν να γράψω αυτό το μπλογκεπύλλιο αν κάτι δεν με χτύπαγε πιο πάνω:

τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι έχουν έργο τον θεοπρεπή ύμνο του «γελ»

Του ποιου; Του «γελ»; Του yel ή του gel (gel kayıkçı);

Η απάντηση, μετά από λίγο ψάξιμο, έρχεται από μια άλλη πηγή — εντελώς ορθόδοξη, μην ανησυχείτε, δεν θα μπλέξουμε με καββαλισμούς κι αγγελοθρησκείες ή τη Νέα Εποχή:

Τρεις εξαίρετοι ύμνοι καί δοξολογίες είναι με τις οποίες δοξολογούν την αγία Τριάδα οι εννέα τάξεις των Αγγέλων. Καί της μεν πρώτης ιεραρχίας των Θρόνων, Χερουβίμ καί Σεραφίμ, είναι ίδιος ύμνος το, γέλ γέλ, το οποίο έβγαινε από τους τροχούς των Χερουβίμ κατά τον Ιεζεκιήλ (ι’ 13), και σημαίνει ανακυλισμός κατά τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο (Ουραν. Ιεραρχ. κεφ. ιε’), της δε δευτέρας ιεραρχίας, των Κυριοτήτων, Δυνάμεων καί Εξουσιών, ίδιος ύμνος είναι το, Άγιος, Άγιος, Άγιος (Ησ. στ’ 3), της δε τρίτης των Αρχών, Αρχαγγέλων καί Αγγέλων, ίδιος ύμνος είναι το Αλληλούια, κατά τον Νικήτα τον Στηθάτο (Φιλοκαλία κεφ. 99).

Η πηγή από πάνω αναπαράγει όσα είδαμε πριν, αλλά επί το υψιπετέστερον και θεολογικότερα. Και μας μπάζει σε μια από τις πιο cgi φάσεις της ιουδαϊκής και της χριστιανικής μυθολογίας: το όραμα του Ιεζεκιήλ. Το οποίο συν τοις άλλοις περιέχει τερατώδεις αγγέλους και κάτι άλλο και μεγαλύτερο από αγγέλους — σαν τον Σραόσα δηλαδή: τέσσερα ζώα φτερωτά κι ένα άρμα που απαρτίζεται από περιστρεφόμενους τροχούς.

Το κεφάλαιο 10 (ι), εδάφια 9 έως 14 του Ιεζεκιήλ αξίζει να διαβαστεί στα αγγλικά με φωνή Don LaFontaine. Βασικά γίνεται χαμός και είναι δύσκολο να βγάλει άκρη κανείς τι γίνεται. Παίζουν Χερουβείμ, παίζουν κάτι Τροχοί που λένε «ω τροχέ!» και παίζουνε και τέσσερα ζώα φτερωτά, που δεν είναι άγγελοι, με πρόσωπα χερουβείμ, ανθρώπου λιονταριού και αετού. Αυτά τα τέσσερα ζώα τα έχετε ξαναδεί στην εκκλησία της γειτονιάς σας, συμβολίζουνε, λέει, τους τέσσερις ευαγγελιστές, με τη διαφορά ότι το ζώο με πρόσωπο χερουβείμ το παράκανε με τα τραβήγματα κι έχει στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (κεφ. 4) πρόσωπο βοδιού:

Οκέι, αλλά στο όραμα του Ιεζεκιήλ, τι είναι οι Τροχοί; Είναι, λέει, οι Τροχοί που συνθέτουν το χερουβικό άρμα, το οποίο μεταφέρει τον, χμ, Θεό. Οι Τροχοί είναι όμως άγγελοι, όχι Σεραφείμ, αλλά Θρόνοι. Ναι: οι Τροχοί είναι άγγελοι, του τάγματος των Θρόνων. Που λέγονται «Θρόνοι» λόγω αυτού του περιστατικού, αφού στα εβραϊκά αποκαλούνται Τροχοί (ofanim). Παρεμπιπτόντως, αν είστε από αυτούς που πάνε Χαιρετισμούς γιατί απολαμβάνετε την ποίηση ξέρω γω, θα έχετε ακούσει τον χαρακτηρισμό «χερουβικό άρμα» για την Παναγία. Μόνον οι βυζαντινοί θα ταύτιζαν μια νεαρή κοπέλα, και μάνα του Θεού, με αυτόν τον τερατώδη σφαιρικό αστρολάβο.

Πού πήγε το «γελ»; Α, αυτό είναι εύκολο. Στα εβραϊκά το «ω τροχέ!» είναι «hag galgal!». Από το galgal στο «γελ», μια μετάφραση δρόμος.

Οπότε, έχουμε κάτι τροχόμορφους αγγέλους, ή και όχι, που ακούγονται να λένε καθώς περιστρέφονται «ω τροχέ!». Που έχει καλά σούπερ θεοπρεπές-απερινόητο-υπερβατικό περιεχόμενο — εδώ κολλάει και ο Δάντης. Και φυσικά εδώ κολλάει και το Turn! Turn! Turn! των ανθρώπων που κατά τα άλλα διασκεύαζαν Ντύλαν και στο συγκεκριμένο τραγούδι Εκκλησιαστή (ή Qoelet).

Πάντως το όραμα του Ιεζεκιήλ (το όνομα του οποίου όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι είναι στίχος του Bekledim de gelmedin) είναι τόσο καμένο από μεσοποταμιανή εικονογραφία, θερμοπληξία και ο Κύριος οίδε τι άλλο, που είναι το αγαπημένο θέμα του φον Νταίνικεν και τέτοιων: ο Ιεζεκιήλ είδε ούφο.

Τι θες να μας πεις; θα ρωτήσετε. Όλα όσα ήδη είπα. Επίσης, ότι κάθε πίστη σε αποκάλυψη και τέλειες αλήθειες είναι επιμολυσμένη ανεπανόρθωτα με μυθολογίες, και δη μυθολογίες εφάμιλλες των ησιόδειων. Θα απαντήσουν οι πιστοί ότι συμβολικά είναι αυτά, καημένε, 20 αιώνες μαγαζί έχουμε, ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος που μας κράζει για τροχόσχημους αγγέλους που περιστρέφονται λέγοντας γκαλγκαλγκάλ (ή «τροχέ!»). Με δύο διαφορές: αφενός ο καθείς διαλέγει τα σύμβολά του, κι αυτά είναι πολύ καμένα σύμβολα, άραγε το Άγιο Πνεύμα τα ενέπνευσε; Αφετέρου, το «συμβολικό» χαρτί (όπως κατάλαβαν όσοι πρωτοδούλεψαν το 20 αιώνων μαγαζί) δεν μπορείς να το παίζεις συχνά όταν διακηρύσσεις ότι ο Θεός σου αποκαλύπτεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και ότι «καταφάσκει την ανθρώπινη ιστορία».

Οι μύγες, πού κολλάν οι μύγες; Ε, ας μη γίνομαι «ρητορικός» και καλύτερα να μην πω κάτι για αυτά τα σιχαμένα επίσης ιπτάμενα πλάσματα, πέρα από το ότι «η μύγα πάει στα σκατά, πηγαίνει και στο μέλι».

Στην αναδίπλωση της νέας εποχής

Καταγόμαστε από κυνηγούς και τροφοσυλλέκτες. Πριν γίνουμε αγρότες, προτού επινοήσουμε την Πόλη, για τουλάχιστον 50.000 χρόνια ήμασταν πολυλογάδες κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Άνθρωποι με την ίδια νόηση και με τον ίδιο ψυχικό κόσμο και τα ίδια μπλεξίματα με τα δικά μας — μόνον το ποιος μάς σπάει τα αρχίδια και ποιος μας πατάει στον λαιμό άλλαξε. Α ναι: ως τροφοσυλλέκτες δεν είχαμε κλεπτοκράτες και ιερατεία γιατί ήτανε κομματάκι δύσκολη η συσσώρευση πλούτου.

Τέλος πάντων, επειδή το κυνήγι το ξέρουμε, γραπώνει την προσοχή μας ό,τι κινείται. Αυτή η δεξιότητα είναι επίσης χρήσιμη αν κινδυνεύεις να γίνεις μεζές αυτού που κινείται. Επιπλέον, επειδή είμαστε τροφοσυλλέκτες το μάτι μας πιάνει κάθε τι που γυαλίζει: πράσινο στην ξεραΐλα ή λαμπρά χρωματιστό στην πρασινάδα.

Κι έτσι παρακολουθούμε την επικαιρότητα: σαν υποψήφιο μεζέ ή σαν πιθανό αρπακτικό που μας έστησε ενέδρα. Κι έτσι κοιτάμε γύρω γύρω ν’ αρπάξει το μάτι μας κάτι να γυαλίζει ή να λάμπει: σαν επιμελείς κι επίμονοι τροφοσυλλεκτες.

Η επικαιρότητα όμως δεν είναι φαΐ, δεν είναι καν απειλή συνήθως. Η επικαιρότητα και η ψυχαναγκαστική ενασχόληση μαζί της είναι ένας από τους λόγους που πηγαίνουμε διαρκώς προς τα πίσω τα τελευταία 30 χρόνια: κοιτάμε αυτό που μας δείχνουν να σαλεύει ή να σειέται, όσα γυαλίζουνε και λάμπουν — και μέχρι εκεί. Προσηλωνόμαστε σε αυτά. μετά σε κάτι άλλο. Πάμε από θέμα σε θέμα, μονοθεματικά, από επεισόδιο σε επεισόδιο, από ματς σε ματς, από συμβάν σε συμβάν και από υστερία σε κρίση ηθικού πανικού. Μετά ξεχνάμε.

Η επικαιρότητα είναι άτιμο πράγμα και μπαγάσικο. Ασχολείσαι με την επικαιρότητα, ως θήραμα ή ως φρούτο που περιμένει τη συγκομιδή, και ξεχνάς ό,τι προηγήθηκε — άσε δε ό,τι έπεται. Άραγε αυτή την ώρα τι γίνεται στην ανατολική Ουκρανία; στο Αφγανιστάν; στην Υεμένη; στη Συρία; πού είναι οι πρόσφυγες; τι κάνουν; βουλιάζουνε πια βάρκες έξω από τη Λαμπεντούζα; πού βρίσκεται η υπόθεση Γιακουμάκη; του Άλεξ της Βέροιας; Όλα καλά και ήρεμα;

Η εποχή μας φαινόταν να πηγαίνει προς μία κατεύθυνση: «εξαιτίας του Διαφωτισμού και της κληρονομιάς του, ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας επεκτεινόταν σταδιακά από τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας μέχρι και πρόσφατα.» Αν αυτή η επέκταση έχει πια στομώσει, αν πρόσφατα ανακόπηκε, αν ολοφάνερα πια αναδιπλώνεται ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας, αν ξανασυζητάμε ζητήματα που θα έπρεπε να θεωρούνται τακτοποιημένα κι λυμένα, αυτό εν μέρει οφείλεται και στο ότι ξεπουληθήκαμε στην επικαιρότητα. Της παραδοθήκαμε ολόψυχα. Ξαναγίναμε κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες — αλλά στην Πόλη δεν περνούν καλά οι κυνηγοί και οι τροφοσυλλέκτες.

Προσηλωμένοι σε αυτό που μας δείχνουνε τώρα — αφού δεν επιλέγουμε εμείς πού θα προσηλωθούμε — γινόμαστε μαλθακοί τελικά, σαν κάτι γατιά που κυνηγούν αντανακλάσεις πάνω σε τοίχους και μετά επιστρέφουν στη ραστώνη τους, ξεχνώντας ότι η αντανάκλαση στον τοίχο ήταν απάτη, φενάκη κάποιου ρολογιού ‘η καρφίτσας που τυχαία βρέθηκε στο μονοπάτι της αντηλιάς. Κι έτσι, ξεχνώντας, χάνουμε τη δυνατότητα και να μάθουμε και να φυλαχτούμε και να δράσουμε.

Πώς δεν έγινα δημοσιογράφος

Αυτή είναι μια ιστορία που έχω ξαναπεί αποσπασματικά.

Όταν ήμουν φοιτητής ήθελα να γίνω δημοσιογράφος κυρίως γιατί εκείνη την εποχή με ενδιέφερε να βγάλω λίγα χρήματα πέρα από τα ψίχουλα των ιδιαίτερων που έκανα, ώστε να αποκτήσω σχετική οικονομική αυτονομία. Εντάξει, με γαργάλαγε κι η δόξα.

Υπήρχαν βεβαίως κάποιες άκρες: ο πατέρας μου δούλευε τεχνικός στην Καθημερινή τη δεκαετία του ’80 και είχε καλές σχέσεις με τον Α. Καρκαγιάννη και τον Σ. Ζούλα. Μάλιστα τους είχε πάει κάποιες εκθέσεις μου όταν ήμουν στο σχολείο, τους είχαν αρέσει και του είχανε πει, όπως έμαθα αργότερα, να με πάει «από εκεί» όταν μπω στο Πανεπιστήμιο. Την εποχή που οι σχολές δημοσιογραφίας ήταν είτε χαμηλού επιπεδου είτε κάτι που πολλοί παλιοί εφημεριδάδες δεν εκτιμούσαν ιδιαιτέρως, έτσι ξεκίναγες: με γνωριμίες και από κάτω.

Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο πίεζα τον πατέρα μου, που είχε πια συνταξιοδοτηθεί πρόωρα αλλά έβλεπε πότε πότε τον Καρκαγιάννη και τον Σ. Ζούλα, να κάνει το κοννέ. Επειδή σπούδαζα στην Αθήνα, έμενα με τους γονείς μου. Τα οικονομικά της οικογένειας ήτανε στενά, τα ιδιαίτερα μαθήματα πολλή δουλειά για ψίχουλα. Όμως ο πατέρας μου δεν έκανε την κίνηση.

Μετά το πτυχίο δούλεψα ένα χρόνο σε φαστφούντ, ανοήτως νομίζοντας ότι θα μάζευα κάποια λεφτά για το μεταπτυχιακό μου. Τελικά μάζεψα 500.000 δρχ, που ισοδυναμούσαν τότε με υποτροφία του ΙΚΥ για ενάμιση μήνα. Το θέμα είναι ότι παράλληλα πίεζα τον πατέρα μου να κάνει το κοννέ, αλλά εκείνος έλεγε μισόλογα ή σφύριζε αδιάφορα (οι μισές αλήθειες είναι οικογενειακή παράδοση, ψέματα δεν λέμε: κάτι σαν τους Λάννιστερ).

Όταν πια ήμουν στην Αγγλία μού αποκάλυψε ότι «με είχε ζητήσει» 2-3 φορές ο Καρκαγιάννης και ότι τον ρώταγε ο Σ. Ζούλας πότε θα με «έστελνε από εκεί», αλλά ό ίδιος δεν μου είχε πει τίποτα. Κατά τη γνώμη του προείχαν οι σπουδές μου, μετά προείχε να ξεκινήσω μεταπτυχιακά. Θύμωσα τότε πολύ, με τον πατέρα μου έχω τσακωθεί ελάχιστες φορές, γιατί θεώρησα ότι με χαντάκωσε στερώντας μου την ευκαιρία να δουλέψω και — ενδεχομένως — να γίνω δημοσιογράφος. Του το κράταγα.

Προς υπεράσπισή του έλεγε και ξανάλεγε ότι θα γλυκαινόμουν από το ότι θα πληρωνόμουν για να γράφω και ότι έτσι θα παράταγα τις σπουδές μου· ότι όσοι ξεκίνησαν στις εφημερίδες ως φοιτητές δεν πήρανε πτυχίο ποτέ τους· ότι ήμουν προορισμένος για κάτι καλύτερο από το να νομίζω ότι τα ξέρω όλα επειδή θα μου έδιναν να γράφω κομμάτια για το ψυγείο· ότι ο κόσμος έχει αρκετούς εξυπνάκηδες (άλλον όρο χρησιμοποίησε) που νομίζουνε ποιοι είναι επειδή γράφουν κάπου.

Όπως είπα, του είχα θυμώσει πολύ. Εξακολουθώ να θεωρώ ότι ήταν ανήθικο να μου κόψει την τύχη ξανά και ξανά χωρίς να μου πει τίποτα, ωστόσο πλέον του είμαι ευγνώμων που το έκανε: τέτοιος που είμαι, όντως θα γινόμουν ακόμα ένας δοκησίσοφος σαχλαμπούχλας που νομίζει ότι είναι ίσα κι όμοια με όσους κάνουνε πραγματική δουλειά σε αυτόν τον κόσμο. Με άλλα λόγια, δεν θα γινόμουν καλός δημοσιογράφος, παρά ακόμη ένας μαλάκας (ο όρος που λέγαμε πριν) επηρμένος γραφιάς.

Ο ίδιος βεβαίως δεν έπαψε ποτέ να αισθάνεται δικαιωμένος που μου έκοψε την τύχη. Με ρώτησε τις προάλλες:

«Είδα τον Χ στην τηλεόραση. Αλήθεια, την τέλειωσε τη Νομική;»
«Μάλλον ναι, πού θες να ξέρω ρε πατέρα;»
«Α καλά. Νόμισα ότι γνωρίζεστε.»

Θεσσαλονίκη

Είναι μια πόλη που με μπερδεύει. Όχι με δυσάρεστο τρόπο, αλλά με μπερδεύει.

Κάποιες φορές μού φαίνεται στενή, σκονισμένη κι όλο θόρυβο: με πνίγει και θέλω να πάω πίσω στην Αθήνα.

Άλλες φορές με κάνει να νιώθω χαρά σχεδόν παιδική.

Τελικά μου αρέσει γιατί, σαν την Αθήνα, έχει κρυμμένες χάρες μέσα σε απροσδόκητες γωνιές κι εσοχές. Εντελώς απροσδόκητες. Κάνεις μια έτσι, στρίβεις σε μια γωνία και τσουπ! Κάτι μαγικό και καλοδεχούμενο. Η πρώτη ανάγνωση της Σαλονίκης δεν αποκαλύπτει και τίποτε συναρπαστικό. Στις επαναλήψεις βγαίνουν όλα. Ιδίως ο κόσμος της.

Την πρωτοπάτησα 24 χρονών, ψαρωμένος που δεν είχα ζήσει εκεί τη φοιτητική ζωή μου — όπως ήταν απαραίτητο για οποιονδήποτε νέο ήθελε να κάνει κάτι σπουδαίο και ελαφρώς εναλλακτικό στη ζωή του, τότε, το μακρινό 1997. Σεξ, U2, σάντουιτς με γύρο, μετά πίσω στο τραίνο.

Ξανάρθα την επόμενη χρονιά, με τον πατέρα μου αυτή τη φορά, που είχε να δει την πόλη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Πήγαμε στη ‘Μυροβόλο Σμύρνη’, δεν του άρεσε το φαΐ όσο τότε, πήγε να δει τη θεια του τον Βορρά, διανυκτερεύσαμε σε έναν γαμιστρώνα στο Βαρδάρι προς 7.000 τη βραδιά.

Έκτοτε έχω ξαναπάει καμμιά ντουζίνα φορές. Όπως είπα, κάθε φορά είναι αλλιώς, διαφορετική. Η Σαλονίκη είναι από τις πόλεις όπου οι ξένοι έρχονται για να αναγνωρίσουν κάτι συγκεκριμένο: σλάβοι ντουγρού στα βυζαντινά και τις ορθοδοξίες, ισραηλινοί για ίχνη σεφαραδίτικα, Τούρκοι γιατί «μοιάζει με την Πόλη», χωριάτες για ψώνια κτλ. Δεν είναι πόλη για βόλτα, δεν είναι από τις πόλεις όπου θα περιπλανηθείς άσκοπα: καλό είναι να πηγαίνεις κάπου συστημένος, αλλιώς σε περιμένει πολλή ανηφόρα. Άσε που είναι γεμάτη παπάδες και μοναχούς. Παπαδιστάν σκέτο, αθωνοκρατούμενο· στην ψυχή, λέμε.

Έχει όμως εκτυφλωτικές γυναίκες, ωραίες και θεωρητικές και λιμπιστερές. Πολλές φορές στέκομαι και τις κοιτάζω να περνούν, ενεός κι αγγελοκρουσμένος με μούτρα μαλάκα Μπενίνι.

Δύο πράματα με συναρπάζουν στη Θεσσαλονίκη: η εμμονή των Σαλονικιών με τη γενεαλογία ως συστατικό της ταυτότητας του καθενός, παρότι είναι η πόλη όπου ήρθαν οι -ογλούδες και οι -όβοι κι έγιναν κυρίως -ιδαίοι. Στην Αθήνα είσαι αυτός που είσαι, κάποιος ή κανείς, στη Θεσσαλονίκη σε ακολουθεί η γενεαλογία σου: είσαι Πολίτης, Πόντιος, Μπαγιάτης ή, αν είσαι Άρης, είσαι κι ολίγον Εβραίος. Μαυραγορίτης και δοσίλογος και ρουφιάνος δεν είναι κανείς, πάντως.

Το δεύτερο που με συναρπάζει είναι η κουβέντα για την «ερωτική» Θεσσαλονίκη. Μάλλον αθηναϊκή μαλακία. Γιατί ερωτική; Ενδεχομένως από τον καιρό που έρχονταν οι πικραμένοι, πολλοί Αθηναίοι ανάμεσά τους, για να γαμήσουν; Επειδή είχε πολλούς τουρκόσπορους, οι οποίοι, ως γνωστόν, ήταν εξώλης και προώλης και σέξι επειδή πλένονταν κάθε Σάββατο κι όχι κάθε Πασχαλιά; Οφείλω να ξαναομολογήσω ότι η Σαλονίκη η μόνη πόλη του στην οποία έχω πάει όπου σχεδόν κάθε γυναίκα που περπατάει στον δρόμο έχει κάτι ελκυστικό και περιπόθητο, κάτι διαφορετικό και με τον δικό της τρόπο η καθεμία. Μας το είχε πει και ο Ψωμιάδης στο περίπου, άλλωστε, όμως αυτή είναι μια ξεχωριστή ιστορία.

Μνήμη θανάτου

στη Μαρία Κενανίδου, με πολλές ευχαριστίες

Τα κανάλια του λαϊφστάιλ είναι γεμάτα εκπομπές σχετικά με την επιβίωση. Δεν είναι τυχαίο, αφού η επιβίωση και η αποθέωσή της θεματικά διατρέχουν το αμερικάνικο σινεμά. Βλέπουμε εκπομπές με σκληρούς άντρες που επιβιώνουν στην τάιγκα, σκληρά ζευγάρια που επιβιώνουνε γυμνά σε τροπικά ερημονήσια, βλέπουμε και τον Bear Grylls να επιβιώνει παντού. Όλοι αυτοί φτιάχνουνε καταφύγια, παλεύουνε με σαρκοβόρα, τρώνε σκορπιούς και κάμπιες, φτιάχνουνε καταφύγια, κυνηγούν σκιούρια και μυρμηγκοφάγους κτλ.

Σε πολλές από αυτές οι εκπομπές η μοναχική επιβίωση θεωρείται το απαύγασμα του πρωτογονισμού, σχεδόν προβάλλεται ως η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, την οποία έχει αλλοιώσει ο πολιτισμός κτλ κτλ κτλ. Βεβαίως αυτό είναι πλάνη: ο πρωτόγονος άνθρωπος, όπως και ο σύγχρονος, όταν βρεθεί μονάχος πεθαίνει. Και δεν χρειάζεται καν να αναμετρηθεί με αράχνες, αμμοθύελλες, κουνούπια κι ορμητικά ποτάμια: όταν βρεθεί μονάχος πεθαίνει.

Ως μονήρης άνθρωπος, που απολαμβάνει την ησυχία και το ημίφως και εργάζεται ιδανικά μέσα τους, αντιλαμβάνομαι πλήρως την ανάγκη για μόνωση. Και όντως, αν είσαι γεμάτος και ξέρεις ότι οι δικοί σου άνθρωποι είναι καλά και βρίσκονται κάπου καλά και δεν σου λείπουνε, δεν αισθάνεσαι πάντοτε μοναξιά. Όμως είναι πλάνη η ιδέα ότι είμαστε μόνοι στην αρχέγονη κατάστασή μας, ότι αποτελούμε μονάδες που σε δεύτερο χρόνο επιλέγουμε να συναγελαστούμε με τους άλλους. Εικάζουνε μάλιστα μερικοί ότι αναπτύξαμε γλώσσα επειδή ήμασταν κοινωνικό είδος και ότι χάρη σε αυτό το εξελικτικό γεγονός (προϊόν φυσικής επιλογής ή παρενέργεια άσχετων μεταλλάξεων) μπορούμε και σκεφτόμαστε. Μπορεί να είναι και έτσι. Σαφώς οι πρόγονοί μας και τα πρωτεύοντα ξαδέρφια μας είναι κοινωνικά ζώα, όμως σημασία έχει ότι οι άνθρωποι κοινωνικά ευτυχούμε και όχι αλλιώς.

Μιλώντας για σκέψη, θεμέλιο της πλατωνικής σκέψης και αγαπημένο τσιτάτο όσων την ξεσήκωσαν είναι η μνήμη θανάτου. Για αιώνες, η μνήμη θανάτου έγινε ο άξονας του στοχασμού μας. Η μνήμη του δικού μας θανάτου: με αυτή μας παραμυθιάζουν κάποιοι μονοθεϊσμοί και μας απειλούν άλλοι, με αυτή μας αφιονίζει κάθε ηδονισμός της πλάκας και μας τσιτώνουν οι ευλογοφανείς μηδενισμοί και κυνισμοί. Κι όμως, η αρχή της σοφίας δεν είναι να θυμάμαι εγώ ότι εγώ θα πεθάνω. Στη χειρότερη περίπτωση η μνήμη του δικού μου θανάτου είναι πνευματικό γκρανγκινιόλ, ενώ στην καλύτερη μαστούρα ανελέητη που σου προκαλεί η ενατένιση του τέλους της δικής σου ύπαρξης.

Η αρχή της σοφίας είναι να θυμάμαι ότι οι άλλοι, οι δικοί μου, θα πεθάνουν ή ότι πέθαναν. Αυτή είναι η μνήμη θανάτου που έχουμε ανάγκη για να γίνουμε πνευματικά όντα αλλά κανένα σύστημα ιδεών και πεποιθήσεων δεν την επικαλείται, παρά πασχίζουν όλα τους να την καταπνίξουν με παραμύθια, παραμυθίες και παρηγοριές — προσμένοντας τη λήθη του θανάτου που βαφτίζουμε «αποδοχή«.

Αν το να θυμάσαι τον θάνατο των άλλων, όσων αγάπησες, είναι η αρχή της σοφίας, ποια είναι η συνέχειά της; Ο πόνος; Με τίποτα: σε γδέρνει, σε διαβρώνει και σ’ αδειάζει. Η αποταγή και η απάθεια; Όχι, ούτε, αφού είναι άρνηση, απώθηση κι οργή μασκαρεμένες σε γαλήνη.

Συνέχεια και μαθητεία στη σοφία παρέχει η μνήμη της ευτυχίας, η ανάμνηση των μικρών οργασμικών θανάτων και όλων όσων μας έφεραν μέχρι αυτούς· είναι τα λεπτά ανοχύρωτης γυμνότητας στα οποία υπήρξαμε ελεύθερα γυμνοί και μετά από τα οποία σκεπαστήκαμε και ντυθήκαμε λόγω ψύχρας ή λόγω ρολογιού· είναι η άκρα σιωπή με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε ή που, έστω, συντονιστήκαμε μαζί τους για μια βραδιά, μια εβδομάδα, μια τριετία ή μιας ζωή. Είναι η ανάπαυση ανάμεσα στους άλλους, τους δικούς μας άλλους.

Οι χαρές μας είναι η μόνη μας δύναμη. Κι έτσι, ενώ πολλοί βικτωριανοί και νεοβικτωριανοί του σήμερα αναρωτιόντουσαν κι αναρωτιούνται πώς μπορεί να συμβιβάζεται η αρετή ή η «καλοσύνη» και το να είσαι σεξουαλικά ενεργός, σήμερα πια ξέρουμε ότι ο δύσκολος συμβιβασμός είναι μεταξύ καλοσύνης και του να έχεις εξουσία. Κι όσοι το ξέρουμε αυτό ξέρουμε ότι ο θησαυρός μας είναι οι άλλοι: οι αρπαχτές, οι έρωτες, τα ταίρια, τα παιδιά, οι φίλοι, οι γονείς, οι συνεργάτες, οι συνοδοιπόροι. Αυτοί είναι ο δρόμος μας προς τη σοφία, αυτοί είναι το έρμα μας, αυτοί είναι οι μόνοι χορηγοί κάποιας γεύσης αθανασίας.