Ηρώο

Η προέλευση αυτού του σημειώματος είναι διττή: Πρώτον αυτή η ερώτηση: «Δηλαδή, κάτσε, σου αρέσει τίποτα;», που στο παρελθόν μου έδωσε έναυσμα να μιλήσω για ταινίες και ηθοποιούς που μου αρέσουν. Δεύτερον, όταν είδα το Only lovers left alive αναρωτήθηκα ποιους θα έβαζα εγώ στο προσωπικό μου ηρώο, χωρίς να λησμονώ ότι «We shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas».

Έχουμε και λέμε. Ονόματα σε σχεδόν τυχαία σειρά, σε δεκατριάδες· στην τέταρτη δεκατριάδα σταμάτησα.

Ludwig van Beethoven
Don DeLillo
James Joyce
Olympe de Gouges
Noam Chomsky
Marie Skłodowska Curie
Annie Lennox
Jorge Luis Borges
Andrei Tarkovski
Anaïs Nin
Elizabeth Taylor
Keith Richards
Isaac Newton

Emma Goldman
Juliette Binoche
Patti Smith
Michelangelo Buonarotti
Franz Kafka
Paul Auster
Isabelle Adjani
Ursula Le Guin
Κυριάκος Κατζουράκης
Γεώργιος Βιζυηνός
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Διονύσιος Σολωμός
Σοφοκλής

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
David Bowie
Christopher Nolan
Ute Lemper
Antonio Gramsci
Madonna
Philip Roth
Kate Blanchett
Johan Sebastian Bach
Rosa Luxemburg
Guy Chadwick
PJ Harvey
Fyodor Dostoyevski

Bertrand Russell
Ανδρέας Εμπειρίκος
Κώστας Καρυωτάκης
Άρης Αλεξάνδρου
Edward Norton
Monica Bellucci
Lucian Freud
Sophie Germain
Αριστοτέλης
Δημήτρης Παπαϊωάννου
William Shakespeare
Ella Fitzgerald
Howard Zinn

Επίμετρο: Επειδή διαβάζω το 2666 του Μπολάνιο και με έχει συνεπάρει κανονικά, σας δίνω με χρονολογική σειρά άλλα βιβλία που με σημάδεψαν (που λένε):

Φοιτητής: Lawrence Durrell ― The Alexandria Quartet
Τελειόφοιτος: Άρης Αλεξάνδρου ― Το Κιβώτιο 
Μεταπτυχιακός: Anaïs Nin ― τα ερωτικά της
Ψάρακας στη δουλειά: James Joyce ― Ulysses
Ψημένος στη δουλειά: Don DeLillo ― Underworld
Λίγο πριν το χάραμα: Paul Auster ― New York Trilogy

Χαμένα αγόρια

Αυτό το καλοκαίρι δεν περιείχε ένα ή δύο μεγάλα χιτ με καταλυτικά ριφ, ευρηματικές παραγωγές ή ουρανομήκη σολαρίσματα, δεν διέθετε αξιομνημόνευτες σκηνές και μεγάλα πλάνα, είχε γερή και αξιόπιστη διανομή αλλά καθόλου κενεθμπραναχικές ερμηνείες ή βλέμματα που τρυπούν τσιμέντο, το αναφλέγουν και το κάνουν να εξαχνώνεται μέσα σε καθαρό φως.

Δεν είχε τίποτε από αυτά. Κοιτάζοντας όμως πίσω με το όλο αυτοπεποίθηση βλέμμα του αφηγητή, το βλέπω τώρα κατάστικτο από μικρές ευδαιμονίες και φευγαλέες στιγμές ομορφιάς, ενώ τα βράδια του τα πότισαν παγωμένο ρακόμελο και άφθονο τζιν και ένα ρούμι μαγικό. Επίσης το καλοκαίρι που πέρασε εγκιβώτισε πολύπλοκη και σύνθετη δράση μέσα σε κρανία έσωθεν αχνοφωτισμένα από το σέλας των νευρώνων που αναβοσβήνουν, φωτάκια χριστουγεννιάτικα που κάπως είμαστε εμείς κι η ψυχή μας — ενώ έξωθεν μόνον ακίνητα πλάνα σαν λιμνοθάλασσα και καθημερινή κωζερί εκτυλίσσονταν.

Μέσα σε αυτό το ταρκοφσκικής διάθεσης καλοκαίρι επανερχόταν ένα μοτίβο: το δεκατετράχρονο αγόρι που χτύπησε κατακούτελα το ψηλό κύμα της εφηβείας. Αλλά όχι με τα γνωστά σπυριά και την αυνανομανία, με τις μελαγχολίες ή με κομμάρες και παλαβομάρα: το αγόρι αυτό το έριξε στην άμμο και το ζάλισε.

Όσοι έχετε υπάρξει δεκάτετράχρονα αγόρια, ό,τι κι αν είστε τώρα κι όποιοι και αν νομίζετε πως είστε, θα συμφωνήσετε ότι δεν υπάρχει πιο ανελέητη και άχαρη ηλικία από την εφηβεία του άντρα: ξαφνικά μυρίζεις αλλιώς ενώ σε ενδιαφέρουν αίφνης τα κορίτσια, που όμως μοιάζουν με κανονικές γυναίκες και κοιτάζουν κάτι φαντάρους ή μαντράχαλους Λυκείου, και πλέον η όψη σου είναι ένα άχαρο πράμα που μοιάζει με είδωλο σε παραμορφωτικό καθρέφτη λούνα παρκ.

Αλλά το μοτίβο αυτού του καλοκαιριού δεν ήταν οι έφηβοι και τα ευτελή τους βάσανα — ευτελή όπως τα βλέπουμε εμείς με την όλο αυτοπεποίθηση ματιά που κοιτάζει πίσω. Αυτό το καλοκαίρι εμφανίζονταν μπροστά μου αγόρια που το κύμα της εφηβείας έριξε κάτω: κλαράκια που δεν δένουν όσο τα άλλα ή δεν δένουν όπως τα άλλα.

Κάποια συνόδευαν τη μάνα τους στην παιδική χαρά από πριν το σούρουπο μέχρι και να σκοτεινιάσει καλά, όπου κάποιο μικρότερο αδερφάκι ξεθεωνόταν ώστε να κοιμηθεί στην ώρα του. Άχαρα ντυμένα, με τα γούστα της μαμάς κι όχι της παρέας ή του Mad TV. Κοιτούνε γύρω τους με συστολή, περιέργεια και σαστιμάρα. Κοιτάζουνε μετά το χώμα. Βαριούνται. Κοιτάνε μακριά και μετά παρακολουθούν την ψιλοκουβέντα της μάνας τους με τις άλλες μαμάδες. Πού και πού η μάνα τους κάνει κάποιο σχόλιο για το πόσο ο γιος τους εκτιμάει τη μαγερική τους ή για το πόσο καλά πάει στο γυμνάσιο. Έτσι περνάει η ώρα, ή μάλλον δεν περνάει. Ξέρουν ότι δεν είναι 100% εντάξει, το ξέρουνε και ντρέπονται και μάλλον τα ενοχλεί και τα ίδια τα δεκατετράχρονα αγόρια που δεν είναι κι εντελώς σόι που χαίρονται με τον ερχομό του παππού στις κούνιες ή που ο αδερφός της μάνας τους κάνει λες και δεν είναι εκεί.

Κάποια είναι παγιδευμένα στη γειτονιά μέσα στη θερινή αργία. Αν και είναι η γειτονιά που μεγάλωσαν και που έπαιζαν μέχρι να πάψουνε σιγά σιγά να τα παίζουνε, ντρέπονται κι αυτά, νιώθουνε χαμένα μέσα της. Μοιάζει πια η ίδια τους η γειτονιά ένας τόπος άδειος, μοιάζει με κάτι δρόμους άνοστους που βγάζουνε σε πλατείες όπου δεν έχεις να κάνεις τίποτε αν δεν καπνίζεις κι αν δεν ακούς μουσική από το κινητό κι αν δεν έχεις φιλαράκια να βλέπετε βιντεάκια μαζί και να λέτε ο ένας τον άλλο «μαλάκα», σαν να είστε τίποτε μεγάλοι, δεκαεφτά και δεκαοχτώ χρονών. Στέκονται λοιπόν στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι ή μάλλον, όχι, λίγο πιο πέρα, να μην τα βλέπει η μάνα τους που στέκονται άπρακτα, χαμένα, σε αργία. Τα έστειλε έξω από το σπίτι η μαμά για να σφουγγαρίσει, με το παράγγελμα μιας προηγούμενης ηλικίας, να πάνε να παίξουν. Σχεδόν διωγμένα από το σπίτι φοράνε σαγιονάρες και σορτσάκι άντμιραλ και κοιτάζουνε την αντηλιά σκαρδαμύσσοντας πριν αποστρέψουν το βλέμμα προς το σκιερό μέρος του μισοάδειου δρόμου. Ένα τρολεϊ περνάει, κάποιοι πάνε κάπου, ίσως και να έγραφαν μια ιστορία αν τα έπαιρναν τα γράμματα.

Αυτά τα αγόρια θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε οι περισσότεροι. Θα τελειώσουν το σχολείο και μάθουν ίσως κάποια τέχνη, θα μάθουν επίσης να μη δείχνουν ότι είναι λιγάκι αλαφροκάνταρα — να τα κοροϊδεύουν όσο γίνεται λιγότερα και τουλάχιστον όχι μπροστά τους. Θα καταλάβουν πώς να περπατάνε και πώς να στέκονται για να μην τα παίρνουν αμέσως χαμπάρι· θα βασίζονται στο μέρος της οικογένειας που βάζει τη στοργή ή το καθήκον πάνω από το τι λέει ο κόσμος και από το αν σχολιάζει, αλλά θα δείχνουνε πόση ανάγκη το έχουνε λίγο λιγότερο. Μπορεί να βρούνε και δουλειά.

Αλλά τώρα είναι ατσούμπαλα αγόρια, σχεδόν παλληκαράκια, που λένε, αλλά πάλι, όχι.

Μιλώντας για το σεξ

Πώς περιγράφουμε τις ερωτοπραξίες μας; Πώς τις περιγράφουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους, αν είμαστε προικισμένοι με τόλμη και παρρησία, ή αν απλώς είμαστε κάπως πιο επιδειξίες;

Η προφανής απάντηση είναι ότι οι άντρες τείνουν να γίνονται επικοί και οι γυναίκες λυρικές. Φυσικά πρόκειται για απριορισμό και αφέλεια, όταν δεν μαρτυρεί άγνοια των γεγονότων.

Να το κάνω λιανά: μια ζωή κάθονται και μου λένε οι άλλοι για τα γαμήσια τους. Και ναι, υπάρχουν επικές αφηγήσεις (όχι αποκλειστικά από άντρες), υπάρχουν και λυρικές περιγραφές (όχι αποκλειστικά από γυναίκες). Παράλληλα υπάρχουν όσοι κι όσες μένουνε στη λεπτομέρεια και στα τεχνικά ζητήματα («άτιμη δεκαετία του ’70 και τσόντες μαζί!» — ή μήπως όχι;), υπάρχουνε κι εκείνοι που επιμένουν στις διαθέσεις και στα αισθητηριακά ζητήματα («άτιμο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα!» — ή μήπως όχι;). Άλλοι χαίρονται το σενάριο και τα ντεκόρ θεωρώντας το ψητό δεδομένο και όχι άξιο λόγου, με την ίδια λογική που όταν περιγράφεις ένα ωραίο γεύμα δεν λες ότι μάσαγες την τροφή σου. Οι πιο καμένοι κάνουν υπερανάλυση των πάντων: τεχνικών, εκφράσεων, διαθέσεων, φαινόμενης προθυμίας, γκαρνταρόμπας, εφίδρωσης και λίπανσης, βλεμμάτων, διαρκειών κτλ. — την ίδια την ώρα της λαγνουργίας στις χειρότερες περιπτώσεις.

Το ζήτημα βεβαίως είναι αν καταλαβαίνει κανείς κάτι για τον άνθρωπο και τη διάθεσή του για τον (τουλάχιστον ένα) άλλο άνθρωπο από το πώς περιγράφει τη μεταξύ τους κλινοπάλη. Δηλαδή, είναι αποστασιοποιημένη από τον άλλο μια γυναίκα που μένει στα τεχνικά; Είναι αδιάφορος ο άντρας που αφηγείται το πήδημα σαν να είναι η Διομήδους Αριστεία; Τι μας φανερώνει άραγε λ.χ. μια θολή εξιστόρηση που απλώς εξυπακούει γεγονότα και καθέκαστα; Τι καταλαβαίνουμε από κάποια που παρουσιάζει το σεξ μαζί σας σαν επιτεύγματα; Για να μη μιλήσουμε για όσους σωπαίνουν και επιλέγουνε να πουν με αβάσταχτη περιεκτικότητα 3-4 λέξεις το πολύ ή απλώς «καλό ήταν αυτό» ή τίποτε απολύτως.

Η απάντηση είναι μάλλον αποκαρδιωτική για τους ψυχολόγους του ποδαριού: το πώς θα μιλήσει ο άλλος ή η άλλη για την εκάστοτε ερωτοπραξία δεν μας λέει τίποτε για τη σχέση μέσα στην οποία εκτυλίχθηκε, σχέση των 20 λεπτών, των 20 ημερών ή των 20 ετών. Αν μας λέει κάτι, ενδεχομένως μας φανερώνει κάτι σχετικό με το πώς αυτός ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και βιώνει το ίδιο το σεξ γενικά. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

Η δύναμη κι η αρρώστια

Το θέμα είναι από πού αντλεί κανείς τη δύναμή του. Δεν αναφέρομαι μόνο στη μικρή φέτα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το ίντερνετ για ψυχαγωγία, ενημέρωση και δικτύωση. Υπάρχουν άνθρωποι δεν φαίνονται εδώ, πουθενα δεν φαίνονται.

Υπάρχουν άνθρωποι που τους απορροφάει η δουλειά, η κανονική δουλειά που σε διαλύει, ή η μελέτη. Υπάρχουνε γέροντες παρκαρισμένοι μπροστά σε τηλεοράσεις που κουλαντρίζονται με ηρεμιστικά για να μην τους πνίγει αξόδευτη ζωή ή ανεξέταστη δυστυχία δεκαετιών. Υπάρχουν αγόρια χαμένα σε γειτονιές και κορίτσια με χωρίς στον ήλιο μοίρα. Υπάρχουν άνθρωποι ολιγογράμματοι και εκ προοιμίου ηττημένοι. Υπάρχουν πάρα πολύ φτωχοί άνθρωποι, περισσότεροι από παλιά, και ας τους ξεχάσαμε μέσα στη συριζαϊκή κανονικότητα.

Υπάρχουν πολύ περισσότερες εκδοχές ανθρώπου, Οράτιε, από όσες ονειρεύτηκε η ιδεολογία σου.

Όποιος χώρισε κι απώλεσε, όποιος νιώθει να μη φτάνει μέχρι εκεί όπου θέλει, όποιος είναι φτωχός και πεινασμένος, όποιος ασφυκτιά και καταπιέζεται, όποιος λιώνει σιγά σιγά από την απραξία, όποιος λιανίστηκε από τη μοναξιά και το πένθος — αυτοί και πολλοί περισσότεροι χρειάζονται δύναμη.

Δύναμη δεν αντλείται μόνο από την αγάπη, τον έρωτα, τον ορθολογισμό, το κατοικίδιό σου, τη δουλειά σου, την πίστη στον υπέροχο κι αλάνθαστο εαυτό σου ή στον Θεό. Υπάρχουν τόσα φυλαχτά και χαϊμαλιά όσα και άνθρωποι. Και οφείλουμε να τα σεβόμαστε ως αυτό που είναι: φυλαχτά και χαϊμαλιά.

Και ναι, κι εγώ είμαι μαζί με αυτούς που θα πουν ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε φυλαχτά. Ότι δεν μπορούμε να χτίζουμε τη ζωή μας πάνω στα παιδιά μας, στο ταίρι μας, στο όποιο έργο μας ή στο μαγαζί μας και τη δουλειά μας. Δεν γίνεται ρε φίλε να ελπίζεις ότι θα σε θεραπεύσει το αγιασμένο φρούτο ή η θετική σκέψη. Άλλωστε, γεμάτος είναι ο κόσμος από αγέρωχους ορθολογιστές που κλαίνε μόνοι. Δεν χρειάζεται θεραπεία; Δεν είναι ανάγκη να απαλλαγούμε από τις αυταπάτες; Αρρώστια δεν είναι η εξάρτηση κι η μονομέρεια;

Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Κάποιοι ναι, πρέπει να αφήσουν επειγόντως το χαϊμαλί και την τυχερή δεκάρα τους, κάποιοι όχι ακόμα. Ακόμα κι αν μιλάμε για αρρώστια (θυμηθείτε λ.χ. πώς ο Πλάτωνας και οι υπόλοιποι αρχαίοι θεωρούσαν οι μαλάκες τον έρωτα αρρώστια και μανία), πρέπει να τον θεραπεύσουμε τον άλλο;

Ίσως όχι. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά περιστατικά που περιγράφονται στο «Ο άνθρωπος που πέρασε τη γυναίκα του για καπέλο» του Σακς είναι με τον καλλιτέχνη που είχε πάρα πολύ σοβαρό Τουρέτ. Όταν εντέλει με φαρμακευτική αγωγή τού πέρασε, έχασε τη δημιουργικότητά του, την όρεξή του, τη διάθεση και τη ζουρλάδα να συνεχίσει να δημιουργεί — μουσικός ήτανε, νομίζω. Πήγε στον γιατρό και του ζήτησε να του δώσει πίσω το Τουρέτ, την αρρώστια.

Η μεγαλούπολη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Διάβαζα σε ένα βιβλίο πρόσφατα ότι η κατακόρυφη οικιστική ανάπτυξη «απέτυχε να δημιουργήσει συνεκτικά οικιστικά περιβάλλοντα». Με άλλα λόγια, η προσδοκία μερικών οραματιστών να αντικατασταθούν τα χωριά από ουρανοξύστες ή μπλόκα δεν εκπληρώθηκε. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στον σημερινό κόσμο μπλόκα ή ουρανοξύστες κατοικιών αντιστοιχούν σε κοινότητες.

Ένας από τους λόγους που δεν έχουμε ουρανοξύστες αντί χωριών και μπλόκα αντί γειτονιών είναι και ότι οι ουρανοξύστες, οι πολυκατοικίες και τα μπλόκα κατά κανόνα εντάσσονται μέσα στον οικιστικό ιστό μεγαλουπόλεων. Και, τελικά, «στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δεν συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του».

Γενικότερα, στις μεγάλες πόλεις κάνουμε παρέα και δικτυωνόμαστε κοινωνικά με αυτούς που επιλέγουμε και όχι απαραιτήτως με τους γείτονές μας και με το σόι μας. Μάλιστα, ένας από τους δευτερεύοντες παράγοντες που ενισχύουν την αστυφιλία είναι και αυτός: στη μεγαλούπολη επιλέγεις εσύ ποιους θα συναναστραφείς, σε ποιες κοινότητες θα ενταχθείς και με ποιους θα κάνεις παρέα — αντίθετα με τα αμερικάνικου τύπου προάστεια, με τις μικρές πόλεις και βεβαίως με τα χωριά, όπου συγχρωτίζεσαι γείτονες κυρίως.

Αυτή είναι και μία από τις πηγές καχυποψίας απέναντι στη ζωή της πόλης: οι άνθρωποι με τους οποίους είσαι δικτυωμένος κοινωνικά, τα μέλη της όποιας κοινότητάς σου, δεν μπορούν να σε ελέγχουν μέσω της διαρκούς γειτνίασης· ο καθένας μας επιλέγει ποιους θα έχει φίλους, σε ποιους θα μιλήσει και σε ποιους όχι. Ο γείτονας στη μεγαλούπολη δεν είναι ex officio φίλος, συνήθως δε είναι απλός ξένος.

Με την ίδια καχυποψία αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία και η κοινωνική δικτύωση μέσα από τα σοσιαλμήντια. Χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να φτιάξεις αλλά και να διαχειριστείς τις δικές σου κοινότητες, που δεν περιορίζονται ούτε από τη γειτνίαση αλλά ούτε καν από την εγγύτητα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνοντας δηλαδή κατά μέρος τις πουριτανικές πρακτικές Πανοπτικού συγκεκριμένων πλατφορμών όπως το facebook, δύσκολα ελέγχεται σε ποιες ονλάιν κοινότητες ανήκεις, συνεκτικές ή χαλαρές.

Και βεβαίως, ο William Gibson στον Νευρομάντη έπεσε έξω: οι περισσότεροι συμμετέχουμε στις οιονεί κοινότητες κυρίως για να εμπλουτίσουμε και για να επεκτείνουμε την εξωδιαδικτυακή μας ζωή και όχι για να χαθούμε μέσα στις ίδιες τις διαδικτυακές κοινότητες και στα όποια φόρα. Θυμίζει λίγο η κατάσταση την παλαιότερη μανία της αλληλογραφίας: οι περισσότεροι αλληλογραφούσαν με σκοπό τις όποιες γνωριμίες και ελάχιστοι αρκούνταν στην επιστολογραφική σχέση εφόσον υπήρχε η δυνατότητα συνάντησης, γνωριμίας και συναναστροφής διά ζώσης.

Η επιστολογραφία, που για δεκαετίες ζωοποιούσε τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες του κόσμου, αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά των ιερεμιάδων περί «διαδικτυακής αποξένωσης»: εφόσον και για όσους η επιστολογραφία, ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι προθάλαμοι ή υποκατάστατα της κοινωνικής ζωής και όχι χώροι νιρβάνας μέσα στους οποίους θα διαλυθεί η συνειδητότητά μας ξέρω γω, δεν τρέχει κάστανο.

Συνοπτικά: όσο χρησιμοποιούμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απώτερο σκοπό τη διά ζώσης γνωριμία (την όποια γνωριμία ή συναναστροφή ή συναλλαγή), η μομφή περί αποξένωσης είναι κενή. Με τον ίδιο τρόπο που η «αποξένωση των ανθρώπων» στις μεγαλουπόλεις οφείλεται περισσότερο στις εργασιακές συνθήκες μετά τη δεκαετία του ’70 και λιγότερο στο ότι «δεν ξέρεις (αφού δεν θέλεις ντε και καλά να ξέρεις) ποιος μένει δίπλα σου».

Η ματιά του σεξισμού

Η ματιά του σεξισμού ισχυρίζεται ότι διακρίνει χαρακτηριστικά των γυναικών που δεν διακρίνονται υπό άλλες οπτικές γωνίες ή με άλλα ερμηνευτικά εργαλεία.

Για να φέρω ένα πάρα πολύ απλό παράδειγμα, η ματιά του σεξισμού περιέχει τον ισχυρισμό ότι μόνον αυτή βλέπει λ.χ. ότι οι γυναίκες είναι κοκέτες, ότι αργούν να ετοιμαστούν ή ότι είναι έτοιμες να σφαχτούν μεταξύ τους (π.χ. να τσακωθούν για άντρες) όντας ικανές μόνο για επιφανειακές λυκοφιλίες μεταξύ τους.

Αυτό ισχύει: όντως η σεξιστική ματιά διακρίνει πάνω στον γυναικείο «χαρακτήρα» πτυχές του που μέσα από κάποια άλλη ερμηνευτική ματιά είναι δυσδιάκριτες ή αόρατες.

Δεν πρόκειται όμως για κάποιες πτυχές της γυναικείας φύσης, παρά για συνέπειες του σεξισμού, της πατριαρχίας, της κουλτούρας του βιασμού: οι γυναίκες θα έπρεπε να ανταγωνίζονται μεταξυ τους για έναν ξεροκόμματο άντρα. Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενες προφητείες στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δεν πρόκειται για μονομερή έμφαση σε κάτι (π.χ. κοκεταρία και φιλαρέσκεια) που χαρακτηρίζει πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου.

Άρα η ματιά του σεξισμού βλέπει πάνω στις γυναίκες αντανακλάσεις του εαυτού του.

Ρεμβασμός

Αυτές τις μέρες της αποκάρωσης σκέφτομαι τις συγκεκριμένες χαρές που κάθε γυναίκα μού χάρισε. Πόσο υπέροχο είναι να σιγά η γλώσσα και να αφήνεσαι στον χαρακτήρα της άλλης, στο πώς πράγματι αισθάνεται στο ποια αληθινά είναι. Να μη χρειάζεται να σου περιγράψει ποια είναι ή να σου μιλήσει για τον εαυτό της ή να σου διηγηθεί καθοριστικά γεγονότα της ζωής της. Πόσο ευφρόσυνο αυτή που είναι να γίνεται φανερό και ταυτόχρονα ηδονή, η μόνη ηδονή περιωπής σε έναν κόσμο που καμώνεται πως μπορείς την υποκαταστήσεις με διαλογισμό, αριστεία, ακτιβισμό, παραγωγικότητα ή — τρισχειρότερα — εξουσία. Χιλιοειπωμένο, αλλά αυτό το έγνω στη μετάφραση τον Εβδομήκοντα, η ιδέα ότι το σεξ είναι γνώση του άλλου, είναι από τα ομορφότερα δώρα της ιουδαϊκής θεολογίας στην ανθρωπότητα. Ο έρωτας των άκρως αισθητών είναι όντως γνώση και φανέρωμα, και ας μην ξέρουμε συνήθως να την ερμηνεύσουμε ή, συνηθέστερα, να τη διαχειριστούμε αυτή τη γνώση.

Ποια είναι η άλλη με την οποία γαμιέσαι φανερώνεται αβίαστα και σχεδόν ολοκληρωτικά, άλλωστε είμαστε οι κρυφές ουλές και το αποτύπωμα της ζωής όσο είμαστε και η όψη της ομορφιάς ή τα παιχνίδια που παίζουμε. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στον οίνο, αλλά στη βίνευση. Δεν διατυπώνεται βεβαίως η αλήθεια αυτή μέσω τεχνικών και προτιμήσεων, ούτε υπάρχουν λεξικά και τσελεμεντέδες τύπου «αν ζητάει αυτό τότε είναι τέτοια· αν λέει αυτά άρα είναι έτσι· αν κάνει το άλλο τότε είναι δείνα”. Δεν είναι κείμενο η λαγνουργία, να ψάχνεις να βρεις σημεία και γραμματικές, είναι γεγονός: το κατεξοχήν γεγονός. Η αλήθεια του γεγονότος θα εκφραστεί υπόρρητα, επεξεργασμένη όχι από τη γλώσσα αλλά από κάτι μου μπορούμε να πούμε “διαίσθηση”. Είναι δύσκολη η διαπίστωση ότι φανερωνόμαστε όταν γαμιόμαστε κι αυτός είναι ένας λόγος που συνήθως γαμιόμαστε κρυφά.

Εννοείται ότι από εκεί και πέρα προσπαθούμε να οριοθετήσουμε την ιμερική μας συμπεριφορά ως κάτι ξεχωριστό από την υπόλοιπη ζωή, από την υπόλοιπη συμπεριφορά, από τον υπόλοιπο χαράκτηρά μας, επιδιώκουμε να περιχαρακώσουμε την ερωτοπραξία ως κάτι που “απλώς” αφορά τη φυσιολογία και τις όποιες ανατομικές ιδιαιτερότητές μας με ολίγη από ψυχανάλυση της πλάκας και να το αφήσουμε εκεί. Κι όμως, στο γαμήσι (και στο καυλάντισμα μετά τις πρώτες 5-10 ερωτοπραξίες) είμαστε ελεύθεροι και ο εαυτός μας ή είμαστε τραγικοί, τραγικοί ακριβώς επειδή δεν μπορούμε ή δεν αφηνόμαστε να είμαστε ο όποιος εαυτός μας.

Η γνώση που έρχεται μέσα από τους καταγλωττισμούς, τους μηκυθμούς, τις λαβές, τους ιδρώτες, τους μορφασμούς και τα χαμόγελα, τις στοναχές, την αθλητική προσπάθεια και τα χύσια δεν είναι ούτε ευτελής, ούτε καν απλή: ήδη είπα ότι δεν ερμηνεύεται και δεν κουμαντάρεται εύκολα. Βεβαίως, όπως κάθε γνώση, δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα ευχάριστη. Δεν υπονοώ ότι θα κάτσουμε να διαβάσουμε την άλλη για να βρούμε “θέματα” ή “προβλήματα”, ούτε ότι θα κάνουμε τη λίστα μας για να την κράξουμε μετά τον χωρισμό για το πόσο τσουλάρα είναι. Με τίποτα τέτοιες αηδίες. Λέω κάτι πολύ απλό, όπως παραπάνω: μέσα από το σεξ, με σχετική βεβαιότητα μετά τις πρώτες 5-10 επαναλήψεις αλλά και νωρίτερα, πράγματι γυμνώνεται η άλλη μπροστά σου, και δεν μιλάω καν για σωψυχίδια και τέτοια αλλά για τη δυνατότητα θέασης κι ενατένισης της άλλης.

Ένα παράδειγμα: μιλούν με λεπτομέρειες όσοι ξέρουν, εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια εμπειρία, για την τρομακτική εμπειρία να το κάνεις με ρηχό άνθρωπο — δεν λέω “απλοϊκό”, λέω “ρηχό», που είναι περιγραφή χαρακτήρα επιμολυσμένου με δόλο και με ναρκισσισμό. Ό,τι κι αν λέει, όποιες κι αν είναι οι προϊμερικές και οι μετοργασμικές μανιέρες του ανθρώπου, στο γαμήσι βγαίνουν πάρα πολλά — για να το πω απλά.

Βόσπορος

Ο Βόσπορος είναι δυστυχώς κοινοτοπία. Χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία, λέει. Ανεβαίνεις στο βαποράκι που κάνει τη διαδρομή τη ζιγκ ζαγκ και σου λένε, τώρα πιάνεις Ασία, τώρα Ευρώπη, τώρα Ασία, τώρα Ευρώπη. Σίγουρα αυτή η ιδέα είναι τουρκομπαρόκ εμπνεύσεως, αφού Ευρώπη δεν νοείται χωρίς ολόκληρη την Πόλη μέσα. Και εν πάση περιπτώσει, ο Βόσπορος βρίσκεται στη μέση της Πόλης· στην πραγματικότητα είναι ο ποταμός της Πόλης με τον τρόπο που θα αντιγράψει αιώνες μετά το Ηστ Ρίβερ στη Νέα Υόρκη, αφού χωρίζει την σωστή όχθη από την άλλη όχθη: χωρίζει το κάπου από το κάπου αλλού. Άλλωστε όπως κάθε ποτάμι που σέβεται τον εαυτό του, τον χειμώνα κατεβάζει παγωμένους υγρούς ανέμους που κάνουν τον Βαρδάρη να μοιάζει απόγεια αύρα.

Ο Βόσπορος είναι και πέρασμα με πολλή κίνηση, είναι και διάσπαρτος με αγκυροβολημένα γκαζάδικα και φορτηγά — άρα κι αχανές λιμάνι. Έχει και ψάρια και θαλασσινά που οι Σταμπουλιώτες καταναλώνουν πρόθυμα και μάλλον με άγνοια κινδύνου. Από κάτω του περνάει και τραίνο, εκεί όπου συναντάει την Προποντίδα, ενώ βεβαίως πάνω στην επιφάνειά του κυκλοφορούν αστικές συγκοινωνίες: βαπορέτα. Κάθε τι στον Βόσπορο διακηρύσσει ότι πρόκειται όχι για ραφή κρανίου κι ασυνέχεια, παρά για το ποτάμι στο κέντρο του κόσμου (γιατί τι είναι ο κόσμος παρά πόλη). Κάποιοι λίγο πιο αλαφροΐσκιωτοι θα ισχυριζόντουσαν ότι ο Βοσπορος ίσως είναι ένα από τα χαμένα ποτάμια της Εδέμ, με παραπόταμο των Κεράτιο και την ίδια την Εδέμ στη συμβολή τους.

Waterloo Bridge

Είναι η γέφυρα που δεν θα συστήσει κανείς ταξιδιωτικός οδηγός του Λονδίνου. Υστερεί σε κάλλος κι ιστορικότητα και δεν οδηγεί και πουθενά ιδιαιτέρως συναρπαστικά. Άλλωστε όλες οι γέφυρες είναι διανύσματα με διεύθυνση και φορά: οδηγούν από κάπου κάπου άλλου και σχεδόν ποτέ δεν οδηγούν από κάπου άλλου προς κάπου. Στο Λονδίνο οι γέφυρες του Τάμεση οδηγούν από Βορρά προς Νότο, εκτός ίσως από την πεζογέφυρα που συνδέει Άγιο Παύλο και Τέιτ. Η Waterloo Bridge, εις ανάμνηση του Βατερλώ, συνώνυμου στην Αγγλία νίκης περίλαμπρης, συνδέει το Aldwych με τον σταθμό του Waterloo, του Βατερλώ, από τον οποίο έφευγαν τα τραίνα για τη Γαλλία, στην οποία Βατερλώ σημαίνει Βατερλώ.

Οι γέφυρες εκτός από διανύσματα είναι και κουπαστές ακίνητων πλοίων. Πας στη μέση της γέφυρας και στέκεσαι εκεί για να ατενίσεις το ποτάμι ή τα στενά από κάτω και το τοπίο προς τον ορίζοντα. Αλίμονο στις γέφυρες που δεν περπατιούνται, κρίμα οι γέφυρες πάνω στις οποίες δεν μπορείς να σταθείς και να ακουμπήσεις στο βάθος τη ματιά σου. Από αυτή την άποψη η γέφυρα του Waterloo είναι αξεπέραστη.

Από τη δεξιά της πλευρά (είπαμε: οι γέφυρες στον Τάμεση πάνε από Βορρά προς Νότο) όλο το τουριστικό πανηγυράκι του Λονδίνου: το Κοινοβούλιο με το ρολόι, ο Μύλος κ.ο.κ. Ιδανικό σημείο για φωτογραφίες με καλό τηλεφακό ή πανοραμικές. Πηγαίνεις μετά από την άλλη πλευρά, την αριστερή. Καθώς κατεβαίνουν τα παγερά ρεύματα που τραβάει ο Τάμεσης από τη Βόρεια Θάλασσα νιώθεις να ξυπνάς σε μια εγρήγορση κι ευδία πιο εναργή από όσο θα ήθελες. Αντικρύζεις, ιδίως τη νύχτα σαν φώτα στο βάθος, το χωριό του Blade Runner, τους πύργους του Σίτυ και των Ντοκλαντς να περιστοιχίζουν τον Άγιο Παύλο όπως οι μπάτσοι διαδηλώτρια. Κοιτάς για λίγο κάτω και βλέπεις τη λασπούρα του Τάμεση να σπεύδει προς τη. θάλασσα. Και κάθε φορά συνειδητοποιείς κάτι, κάτι διαφορετικό κάθε φορά.

Η γέφυρα του Waterloo μπορεί να γίνει τόπος καρποσταλικών αναμνήσεων ή σημείο φωτισμού, του φωτισμού που προσφέρει ο κρύος υγρός άνεμος κι ένα μαγευτικό αλλά απάνθρωπο τοπίο.

Τα στενά της Σαλαμίνας

Η Σαλαμίνα είναι πιθανότατα ο Άδης των μικρομεσαίων, εκεί που παν οι φιλήσυχοι άνθρωποι όταν πεθάνουν. Έχει τα πάντα η Σαλαμίνα και τίποτα δεν της λείπει: έχει αγορά κι έχει και ωραία μεγάλα σπίτια διώροφα· οι παραλίες της αρκούν για να δικαιολογήσουνε το παρατσούκλι “Σαλαμύκονος” και σίγουρα θα είναι παραπάνω από ικανοποιητικές για πεθαμένους λουόμενους. Είναι νησί και δεν είναι μακριά, είναι μια νήσος μικρομεσαίων μακάρων που θα χαρίσει μεταθανάτια τρυφή σε κάθε άνθρωπο που μάταια ονειρεύτηκε το χρήμα και ζωήν αιώνιο μέσα σε εξοχικό.

Στην πραγματικότητα, αν σπουδάσει κανείς προσεκτικά το Πέραμα θα συνειδητοποιήσει ότι είναι μια από τις άκρες του κόσμου. Είναι διαποτισμένο το τοπίο από την αίσθηση του ορίου, της άκρης, του τέλους. Στο Πέραμα δεν μπορεί παρά να τελειώνει ο κόσμος, και μάλιστα όχι με πάταγο παρά με στεναγμό. Τα στενά της Σαλαμίνας συνιστούν τον ουδό του Άδη, κι όχι μόνο για να τους ναύτες του Περσικού στόλου.

Για να διαβείς τα στενά της Σαλαμίνας πληρώνεις ένα κέρμα στον βαρκάρη. Το πορθμείο είναι σιωπηλό και το μπαρ του πάντα κλειστό — τι ανάγκη έχουν από φραπέδες καραβίσιους οι πεθαμένοι; Κοιτάζεις πίσω και σιγουρεύεσαι ότι το Πέραμα ήταν η άκρη του κόσμου. Προσεγγίζοντας τη Σαλαμίνα βλέπεις στις ακτές της ένα λοιμοκαθαρτήριο ή σανατόριο — εγκαταλελειμμένο βεβαίως, αφού στον Άδη είναι η κατάπαυση των νοσημάτων. Πλησιάζεις τα Παλούκια και επιβεβαιώνονται οι υποψίες σου: εδώ είναι ένα μακάριο κατοικητήριο πεθαμένων. Εδώ είναι επιτέλους η ήσυχη ζωή. Κατεβαίνεις και βρίσκεις τη δική σου θέση στας αιωνίους μονάς, κάποιες από τις οποίες τίμησαν και οι βασιλείς των Ελλήνων, αφού πάρεις τυρόπιτα από έναν από τους πολλούς καλούς φούρνους.