Μικρές εκβαρβαρώσεις

Φωτογραφία του Andrea Galåd

Για να κατανοήσει κανείς πόσο έχει ευτελιστεί ο δημόσιος λόγος, πόσο έχουμε ξεπέσει σε δίπολα και απλουστεύσεις, ας αναλογιστεί τον περίφημο διαχωρισμό καλλιτέχνη και έργου.

Τη δεκαετία του’ 80, ναούμ, ο κατηχητής (όχι καμμιά θεολογάρα του σταρσύστεμ) μάς έλεγε στου Γκύζη (όχι σε καμμιά προχώ ενορία πλακιώτικη ή χαλανδριώτικη) ότι μπορεί ο παπάς να είναι παλιάνθρωπος και για την Κόλαση, αλλά όταν λειτουργεί βρίσκεται πάνω από τους αγγέλους, γιατί ούτε οι άγγελοι δεν είναι άξιοι να προσφέρουν την ευχαριστιακή θυσία κτλ.

Θα μου πείτε «ναι, οκέι: χριστιανικά είναι αυτά». Σίγουρα, αλλά πού βρίσκονται τώρα αυτά τα «χριστιανικά»; Γιατί τα χριστιανικά που συνήθως ακούμε πια είναι φουλ σεραφειμικά (δεξιές μπίζνες) ή αμβροσιανά (ακροδεξιοί Βαπτιστές του Νότου και βάλε)· εντάξει, υπάρχουν και κάτι αριστεροί της ποίησης, αλλά αυτοί είναι με τον αλαφροΐσκιωτο Χριστούλη.

Η χρήση των βασάνων και το εργαλείο της αυτομεμψίας

Codex Serafinianus

Παραδοσιακά οι Ελληνίδες από μια ηλικία και πάνω έπρεπε σχεδόν υποχρεωτικά να επιδίδονται σε έκθεση των βασάνων τους. Η έκθεση αυτή πολλές φορές έπαιρνε και χαρακτήρα συναγωνισμού. Στην πραγματικότητα, οι γυναίκες που έφταναν στη μέση ηλικία εξασφάλιζαν επιτέλους το δικαίωμα να θεωρούνται άξιες λόγου αλλά και άξιες να μιλάνε, δικαίωμα που κατοχύρωναν μιλώντας για τα βάσανά τους.

Τα βάσανα αυτά κάποτε είχαν να κάνουν με τον άντρα τους, αλλά χωρίς να εκθέτουν το στεφάνι τους, απλώς με όρους «άντρες, τι να πεις» ή «τέτοιοι είναι»· άλλοτε αφορούσαν τα παιδιά τους τα ανεπρόκοπα, τα άμυαλα και (αν έπρεπε να ανέβουν λέβελ στον αγώνα βασάνων με τις άλλες γυναίκες) τα αχάριστα. Τυχόν αρρώστιες ή τραβήγματα με γιατρούς χάριζαν ξεκάθαρο προβάδισμα στον διαγωνισμό βασάνων.

Πάντως επ’ ουδενί δεν γινόταν να απαντάς με «δόξα τω Θεώ, καλά είμαστε» στην ερώτηση «πώς περνάς;». Δεν θα ήταν απάντηση σοβαρής γυναίκας αυτή αφού οι γυναίκες επικύρωναν την αξία τους μέσα από τα βάσανά τους. Και, για να το θέσω κάπως ωμά, η πατριαρχία έδινε πολλές ευκαιρίες στις γυναίκες για βάσανα, ενώ από μια ηλικία και μετά, την ηλικία που έπαυαν να είναι επιθυμητές και καταντούσαν οι κότες που έχουν το ζουμί, τους έδινε και τη δυνατότητα και να μιλάνε για αυτά τα βάσανα.

Η χρήση αυτή των βασάνων καλλιέργησε μια πολύ συγκεκριμένη διάθεση και στάση σε γενιές Ελληνίδων αλλά και σε γενιές Ελλήνων που δεν ακολουθούσαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο τον μάτσο δρόμο του βουβού ακρωτηριασμού του συναισθήματος. Μιλάμε για μια διάθεση και στάση σύμφωνα με τις οποίες τα βάσανα αναπληρώνουν τις ελλιπείς αρετές όσων τα τραβάνε, όταν τάχα δεν δικαιολογούν τους περιορισμούς που έτσι κι αλλιώς υφίστανται όσες και όσοι τα τραβάνε.

Το βάσανο ως ελαφρυντικό αλλά και ως ενός είδους κύρος συνδέεται με την εργαλειακή αυτομεμψία μεγάλης μερίδας νέων ανθρώπων που ενθουσιάζονται με μυστικούς, νηπτικούς και διορατικούς χαρακτήρες κάθε είδους. Αυτή η σύνδεση έχει μια ενδιαφέρουσα γενεαλογία. Οι ίδιες γυναίκες που λέγαμε, αυτές που επιδίδονταν σε άτυπους διαγωνισμούς βασάνων μεταξύ τους, ήταν ταυτόχρονα εκείνες οι οποίες πήγαιναν να εξομολογηθούν στον πάτερ πριν τις μεγάλες εορτές αλλά αντί να μετανοούν για τις όποιες αμαρτίες τους κατέληγαν να του απαριθμούν τα βάσανά τους.

Ο ποπ υπαρξισμός που κατέλαβε την Ελλάδα τη δεκαετία του ’60 ανέλαβε την απαρίθμηση των βασάνων και τους διαγωνισμούς βασανολογίας και τη μετέτρεψε σε διαγωνισμούς αυτομεμψίας και νευρωτικής αυτοκριτικής: όχι μόνο τα βάσανά μου είναι περισσότερα από τα δικά σου αλλά επιπλέον εγώ ευθύνομαι για αυτά.

Βεβαίως, το να μιλάς για τα βάσανά σου έχει χαρακτήρα περιαυτολογίας: στο κάτω κάτω τοποθετείς τον εαυτό σου στο κέντρο του κόσμου και ασχολείσαι μαζί του, βάζοντας και τους άλλους να συνδράμουν σε αυτή τη δραστηριότητα. Θα αναρωτηθεί λοιπόν κανείς αν η αυτομεμψία είναι καθαρά μαζοχιστική.

Η απάντηση είναι όχι: ακόμα μιλάς για τα βάσανά σου, τα οποία εσύ ο ίδιος προκαλείς στον εαυτό σου· συνεπώς ο εαυτός σου παραμένει στο κέντρο του κόσμου και συνεχίζεις να ασχολείσαι μαζί του, μόνο που τώρα δεν τον ταλανίζουν τυχαία βάσανα, παρά βάσανα που εσύ ο ίδιος επέφερες στον εαυτό σου. Αν μη τι άλλο η θέση σου στο κέντρο του κόσμου ενισχύεται: δεν είσαι πια μόνον ο δέκτης βασάνων αλλά και το ποιητικό τους αίτιο.

Αυτή η εργαλειακή αυτομεμψία, μια κίβδηλη μετάνοια, είναι πια πολύτιμο εργαλείο στα χέρια όσων θέλουν να συνεχίσουν να κάνουν ό,τι κάνουν και να φέρονται όπως φέρονται χωρίς να γίνονται υπόλογοι: αν φταις για όλα εσύ κι αν είσαι σκάρτος και αδύναμος, τελικά δεν φταις για τίποτα. Αν είσαι εσύ ο φταίχτης για όσα σου συμβαίνουν, τότε η συμπεριφορά σου είναι η πηγή και των δικών σου βασάνων, άρα είσαι κι εσύ θύμα τελικά.

2021

Μπαίνοντας στο 2021 ήμουν περιτριγυρισμένος από μια μικρή ομάδα φίλων. Για κάποιους από αυτούς το «φίλος» ήταν μια τιμητική διάκριση που είχαν κερδίσει με την παρουσία τους στη ζωή μου επί χρόνια ή και δεκαετίες, στην περίπτωση άλλων το «φίλος» ήταν τίτλος που ήθελαν να τους αποδίδω.

Το σύστημα αυτό με το μικρό κι ευέλικτο σχήμα φίλων λειτουργούσε κάπως έτσι για πάνω από 35 χρόνια. Λίγοι φίλοι και καλοί, στενοί φίλοι κι έμπιστοι αλλά όχι απαραίτητα σε τακτική επικοινωνία. Όταν λέμε «έμπιστοι», εννοούμε δεν φαντάζεστε. Άλλωστε, όπως λένε κι οι νεότεροι στο τάμπλερ, «υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να κάνεις μήνες ή χρόνια να τους δεις, αλλά άμα βρεθείτε είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα».

Το 2021 ήταν λοιπόν η χρονιά που το σύστημα κατέρρευσε θεαματικά, παραχωρώντας μου ποιητική άδεια σχετικά με το κατά πόσο όσα διαδραματίζονται εντός ενός εσωστρεφούς ανθρώπου μπορούν να είναι «θεαματικά».

Πώς και γιατί; Ας ξεκινήσω με αυτά που έγραφα πέρσι το καλοκαίρι:

Κάποιοι διαλέγουν τους φίλους τους και αναθεωρούν τους καταλόγους των φίλων τους με βάση τις κατ’ αυτούς αρετές τους. Μόνον οι ενάρετοι μπορούν να συμμετέχουν στις βίβλους της ζωής. Γι’ αυτούς το φίλος είναι αξιολογική κρίση και μόνο.

Κάποιοι θα στηρίξουν τους φίλους τους ό,τι κι αν κάνουν, όποιοι κι αν είναι ― περίπου όπως οι πατριώτες την πατρίδα. Γι’ αυτούς το φίλος είναι κυρίως μεταφυσική κατηγορία.

Κάποιοι δεν ξέρουμε και το ψάχνουμε και θα το ψάχνουμε. Σαφώς και πάντοτε φιλτέρα η αλήθεια, αλλά ο φίλος θα παραμείνει φίλος. Αν όμως το ζήτημα δεν είναι μόνον η αλήθεια κι ο φίλος προκύψει καθήκι ή (χειρότερα) και ψεύτης και καθήκι, ε εκεί στου πηγαδιού τον πάτο του Δάντη· και ζωή σ’ εμάς.

Τα γεγονότα καθαυτά δεν έχουν ενδιαφέρον πέραν του κουτσομπολίστικου: αποκαλύφθηκε πως ένας με είχε φλομώσει στο ψέμα σχετικά με το ποιόν του εκθέτοντάς με σε καλοθελητές και υπερπρόθυμους τιμητές των ΜΚΔ· ένας άλλος με αφορμή το περιστατικό αυτό αποφάσισε να με κρεμάσει στεγνά στα μανταλάκια για δικούς του μάλλον προφανείς λόγους (αν και μου επιτρέπεται να κάνω υποθέσεις)· ένας τρίτος αποφάσισε για πολλοστή φορά ότι μπορεί να με βρίζει χωρίς συνέπειες (όπως δηλαδή έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του) και χωρίς καν μια συγγνώμη, μάλιστα χοντραίνοντάς το αργότερα· ένας τέταρτος αποφάσισε να μου κουνήσει δάχτυλο για πολλοστή φορά μέσα σε τριάντα χρόνια δημοσία (διότι τα ίνμποξ είναι μόνο για καυλάντα με γκόμενες, n’est-ce pas?)· ο τελευταίος μού σύστησε να κάνω ψυχοθεραπεία (δύο χρόνια αφού την ξεκίνησα), ενδεχομένως βιώνοντας τις κατακλυσμικές επιπτώσεις στον βίο και στην προσωπικότητά του της αποτυχίας του να σταθεί ο ίδιος μέσα σε μια τέτοια διαδικασία.

Κάποιοι άλλοι λιγότερο κοντινοί μαλακίστηκαν, όμως κάτι τέτοια είναι business as usual.

Αυτές οι πέντε περιπτώσεις μαζεμένες με έβαλαν σε σκέψεις. Δεν είμαι συγκρουσιακός με τους κοντινούς μου ανθρώπους, ίσα ίσα· γενικά δεν είμαι συνηθισμένος σε επικές αντεγκλήσεις, ούτε ξέρω από μελοδραματικές επιλύσεις δακρύβρεχτων συγκρούσεων. Με αρρωσταίνουν οι καβγάδες. Ζούσα για χρόνια στη φρεναπάτη ότι όλα λύνονται με κουβέντα αφού όλοι είμαστε καλόπιστοι κατά βάθος. Μαλάκας ήμουν, που δεν μπορούσα ενσυναισθητικά να πιάσω το βάθος του τραύματος ή της μαλακίας ή και της κακότητας κάποιων ανθρώπων ― εγώ, που ποτέ δεν ήμουν οπαδός της καλοσύνης και των αποστρογγυλέμενων συμπεριφορών.

Στην αρχή λοιπόν σκεφτόμουν ότι ήμουν τυχερός που αυτό το απίστευτο κάζο μού συνέβη αφού είχα ξεκινήσει ψυχοθεραπεία, δεδομένου ότι αν είχε συμβεί πιο πριν θα είχα καταλήξει στο ακράδαντο συμπέρασμα πως πέντε απώλειες μέσα σε τέσσερις μήνες είναι έργο ξέρω γω του θηριώδους εγωισμού μου ή κάποιας βαθειάς συναισθηματικής αναπηρίας μου.

Μετά σκέφτηκα ότι κατάφερα να ξεκόψω αυτούς τους πέντε ανθρώπους ακριβώς επειδή πλέον έκανα ψυχοθεραπεία κι ήμουνα σε θέση να δω τους χειρισμούς τους: άλλος εκμεταλλευόμενος τη νευρωσική μου ανάγκη να φταίω πάντα εγώ, άλλος πλασάροντας τον εαυτό του ως εκείνον που θέλει να στηριχτεί πάνω μου, άλλος προσπαθώντας να μου υπενθυμίζει πόσο μπροστά είναι κ.ο.κ.

Από την άλλη, σε κανένα από αυτά τα πέντε χι που έριξα ― κάποια ανυπολόγιστα πιο επώδυνα από άλλα ― δεν αισθάνομαι ότι π.χ. «έκοψα γέφυρες» και τα τοιαύτα. Για μένα είναι σαφές ότι όποιος θέλει να μου μιλήσει αναγνωρίζοντας ότι ούτε καρδινάλιος, ούτε πνευματικός, αλλά ούτε παραγιός υπήρξα ποτέ (και δεν σκοπεύω να γίνω) θα βρει την πόρτα ανοιχτή.

Το ερώτημα βεβαίως είναι αν βρίσκεται κανείς τους σε θέση να αντιληφθεί τι (του) συμβαίνει. Αυτό το ερώτημα ακριβώς, δηλαδή «τι (μου) συμβαίνει», με οδήγησε να πηγαίνω να τα σκάω στην ψι αντί να τρώω σε τζιν και καμπαρέ και μεταξωτές γραβάτες (ναι είναι σκάνδαλο πόσο περιορισμένη είναι η πρόσβαση στη φροντίδα της ψυχικής υγείας).

Για να μη μακρηγορώ άλλο, ναι, γαμήσι το 2021 αλλά τελικά και με την καλή έννοια.

Ξεπαρθενώπες

Παιδιές

Το ταινιάκι Ξεπαρθενών το στήσαν κάτι κουίρ παιδιά για την πλάκα τους και για την καύλα τους και για να προκαλέσουν κάτι κοσμικές θεούσες και φω αστές παρθενώπες που ηγεμονεύουν στον σβέρκο μας και στο τέτοιο μας. Το ταινιάκι καθαυτό αφορά μόνον αυτούς στους οποίους απευθύνεται, αν και φαίνεται πως επίσης ενθουσίασε και διάφορους εντελώς παλαιοημερολογίτες κυρίους του γκέι δόγματος.

Η επίμαχη σκηνή διαδραματίζεται στη γωνίτσα του Ερεχθείου στα όρθια ενώ οι εραστές είναι περικυκλωμένοι από φίλες και φίλους, όπως στις παραλίες κάτι κυρίες βάζανε τις κόρες και τις κουνιάδες τους να τους κρατούν πετσέτες θαλάσσης εν είδει μπερντέ ολόγυρά τους για να αλλάξουν.

Αυτός ο κλοιός προστασίας γύρω από αυτό που επί τόπου θα σοκάρει αλλά αργότερα θα γίνει αφορμή για μεγάλες κουβέντες μού θύμισε μια ιστορία που έζησε μια συνάδερφος ισραηλινή, η οποία δυστυχώς πέθανε πρόσφατα.

Η συγκεκριμένη συνάδερφος (όπως και οι περισσότεροι ισραηλινοί στο σινάφι μου) ήταν κατά της κατοχής και κατά του απαρτχάιντ· ήταν επίσης σπουδαία συμπαραστάτρια στους αγώνες των Παλαιστινίων. Ας την πούμε Αβίβα.

Η Αβίβα ήθελε πολύ να πάει στον τάφο του Αβραάμ στη Χεβρώνα. Η πρόσβαση σε μεγάλο μέρος του προσκυνήματος απαγορεύεται στους Εβραίους, οπότε 6-7 Παλαιστίνιοι φίλοι και φίλες της Αβίβας την έντυσαν θεούσα μουσουλμάνα κατά το παλαιστινιακό έθος (χωρίς υπερβολές δηλαδή), την περιτριγύρισαν και της είπαν ότι θα έμπαιναν όλοι μαζί μπουλούκι στα κενοτάφια όπου δεν επιτρέπονται Εβραίοι.

Έφτιαξαν γύρω της έναν κλοιό, με άλλα λόγια. Της είπαν να περπατάει λίγο σκυφτή και με σέβας, όπως και οι Παλαιστίνιες μαζί της τέλος πάντων: στάνταρ οδηγίες προς προσκυνήτριες ανεξαρτήτως δόγματος.

Στο σημείο ελέγχου καθόταν ένας φύλακας του βακουφιού πάνω σε μια καρέκλα διαιτητή του τένις, από αυτούς με το φέσι και το μαύρο γυαλί αόμματος Φωτόπουλος. Χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι είπε:

«Εσείς προχωρήστε, η Εβραία κυρία που έχετε βάλει ανάμεσά σας να πάει πίσω.»

Έτσι γίνονται οι δουλίτσες, κυρία Μενδώνη μας: με βεδουίνους. Έτσι προστατεύονται τα προσκυνήματά μας από τους πούστηδοι, τα κουίρια και τους πανξ: αποτελεσματικά και βακούφικα.

Wishful thinking

Ακόμα και μη ειδικοί γιατροί μού έλεγαν στην αρχή της πανδημίας ότι «αυτό» θα κρατήσει το λιγότερο δύο χρόνια, αν είμαστε τυχεροί και υπάρξουν εμβόλια.

Δύο χρόνια δεν είναι λίγα.

Παρόλ’ αυτά εξαρχής η κυβέρνηση παρουσίαζε κάθε τρεις και λίγο μια εικόνα ότι η πανδημία έληξε. Είτε αξιωματικώς (για να ανοίξει ο τουρισμός) είτε με αφορμή τα εμβόλια.

Παράλληλα τα κανάλια, που ζουν από διαφημίσεις τις οποίες βλέπουν όσοι από το ’89 καταναλώνουν τα τρομολαγνικά τους δελτία, φρόντιζαν να κοψοχολιάσουν τους πάντες σχετικά με το Άστρα Ζένεκα και, κατ’ επέκταση, με όλα τα εμβόλια.

Γιατί όμως η κυβέρνηση παρουσίαζε μια εικόνα σύμφωνα με την οποία «όπου να ‘ναι τελειώνουμε» αν όχι «τελειώσαμε»; Γιατί τόσο έντονο wishful thinking; Γιατί τόσα ασυνάρτητα μέτρα εγκλεισμού και επιτήρησης;

Γιατί βεβαίως δεν ήθελε επ’ ουδενί να στηρίξει το ΕΣΥ μεσοπρόθεσμα, πολλώ μάλλον μακροπρόθεσμα.Βασικός άξονας της πολιτικής της ΝΔ είναι η εκχώρηση (είτε με ΣΔΙΤ είτε άμεσα) των υπηρεσιών υγείας σε μεγάλους (πολύ μεγάλους) παρόχους, τα έχει πει ο Talos / Τάλως. Αν στο μεταξύ έσκασε και μια πανδημία, τόσο το χειρότερο για όσους χρειάζονται τις υπηρεσίες του ΕΣΥ.

Σε έναν κόσμο στον οποίο η οικονομία θα παραπαίει κάθε τόσο και στον οποίο η κατανάλωση είτε θα περιορίζεται είτε θα δαιμονοποιείται, η υγεία, η ενέργεια και το νερό είναι άριστες επενδύσεις: αποτελούν δηλαδή ιδανικές πηγές εκμετάλλευσης από το μεγάλο κεφάλαιο (το μικρό πεθαίνει). Όπερ έδει δείξαι.

Το πλασάρισμα των εμβολίων ως οριστικής λύσης είχε λοιπόν αυτή τη λειτουργία: «τι να κάνετε τους γιατρούς και τις ΜΕΘ και όοοολα αυτά αφού θα σας θωρακίσουν τα εμβόλια;»

Δεδομένου ότι η χολέρα του αντιεμβολιασμού, ένας από τους σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων, προϋπάρχει της πανδημίας, όχι, τα πράγματα δεν θα πήγαιναν καλά.

Επιπλέον τα πράγματα δεν θα πήγαιναν καλά σε μια κοινωνία η οποία εδώ και 200 χρόνια δυσπιστεί απέναντι στο κράτος και η οποία εδώ και τριαντατόσα χρόνια βρίσκεται στα νύχια καναλαρχών (δελτία Σταρ, Σκάι κτλ.), τσαρλατάνων (όπως λιακοπουλέοι και γεωργιάδηδες, βελόπουλοι και ψευδοπροφήτες) και σκοταδιστών φασιστικών αποχρώσεων και μη.

Η κυβέρνηση μπορεί και να το ήξερε αυτό (κάνει δημοσκοπήσεις), μπορεί και τα στελέχη της, παγιδευμένα σε έναν κόσμο όπου Αθήνα είναι το Κολωνάκι και μεσαία τάξη οι κάτοικοι Πολιτείας-Κεφαλαρίου-Εκάλης, να μην πήραν πρέφα. Σημασία έχει ότι δεν ήθελαν να στηρίξουν τη δημόσια υγεία κι ότι διαθέτουν το ιδεολογικό εργαλείο της ατομικής ευθύνης που τελειοποιήθηκε ιδανικά επί Μνημονιοκρατίας ώστε να φταιν μόνον οι πολίτες για το θανατικό.

Καλά δεν θα πήγαινε αυτό. Πεθαίνει πολύς κόσμος και θα πεθάνει κι άλλος.

Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα

Η Θάνατος του Γκάιμαν

Έχει ξαναγίνει της μόδας η κουβέντα για το πόσο συμφιλιωμένη με τον θάνατο είναι η λεγόμενη καθ’ ημάς Ανατολή, μια τερπνή φαντασιακή κατηγορία που καθρεφτίζει οριενταλιστικές φαντασιώσεις, στην οποία ωστόσο θα πρέπει να περιλαμβάνεται η στερεοτυπική εικόνα που εμείς οι κατά βάθος Δυτικοί της καθ’ ημάς αυτής Ανατολής έχουμε για τους Ινδούς. Όλα αυτά σε αντίθεση με κάποια «Δύση» που κάνει Χαλογουίν και έχει κομψά νεκροταφεία κτλ.

Τέλος πάντων, ας μπούμε στο ψητό.

Πέντε ομάδες ανθρώπων είναι συμφιλιωμένες με τον θάνατο: οι αδαείς, όσοι είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών, οι καταιγιστικά θρησκόληπτοι, οι εντελώς δυστυχισμένοι και όσοι έχουνε χορτάσει τη ζωή.

Οι αδαείς δεν φοβούνται τον θάνατο γιατί είναι αδαείς. Δεν νιώθουν τον έρωτα, δεν καταλαβαίνουν συναισθήματα και δεν υποψιάζονται πώς να δουλεύει ο κόσμος και τι να είναι ψέμα και τι συλλογική απάτη. Εννοείται ότι δεν τους απασχολεί ο θάνατος: εξ ορισμού είμαστε συμφιλιωμένοι με κάτι που δεν μας απασχολεί, όπως π.χ. εγώ με το πρωτάθλημα βόλεϊ.

Όσοι είναι υπό την επήρεια, έστω κι αλκοόλ, ω μα δεν είναι αυτοί ιδανικοί ήρωες; Δεν χρειάζεσαι τζούρες για να γίνεις ασασίνος; Δεν σε καθιστούν ατρόμητο φονιά αλλά και πρόθυμο σφάγιο τα κρυσταλάκια; Άλλοτε δεν χρειάζεται καν κάποια ψυχοτρόπος ουσία, αρκεί αυτό το φτηνό υποκατάστατο καύλας που λέγεται πολεμικό ιδεώδες. Αιματηρές αηδίες για ανθρώπους που είτε εξανδραποδίστηκαν νωρίς είτε επιθυμούν την έκσταση του αίματος αντί οργασμών και χαράς.

Οι θρησκόληπτοι; Ε αυτοί περιμένουν να τελειώσει η πρόβα να πάνε να παίξουν στη σκηνή της αιωνιότητας τη στατική και ατελεύτητη παράσταση της ένωσης με κάποιο υπερβατικό θείο, λες κι η ανθρώπινη φύση μπορεί να αντέξει οτιδήποτε έστω και δύο τάξεις μεγέθους πιο δυνατό από την ίδια ― πολλώ μάλλον ένα απόλυτο κι υπερβατικό ον και τη μέθεξη μαζί του.

Οι εντελώς δυστυχισμένοι. Εδώ σιωπώ γεμάτος θλίψη και σεβασμό: όταν η ζωή σου είναι χειρότερη από την εκμηδένιση, ιδίως όταν είναι μόνο πόνος, δεν μπορεί κανείς να σχολιάσει τίποτε.

Όσοι έχουν χορτάσει τη ζωή; Πόσοι είναι; Και στα δικά μας.

Ορθόδοξο βίωμα

Han Hoogerbrugge, από το βίντεο για το Love etc. των Pet Shop Boys

Η Ορθοδοξία είναι κάτι μεταρσιωτικό και κατανυκτικό κυρίως («κυρίως» λέω) για όσους κάνουν τουρισμό σε αυτή και για όσους τη βλέπουν απ’ έξω, αντιμετωπίζοντάς την ως φολκλόρ και όχι ως τρόπο καθημερινής ζωής.

Ως τρόπος ζωής σχετίζεται με π.χ. το γεγονός ότι η εν πολλοίς ανεμβολίαστη Λάρισα των 100.000 έχει τα μισά κρούσματα ημερησίως από την Αθήνα των 3.500.000.

Εντελώς πικρά και σε διαστροφή του μηνύματος της Ορθοδοξίας, η καθημερινή ζωή των μη θεολογούντων ορθοδόξων είναι λατρεία θανάτου.

Αυτή παρατήρηση εντάσσεται σε μια γενικότερη προβληματική, κατά την οποία η Ορθοδοξία είναι η γνήσια κι ανόθευτη εκδοχή της χριστιανικής πίστης.

Ο ορθόδοξος αυτός εξεψιοναλισμός συνίσταται σε ένα «γουάου, πόσο ανόθευτη κι αναστάσιμη και χριστοεκκλησιοκεντρική είναι η Πίστη μας σε αντίθεση με όσα πρεσβεύουν οι Δυτικοί» ενδεχομένως θα είχε μια πλακίτσα αν

α. Δεν ήταν επινοημένος από 4-5 ψιλο-οριενταλιστές δυτικούς θεολόγους (και π.χ. τον Μπερντιάγιεφ)·

β. Δεν ήταν η Ορθοδοξία τους τελευταίους 6 αιώνες κάτι μεταξύ γιουσουφακιού του μεγαλορωσισμού, παίγνιου των εθνικισμών και χρυσοποίκιλτου μανδύα του Φαναριού και του ελληνικού κράτους·

γ. Δεν είχε τόσο ιλιγγιώδη απόσταση από το καθημερινό βίωμα (cosy neorthodox keyword) των πιστών, που αναλώνεται στην ιδεολογικοποιημένη καχυποψία και στη λατρεία της ιδιοσυστασίας.

Κ και Κ

Μεγάλωσα σε μια εποχή στην οποία ο καρκίνος ήταν θανατική καταδίκη, ενώ το όνομά του ήταν άρρητο: έλεγαν τότε «η επάρατος» ή «μακρά ασθένεια». Βεβαίως έκτοτε έχουν περάσει δεκαετίες αλλά ο φόβος του καρκίνου παραμένει εντός μου, εξασθενημένος κι εκλογικευμένος μεν αλλά παραμένει: όταν δεν ξέρω τι είδους μετάλλαξη μπορεί να συμβαίνει αυτή τη στιγμή κάπου μέσα στο σώμα που είμαι εγώ, ψηλαφώ λεμφαδένες, αναρωτιέμαι αν κάποιος από τους σκατένιους HPV έχει πιάσει δουλειά ή αν το λίπωμα εκείνο είναι λίπωμα κτλ. Βεβαίως αυτή τη φοβία, που δεν χτυπάει ποτέ τυχαία ή στο άσχετο, έχει αρχίσει τελευταία να εξαχνώνεται.

Ωστόσο, πηγαίνοντας από τις φοβίες στις πραγματικότητες, μόνον εύκολη δεν είναι η παρουσία του καρκίνου. Αναλόγως του πού, πώς και γιατί εμφανίζεται αλλάζει τη ζωή σου. Στην καλύτερη περίπτωση σε αναγκάζει να αντικρύσεις τη θνητότητά σου, στη χειρότερη ― νομίζω ότι την ξέρουμε τη χειρότερη.

Αν πιάσουμε τον μέσο καρκινοπαθή (αστειότητες: δεν υπάρχει μέσος καρκινοπαθής κι αυτό είναι κάτι που δεν θέλουν ακόμα να καταλάβουν ούτε τα συστήματα υγείας ούτε η κοινή γνώμη), θα δούμε ότι στη ζωή του έρχεται και εδραιώνεται ένα δυσβάσταχτο βάρος ακόμα κι αν δεν έχουν υποστεί κάποιον χειρουργικό ακρωτηριασμό. Η ίδια τους η ύπαρξη βαραίνει και θαμπώνει ενώ ο χρόνος επιβραδύνεται αλλά όχι υπό το διαρκές παρόν της μακαριότητας. Εγκαθίστανται νέοι κύκλοι, νέες χρονικές περίοδοι: από εξετάσεις σε εξετάσεις στις καλές περιπτώσεις, από θεραπεία σε θεραπεία στις πιο δεινές. Η ζωή αποκτά βάρος, κάθε κίνηση της ψυχής γίνεται λίγο πιο δυσχερής. Μετράς χρόνια, στοιχηματίζεις πόσο έχεις ακόμα.

Σκεφτόμουν ότι σε αυτό δεν διαφέρει ο καρκίνος από την κατάθλιψη.

Πριν πάμε εκεί, όπως ο καρκίνος παλιότερα έτσι και η κατάθλιψη τώρα είναι ταμπού, κάτι που πρέπει να κρύψεις, κάτι το οποίο δεν θα σου συνέβαινε αν ξέρω γω σκεφτόσουν θετικά. Φυσικά η κατάθλιψη είναι ακόμα πιο λαχείο από τους περισσότερους καρκίνους, αλλά δεν βαριέσαι. Για τους περισσότερους από εμάς, και για τους ίδιους τους καταθλιπτικούς πολλές φορές, είτε εσύ φταις που έχεις κατάθλιψη, είτε η κατάθλιψη είναι κάτι που νικάει η θετική ενέργεια και σίγουρα αυτό το Κ είναι πηγή ενοχής.

Η κατάθλιψη κάνει την ίδια σου την ύπαρξη να βαραίνει και να θαμπώνει· και στην περίπτωση αυτή ο χρόνος επιβραδύνεται και οι ανάσες γίνονται δύσκολες. Εγκαθίστανται νέοι κύκλοι, νέες χρονικές περίοδοι φορτικές αβάσταχτες, ανούσιες: μια σπειροειδής κατάβαση προς έναν ελώδη θάνατο που σχεδόν λαχταράς. Η ζωή αποκτά βάρος, κάθε κίνηση της ψυχής γίνεται λίγο πιο δυσχερής. Επιπλέον σε συνθλίβει η ενοχή: γιατί να ζεις έτσι; δεν είναι δα ότι έχεις καρκίνο. Μια χαρά είσαι, γιατί δεν βγαίνεις έξω;

Υπάρχουνε λέει καρκίνοι για τους οποίους φταίει το γονιδίωμά σου, άλλοι για τους οποίους φταίει η ζωή που κάνεις, άλλοι που προκύπτουν από το ότι το γονιδίωμά σου δεν μπορεί να σηκώσει τη ζωή που κάνεις κι άλλοι από καθαρή κι ανόθευτη γκαντεμιά. Κάπως έτσι είναι και η κατάθλιψη.

Ο καρκίνος κατατρώει ιστούς κι όργανα και στο τέλος καταβάλλει το πνεύμα (ο πόνος είναι πανίσχυρος κι ανελέητος, η εξιδανίκευσή του είναι να ‘χαμε να λέγαμε), η βιοχημική ανισορροπία που είναι η κατάθλιψη κατατρώει απευθείας την έδρα του πνεύματος και η χρόνια κατάθλιψη θα ροκανίσει στο τέλος ό,τι κινούν τα νεύρα.

Μια μέρα θα καταλάβει ο κόσμος ότι η κατάθλιψη είναι κάτι σαν τον καρκίνο: δεν είναι μόνο μία, δεν είναι πάντα ίδια, αν την αφήσεις θα σε σκοτώσει. Προς το παρόν βεβαίως προσπαθούμε να πείσουμε τον κόσμο να εμβολιάζει τα παιδιά του για ιλαρά και για όλα τ’ άλλα.

Είδωλα

Πέταξα πάνω από την Κεντρική Ασία για δύο ώρες, πάνω από αλλεπάλληλα γυμνά κι άδεντρα βουνά, αχανείς κατάξερους τόπους και από κενά τοπία πιο στεγνά κι από την απελπισία και σκέφτηκα

Αυτός είναι ο ήλιος σας

Είδα τη θολή κι ανακατεμένη θάλασσα αξεχώριστη από τα σύννεφα να βράζει, χωρίς ορίζοντα και χωρίς έλεος, να ξερνάει ξεσκλίδια και βρωμιά και σκέφτηκα

Αυτή είναι η θάλασσά σας

Είδα παιδιά να σβήνουν στον πόνο του καρκίνου και είδα άλλα παιδιά με συγγενείς παραμορφώσεις χωρίς έλεος και χωρίς γιατρειά και σκέφτηκα

Αυτός είναι ο Θεός σας.

Διάβασα για τις θηριωδίες και την καταστολή και τις σφαγές που έφεραν ηρωικά σε πέρας ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας μας και σκέφτηκα

Αυτή είναι η Ελλάδα σας, το δεινότερο από όλα τα είδωλα.

*

Κι όλα τα παραπάνω είδωλα δεν είναι παρά θάνατος.

*

Μεγάλωσα σε μια χώρα στην οποία ξεκινάς Σαββόπουλος του ροκ και της επανάστασης και πεθαίνεις Σαββόπουλος του Θεού και του έθνους.

Μεγάλωσα σε μια χώρα στην οποία ξεκινάς Ελύτης της λαχτάρας και του ονείρου και πεθαίνεις Ελύτης της Ελλάδας και του Αντώνη Σαμαρά (που τα συγκεφαλαιώνει όλα).

Μεγάλωσα σε μια χώρα όπου ξεκινάς λεξισπάστης και λογοτόμος και καταλήγεις ήμερο γεροντάκι που πήρε ρασοευχή και χαίρεται.

Μεγάλωσα σε μια χώρα όπου ζωγραφίζεις την τρέλα και τον πόνο και την εξέγερση (του σώματος ή των κολασμένων της γης) και καταλήγεις να γεμίζεις γκαλερί με διακοσμητικές ζουγραφιές για μαικήνες.

*

Μόνο κάτι αδερφές και κάτι εκ πεποιθήσεως πουτάνες και κάτι τρελοί μπητ, πάνκηδες και παλαιοροκάδες δεν γονατίζουν μπροστά στα είδωλα και μένουν όρθιοι και παλαβοί και άγρυπνοι μέχρι το τέλος· τη γλύτωσε στο τσακ και ο Μίκης ψελλίζοντας στο ΚΚΕ «μνήσθητί μου εν τη Βασιλεία σου» πριν πεθάνει.

Κάτι πράγματα μικρά

Κοινότοπα πράγματα σκέφτομαι·

ότι είναι αναγκαίο να κάνεις αυτό που σου λέει η περδικούλα σου, όμως αυτό προϋποθέτει ότι ακούς τι σου λέει η περδικούλα σου·

ότι οι απλές ερμηνείες και οι προφανείς εξηγήσεις δεν δουλεύουν στην περίπτωση των ανθρώπων αφού οι άνθρωποι είναι μυστήριες και ακατανόητες μηχανές, ακόμα κι όταν επιλέγουν να είναι μηχανές·

ότι κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, φίλε μου, όταν επιλέγεις να του πεις τη λάθος ιστορία κι ότι ένας τρόπος να διορθωθεί αυτό είναι να πεις πολλές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, είτε είναι λάθος είτε όχι·

ότι ο εγωισμός του πρωταγωνιστή τελενοβέλας είναι χαριτωμένος ή άντε αποδεκτός μόνον αν ζεις μέσα σε τελενοβέλα, στην οποία όμως κανείς δεν ζει εκτός από κακοστημένα σκηνικά·

ότι οι μεταμέλειες, ιδίως οι περιττές, είναι φτηνό ναρκωτικό: ναρκωτικό μεν, φτηνό δε·

ότι έρχεται η στιγμή να αρχίσει να παιδιαρίζει κανείς όταν ακριβώς του φανεί ανυπόφορη η νεολαία (η τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική κτλ.)·

ότι όλοι έχουμε θέματα δικά μας (και κάποιοι θεματάρες) όμως από μια ηλικία και μετά δεν δικαιολογούν καμμία καφρίλα και καμμία ρουφιανιά και κανένα ξεφτιλίκι: τα χρεωνόμαστε, πορευόμαστε με αυτά και τα διαχειριζόμαστε με σύνεση και πόνο·

ότι όποιος περιφρονεί τα ερωτικά πάθη και τα θεωρεί ευτελή είναι προορισμένος για την ξινίλα και μπαγιατίλα·

ότι δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε ό,τι βρούμε μπροστά μας ώστε και καλά να επιβιώσουμε: μπορούμε να πάρουμε τη ζωή όπως μας έρχεται μήπως και χαρούμε κιόλας·

ότι άνθρωποι σαν κι εμένα ποτέ δεν ήθελαν να είναι το μέλλον, παρά το blast from the past που θα διαμορφώσει το μέλλον, έστω και λίγο.