Φθόνος

Hippolyte Flandrin ― Ο Δάντης (όχι εγώ) παρηγορεί τις ψυχές των φθονερών στο Καθαρτήριο

Ένας φίλος ― αν και πλέον θα έπρεπε να χρησιμοποιώ αυτό τον χαρακτηρισμό με φειδώ αυστηρότερη από τη συνηθισμένη μου ― με πείραζε τις προάλλες σχετικά με το για ποια θέματα δεν έχω γράψει εδώ μέσα. Είναι δύσκολο να αφήσεις απ’ έξω πολλά θέματα όταν γράφεις συστηματικά για ό,τι σου κατεβαίνει επί δεκάξι χρόνια.

Ανέφερα τα μακαρόνια στον φίλο μου, που όντως πρόκειται για παράλειψη: γιατί να μην έχω γράψει για μακαρόνια; Ανέφερα και κάτι άλλο, που δεν θυμάμαι τώρα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω γράψει ποτέ για τον φθόνο, ενώ για τη ζήλεια έχω υπάρξει λαλίστατος.

Έβλεπα πρόσφατα σε ένα βίντεο της εξαίσιας Νάταλι Γουίν να λέει ότι η απαρίθμηση των προνομίων μας δεν είναι ούτε πράξη πολιτική ούτε χειρονομία ταπεινοφροσύνης, παρά πεπαιδευμένος κομπασμός. Από αυτήν την άποψη ζορίζομαι να πω ότι ένας άνθρωπος με τα προνόμιά μου (προς το παρόν μόνο λεφτά κι ομορφιά μού λείπουν) δεν είναι κομψό να μιλάει για τον φθόνο: Ναι ρε μάγκα μο, θα σε φθονήσουν. Ευτυχώς δεν πιστεύω στο κακό το μάτι.

Η αλήθεια είναι ότι είμαι πάρα πολύ κακός στο να τον εντοπίζω τον φθόνο. Κάθε φορά που νομίζω ότι κάποιος φθονεί κάποιον άλλο, ψάχνω να βρω εναλλακτικές ερμηνείες της συμπεριφοράς τους: μπορεί να μην είναι φθόνος αλλά αδέκαστο ηθικό κριτήριο, που ετάζει νεφρούς και καρδίας· μπορεί να μην είναι φθόνος παρά η φωνή της αλήθειας, ή και του Κυρίου άμα λάχει· μπορεί να μην είναι φθόνος αλλά προβολή δικών μου υπαρκτών ή και ανύπαρκτων αγχών και φοβιών.

Δεν μπορεί ρε συ, δεν γίνονται αυτά: ο φθόνος είναι πολύ ομηρικό κίνητρο, άντε σαιξπηρικό. Δεν φθονούν οι άνθρωποι, ρε μαλάκα, έλεγα στον μαλάκα που ξέρω καλύτερα, δηλαδή τον εαυτό μου: απλώς όσοι νομίζεις ότι φθονούν πασχίζουν να φτάσουν αυτό που ζηλεύουν και να το ξεπεράσουν. Δεν υπάρχει φθόνος, είναι ηθοποιοί: υπάρχουν μόνο ζήλιες, δηλαδή αθώα πράματα, παιδικά.

Θα μου πει κανείς (δικαίως) «Ώπα ρε μαλάκα (να τος πάλι ο μαλάκας), προνομιούχε άνθρωπε κι έτσι μεγαλόκαρδε και γουάου, εσύ δηλαδή δεν έχει νιώσει ποτέ φθόνο;».

Βεβαίως. Πρώτα πρώτα έχω νιώσει ταξικό φθόνο. Έχω αγανακτήσει με όσους μού πούλαγαν μαγκιά, ανεμελιά κι εναλλακτίλα με δυο νοίκια το μήνα να τρέχουν στον λογαριασμό τους ενώ εγώ ακόμα και ως μισθωτός (και τι μισθωτός, ε; ε;) έχω περάσει τρίτα δεκαήμερα Αυγούστου με 20 ευρώ. Έχω σπαστεί φρικτά που μου έλεγαν πόσο κότα, φλώρος κι άτολμος είμαι άνθρωποι που… τέλος πάντων, έγινα κατανοητός. Αλλά δεν τους την έχω φυλαγμένη. Θέλω να πω, οκέι, στον καπιταλισμό ζούμε: άλλοι τρων από τους γονείς κι άλλους τους τρων οι γονείς και σ’ όποιον δεν αρέσει να πάει «στην Κομμούνα», όχι των Παρισίων, παρά σε αυτή που μας ξεπάτωσε.

Επίσης ζήλεψα πολύ για χρόνια έναν συνάδερφο: Όλα γαμάτα τα έκανε, όλοι τον πήγαιναν. Ζήλευα. «Τον κερατά», έλεγα σαν εβδομηντάχρονος. Μετά έμαθα ότι δεν τα έκανε όλα γαμάτα, κατόπιν συνειδητοποίησα ότι κι εγώ έκανα πάρα πολύ γαμάτα πράγματα ενώ παράλληλα μεγάλωνα ως ψάρι σε μια μικρή λίμνη (κατά το ρητό των Αμερικάνων) ώσπου έκανα και διεθνή καριέρα, και μάλιστα λίγο καλύτερη από της απόλυτης Άννας Βίσση. Στο τέλος έμαθα κι ότι δεν τον πήγαιναν όλοι γιατί ήταν λιγάκι τρόμπας (όχι πολύ, λίγο), ενώ πάρα μα πάρα πολλοί παν εμένα. Μερικοί μάλιστα με πάνε τόσο πολύ που δεν με λένε καν μαλάκα, παρά «καλόγνωμο». Επίσης μ’ αγαπάνε. Σοκ αλλά ναι.

Βεβαίως για να φτάσω να τα νιώσω όλα αυτά πουλήθηκα και πουλιέμαι στην ψυχανάλυση ενώ αφήνομαι σε ανθρώπους αληθινά δικούς μου· γι’ αυτό και τελικά έπαψα να φθονώ έστω και λίγο τον συνάδερφο.

Άρα τι να γράψω για τον φθόνο: περνάει αφενός με δικούς σου ανθρώπους αφετέρου με την κατάλληλη για σένα ψυχοθεραπεία. Ευκολάκι.

Το καθρέφτισμά μας

Η πρόοδος και η οπισθοδρόμηση δεν αφορούν κάθε πτυχή του δημόσιου βίου: αλλού πάμε πίσω, αλλού πάμε μπροστά. Αλλού μένουμε στάσιμοι.

Ο Τύπος σήμερα έχει σαφώς οπισθοδρομήσει. Ζούμε τον θρίαμβο της Απογευματινής και της Αυριανής.

Η Απογευματινή ήταν μια φυλλάδα που πιανόταν από θέματα του αστυνομικού δελτίου και τα παρουσιάζε με τον χυδαιότερο δυνατό τρόπο (έτσι νομίζαμε τότε) και σίγουρα με τον ηδονοβλεπτικότερο. Φωτογραφίες και λεπτομέρειες που τότε λέγονταν απλώς «γαργαλιστικές», από φωτογραφίες δολοφονημένων καλλονών μέχρι παραβιαστικές λεπτομέρειες για κάθε λογής έγκλημα, έσκαγαν στην πρώτη της σελίδα. Τα θύματα διαπομπεύονταν ενώ ύποπτοι και συλληφθέντες διασύρονταν και μάλιστα πολλές φορές για ζητήματα άσχετα με την υπόθεση.

Σήμερα ολόκληρη η Απογευματινή είναι δυο μονόστηλα στο Μακελειό ή στην Εσπρέσσο.

Η Αυριανή ήταν μια προπαγανδιστική φυλλάδα με αποστολή τον διασυρμό των εχθρών του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ (πάντοτε κατά την κρίση του εκδότη της Κουρή) ή και του Μάνου Χατζιδάκι. Ο τρόπος που απευθυνόταν στο αναγνωστικό κοινό της ήταν πατερναλιστικός και τάχα λίγο λαϊκός α λα Ριζοσπάστης ― κάτι σαν Πολάκης με ευφράδεια Παφίλη και ήθος Σαμαρά. Σε μια χώρα όπου ο Τύπος ήταν (και είναι) ανοιχτά αντιδραστικός όταν δεν ήταν (τότε) απλώς δεξιός, η Αυριανή έγινε το λιγδωμένο και ραιβό δεκανίκι ενός ΠΑΣΟΚ που μετά το ’85 δεν τα πήγαινε τόσο καλά και που έπρεπε να διαπραγματεύεται με τον ηγεμονικό Λαμπράκη, με τον σκιώδη Μπόμπολα και με τον ενίοτε απρόβλεπτο Τεγόπουλο.

Σήμερα η Αυριανή έχει διαχυθεί σε όλα τα Μέσα, έντυπα κι ηλεκτρονικά. Μέχρι κι ο Κούλης ακούγεται σαν μέτριος μαθητής της, προσπαθώντας κάθε τόσο να πει καμιά μαγκιά. Απλώς κάποια από αυτά τα σημερινά μέσα παριστάνουν ακόμα το (τότε) Βήμα και την (τότε) Καθημερινή: πάρα πολύ σοβαρά, ελαφρώς ξινά και τάχα ψύχραιμα φύλλα που απευθύνονται σε αυτά τα προϊόντα μυθοπλαστικής επεξεργασίας της πραγματικότητας: τους Έλληνες αστούς.

Εδώ η οπισθοδρόμηση είναι εμφανής και κατακλυσμική.

Ωστόσο, εκείνη την εποχή όσα αναρίθμητα κείμενα γράφονταν για φυλλάδες όπως η Απογευματινή και η Αυριανή ανέλυαν την ύπαρξή τους και τη λειτουργία τους συνήθως με γνώμονα την αναλυτική κατηγορία του κιτρινισμού. Αυτό συνέβαινε ενδεχομένως γιατί τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο κριτικός λόγος βρισκόταν στα χέρια δημοσιογράφων καθώς και διάσημων φιλολόγων-εκθεσάδων.

Τι ήταν ο κιτρινισμός; Μια αναλυτική κατηγορία σαν αυτή του σημερινού λαϊκισμού: απόρροια του ρηχού ελιτισμού όσων δεν θέλουν να αντικρύσουν τις όντως ηγεμονικές σχέσεις μέσα σε μια κοινωνία, πού βρίσκεται η εξουσία και τι εξασφαλίζουν τα λεφτά.

Τουλάχιστον σήμερα ξέρουμε (και το λέμε) ότι ο φτωχός ξένος βιαστής είναι δυο (και τρεις) φορές βιαστής και τέρας από πάνω, ότι οι γυναίκες παν γυρεύοντας, ότι υπάρχουν εγκλήματα πάθους κι εγκλήματα τιμής αλλά με δράστες άντρες, ότι οι παπάδες είναι στο απυρόβλητο και οι μικρές κοινωνίες προσπελάσιμες μόνον από τη Νικολούλη, ότι μπορούν να πνιγούν και να φυλακιστούν χιλιάδες άνθρωποι αρκεί να μην είναι Έλληνες, ότι οι εκδότες μας ζήλωσαν τη δόξα του Μέρντοκ, ότι οι ξένες απειλούν με διαζύγιο ή προκαλούν αλλά και οι Ελληνίδες τσούλες είναι, ότι οι αστυνομικοί καλώς φονεύουν και παρανομούν, ότι κάθε βίαιο έγκλημα μπορεί να είναι θέαμα αν το θύμα είναι γυναίκα.

Γενικότερα, έχει ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια μας το πανόραμα της φοβικής μισαλλοδοξίας, του απερίφραστου και φυσικοποιημένου ρατσισμού, του στυγνού μισογυνισμού, του βάρβαρου τοπικισμού, της επί 200ετία υπερφίαλης παραίσθησης εθνικού μεγαλείου, του υποκριτικού πουριτανισμού, της περιφρόνησης στα παιδιά και της χλεύης στα γηρατειά ― όλων όσων μας στοιχειώνουν και όσων ο Τύπος αποτυπώνει πια χωρίς ταμπού, χυδαία και απροσχημάτιστα.

Εδώ η πρόοδος, το ότι επιτέλους βλέπουμε, είναι εμφανής αν κι επώδυνη.

Φιλόπατρις;

Η Μεγαλόχαρη της Τήνου, αρχές του αιώνα

Όπως όλοι μας, αγαπώ την πατρίδα μου. Εννοείται ότι πατρίδα μου είναι ο τόπος που με γέννησε και με έπλασε, αυτό ισχύει για όλους μας ανεξαιρέτως.

Τα λέει πολύ όμορφα αυτά η Έμμα Γκόλντμαν στην αυτοβιογραφία της, εξηγώντας την προφανή διαφορά μεταξύ πατρίδας και του κράτους (ή των κρατών) στο οποίο ή στα οποία βρίσκονται οι πατρίδες μας. Αυτά τα ξέρουν καλά πολλοί γείτονές μου στου Κυνοσάργους, στη γειτονιά μου, που γεννήθηκαν εδώ από Αλβανούς γονείς: πατρίδα τους είναι η Αθήνα, σίγουρα όχι η άστοργη Ελλάδα και μάλλον ούτε η Αλβανία, στην οποία δεν είναι παρά «Έλληνες», κι ας μιλάν αλβανικά κι ας γεννήθηκαν εκεί οι γονείς τους. Για να μην πούμε για τους Αφροέλληνες της Κυψέλης και λιγοθυμήσει κανας ρατσιστής.

Στην περίπτωσή μου πατρίδες είναι η Αθήνα και το Λονδίνο και μερικοί άλλοι τόποι. Γενικότερα, πατρίδες είναι οι τόποι και οι άνθρωποί τους ― ας μην υπεισέλθουμε τώρα στα παιδικά μας χρόνια, στα «σώματα που αγάπησες κι ανοίξανε θυρίδες στα σκοτάδια» και σε άλλες νοσταλγίες. Πατρίδα δεν είναι πάντως ό,τι περικλείουν τα σύνορα, δεν είναι ούτε όσοι περικλείονται σε σύνορα, δεν είναι (ακόμα λιγότερο) όσοι έχουν ΑΜΚΑ, ταυτότητα, ΑΦΜ.

Να το πω κι αλλιώς: Το 2021 οποίος μιλάει για το κράτος με τον όρο «πατρίδα» είναι τουλάχιστον αγύρτης.

Μετά από τη Μνημονιοκρατία κι όσα δεινότερα πρόκειται να ακολουθήσουν (hey mitsotaki), ξέρουμε ότι υπάρχει ελληνική κοινωνία, ξέρουμε ότι υπάρχουν λιγότερο προνομιούχοι στην ελληνική κοινωνία και ξέρουμε ότι το καθήκον κάθε πολιτικής δράσης συνοψίζεται στην υπεράσπισή τους και στην πρόοδό τους. Όσοι έχουν προνόμια και χρήματα είναι βεβαιωμένο ότι θα φροντίσουν τη δική τους ηγεμονία και τη δική τους πρόοδο: ούτε πατρίδα ούτε καν κράτος δεν χρειάζονται (όταν δεν τους δυσκολεύουν).

Και ναι μεν όλα αυτά φαίνονταν κάπως πολωτικά σε έναν κόσμο που πίστευε με ζέση και αγνή καρδιά ότι υπάρχει μεσαία τάξη· ωστόσο το 2021 η μεσαία τάξη τείνει να ταυτιστεί με τους θεράποντες των ελίτ και μόνο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είμαστε πρεκάριοι: από τους εμπόρους μέχρι τους πανεπιστημιακούς δασκάλους και από τους δημόσιους υπαλλήλους μέχρι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους…

Ομολογώ ότι, εντάξει, ριγώ στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου σε αθλητικές διοργανώσεις ― αυτές τουλάχιστον δεν σπιλώνονται ούτε από την αποφορά του χυμένου αίματος και από την μπόχα καμένων σωμάτων, λεπτομέρεια αναπόδραστη κάθε πολεμικού ανδραγαθήματος, ούτε από πνιγμένα παιδιά στο Αιγαίο μας. Στο κάτω κάτω σε εθνικό κράτος μεγάλωσα, όχι στην τσαρική Ρωσία. Ομολογώ επίσης ότι γουστάρω να βλέπω τη γαλανόλευκη να κυματίζει στην Ακρόπολη αλλά και στους λίγους αγώνες του λαού στους οποίους προσπάθησε να τη διεκδικήσει από τους «πατριώτες». Ωστόσο πολιτική με το ρίγος και με το τι γουστάρουμε κάνουν μόνον οι φασίστες, άντε κι όσοι ζηλεύουν τα μιαρά επιτεύγματά τους.

Είμαι βέβαιος ότι πολλοί σκάλωσαν: «άλλο πατριώτης κι άλλο εθνικιστής». Ναι, βεβαίως. Όπως «άλλο Ορθοδοξία κι άλλο η Ορθοδοξία τα τελευταία χίλια χρόνια» (τη μόλυνε ο ευσεβισμός, λέει)· όπως «άλλο λενινισμός κι άλλο η σταλινική παρέκκλιση» (φυσικά η Ρόζα προειδοποιούσε από το 1904 αλλά κάποια ζώα δεν την πιστεύανε κτλ.)· «άλλο αλκοόλ κι άλλο ναρκωτικά» (…) κτλ. κτλ.

Πιο απλά: κάθε επίκληση στην πατρίδα αφορά μόνον την ποίηση, την τέχνη και την ψυχή μας· ακριβώς επειδή πατρίδες δεν είναι οι επικράτειες των κρατών.

Νοσταλγία

Η νοσταλγία δεν είναι ποτέ νοσταλγία για κάτι που υπήρξε. Ακόμα ακριβέστερα, η νοσταλγία αφορά μόνο μια επιλογή αυτού που νοσταλγούμε. Τι επιλέγουμε ή τι αφηνόμαστε να νοσταλγήσουμε μιλάει βεβαίως για εμάς κι όχι για το τι νοσταλγούμε.

Νοσταλγώντας επιλέγουμε για ποιες όψεις ή ποια χαρακτηριστικά ή για ποιες στιγμές του αντικειμένου της νοσταλγίας μας θα νιώσουμε την έλλειψη της γλύκας ή την έλλειψη της γαλήνης. Άλλωστε νοσταλγία δεν είναι παρά η έλλειψη της γλύκας ή η έλλειψη της γαλήνης ― και η στερεοτυπικά γλυκόπικρη αίσθηση που αφήνει η έλλειψη αυτή.

Ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας στην ξενιτειά δεν νοσταλγεί σε καμμία περίπτωση το σύνολο της ζωής και της εμπειρίας του στην πατρίδα που άφησε πίσω του: επιλέγει στιγμές, μουσικές, γεύσεις, τόπους· αυτές θα γίνουν «η πατρίδα» εντός του και η αφορμή της νοσταλγίας του. Πολλές φορές η νοσταλγία μπορεί να γίνει ακόμα πιο αφηρημένη: να νοσταλγούμε π.χ. δυστυχισμένες ή δύσκολες εποχές επειδή λ.χ. τότε ελπίζαμε ή επειδή ήμασταν υγιείς.

Νοσταλγώντας δεν φοράμε κόκκινα γυαλιά παρά περνάμε σε μία κατάσταση κατά την οποία αντικρύζοντας το εκεί ή το τότε στο οπτικό μας πεδίο δεσπόζει ένα εκτενές τυφλό σημείο, μέσα στο οποίο υπάρχουν μόνο κάποιες νησίδες που διακρίνονται καθαρά: μια αυλή, μελωδίες, μια γιορτή, ένα φιλί, τηγανητές πατάτες, η παραλία μιας Κυριακής. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν θολά ή κι αόρατα, όλα όμως: για κάθε αυλή με το μεγάλο δέντρο της υπάρχει ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα που η νοσταλγία δεν βλέπει, για κάθε ερωτική βραδιά υπάρχουν ανόητες μικρές παρεξηγήσεις που τις σκεπάζει το τυφλό σημείο της σαν νύχτα, για κάθε πιλάφι που μοσχομυρίζει μπορεί να υπάρχουν μήνες στενοχώριας ή και κακοποίησης.

Είναι επικίνδυνο πράγμα η νοσταλγία, όπως η ελπίδα: και οι δύο τους λειτουργούν επιλεκτικά, μας ωθούν και οι δύο στη δράση. Η νοσταλγία και η ελπίδα μοιάζουν μάλλον με σφυριά, κατά την προσφιλή στον Μπρεχτ παρομοίωση για την τέχνη: μπορούν να χτίσουν και να σφυρηλατήσουν, μπορούν απλώς και να σπάσουν κεφάλια.

Οι αδιόρατοι σύνδεσμοι μεταξύ μας

untitled, 2001/2004

Ίσως επειδή από μικρό με εμπιστευόντουσαν με τα μυστικά τους και τα μύχια ζητήματά τους πολλοί άνθρωποι, κάποτε και εντελώς άγνωστοί μου, ίσως γι’ αυτό με γοήτευε και με παρηγορούσε η πραγματικότητα των αδιόρατων συνδέσμων ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτού του ιστού που τον αποτελούν λεπτά ιριδίζοντα νήματα μεταξύ φαινομενικά άσχετων ανθρώπων.

Με άλλα λόγια, με γοητεύει και με παρηγορεί ακριβώς αυτό που αποτελεί το υλικό και τη θεματική του συνήθως κακεντρεχούς κουτσομπολιού: σύνδεσμοι που υπήρξαν και δεν υπάρχουν πια, σύνδεσμοι που δεν άντεξαν, σύνδεσμοι που άλλαξαν χαρακτήρα, και ω, βεβαίως: οι επίτηδες εφήμερες συνδέσεις.

Εννοείται πως οι περισσότεροι μεταφράζουμε τις παραπάνω διατυπώσεις κάπως έτσι: ποιοι τα είχανε και χώρισαν, ποιοι τα είχαν και τα σπάσανε, ποιοι το διέλυσαν και παρέμειναν κοντά ο ένας στον άλλο, ποιοι κάποτε πηδήχτηκαν. Ας είναι: την εποχή που θα πάψουμε να ντρεπόμαστε για τις χαρές μας ή για την προσπάθειά μας να κατακτήσουμε χαρά, θα συμφιλιωθούμε που ως άνθρωποι συνδεθήκαμε με νήματα τα οποία έχασαν σιγά σιγά το φως τους ή και κόπηκαν, θα συμφιλιωθούμε και με όσα νημάτια έλαμψαν με σκοπό να σβήσουν, αφήνοντας κάποιο αποτύπωμα ή και καθόλου.

Θα έρθει μια εποχή που δεν θα μας αφορούν ούτε οι εξιδανικεύσεις ούτε η μανία να αξιολογούμε και να ελέγχουμε τις ζωές των άλλων, την καύλα και τις αποτυχίες τους, τη χαρά ή την αστοχία τους, όσα ζουν κι όσα λαχταρούν.

Μέχρι τότε μπορούμε να χαιρόμαστε που άνθρωποι συνδέθηκαν, συνεννοήθηκαν, συνυπήρξαν ή «απλώς» πηδήχτηκαν. Τι ζωή θα ήταν αυτή όπου όλοι θα ήταν στοχοπροσηλωμένοι και πετυχημένοι στην αναζήτηση της μιας κλήσης, του ενός φίλου, του ενός ταιριού· τι άνυδρος και μονολιθικός βίος χωρίς καταβυθίσεις αλλά και χωρίς πετάγματα, των πέντε λεπτών, των πέντε μηνών, των πέντε ετών, των πέντε δεκαετιών…

Ψ2

Μετά από μια μάλλον τραυματική και σίγουρα επώδυνη απόπειρα για ψυχανάλυση, κατά την οποία ο ψι διέκοψε τη δεύτερη συνεδρία μας στη μέση και μου ζήτησε να μη συνεχίσουμε, πριν κάτι χρόνια χτύπησα το κουδούνι μιας άλλης ψι.

Νομίζω ότι είναι τα καλύτερα χρήματα που έχω ξοδέψει και έκτοτε με βασανίζει ακριβώς το ότι χρειάζονται τόσα χρήματα για να έχει κανείς πρόσβαση στις πολύτιμες υπηρεσίες ενός ψι, γεγονός που συνεπάγεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία τις στερείται.

Στην ερώτησή της γιατί ήθελα να ξεκινήσω τη διαδικασία, η απάντησή μου ήταν ότι δεν θέλω να καταντήσω σαν τους γονείς μου: υγιείς ανθρώπους που δεν μπορούν να χαρούν τίποτε γιατί δεν μερίμνησαν για την ψυχική τους ευεξία και υγεία όταν είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν μαζί της.

Έκτοτε τα πράγματα πηγαίνουν θαυμάσια και ενίοτε θαυμαστά, χωρίς να λείπουν βεβαίως οι λυσσαλέες επιθέσεις του διώκτη και δεσμοφύλακά μου, εμού του ιδίου δηλαδή. Ωστόσο οι επιθέσεις γίνονται κάθε φορά όλο και πιο ασθενικές, όλο και πιο προσχηματικές έως και γκροτέσκες: σταδιακά εξασθενούν και καταντούν σκιές του παλιού τερατώδους εαυτού τους.

Η φωνή μου πια μπορεί να αρθρωθεί και το βλέμμα μου να αντικρύσει. Τα τέρατα από τα οποία απέστρεφα το βλέμμα ήταν τελικά απλώς θηρία που τελικά αποδείχτηκαν γατάκια και μόνο. Ταυτόχρονα μπορώ πια να αφεθώ στο βλέμμα των άλλων, αφού πλέον ξέρω ότι εμένα βλέπουν κι όχι ό,τι νόμιζα πως οι άλλοι θαρρούν ότι είμαι.

Όμως όσο προχωράει η διαδικασία δεν μετατρέπομαι σε κάποιον Νίο, που κοιτάζοντας γύρω του αντικρύζει παντού τον κώδικα του Μάτριξ. Ίσα ίσα, μαθαινω να μη χρειάζεται να ερμηνεύω. Αν αγάπη είναι κατά την Τατιάνα Γκορίτσεβα η παραίτηση από τη δύναμη, τότε ανάλυση είναι στη δική μου περίπτωση είναι παραίτηση από την αγωνία μου να ερμηνεύσω πρώτος και να ελέγχω τις συνέπειες.

Όσο προχωράει η διαδικασία δεν μετατρέπομαι σε κάποιον Νίο, που κοιτάζοντας γύρω του αντικρύζει τον κώδικα του Μάτριξ. Ενδεχομένως να τον διακρίνω πολλές φορές αλλά δεν έχει πια και τόση σημασία, τώρα συμμετέχω παρατηρώντας· είμαι παρών, χωρίς διαφορά φάσης, χωρίς να εκπίπτω στο λίγο πιο πριν ή στο λίγο πιο μετά: βρίσκομαι στο εδώ και τώρα και μπορώ να αφεθώ στο εδώ και στο τώρα.

Και το εδώ και το τώρα δεν βρίσκονται ούτε από τη μια μεριά ούτε από την άλλη κάποιου συνόρου. Δεν βρίσκονται καν στην γκρίζα ζώνη μεταξύ δύο πόλων, δύο άκρων. Το εδώ είναι εδώ και το τώρα είναι ένας καινός τόπος υπό διαρκή δημιουργία, που χωροθετείται και δομείται σε πραγματικό χρόνο.

Η νέα δεκαετία του ’20;

Τόσα χρόνια που ζω και που μέσα από τις εκμυστηρεύσεις τους παίρνω γεύσεις από τις ζωές των άλλων, ξανά και ξανά αναλογίζομαι το εξής:

Ίσως αν δεν πασχίζαμε να χωρέσουμε κάθε ερωτική μας αλληλεπίδραση στο καλούπι της αποκλειστικής σχέσης να υπήρχε λιγότερη κακοποίηση και λιγότερη παραβίαση στις όντως σχέσεις. Σίγουρα θα υπήρχε λιγότερη εξαπάτηση.

Εδώ όμως δεν θέλω να πω πάλι για τον πόθο που βαφτίζεται έρωτας ή για τον έρωτα που παριστάνει την αγάπη ώστε να επιβληθεί μέσω της εξιδανίκευσης. Θέλω να πάω λίγο παραπέρα, εκεί όπου έφτασαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας την περασμένη δεκαετία του ’20, για να ανακρούσουν πρύμνα όταν τελικά ο αγώνας έγινε υπέρ πάντων και οι καλόγριες νίκησαν.

Για τη μονοσεξουαλική βία και αγαρμποσύνη, που θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να διαλέξουμε όλοι μεταξύ «στρέιτ» και «γκέι» έχω ξαναπεί εδώ:

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν [την αμφισεξουαλικότητα] είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Το μόνο που θα πρόσθετα στο παραπάνω κείμενο είναι η χαριτωμένη (υπό άλλες συνθήκες) αντίληψη των μονοσεξουαλικών ότι οι αμφισεξουαλικοί είναι εξ ορισμού υπερπολυγαμικοί, αφού έχουν στη διάθεσή τους το 100% του πληθυσμού ως ενός είδους δεξαμενή πιθανών παρτενέρ, διότι ξέρω γω, όντως, όλες λ.χ. οι λεσβίες ή όλοι οι στρέιτ άντρες δυνητικά θα πήγαιναν με οποιαδήποτε γυναίκα. Αστειότητες και εξωτικοποιήσεις.

Τα πράγματα γίνονται όμως ακόμα πιο σκιώδη όταν μπαίνουν στη συζήτηση τα τρίο ή και οι πιο πολυάριθμοι λαγνικοί συνδυασμοί. Για τον περισσότερο κόσμο τέτοιες απόπειρες βρίσκονται στη σφαίρα της πορνογραφίας ή της πορνογραφικής προσέγγισης στο σεξ: ως θέαμα και ως ακροβατικό ταυτόχρονα.

Το θέαμα είναι προφανές: όταν υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο άτομα στο κρεβάτι, ή όπου αλλού, μπορεί κανείς να τα παρακολουθήσει χωρίς να συμμετέχει ή και συμμετέχοντας.

Το ακροβατικό δεν έχει να κάνει τόσο με τα απίθανα τανύσματα και τις ελαστικές συνδιεισδύσεις των επαγγελματιών του είδους, όσο με τα συναισθηματικά ακροβατικά: «η ζήλεια θα καταστρέψει τα πάντα» ή και «το άγχος της σύγκρισης» με τον άλλο συμμετέχοντα ή συμμετέχουσα του ίδιου φύλου ― και πάει λέγοντας. Είναι κοινός τόπος στο σύμπαν των ψαγμένων αμερικάνικων σειρών τα καθημαγμένα ζευγάρια που τόλμησαν να διαβούν τον μάλλον ευτελή Ρουβίκωνα ενός τρίο ή ενός κουαρτέτου (ποιος μιλάει πια για όργια εν μέσω πανδημίας;).

Είναι όμως έτσι;

Αφενός η αναγωγή της ζήλειας στον καθοριστικό ρυθμιστικό παράγοντα των ανθρώπινων σχέσεων είναι, να το θέσω ήπια, προβληματική: «Η ζήλεια στέκεται στην κόψη ανάμεσα στον εξευτελισμό της περιφρόνησης και στον αυταρχισμό της ιδιοκτησίας και του ετεροκαθορισμού.»

Αφετέρου η λαγνουργία τριών και άνω απελευθερώνει δυναμικές που δύσκολα αναπτύσσονται στην αλληλοτροφοδοτούμενη και καθαρά συμμετρική κλινοπάλη των δύο. Οι δυναμικές αυτές δεν αφορούν μόνο το πώς αλληλεπιδρούν οι εραστές, τις διατάξεις και τους ιμερικούς συνδυασμούς ή το πώς το σπάσιμο της συμμετρίας μπορεί να γίνει αφορμή μαθητείας και ηδονικά αποκαλυπτική εμπειρία, αλλά μπορεί να αφορούν και τις ίδιες τις σχέσεις και πώς ανταποκρίνονται σε πιο ελευθεριακές συνθήκες καύλας, διέγερσης κι ικανοποίησης.

Κι εδώ κάπου υπεισέρχεται η πολυσυντροφικότητα όχι ως επιλογή, αφού ως τέτοια είναι και θα πρέπει να είναι σεβαστή, αλλά η πολυσυντροφικότητα ως το φοβικό υποκατάστατο της πολυγαμικότητας ή, πιο πρακτικά, του τρίο ή του κουαρτέτου (κ.ο.κ.). Κάποιες φορές π.χ. η λαχτάρα για αλλεπάλληλα τρίο μεταξύ τριών συγκεκριμένων ανθρώπων, για φακμπαντιλίκι, βαφτίζεται «σχέση» και «throuple» στα πρότυπα της καραμέλας της ετεροκανονικής εξιδανίκευσης της επιθυμίας σε έρωτα και του έρωτα σε αγάπη με σκοπό τη σχέση.

Για άλλη μια φορά, σε έναν κόσμο που φοβάται την επιθυμία και την εκπλήρωσή της, η «σχέση» γίνεται το τέλειο πρόσχημα, η κατάλληλη κορνίζα που θα φορέσουμε στην επιθυμία. Με τη μόνη διαφορά ότι η σχέση επιβάλλει τις δικές της δυναμικές και τους δικούς της όρους μέσα από την καθημερινότητα και από τη συντροφικότητα και από την ενίοτε τρυφερή αφοσίωση, η οποία μεν δεν ταυτίζεται με αποκλειστικότητες αλλά ούτε αντέχει εξιδανικεύσεις. Και, κακά τα ψέματα, οι δυναμικές και οι όροι μιας σχέσης δύο, τριών, τεσσάρων ή παραπάνω ανθρώπων, πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις και τους όρους ενός τρίο, κουαρτέτου, κουιντέτου κτλ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές πολυσυντροφικές σχέσεις καταρρέουν όταν τα αγοράκια σε αυτές αποφασίσουν ότι θέλουν να «σοβαρευτούν» και να πάνε οικογένεια μεριά είτε όταν τα αγοράκια ή και τα κοριτσάκια απαιτήσουν και αφιέρωση πέρα από αφοσίωση. Ναι, οκέι, η βαρειά σκιά της ετεροκανονικής πατριαρχίας αλλά, πολύ πιο καίρια, και η στρεβλή φενάκη της εξιδανίκευσης.

Έχουμε πολλά να διδαχτούμε εναντιοδρομώντας progressively backwards, προς τη μεριά των γενναίων γυναικών και ανδρών της δεκαετίας του 1920.

Οσμή παρωδίας πνευματικής

Ούτε που θέλω να ξέρω πώς μυρίζει

Όταν ήμουν φοιτητής είχα έναν φίλο που μετά έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, πολύ μετά. Τον κορόιδευα συνέχεια μόνο και μόνο γιατί καταγόταν από την επαρχία: το ομολογώ ότι η ζωή στην επαρχία μού φαίνεται τόσο τραγελαφική και ταυτόχρονα τόσο μοχθηρή, που δυσκολεύομαι να ξεπεράσω ότι κάποιοι ξέρω ‘γω την αγαπούν. Σημειωτέον ότι ζω (και) στην επαρχία από το 1997.

Αυτός λοιπόν ο φίλος ισχυριζόταν ότι δεν ήταν πρόβλημα που παλιότερα ο κόσμος πλενόταν κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, επειδή οι παλιοί άνθρωποι δεν έτρωγαν πολύ κρέας και άρα δεν έζεχναν. Αυτό έλεγε.

Εμένα μου φαινόταν άτοπη αυτή η θέση επειδή η θεούσα θεία μου με είχε πάει σε αρκετά μοναστήρια μέχρι τότε ώστε να γνωρίζω καλά πώς μυρίζουν οι καλόγεροι, και δη από απόσταση.

Ως γνωστόν, οι μοναχοί οι σωστοί οι ορθόδοξοι αποφεύγουν τα μπάνια και τα λουτρά γιατί η θέα της γυμνότητας και η περιποίηση του σώματος μάς καθιστά ευάλωτους στους λογισμούς, κοινώς μας καυλώνει και (στην καλύτερη περίπτωση, αν είσαι μοναχός) σε κάνει μαλάκα.

Τέλος πάντων, όντως μεν δεν έζεχναν οι μοναχοί αλλά δεν μύριζαν κι ακριβώς σαν άνθρωποι ― και σίγουρα, όχι, δεν μύριζαν σαν άγγελοι. Η αποφορά τους ήταν μεν διακριτική αλλά στυφή και εντελώς μπαγιάτικη: περισσότερο ανέδιδαν άρωμα σκόνης παρά ξινισμένο ιδρώτα. Δεν είναι τυχαίο που οι μοναχοί αγαπούν τα βαριά αρώματα λειψάνων, επιταφίων, μύρων, ανθόκηπων, καλών λιβανιών και αλάδωτων σουπών.

Αργότερα γνώρισα και ευτυχισμένους μοναχούς, πιο ιδιόρρυθμους, πλυμένους, σιδερωμένους, οι οποίοι (ήθελα να πιστεύω) δεν την έβγαζαν μόνο με τον θείο έρωτα μιας φαντασιακής «ανάκρασης» με τον Χριστό τους (σωματική κι ερωτική η ρητορική, καθαρά διανοητική η πραγμάτωση του ζητούμενου).

Θρησκεία κι επιστήμη

Α

Ουαί σε όποιον χλευάζει την πίστη των ανθρώπων, απλών ή λιγότερο απλών.

Ουαί στους προνομιούχους με άκρες και σπίτια και ασφαλιστικές καλύψεις που μέλημά τους είναι να κοροϊδεύουν ή να προκαλούν όσους εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον Φανταστικό Φίλο τους.

Ουαί σε όσους νομίζουν ότι σε έναν άπονο κόσμο που σε καταδιώκει, ακόμα και αν παρ’ ελπίδα σε αφήσει ήσυχο η οικογένειά σου, η πίστη είναι ανάγκη μόνον ασθενών και οδοιπόρων.

Β

Η πίστη είναι αναγκαία σε έναν άδικο κόσμο· αυτό ευελπιστούμε ότι κάποτε θα διορθωθεί, κάποιοι μάλιστα αγωνίζονται γι’ αυτό.

Η πίστη είναι αναγκαία επίσης σε έναν κόσμο στον οποίο είμαστε μόνοι μας ακριβώς όταν δεν πρέπει και στον οποίο δυναστευόμαστε από εξουσίες (από την οικογένεια και βάλε) όταν πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας.

Η πίστη είναι εύλογη σε έναν κόσμο στον οποίο μπορεί να πεθάνουμε χωρίς πραγματικά να το θέλουμε.

Συνεπώς η κατεδάφιση της πίστης δεν θα προκύψει μετά από την Επανάσταση που θα κάνουν οι μαρξιστές όταν ωριμάσουν οι συνθήκες. Εκτός και αν μετά την Επανάσταση οι μαρξιστές δώσουν τη δυνατότητα στον καθένα να επιλέγει πότε και αν θα πεθάνει. Πράγμα μάλλον αμφίβολο, αν σκεφτεί κανείς πόσο δυσκολεύτηκαν να δώσουν δυνατότητες στον καθένα γενικώς και αν σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτούς οι συνθήκες για την Επανάστασή τους θα ωριμάσουν μόνο μέσα σε ερείπια.

Η πίστη πρέπει να κατεδαφιστεί σιγά σιγά και μεθοδικά, με τρόπους ελευθεριακά παιδαγωγικούς και οπωσδήποτε ανθρώπινους.

Γ

Η θρησκεία δεν θα απαλειφθεί αντικαθιστώντας τα ορόσημα και τις τελετές της με γιορτές του Ορθού Λόγου (όπως στη Γαλλική Επανάσταση) ή του Κράτους, όπως π.χ. προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τις βαπτίσεις με εορτασμό της έκδοσης αστυνομικής ταυτότητας στην Ανατολική Γερμανία.

Η θρησκεία θα απαλειφθεί με την πρόοδο και την προαγωγή της επιστημονικής σκέψης.

Ναι: θρησκεία κι επιστήμη είναι ασυμβίβαστες.

Η επιστήμη κάνει ερωτήσεις και νομιμοποιείται όταν δουλεύει. Η θρησκεία νομιμοποιείται γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε.

Δ

Βεβαίως η επιστήμη, ακόμα και η επιστήμη, έχει την τάση να εκφυλίζεται σε θρησκεία όταν ενδύεται τον χρυσοποίκιλτο μανδύα της απαιτώντας αφενός πίστη και αφετέρου να αναγνωρίζεται ως αυθεντία.

Αυτό είναι μια μικρή τραγωδία, μικρότερη πάντως από όσες έχουν επισύρει ή προκαλέσει οι θρησκείες που βασίζονται σε Φανταστικούς Φίλους (αλλά και ο Βουδισμός), μικρότερη και από τις τραγωδίες στις οποίες μάς έχει υποβάλει ο εκφυλισμός και της πολιτικής σε θρησκεία (σταλίνες και νεοφιλελεύθεροι, καλημέρα).

Επιστήμη και θρησκεία είναι ασυμβίβαστες.

Αφενός η επιστήμη είναι επιστήμη όταν δουλεύει: όταν δεν δουλεύει απλώς κάνουμε περισσότερη επιστήμη.

Αφετέρου η επιστήμη δεν αποδεικνύει τίποτα: μόνο στα μαθηματικά υπάρχουν αποδείξεις. Η θεωρία της εξέλιξης λ.χ. είναι αδιαμφισβήτητη επειδή δουλεύει, όχι επειδή «έχει αποδειχθεί» ή επειδή είναι δυνατόν «να αποδειχθεί».

Η διαρκής διερώτηση και ο βασανισμός των εμπειρικών δεδομένων τοποθετεί τη θρησκεία στον αντίποδα της επιστήμης: η θρησκεία δεν χρειάζεται να δουλεύει και δεν μπορεί να δουλεύει, αφού απαρτίζεται από αξιώματα που αφορούν όσα δεν ξέρουμε ακόμα ή όσα δεν θα μάθουμε ποτέ.

Της θρησκείας τής αρκούν η αξιωματική αυθεντία, η ηθικολογική ρητορική, η κοινωνική συμμόρφωση. Αυθεντία, ρητορική και συμμόρφωση που παράγει αφού καπηλευτεί την έμφυτη αίσθηση του θαύματος.

Η επιστημονική σκέψη μάς κάνει υγιέστερους, μακροβιότερους, σοφότερους, δικαιότερους ― όμως δεν μπορεί να περιχωρήσει την αίσθηση του θαύματος. Η επιστημονική σκέψη ωστόσο θα μας βοηθήσει να μην επενδύουμε την αίσθηση αυτή του θαύματος με πάνθεα και μυστικές δυνάμεις.

Ε

Ο εκφυλισμός της επιστήμης σε θρησκεία με ιερατεία λοιμωξιολόγων, σεισμολόγων ή και (όσο αστείο κι αν ακούγεται) οικονομολόγων είναι αποτέλεσμα της ανάγκης μας να μην πεθάνουμε πριν την ώρα μας ή άσχημα ή και τα δύο.

Ο εκφυλισμός αυτός δεν οφείλεται μόνο στα αντανακλαστικά που μας καλλιεργεί η οργανωμένη θρησκεία, αυτά μπορούμε να τα αμβλύνουμε με τρόπους ελευθεριακά παιδαγωγικούς και οπωσδήποτε ανθρώπινους. Στο κάτω κάτω αν πρόκειται κάποιος να αφεθεί να τον πατρονάρουν, θα προτιμήσει να τον πατρονάρουν εις το όνομα κάποιου Φανταστικού Φίλου.

Η θρησκεία υποχωρεί και θα συρρικνώνεται όσο έχουμε δικούς μας ανθρώπους γύρω μας και όταν την παλεύουμε κάπως απέναντι στις πολλές αυθεντίες και εξουσίες· υποχωρεί και θα συρρικνώνεται σε έναν κόσμο τον οποίο η επιστήμη ερμηνεύει, θρέφει, θεραπεύει, πλουτίζει.

Υπάρχει αρκετό θαύμα σε όσα ανακαλύπτουν και σε όσα επιτυγχάνουν οι επιστήμες, ανθρωπιστικές, κοινωνικές και θετικές, χωρίς να χρειάζεται κάποιος Φανταστικός Φίλος.

Η θρησκεία θα πάψει να μας σκοτώνει και να νεκρώνει τον κόσμο εντός μας μόνον όταν προχωρήσει η ψυχική υγεία, η κοινωνική δικαιοσύνη και όπου ανθούν και λειτουργούν οι κοινότητες.

Σε έναν κόσμο που θα πεθάνουμε η παρηγοριά είναι οι άλλοι και τα δώρα της επιστήμης, όχι τα πυρετώδη οράματα και τα κάλπικα θάματα.

Όσα μου έχουν λείψει

Το Galaxy, το Barreldier, το Booze, το κλαμπ που γοτθιαζόμαστε.

Να συναντάω τον Γιώργο στο Λονδίνο λες κι έχω ανέβει Μαρούσι να τον βρω.

Να βγαίνω βόλτα στις 11 (μμ) γιατί μπαΐλντισα ενώ μετά τα πιοτά να φάω και γιουβαρλάκια στο 24ωρο.

Η Κολωνία όπως είναι, ολόκληρη.

Να κανονίζω να βρεθούμε σε τρία τέταρτα.

Η Granta και το Eagle, καθώς και το κωλο-Λονδίνο.

Να περπατάω κατά τις τέσσερις παρά προς το σπίτι λίγο ζαλισμένος και λίγο αγχωμένος μην ξημερώσει ακόμα (because vampire).

Αυτά τα ουφ πάρα πολύ κουραστικά τριήμερα-τετραήμερα ταξίδια με τη δουλειά και αχ πόσο τα βαριέμαι (κάτσε τώρα σπίτι σου, Σραοσίτο).

Τσίπουρα με μεζέ μαζί με τον Γιατρό αλ φρέσκο αντ Ατένε.

Να κλαίγομαι πόσο έχει φλωρέψει το Βερολίνο (κι ακόμα να τρώω πόρτα στο Berghain, κακοχρονονάχουν).

«Ρε δεν πάμε Βόλο / Σαλονίκη;»: οι μόνοι λόγοι να φύγεις από την Αθήνα εκτός από τα βουνά ― είπαμε, δεν είμαι θερολάτρης.

Να μη νυστάζω από τις 10 και.

«Νάπολη ή Βαρκελώνη;» (μπουχουχού)

Κάτι μαγαζιά που ξέρουν μόνον οι Κερατσινιώτες. Σιγά μη μαρτυρήσω. Κερατσίνι ρουλζ.

Να βαριέμαι μέχρι να αρχίσει η συναυλία, και να κατουριέμαι λίγο από τις τεκίλες. Κάτσε τώρα να βλέπεις Κέιβ, PSB και Μέιντεν στο γιουτιούμπ.

Να βλέπω περισσότερους ανθρώπους από μπάτσους στον δρόμο.

Κανα θέατρο, να νιώσουμε σαν άνθρωποι. Όχι από αυτό του viva, κανονικό.

Αυτά τα πολύ μεγάλα ταξίδια που με αγχώνουν από πέντε μήνες πιο πριν και ωχ τι θα κάνω 10 ώρες στο αεροπλάνο και τελικά είναι γαμάτα.

Να μη νιώθω ότι ο κόσμος είναι φυλακισμένος στα σπίτια του γύρω στην πόλη μου, συγκρατούμενος με τους δαίμονές του και τους εντελώς ανθρώπινους κακοποιητές του.