Αυτοβιογραφισμοί

Photo 4-1-20, 01 38 54
Η πλάτη παγονιού που πετάει

στον θείο Πάνο Θεοδωρίδη, προφήτη και με έξι ντουζίνες χρόνια

Οι πεποιθήσεις μου υπήρξαν πάντοτε ελευθέριες και ελευθεριακές ήδη από τα 17 μου, ο βίος μου όχι τόσο. Αρχικά καθόλου, δηλαδή. Οι αιτίες που ήμουν τόσο συντηρητικός στην πράξη παρά την αυτοδίδακτη εξαλλοσύνη λόγων και (κυρίως) ιδεών βρίσκονται ακόμα υπό διερεύνηση. Σίγουρα η γενικευμένη αφραγκία μου έπαιζε σημαντικό ρόλο, όπως και το ότι ως φοιτητής ζούσα στο σπίτι των δικών μου.

Ωστόσο τα παραπάνω ίσως εξηγούν γιατί δεν είχα λεφτά και ευχέρεια για εξόδους κι αλκοόλια κι άλλα πολλά, όμως δεν ερμηνεύουν τη συστολή και την αθυμία και τη δειλία με την οποία ξεκίνησα τη νεότητά μου. Πού ήταν εγκλεισμένες οι επιθυμίες μου; Επιπλέον, θαυμάζω να βλέπω νέους ανθρώπους που ήδη από τα είκοσι και από τα εικοσιτρία τους έχουν κατασταλαγμένα και ξεκαθαρισμένα κάποια πράγματα, πολλά πράγματα: ποιοι είναι, πού πάνε και τι θέλουν· εγώ μέχρι τα 35 μου αισθανόμουν ότι μόλις είχα βγει από την εφηβεία.

Το πρώτο ορόσημο βρίσκεται στο Λονδίνο του 1997, όπως το περιγράφω σε έναν σύνδεσμο που βρίσκεται μέσα σε αυτό το κείμενο. Εκεί αναγκάστηκα να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου και, όχι βέβαια να τον νικήσω, αλλά τουλάχιστον να τον αναγκάσω να παλεύει μαζί μου, κλειδωμένο σε μια λαβή σφιχτή και για χρόνια γόρδια κι ανεπίλυτη. Στο μεταξύ έμαθα να σκέφτομαι, ή μάλλον «έγινα άνθρωπος […] γιατί ξεκίνησα εκεί να μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου, όχι αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ή περίμεναν από εμένα. Γιατί έμαθα ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και τα υπόλοιπα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και μεταμέλειες περιττές και μάταιες: με αυτό που είμαστε πρέπει να δουλέψουμε, όχι με την προσδοκία να γίνουμε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο».

Το επόμενο ορόσημο είναι στο Μανχάτταν (με είχανε στείλει με τη δουλειά) το 2008. Εκεί έζησα την πρώτη χρονιά χωρίς Πάσχα, κάτι που δέχτηκα με ανακούφιση, περιέργεια και κυρίως α-πορία. Εκεί επίσης ένιωσα βαθιά και μάλλον πικρά ότι η ζωή μου δεν πήγαινε πουθενά, κάτι που κάθε τριαντάρης νιώθει και πρέπει να νιώσει, απ’ ό,τι έμαθα κατόπιν: η απορία, που είπαμε. Φόρεσα ένα δαχτυλίδι· πήρα αόριστη αλλά πείσμονα απόφαση να αλλάξω τη ζωή μου και να γίνω προθυμότερος, πιο ευεπίφορος, πιο θαρραλέος, πιο επιτηδευμένα ανέμελος. Είπα: pecca fortiter, χωρίς απαραιτήτως το άλλο μισό τσιτάτο. Ακόμα δεν μπορούσα να πιεστώ να γίνω πιο ειλικρινής και σίγουρα δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για να απελευθερωθώ ακόμα ώστε να  γίνω και πιο αυθόρμητος, άλλωστε ο αυθορμητισμός αποτελεί υψηλή και δύσκολη τέχνη, δεν είναι το θράσος του να τα παίρνεις όλα σβάρνα. Χρειαζόταν λίγος χρόνος ακόμα: πάντα χρειάζεται χρόνος κι αλίμονο σε όσους δεν έχουν.

Μετά θυμάμαι απελπισία το 2009 και αμέσως μετά διάφορα μαγικά και μυστικά πράγματα. Ύστρερα όλα άλλαζαν. Διαρκώς. Όχι εύκολα, όχι ομαλά, όχι ανώδυνα. Άλλαζαν όμως. Άλλαζαν. Ο χρόνος άρχισε να πυκνώνει, ο βίος να παίρνει ύψος αλλά και να υφίσταται κι απότομες πτώσεις· η ορμή προς τα εμπρός αυξανόταν αλλά διακοπτόταν από κάπως βίαιες παλινδρομήσεις. Έπρεπε όμως να λογαριάσω ότι προχωρούσα, κι ας ένιωθα ανεπαρκής και ας ένιωθα να πνίγομαι όπως πάντα, κι ας πίστευα ακόμη πως είμαι ελλιπής, άσχημος κι άπρακτος.

Το 2014 πήρα δυσθεώρητο ύψος πετώντας μέχρι τη μέση του ουρανού και μετά κατακρημνίστηκα· όμως κανείς άλλος δεν το πήρε χαμπάρι πέρα από εμένα. Αυτή η απότομη και φρικτή ανατάραξη με απελευθέρωσε. Έχασα, χάθηκα, κατακρημνίστηκα, καταβυθίστηκα. Πάλεψα κι αναδύθηκα: luctor et emergo. Είχε προηγηθεί τον προηγούμενο χρόνο μια ευοίωνη προφητεία, όχι από τα άστρα και ή τις ρυτίδες των χεριών αλλά από επιτηδείως αναχθείσα εμπειρία. Θα την εκπλήρωνα την προφητεία.

Κι έκτοτε από δυνάμεως εις δύναμιν. Είμαι ελεύθερος και ευτυχισμένος, όσο το επιτρέπει ο σκατένιος κόσμος που ζούμε και που μας επιβάλλεται λες και είναι φυσική τάξη. Τώρα έχω πλήρη επίγνωση της θνητότητας γιατί ξέρω ότι μόνον ο θάνατος θα με σταματήσει ― στο μεταξύ βεβαίως η πρεσβυωπία φρενάρει τα διαβάσματά μου.

Το σώμα και ο τρόπος

furtive

Δεν είμαι κατά των ερωτικών βοηθημάτων και παιχνιδιών· βασικά δεν είμαι κατά κανενός πράγματος που χρησιμοποιούν συναινούντες ενήλικοι για να χαρούν (ας τελειώνουμε λίγο με τη μιζέρια τού «να περάσουν καλά»). Όμως πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας κάθε τόσο πόσο εκτενείς είναι οι δυνατότητες για συγκινήσεις, ηδονές και χαρά που μας προσφέρουν τα ίδια τα σώματά μας. Και δεν χρειάζεται να είναι τα φανταιζίστικα ινσταγκραμικά σώματα που μας πλασάρονται ως τα μόνα κατάλληλα για ιμέρους και λαγνείες, αφήνοντας σε εμάς τους υπόλοιπους μόνο τον ρόλο του σχολιαστή-μπανιστιρτζή.

Ίσα ίσα οι μεγάλες κι ωραίες εκπλήξεις στον έρωτα προκύπτουν από σώματα κάθε άλλο παρά ινσταγκραμάμπλ και συμβατικώς γαμάμπλ.

Όχι, μην περιμένετε να σας πλέξω το εγκώμιο της ασχήμιας ή της δυσμορφίας ή του σαγρέ, της μαλθακότητας και των πτυχών που αφήνει πάνω μας ο χρόνος. Όχι βεβαίως γιατί εξαιρούνται από τη χαρά ή γιατί απέχουν από την απόλαυση ή γιατί αποτρέπουν τις ηδονές αλλά γιατί οι ασχήμιες μας και οι ατέλειες και οι όποιες αναπηρίες μας δεν αποτελούν ακόμα ένα φετίχ: κανένα μέλος πάνω στο ανθρώπινο σώμα και καμμιά ιδιαιτερότητά του δεν είναι φετίχ.

Βεβαίως και ο καθένας από εμάς έχει τις προτιμήσεις του· όμως οι ερωτικές προτιμήσεις μας, τι μας αρέσει ή τι μας καυλώνει στην άλλη ή στον άλλο, δεν είναι ούτε μεταφυσικές ενέργειες αλλά ούτε και κάργα σχετικοποιημένες συνέπειες κάποιων ατυχημάτων του βίου μας. Τα γούστα μας και τι μας σαγηνεύει δεν είναι ιερά κι απαραβίαστα, και σίγουρα δεν είναι αμετάβλητα· δεν είναι όμως ούτε ευτελή καθέκαστα, αντανακλάσεις που μπορεί να εντοπίσει και να ευτελίσει είτε η ψυχολογικοποίηση του ποδαριού είτε η τάχα ψυχαναλυτική λαβίδα κάθε μεγαλόσχημου πατερναλιστή. Ό,τι κι αν λένε.

Έχω ερωτευτεί εξαιτίας της ομορφιάς κι έχω αγαπήσει χάρη στην ομορφιά και δεν είμαι από αυτούς που θα μεταπωλήσουν το πελώριο ψέμα της νεοσυντηρητικής εποχής μας ότι τάχα η εμφάνιση δεν μετράει ή ότι δεν θα έπρεπε να μετράει. Ακόμα ακριβέστερα, η ίδια η «εμφάνιση» δεν μετράει ακριβώς γιατί στην ερωτοπραξία αλλά και στον έρωτα, ακόμα και στην αγάπη, η εμφάνιση δεν είναι εμφάνιση, δηλαδή κάτι που ενατενίζεις από μια απόσταση μικρή ή μεγάλη. Η όψη του άλλου ή της άλλης είναι αυτό που λαχταράς και καίγεσαι να αγγίξεις, να γλείψεις, να φας και να σε φάει, να σε περιχωρήσει και να την περιχωρήσεις και να μπλεχτείς μαζί της εντελώς, από τα μπούτια και πάνω. Μόνο που, άπαξ και έγιναν αυτά, δεν είναι πια μόνον όψη. Πλέον δεν βλέπεις μόνο: έχεις χωθεί κι έχεις ανοίξει.

Και τελικά όλα τα οδηγεί ο τρόπος. Όλα όμως. Τα μικρά αλλά χαρακτηριστικά που έχουμε πάνω μας, που συνήθως περνούν απαρατήρητα αλλά κάποτε εντυπώνονται ανεξίτηλα, και παράλληλα πώς χειρίζεται η άλλη κι ο άλλος τα προφανή και τα ολοφάνερα από τα οποία χαρακτηρίζεται: αστεία δόντια και τέλεια στήθη, έλλειψη κόμπλεξ και τάση για πολυλογία, ανοικονόμητους κώλους και θελκτικά ψευδίσματα, αλλόκοτη τριχοφυία και θεοτικά χαμόγελα, μανία για φαστφούντ και εκλεπτυσμένα γούστα στο τζιν, ελαφρύ στραβισμό και κινηματογραφικές πλάτες… Δεν μιλάμε για τα ίδια τα χαρακτηριστικά, παρά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και στη λαγνουργία αλλά και έξω από αυτήν: στο πώς στεκόμαστε και πώς φλυαρούμε και πώς γελάμε και πώς πίνουμε και πώς χασμουριόμαστε.

Όσο κίβδηλη είναι η άποψη ότι η εμφάνιση δεν μετράει παρά, ξέρω γω, ο «εσωτερικός κόσμος», άλλο τόσο μικρόψυχη είναι η εμμονή με προδιαγραφές εμφάνισης: ναι, οι προτιμήσεις και τα γούστα μας είναι δεδομένα, ναι κανείς δεν πρέπει να πιέζεται μόνο και μόνο για να πει ότι πρωτοπόρησε. Όμως είναι καλό να αφήνεται κανείς στον τρόπο της άλλης ή του άλλου.

Στη σιγή του εγκλεισμού

Photo 01-01-2019, 22 46 16

Τι επιλέγεις να θυμάσαι: αναμνήσεις διαυγείς και με καθαρά περιγράμματα από τρεις με τέσσερις εποχές της ζωής ― και όλες οι υπόλοιπες αναμνήσεις είναι περιλήψεις απλές και συνοπτικές αφηγήσεις.

Και τι καταλαβαίνει κανείς από τη ζωή τελικά παρά το ότι δεν είναι απλή και ότι δεν χωράει στα πλάνα μας και στις ιδέες μας; Τι καταλαβαίνει παρά ότι ζωή είναι μόνο το τώρα της όπως το νοτίζει η νοσταλγία και όσο το μυρώνει διακριτικά η νοσταλγία; Δεν ρωτάω τι νιώθει, μόνο τι καταλαβαίνει.

Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να μιλήσει κανείς για κάτι ή για κάποια εποχή. Ο τρόπος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε: τα γραπτά είναι όπως οι συναντήσεις με τους ανθρώπους, μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους και ποτέ δεν ξέρεις εκ των προτέρων ποιος είναι ο ενδεδειγμένος, μόνον εκ των υστέρων. Όμως για τα κείμενα ισχύει το εξής: γράψε για κάτι από πάρα πολύ κοντά και λίγοι θα καταλάβουν τι λες και ακόμα λιγότεροι θα το καταλαβαίνουν σε 2, 3, 5, 10 χρόνια· γράψε για κάτι από υπερβολικά μεγάλη απόσταση και κανείς δεν θα ενδιαφέρεται για αυτό που θα εκλαμβάνει ως γενικολογίες. Ένα κακογραμμένο κείμενο μπορεί να σωθεί εάν βρίσκεται στην ιδανική απόσταση από το θέμα του.

Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί χτίζουν τη σχέση τους πάνω σε εντάσεις και καβγάδες και ζήλειες και ότι κατανοούν τον έρωτα ως ακριβώς αυτόν τον ιό που μας δίνει τα παραπάνω συμπτώματα. Στο πλευρό τους έχουν όλα τα ελληνικά σκυλάδικα, τον Πλάτωνα και μερικούς ακόμα. Όμως ξέρουμε πια τι παπάρας ήταν ο Πλάτωνας.

Σε πολλά τραγούδια ή μουσικά κομμάτια αγαπούμε το ότι λειτουργούν σαν σελιδοδείκτες: στο άκουσμά τους πάμε πίσω, και πίσω μόνο, στις στιγμές ή τις εποχές που επένδυσαν, στις εποχές των οποίων ήταν το σάουντρακ. Λειτουργούν βεβαίως ως κάτι παραπάνω από σελιδοδείκτες, αφού δεν παραπέμπουν απλώς, παρά επίσης αναπλάθουν τα καθέκαστα στα οποία καλούνται να παραπέμψουν ή αναζωπυρώνουν τη διάθεση μιας στιγμής ή και μιας εποχής.

Αυτό που αγάπησα στο σεξ, γιατί είμαι από αυτούς που αγαπούν το σεξ, που δεν τους αρέσει απλώς, είναι ότι αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τα αιθέρια έλαια της ζωής μας: συμπυκνώνει ό,τι έχει να μας δώσει ο βίος, και ο βίος δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η πληρότητα και η μάλλον άφατη γαλήνη μετά το σεξ: ευδία που τη συνοδεύουν ησυχία και βαθειά ευδαιμονία, όπου όλα τα ταπεινά βιολογικά καθέκαστα αποκτούν χαρακτήρα μυστικό και ταυτόχρονα εντελώς πραγματικό.

Τίποτα όμορφο και τίποτα σημαντικό δεν είναι εύκολο, ενώ η ευτυχία βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο και σχεδόν ποτέ στις μεγάλες πεδινές βεβαιότητες.

Ο εθνικός μας ατομικισμός

Photo 14-3-20, 15 05 25

Από το 2005 που γράφω εδώ δυο-τρεις φορές έχω ακούσει την κριτική ότι είμαι μισέλληνας και ρατσιστής κατά των Ελλήνων. Προσπερνώντας τον παραλογισμό τέτοιων ισχυρισμών απλώς επισημαίνω ότι με απασχολούν τα τυφλά σημεία των κοινωνιών, και μάλιστα της ελληνικής κοινωνίας ― αφού τυγχάνω Έλληνας.

Απεχθάνομαι τους ανιστορικούς και αταξικούς λήρους περί λαού (που δεν είμαστε), περί Ευρώπης (που επίσης δεν είμαστε), περί Βαλκανίων (που όταν τσαντιζόμαστε νομίζουμε ότι είμαστε αλλά δεν είμαστε και πολύ). Επίσης περιφρονώ διάφορα κηρύγματα και χρηστομάθειες περί ατομικής ευθύνης όταν δεν θέλουν να αγγίξουν σοβαρούς παράγοντες (την εξουσία, την πατριαρχία, τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό…) με το υποκριτικό πρόσχημα ότι «αυτά» είναι περίπου φυσικοί νόμοι…

Πιστεύω ωστόσο ότι βαραίνουν πάνω μας «η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και την δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας […]. Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται».

Παράλληλα, μας κατατρύχει και η «γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα […]: ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο».

Τα παραπάνω βεβαίως είναι γνωστά και σχεδόν προφανή. Αυτό που δεν θέλουμε να συζητάμε είναι ο βαθύς ατομικισμός μας:

«Για τον Έλληνα υπάρχει η πάρτη μου, το σόι μου, άντε το χωριό μου το πολύ πολύ και όλοι οι υπόλοιποι να πάτε στον διάολο· θα ζήσω με γνώμονα τη γνώμη του κόσμου, αλλά ο «κόσμος» είναι το σόι και οι συγχωριανοί μου. Εξού και η πολύτιμη λειτουργία της ομερτάς και της υποκρισίας, τα «κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες», «μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει» κ.ο.κ.»

Νομίζω ότι μας δυσκολεύει πάρα πολύ κάθε δραστηριότητα ή πρωτοβουλία που αποσκοπεί στο να δείξουμε αλληλεγγύη σε αγνώστους. Η έννοια της κοινότητας είναι επίσης πάρα πολύ προβληματική στην Ελλάδα: υφίσταται μόνον ως ιδέα και σπάνια σαν κάτι που μπορεί να κινητοποιήσει ανθρώπους για να δράσουν και να συμπεριφερθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η χριστιανική φιλανθρωπία στην Ελλάδα αποτελεί μια σχεδόν ιδιωτική υπόθεση· παράλληλα, κατά την έξαρση της Μνημονιοκρατίας οι δομές αλληλεγγύης κυριαρχούνταν από αναρχίζοντες κι από αριστερούς, από ανθρώπους δηλαδή των οποίων η αλληλεγγύη είναι ζήτημα αρχής κι όχι κάποια αντανακλαστικό «παραδοσιακού» χαρακτήρα. Αν κάποιος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι λοιδωρίες θεωρητικής αφόρμησης, ας δει τι έγινε μετά την αθώωση βιαστών στην Ισπανία και μετά τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα ― κι εδώ μιλάμε για δύο εξίσου σεξιστικές κοινωνίες με συντηρητικά αντανακλαστικά αγροτοποιμενικής προέλευσης.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν αισθανόμαστε καθόλου ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα πέρα από την οικογένειά μας και το σόι μας ή (άντε) την ποδοσφαιρική ομάδα μας. Όλη η ρητορική γύρω από των Ελλήνων τις κοινότητες και τους κυκλωτικούς χορούς τους εξαντλείται ακριβώς εκεί: στο επίπεδο μιας ρητορικής, ως ένα στοιχείο μιας εν πολλοίς επινοημένης παράδοσης. Η βροντερή απουσία κάθε είδους «κοινοτικού πνεύματος» γίνεται αισθητή στα χωριά μας όσο πουθενά αλλού, όπου βεβαίως ο καθένας είναι για την πάρτη του και τέλος.

Δεν είναι ακατανόητο το γεγονός ότι σε μια χώρα της οποίας τις κοινότητες άλεσε ο Εμφύλιος κάθε επίκληση σε κοινοτικές ή συλλογικές προσπάθειες συλλογικού χαρακτήρα αντιμετωπίζεται σχεδόν αυτομάτως με χλευασμό ή ψόγο, ως κάποια απάτη με σκοπό την κερδοσκοπία ή ως δυτικοφερμένη απολιτίκ αφέλεια. Αυτά τα αντανακλαστικά είναι δικαιολογημένα εν πολλοίς, αν αναλογιστεί κανείς τα κίνητρα στην Ελλάδα όσων ζητούν την εθελοντική εργασία μας στο όνομα κάποιου συλλογικού σκοπού. Για την κοινότητα και κάτι τέτοια νοιάζονται κάτι κουτόφραγκοι, άλλωστε.

Ακόμα πιο επώδυνα, δεν μας μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο ως μέλη κάποιας κοινότητας, για να ανήκουμε κάπου και για να προσφέρουμε σε κάποιους ― πέρα από ένα «να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία», συνώνυμο συνήθως του να ενταχθείς στην αγέλη των νοικοκυραίων. Οι γονείς μας μας μεγαλώνουν για να μας δουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν και για να πάμε εμείς ως ατομικότητες μπροστά, γαμώντας στην ανάγκη τους άλλους.

Είμαστε στερεά και με πείσμα ατομικιστές.

Θεούσες

κούκλα σαταν

«Αναμενόμενα είναι αυτά, είναι θεούσες.»

«Ε και;»

«Η θεούσα, άντρας ή γυναίκα, είναι ανθρωπότυπος.»

«Δηλαδή;»

«Είναι αυστηροί με τους άλλους γιατί είναι αυστηροί με τον εαυτό τους· επίσης επιδιώκουν να είναι αυστηροί με τα παιδιά τους ακόμα και αν δεν υπάρχει λόγος. Όπως για τους καριερίστες μπαμπάδες τα χατίρια υποκαθιστούν τον χρόνο που δεν περνούν με το παιδί τους, για τις θεούσες η αυστηρότητα υποκαθιστά την παιδαγωγία και τη μέριμνα.

Περιφρονούν την εξωτερική εμφάνιση αλλά μεριμνούν για αυτή όπως ο φαντάρος για τη στολή του πριν την παρέλαση: τόσο σχολαστικά όσο χρειάζεται ώστε να περνιούνται για κανονικοί άνθρωποι και νοικοκυραίοι.

Παράλληλα έχουν αποστροφή προς την καθαριότητα και την υγιεινή, που ίσως αντιλαμβάνονται σαν πολυτέλειες ή σαν λαγνικά προστάδια. Ωστόσο αυτή η αποστροφή θα εκδηλώνεται είτε ως προς την προσωπική τους καθαριότητα είτε προς την καθαριότητα των χώρων όπου ζουν ― συνήθως όχι και στις δύο.

Είναι πάντως λάγνοι, πιο λάγνοι από μένα κι από σένα, όμως αρνούνται στις επιθυμίες τους κάθε φαντασία και κάθε παιχνίδι και ― κυρίως ― κάθε χαρά.

Είναι πολύ επιμελείς σε ό,τι θεωρούν πως είναι σημαντικό, ιδίως αν αφορά κάποιου είδους άσκηση, την οποία πολλάκις ταυτίζουν παραδόξως με την οικονομία. Τους διακρίνει καρμιριά και φροντίδα για εξοικονόμηση και ανακύκλωση ― που δεν είναι όμως παρά πεπαιδευμένη φιλαργυρία.

Ωστόσο υπάρχουν τομείς στους οποίους σπαταλούν σχεδόν με αφροσύνη, ιδίως αν αφορά αυτό που θεωρούν ανώτερες επιδιώξεις, εγωιστικού χαρακτήρα συνήθως.

Βεβαίως θεωρούν τους εαυτούς του ανώτερους από όλους τους άλλους, όπως ακριβώς τα είπε ο Χριστούλης στην παραβολή με τον Φαρισαίο. Σε αυτό μοιάζουν με τους ημιμαθείς δεξιούς και με τους μορφωμένους αριστερούς.»

 

Νέοι της Σιδώνος (2020 μ.Χ.)

P1030063

Ας ξεκινήσουμε με τα πολύ βασικά, τίποτε δεν πρέπει πια να θεωρείται δεδομένο.

Το παρακάτω είναι ένα ποίημα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένο το 1920:

Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.)

Ὁ ἠθοποιός πού ἔφεραν γιά νά τούς διασκεδάσει
ἀπήγγειλε καί μερικά ἐπιγράμματα ἐκλεκτά.

Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στον κῆπο ἐπάνω
κ’ εἶχεν μιάν ἐλαφρά εὐωδία ἀνθέων
πού ἑνώνονταν μέ τά μυρωδικά
τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, καί Κριναγόρας, καί Ριανός.
Μά σάν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει –»
(τονίζοντας ἴσως ὑπέρ τό δέον
τό «ἀλκήν δ’ εὐδόκιμον», τό «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκε εὐθύς ἕνα παιδί ζωηρό,
φανατικό γιά γράμματα καί φώναξε

«Ἆ δέν μ’ ἀρέσει τό τετράστιχον αὐτό.
Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σάν λιποψυχίες.
Δῶσε -κηρύττω- στό ἔργον σου ὅλην τήν δύναμί σου,
ὅλην τήν μέριμνα, καί πάλι τό ἔργον σου θυμήσου
μές στήν δοκιμασίαν, ἤ ὅταν ἡ ὥρα σου πιά γέρνει.
Ἒτσι ἀπό σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ.
Κι ὄχι ἀπ’ τόν νοῦ σου ὁλότελα νά βγάλεις
τῆς Τραγωδίας τόν Λόγον τόν λαμπρό –
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτά ἐπί Θήβας – καί γιά μνήμη σου νά βάλεις
μ ό ν ο πού μές στῶν στρατιωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό
πολέμησες καί σύ τόν Δᾶτι καί τόν Ἀρταφέρνη.»

Όταν πήγαινα σχολείο οι (πραγματικά άξιοι) φιλόλογοι τόνιζαν ότι δεν είναι σαφές «με ποιανού το μέρος είναι ο ποιητής». Προτού προχωρήσω, αφενός ο ποιητής δεν έχει ανάγκη να είναι με το μέρος κανενός, αφετέρου αν είναι γερός ποιητής το ποίημα θα πάει πέρα και από τις συμπάθειες και από τις πεποιθήσεις του.

Αλλά ας πούμε ότι μας νοιάζει εδώ με ποιον είναι ο ποιητής: με τους νέους της Σιδώνος, ηδυπαθώς μεν αρωματισμένα και φανατικά για γράμματα τεκνά αλλά με κάποια ροπή στον στόμφο; ή είναι με τον άνθρωπο της αυστηρής τέχνης ποιητή των Περσών (οι οποίοι αποσιωπώνται από τον προπετή επικριτή του…) που έβαλε τον συλλογικό αγώνα πάνω από το έργο του και επέλεξε να τον θυμούνται γι’ αυτόν;

Η απάντηση πρέπει είναι σύνθετη, αφού η όχι και πολύ λεπτή ειρωνεία με την οποία αποδίδεται η πομπώδης αξιολόγηση του Αισχύλου εκ μέρους κάποιου ανώνυμου σιδώνιου νεαρού συνυπάρχει με τον υπαινιγμό της επιθυμίας εκ μέρους του ποιητή για ακριβώς αυτόν τον νεαρό. Τέλος, αυτός ο ανώνυμος νεαρός μιλάει περισσότερο σαν θρασύ οξμπριτζιανό κολλεγιόπαιδο σύγχρονο με τον ποιητή, άρα μάλλον πιο ρεαλιστικά επιθυμητό: μεταφράστε στα αγγλικά τη γνώμη του για τον Αισχύλο και θα πεισθείτε.

Το θέμα μας είναι άλλο: οι νέοι της Σιδώνος όχι του 400 ή του 1920 (ή του 1971) αλλά του 2020. Ταγμένοι με πεποίθηση και νηφαλιότητα στο πλευρό της αυθεντίας και της εξουσίας, είναι «νέα παιδιά που φωνάζανε χρόνια για την κατάντια του ελληνικού κράτους και την ανάγκη ανασυγκρότησης μιας Ελλάδας που δεν τρώει τα παιδιά της, και μπλα μπλα μπλα, το μόνο που ήθελαν ήταν μια διαβεβαίωση ότι εξακολουθούν να είναι προνομιούχοι και ασφαλείς», όπως γράφει ο Στέργιος Χατζηκυριακίδης. Η ταύτισή τους με ό,τι θεωρούν αυθεντία και με τους φορείς της εξουσίας απορρέει από την ανάγκη τους να διατηρήσουν τα όποια προνόμιά τους, και δη αβάδιστα.

Σλόγκαν τους είναι το καλλιμάχειο «σικχαίνω πάντα τὰ δημόσια». Οι νέοι της Σιδώνος του 2020 περιφρονούν οτιδήποτε συλλογικό· συντάσσονται με κάτι ελαφρώς λιπαρούς και παλαιάς κοπής παραμυθάδες μπούμερ ως προς τη δοξασία ότι τίποτα συλλογικό δεν τελεσφορεί ποτέ, ότι οι επαναστάσεις καταντούν τυραννίες αφού προδοθούν, ότι το δημόσιο είναι χυδαίο και το ιδιωτικό βαρύτιμο και μυρωμένο. Φαίνεται να μην ξέρουν ότι τίποτε από όσα κάνουν τον κόσμο μας ελλιπώς κι επισφαλώς ελεύθερο και πολιτισμένο κερδήθηκαν μές στῶν διαδηλωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό.

Θέλω να ελπίζω ότι δεν θα φάω καμμιά χελώνα κατακέφαλα τώρα κοντά γιατί δεν έχω δώσει ακόμα στό ἔργον μου ὅλην τήν δύναμί μου, ὅλην τήν μέριμνα: θέλω να ελπίζω ότι έχω χρόνο ακόμα. Όσο όμως και να αγαπώ τη δουλειά μου (για την οποία δεν μιλάω ποτέ εδώ, και μια χαρά το καταφέρνω εδώ και 15 χρόνια), όσο και να θυμάμαι μές στήν δοκιμασίαν, αν με ρωτήσει κάποιος για τι νιώθω περήφανος, θα μνημονεύσω όταν μές στῶν διαδηλωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό πολέμησα καί ἐγώ χειρότερους από τόν Δᾶτι καί τόν Ἀρταφέρνη, έστω και χωρίς όπλα, έστω και σε μια μικρή και ανώνυμη πόλη.

Αυτό που ξέρουμε 100 χρόνια μετά το 1920 είναι πως ούτε αρωματισμένοι νέοι, ούτε φανατισμός για γράμματα, ούτε άλλα πολλά και σαφώς σημαντικότερα μπορούν να υπάρξουν για πολύ σε έναν κόσμο ατομικών προνομίων και νηφάλιων προνομιούχων. Οι νέοι της Σιδώνος, με τη ρητορική τους προπέτεια και τον όλο βεβαιότητες κατακριτικό στόμφο τους επιμένουν να το παραγνωρίζουν.

Paradise Circus

Photo 12-2-20, 21 10 47

Ποτέ ποτέ ποτέ δεν έπαψα να έχω επίγνωση πόσο προνομιούχος είμαι. Είμαι παιδί αγρότισσας και τεχνικού αλλά υπήρξα προνομιούχος και μετά έγινα ακόμα πιο προνομιούχος. Όχι προνομιούχος όπως οι γόνοι, οι καημένοι γόνοι που τους βαραίνει το βαρύ όνομα κάποιου βαρετού αλλά πολύ πολύ σημαντικού μπαμπά· όχι προνομιούχος όπως όσοι ζουν από ενοίκια και μετοχές και θέλουν να αφήσουν έργο πίσω τους, ενίοτε ματαιοπονώντας· όχι προνομιούχος όπως οι όντως προνομιούχοι ― αλλά προνομιούχος πάντως.

Τα προνόμια σου επιτρέπουν να πετάς λίγο πιο εύκολα από όταν είσαι σκλάβος, γυναίκα, φτωχός, πρεκάριος, πούστης κτλ. Όμως όλοι θέλουμε να πετάμε. Όλοι. Ακόμα και αυτός που περιφρονούμε και βδελυσσόμαστε σαν καλοί φαρισαίοι που είμαστε. Ακόμα και αν δεν ήταν το Ενσαρκωμένο Απόλυτο, ο Εβραίος Προφήτης ενός ασυνάρτητου κόσμου που δεν ήθελε ακριβώς να προσαρμοστεί στην ειρήνη του Καίσαρα και Αυγούστου ήξερε πολύ καλά τι έλεγε όταν μίλαγε για φαρισαίους και κρόσια ευσεβείας. Και είχε δίκιο ότι οι τσούλες κι οι κάγκουρες προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών, έχουν πιο δυνατή από εμάς και πιο ανεμπόδιστη την ανάγκη να πετάμε. Οι τσούλες και οι κάγκουρες, αυτοί που δεν είναι προνομιούχοι, αυτοί για τους οποίος το πέταγμα στα ουράνια είναι δύσκολο.

Όμως εγώ είμαι προνομιούχος και δεν έχω τον θεό μου.

Ο θεός της Ελλάδας βεβαίως δεν είχε τίποτε άλλο στην νου του μηγαρίς ελευθερία και γλώσσα. Αυτό με τη γλώσσα, τι να πω, δεν ξέρω, η γλώσσα είναι σαν αυτές τις υπέροχες εργαλειοθήκες με 37 κατσαβίδια και 23 γαλλικά κλειδιά και 2-3 κάβουρες κι έναν καλό βερνιέρο ― γιατί να έχεις εκεί τον νου σου; Για να κάνεις τη δουλειά του νου σου την έχεις τη γλώσσα. Αλλά ελευθερία, ε ναι. Ναι. Ναι και πάντα ναι. Εκεί είχα πάντα κι εγώ τον νου μου: περισσότερη ελευθερία, καλύτερη ελευθερία, βαθύτερη ελευθερία, ιλαρότερη ελευθερία, πνευματικότερη ελευθερία. Πώς να το πω αλλιώς: να πετάμε πιο ψηλά και πιο μακριά, σαν ακροβάτες που δεν φοβούνται τη βαρύτητα ή μάλλον που έχουν αποδεχτεί τι μπορεί να τους κάνει η βαρύτητα αλλά επιμένουν να πετούν και να πιάνονται ο ένας από τον άλλο καθώς πέφτουν στο κενό.

Και τι άλλο είχα πάντοτε στον νου. Τα σώματα. Τη χαρά των σωμάτων. Ναι, ο νους μας πάει στην ανεκλάλητη χαρά της καύλας, στον μονότονο κι αναπόδραστα ιμερικό παλινδρομικό χορό της και όσα τον συνοδεύουν, αλλά δεν είναι μόνον αυτή· δεν είναι αυτή η μόνη χαρά στις πολλές και διαφορετικές εκδοχές της και στο πώς τη χρωματίζει ο χρόνος, η νοσταλγία, η προσμονή ή ― κάποτε ― η βαθιά λαχτάρα για έναν άνθρωπο που άργησε να έρθει εκεί όπου θα μπορούσαμε να τον συναντήσουμε: σε μια κλειστή στοά, σε μια υπαίθρια σκακιέρα, σε μια οικεία ή ξένη πόλη όλο υποσχέσεις.

Δεν είναι μόνον αυτή η χαρά των σωμάτων. Είναι και η θάλασσα, για όσους στέργετε την κολλώδη αλμύρα της και την απατηλή δροσιά της που σας περικλείει, είναι και το εγερτήριο φίλημα της πρωινής ψύχρας και η στεγνή παγωνιά των βουνών (εκεί κλίνω εγώ, αλλά μη σας νοιάζει) και το να στέκεσαι ζωντανός πάνω σε μια κορφή και να λες πολύ αμερικάνικα στον θάνατο που όλους μας καρτερεί «not today». Είναι να ξέρεις στο πετσί σου και στο χορτάτο από ύπνο και έρωτα δέρμα σου ότι μία είναι η ημέρα που ζούμε και θα τη ζήσουμε ξανά και ξανά και όσο πιο ευφρόσυνα γίνεται. Θα είμαστε για ακόμα μια μέρα μαγεμένα παιδιά στο τσίρκο του εφήμερου παραδείσου της μικρής ζωής μας.

Είμαι ο Σραόσα

2011-12-04 00.28.09

Αυτές τις μέρες το ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς, ο μόνος όρθιος στην αυλή του Αχούρα Μάζντα, ο μπλογκάς που διαβάζουν μόνον 500 άνθρωποι αλλά όλοι τους έφτιαξαν συγκροτήματα, κλείνει 15 χρόνια.

Αντί να ξαναλέω τα επετειακά, απλώς θα πω ότι πλέον ο Σραόσα είναι παραπάνω από ψευδώνυμο, από μια απλή μάσκα. Για το μεγαλύτερο πλέον μέρος της ενήλικης ζωής μου ο Σραόσα αποτελεί τρόπο ύπαρξης για μένα. Ένας τρόπος για να μπορώ να είμαι περισσότερο αυτό που αλλού επιβάλλεται να είμαι λιγότερο.

Θεοπτία

20140813_223531-1

Αποθρασύνθηκαν οι χριστέμποροι που ανέκαθεν διαφεντεύουν τις κρίσεις και τις ευαισθησίες των απλών ανθρώπων, όσων δηλαδή δεν ζούνε στις αριστερές φούσκες δικαιοσύνης και ισηγορίας ή στον βλαχοδεξιό θαυμαστό κόσμο της εταιρικής ευθύνης και των πασαλειμμάτων τουριστικής Ευρώπης.

Βγαίνουν οι χρυσοποίκιλτοι που χωρίζονται στη φατρία των επιχειρηματικώς υποκριτών και στη φατρία των αποστεγνωμένων μισανθρώπων και κραδαίνοντας τις μιαρές πατερίτσες τους, ράβδους που επιστέφουν δράκοντες οι οποίοι τάχα αποστρέφονται ένα μικροσκοπικό σταυρουδάκι στη μέση τους, προγκάν τα πρόβατά τους: όσοι δεν θέλουν να είναι πελατάκια των ελεεινών νεκροταφείων τους δεν θα διαβάζονται, όσες κάνουν έκτρωση είναι φόνισσες ― ω! δείτε πώς ευθυγραμμίστηκε η πούρα και ρωμέικη Ορθοδοξία της Συνόδου με τις πιετιστικές και προτεσταντίζουσες θρησκευτικές οργανώσεις, λάβροι νεορθόδοξοι θεολόγοι!

Και φυσικά η διανοούμενη αριστερά που ζει στον κόσμο της σοσιαλιστικής κουκουρούκου και των απεδαφικοποιήσεων από μπενγιαμινική σκοπιά, όταν δεν έχει παραδοθεί στην τσελιγκάδικη καφρίλα του Κόμματος, γράφει με όλο εκ του ασφαλούς παρρησία στα νεορηγάδικα μερμελίνια της τι λέει η Σύνοδος· ταυτόχρονα η φω μπουρζουά ακολουθία του Κούλη, πλούσιες κληρονόμες από ΒΠ και δεξιές αδερφές και κάτι γραβατωμένοι λαδέμποροι και στιλπνοί μπαρμπάδες, σταυροκοπιέται ανακουφισμένη που έχει αρκετά λεφτά και πάλι να διάγει τον υποκριτικό πλην όμως πρακτικό βίο της.

Στο μεταξύ, και με ευθύνη των θεοκάπηλων, σε μια κοινωνία που δεν μπορείς ούτε γκομενικό σκηνικό να στήσεις χωρίς μια Σμύρνη να καίγεται και πρόσφυγες να θαλασσοπνίγονται, συνήθως ως μουσική υπόκρουση νταλαριανή σε  κάποιον φασέικο καφενέ ή σε ταβερνείο σκέτη ελληνικότης, οι πρόσφυγες και οι έγκλειστοι στη Μόρια είναι λέει εχθροί μας και εισβολείς.

Ό,τι τοπικιστική και μισαλλόδοξη και καχύποπτη καβαλίνα αποπατήθηκε ποτέ σε αυτόν τον τόπο από καταβολής Μαυροκορδάτου και Κωλέττη και πώς τον έλεγαν τον άλλο τον λεχρίτη αναγεννάται και πάλι από την κοπρώδη τέφρα της για να πνίξει ανυπεράσπιστους ανθρώπους που πέρασαν μέσα από ανομολόγητες φρίκες και διαβήκαν τη θανάσιμη τάφρο του Fortress Europe για να φτάσουν στην Ελλάδα του φωτός, όπου θα εύχεται τον θάνατό τους κάθε κακαράντζα και κάθε αρχιδομούρης, όπου θα τους ταΐζει το ελληνικό κράτος μούχλα και σαπίλα, όπου θα κρυώνουν εξαθλιωμένοι και θα πεθαίνουν αβοήθητοι σε δομές, κλειστές ή μισάνοιχτες, παραδομένοι στην απόγνωση.

Άνθρωποι που μεγαλώσαμε με ιστορίες προσφυγιάς διώκουμε τους πρόσφυγες, όταν δεν εκτονώνουμε τη λυσσώδη μισανθρωπία μας στους Εβραίους (ω ναι, δεν υπήρξαμε ντιπ για ντιπ αντισημίτες, περιμέναμε κάποια μάλλον πλαστή έρευνα να μας το πει), στον Αλβανό, στον διπλανό.

Όχι δεν θεωρώ ότι είμαστε κακοί γιατί είμαστε Έλληνες, ούτε τίποτα τέτοιο. Βλέπουμε σε ολόκληρη την Ευρώπη κοινωνίες που παρήγαν πολιτισμό να κατρακυλούν στη βαρβαρότητα και να κυλιούνται μέσα στα σκατά με μπρίο και ω πόση μα πόση περηφάνεια: μαζί με την Ουγγαρία και την Πολωνία και άλλους πάμε κι εμείς. Ποιος φταίει; το ελληνικό ντιενέι, που δεν βγάλαμε Διαφωτισμό και τέτοιες μαλακίες; Όχι. Το άλας που μωράνθηκε φταίει. Και βέβαια άλας δεν είναι και δεν ήταν ποτέ οι δεσποτάδες (υπάλληλοι της πιο άτεγκτης εξουσίας είναι αυτοί, θεράποντες του προτύπου κάθε αυταρχισμού) αλλά όσοι έχουμε την ευθύνη να είμαστε το άλας. Τη δουλεία στο Ηνωμένο Βασίλειο την κατάργησαν πέντε άνθρωποι και δέκα βλαμμένοι κουάκεροι: αυτοί ήταν το άλας. Εδώ;

Εδώ η Μάγδα Φύσσα πάλευε σχεδόν μόνη. Εδώ δεν γίνονται μαζικές διαδηλώσεις για την Τοπαλούδη, γιατί βεβαίως οι γυναίκες πρέπει να είναι ή θύματα ή παρθένες εκτός κι αν πρόκειται να ξεσκιστούν μαζί μας και μόνον μαζί μας ― οπότε και πάλι προς το «θύματα» τις κόβω, υποψήφιες για εθισμό σε ψυχοφάρμακα που θα παίρνουν από μόνες τους. Μιλώντας για γυναίκες, οι βιαστές δικαιούνται μια δεύτερη και μια τρίτη ευκαιρία, ακόμα και αν σκότωσαν το θύμα τους για να τελειώνουν· η γυναίκα που πήγε και άνοιξε τα πόδια της δεν δικαιούται καμμία ευκαιρία γιατί η έκτρωση είναι φόνος και να το φορτωθεί τώρα το κουτσούβελο κι όλα κομπλέ: θείο δώρο.

Βέβαια οκέι, η γυναίκα τέλος πάντων δικαιούται να υπάρχει. Και, εδώ που τα λέμε, και ο πούστης δικαιούται να υπάρχει, ιδίως άμα είναι ο Μάνος Χατζιδάκις ή καμμιά δεξιά αδερφή ντυμένη μέσα στο καμπ του χρήματός της ή κάποιος 100% άντρας που δεν σπάει η φωνή του ξέρω γω και πάει μόνο με πολύ άντρες ― και ποιος δεν λαχτάρησε ένα μουστακαλίδικο τσιμπουκάκι μωρέ; Αυτοί που δεν δικαιούνται να υπάρχουν είναι κάτι κραγμένες φτερούδες που τσιρίζουν και κουνιούνται και βάφονται και προκαλούν. Αυτά τα σαμοβάρια δικαιούσαι να τα σφάξεις ατιμωρητί μέρα μεσημέρι στην πάροδο της Πατησίων γιατί σου χαλάνε την αισθητική.

Την αισθητική του Βελόπουλου, των μακεδονικών συλλαλητηρίων, του εμπορίου ιερών λειψάνων, των εκκενωμένων καταλήψεων, των φαλλικών κενών ουρανοξυστών στο Ελληνικό, των τοξικών αποβλήτων στις Σκουριές, του πατριωτικού κι ευσεβούς ΣΥΡΙΖΑ, του οριακά δυσπραξικού πρωθυπουργού που πήρε το κράτος όλο πάνω του αφού το στόκαρε μετακλητούς και πάει διακοπές, την αισθητική του οργανωμένου εγκλήματος και του τηλεοπτικού ψεύδους, των συλλαλητηρίων για τον ΠΑΟΚ και των πολιτευτών και λοιπών παραγόντων του ΟΣΦΠ, των AirB’n’B και των χιψτεροφαγείων με φαλάφελ πεντάευρου.

Pape Satàn, pape Satàn aleppe!
Pape Satàn, pape Satàn aleppe!
Pape Satàn, pape Satàn aleppe!

Στοιχεία για το 2020

Μισάνθρωποι

Ζακ

Τον Σαχζάτ Λουκμάν τον σκότωσαν κάτι ναζί γιατί ήταν φτωχός σκούρος ξένος. Τον Παύλο Φύσσα τον σκότωσαν οργανωμένα οι ναζί γιατί ήταν αντιναζί.

Οι δύο αυτοί φόνοι και πολλοί σαν κι αυτούς είναι αναμενόμενοι: αυτός είναι ο φασισμός, έτσι κάνουν οι φασίστες. Οι εγκληματίες ήταν μέλη της ναζιστικής συμμορίας.

Εκείνο που είναι τερατώδες και θα έπρεπε να μας τρομοκρατεί περισσότερο και από τον οργανωμένο ναζισμό και τα εγκλήματά του είναι ο φόνος του Ζακ Κωστόπουλου.

Αφενός στο κέντρο της Αθήνας μέρα μεσημέρι σκοτώνουν έναν άνθρωπο δράστες που δεν είναι οργανωμένοι ναζί, σε αποστολή ή μη, επειδή κουνιόταν και τσίριζε. Αυτό. Σκεφτείτε το. Όχι γιατί ήταν ξένος, εχθρός, μετανάστης κτλ. κτλ. κτλ. Επειδή τον μουντάρησαν και πανικοβλήθηκε. Επειδή κουνιόταν και τσίριζε. Και το λέω όπως το αιτιολόγησαν εντός τους οι φονιάδες του.

Αφετέρου στήνεται με θαυμαστή ταχύτητα, σαν σε πιτ στοπ, η συγκάλυψη του φόνου.

Άρα, όχι μόνον το μισανθρωπικό μένος που μολύνει την ελληνική κοινωνία έχει πολύ περισσότερους στόχους από όσους θέλουμε να παραδεχτούμε, αλλά επίσης τα αντανακλαστικά υπόθαλψης και συγκάλυψης ενός τόσο εξόφθαλμα εν ψυχρώ φόνου είναι εμπεδωμένα και αυτόματα.

Ταυτόχρονα, η κοινή γνώμη είναι υπερπρόθυμη να προσλάβει και να αποδεχτεί την υπόθαλψη των φονιάδων και τη συγκάλυψη του στυγερού έργου τους.

Αυτό περί της ελληνικής κοινής γνώμης είναι σαφές σε όποιον βγει από τη φούσκα μας.

Έξω από τις φούσκες

Η αποτυχία της Αριστεράς βρίσκεται και στο ότι παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στη φούσκα της. Έξω από τη φούσκα βρίσκονται οι πραγματικοί ταξικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές δυναμικές, η όντως ιδεολογία.

Πολλοί αριστεροί αλλά και γραφιάδες των αστών νομίζουν ότι ο Αθηνών Χριστόδουλος ανέστησε τον πεθαμένο της ελληνορθόδοξης μισαλλοδοξίας και βαρβαρότητας. Η ελληνορθόδοξη μισαλλοδοξία και βαρβαρότητα δεν ήταν όμως παρά ένας βρυκόλακας που περίμενε κάποιον «έλα πάλι» να του πει, για να περάσει το κατώφλι του δημόσιου βίου.

Στις λαϊκές γειτονιές και στην επαρχία, οι θρησκευτικές οργανώσεις, τα πολλά παρακλάδια τους και οι μιμητές τους από τον Κλήρο ποτέ δεν έπαψαν να παράγουν ιδεολογία: να κλαίνε χαμένες πατρίδες με έναν τρόπο κάπως εριστικό· να παριστάνουν τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ή ενίοτε τον Μιχαήλ Ψελλό απέναντι σε «αθέους» και λιγότερο «αθέους» πολιτικούς· να κυκλοφορούν και να διακινούν μαζικά βιβλία και φυλλάδια υπέρ της πολυτεκνίας, κατά των εκτρώσεων, κατά της θεωρίας της εξέλιξης, κατά των αιρετικών και των «παπικών»· να καλλιεργούν τον αντισημιτισμό· να δείχνουν στον κόσμο παντού τέρατα και σημεία των σκοτεινών δυνάμεων. Υπενθυμίζω ότι τη δεκαετία του ’90 η Λάρισα, πόλη περίπου 100.000 κατοίκων, συγκλονιζόταν από τον πόλεμο των δεσποτάδων (με ΜΑΤ και ξύλο και καταστροφές), υπενθυμίζω ότι ο Καντιώτης κυβερνούσε τη Φλώρινα, υπενθυμίζω ότι η Θεσσαλονίκη (η μικρομεσαία αδελφή της Κωνσταντινούπολης που αξίζει στον νέο ελληνισμό μας) παπαδοκρατείται

Πόσους έχετε ακούσει να μιλούν για τις οργανώσεις και τη δράση τους; Επίσης, πώς τις αντιμετώπιζε η Αριστερά; Μα φυσικά ως γραφικότητες. Μα, αγαπητοί οργανικοί διανοούμενοι, και το προλεταριάτο και το πρεκαριάτο γραφικά είναι: δεν ξέρουν να εκτιμήσουν μια σωστή ταινία, ένα καλό βιβλίο, μια μουσικάρα αθάνατη ξέρω γω.

Ελευθερία και τζούρα

Το κάπνισμα σκοτώνει και αυτούς που δεν επιλέγουν να δοθούν στην απόλαυσή του. Αυτό το απλούστατο γεγονός βρίσκεται στο συλλογικό τυφλό σημείο μας, όπως π.χ. η οπλοφορία στο αντίστοιχο αμερικάνικο.

Είναι λοιπόν τρομερό να γίνεται σημαία ελευθεριακότητας και αντίστασης το «δικαίωμα» να καπνίζει κανείς σε κλειστούς χώρους στη μεταμνημονιακή Ελλάδα της κρυμμένης εξαθλίωσης και της υπεραναπληρωτικής κανονικότητας· στην ίδια χώρα όπου ξανανοίγουν συζητήσεις για τις αμβλώσεις (προσεχώς και για τον «ελεύθερος έρως»), όπου οι γυναίκες βιάζονται και φονεύονται αλλά παριστάνουμε ότι έπεσαν θύματα τροχαίου ή ότι τιμωρήθηκαν για την ελευθεριότητά τους από κάποια μοχθηρή θεότητα, στη χώρα όπου η καταστολή του «πολιτικού εγκλήματος» είναι καμάρι και τιμή μιας παράταξης που ― συγγνώμη κιόλας ― το 1974 πρωτοστάτησε στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Η ΠτΔ κι οι γτπ

Υπάρχει μια παράδοση κόμματα για τιμητικούς λόγους να προτείνουν υποψηφίους για την Προεδρία της Δημοκρατίας που δεν έχουν καμμία ελπίδα να εκλεγούν.

Το ασαφούς ταυτότητας, ακατανόητου ονόματος και γοητευτικά προσωποπαγές κόμμα του Γιάνη Βαρουφάκη, τον οποίο καθόλου δεν αντιπαθώ, πρότεινε την κυρία Μάγδα Φύσσα.

Αμέσως ξεκίνησε αριστερή θύελλα καταγγελιών για την καπήλευση του ονόματός της. Αναρωτήθηκα (βιαστικά, για δεύτερη φορά μέσα σε μια βδομάδα) αν θα γινόταν το ίδιο σούσουρο εάν την είχε προτείνει το Ιερό και Τιμημένο, το Ένα, του Λαού και του Περισσού.

Η θύελλα φούντωσε όταν η κυρία Φύσσα, που θα της άξιζε η Προεδρία της Δημοκρατίας όχι γιατί έχασε ένα παιδί από τα φασιστικά φίδια αλλά για αυτό που κάνει έκτοτε, δήλωσε ότι αρνείται την τιμή, για την οποία δεν είχε καν ρωτηθεί.

Εύλογα και δικαιολογημένα όλοι έπεσαν πάνω στον Βαρουφάκη να τον φάνε για τον τυχοδιωκτισμό του, αυτόν τον τυχοδιωκτισμό που ως τακτική  αρματολικιού θα έσπαζε τον ευρωπαϊκό συνασπισμό που μας λεηλάτησε την προηγούμενη δεκαετία και κατόπιν έστειλε τον ηθικό λογαριασμό στον ελληνικό λαό και στη «Μεταπολίτευση».

Ο Βαρουφάκης, συνεχίζοντας το προεδρολογικό αυτή τη φορά αρματολίκι του, μάλλον λόγω επαγγελματικής διαστροφής, έκανε μια δήλωση απίθανης στρεψοδικίας. Δεν θα την απαθανατίσω.

Ωστόσο η ανατροπή ήρθε όταν η κυρία Φύσσα δήλωσε το εξής, κτήμα μας για το μέλλον, επανερχόμενη στο ουσιώδες:

Αυτό που θα ήθελα να πω προς όλους τους δημοσιογράφους είναι ότι για μένα προσωπικά η πρόταση του κ. Βαρουφάκη ήταν τιμητική. Δεν στέκομαι στο αν με ρώτησε ή δεν με ρώτησε. Το θεωρώ δευτερεύον, αν και σ’αυτό στάθηκαν όλοι οι δημοσιογράφοι. Θέλω όμως να πω κάτι άλλο. Θα ήθελα αυτόν τον ζήλο που επέδειξαν το απόγευμα της Πέμπτης τα Μέσα Ενημέρωσης, που δεν άφησαν ούτε μια στιγμή ησυχίας για μένα και την οικογένειά μου, να τον έδειχναν στις 18 Δεκεμβρίου 2019, όταν η εισαγγελέας της έδρας Αδαμαντία Οικονόμου έκανε την πρότασή της που κόντεψε να μας στείλει όλους αδιάβαστους. Εξαιρώ βέβαια τους λίγους δημοσιογράφους που έχουν παλέψει όλα αυτά τα χρόνια γι’αυτή τη δίκη. Αλλά θα ήθελα όλοι να είχαν δείξει τον ίδιο ζήλο που έδειξαν την Πέμπτη. Να είχαν κάνει την κριτική τους και να είχαν παρουσιάσει αυτή την πρόταση σε όλον τον κόσμο. Θα ήθελα τότε να με έψαχναν απελπισμένα, όπως με έψαχναν χθες, όπου μάλιστα το μόνο που με ρωτούσαν ήταν αν ρωτήθηκα ή δεν ρωτήθηκα. Όσο για την τηλεόραση που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, θα έπρεπε τα πέντε αυτά χρόνια να είναι εδώ και να παρακολουθεί τη δίκη, στην οποία έχουν αποκαλυφτεί τα πάντα. Κι από αυτά ελάχιστα έχουν παρουσιαστεί

Σιωπή επέπεσε μετά.

Η συζήτηση λοιπόν στράφηκε στην υποψηφιότητα της κυρίας Σακελλαροπούλου.

Αίφνης της καταλογίστηκαν όλες οι σκαιές αποφάσεις που πήρε το Συμβούλιο της Επικρατείας τα τελευταία 10 χρόνια, ένα σώμα του οποίου η Ολομέλεια έχει μέγεθος εφτά ποδοσφαιρικών ομάδων και στο οποίο μάλιστα προεδρεύει μόλις έναν χρόνο ή κάπου εκεί.

Πολλοί είπαν ότι δεν έχει σημασία που είναι γυναίκα, γιατί και η Θάτσερ και η Τανσού Τσιλέρ και η Ωλμπράιτ ήταν γυναίκες.

Άλλοι, πιο προχώ, είπαν ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι διακοσμητικός και ότι κακώς ασχολούμαστε. Το «κακώς ασχολούμαστε» είναι σημαία όσων είναι πολύ πιο εμβριθείς κι ευφυείς από π.χ. όλους εμάς, ενώ θα μπορούσε να είναι σημαία γαλανόλευκη με στέμμα, ξέρω γω: διάδοχοι υπάρχουν.

Γενικότερα, να πω κι εγώ πως η κριτική σε έναν θεσμό άλφα πρέπει να γίνεται με όρους του τι εξυπηρετεί και που αποσκοπεί ο θεσμός άλφα με την ύπαρξη και λειτουργία του. Φανταστείτε να βγω να μιλήσω για τη μούργα του ελληνικού ποδοσφαίρου με όρους «εγώ δεν καταλαβαίνω το ποδόσφαιρο και γιατί να υπάρχει». Δεν θα είμαι κάπως εκτός θέματος; λίγο ό,τι να ‘ναι; έως και γτπ;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως θεσμική θέση είναι θεσμός ενός κράτους ο οποίος ορίζεται και διέπεται από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Κριτική στον θεσμό του ΠτΔ τύπου «ναι αλλά εγώ είμαι κατά του κράτους» ή «ναι αλλά εγώ θα ήθελα μία ή έναν Πρόεδρο που θα εκπροσωπεί το πανκ» δεν είναι κριτική, είναι κουβενταναγίνεται.

Κι αυτό ισχύει και για θέματα πέραν του ΠτΔ ή του ποδοσφαίρου.