Πενθέκτη

Η Πενθέκτη Σύνοδος, ή η εν Τρούλλω, είναι μια σύνοδος της Ανατολικής Εκκλησίας που εξέδωσε 102 κανόνες. Οι κανόνες αυτοί βασικά ποινικοποιούν το θέατρο, την πορνογραφία, τους μίμους, την ευθυμία και διάφορες άλλες χαρές της ζωής. Επίσης καταπιάνονται με φλέγοντα ζητήματα, π.χ. αν επιτρέπεται οι χριστιανοί να τρώνε γάλα και αυγά τη Σαρακοστή. Η ποινή για τη μη συμμόρφωση είναι σχεδόν παντού ο αφορισμός.

Η Σύνοδος αυτή έγινε το 692, δεν αναγνωρίζεται ως Οικουμενική (γιατί δεν την αναγνωρίζει η Ρώμη) αλλά οι πονηροί Ανατολικοί, εμείς, ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί παράρτημα της Πέμπτης και της Έκτης Συνόδου. Άρα μας δεσμεύει.

Η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της Πενθέκτης Συνόδου καταδεικνύουν ότι ο μισανθρωπικός, άχαρος, χρηστομαθής και δικανικά ρυθμιστικός των πάντων χαρακτήρας της χριστιανικής πίστης δεν είναι προϊόν ούτε του Καλβινισμού, ούτε του Ακινάτη. Είναι χαρακτήρας σύμφυτος με μια πίστη βαθιά κι ανεπανόρθωτα καχύποπτη απέναντι σε κάθε χαρά της ζωής, σε ό,τι ιμερικό και σε ό,τι γελαστό και ταξιδιάρικο.

Κι όλα αυτά τα σκεφτόμουν απόψε γιατί στο διπλανό τραπέζι καθότανε μια γνωστή μου με την καινούργια γκόμενά της και δυο φίλες της. Ανέδιδαν χαρά και λίγη μέθη ερωτική, γέλαγαν και μοιάζανε μαγεμένες — ιδίως τα δυο κορίτσια τα διακριτικώς ερωτόληπτα. Και σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναπέσουμε στον κόσμο όπου ως ερωτοπραξία και συζυγία υπάρχει μόνον ο σεμνός γάμος αντρός και γυναικός με όλη την υπόλοιπη ανθρώπινη εμπειρία, το φιλέτο της, να κρύβεται στους ίσκιους όπου καταφεύγουμε για να κατουρήσουμε, για να κλέψουμε κανα πορτοφόλι — ή χειρότερα.

Η φαντασίωση της απαρασάλευτης ευταξίας

Απεχθάνομαι την άλογη βία και τα άσκοπα μπάχαλα. Στην εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08 αισθάνθηκα να εκτονώνεται οργή κι απελπισία όπως πάρα πολλοί άλλοι· νομίζω ότι δικαιωθήκαμε. Αλλά με ντου σε κρεοπωλεία και σε τρόλεϋ ή με σαχλές ασκήσεις νετσαγιεφικής κατεδάφισης του καθεστώτος δεν μπορώ καν να ασχοληθώ.

Σε προσωπικότερη κλίμακα, δεν είμαι από εκείνους που αισθητικοποιούν τον πόνο ή που του προσδίδουν ιαματικές ιδιότητες. Δεν ηρωοποίησα ποτέ την πρέζα και σε αυτό απλώς ακολουθώ όσους βγήκανε μέσα από την πρέζα. Δεν πιστεύω ότι μαθαίνει μόνον όποιος παθαίνει: μαθαίνεις και μέσα από τη χαρά, κυρίως μέσα από αυτή.

Συνεπώς δεν είμαι της γνώμης ότι «η νεολαία χρειάζεται να αλητέψει και να μπαχαλέψει λιγουλάκι» επειδή π.χ. «είναι στη φύση της». Βεβαίως το πρόβλημα της λεγόμενης νεολαίας είναι επί δεκαετίες ακριβώς το αντίθετο: της έχει απομυζήσει κάθε ικμάδα ο κομφορμισμός, η μεσιανική προσδοκία του γάμου, η προσκύνηση του δανείου και η εργασιακή χίμαιρα εν μέσω άνυδρης ανεργίας· ταυτόχρονα παραμένει δεσμώτρια των γονέων ή ανδράποδο ατυχών συμβιώσεων, μέσα στους οποίους μαραίνεται η χαρά κι η ελευθερία της. Άλλωστε, εν Ελλάδι μόλις κάνεις παιδί εκεί στα 30-κάτι τελειώνει η ζωή σου και αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή του βίου που καταλήγει στον τάφο και τέλος: νεαρά μποέμ ζευγάρια με παιδάκια βλέπουμε μόνο στις ξένες ταινίες.

Ωστόσο, αυτό που ζούμε τις τελευταίες δυο δεκαετίες πάει πέρα από την στανική προσκόλλησή μας στην κανονικότητα, ή έστω και σε μια χιμαιρική ιδέα της κανονικότητας. Εδώ και δύο δεκαετίες καμωνόμαστε ότι η ευταξία και το business as usual όχι μόνο πρέπει να προστατευθούν πάση θυσία αλλά και ότι δεν υπάρχει τρόπος να θιγούν, εκτός είτε άμα γίνει καμιά παλαβή επανάσταση, είτε άμα μας την πέσει η Τουρκία ή τίποτε στίφη αιμοδιψών αναρχικών. Μοιάζουμε να μην έχουμε καμμία εικόνα ούτε της ευπάθειας του συστήματος (του καπιταλισμού) ούτε της αστάθειας του κόσμου μας: θυμηθείτε όμως την Ιρλανδία, τη Βοσνία, τη Σερβία, τη Συρία, την Τουρκία ή τα μακελειά σε διάφορες ακόμα κανονικότερες χώρες κατά την πρωινή ώρα αιχμής (Ατότσα) ή κατά τη βραδυνή έξοδο (Μπατακλάν).

Προσδοκούμε λοιπόν ότι όλα τα κακά θα συμβούν κάπου αλλού σε κάποιους άλλους, παρότι η κοινωνία μας — ή έστω: τα μεσαία στρώματα — αποσυντίθεται μετά από 6 χρόνια λιτότητας που στην έμπνευση και στην εκτέλεσή της λίγο διαφέρει από τους τεχνητούς λιμούς του Στάλιν. Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, κρύο δεν έκανε ποτέ: παραμένουμε προσηλωμένοι πιστά και φανατικά στην ύπαρξή μας κατά τις δύο εβδομάδες της παραθαλάσσιας παραθέρισής μας· αυτές οι δύο εβδομάδες είναι η αναφορά και η βάση μας για έναν τάχα ακύμαντο και απαρασάλευτο βίο τις υπόλοιπες πενήντα εβδομάδες.

Προσκυνούμε την ευταξία και τη φανταζόμαστε αΐδιο κι αιώνια. Αυτή είναι η επιταγή μας και αυτή είναι η λαϊκή εντολή μας και με αυτήν πορευόμαστε και με αυτήν ψηφίζουμε και δεν εξεγειρόμαστε.

Για να παραλλάξω μια πασίγνωστη εικόνα: καθώς πέφτουμε κρατάμε στο χέρι μια κανάτα με νερό. Το μέλημά μας δεν είναι ούτε να ανακόψουμε την πτώση μας, ούτε καν να πέσουμε στα μαλακά παρά να μη στάξει ούτε σταγόνα νερό ενόσω διαρκεί η πτώση.

Η εικόνα από το Kippur του Άμος Γκιτάι: ξυπνάς εραστής μέσα στα χρώματα, προγευματίζεις στρατιώτης.

Προνόμιο

Γενικά οι άνθρωποι μού φέρονται καλά.

Η αλήθεια είναι ότι σπάνια μπλέκω σε καβγάδες. Έχω μάθει με τα χρόνια να μη μιλάω αν πρόκειται να προσβάλω κάποιον, εφόσον αυτός δεν ζητάει ανοιχτά τη γνώμη μου. Θυμώνω σπάνια μα πάρα πολύ δυνατά, όμως για λίγο και ποτέ αμετάκλητα: όταν φύγει ο θυμός είτε επανέρχομαι είτε ήδη έχω ξεγράψει όποιον με εξόργισε. Είμαι ψύχραιμος άνθρωπος και κάποιος που δεν προσέχει αρκετά θα μπορούσε και να με περάσει για σοβαρό άτομο.

Τα παραπάνω όμως δεν εξηγούν πώς γίνεται άνθρωποι που φέρονται σκαιά κι απαίσια σε σχεδόν όλους τους άλλους να είναι τουλάχιστον τυπικοί μαζί μου. Τα παραπάνω προτερήματα, ας τα πούμε έτσι για να κυλάει η κουβέντα, δεν θα εγγυώνταν σώνει και καλά τον σεβασμό και τους καλούς τρόπους των άλλων απέναντί μου.

Το συμπέρασμα είναι σχεδόν προφανές: δεν με αφήνουνε στην ησυχία μου λόγω ήπιου χαρακτήρα και καλής διαγωγής, παρά γιατί είμαι οχυρωμένος πολλαπλώς πίσω από προνόμια:

Είμαι λευκός, άντρας και στρέιτ. Και πίσω από αυτές τις τάφρους και τα αναχώματα βρίσκεται το τείχος της δουλειάς μου, η οποία συνεπάγεται κύρος (καλώς ή κακώς).

Έχω προνόμια, αυτά με προστατεύουν από την εύκολη αγένεια, από τις διακρίσεις και από κάθε λογής καφρίλα. Τύποι που φέρονται σε γυναίκες συναδέρφους πατερναλιστικά και τις διακόπτουν εμένα με περιμένουνε με σέβας να τελειώσω ο,τι μαλακία λογοπαίγνιο και αστείο μού κατέβει στις 11 το πρωί. Άνθρωποι που βγάζουνε γλώσσα σε μη συναδέρφους, αν και εξίσου λευκούς, ή και λευκότερους, άντρες στρέιτ, σιωπούν με έστω συγκατάβαση εμπρός σε ό,τι κάνω ή λέω. Η γνώμη μου είναι σοβαρή και όχι παροξυσμοί καταπιεσμένης ή υπερβολικά χειραφετημένης πούστρας. Για την κωλοφαρδία να μην είμαι μαύρος ή και Ινδός ή Άραβας δεν χρειάζεται να πω τίποτα.

Το μόνο προνόμιο που δεν διαθέτω είναι λεφτά. Και πράγματι, μόνο τα λεφτά έχουνε τολμήσει να μου βγάλουνε γλώσσα ή να καμωθούν ότι έχουν υποψία δικαιώματος πάνω μου. Αντίθετα με τόσους άλλους, που τους κουνάνε το δάχτυλο και τους φέρονται χάλια η ετεροκανονικότητα, η πατριαρχία, οι κάθε λογής ελίτ.

Οπότε ναι: πριν συγχαρούμε τον εαυτό μας για την ακεραιότητα, τον χαρακτήρα μας και την ορθόφρονα πολιτεία μας, we need to check our privileges.

Horror vacui

Μία Βελγίδα γλωσσολόγος, άνεργη, φιλάσθενη, λεσβία και ιδιοφυής, προσπάθησε να πείσει τους συναδέρφους της στη διδακτορική διατριβή της ότι στην καρδιά κάθε λέξης υπάρχει ένα κενό. Ένα τίποτα.

Με τρόπο τεχνικό που καταλαβαίνουν οι πολύ θεωρητικοί γλωσσολόγοι, αυτό το τίποτα εξαναγκάζει, λέει, τον γραμματικό μηχανισμό να σπάσει τη συμμετρία και να χτίσει δομή: λέξεις, φράσεις και προτάσεις.

Δυσνόητα πράγματα, τεχνικά, κρυμμένα κάτω από την απλή και άδολη προφάνεια του κόσμου όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Μου λένε πως η γλωσσολόγος δεν κατάφερε να τους πείσει τους συναδέρφους της. Άλλωστε, απεχθανόμαστε το κενό: το είπε κι ο ευφυέστερος άνθρωπος που έχει ζήσει ποτέ.

Απεχθανόμαστε το κενό και την ενατένισή του. Θέλουμε να βλέπουμε στερέωμα χάλκινο εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Θέλουμε αιώνια επανάληψη εκεί όπου υπάρχει το άπαξ της ευτυχίας και αιώνια ραστώνη εκεί όπου βρίσκεται το μεταθανάτιο κενό.

Όμως το κενό είναι φίλος μας.

Το κάθε λογής μαγκάφιν, άθυρμα κενό νοήματος, μάς δίνει το ωραίο ταξίδι· το κενό κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου που περιπλανιέται στην Ελλάδα νοηματοδοτεί και την περιπλάνησή του και την ίδια την Ελλάδα — κάπως όπως σουλατσάριζε η Κιβωτός της Διαθήκης σαράντα χρόνια στην έρημο.

Το κενό μνημείο συγκεφαλαιώνει την ελπίδα των χριστιανών: ο Πανάγιος Τάφος είναι άδειος, ξενοδοχείο για μια διανυκτέρευση με late checkout.

Η απόσταση και η απουσία του έρωτα τoν λαξεύουν αναστεναγμό τον αναστεναγμό, αυνανισμό τον αυνανισμό, ανάμνηση την ανάμνηση, προσδοκία την προσδοκία. Το κενό, η απουσία, ο οιονεί χωρισμός ή ο μακροχρόνιος αποχωρισμός τον πλάθουν ασυμπτωτικά τέλειο.

Ανοίγεις λοιπόν την πόρτα και το δωμάτιο είναι άδειο: κενό κιβώτιο, κενό μνημείο, καινός έρωτας αν και παλαιός. Θα το κατοικήσεις εσύ από την αρχή, ξανά, γιατί το θες. Μέχρι το επόμενο κενό.

Η ψωλή μου

Θέλω να έχω την ψωλή μου μόνο για να γαμάω
και για να μου της κάνουν όλα αυτά τα ωραία που κάνουν
στις ψωλές.

Δεν θέλω μ’ αυτήν

ούτε να μιλάω
ούτε να επιβάλλομαι
ούτε να προπορεύομαι
ούτε να κοκορεύομαι
ούτε να κρίνω
ούτε να δείχνομαι
ούτε να ντύνομαι
ούτε να τρώω και να πίνομαι.

Δεν θέλω γι’ αυτήν

ούτε να μιλάω
ούτε να κυβερνάω
ούτε να καμαρώνω (όχι πολύ).

Τα σύμβολα ας παίζουν με τα σύμβολα
οι εξουσίες με την αντίσταση
κι εμείς μεταξύ μας.
Κάπως έτσι.

Μετρημένες προσδοκίες

Κάποιοι ξεκινήσαμε τη ζωή μας με πολύ σοβαρές αλλά τελικά μετρημένες προσδοκίες. Μπορεί να είναι υπόθεση γενιάς, μπορεί να είναι ζήτημα ταξικό, μπορεί να είναι θέμα καταγωγής.

Οι προσδοκίες ήταν απλές, λοιπόν: φιληδονία, βιβλία, μουσικές, ταινίες, δίσκοι, ταξίδια.

Ούτε οι γάμοι μάς απασχολούσαν: αγάπη θέλαμε· ούτε πελώριες καριέρες και λεφτάρες γουστάραμε: μας αρκούσε να κάνουμε μια δουλειά υποφερτή· ούτε τα στεγαστικά δάνεια μάς φτιάχνανε: ένα μικρό διαμερισματάκι δικό μας με κρεβάτι, βιβλιοθήκες κι ηχοσυστηματάκι θέλαμε, να έχει και μπαλκόνι στην κουζίνα ίσως.

Ακούγονται ευτελείς ενδεχομένως αλλά αυτές ήταν οι προσδοκίες μας. Δεν μιλάμε για όνειρα, άλλο τα όνειρα. Και στο κάτω κάτω, ο τυφλοσούρτης που ίσχυε και ισχύει για τα όνειρά μας ήταν και παραμένει το εξόχως αμφίσημο fuck your dreams, this is heaven.

Προπαγάνδα, τσόντα, ή και τα δύο;

Πριν σβήσω την τηλεόραση χτες είδα που διαφημιζόταν σε μία από τις ΕΡΤ μια τηλεοπτική μεταφορά των Αδερφών Καραμάζοφ, η οποία έδειχνε εξαιρετικά προσεγμένη και πολύ κοντά στις εικόνες που έφτιαχνα εγώ όταν διάβαζα το βιβλίο 26 χρόνια πριν.

Προσπάθησα τότε να θυμηθώ γιατί ακριβώς χαιρόμασταν τόσο πολύ και για τόσα χρόνια με τα ιδιωτικά κανάλια. Χώρια ότι είχαμε 4-5 εθνικής εμβέλειας όταν το Ηνωμένο Βασίλειο είχε μόνο το ITV. Ως θεατής, το τονίζω, κατάφερα να ανακαλέσω μόνον δύο λόγους: την προπαγάνδα και τη διασκέδαση.

Οι τρεις ΕΡΤ επί ΠΑΣΟΚ ήταν ακάματη μηχανή προπαγάνδας εφάμιλλες της ρουμάνικης τηλεόρασης επί Τσαουσέσκου και του Fox News σήμερα, επιλεκτικά και προσεκτικά δοσμένες στην αποσιώπηση και στη μονομερή πληροφόρηση. Δεν μαθευόταν τίποτα και δεν ανακοινωνόταν τίποτα που δεν συνέφερε την κυβέρνηση.

Οι ειδήσεις ήτανε κάπως έτσι: το ΠΑΣΟΚ έφερνε την αλλαγή, οι συνεταιρισμοί συνεταιρίζονταν, ενώ παντού γινόντουσαν «πολιτιστικές εκδηλώσεις». Αυτός ο τελευταίος ήταν όρος που επινοήθηκε για να περιγράψει κάτι που δεν ήταν ούτε «απολίτικο» πανηγύρι με τίποτε γύφτους και τέτοια αλλά ούτε κνίτικο ή ρηγέικο φεστιβάλ, παρά ήταν κάτι μοναδικά πασοκικό για να γλεντάει και να επιμορφώνεται η ασαφής αφαίρεση που λεγότανε «λαός».

Πέραν των ειδήσεων, είχαμε γεμίσει με εκπομπές της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας (υπό την  προεδρία της τότε πρωθυπουργικής συζύγου, αν θυμάμαι καλά), με ειδυλλιακά ντοκυμαντέρ από το λεγόμενο Παραπέτασμα, με εκπομπές για τον αφοπλισμό και τη δράση των συνεταιρισμών, με σήριαλ που παρουσίαζαν πασοκικές (τριτοδρομικές δηλαδή και με περιεκτικότητα σε ΚΚΕ κάτω από 1%) αφηγήσεις κοινωνικών αγώνων: Μαρία Πάρνη, Λαυρεωτικά, Ρόκκος Χοϊδάς, πολύ αταξικό Κιλελέρ, ιστορίες για το ΕΑΜ σαν να ήτανε πρόδρομος του ΠΑΚ.

Απεναντίας τα ιδιωτικά κανάλια αρχικά έφεραν στην επιφάνεια και μίλησαν στον κόσμο για γεγονότα και πραγματικότητες που κατά ΠΑΣΟΚ δεν υπήρχαν: υπενθυμίζω λ.χ. ότι το βάρβαρο ντου των ΜΑΤ στο Χημείο το 1989 καλύφθηκε από το «κανάλι» του Καρατζαφέρη, που δεν ήτανε κανάλι αλλά βιντεοκασέτες με ρεπορτάζ οι οποίες πουλιούνταν στα περίπτερα και στα ψιλικατζίδικα. Βεβαίως, πολύ γρήγορα τα ιδιωτικά κανάλια το γύρισαν από τις ειδήσεις στην «ενημέρωση» του τίποτα, με κοσμικογραφήματα κι επιδερμικά ρεπορτάζ και με εκτενή κάλυψη της μεγάλης θρησκείας του λαϊφστάιλ. Το 2010 τα ιδιωτικά θα αναλάβουν εντέλει τον προπαγανδιστικό ρόλο της παλιάς ΕΡΤ, αλλά με διαφορετικούς πελάτες αυτή τη φορά: τις μνημονιακές δυνάμεις.

Επίσης, τα ιδιωτικά κανάλια έφεραν μαζί τους τη διασκέδαση και την κατάφαση της ποπ κουλτούρας στο σύνολό της: ντόπιας (που ζούσε στις παρυφές του θεάματος μέσα στις θλιβερές βιντεοκασέτες) αλλά και της αμερικανοπαγκοσμιοποιημένης. Την ίδια εποχή που οι τρεις ΕΡΤ πάσχιζαν να μορφώσουν ένα έθνος σινεφίλ αργά το βράδυ με Γιάντσο, Μπέλα Ταρ, Φασμπίντερ (θυμηθείτε το σχόλιο του Τζιμάκου), Κοντσαλόφσκι και πρώιμο Βέντερς ή Φόρμαν, τα ιδιωτικά κανάλια έδειχναν τις ίδιες ώρες αμερικάνικες σαχλαμπούχλες για να χαλαρώσει ο μέσος εργαζόμενος — με τον ΑΝΤ1 να έχει πάρει σβάρνα τα και με δεδομένα 2016 υπερtrash τερατουργήματα του Νίκου Μαστοράκη π.χ. Για τα σήριαλ του Mega και του ANT1, μνημεία προχειρότητας που ανέστησαν την ιδεολογική λειτουργία της χρηστομάθειας των Φίνου και σία, τι να λέμε: οι επαναλήψεις τα κρατάνε ζωντανά.

Ωστόσο την πραγματική επανάσταση στην τηλεοπτική διασκέδαση δεν έφεραν τα MEGA, ANT1 και STAR, με τις χαζοταινίες, τα χαζοσήριαλ ή με τα υβρίδια επιθεώρησης και ιταλικών σώου με γυναικεία μπούτια που πρόσφεραν. Την επανάσταση έφερε αφενός η ίδια η ΕΡΤ όταν ανέλαβε να αναμεταδίδει δωρεάν δορυφορικά κανάλια, φέρνοντας επί ελληνικής γης τη βασιλεία του MTV. Αφετέρου, διάφορα μικρά καναλάκια (ITA8 στην Αθήνα, TRT στη Θεσσαλία, κάποιο που δεν θυμάμαι στη Σαλονίκη) έδειχναν πολύ αργά τσόντες. Πολύ πριν το γρήγορο ίντερνετ και τις καλωδιακές, ήταν η πρώτη φορά που μπορούσες να δεις πορνό (χάλια ποιότητας, αλλά πορνό) χωρίς να πας να ρίξεις τα μούτρα σου στο βίντεο κλαμπ. Θυμάμαι ότι ο ΑΝΤ1 προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την μόδα, που ανακόπηκε βίαια όταν ο Μητσοτάκης επιτέλους έγινε πρωθυπουργός και το ΙΤΑ8 έδειξε τσόντα με τρανς, προβάλλοντας κάτι γαλλικές σοφτ αθλιότητες τύπου Les jupons de la Révolution τίγκα στο μπλα μπλα και στον ιστορικισμό.

Πριν το Ίντερνετ, ο κόσμος λαχταρούσε οτιδήποτε ποπ, από τον ΛεΠά μέχρι τη Σαμάνθα Φοξ και από τους Γουάμ μέχρι το ντουέτο Άντζελα-Χαριτοδιπλωμένος. Η ΕΡΤ επέμενε σταθερά σε Φαραντούρη και Γιάννη Μαρκόπουλο, σε Δόμνα Σαμίου και σε κάτι επιβιώματα της χουντοδεξιάς μηχανής διασκέδασης. Τα ιδιωτικά κανάλια τού έδωσαν του λαού ποπ, λάιφ στάιλ και λίγη τσόντα.

Βεβαίως θα ήταν σφάλμα να πάρει το ΠΑΣΟΚ όλα τα εύσημα για το πώς ήταν η ΕΡΤ τη δεκαετία του ’80. Το 1989 ένας από τους προωτοπόρους της μη κρατικής τηλεόρασης ήταν ο δήμαρχος Πειραιά Ανδρέας Ανδριανόπουλος, ο οποίος παραδέχτηκε σε συνέντευξή του τότε πως όταν ήταν υπουργός Τύπου (ή κάτι τέτοιο) του Κωνσταντίνου Καραμανλή στα 1970-φεύγα είχε στήσει το κρατικό κανάλι (το άλλο ήταν η ΥΕΝΕΔ των Ενόπλων Δυνάμεων) ως έναν οργανισμό επιμορφωτικό και εκπαιδευτικό, άρα χωρίς ποπ και διασκέδαση, που δεν θα οξύνει τα πολιτικά πάθη: ναι, οι ανοησίες ότι υπάρχει μη-πολιτικός δημόσιος διάλογος χρονολογείται από τότε και από πολύ πριν από τότε.

Σε αγαπώ, πάτερ Ζωσιμά

Photo 30-12-16, 00 24 16
 
Οι Lost Bodies είναι ενδεχομένως το καλύτερο ελληνικό συγκρότημα. Καλύτεροι και από τις πολυαγαπημένες Τρύπες. Οπωσδήποτε πάντως οι Lost Bodies έχουνε δυσανάλογα μικρή προβολή και επιφάνεια σε σχέση με την έκταση, την πρωτοτυπία, την ποιότητα και τη σημασία του έργου τους (επίτηδες δεν λέω «της μουσικής τους»).
 
Οι Lost Bodies βρίσκονται μεταξύ τεχνικά άψογου κιθαριστικού ροκ, Laurie Anderson και πανκ. Και το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης με δυσκολία ορίζεται ή περιορίζεται από την τομή αυτών των τριών συνόλων.
 
Οι Lost Bodies βρίσκονται πέραν των αναγνωρίσιμων μουσικών ειδών και γενών, αλλά όχι με τον τρόπο του κλισεδιασμένου ‘genre defying’ ακκισμού: δεν μπερδεύουν λίγο από εκείνο και λίγο από το άλλο, π.χ. μια πρέζα ρεμπέτικο με πλούσια μπλουζ μπεσαμέλ ή παραδοσιακά ακούσματα με ενορχήστρωση Metallica. Οι Lost Bodies κάνουν αυτό που κάνουν γιατί μόνον έτσι μπορούν να το κάνουν· τα μέσα τους είναι τα εκφραστικά μέσα τους γιατί τα διάλεξαν και γιατί τα κατέχουν και άρα μπορούνε να τα κάνουν ό,τι θέλουν· με άλλα λόγια, μιλάμε για τέχνη.
 
Το μουσικό σκέλος δεν είναι κάτι για το οποίο θα καθήσει διαβάσει κανείς: πρέπει να πας να τους δεις ζωντανά ώστε να ακούσεις για τι είδους τεχνική και μαεστρία μιλάμε, για πόσο καλά προβαρισμένους και δεμένους μεταξύ τους μουσικούς πρόκειται. Οι Lost Bodies είναι κιθαριστική μπάντα με λιγότερο ή με πολύ ηλεκτρισμό, που άλλοτε σπέρνει με ελεγχόμενο θόρυβο τύπου και ποιότητας Sonic Youth, άλλοτε εκτελεί βιρτουόζικα κρυστάλλινες ροκ και παλαιορόκ συνθέσεις. Είναι χαρά να ακούς αυτούς τους ανθρώπους να παίζουν: αποτελούν χορταστική ροκ εμπειρία, σε σημείο που φίλοι μου κιθαρίστες δεν τολμούνε καν να τους ζηλέψουν γιατί τους θεωρούν πέρα από τον φθόνο, και δικαίως.
 
Τα τραγούδια τους είναι περιβόλι, με την καλή έννοια: δίλεπτα ξεσπάσματα τύπου Ramones, μελοποιημένα σκετς (Καβγαδάκι), σουρεαλιστικά σουξέ, τραγούδια διαμαρτυρίας, Καβάφης με μουσική υπόκρουση, ευαγγελικές περικοπές με μουσική υπόκρουση (Ο φθόνος των εχθρών του), ποιητικές απαγγελίες όπως ο Ιλισσός ή ο πάτερ Ζωσιμάς, καθώς και ένα σωρό ακούσματα που δύσκολα περιγράφονται.
 
Ακόμα και σε κομμάτια που η διάθεση του πανκ χαβαλέ είναι έκδηλη, όπως οι Σωλήνες, το Γελάστε ή το Αξέχαστο, και οι συνθέσεις και το παίξιμο που δίνουν δύο κιθάρες, ένα μπάσο και μια ντραμς είναι καθαρή απόλαυση. Δεν υπάρχει πουθενά προχειρότητα ή, έστω, μελετημένη ατημελησία.

Στιχουργικά, όπως υπαινίχθηκα, υπάρχουν τραγούδια από τον οραματικό Ιλισσό και το διακειμενικά παμπόνηρο Σε αγαπώ πάτερ Ζωσιμά μέχρι το λακωνικό Hans Wurst ή το οριακά σκυλοπόπ-χιπχόπ Παρίσι-Ντακάρ (before skylopop / hip hop was cool). Η θεματολογία των Lost Bodies, απαλλαγμένη από ροκ εμμονές τύπου σεξ-ντραγκς-μπάχαλα, γίνεται πάρα πολύ σοβαρή εκεί που δεν το περιμένεις (όπως στο Τούρμπο δύναμη ή στο ασυγκράτητο και σχεδόν συνθηματολογικό Αρκετά) αλλά και αβάσταχτα αστεία με τρόπο και διάθεση που ξαναβρήκαμε και καταχραστήκαμε μέχρι εξουθένωσης στα σοσιαλμήντια (π.χ. στο Καβγαδάκι ή στο Υπερβολικά).

Νομίζω ότι χρειάζεται να ακούσουμε περισσότερο και πολύ προσεκτικότερα τα Χαμένα Κορμιά.

Koolasuchus

Ο κουλασούχος, που ο Κένεθ Μπράνα προέφερε «κουλασούκας», δεν ήτανε δεινόσαυρος, πανάρχαιο αμφίβιο ήταν, κι όποιος μπορεί καταλαβαίνει τη διαφορά· ο κουλασούκας ήτανε κάτι σαν τους σημερινούς φρύνους και βατράχους αλλά στη μεγάλη τους στιγμή, που τραγούδαγε η Μπέσυ Αργυράκη, η οποία αναδύθηκε για πρώτη φορά μετά από χρόνια απόψε, πρώτη νύχτα του 2017, μέσα από το ασυνείδητό μου, αφού η τηλεόραση την έδειχνε να χαϊδεύει καρυοθραύστες στο Άττικα, που τους λένε καρδιοθραύστες μερικοί — αλλά πρόκειται οπωσδήποτε για παρεξήγηση και σίγουρα ο ρωσόφωνος Τσαϊκόφσκι δεν είχε κάτι τέτοιο κατά νου.

Ο κουλασούκας, όπως βλέπετε και στο βίντεο, ήτανε λίγο κεφάλας και δεν ήταν ούτε όμορφος ούτε θεληματικός. Αλλά, ενώ στα ελληνικά το ακριβές «κουλασούχος» ακούγεται γελοίο σχεδόν αφού ριμάρει με το «αδειούχος», το κατά Χρήστο Βακαλόπουλο «πτυχιούχος» και το «Καρδούχος», το μιξοβάρβαρο κουλασούκας, που έχει και Κούλα και Τάκη Σούκα μέσα του, ακούγεται μπουνταλάδικο και άγαρμπο, όπως ακριβώς βλέπετε στο βίντεο. Σε λίγο το «κουλασούκας» έγινε καραμέλα, σαν αυτές τις λέξεις που σου κολλάνε στα δόντια και όλο τις λες καθώς η γλώσσα σου τις επαναλαμβάνει παλεύοντας να τις ξεκολλήσει από εκεί, π.χ. οι λέξεις Αζερμπαϊτζάν, Αρλάντα και Gala Placidia.

Σιγά σιγά το «κουλασούκας» έγινε το παρωνύμι μου, σχεδόν συνώνυμο του νωθρού και ράθυμου εαυτού μου κάθε πρωί μέχρι τις 10:30 ή όταν μου λείπει η χαρά της ζωής ή οποτεδήποτε με σέρνει από τη μύτη το καθήκον και μόνο. Με έλεγε κουλασούκα και γέλαγε, ιδίως όταν έπεφτα με τα μούτρα στα διαμελισμένα κοτόπουλα του KFC, άλλωστε μην ξεχνάτε ότι τα κοτόπουλα είναι δεινόσαυροι κι ότι ο κουλασούκας τα έτρωγε τα δεινοσαυράκια για ουζομεζέ. Με έλεγε κουλασούκα καθώς απλωνόμουν στο κρεβάτι με επεκτατικές διαθέσεις: άλλωστε το κρεβάτι είναι το υγρό μου στοιχείο, και το προϊστορικό αμφίβιο ήτανε στο στοιχείο του μέσα στο υγρό στοιχείο.

Δεν ξέρουμε πότε ήτανε χαρούμενος ο κουλασούχος. Πάντως του άρεσαν τα ψυχρά τα κλίματα, το λέει και στο βίντεο,  οπότε κι εκεί υπήρχε μια αφορμή να με πει κανείς κουλασούκα. Εκεί όμως σταματούν οι ομοιότητες: ακόμα και στα θερμά κλίματα, κανένας κορκόδειλας δεν μου παραβγαίνει, στο τέλος ξεκουμπίζονται ή καταλήγουνε τσάντες και ζωνάρια στην Τσακάλωφ.

Η αποθέωση της λέξης κουλασούκας ήρθε πριν τα Χριστούγεννα του 1999, όταν εκεί στις αρχές Νοεμβρίου άρχισαν να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια στα πολυκαταστήματα. Κάποια στιγμή άκουσε μαζί μου το Christmas time του αηδιαστικού Κλιφ Ρίτσαρντ, του οποίου η ύπαρξη με αναγκάζει να μην κρίνω κανένα σκυλί ελληνικό και καμμιά ανθυποπόπ ασημαντότητα της πατρίδος μας, όταν η κραταιά Μέκκα του ροκ και της ποπ αγοράζει μαζικά τους δίσκους αυτού του κατεψυγμένου λαπά. Εκεί λοιπόν που η κρυφή νύφη του Φρανγκεϊστάιν λέει Christmaaaas time, η φανερή δική μου πήγε και κόλλησε μετρικώς το κούουουουλασουκας, δίνοντάς μας ένα νέο ρεφραίν:

Κούλασούκας
Mistletoe and wine.

The rest is history, ή μάλλον μια άλλη ιστορία, που λέει κι Ντοστογιέφσκης, ο οποίος ήταν επίσης Ρώσος.

Πόθεν και πώς

 

Στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης το βασικό θέμα σήμερα είναι η δήλωση πόθεν έσχες της Κωνσταντίνας Κούνεβα.
Η κυρία Κούνεβα υπήρξε θύμα επίθεσης με βιτριόλι τον Δεκέμβριο του 2008, η οποία την άφησε με βαρειά αναπηρία. Όσοι δεν γεννηθήκαμε χτες γνωρίζουμε ότι η σκληρότητα και η βαρβαρότητα σε δολοφονικές επιθέσεις προστίθενται ως άρτυμα για να παραδειγματίσουν και να εκφοβίσουν· θυμηθείτε λ.χ. τα θεάματα με φρικιαστικές εκτελέσεις που διοργανώνουν οι μαφιόζοι ή το Daesh.
Η επίθεση κατά της Κούνεβα έγινε κατ’ εντολήν όσων ενοχλούνταν από τη συνδικαλιστική της δράση. Δεδομένου ότι ζούμε σε μια χώρα όπου ο συνδικαλισμός ελέω ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αποτελεί αναπόσπαστο εξάρτημα της μηχανής διαφθοράς, αν η συνδικαλιστική δράση σου ενοχλεί τόσο πολύ ώστε να σε βιτριολίσουν για εκφοβισμό, σίγουρα κάτι πάρα πολύ καλό κάνεις ως συνδικαλιστής.
Η κυρία Κούνεβα δήλωσε ότι έχει καταθέσεις 340.000 ευρώ, πηγή των οποίων είναι οι δωρεές που έχει δεχθεί εδώ και οχτώ χρόνια. Σημειωτέον ότι το ποσό ύψους περίπου 250.000 ευρώ που της επιδικάστηκε ως αποζημίωση δεν το εισέπραξε ακόμα.
Κάποιοι ρωτούν γιατί δεν διέθεσε τα χρήματα αυτά σε όσους έχουν ανάγκη, εφόσον την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη εικάζουμε ότι την καλύπτει η ασφάλισή της ως ευρωβουλεύτριας. Αναρωτιέμαι αν η ασφάλιση που παρέχει η ΕΕ στους ευρωβουλευτές είναι διά βίου, ίσως θα έπρεπε κάποιος να μας διαφωτίσει. Οι ανάγκες για περίθαλψη και υποστήριξη ενός ΑμεΑ όπως η κυρία Κούνεβα είναι πάντως υπόθεση που θα την αφορά και μετά το πέρας της βουλευτικής θητείας της.
Άλλοι αναρωτιούνται γιατί η κυρία Κούνεβα αγόρασε δύο ακίνητα από το 2008 και μετά. Δεν ξέρω, ενδεχομένως επειδή έχει οικογένεια. Αυτό που γνωρίζω πάντως είναι πως κι εγώ όταν κληρονόμησα 55.000 ευρώ το 2008 έσπευσα να τα ρίξω σε 69 τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο. Τέτοια είναι τα αντανακλαστικά της εργατικής τάξης, σπεύδουμε να εξασφαλίσουμε στέγη και την οικογένειά μας, αφού δεν σκαμπάζουμε από μαργιόλικα tax breaks και από σκιώδεις επενδύσεις όπως ο μέσος γόνος, πολιτικός ή μη. Το έχει επισημάνει και η κυρία Λυμπεράκη, άλλωστε.
Επί της πολιτικής ουσίας:
Αν η επίθεση στο πρόσωπο της κυρίας Κούνεβα αποτελεί κίνηση απαξίωσης του συνδικαλισμού, είναι ατυχής: υπάρχουνε τόσοι και τόσοι προσφορότεροι στόχοι, όπως οι κομματικοεξαρτημένοι συνδικαλιστές, κάτι καρεκλοκένταυροι υποταγμένοι σε συμφέροντα κι εργοδότες.
Αν η απόπειρα διασυρμού της Κούνεβα γίνεται ώστε να πληγεί ο Σύριζα, προτείνω να επιτεθεί κανείς στην αδυναμία ή απροθυμία του κόμματος
  • να τερματίσει τη Μνημονιοκρατία ή έστω
  • να υποταγεί στην τρόικα με αξιοπρέπεια ή έστω
  • να προχωρήσει σε κοινωνικές αλλαγές και ρήξεις που δεν κοστίζουνε χρήματα ή έστω
  • να εμποδίσει στελέχη του να συμπεριφέρονται όπως οι σκληρυμένοι παλαιοπασόκοι.
Πάντως να αφήσουμε ήσυχη μια ηρωική συνδικαλίστρια που έμεινε ανάπηρη από εγκληματική επίθεση όσων έκτοτε χρησιμοποιούν λ.χ. τη ναζιστική συμμορία για να λύνουν εργατικές διαφορές· επίσης να αφήσουμε ήσυχη μια ξένη εργάτρια η οποία προσπαθεί να εξασφαλίσει την δική της περίθαλψη και αποκατάσταση ενώ μεριμνά για τους δικούς της ανθρώπους. Έστω και αν παραμένει εκπρόσωπος του Σύριζα στην Ευρωβουλή.