Χαμένα αγόρια

Αυτό το καλοκαίρι δεν περιείχε ένα ή δύο μεγάλα χιτ με καταλυτικά ριφ, ευρηματικές παραγωγές ή ουρανομήκη σολαρίσματα, δεν διέθετε αξιομνημόνευτες σκηνές και μεγάλα πλάνα, είχε γερή και αξιόπιστη διανομή αλλά καθόλου κενεθμπραναχικές ερμηνείες ή βλέμματα που τρυπούν τσιμέντο, το αναφλέγουν και το κάνουν να εξαχνώνεται μέσα σε καθαρό φως.

Δεν είχε τίποτε από αυτά. Κοιτάζοντας όμως πίσω με το όλο αυτοπεποίθηση βλέμμα του αφηγητή, το βλέπω τώρα κατάστικτο από μικρές ευδαιμονίες και φευγαλέες στιγμές ομορφιάς, ενώ τα βράδια του τα πότισαν παγωμένο ρακόμελο και άφθονο τζιν και ένα ρούμι μαγικό. Επίσης το καλοκαίρι που πέρασε εγκιβώτισε πολύπλοκη και σύνθετη δράση μέσα σε κρανία έσωθεν αχνοφωτισμένα από το σέλας των νευρώνων που αναβοσβήνουν, φωτάκια χριστουγεννιάτικα που κάπως είμαστε εμείς κι η ψυχή μας — ενώ έξωθεν μόνον ακίνητα πλάνα σαν λιμνοθάλασσα και καθημερινή κωζερί εκτυλίσσονταν.

Μέσα σε αυτό το ταρκοφσκικής διάθεσης καλοκαίρι επανερχόταν ένα μοτίβο: το δεκατετράχρονο αγόρι που χτύπησε κατακούτελα το ψηλό κύμα της εφηβείας. Αλλά όχι με τα γνωστά σπυριά και την αυνανομανία, με τις μελαγχολίες ή με κομμάρες και παλαβομάρα: το αγόρι αυτό το έριξε στην άμμο και το ζάλισε.

Όσοι έχετε υπάρξει δεκάτετράχρονα αγόρια, ό,τι κι αν είστε τώρα κι όποιοι και αν νομίζετε πως είστε, θα συμφωνήσετε ότι δεν υπάρχει πιο ανελέητη και άχαρη ηλικία από την εφηβεία του άντρα: ξαφνικά μυρίζεις αλλιώς ενώ σε ενδιαφέρουν αίφνης τα κορίτσια, που όμως μοιάζουν με κανονικές γυναίκες και κοιτάζουν κάτι φαντάρους ή μαντράχαλους Λυκείου, και πλέον η όψη σου είναι ένα άχαρο πράμα που μοιάζει με είδωλο σε παραμορφωτικό καθρέφτη λούνα παρκ.

Αλλά το μοτίβο αυτού του καλοκαιριού δεν ήταν οι έφηβοι και τα ευτελή τους βάσανα — ευτελή όπως τα βλέπουμε εμείς με την όλο αυτοπεποίθηση ματιά που κοιτάζει πίσω. Αυτό το καλοκαίρι εμφανίζονταν μπροστά μου αγόρια που το κύμα της εφηβείας έριξε κάτω: κλαράκια που δεν δένουν όσο τα άλλα ή δεν δένουν όπως τα άλλα.

Κάποια συνόδευαν τη μάνα τους στην παιδική χαρά από πριν το σούρουπο μέχρι και να σκοτεινιάσει καλά, όπου κάποιο μικρότερο αδερφάκι ξεθεωνόταν ώστε να κοιμηθεί στην ώρα του. Άχαρα ντυμένα, με τα γούστα της μαμάς κι όχι της παρέας ή του Mad TV. Κοιτούνε γύρω τους με συστολή, περιέργεια και σαστιμάρα. Κοιτάζουνε μετά το χώμα. Βαριούνται. Κοιτάνε μακριά και μετά παρακολουθούν την ψιλοκουβέντα της μάνας τους με τις άλλες μαμάδες. Πού και πού η μάνα τους κάνει κάποιο σχόλιο για το πόσο ο γιος τους εκτιμάει τη μαγερική τους ή για το πόσο καλά πάει στο γυμνάσιο. Έτσι περνάει η ώρα, ή μάλλον δεν περνάει. Ξέρουν ότι δεν είναι 100% εντάξει, το ξέρουνε και ντρέπονται και μάλλον τα ενοχλεί και τα ίδια τα δεκατετράχρονα αγόρια που δεν είναι κι εντελώς σόι που χαίρονται με τον ερχομό του παππού στις κούνιες ή που ο αδερφός της μάνας τους κάνει λες και δεν είναι εκεί.

Κάποια είναι παγιδευμένα στη γειτονιά μέσα στη θερινή αργία. Αν και είναι η γειτονιά που μεγάλωσαν και που έπαιζαν μέχρι να πάψουνε σιγά σιγά να τα παίζουνε, ντρέπονται κι αυτά, νιώθουνε χαμένα μέσα της. Μοιάζει πια η ίδια τους η γειτονιά ένας τόπος άδειος, μοιάζει με κάτι δρόμους άνοστους που βγάζουνε σε πλατείες όπου δεν έχεις να κάνεις τίποτε αν δεν καπνίζεις κι αν δεν ακούς μουσική από το κινητό κι αν δεν έχεις φιλαράκια να βλέπετε βιντεάκια μαζί και να λέτε ο ένας τον άλλο «μαλάκα», σαν να είστε τίποτε μεγάλοι, δεκαεφτά και δεκαοχτώ χρονών. Στέκονται λοιπόν στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι ή μάλλον, όχι, λίγο πιο πέρα, να μην τα βλέπει η μάνα τους που στέκονται άπρακτα, χαμένα, σε αργία. Τα έστειλε έξω από το σπίτι η μαμά για να σφουγγαρίσει, με το παράγγελμα μιας προηγούμενης ηλικίας, να πάνε να παίξουν. Σχεδόν διωγμένα από το σπίτι φοράνε σαγιονάρες και σορτσάκι άντμιραλ και κοιτάζουνε την αντηλιά σκαρδαμύσσοντας πριν αποστρέψουν το βλέμμα προς το σκιερό μέρος του μισοάδειου δρόμου. Ένα τρολεϊ περνάει, κάποιοι πάνε κάπου, ίσως και να έγραφαν μια ιστορία αν τα έπαιρναν τα γράμματα.

Αυτά τα αγόρια θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε οι περισσότεροι. Θα τελειώσουν το σχολείο και μάθουν ίσως κάποια τέχνη, θα μάθουν επίσης να μη δείχνουν ότι είναι λιγάκι αλαφροκάνταρα — να τα κοροϊδεύουν όσο γίνεται λιγότερα και τουλάχιστον όχι μπροστά τους. Θα καταλάβουν πώς να περπατάνε και πώς να στέκονται για να μην τα παίρνουν αμέσως χαμπάρι· θα βασίζονται στο μέρος της οικογένειας που βάζει τη στοργή ή το καθήκον πάνω από το τι λέει ο κόσμος και από το αν σχολιάζει, αλλά θα δείχνουνε πόση ανάγκη το έχουνε λίγο λιγότερο. Μπορεί να βρούνε και δουλειά.

Αλλά τώρα είναι ατσούμπαλα αγόρια, σχεδόν παλληκαράκια, που λένε, αλλά πάλι, όχι.

Μιλώντας για το σεξ

Πώς περιγράφουμε τις ερωτοπραξίες μας; Πώς τις περιγράφουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους, αν είμαστε προικισμένοι με τόλμη και παρρησία, ή αν απλώς είμαστε κάπως πιο επιδειξίες;

Η προφανής απάντηση είναι ότι οι άντρες τείνουν να γίνονται επικοί και οι γυναίκες λυρικές. Φυσικά πρόκειται για απριορισμό και αφέλεια, όταν δεν μαρτυρεί άγνοια των γεγονότων.

Να το κάνω λιανά: μια ζωή κάθονται και μου λένε οι άλλοι για τα γαμήσια τους. Και ναι, υπάρχουν επικές αφηγήσεις (όχι αποκλειστικά από άντρες), υπάρχουν και λυρικές περιγραφές (όχι αποκλειστικά από γυναίκες). Παράλληλα υπάρχουν όσοι κι όσες μένουνε στη λεπτομέρεια και στα τεχνικά ζητήματα («άτιμη δεκαετία του ’70 και τσόντες μαζί!» — ή μήπως όχι;), υπάρχουνε κι εκείνοι που επιμένουν στις διαθέσεις και στα αισθητηριακά ζητήματα («άτιμο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα!» — ή μήπως όχι;). Άλλοι χαίρονται το σενάριο και τα ντεκόρ θεωρώντας το ψητό δεδομένο και όχι άξιο λόγου, με την ίδια λογική που όταν περιγράφεις ένα ωραίο γεύμα δεν λες ότι μάσαγες την τροφή σου. Οι πιο καμένοι κάνουν υπερανάλυση των πάντων: τεχνικών, εκφράσεων, διαθέσεων, φαινόμενης προθυμίας, γκαρνταρόμπας, εφίδρωσης και λίπανσης, βλεμμάτων, διαρκειών κτλ. — την ίδια την ώρα της λαγνουργίας στις χειρότερες περιπτώσεις.

Το ζήτημα βεβαίως είναι αν καταλαβαίνει κανείς κάτι για τον άνθρωπο και τη διάθεσή του για τον (τουλάχιστον ένα) άλλο άνθρωπο από το πώς περιγράφει τη μεταξύ τους κλινοπάλη. Δηλαδή, είναι αποστασιοποιημένη από τον άλλο μια γυναίκα που μένει στα τεχνικά; Είναι αδιάφορος ο άντρας που αφηγείται το πήδημα σαν να είναι η Διομήδους Αριστεία; Τι μας φανερώνει άραγε λ.χ. μια θολή εξιστόρηση που απλώς εξυπακούει γεγονότα και καθέκαστα; Τι καταλαβαίνουμε από κάποια που παρουσιάζει το σεξ μαζί σας σαν επιτεύγματα; Για να μη μιλήσουμε για όσους σωπαίνουν και επιλέγουνε να πουν με αβάσταχτη περιεκτικότητα 3-4 λέξεις το πολύ ή απλώς «καλό ήταν αυτό» ή τίποτε απολύτως.

Η απάντηση είναι μάλλον αποκαρδιωτική για τους ψυχολόγους του ποδαριού: το πώς θα μιλήσει ο άλλος ή η άλλη για την εκάστοτε ερωτοπραξία δεν μας λέει τίποτε για τη σχέση μέσα στην οποία εκτυλίχθηκε, σχέση των 20 λεπτών, των 20 ημερών ή των 20 ετών. Αν μας λέει κάτι, ενδεχομένως μας φανερώνει κάτι σχετικό με το πώς αυτός ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και βιώνει το ίδιο το σεξ γενικά. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

Η δύναμη κι η αρρώστια

Το θέμα είναι από πού αντλεί κανείς τη δύναμή του. Δεν αναφέρομαι μόνο στη μικρή φέτα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το ίντερνετ για ψυχαγωγία, ενημέρωση και δικτύωση. Υπάρχουν άνθρωποι δεν φαίνονται εδώ, πουθενα δεν φαίνονται.

Υπάρχουν άνθρωποι που τους απορροφάει η δουλειά, η κανονική δουλειά που σε διαλύει, ή η μελέτη. Υπάρχουνε γέροντες παρκαρισμένοι μπροστά σε τηλεοράσεις που κουλαντρίζονται με ηρεμιστικά για να μην τους πνίγει αξόδευτη ζωή ή ανεξέταστη δυστυχία δεκαετιών. Υπάρχουν αγόρια χαμένα σε γειτονιές και κορίτσια με χωρίς στον ήλιο μοίρα. Υπάρχουν άνθρωποι ολιγογράμματοι και εκ προοιμίου ηττημένοι. Υπάρχουν πάρα πολύ φτωχοί άνθρωποι, περισσότεροι από παλιά, και ας τους ξεχάσαμε μέσα στη συριζαϊκή κανονικότητα.

Υπάρχουν πολύ περισσότερες εκδοχές ανθρώπου, Οράτιε, από όσες ονειρεύτηκε η ιδεολογία σου.

Όποιος χώρισε κι απώλεσε, όποιος νιώθει να μη φτάνει μέχρι εκεί όπου θέλει, όποιος είναι φτωχός και πεινασμένος, όποιος ασφυκτιά και καταπιέζεται, όποιος λιώνει σιγά σιγά από την απραξία, όποιος λιανίστηκε από τη μοναξιά και το πένθος — αυτοί και πολλοί περισσότεροι χρειάζονται δύναμη.

Δύναμη δεν αντλείται μόνο από την αγάπη, τον έρωτα, τον ορθολογισμό, το κατοικίδιό σου, τη δουλειά σου, την πίστη στον υπέροχο κι αλάνθαστο εαυτό σου ή στον Θεό. Υπάρχουν τόσα φυλαχτά και χαϊμαλιά όσα και άνθρωποι. Και οφείλουμε να τα σεβόμαστε ως αυτό που είναι: φυλαχτά και χαϊμαλιά.

Και ναι, κι εγώ είμαι μαζί με αυτούς που θα πουν ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε φυλαχτά. Ότι δεν μπορούμε να χτίζουμε τη ζωή μας πάνω στα παιδιά μας, στο ταίρι μας, στο όποιο έργο μας ή στο μαγαζί μας και τη δουλειά μας. Δεν γίνεται ρε φίλε να ελπίζεις ότι θα σε θεραπεύσει το αγιασμένο φρούτο ή η θετική σκέψη. Άλλωστε, γεμάτος είναι ο κόσμος από αγέρωχους ορθολογιστές που κλαίνε μόνοι. Δεν χρειάζεται θεραπεία; Δεν είναι ανάγκη να απαλλαγούμε από τις αυταπάτες; Αρρώστια δεν είναι η εξάρτηση κι η μονομέρεια;

Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Κάποιοι ναι, πρέπει να αφήσουν επειγόντως το χαϊμαλί και την τυχερή δεκάρα τους, κάποιοι όχι ακόμα. Ακόμα κι αν μιλάμε για αρρώστια (θυμηθείτε λ.χ. πώς ο Πλάτωνας και οι υπόλοιποι αρχαίοι θεωρούσαν οι μαλάκες τον έρωτα αρρώστια και μανία), πρέπει να τον θεραπεύσουμε τον άλλο;

Ίσως όχι. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά περιστατικά που περιγράφονται στο «Ο άνθρωπος που πέρασε τη γυναίκα του για καπέλο» του Σακς είναι με τον καλλιτέχνη που είχε πάρα πολύ σοβαρό Τουρέτ. Όταν εντέλει με φαρμακευτική αγωγή τού πέρασε, έχασε τη δημιουργικότητά του, την όρεξή του, τη διάθεση και τη ζουρλάδα να συνεχίσει να δημιουργεί — μουσικός ήτανε, νομίζω. Πήγε στον γιατρό και του ζήτησε να του δώσει πίσω το Τουρέτ, την αρρώστια.

Η έκθεση, η κριτική σκέψη, το bullshit

Hello Kitty SupermanΗ έκθεση ιδεών μάς έχει ντρεσάρει «να σκεφτόμαστε επιφανειακά, σαν φοιτητές της Σορβόννης επί σχολαστικισμού: με ναι μεν άλλα, με δράση και αντίδραση, με υπέρ και κατά, με cui prodest, με όπως το βλέπει κανείς. Έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε την κριτική ‘στείρο αρνητισμό’ και τον σχετικισμό μετριοπάθεια. Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε όχι εκτός κοινωνικών συμφραζομένων αλλά με όρους και κοινωνικά συμφραζόμενα παρισινού αστού άντρα το 1962 που αναστοχάζεται τη μοιχεία και που σχεδιάζει να ζητήσει προαγωγή».

Ωστόσο, η Έκθεση δεν παύει να είναι μάθημα που στόχο έχει να διδάξει την κριτική σκέψη. Η δε κριτική σκέψη γίνεται κατανοητή ως συλλογιστική ευχέρεια και ρητορική δεινότητα. Κατά συνέπεια διδάσκεται ακόμα και σήμερα ως μέθοδος συλλογισμού με την παρουσίαση στους μαθητές σχημάτων επιχειρηματολογίας: οι ομοιότητες με τη ρητορική όπως διδασκόταν στη Σορβόννη του 13ου αιώνα δεν είναι τόσο επιδερμικές τελικά. Οι μαθητές λοιπόν ενθαρρύνονται να ψάχνουνε να βρουν τα υπέρ και τα κατά σκεπτόμενοι ψευδοδιαλεκτικώς, να ανευρίσκουν επιχειρήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν ακόμα και αν χρειαστεί να γίνουν καζουιστές — και ούτω καθεξής. Συνελόντι ειπείν, μια επιτυχημένη έκθεση ιδεών στην ιδανική της μορφή τείνει προς κείμενο του Σταύρου Θεοδωράκη.

Ωστόσο, επειδή η Έκθεση διδάσκει κριτική σκέψη (ανεξαρτήτως αποτελέσματος), πλάθει υποκείμενα που φρονούν ότι τα πάντα είναι ζήτημα επιφανειακής disputatio και διαλογικής δεινότητας. Όποιος είναι οπλισμένος με τον τσελεμεντέ της εκθεσάδικης επιχειρηματολογίας περιφρονεί τη γνώση και αδυνατεί να συλλάβει την κατάρτιση και την εξειδίκευση, που κάποιοι έχουν και κάποιοι όχι. Σε αυτό το τελευταίο συνεπικουρεί και η ευκολία ανεύρεσης (άσχετων) πληροφοριών στο ίντερνετ.

Η έκθεση την εποχή του ίντερνετ πλάθει συζητητές πραγματικά επί παντός του επιστητού, οπλισμένους με τις αναγκαίες δεξιότητες να παράγουν αυτό που ο Harry Frankfurter λέει bullshit: ευλογοφανείς κενολογίες αντί για γνώση και κριτικό επιχείρημα.

Η μεγαλούπολη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Διάβαζα σε ένα βιβλίο πρόσφατα ότι η κατακόρυφη οικιστική ανάπτυξη «απέτυχε να δημιουργήσει συνεκτικά οικιστικά περιβάλλοντα». Με άλλα λόγια, η προσδοκία μερικών οραματιστών να αντικατασταθούν τα χωριά από ουρανοξύστες ή μπλόκα δεν εκπληρώθηκε. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στον σημερινό κόσμο μπλόκα ή ουρανοξύστες κατοικιών αντιστοιχούν σε κοινότητες.

Ένας από τους λόγους που δεν έχουμε ουρανοξύστες αντί χωριών και μπλόκα αντί γειτονιών είναι και ότι οι ουρανοξύστες, οι πολυκατοικίες και τα μπλόκα κατά κανόνα εντάσσονται μέσα στον οικιστικό ιστό μεγαλουπόλεων. Και, τελικά, «στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δεν συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του».

Γενικότερα, στις μεγάλες πόλεις κάνουμε παρέα και δικτυωνόμαστε κοινωνικά με αυτούς που επιλέγουμε και όχι απαραιτήτως με τους γείτονές μας και με το σόι μας. Μάλιστα, ένας από τους δευτερεύοντες παράγοντες που ενισχύουν την αστυφιλία είναι και αυτός: στη μεγαλούπολη επιλέγεις εσύ ποιους θα συναναστραφείς, σε ποιες κοινότητες θα ενταχθείς και με ποιους θα κάνεις παρέα — αντίθετα με τα αμερικάνικου τύπου προάστεια, με τις μικρές πόλεις και βεβαίως με τα χωριά, όπου συγχρωτίζεσαι γείτονες κυρίως.

Αυτή είναι και μία από τις πηγές καχυποψίας απέναντι στη ζωή της πόλης: οι άνθρωποι με τους οποίους είσαι δικτυωμένος κοινωνικά, τα μέλη της όποιας κοινότητάς σου, δεν μπορούν να σε ελέγχουν μέσω της διαρκούς γειτνίασης· ο καθένας μας επιλέγει ποιους θα έχει φίλους, σε ποιους θα μιλήσει και σε ποιους όχι. Ο γείτονας στη μεγαλούπολη δεν είναι ex officio φίλος, συνήθως δε είναι απλός ξένος.

Με την ίδια καχυποψία αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία και η κοινωνική δικτύωση μέσα από τα σοσιαλμήντια. Χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να φτιάξεις αλλά και να διαχειριστείς τις δικές σου κοινότητες, που δεν περιορίζονται ούτε από τη γειτνίαση αλλά ούτε καν από την εγγύτητα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνοντας δηλαδή κατά μέρος τις πουριτανικές πρακτικές Πανοπτικού συγκεκριμένων πλατφορμών όπως το facebook, δύσκολα ελέγχεται σε ποιες ονλάιν κοινότητες ανήκεις, συνεκτικές ή χαλαρές.

Και βεβαίως, ο William Gibson στον Νευρομάντη έπεσε έξω: οι περισσότεροι συμμετέχουμε στις οιονεί κοινότητες κυρίως για να εμπλουτίσουμε και για να επεκτείνουμε την εξωδιαδικτυακή μας ζωή και όχι για να χαθούμε μέσα στις ίδιες τις διαδικτυακές κοινότητες και στα όποια φόρα. Θυμίζει λίγο η κατάσταση την παλαιότερη μανία της αλληλογραφίας: οι περισσότεροι αλληλογραφούσαν με σκοπό τις όποιες γνωριμίες και ελάχιστοι αρκούνταν στην επιστολογραφική σχέση εφόσον υπήρχε η δυνατότητα συνάντησης, γνωριμίας και συναναστροφής διά ζώσης.

Η επιστολογραφία, που για δεκαετίες ζωοποιούσε τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες του κόσμου, αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά των ιερεμιάδων περί «διαδικτυακής αποξένωσης»: εφόσον και για όσους η επιστολογραφία, ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι προθάλαμοι ή υποκατάστατα της κοινωνικής ζωής και όχι χώροι νιρβάνας μέσα στους οποίους θα διαλυθεί η συνειδητότητά μας ξέρω γω, δεν τρέχει κάστανο.

Συνοπτικά: όσο χρησιμοποιούμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απώτερο σκοπό τη διά ζώσης γνωριμία (την όποια γνωριμία ή συναναστροφή ή συναλλαγή), η μομφή περί αποξένωσης είναι κενή. Με τον ίδιο τρόπο που η «αποξένωση των ανθρώπων» στις μεγαλουπόλεις οφείλεται περισσότερο στις εργασιακές συνθήκες μετά τη δεκαετία του ’70 και λιγότερο στο ότι «δεν ξέρεις (αφού δεν θέλεις ντε και καλά να ξέρεις) ποιος μένει δίπλα σου».

Πώς βλέπεις τα πράγματα;

Στην τιμή και στη συνείδησή μου, χρειάζεται να απαντήσω; θα απαντήσω με αρκετή χαλαρότητα λοιπόν.
Ο ελληνικός λαός εισήλθε σε μια παύση κινητοποιήσεων μετά τον Φεβρουάριο του 2012, η οποία ακολούθησε μια σχετικά ζωηρή εξεγερτική κίνηση, για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας τέλος πάντων. Η προσφιλής εξήγηση υπήρξε ότι ο λαός ηττήθηκε από τη φονική και αδιάκριτη βία της αστυνομίας. Ενδεχομένως ήτανε μια εξήγηση που εξυπηρετούσε την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ: τι είδους απαιτήσεις μπορεί να έχει ένας ηττημένος λαός;
Πολλοί τότε κατηγορούσανε τον ΣΥΡΙΖΑ για διάφορα: από πλήρη ανικανότητα μέχρι ότι είναι τέλεια ενορχηστρωμένη συνωμοσία, από παλαιοπασοκισμό μέχρι αριστερισμό ή σταλινισμό κ.ο.κ. Όσοι το 2016 αισθάνονται δικαιωμένοι που, βαρώντας στον γάμο του Καραγκιόζη μεταξύ 2010 και 2015, πέτυχαν κάτι στην τύχη, ας θυμούνται ότι η κριτική της θεολογίας του Αποστόλου Παύλου (του ΣΥΡΙΖΑ του 2012) ούτε ερμηνεύει ούτε προοικονομεί τα έργα του Θεοδόσιου του λεγόμενου «Μεγάλου» (του ΣΥΡΙΖΑ του 2016).
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε και μετά επανήρθε τον Σεπτέμβριο του 2015. Ενδιάμεσα έγινε μάλλον κατά λάθος ένα ιστορικό δημοψήφισμα το οποίο επιβεβαίωσε τρία πράγματα:
  1. Είναι πολύ περιορισμένες και η εξουσία των ΜΜΕ επί των συνειδήσεών μας και η αποτελεσματικότητα της τερατώδους μηχανής προπαγάνδας που πήρε μπρος το 2010 και συνεχίζει να δουλεύει φασόν.
  2. Στη μνημονιοκρατία αντιτίθεται περίπου το 62% του εκλογικού σώματος.
  3. Η ταξικές διαιρέσεις βάθυναν πολύ από το 2010.
Με αναίδεια, δειλία και κυνισμό ο ΣΥΡΙΖΑ αγνόησε το δημοψήφισμα και συνέχισε την επαχθή (όχι «απεχθή») μνημονιοκρατία. Οι φτωχοί πληθαίνουν· οι αυτοχειρίες συνεχίζονται· αμέτρητες οικογένειες ζουνε με θλίψη, μακαρόνια και στα σπίτια παπππούδων· έχουμε γεμίσει άστεγους και πένητες, κάποιοι από τους οποίους προέρχονται από τη μεσαία τάξη που αποσαθρώνεται· οι έμποροι υποφέρουν· η αποβιομηχανίση είναι πια επιδημία· η αστυνομία και η δικαιοσύνη είναι όπως τις ξέραμε επί Σαμαρά· το κράτος πρόνοιας φυτοζωεί· μας ταΐζουν έθνος, ηθικό πανικό κι Ορθοδοξία. Επιπλέον ξεπουλιούνται τα πάντα και περνούν νόμοι που εξασφαλίζουν τη συνεχιζόμενη δήωση των αγέννητων γενεών.
Παράλληλα σχεδόν κάθε κοινωνική αντίδραση σίγησε: είτε γιατί δαιμονοποιείται και κατασυκοφαντείται, είτε λόγω απελπισίας, είτε γιατί οι πρώην φορείς της διαμαρτυρίας τακτοποιήθηκαν από την κυβέρνηση (κάποιοι άλλωστε αντιδρούσαν το 2010-2015 με σκοπό να διοριστούν), είτε γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ εκ του αποτελέσματος επιβεβαίωσε την ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) και την πολιτική του να πορευτούμε όπως μας αφήνουν. Ταυτόχρονα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάπου κρύβεται, η ΛΑΕ είναι μια θλιβερή παράτα, το ΚΚΕ η γνωστή όπερα της πεντάρας με τα μεγάλα ηθικά διδάγματα και την αγκυλωμένη εικονογραφία του.
Πολλοί αρέσκονται να κομπάζουν ότι τα είχανε προβλέψει όλα αυτά επειδή οι Συριζαίοι είναι ανίκανοι, αδίστακτοι ή και τα δύο. Εγώ θα αντιτείνω ξανά αφενός ότι άλλες οι αντιρρήσεις μας στον Απόστολο Παύλο και άλλο η κριτική μας στη βασιλεία του Θεοδοσίου, αφετέρου ότι δεν μας ενδιαφέρει καν η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ: στην πολιτική μάς ενδιαφέρει το τι κάνεις, όχι ποιος είσαι.
Για να κάνω σαφέστερο το δεύτερο σημείο: μας ενδιαφέρει η ερωτική ποίηση του Ελύτη κι όχι ποιες είναι οι αφορμές της, το έργο του Παπαδιαμάντη και όχι αν ήταν παρθένος, τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι και όχι οι φρικώδεις πολιτικές απόψεις του. Τον ΣΥΡΙΖΑ δεν τον εκλέξαμε ούτε γιατί «τον πιστέψαμε», ούτε γιατί «είναι καθαροί» — τουλάχιστον όχι όλοι. Τον εκλέξαμε να κάνει μια δουλειά, που δεν την κάνει. Γιατί όχι τον θίασο του ολίγιστου Μητσοτάκη Jr. λοιπόν;
Θα αντιτείνει κανείς ότι από νωρίς διαφάνηκε πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί ή δεν θέλει να καταλύσει τη Μνημονιοκρατία ή, πολλώ μάλλον, να ηγηθεί μιας προσπάθειας του ευρωπαϊκού Νότου εναντίον του ορντολιμπεραλισμού και της γερμανικής «πολιτικής Σουηβής σπιτονοκοικυράς». Βεβαίως, και στις εξωμνημονιακού χαρακτήρα πολιτικές του ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε ολίγιστος με εξαίρεση κάποια δειλά κι ασυνάρτητα βήματα στην Υγεία, τη διαχείριση του προσφυγικού μέχρι που έπαθαν μαζικό Δένδια, το σύμφωνο συμβίωσης και την ιθαγένεια. Πράγματα που θα έκανε και μια κυβέρνηση ΓΑΠ, φερ’ ειπείν.
Έτσι εγώ βλέπω τα πράγματα.

Τζαμί

Adam Craig Thompson.png

Την προηγούμενη δεκαετία, λίγο αφού είχε αποφασιστεί η οικοδόμηση τζαμιού στην Αθήνα μίλαγα με κάποιον από το επιτελείο του κυρίου Καλού ο οποίος μου έλεγε ότι η κοινή γνώμη ήταν αρνητική σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που είχανε παραγγείλει και για αυτό σκόπευαν να κωλυσιεργήσουν.
Δέκα περίπου χρόνια μετά φαίνεται να ξεκινάει η διαδικασία να χτιστεί τζαμί με έξοδα του ελληνικού κράτους. Είμαι υπέρ και της οικοδόμησης του τζαμιού και υπέρ του να γίνει με έξοδα του ελληνικού κράτους.
Φίλος του Ισλάμ δεν θα ισχυριστώ ότι είμαι, ούτε για πλάκα. Παράλληλα, με εξαίρεση τον ένα πεφωτισμένο πάπα Φραγκίσκο, τον ένα Αναστάσιο Αλβανίας και φωτεινούς ανθρώπους που παντου βρίσκονται, οι μονοθεϊστικές θρησκείες είναι πηγή δυστυχίας, γεννήτριες ενοχής, αφορμή πολέμων και ανείπωτης καταπίεσης.
Γιατί λοιπόν να φορτωθούμε ένα τζαμί στην Αθήνα; Απλούστατα γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το χρειάζονται και οι οποίοι προς το παρόν λατρεύουν τον θεό τους σε μάλλον επικίνδυνα αυτοσχέδια τζαμιά, συνήθως εκεί όπου προ αναγκαίων μεταρρυθμίσεων υπήρχαν συνοικιακά μαγαζιά. Εκεί λήγει η συζήτηση: σε μια χώρα όπου ανεγείρονται εκκλησίες για πλάκα, ή για να νομιμοποιήσουν αυθαίρετα, ένας αξιοπρεπής χώρος λατρείας για τους μουσουλμάνους είναι αυτονόητος. Τέλος, υπενθυμίζω ότι πρόκειται για χώρο λατρείας κυρίως φτωχών ανθρώπων: αν ήθελε κανάς σαουδάραβας πρίγκηπας να κάνει προσευχή θα του έδιναν το Ηρώδειο, ή έστω το τζαμί Τζισδαράκη (όπως τη δεκαετία του ’60).
Γιατί να χτίσει το τζαμί το ελληνικό κράτος; Για να μην το χτίσει κάποιο αυταρχικό κράτος-τρομοκράτης όπως η Σαουδική Αραβία ή μία από τις βιτρίνες της.
Τέλος, χρειαζόμαστε τζαμί στην Αθήνα για ακόμα έναν λόγο. Παρότι τελικά θα χτιστεί κρυμμένο ανάμεσα σε μάντρες, συνεργεία και στο γενικότερο θλιβερό αχούρι που το ΠΑΣΟΚ αποκαλούσε «Ελαιώνα», το τζαμί θα αποτελεί οπτικό σπάσιμο της κυριαρχίας της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα, έστω και σε ταπεινά συμβολικό επίπεδο.
Εξηγούμαι: καμμία κοινωνική σχέση και αλληλεπίδραση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ορθά χωρίς να λάβουμε υπόψεις τις σχέσεις εξουσίας. Η Ορθοδοξία στην Ελλάδα είναι εξουσία, το Ισλάμ όχι.
Η κυριαρχία σε συμβολικό και πολιτικό επίπεδο της Ορθοδοξίας είναι απόλυτη, και δεν μιλάω βεβαίως για τη χριστιανική παράδοση της χώρας μας. Μιλάω για αυτό που ξεκίνησε το 1987, όταν ο Τρίτσης προσπάθησε να κρατικοποιήσει την εκκλησιαστική περιουσία και (βλακωδώς) να αλλάξει το σύστημα εκλογής επισκόπων. Ο «αγώνας» εκείνος ανέδειξε τον Χριστόδουλο και δεκάδες μιμητές και επιγόνους του: εκμεταλλευόμενοι την αγωνία περί ταυτότητας που έφερε η κατάρρευση του σοβιετικου σχηματισμού και μια ντεκαφεϊνέ ιδεολογική-εθνικιστική εκδοχή της νεορθοδοξίας, ο κλήρος εγκατέλειψε τη σωτηρία της ψυχής και τα καλά έργα και ρίχτηκε στον πολιτικό στίβο απροσχημάτιστα, προτιμώντας να διαμορφώνει πολιτικές συνειδήσεις αντί ξέρω γω να οικοδομεί πνευματικώς και να ποιμαίνει. Αυτό ακριβώς κάνουν και άλλες εκκλησίες και αλλού (Σερβία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ρωσία, Πολωνία κτλ.) αλλά στην Ελλάδα η Εκκλησία δεν έχει καμμία αντιπολίτευση ουσίας όσον αφορά το πολιτικό πρόγραμμα των δεσποτάδων της.

Έστω λοιπόν και ως κάρφος στο μάτι της ορθοδοξίας, ένας μιναρές είναι ό,τι πρέπει.

Η ματιά του σεξισμού

Η ματιά του σεξισμού ισχυρίζεται ότι διακρίνει χαρακτηριστικά των γυναικών που δεν διακρίνονται υπό άλλες οπτικές γωνίες ή με άλλα ερμηνευτικά εργαλεία.

Για να φέρω ένα πάρα πολύ απλό παράδειγμα, η ματιά του σεξισμού περιέχει τον ισχυρισμό ότι μόνον αυτή βλέπει λ.χ. ότι οι γυναίκες είναι κοκέτες, ότι αργούν να ετοιμαστούν ή ότι είναι έτοιμες να σφαχτούν μεταξύ τους (π.χ. να τσακωθούν για άντρες) όντας ικανές μόνο για επιφανειακές λυκοφιλίες μεταξύ τους.

Αυτό ισχύει: όντως η σεξιστική ματιά διακρίνει πάνω στον γυναικείο «χαρακτήρα» πτυχές του που μέσα από κάποια άλλη ερμηνευτική ματιά είναι δυσδιάκριτες ή αόρατες.

Δεν πρόκειται όμως για κάποιες πτυχές της γυναικείας φύσης, παρά για συνέπειες του σεξισμού, της πατριαρχίας, της κουλτούρας του βιασμού: οι γυναίκες θα έπρεπε να ανταγωνίζονται μεταξυ τους για έναν ξεροκόμματο άντρα. Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενες προφητείες στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δεν πρόκειται για μονομερή έμφαση σε κάτι (π.χ. κοκεταρία και φιλαρέσκεια) που χαρακτηρίζει πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου.

Άρα η ματιά του σεξισμού βλέπει πάνω στις γυναίκες αντανακλάσεις του εαυτού του.

Για το θέμα της χαμένης ευκαιρίας

Η νεωτερικότητα στέργει τις ιστορίες για χαμένες ευκαιρίες: ανεκπλήρωτοι έρωτες, ματαιωμένες προσδοκίες, προδομένες επαναστάσεις, αξόδευτες ζωές, χαραμισμένα ταλέντα. Η νεωτερικότητα επίσης τρελαίνεται για τα «τι θα γινόταν αν» και για εναλλακτικές πραγματικότητες, με τον ίδιο τρόπο που ο Μεσαίωνας λάτρεψε την ιδέα της μετά θάνατον ζωής.

Ωστόσο, ο Μεσαίωνας ασχολιόταν με τον Παράδεισο και τα ασαφέστατα θέλγητρά του, όμως ασχολιόταν και με την Κόλαση — αν και όχι τόσο εμμονικά όσο τείνουμε να πιστεύουμε. Η νεωτερικότητα, απεναντίας, έχει αφοσιωθεί μόνο σε μία πτυχή του θέματος «χαμένες ευκαιρίες».
Η νεωτερικότητα αποφεύγει την Κόλαση ως πιθανότητα και αρκείται στο να την περιηγείται ως γεγονός τετελεσμένο και ως επί γης πραγματικότητα. Αρνείται λοιπόν η νεωτερικότητα να ασχοληθεί, πλην σποραδικών εξαιρέσεων, με τις χαμένες ευκαιρίες του Κακού (για να χρησιμοποιήσω έναν όρο που περιφρονώ λόγω της οιονεί κενότητάς του). Κι έτσι, δεν διαβάζουμε και δεν βλέπουμε ταινίες για τον δικτάτορα που απέτυχε, για τον δολοφόνο που πιάστηκε πριν καν φονεύσει, για τον διεφθαρμένο πολιτικό που δεν πρόλαβε να διαφθαρεί γιατί τον κόντυναν νωρίς, για τον ψυχοπαθή που καταπιέστηκε τόσο όσο να μην αναπτύξει τη στυγερή απανθρωπιά που έχει μέσα του ταμιευμένη, για τον βιαστή που έφαγε βρωμόξυλο πριν καν προλάβει να αγγίξει το υποψήφιο θύμα του.

Ρεμβασμός

Αυτές τις μέρες της αποκάρωσης σκέφτομαι τις συγκεκριμένες χαρές που κάθε γυναίκα μού χάρισε. Πόσο υπέροχο είναι να σιγά η γλώσσα και να αφήνεσαι στον χαρακτήρα της άλλης, στο πώς πράγματι αισθάνεται στο ποια αληθινά είναι. Να μη χρειάζεται να σου περιγράψει ποια είναι ή να σου μιλήσει για τον εαυτό της ή να σου διηγηθεί καθοριστικά γεγονότα της ζωής της. Πόσο ευφρόσυνο αυτή που είναι να γίνεται φανερό και ταυτόχρονα ηδονή, η μόνη ηδονή περιωπής σε έναν κόσμο που καμώνεται πως μπορείς την υποκαταστήσεις με διαλογισμό, αριστεία, ακτιβισμό, παραγωγικότητα ή — τρισχειρότερα — εξουσία. Χιλιοειπωμένο, αλλά αυτό το έγνω στη μετάφραση τον Εβδομήκοντα, η ιδέα ότι το σεξ είναι γνώση του άλλου, είναι από τα ομορφότερα δώρα της ιουδαϊκής θεολογίας στην ανθρωπότητα. Ο έρωτας των άκρως αισθητών είναι όντως γνώση και φανέρωμα, και ας μην ξέρουμε συνήθως να την ερμηνεύσουμε ή, συνηθέστερα, να τη διαχειριστούμε αυτή τη γνώση.

Ποια είναι η άλλη με την οποία γαμιέσαι φανερώνεται αβίαστα και σχεδόν ολοκληρωτικά, άλλωστε είμαστε οι κρυφές ουλές και το αποτύπωμα της ζωής όσο είμαστε και η όψη της ομορφιάς ή τα παιχνίδια που παίζουμε. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στον οίνο, αλλά στη βίνευση. Δεν διατυπώνεται βεβαίως η αλήθεια αυτή μέσω τεχνικών και προτιμήσεων, ούτε υπάρχουν λεξικά και τσελεμεντέδες τύπου «αν ζητάει αυτό τότε είναι τέτοια· αν λέει αυτά άρα είναι έτσι· αν κάνει το άλλο τότε είναι δείνα”. Δεν είναι κείμενο η λαγνουργία, να ψάχνεις να βρεις σημεία και γραμματικές, είναι γεγονός: το κατεξοχήν γεγονός. Η αλήθεια του γεγονότος θα εκφραστεί υπόρρητα, επεξεργασμένη όχι από τη γλώσσα αλλά από κάτι μου μπορούμε να πούμε “διαίσθηση”. Είναι δύσκολη η διαπίστωση ότι φανερωνόμαστε όταν γαμιόμαστε κι αυτός είναι ένας λόγος που συνήθως γαμιόμαστε κρυφά.

Εννοείται ότι από εκεί και πέρα προσπαθούμε να οριοθετήσουμε την ιμερική μας συμπεριφορά ως κάτι ξεχωριστό από την υπόλοιπη ζωή, από την υπόλοιπη συμπεριφορά, από τον υπόλοιπο χαράκτηρά μας, επιδιώκουμε να περιχαρακώσουμε την ερωτοπραξία ως κάτι που “απλώς” αφορά τη φυσιολογία και τις όποιες ανατομικές ιδιαιτερότητές μας με ολίγη από ψυχανάλυση της πλάκας και να το αφήσουμε εκεί. Κι όμως, στο γαμήσι (και στο καυλάντισμα μετά τις πρώτες 5-10 ερωτοπραξίες) είμαστε ελεύθεροι και ο εαυτός μας ή είμαστε τραγικοί, τραγικοί ακριβώς επειδή δεν μπορούμε ή δεν αφηνόμαστε να είμαστε ο όποιος εαυτός μας.

Η γνώση που έρχεται μέσα από τους καταγλωττισμούς, τους μηκυθμούς, τις λαβές, τους ιδρώτες, τους μορφασμούς και τα χαμόγελα, τις στοναχές, την αθλητική προσπάθεια και τα χύσια δεν είναι ούτε ευτελής, ούτε καν απλή: ήδη είπα ότι δεν ερμηνεύεται και δεν κουμαντάρεται εύκολα. Βεβαίως, όπως κάθε γνώση, δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα ευχάριστη. Δεν υπονοώ ότι θα κάτσουμε να διαβάσουμε την άλλη για να βρούμε “θέματα” ή “προβλήματα”, ούτε ότι θα κάνουμε τη λίστα μας για να την κράξουμε μετά τον χωρισμό για το πόσο τσουλάρα είναι. Με τίποτα τέτοιες αηδίες. Λέω κάτι πολύ απλό, όπως παραπάνω: μέσα από το σεξ, με σχετική βεβαιότητα μετά τις πρώτες 5-10 επαναλήψεις αλλά και νωρίτερα, πράγματι γυμνώνεται η άλλη μπροστά σου, και δεν μιλάω καν για σωψυχίδια και τέτοια αλλά για τη δυνατότητα θέασης κι ενατένισης της άλλης.

Ένα παράδειγμα: μιλούν με λεπτομέρειες όσοι ξέρουν, εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια εμπειρία, για την τρομακτική εμπειρία να το κάνεις με ρηχό άνθρωπο — δεν λέω “απλοϊκό”, λέω “ρηχό», που είναι περιγραφή χαρακτήρα επιμολυσμένου με δόλο και με ναρκισσισμό. Ό,τι κι αν λέει, όποιες κι αν είναι οι προϊμερικές και οι μετοργασμικές μανιέρες του ανθρώπου, στο γαμήσι βγαίνουν πάρα πολλά — για να το πω απλά.