Οικόπεδο εθνικό

Πλατεία Ελευθερίας, Λευκωσία

 Θυμάμαι όταν ήμουνα παιδί πως ένας από τους βασικούς λόγους για να μισούμε τους Τούρκους, παρότι κατά τρία τέταρτα κατάγομαι από αυτό που σήμερα είναι Τουρκία, ήταν διότι οι Τουρκαλάδες μάς έφαγαν τη μισή Κύπρο.

Σκεφτόμουν τις προάλλες τη διαχρονικά πατερναλιστική στάση των Ελλαδιτών και της Ελλάδας απέναντι στην Κύπρο και στους Κύπριους αλλά και σε σχέση με το Κυπριακό.

Εν μέρει πρόκειται για τον πατερναλισμό του ανθρώπου της πόλης απέναντι στον επαρχιώτη αφού, κακά τα ψέματα, η Κύπρος είναι μια πολύ μεγάλη και αρκετά εύπορη επαρχία σε πολλά θέματα.

Από την άλλη φυσικά πρόκειται για τον πατερναλισμό της μητρόπολης απέναντι στην περιφέρεια, και μάλιστα μια περιφέρεια την οποία κατά καιρούς άνθρωποι όπως ο Σεφέρης έχουν εξιδανικεύσει μάλλον ψυχαναγκαστικά ως π.χ. την πραγματική καρδιά του ελληνισμού.

Κάτι που πάντως παραβλέπουμε συνήθως είναι πως από πολλές απόψεις η Κύπρος είναι πολύ πιο κοσμοπολίτικη μέσα στον θεότυφλο εθνικιστικό ρατσισμό της ή στον κοντόφθαλμο τοπικισμό της από ό,τι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας.

Τέλος κάτι το οποίο αδυνατούμε να καταλάβουμε στην Ελλάδα είναι ότι η Κύπρος βρίσκεται σε μεταποικιακή κατάσταση, ως πραγματική πρώην αποικία και γι’ αυτό με έναν τρόπο πολύ πιο σαφή και πολύ πιο παρόντα από όσο η μητέρα Ελλάδα ― η οποία βεβαίως επίσης έχει υποστεί αποικιοκρατικές πολιτικές και η οποία διαπραγματεύεται με αποικιακές ιδεολογίες.

Σε γενικές γραμμές νομίζω ότι αυτό το «μας έφαγαν τη μισή Κύπρο», ωσάν η Κύπρος να ήταν ιδιοκτησία της οικογένειάς μου ή της μητέρας Ελλάδας, απηχεί αυτό που πάρα πολύ εύστοχα είπε ο Σαββόπουλος ότι δεν είναι: «οικόπεδο εθνικό που το καταπατούνε».

Στ’ αλήθεια δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλάβει κανείς τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η Ελλάδα την Κύπρο τα τελευταία 70 χρόνια εάν δεν λάβει υπόψη του ακριβώς αυτή την εικόνα: της ιδιοκτησίας ενός οικοπέδου που ναι μεν βρίσκεται μακριά αλλά δεν παύει να μας ανήκει.

Η ιστορία λοιπόν της Ελλάδας απέναντι στην Κύπρο από το 1974 και μετά πάει κάπως έτσι:

Ξέρουμε ότι έχουμε ένα οικόπεδο ή κάτι χωράφια στο χωριό, για τα οποία μαθαίνουμε από κάποιον μακρινό ξάδερφό ότι τα καταπάτησε ο ντόπιος τσιφλικάς ή δεν ξέρω τι. Καθόμαστε λοιπόν και αναλογιζόμαστε αν αξίζει τον κόπο να πάμε να οδηγήσουμε (δεν έχει και τρένα πια) 5-6 ώρες μέχρι το χωριό για να ασχοληθούμε τελικά με κάτι ξερικά χωράφια πάνω στην πλαγιά, άσε που εκεί θα μπλέξουμε σε καβγάδες ή και σε συμπλοκές με τους μπράβους του τσιφλικά, ενώ από την άλλη φυσικά νιώθουμε την αδικία ενώ μας βιτσίζει στο φιλότιμο η ατιμία του να έχουν καταπατήσει τον κλήρο μας.

Είναι περιττό να υπογραμμίσει κάνεις πόσο στρεβλή και αντιπαραγωγική, εκτός από αυθάδικη και ηγεμονική, είναι αυτή η στάση. Πολλώ μάλλον που δεν είναι καθόλου σαφές σε ποιον ανήκει η Κύπρος, αφού αυτή τη στιγμή τουλάχιστον σίγουρα δεν ανήκει πουθενά.

Στους Ελληνοκύπριους, και ειδικά στους πρόσφυγες Ελληνοκύπριους και στους απογόνους τους, επουδενί δεν ανήκει· ούτε στους Τουρκοκύπριους ανήκει, δεδομένου ότι ακόμα και στον κατεχόμενο Βορρά δεν είναι ακριβώς αφέντες στο σπίτι τους.

Ούτε μπορεί κανείς να πει ότι η Κύπρος ανήκει ακόμα στη Βρετανία, παρότι βεβαίως οι δύο βάσεις που το Βασίλειο διατηρεί στο νησί είναι βρετανικό έδαφος και εκεί πέρα ό,τι θέλει κάνει: μέχρι και κλήση για υπερβολική ταχύτητα σου κόβει ή σε πάει αυτόφωρο σε τοπικό αγγλικό δικαστήριο.

Επίσης αναρωτιέμαι αν μπορεί κανείς να πει ότι η Κύπρος ανήκει στις 10-20 ζάπλουτες ελληνοκυπριακές οικογένειες που έχουν αρκετή ισχύ για να διαφεντεύουν αυτό που ονομάζουμε Κυπριακή Δημοκρατία: και πάλι ο κατεχόμενος Βορράς βρίσκεται εκτός της αυθαίρετης δικαιοδοσίας τους. Παρόμοια ισχύουν και για τον σκοτεινό οργανισμό που λέγεται Εκκλησία της Κύπρου.

Από αυτή την άποψη, η Κύπρος είναι πολύ ενδιαφέρουσα: υπό άλλες συνθήκες θα αποτελούσε επαρχία κάποιου άλλου κράτους, αλλά βεβαίως είναι νησί. Σαν νησί βρίσκεται κεντρικά τοποθετημένη στη Μέση Ανατολή αλλά ταυτόχρονα κείται στο περιθώριό της. Έχει πολλούς στρατούς (έξι ή εφτά) στο έδαφός της και απαρτίζεται από δύο κρατικές οντότητες, μία νόμιμη μία παράνομη, καμιά από τις οποίες όμως δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι διαφεντεύει είτε ολόκληρο το νησί είτε καν τη δική της επικράτεια.

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η Κύπρος είναι κάπως σαν μία Ταγγέρη: μια terra nullius, ένας τόπος κανενός. Παράλληλα, ή και επομένως, είναι τόπος πολλών: πλούσιων Ρώσων ολιγαρχών που εξασφάλισαν ευρωπαϊκά διαβατήρια, Ισραηλινών προνομιούχων που θέλουν να αποφύγουν την ταλαιπωρία του να ζουν σε εμπόλεμο κράτος, Αράβων λεφτάδων που στέκονται σε ένα προγεφύρωμα προς την Ευρώπη, Τούρκων πολιτικών που πήραν αυτό που ήθελαν και τώρα δεν ξέρουν τι να το κάνουν, Αμερικανών πολιτικών οι οποίοι θέλουν να τη διαφεντεύουν ενώ τυπικά δεν είναι σύμμαχοι της νόμιμης κυβέρνησης του νησιού, Βρετανών γενικώς που με εξαίρεση τις «Κυρίαρχες Βάσεις», την Πάφο, η οποία βρίσκεται υπό κατοχή Άγγλων συνταξιούχων, και την Αγιάναπα, όπου κολλάει ΣΜΝ και καλλιεργεί μελανώματα και κίρρωση η νεολαία της, δεν φαίνεται να πολυενδιαφέρονται πια.

Εν ολίγοις η Κύπρος είναι ένας τόπος που ανήκει σε πολλούς λάθος ανθρώπους και αν μη τι άλλο δεν ανήκει στο λαό της. Τέλος, η Κύπρος είναι τόπος φτωχών μεταναστών, εποίκων νόμιμων και παράνομων ένθεν και ένθεν της Γραμμής, καθώς κι εκείνων των ελάχιστων προσφύγων που φτάνουν ζωντανοί μέχρι εδώ και δεν τους απελαύνουν μετά. Όσο πάντως κι αν σκούζουν οι ντόπιοι ρατσιστές, που πληθαίνουν όπως παντού, σε αυτούς κι αν δεν ανήκει αυτός ο τόπος.

Οικόπεδο πάντως δεν είναι.

Ακόμα ένα αϊσιχτίρι

Λοιπόν κοιτάξτε, τα πράγματα είναι απλά:

  • εφόσον η Δεξιά και τα μνημόνια, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, κατάφεραν να διώξουν όσους από μας έδιωξαν (μισό εκατομμύριο; παραπάνω; δεν ξέρω)·
  • εφόσον όσες κι όσοι έμειναν πίσω έχουν μαραζώσει φιβισμένοι χωρίς να ελπίζουν σε καμιά χαρά μελλοντική·
  • εφόσον αυτή τη στιγμή περίπου ένας στους πέντε Έλληνες στην Ελλάδα είναι άνω των 60 ετών και μάλλον δεν υπάρχει σχεδόν πια τίποτα και κανένας ή καμιά να τον περιθάλψει, να τον γιατροπορέψει, να τον γηροκομήσει·
  • εφόσον κανείς απ’ όσους φύγαμε δεν είναι τρελός να θέλει να επιστρέψει πίσω σ’ αυτό το αλώνι του Άδωνι Γεωργιάδη με τις τσιρίδες και τους οχετούς χυδαιότητας που ξερνάει ακαταπαύστως, όπου κυβερνάει ο Λιάγκας και ο Ευαγγελάτος και φυσικά ο Κυριάκος και όπου όλοι τους υποκρίνονται ότι έχουν φτιάξει ένα καταπληκτικό ευρωπαϊκό κράτος με καταπληκτική ποιότητα ζωής ― ενώ στην πραγματικότητα είμαστε αποικία χρέους και τουριστικός προορισμός

τουλάχιστον ανοίξτε τις πόρτες. Αφήστε να έρθουν όσοι μετανάστες και πρόσφυγες έχουν άγνοια κινδύνου και θέλουν να ζήσουν σε έναν τόπο χωρίς τσίπα και χωρίς τραίνα και χωρίς λεωφορεία, που πνίγεται και καίγεται εναλλάξ, αντί να τους θαλασσοπνίγετε στα μουλωχτά και να τους σκοτώνετε και να τους μαντρώνετε με φράχτες ή με δεν ξέρω τι στο διάλο υπάρχει για την προστασία του Φρουρίου Ευρώπη.

Τα πράγματα είναι απλά: έτσι κι αλλιώς δεν σκοπεύετε να ξαναφτιάξατε τη χώρα αλλά και να θέλετε να ξαναφτιάξατε τη χώρα δεν μπορείτε, μια κι αυτή τη στιγμή ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος είναι ηλικίας αρχαιότερης και από την Αποστασία του μπαμπά Μητσοτάκη και θα συνεχίσει να ψηφίζει Νέα Δημοκρατία ακόμα κι αν της Νέας Δημοκρατίας ηγείται ο Μπαρμπαμυτούσης, ο Περικλέτος ή και η μπάμπα-Γιάγκα ― κάτι που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα βέβαια.

Με δυο λόγια: δεν υπάρχει περίπτωση όσοι φύγαμε έξω να επιστρέψουμε, πάει αυτό. Και τώρα πια δεν θα επιστρέψουμε όχι μόνο λόγω των οικονομικών συνθηκών και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, κοινώς επειδή δεν θέλουμε να πεθάνουμε ύπτιοι σε κανα σπασμένο πεζοδρόμιο περιμένοντας να μας μαζέψει κάποιο (ιδιωτικό στην ανάγκη) ασθενοφόρο.

Δεν είναι λοιπόν μόνο λόγω των οικονομικών συνθηκών και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους που θα αφήσουμε την Ελλάδα να την τρέχουν οι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων και οι μιζολήπτες μεγάλοι και μικροί, άντε και τίποτα ηρωικές φιγούρες, είναι και λόγω του πολιτικού κλίματος που σταθερά διαμορφώνεται προς μία ουγγρική και εντέλει φασιστική κατεύθυνση.

Βαδίζουμε όλοι χάρη προς μια Ελλάδα όπου θα κυβερνάει το Προς την Νίκην, οι θεούσες, φασιστικές συμμορίες και λοιπά κατακάθια της καπιταλιστικής αντεπανάστασης (για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους).

Αφήστε τουλάχιστον να έρχονται μετανάστες να δουλεύουν, μπας και πληρώνονται οι συντάξεις του ολοένα γηράσκοντός ελληνικού λαού. Πού και πού θα βγαίνει κανείς από αυτούς στο ΝΒΑ, σε Ολυμπιακούς, στη Γιουροβίζιον, στα Νόμπελ, στο Σάντανς και θα μιλάν οι κάθε λογής τηλεμπάτσοι και φασιστοφιλόλογοι και βασιλόφρονες ιεροκήρυκες για τους «της ημετέρας παιδείας μετέχοντες», θα ξεχνάμε τους Λοκμάν και τους χιλιάδες που λιώνουν στις φράουλες ή στις αμμοβολές ή που πέφτουν από τις σκαλωσιές ή που απλώς πάνε φριτέζα για να βγάλουμε τη μουνάρα στο σαλόνι να σερβίρει τους τουρίστες. Βέβαια τι Ολυμπιακοί και Σάντανς, καλύτερα ξεχάστε κάθε είδους μεγαλεία και τέτοια: το πολύ πολύ καναν ουρανοξύστη στο Ελληνικό· εντάξει και πολύ μάς είναι.

Οι πολλές ζωές αυτού που εδώ γνωρίζετε ως Sraosha

Τα πολλά άβαταρ του Βισνού, όχι του Σραόσα

to the child I lost replaced by fear

Είναι παράδοξο ότι όσο μεγαλώνει κανείς συνειδητοποιεί το εξής: πολλές φορές χρειάζεται να μας μιλήσουν οι άλλοι για τον εαυτό μας ώστε να τον καταλάβουμε. Πολλές φορές πτυχές του εαυτού μας οι οποίες φαίνονται στους άλλους βασικές ή προφανείς δεν μας είναι ορατές παρά μόνον αφού κάποιος από αυτούς τους άλλους τις επισημάνει και σε εμάς.

Στη δική μου περίπτωση, θυμάμαι ότι ήμουν φοιτητής όταν για πρώτη φορά μία Κινέζα συνάδελφος από τη Μαλαισία μού είπε πόσο ευχάριστος και κοινωνικός άνθρωπος είμαι ― κάτι που ούτε είχα ξανακούσει ούτε και πίστεψα. Εικοσιέξι χρόνια μετά και πάρα πολύ πρόσφατα έμαθα από συνάδελφό μου ότι δουλεύω πάρα πολύ, πολύ όμως.

Εμένα πάντως αν με ρωτούσατε ή αν ψάχνατε προσεκτικά αυτό εδώ το μπλογκ, θα διαπιστώνατε ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2024 θεωρούσα τον εαυτό μου τεμπέλη. Όσον αφορά την πεποίθησή μου ότι είμαι ασυμπάθιαστο αντικοινωνικό πλάσμα που βαραίνει τους γύρω του, χρειάστηκε επέμβαση ψι.

Η πιο ενδιαφέρουσα προσέγγιση των άλλων προς εμένα όμως προέρχεται όμως από δύο ανθρώπους οι οποίοι ούτε γνωρίζονται μεταξύ τους, ούτε έχουν στενή σχέση μ’ εμένα, ενώ δεν έχουν καν σαφή σχέση μεταξύ τους σαν χαρακτήρες ή ως προς τον τρόπο ζωής τους. Και οι δύο τους λοιπόν σε ανύποπτο χρόνο μου είπαν για τις πολλές ζωές αυτού που εδώ γνωρίζετε ως Sraosha.

Και φυσικά ο Sraosha από αυτό εδώ το μπλογκ δεν είναι πάρα μία από αυτές τις ζωές. Υπάρχει και ο Sraosha που κοινωνικοποιείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· υπάρχει και ο Sraosha που κοινωνικοποιείται στον πραγματικό κόσμο ως Sraosha. Υπάρχει βεβαίως και ο άνθρωπος με το κατά κόσμον όνομα και τις δικές του ζωές, ο άνθρωπος του οποίου ο Sraosha δεν είναι παρά μία περσόνα εδώ και περίπου 20 χρόνια.

Βεβαίως η ύπαρξη πολλών ταυτοτήτων και ψευδωνύμων, ειδικά στη φουλ σχιζοειδή κατάσταση που δημιούργησαν τα σοσιαλμήντια λίγο μετά τις αρχές του αιώνα σε καμία περίπτωση δεν συνιστά πολλές ζωές έτσι από μόνη της.

Οι πολλές ζωές ξεκινούν όταν κάθε περσόνα είναι κάτι διαφορετικό και κάνει πολύ διαφορετικά πράγματα· όταν ίσως ζει κι αισθάνεται με σχετικά διαφορετικό τρόπο τα όποια δώρα και τις όποιες κακοτοπιές της δίνονται: όταν ζει τη δική της ξεχωριστή ζωή όπως της χαρίζεται. Μέχρι να μπορέσει το παιδί εντός να ξεχαντακωθεί και να σταθεί unafraid and alone.

Αισθηματίες, εισοδηματίες κι εμείς

Η φωτογραφία είναι της Pola Negri (1929).

Μπουχτισμένος από τη γενικευμένη κατρακύλα στον απροσμάχητο τρόμο και στον έξαλλο πουριτανισμό καθόμουν χτες κι ονειροπολούσα:

Should I fuck off to Ireland, find a place somewhere in the west? Spend my time staring at the sizable body of water that separates the World from North American frivolity and navel-gazing and South American melancholy and loneliness? Should I just renounce what has so far given me life force and mirth? Should I finally give up on urban geographies of joy and desire and creation and endless (sometimes aimless) walking?

Δηλαδή σκεφτείτε το: η Αθήνα είναι πια ακατάλληλη για καθημερινή ζωή, ελέω πολυ πραγματικών και πολύ πρακτικών αποφάσεων και παραλείψεων μιας πολύ πραγματικής και εντελώς εκλεγμένης εξουσίας, εθνικής και τοπικής και τοπικότερης. Οποιαδήποτε μικρότερη πόλη είναι ανυπόφορα μικρή, τακτοποιημένη και περιορισμένη για μένα· δεν περιμένω να συμφωνήσετε, ούτε να συμμεριστείτε, ούτε καν να καταλάβετε ― αλλά ο μάι γκοντ, δηλαδή.

Όσο για τις 5-6 πόλεις εκτός ελληνόφωνου χώρου στις οποίες ευχαρίστως θα μετακόμιζα; Ε, όπως και οι φαντασιώσεις περί ανεμοδαρμένης Ιρλανδίας, κάτι τέτοιες ταξιδιάρες κινήσεις απαιτούν να είσαι και εισοδηματίας εκτός από αισθηματίας. Γι’ αυτό άλλωστε και παραμένουν φαντασιώσεις: εν τοιαύτη περιπτώσει όχι π.χ. λόγω των συμβάσεων και των ταμπού κτλ. κάποιας κακούργας κοινωνίας αλλά γιατί, ως γνωστόν, όσοι ζουν το όνειρο μπορούν και να το χρηματοδοτήσουν.

Βεβαίως στον κόσμο που ζούμε, τα μικρά πικρά αδιέξοδά μας ελάχιστους συνανθρώπους μας αφορούν. Το έθεσαν πολύ ωραία οι Duran Duran:

Papers in the roadside tell of suffering and greed
Fear today, forgot tomorrow
Here beside the news of holy war and holy need
Ours is just a little sorrowed talk

Εντάξει, ποτέ δεν ήταν εύκολο να ξέρει κανείς τι να κάνει και σίγουρα στην εποχή μας είναι ακόμα πιο δύσκολο. Θα πρέπει όμως να ξέρει τι δεν πρέπει να κάνει καθένας από εμάς και καθεμία από εμάς: να αποτραβηχτεί μέσα στις οποίες φαντασιώσεις του·

  • είτε αυτές προσδοκούν κάποια μαγική επανάσταση στο μέλλον,
  • είτε προσκυνούν χαριρικά την τεχνολογία που θα τα διορθώσει όλα ως διά μαγείας,
  • είτε σαν κάτι παλιόγριες που περιμένουν τον Χάρο να τις γλυτώσει, αποζητούν το τέλος του κόσμου (ξέρετε, από την ΤΝ, από μετεωρίτη, από την κλιματική αλλαγή, από πυρηνικά…),
  • είτε αφορούν την «επιστροφή» σε κάποια αγροτοποιμενική ουτοπία, όπου όλα ήταν αγνά, ετεροκαθορισμένα και κάθαρά και όπου οι διαφορές φυσικά λύνονταν με πολύ αίμα και περισσότερη τιμωρία (ή κι αυτοδικία).

Νομίζω ότι διακρίνω ήδη το συγκαταβατικό μειδίαμα στα πρόσωπα κάποιων από όσους διαβάζουν ακόμα ένα ποστάκι μου, ενός ανθρώπου με πολλές μεν αλλά σταθερές εμμονές: αναγνωρίζω και το «καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα» και το «Να τος πάλι ο Σραόσα που πάλι μας καλεί να οργανωθούμε από τα κάτω και δεν ξέρω τι άλλο».

Σε αυτό το σημείο θα υπενθυμίσω κάτι πολύ σωστό που έγραψε πριν περίπου έναν χρόνο ο Όλιβερ Ντόχερτι: «ο μηδενισμός και η ηττοπάθεια είναι πολλές φορές ένα καταφύγιο διαθέσιμο μόνο στους προνομιούχους» (ναι, κάνω αυτοκριτική εδώ).

Συνεπώς όσοι είμαστε αισθηματίες αλλά όχι ιδιαιτέρως εισοδηματίες όντως κάπως πρέπει να συνταχθούμε ή να συμπαραταχθούμε ή να συνεννοηθούμε έστω. Και φυσικά αυτό δεν αποτελεί κανενός είδους έκκληση στην παρούσα ελληνική συγκυρία για μία ενωμένη αριστερά και σάχλες τέτοιου τύπου, πάρα ακόμα μία έκκληση να οργανωθούμε κάπως για να κάνει ο καθένας και η καθεμία από μας ό,τι μπορεί.

Αυτό μπορεί να είναι από το να κάνει τέχνη ή να βγαίνει στους δρόμους ή, ακόμα ακόμα, να συνεχίσει να κάνει φασαρία. Σε έναν κόσμο όπου ο δημόσιος λόγος που διαχειρίζονται τα Μέσα Ενημέρωσης είναι παραδομένος σε πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα (και με τη βούλα) είναι πολύ σημαντικό να ακούγονται φωνές εκτός πλαισίου, φωνές που ακριβώς αυτά τα Μέσα μεταχειρίζονται σαν να ήταν φασαρία.

Μιλώντας για τέχνη θα πω κάτι τελευταίο κι επικαιρικό: η Ορέστεια του Τερζόπουλου δημιούργησε περισσότερο πολιτικό λόγο και άνοιξε πολύ ενδιαφέρουσες πολιτικές συζητήσεις και αντιλογίες, χωρίς καν να ασχοληθεί κανείς με το πως διαλεκτικά συνομίλησε με πολιτικές συνειδήσεις, από όλο αυτό το κακοστημένο τσίρκο με κουρασμένους κλόουν, αμήχανους κομπάρσους και ψωριάρικα θηρία που ονομάζεται «ο αργός θάνατος του ΣΥΡΙΖΑ».

No saints, no heroes

Bob Carlos Clarke, από τη σειρά The Agony and the Ecstasy (1994)

Όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους που δεν έχουν κάνει τη ζωή μας ή που βρίσκονται έξω από τη σκήτη μας, δηλαδή τη σοσιαλμηντιακή ή πραγματική φούσκα μέσα στην οποία ζούμε τις ζωές μας, καλό είναι να θυμόμαστε αφενός ότι δεν μπορούν όλα τα άτομα να μετατοπιστούν από το βίωμά τους, ιδίως αν είναι ανελέητο, ώστε να αντιληφθούν τα βιώματα άλλων. Αφετέρου, οι άνθρωποι είμαστε αντιφατικοί και πρισματικοί και πάντως όχι όλο συνέπεια χαρακτήρες ηθικοπλαστικών έργων.

Το λέω αυτό έχοντας πλήρη επίγνωση ότι είναι αδύνατο να κοινωνικοποιηθούμε, να συναναστραφούμε, να αλληλοκατανοηθούμε και (αν γίνεται) να αγαπηθούμε εάν δεν μετακινηθούμε από το βίωμα μας ή και από το τραύμα μας. Αν μη τι άλλο, η μετατόπιση από αυτό που αυτάρεσκα αποκαλούμε «την αλήθεια μας» (μπρρ) είναι αναγκαία: αλλιώς καθόμαστε όλες κι όλοι, υπαρξιακά μαγκούφηδες, να κοιτάζουμε τον αφαλό μας και να αναμασούμε τις εμμονές μας, τις νευρώσεις μας και την ιστορία που λέμε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας και για το παρελθόν του. Η μετατόπιση αυτή μπορεί είτε να είναι ενσυναισθητική στον χαρακτήρα της είτε να αποτελεί πνευματική άσκηση να βγούμε για λίγο από τον εαυτό μας, να πάμε πέρα από την αυτοθυματοποίηση και τον παραλογισμό της αυτοδικαίωσης, του virtue signalling και της αυτομαστίγωσης.

Στην τελική μάς ενδιαφέρουν τα ιδεώδη που ενσαρκώνουν οι άνθρωποι, όταν και αν τα ενσαρκώνουν και τον βαθμό που τα ενσαρκώνουν, και όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι ως πάγκαλοι άγιοι κι ως πρότυπα. Ο άψογος και άμωμος άγιος που τον χαρακτηρίζουν μόνον αρετές, έτοιμος από καιρό και θαρραλέος, ο οποίος ορθοτομεί και ορθονοεί ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία, που είναι άμωμος και συνεπώς προσφέρεται για πλήρη ταύτιση μαζί του δεν είναι παρά μια προτεσταντική φαντασίωση του 19ου αιώνα.

Ο άψογος ήρωας με τον οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε είτε είναι η Παναγία είτε φάσμα των παλιών καλών καιρών που επινόησαν οι Ρομαντικοί στην ανάγκη τους να αντέξουν την τεχνολογία και την εκβιομηχάνιση (τη βία του καπιταλισμού στην πραγματικότητα, εξίσου αποτρόπαιας με της φεουδαρχίας αλλά πιο οργανωμένης ― όμως ας μην πλατειάζω).

Δεν γίνεται λοιπόν να αναζητούμε να ταυτιστούμε με ανθρώπους σώνει και καλά, μετατρέποντάς τους σε ήρωες, ούτε λ.χ. να θεωρούμε ότι ένα άτομο είναι δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο μόνο και μόνο επειδή σε κάποιες συγκυρίες και υπό συγκεκριμένες συνθήκες ύψωσε το ανάστημά του ή είπε κάτι σωστό. Όπως είπε και ο παππούς της γλωσσολογίας, που σύντομα αφρόνως θα αγιοποιηθεί κι αυτός «We shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas».

Εγκιβωτισμοί

Αυτόν τον πίνακα τον αγάπησα όταν ήμουν 19 χρονών υπό συνθήκες που σχεδόν συζήτησα πολύ παλιά πια. Αν ήμουν λίγο περισσότερο εστέτ και αρκετά πιο πλούσιος θα έλεγα ότι αξίζει να πάει κανείς στη Βιέννη μόνο και μόνο για να τον δει. Αλλά δεν είμαι παρά ο πτωχο-Σραόσα και θα τα πω όπως τα ένιωσα.

Στεκόμουν λοιπόν επιτέλους μπροστά στον πίνακα αυτόν, 31 χρόνια αφού με γήτεψε και με γοήτεψε η αναπαραγωγή του σε μια κάρτα από αυτές που πουλάνε στα πωλητήρια μουσείων. Η αλήθεια είναι είναι ότι όσο περισσότερο τον ατένιζα και τον παρακολουθούσα (οι πίνακες κινούνται, ως γνωστόν) και τον μπάνιζα αχόρταγα αλλά και με αιδημοσύνη, τόσο περισσότερο με συνάρπαζε αυτό που έβλεπα.

Πρώτον, ποιος ζωγραφίζει τη σκηνή; Σίγουρα όχι ο ζωγράφος που ζωγραφίζει την κοπέλα και που μας έχει γυρισμένη την πλάτη του. Ο ζωγράφος βρίσκεται εντός μιας ζωγραφιάς ενός ζωγράφου που δεν φαίνεται, ο οποίος οὔτε φαίνει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Εδώ δεν υπάρχουν καθρέφτες όπως στον Γάμο του Αρνολφίνι ή στις Meniñas: κάποιος ζωγράφος αναπαριστά έναν ζωγράφο αλλά ο μεν δεν φαίνεται ενώ ο δε ζωγραφίζει ένα μοντέλο που, μαθαίνουμε, φέρει τα διακριτικά της Μούσας της Ιστορίας.

Η οποία Μούσα (το μοντέλο δηλαδή) ποζάρει μπροστά στον χάρτη των Κάτω Χωρών όπως ήταν όλες μαζί πριν την Ειρήνη της Βεστφαλίας του 1648. Γιατί; Έπαθε αλυτρωτισμό ο Βερμέερ; Μάλλον όχι: οι Κάτω Χώρες είναι η πατρίδα της φλαμανδικής / ολλανδικής Αναγέννησης, της δόξας της βορειοευρωπαϊκής τέχνης.

Πιο απλά, ο πίνακας εγκιβωτίζει το ένα θέμα μέσα στο άλλο:

Χωρίς καθρέφτες και τεχνάσματα αναπαριστά την ζωγραφική (τον ζωγράφο που ποζάρει πλάτη) που αναπαριστά την ιστορία (το μοντέλο ως Κλειώ) που θα απαθανατίσει στο βιβλίο της την πατρίδα του (που αναπαριστά ο χάρτης), η οποία δοξάστηκε μέσω της ζωγραφικής.

Κι έτσι ο κύκλος κλείνει, το έργο εγκιβωτίζεται στον εαυτό του αλλά ο Βερμέερ παραμένει εκτός: χωρίς καθρέφτες και τέτοια.

Κοιτώντας λοιπόν δακρυσμένος το έργο, το πόση επιφάνειά του καταλαμβάνει μια κουρτίνα μια καρέκλα και κάτι υφάσματα, ένιωσα δυνατά όσο λίγες φορές πως η ανθρώπινη ζωή είναι πολύπλοκη γιατί επιδιώκουμε ταυτόχρονα και να προχωρούμε και διαρκώς να επιστρέφουμε.

ΧΓ

Ο ίδιος ο εκλιπών παραμένει κρυμμένος από όσους τον συναντήσαμε για λίγο ή καθόλου. Όσοι πιστεύουν στον αναστάσιμο εαρινό θρύλο των λαών της Εγγύς Ανατολής θα έχουν την ευκαιρία να τον συναντήσουν εντός του θρύλου αυτού, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.

Ταυτόχρονα, το έργο του εκλιπόντος ήταν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους· άλλωστε τα πάντα τοις πάσι κατάφερε να γίνει μόνον ο Απόστολος Παύλος, σύμφωνα με ισχυρισμούς του.

Για τους θεολόγους και τους θεολογίζοντες έφερε τον περσοναλισμό και τη θεολογία των Ευδοκίμοφ και Ware στην Ελλάδα, με ολίγη από Μπερντιάγιεφ, νεοσχολαστικισμό (Maritain) κι υπαρξισμό, απελευθερώνοντάς την από τη μάντρα του μουστακαλή με το φτηνό γκρι κουστούμι και από το προαύλιο του βλαμμένου ιεροκήρυκα κληρικού. Ο ανώτερος πάντως κλήρος από το έργο του μόνον τα σπασμωδικά αντιδυτικά αντανακλαστικά κράτησε, αλλά τι να περιμένει κανείς από δαύτους.

Για τους φιλοσοφούντες και τους φιλόσοφους ήταν ένας στοχαστής που οικειοποιούνταν όρους και σπανιότερα έννοιες από μια γκάμμα στοχαστών και φιλοσοφικών ρευμάτων για να διατυπωσει όχι και τόσο εντυπωσιακές θέσεις.

Τα γερασμένα πια tenderορθόδοξα νιάτα της δεκαετίας του ’80 και του ’90 βρήκαν στα ερωτοθεολογικά του άλματα τον τρίτο δρόμο μεταξύ αφενός της ορθόδοξης σκυθρωπής ασκητίλας κι ασφυκτικής στέρησης και αφετέρου μιας ζωής μακριά από τις πολιτισμικά προκάτ εκστάσεις της ευσέβειας μας, μιας ζωής δίχως Χριστό και Παναγία: μπορούσαν λοιπόν πια και να εκκλησιάζονται και να κάνουν σεξ, και να νιώθουν «Ορθοδοξία και μια ζεμπεκιά» και να φιλάν εικονίσματα με τα ίδια χείλη που κτλ. — because μέθεξη και αλληλοπεριχώρηση και συναμφότερον ολούθε.

Οι θηριώδεις εθνοπατριώτες που επί δεκαετίες κατανάλωναν τις επιφυλλίδες και τα δεκάδες βιβλία στα οποία αυτές σιμπιλήθηκαν βρήκαν σε αυτό το μέρος του έργου του μια πιο υψηλόφρονα δικαίωση των μισανθρωπικών θέσεών τους, εντός των πάντοτε χρήσιμων συμφραζομένων της αυτοθυματοποίησης, του Finis Greciae και του «θλιβερού Ελλαδιστάν». Σημειωτέον ότι οι επιφυλλίδες δεν αποτελούσαν πάρεργο του εκλιπόντος, δεν ήταν οι βουκαμβίλιες (!) που καλλιεργούσε ο Μότσαρτ (!) στον ελεύθερο χρόνο του, καθώς γράφτηκε: αφιερώθηκε στην επιφυλλιδογραφία.

Δεν υπάρχει λόγος ούτε να καταριόμαστε, ούτε να θυμιατίζουμε. Ισχύει πάντοτε ότι δεν ψάχνουμε ινδάλματα αλλά ιδέες και ιδεώδη — αν και όπου υπάρχουν.

Ἄρα, μὴ θανόντες τῷ δοκεῖν ζῶμεν μόνον;

Μήπως είμαι αλλού
στη μεγάλη μου πλάνη
και νομίζω πως ζω, αλλά έχω πεθάνει;

Σπύρος Γιατράς

Πεθάναμε το 2012 μάλλον. Η εξέγερση του 2008 ήταν η αρχή μιας αρχής που τελείωσε το 2012.

«Ο ελληνικός λαός εισήλθε σε μια παύση κινητοποιήσεων μετά τον Φεβρουάριο του 2012, η οποία ακολούθησε μια σχετικά ζωηρή εξεγερτική κίνηση, για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας τέλος πάντων. Η προσφιλής εξήγηση υπήρξε ότι ο λαός ηττήθηκε από τη φονική και αδιάκριτη βία της αστυνομίας. Ενδεχομένως ήτανε μια εξήγηση που εξυπηρετούσε την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ: τι είδους απαιτήσεις μπορεί να έχει ένας ηττημένος λαός;» (εδώ τα υπόλοιπα)

Γεγονός είναι ότι από το 2012 πραγματικά δεν κουνιέται φύλλο, εκτός βεβαίως αν πρόκειται για τις αλησμόνητες ρωσοκίνητες παράτες για το Μακεδονικό. Δεν κουνιέται πάντως φύλλο ούτε για τα Τέμπη, ούτε για το Μάτι, ούτε για την Εύβοια ή τη Δαδιά, ούτε για τις υποκλοπες (άχαχαχαχαχαχχχχ) ― ούτε καν για τη ληστεία στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, την ανεξέλεγκτη ακρίβεια, τη δήωση των σιδηροδρόμων και την εγκατάλειψη των Μέσων Μεταφοράς ή την άλωση του κέντρου Αθήνας και Θεσσαλονίκης από τις εταιρείες ερμπιενμπήδων.

Όλα καλά.

Δεν μιλάω για τα κόμματα, μιλάω έστω για την ωραία φωτιά του Δεκέμβρη του 2008, που θα θεωρούνταν δείγμα διχασμού άλλωστε. Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να υπογραμμίσω τη σαφώς καταστροφική κι ανεξέλεγκτα αλαζονική διαχείριση εκ μέρους του θιάσου του Μητσοτάκη όσον αφορά τη δασοπυρόσβεση, την παροχή δημόσιων αγαθών ή τη στάση του θιάσου αυτού έναντι των θεσμών.

Θα πω απλώς ότι από το 2012 και μετά είμαστε πεθαμένοι, ότι η αγανάκτησή μας αφορά αν θα υιοθετούν παιδάκια τα ομόφυλα ζευγάρια ή αν θα ονομάζεται η Βόρεια Μακεδονία Βόρεια Μακεδονία αντί για Μακεδονία (ή Μακεντόνια, που είναι άλλο πράμα, όπως βεβαίωνε πάλαι κάποιος Ρώσος ΥπΕξ). Για όλα τα υπόλοιπα όχι Δεκέμβρη του ’08 αλλά ούτε καν πορείες με κατσαρόλες (α λα Αργεντινή) ή έστω με μπρελόκ (α λα Πράγα) δεν είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε.

Σιγά λοιπόν μην μπω λοιπόν στη διαδικασία της ελληνικά προσφιλούς μας μεμψιμοιρίας κτλ.

Ας καούν τα πάντα, τα πάντα όμως,
ας πεθάνουμε όλοι σε πυρκαγιές και σε τρένα κι από τη ρύπανση και εντός ΕΣΥ που υπολειτουργεί,
ας καταπατηθεί ό,τι έχει μείνει για να έρθει ανάπτυξη,
ας γεμίσουμε τουρίστες και πανάκριβα δυάρια κι άδεια μωλ,
ας γίνουν οι δικαστές ανδρείκελα και οι δημοσιογράφοι νευρόσπαστα,
ας γίνουμε δούλοι των ΗΠΑ και στόχοι των υπόλοιπων ενώ φαντασιωνόμαστε τη Σερβία και τον ω πόσο τελέσφορο γενοκτονικό εθνικισμό της,
ας επιστρέψουμε στους γεροντάδες και στα λείψανα.

Ας καούν τα πάντα, δεν βλέπω να κινείται κανείς.

Μπαγκλαντές κι Εσφιγμένου γωνία

Τις τελευταίες εβδομάδες ασχοληθήκαμε με πολλά και διάφορα που σίγουρα θα ξεθωριάσουν γρήγορα.

Με τη συγκάλυψη του Αρείου Πάγου σε ακόμα ένα τερατώδες σκάνδαλο που πλήττει τους θεσμούς δεν πολυασχοληθήκαμε, όπως δεν πολυασχολούμαστε με τις πυρκαγιές που δεν βγαίνουν στις ειδήσεις, όπως μιλάμε για τον υπερτουρισμό στην Ισπανία μια κι εδώ στην Ελλάδα δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, όπως δεν μας απασχολεί η γενικευμένη διάλυση σιδηροδρόμων και λοιπών ΜΜΜ (κυρίως στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα) ― και πάει λέγοντας.

Δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε και πολλές απαιτήσεις. Εδώ δεν ασχολούμαστε με το κόστος του ηλεκτρισμού ή με το εξηντάευρο που πάει σε ένα γάλα, μισό κιλό τυρί, έξι κρεμμύδια, ψωμί, μπανάνες και ένα κιλό ντομάτες.

Ωστόσο παντού υπάρχουν εκείνες κι εκείνοι που αγρυπνούν και μίλησαν για την αστυνομική βία και την απειλή αστυνομικής βίας κατά των Εσφιγμενιτών. Οπωσδήποτε σε μία χώρα που η αστυνομική αυθαιρεσία και κατασταλτική βία αποτελούν πανσπάνιες εξαιρέσεις είναι σημαντικό να στηλιτεύονται αυτές οι ελάχιστες εκδηλώσεις τους, και δη κατά «αγιορειτών πατέρων» (μιας κοινότητας που στους κόλπους της περιλαμβάνει ό,τι πιο σκοτεινό έχει αναφυεί σε αυτόν τον τόπο, με εξαίρεση τα τζάκια λαδέμπορων, δοσιλόγων και λοιπών παρασίτων).

Παράλληλα, στο Μπανγκλαντές ο στρατός και η αστυνομία σφαγιάζει και καταστέλλει βίαια χιλιάδες διαδηλωτές αλλά δεν πειράζει γιατί αυτά συμβαίνουν στον Τρίτο τον Κόσμο. Εέτσι άλλωστε κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο Σουδάν, τη Γάζα, παλιότερα στο Κονγκό ― ώσπου όλες αυτές οι τριτοκοσμικές κατασταλτικές μέθοδοι, εντελώς γαλλικές κι αμερικανικές στην εφαρμογή τους, έρχονται και στη μακάρια ευρωπαϊκή ήπειρο.

Θα μου πείτε, κι εδώ αστυνομική βία κι εκεί αστυνομική βία. Θα σας πω, αν είδατε την τεράστια ολυμπιακή φυλακή στην οποία μετατράπηκε το Παρίσι, παντού αστυνομική βία και παντού καταστολή. Αυτό είναι το μέλλον.

Προσωπικά λοιπόν με αφορούν περισσότερο οι Μπαγκλαντεσιανοί από τους Εσφιγμενίτες. Οι Εσφιγμενίτες δεν γουστάρουν τον νεωτερικό κόσμο και την (όποια) ελευθερία του, ονειρεύονται ένα ολοκληρωτικό παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε και τους δέρνουν (ή προσπαθούν να τους δείρουν) οι μπάτσοι. Οι Μπαγκλαντεσιανοί μάλλον δεν γουστάρουν τον νεωτερικό κόσμο που τους φόρτωσε ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, ονειρεύονται ένα μέλλον που ενδεχομένως να καταφέρει να υπάρξει. Οι πάρα πολύ αριστεροί φίλοι μου ίσως πουν ότι δεν υπάρχει εξεγερτική στόχευση και ιδεολογική συγκρότηση στους Μπαγκλαντεσιανούς, ενδεχομένως έχουν δίκιο.

Ωστόσο εγώ θα είμαι πάντα με όσους κοιτάζουν προς το ακόμα μη πραγματικό μέλλον παρά με όσους αλληθωρίζουν προς ένα φανταστικό ή μη παρελθόν γεμάτο με αρπακτικά όρνεα και μοχθηρούς ασκητές.

Hier stehe ich

Στέκοντας

To 2010, δηλαδή πριν δεκατέσσερα χρόνια, ανέβασα τη συντομότερη ανάρτηση που έχω γράψει ποτέ εδώ. Ακόμα και σήμερα θυμάμαι τη συγκυρία που με ώθησε να είμαι επιγραμματικός. Ο λόγος που ήμουν τόσο επιγραμματικός ήταν επειδή η μεν συγκυρία ήταν καταλυτική ενώ η στάση μου απέναντί της, η στάση μου εδώ και όχι αλλού, ήταν εδραία πλην αμήχανη.

Η αμηχανία έχει μάλλον υποχωρήσει προ πολλού, ενώ βεβαιότητες άλλες από τις βιωματικές και όσες θεμελιώνονται σε βασικές αρχές (που έλεγε κι ο Σαββόπουλος) εξακολουθώ να μη διαθέτω. Η συγκυρία τον Ιούλιο του 2024 δεν είναι ενδεχομένως τόσο καταλυτική, παραμένει ωστόσο συγκυρία που μας αναγκάζει να δηλώνουμε πού στεκόμαστε και γιατί.

Ενώ λοιπόν η κλιματική καταστροφή είναι σε εξέλιξη, η αμερικανική ηγεμονία διαβρώνεται (κι αυτό δεν είναι από μόνο του αφορμή για πανηγυρισμούς), η γενοκτονία κανονικοποιείται ως αυτοάμυνα (Γάζα) και η εισβολή και κατοχή δικαιολογούνται με όρους ακόμα πιο προσχηματικά ιδεολογικούς κι από της αποικιοκρατίας (Ουκρανία), η Ελλαδάρα πεθαίνει όχι γιατί την αλώνει η Δύση (κύριε Χρήστο) αλλά επειδή επιτέλους την έχουν καταλάβει κατά κράτος και χωρίς αντίσταση οι καιροσκοπικές στις δραστηριότητές τους αλλά παλαιόθεν εδραιωμένες ελίτ της.

Η ακόμα πιο αντιδραστική Αντίδραση

Ενώ λοιπόν οι ελίτ αυτές έχουν μείνει χωρίς αντίπαλον δέος, φαίνεται κάπως να έχουν λυσσάξει. Δηλαδή όχι κάπως, εντελώς. Έχουν μάλιστα να λυσσάξουν έτσι από τη Μνημονιοκρατία, με φορείς της αγανάκτησης και της χρηστομάθειάς τους τα ίδια και τα ίδια ανδρείκελα.

Εικάζω πως ο λόγος που εσχάτως η Αντίδραση έχει γίνει πολύ περισσότερο αντιδραστική είναι επειδή εδώ και κάτι χρονάκια η αντίσταση έχει επιστρέψει πίσω στον πραγματικό κόσμο, μετά τις 25ετείς κουκουρούκου διακοπές της στα ξερονήσια του συμβολικού.

Βεβαίως μιλάμε για την αντίσταση εκτός ελληνικών συνόρων: για πρώτη φορά μετά το 1989 οι ελίτ φοβούνται (κάπως) και πάλι. Στην Ελλάδα αυτά θα μας έρθουν σε 1-2 δεκαετίες, ως συνήθως: προς το παρόν έχουμε τον δούκα Κασελάκη και κάτι αλληλοσπαρασσόμενους μαργράβους της Αριστεράς, όμως οι ντόπιες ελίτ δεν εφησυχάζουν: μπορεί να έχουν πολλά κουσούρια αλλά προνοητικές παραμένουν πάντοτε.

Με το βλέμμα προσηλωμένο στο παρελθόν

Η αντιδραστικότητα των ελίτ (ή της Αντίδρασης) στην Ελλάδα έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Επειδή ο τόπος αυτός χτίστηκε ως Μουσείο και Παιδική Χαρά του Παρελθόντος, είναι μονίμως στραμμένος στο παρελθόν. Ο μόνος τρόπος να καταξιωθείς είναι να πεθάνεις ή να μιλάς με πεθαμένους ή να κάνεις πεθαμένα πράγματα. Η εχθρότητα για ό,τι δεν είναι παλιό είναι γενικευμένη.

Ακούμε λοιπόν πολλές φορές παράπονα και θρήνους όπως «πού είναι η Ελλάδα του Γκάτσου, της Λαμπέτη, του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Κακογιάννη, της Μελίνας, του Τσιτσάνη, του Τσαρούχη» κτλ. Λησμονούμε βεβαίως ότι τον καιρό που ζούσαν κι εργάζονταν όλοι αυτοί μόνο ινδάλματα και φιγούρες αναφοράς δεν αποτελούσαν ― αλλού βρίσκονταν οι έγνοιες, οι ανησυχίες και τα πρότυπα των ελίτ μας.

Δεδομένης της παρελθοντολαγνίας μας, είμαι βέβαιος ότι είσαι καμιά τριανταριά χρόνια θα βλέπουμε στη Μηχανή του χρόνου (ή ό,τι θα υπάρχει τότε) αφιερώματα στον τιτάνα Δημήτρη Παπαϊωάννου, στον κολοσσιαίο διεθνούς ακτινοβολίας Τερζόπουλο, στον πρωτοπόρο Γιώργο Λάνθιμο και σε άλλους δημιουργούς οι οποίοι στο παρόν όταν δεν περνούν απαρατήρητοι απλώς λοιδωρούνται και συγκρίνονται με βολικά πεθαμένους όπως ο Κουν, ο Παπατάκης, ο Ροντήρης, ο Φιλοποίμην Φίνος ― ή δεν ξέρω ποιος άλλος την περίπτωση του Παπαϊωάννου.

Θα μιλάνε λοιπόν στο μέλλον για την καταπληκτική συγκυρία της Ελλάδας που στο γύρισμα του αιώνα αλλά και στα σκυθρωπά κι όλο κόπωση πλην ηλιόλουστα χρόνια των Μνημονίων «μεγαλούργησε» κτλ. Βάλτε και τους αθλητές μας μέσα κι είμαστε ήδη ο μύθος του μέλλοντός μας ― απλώς δεν το ξέρουμε, όσοι από εμάς έχουμε μέλλον εν πάση περιπτώσει.

Η περίπτωση της Ορέστειας

Μιλώντας για τον Τερζόπουλο, πρέπει να αναγνωρίσει κανείς ότι το θέατρο που κάνει το κάνει επί δεκαετίες, ότι είναι ξεχωριστό θέατρο κι ότι σίγουρα δεν υπάγεται στη λογική «φανταιζίστικες σκηνογραφικές λύσεις που διανθίζονται με ηθοποιούς οι οποίοι παραμένουν απαίδευτοι και τελικά καταλήγουν είτε να απαγγέλλουν είτε να κανοναρχούν το θεατρικό κείμενο».

Στην πρόσφατη Ορέστειά του, που τόσο σόκαρε τους αμαθείς περί την αρχαιότητα αλλά και τους ανασφαλώς κεντρώους συνάμα, ο Τερζόπουλος για άλλη μια φορά έδωσε ένα τελετουργικό μεν αλλά εντελώς σωματικό (και λιγάκι μπρεχτιανό) θέατρο. Το κοντινότερο στην Ορέστεια που είδαμε φέτος ήταν οι ανεπανάληπτες Βάκχες της Κοντούρη το 2021.

Στην Ορέστεια του Τερζόπουλου πρωταγωνιστεί ο Χορός, που πάσχει και δρα σωματικώς ― καθώς οφείλει στο θέατρο, κατά τη γνώμη μου, αλλιώς θα μέναμε στις απαγγελίες και στα θεατρικά αναλόγια. Η τριλογία κατά των Τερζόπουλο είναι ενιαία, αβίαστη, μυσταγωγική αλλά υλικότατη.

Αν πρέπει να ανθολογήσουμε σκηνές, ίσως περιοριζόμασταν στην Κασσάνδρα της Ασουάντ, στη σκηνή «έλα μέσα στο παλάτι βασιλιά μου», στο ντουέτο Ορέστη κι Ηλέκτρας στις Χοηφόρους, στον δικολάβο Απόλλωνα και στην πιο σύνθετη Αθηνά που έχουμε δει.

Απλώς Αντίδραση και σύνθετοι χαρακτήρες δεν συμβαδίζουν, όχι δεν είναι προνόμιο της Αντίδρασης η έκφανση αυτή της ιδιωτείας. Στην Επίδαυρο, δύο νέοι της Σιδώνος μετά την παράσταση κριτίκαραν ότι το φινάλε των Ευμενίδων το ήθελαν πιο «συμβολικό» και λιγότερο άμεσα πολιτικοποιημένο. Μιλάμε για τις Ευμενίδες όμως, ένα έργο του οποίου η Αθηνά απασχολεί το ένα τρίτο εξαγγέλλοντας τον θεσμό του δικαστηρίου αφενός και παινεύοντας την πόλη των Αθηνών ως κράτος θεμελιωμένο σε θεσμούς αφετέρου. Σόρυ σιδώνιε μπρο, δεν πρόσεχες όμως.

Κάποιοι που κάπου κάτι διάβασαν για τον Αισχύλο παραπονέθηκαν ότι ο Τερζόπουλος διέστρεψε το μήνυμα της Αθηνάς και το κατέστησε, Ô mon Dieu, κριτική της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό εν μέρει δικαιολογείται από τη φοβικότητα της Αντίδρασης, εν μέρει από το εξής:

Έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε τα πολιτικά κείμενα της κλασικής εποχής σαν να είναι ο Επιτάφιος του Περικλέους (ή, άντε, οι Πέρσες). Με άλλα λόγια θεωρούμε δεδομένο ότι οποιοδήποτε κείμενο της εποχής με εξαίρεση ίσως τον Αριστοφάνη μιλάει για την αθηναϊκή πολιτεία και τη δημοκρατία της ως μια ιδανική λύση, ως τη μέση λύση μεταξύ αναρχίας και τυραννίδας που εξαγγέλλει η Αθηνά στις Ικέτιδες.

Συνεπώς, θέλουμε (; ) να διαβάσουμε τις Ικέτιδες ως ακόμα ένα κείμενο που εξυμνεί τον συμβιβασμό ο οποίος έδωσε το συγκεκριμένο πολίτευμα, σύμφωνα φυσικά και με τις μεταγενέστερες πεποιθήσεις του Αριστοτέλη. Είναι πιθανόν όμως ότι αυτό που θέλουμε εμείς δεν προκύπτει από το κείμενο και σίγουρα ο Τερζόπουλος δεν το είδε έτσι. Αυτό λέγεται τέχνη.

Για τι μιλάει όταν μιλάει η τέχνη

Βεβαίως η Αντίδραση αντιπαθεί την τέχνη ― όχι δεν είναι προνόμιο της Αντίδρασης η έκφανση αυτή της ιδιωτείας. Κατά την Αντίδραση, δεν χρειάζεται να μιλάει για το σήμερα η τέχνη, δεν χρειάζεται να μιλάει για τίποτα η τέχνη: η τέχνη είναι διακόσμηση και διασκέδαση και διεκπεραίωση ανώδυνων εννοιών· άντε, μπορεί ενδεχομένως να μιλάει με τα ψηλά ή για τα υψηλά ή για τον έρωτα μετριασμένα, αλλά μέχρι εκεί. Αν λοιπόν πρέπει να μιλάει για το σήμερα η τέχνη υπάρχουν ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Ευθυμίου και η μακαριστή Κική Δημουλά.

Διότι το ζητούμενο σε έναν τόπο που κοιτάζει πίσω και μόνον πίσω και δεν θέλει ή δεν μπορεί να κοιτάξει το τώρα (το αύριο είναι χαμένη υπόθεση, μας λένε) είναι τα εξής: η ευπρέπεια, η εθνική κι ατομική ομφαλοσκοπία και οι όποιες ασαφείς και δυσοίωνες μοίρες αυτού του τόπου. Αυτά τα τρία αποκλειστικώς κι όχι η Σάττι κι οι Ευμενίδες κι οι έξαλλοι πάνκηδες.

Ευπρέπεια, παιδιά: ευπρέπεια. Άλλωστε όταν πρωτοπαραστάθηκαν οι Ευμενίδες λεν οι σχολιαστές ότι η όψις τους ήταν τόσο τρομακτική που απέβαλαν γυναίκες. Φιγουρατζής κι αυτός ο Αισχύλος, ποιος ξέρει τι εχθρός της τέλειας δημοκρατίας στην οποία ζούσε ήταν κι αυτός.