Αισθητική

Τζα! Ο Κέρβερος

Από τον καιρό που έγιναν δημοφιλή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μάθαμε ότι η Αισθητική κατέχει κεντρική θέση στο πώς αξιολογεί ο μέσος χρήστης τους τον κόσμο, τους άλλους, τα πράγματα. Η Αισθητική, αν δώσουμε βάση σε όσα διαβάζουμε, είναι μείζων και της πολιτικής και της ηθικής. Επίσης, διαφέρει από την πολιτική και την ηθική στο ότι προσβάλλεται, καμμιά φορά πολύ εύκολα. Σε αυτό η Αισθητική μοιάζει με τις πεποιθήσεις.

Η Αισθητική κατά τους σοσιαλμηντιακούς χρήστες δεν είναι ανοιχτή στον διάλογο. Οι χρήστες των σοσιαλμήντια δίνουν πολλές φορές την εντύπωση σύναξης Γερμανών φιλοσόφων, κυρίως τεθνεώτων, αν κρίνει κανείς από το πόσο τους απασχολεί η Αισθητική. Είναι δε η Αισθητική όπως το δόγμα από καθέδρας ή εξ Οικουμενικής Συνόδου (ανάλογα με το πώς κάνετε τον σταυρό σας): αξιωματική και απόλυτη. Επίσης, η Αισθητική έχει κτήτορες, ιδίως όταν προσβάλλεται, πάλι όπως οι πεποιθήσεις. Η Αισθητική είναι η κατηγορία στην οποία εφεσιβάλλουμε όταν εξαντληθούν ή στομώσουνε τα πολιτικά και ηθικά επιχειρήματα.

Η Αισθητική είναι κάτι αιώνιο, αΐδιο κι απαρασάλευτο. «Στατικό», «αντιδιαλεκτικό» και «αγκυλωμένο» θα έλεγαν κάποιοι κακόπιστοι. Ξανά όπως το δόγμα, ή την έχεις την Αισθητική, άρα την έχεις στην ορθή εκδοχή της, ή δεν την έχεις.

Συνελόντι ειπείν, την Αισθητική την επικαλείσαι είτε επειδή την έχεις είτε επειδή σου την προσβάλλουν. Όπως η τιμή της κόρης: ανελαστική και άκαμπτη. Μοναδική και σπάνια, μακριά από Βαλκάνια.

Η Αισθητική στα σοσιαλμήντια διψάει για το υψηλό, το κομψό και το καλαίσθητο. Αν κάτι δεν πολυφαίνεται για τίποτε από τα παραπάνω, μπορεί να γίνει αποδεκτό ως ακραία ειρωνικό (παρά τοις αστοίς) ή ακραία σατιρικό (παρά τοις αριστεροίς). Βεβαίως, αυτό το κάτι δεν έχει ακριβώς Αισθητική, δεν είναι δόγμα, παρά είναι σαν τα μυστήρια που «τα ξέρει μόνον ο Θεός παιδί μου», όπως λεν οι πατέρες, οι γεροντάδες κι ο παπα-Ηλίας Ζερβός στη Μανταλένα.

Η Αισθητική στα σοσιαλμήντια αγωνιά για το γνήσιο: ποίηση κι όχι ποιητισμός, λαϊκό κι όχι σκυλέ, εργατιά κι όχι πρασινοφρουροί, Ευρώπη κι όχι Βαλκάνια, Ανατολή (καθ’ ημάς ή μη) και όχι κοραΐστικα. Η γνησιότητα είναι πολύ σημαντική υπόθεση, όπως και η τιμή της κόρης: δεν αρκεί κάτι να φαίνεται ότι έχει Αισθητική, πρέπει να την έχει an Sich. Άλλος ο Κοεμτζής κι άλλος ο θαμώνας του Καρρά, άλλο να μεταρσιώνεσαι με Μπουξτεχούντε και Γαμώ κι άλλο οι κυρίες του Μεγάρου, άλλο ο Γκόρπας κι άλλο ο Λειβαδίτης, άλλο η κομψή γκρίνια του Μάρκαρη κι άλλο ο λαϊκιστής Λουντέμης.

Η Αισθητική, όπως κάθε άξιο δόγμα, υπαγορεύει ασκητική πράξη: η δεξιά αισθητική αποζητεί το στωικό και απέχει ιουδαϊστί από το βδέλυγμα του «λαϊκισμού»: της ενασχόλησης με ψωμί και λάσπη, με το αίμα και το σάλιο, με τη θεματολογία ή τις χαρές της φτώχειας· απέχει από τους Τζακ Λόντον του κόσμου τούτου. Η αριστερή αισθητική αναζητεί καλβινιστί το καθαρά «λαϊκό», το ανόθευτο κι ενίοτε το παραδοσιακό, καταδικάζει εκζητήσεις κι ανιστορικότητες, απολίτικους μονολόγους κι αναχωρητισμούς· αναθεματίζει κάθε τι ποπ, συναισθηματικό και αφαιρετικά όμορφο.

Στο παρελθόν, την Αισθητική την κράτησαν ψηλά οι δύο νταβάδες της νεοελληνικής σκέψης: ο γυμνασιάρχης, που κατηχεί κι εξουσιάζει, και ο παλαιοκνίτης, που καταπνίγει ό,τι εστετίστικο. Και οι δύο ευαγγελίζονται το πρωτείο της Αισθητικής, δηλαδή της τιμής της κόρης, του δόγματος. Ο μεν γυμνασιάρχης όμως, όταν λέει Αισθητική εννοεί «η δική μου κανονιστική ηθική». Ο δε παλαιοκνίτης κάνει αισθητικές κρίσεις που είναι πολιτικές δηλώσεις, αξιολογήσεις του κατά πόσον το ποίημα, το τραγούδι ή το κολάζ ευθυγραμμίζονται με τη δική του συγκεντρωτική και πατερναλιστική πολιτική.

Και οι δύο προστάζουν: μη συγκινείστε τζάμπα.

Λέει ο γυμνασιάρχης: μη συγκινείστε αν δεν «συνάδει» το θέμα της συγκίνησής σας με το κλάσμα δυτικού πολιτισμού που θεωρώ υψηλό και τον Κανόνα, τουρκοβαλκάνια μπάσταρδα του Αλέξιου Κομνηνού.

Λέει ο καθοδηγητής: μη συγκινείστε αν δεν έχετε διερευνήσει σε βάθος τους κοινωνικοπολιτικούς όρους μέσα στους οποίους συγκινείστε, γιουσουφάκια του θεάματος.

Αμφότεροι αφυψηλάτορες περιφρονούν τα μικρά, τα ευτελή και τα χθαμαλά, όσα κρύβουν για τους περισσότερους από εμάς τις μεγάλες μας χαρές.

Στις σύγχρονες εκδοχές τους, αυτές των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, οι καλλιεργημένοι διαθέτουν άφθονο και μισανθρωπικό χιούμορ. Είναι φορείς του δόγματος της Αισθητικής και υπερασπιστές τής τιμής της, συνεπώς δικαιούνται να κάψουνε στην πυρά και κανα σκουπίδι παραπάνω. Κι όμως αναρωτιέται κανείς εάν οι σπουδές ή το έργο των ιεροεξεταστών της Αισθητικής, χωροφυλάκων ή κομισάριων, δικαιολογεί τη στάση τους. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι απλώς μισούν το χθαμαλό, όπως το ορίζει ο καθένας τους, άραγε τι διάολο έχουνε σπουδάσει κι έχουνε δημιουργήσει για να τους ξινίζει τόσο η ανθρώπινη κατάσταση και το πώς την αγκαλιάζει η χθαμαλή κουλτούρα; Τόσο βαθιά χωμένοι είναι είτε στο vissi d’arte είτε στην καρδιά της λαϊκής έκφρασης τέλος πάντων;

Ψυχολογιοποιώντας λιγάκι, θα νόμιζε κανείς ότι η διαφύλαξη του δόγματος και της τιμής της κόρης της Αισθητικής καθώς και το γενικευμένο κι άσβεστο μένος των διανουμενέ ιεροεξεταστών, των αριστερομετρητών και των αγέλαστων τιμητών εκπορεύονται από ένα και μόνον ένα πράγμα: υποψιάζονται ότι οι κλαρινογαμπροί, οι σκυλοπόπ και όσοι θεωρούν περίτριμμα, οι τουρκοβαλκανίλες και το απολίτικο λουμπεναριό περνάνε πολύ πολύ καλύτερα από τους ίδιους.

Σε κάθε περίπτωση, ας ασχοληθεί ο καθένας με αυτό που αγαπάει: τον Διονυσίου ή τον Σοπέν ή και τους δύο, τον Λ. Φρόυντ, τη Λέιντι Γκάγκα ή τη Λαίδη Άντζι. Τον Μπόουι, τον Χρηστάκη, τον Λέμυ, τον Ντίο, τον Δαλιανίδη, τον Μπέλα Ταρ και τον Γιάντσο, τη Βιρτζίνια Γουλφ ή την Άννα Συνοδίνου, τους Κέλτικ Φροστ, τον Σπίλμπεργκ, τον Μπαγιαντέρα ή τους Νιου Όρντερ, τη Μελίνα ή τον Χορν ή τον Τερζόπουλο, τον Σεφερλή ή τον Ρέτση. Ας μας το δείξει αυτό που αγαπάει στα μεϊντάνια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι ας μην αναθεματίζει τους άλλους. Αλλά, θα μου πείτε, και πώς θα κινηθεί η χολή στην Αγορά των σοσιαλμήντια; Κλέφτες να γίνουνε;

Πρώτη δημοσίευση στο The Greek Cloud.

Ο θάνατος ξανά

Η Κόλαση είναι δημοφιλής γιατί έχει και ταξικό χαρακτήρα. Η Κόλαση είναι η μόνη ελπίδα που δίνει η θρησκεία για μια κάποια σκιά φαντασιακής κοινωνικής δικαιοσύνης, και μάλιστα η θρησκεία που απευθύνεται σε έναν βάρβαρο και άχαρο κόσμο όπου οι φτωχοί ζούσανε λίγο, αρρώσταιναν πολύ, χαίρονταν σε μικρές δόσεις και δούλευαν ατελείωτα — όταν δεν σφαζόντουσαν για πλάκα σε ακατανόητους πολέμους. Η χριστιανική κόλαση για αιώνες κατοικούνταν από μάλλον εύπορους άνδρες και τις γυναίκες τους (έτσι ακριβώς) που χαίρονταν τη ζωή: για το φτωχό εκκλησίασμα ήτανε προφανές και καθημερινή πραγματικότητα ότι τη χαίρονταν εις βάρος τους. Για αιώνες, για να χαρείς τη ζωή θα έπρεπε να είσαι κάποιας λογής άρχοντας ή κάτοικος της πόλης — και οι φτωχοί, ιδίως της υπαίθρου, δεν μπορούσαν εύκολα να τους ξεχωρίσουν.

Ο ταξικός χαρακτήρας της Κόλασης φαίνεται στην παραβατολογία: ο κατάλογος των αμαρτημάτων που σε στέλνουνε στη χριστιανική Κόλαση στοιχειοθετούν μετά τον 19ο αιώνα τη ζωή μας ολόκληρη, αλλά για τους δουλοπάροικους και τους εξαθλιωμένους χωρικούς θα ήταν οι πολυτέλειες της ζωής άλλων και μάλιστα των προνομιούχων. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τον χαρακτήρα της φανατικά προτεσταντικής εξέγερσης στο Μύνστερ. Αρκεί να δει τις τοιχογραφίες με τους διάφορους κολασμένους: μόλις φύγει κανείς από τους φόνους και τις μοιχείες (εξίσου απεχθείς για τη χριστιανική πίστη, κάτι που είναι η ρίζα της φρικώδους ηθικής του Δυτικού Κόσμου), η γκάμμα των παραβάσεων περιλαμβάνει στοιχεία μιας κάπως καλύτερης ζωής ή των τρόπων να την αποκτήσει κανείς μέσα στη φεουδαρχία: κλοπή, ψεύδος, απάτη, τοκογλυφία αλλα και υπερηφάνεια ή οργή.

Αφήνοντας την Κόλαση κατά μέρος, όπως μεγάλο μέρος της χριστιανικής πίστης προσπάθησε να κάνει, ο άλλος φαντασιακός μεγάλος ταξικός διορθωτής είναι ο ίδιος ο θάνατος. Στην νεκρώσιμη ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει το παρακάτω ιδιόμελο του Ιωάννη του Δαμασκηνού:

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

Κι αναρωτιέται κανείς: πλημμύρα και θόρυβος υπηρετών; χρυσός και άργυρος; Τόσο φραγκάτοι ήταν όσοι πέθαιναν τότε; Βεβαίως ο Δαμασκηνός θέλει να μας πείσει, και δεν είναι δύσκολο, για κάτι άλλο: ότι ακόμα και αν διαθέταμε χρήμα και σπιτικά με υπηρέτες, ο θάνατος θα ήταν και η δική μας κληρονομιά. Η βάναυση, σύντομη και στερημένη ζωή που πέρναγαν οι άνθρωποι ήταν υποφερτή, μια μαθητεία σκληρή σαν των παραγιών, αφού η πραγματική χαρά θα ερχόταν μετά και αφού και οι πιο άνετοι και χορτάτοι κι υγιείς (άρα εύποροι) την ίδια κατάληξη θα είχαν.

Ειδικά στο θέμα του θανάτου, η θρησκεία ως όπιο είναι ιδανική μεταφορά: καταπραΰνει αλλά και αποχαυνώνει.

Σεξ, άντρες, σχέσεις: ο Σραόσα προς τις αναγνώστριες

Αποφάσισα κι εγώ να κάνω αυτό που κανονικά θα έπρεπε να είναι η καριέρα μου: ένας κοσμοπολίτης που δίνει συμβουλές στο Κοσμοπόλιταν.

Λοιπόν, νέες! Και λιγότερο νέες, αλλά τσαχπίνες!

Οι άντρες

Οι άντρες είναι πλάσματα προνομιούχα αλλά δεν το ξέρουν: όλοι και όλα κι εσείς οι ίδιες για τους άντρες δουλεύετε. Οι άντρες θέλουνε να σας κατέχουν. Και τους διευκολύνει η κοινωνία να σας κατακτήσουν: αν είναι καλοί σε όλα, εύλογα· αν είναι ωραίοι, αναπόφευκτα· αν είναι εραστές, ευφρόσυνα· αν είναι ευφυείς, αν μη τι άλλο. Για τους ευφυείς θα τα πούμε παρακάτω.

Κι όμως, κορίτσια, γυναίκες, κυρίες, τα προνόμια τούς τρελαίνουν: οι άντρες είμαστε ψυχ και προβάλλουμε τη δική μας θεματάρα πάνω στην περίοδο σας και στην άβυσσο της ψυχής σας (πότε η κόλαση και ο πότε ο παράδεισος) που είναι, βεβαίως, η άβυσσος (και καλά) του κόλπου σας. Γιατί, αν αντιστρέψουμε το κατά Φρόυντ ζόρι του φαλλού, όλοι από κόλπο ξεπεταχτήκαμε αλλά οι άντρες δεν διαθέτουμε δικό μας. Και τον ψάχνουμε λέγοντας ότι ψάχνουμε να βρούμε την προέλευσή μας και το ποιοι είμαστε και τέτοια. Λες και είμαστε βρέφη που τρώνε, κοιμούνται, χέζονται. Κάποιοι είμαστε, τέλος πάντων, όμως ας αφήσουμε τα γιωσαφατλίκια κι ας πάμε πιο κάτω.

Οι άντρες γουστάρουμε να κατέχουμε. Κάνουμε και συλλογές. Κυρίως θέλουμε να κατέχουμε γυναίκες. Αν δεν μπορούμε να τις κατέχουμε, τότε ή τις περιφρονούμε (πουτάαανεεεες) ή τις πατρονάρουμε (κάτσε κορίτσι μου να σου πω λίγο τι σου συμβαίνει). Όταν τις κατέχουμε, τις περιφρονούμε (πουτάααανααααα) ή τις πατρονάρουμε (κάτσε κορίτσι μου να σου πω λίγο τι σου συμβαίνει).

Οι ευφυείς άντρες

Επίσης, γνωρίζω, φίλες μου, ότι πολλές από εσάς θέλετε να κάνετε σεξ με ευφυείς άντρες. Ως ευφυής άντρας, την καλωσορίζω αυτή την προτίμηση. Πέραν αυτού, αναγνωρίζω ότι οι ευφυείς άντρες είναι ευέλικτοι (αν και όχι ανατομικώς), γαμοεφευρετικοί, προγραμματικά μισόμουρλοι σε ό,τι κάνουνε και σεξουαλικά στοχοπροσηλωμένοι. Ακόμα και όταν έχουν εμμονές, τις διανθίζουνε με διάφορες παραλλαγές και πεταστές, κεντήματα κι υπορροές — κι έτσι περνάει ευχάριστα η ώρα σας. Τα δε βίτσια τους είναι τόσο ξεκούδουνα ή σύνθετα, που μπορείτε να συμμετέχετε σε αυτά σαν να είναι πολύπλοκη φάρσα ή χαρτοπαίγνιο με ακατανόητους κανόνες. Επίσης, πάντα σε πρακτικό επίπεδο μιλώντας, είναι ευχάριστη έκπληξη πόσο βοϊδάκια και γάτοι είναι οι ευφυείς άντρες, αν και λόγιοι, λογάδες και σκυθρωποί κατά κανόνα.

Παράλληλα, οι ευφυείς άντρες είναι πάντα λογάδες και σκυθρωποί, βαρείς κι ασήκωτοι — όταν δεν είναι πυγμαλίωνες και δεν θέλουνε να σας φτιάξουν όπως ντύνατε την κούκλα της Μανίνας οι άνω των σαράντα φίλες από εσάς (γιατί και σ’ εσάς απευθύνομαι, κυρίες μου). Μόνο που δεν θέλουνε να σας ντύσουν, άλλωστε και δεν ξέρουνε να ντύνονται οι ευφυείς άντρες και νομίζουν ότι το μυαλό αναπληρώνει τη μπουζού μπροστά τους και τα φούτερ της μαμάς πάνω τους: να σας ελέγχουνε θέλουν.

Αλλά κι όταν ακόμα δεν θέλουνε να σας ελέγχουν και να σας ποδηγετούν και γενικώς να σας κουμαντάρουν και να σας μανουβράρουν όπως τα τάνκερ στον Ορινόκο, είναι λίγο ανυπόφοροι. Είναι βαρείς και σκυθρωποί, διότι άνθρωπος που γελάει χαζός θα είναι, εκτός και αν γελάει με τη χαζαμάρα των αλλωνών. Με το που θα οργάσουν θα τους πιάσει γλωσσοδιάρροια και θα νοσταλγήσετε τον Βαγγέλη που μετά έπεφτε ξερός για ύπνο. Θα σας κάνουνε και mindfuck, που είναι πολύ κακό πράμα: γιατί είπες αυτό που είπες και γιατί λες ότι δεν εννοούσες αυτό που είπες αφού ήξερες ότι θα καταλάβω πως το είπες για να μην το πεις αλλιώς — και πάει λέγοντας.

Επίσης, αυτοί οι ευφυείς έχουνε συνήθως κάποιο έργο. Άσχετο αν εσείς δεν το βλέπετε ή δεν το καταλαβαίνετε ή δεν το θεωρείτε έργο: το έργο υπάρχει. Ε, πρέπει να το σέβεστε όσο και τον φαλλό τους. Ίσως και περισσότερο. Να ασχολείστε μαζί του και να το κατανοείτε αλλά και να το γουστάρετε. Να αντιλαμβάνεστε γιατί ο ευφυής ο άντρας θα γίνει ζωάκι και βοϊδάκι όχι γαμώντας σας αλλά και όταν μιλάει για το έργο του αντιπάλου (πάντα υπάρχουν αντίπαλοι, παντού, η ύπαρξή τους προσφέρει δόξα στον άνδρα) ή για τη γνώμη των επικριτών του. Να μη συγκατανεύετε απλώς, γιατί τότε θα είστε χαζογκομενίδι, να μην υπερθεματίζετε, γιατί θα είστε συζυγομανούλα και θα τους ευνουχίζει που τους θεοποιείτε: πρέπει να πολεμάτε στο πλευρό του, αλλά δύο βήματα πίσω. Όπως ορίζει το πρωτόκολλο.

Αυτά για σήμερα, νέες και λιγότερο νέες. Την άλλη βδομάδα θα μιλήσουμε για το παστίτσιο ως αφροδισιακό αλλά και ως απεικόνιση του οιδιπόδειου. Έως τότε, καλά κρασιά!

Μαρτία σονάτα

Πόλωση και συμψηφισμοί

Τουλάχιστον από το 2010 και μετά η ελληνική κοινωνία πολώθηκε. Η ταξική πόλωση αποτυπώθηκε στο δημοψήφισμα της 6ης Ιουλίου 2015, όπως επίσης αποτυπώθηκε η απόσταση της εικόνας που έχουνε τα ΜΜΕ για τη χώρα και τον κόσμο από την εικόνα που έχει το κοινό των ΜΜΕ, οι Έλληνες πολίτες.
Πόλωση επήλθε και στις ιδέες, στις αρχές και στις συνειδήσεις. Η πόλωση και τα αντιθετικά ζεύγη είναι πάντα η εύκολη λύση: ερμηνεύεις κάτι ψάχνοντας να βρεις το αντίθετό του και, αν δεν υπάρχει, το επινοείς. Όμως, από τη στιγμή που κάτι διαθέτει το αντίθετό του, μπορείς να υποκριθείς ότι έχεις εξουδετερώσει αυτό το κάτι, μέσω συμψηφισμού, αφού δύο αντίρροπα διανύσματα αλληλοεξουδετερώνονται.
Βεβαίως η άσκηση αυτή αποτελεί σοφιστεία, αφού στον πραγματικό κόσμο των επιχειρημάτων και του Πολιτικού τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα ούτε ισομεγέθη. Έτσι, άλλη η καταπίεση των μαύρων, αντεπιχείρημα του παλιού εκείνου κνίτικου συμψηφισμού, άλλη των αντιφρονούντων της ΕΣΣΔ. Επίσης, άλλο να κλείνει με φετφά και παρανόμως ένας δημόσιος οργανισμός ραδιοτηλεόρασης και να αντικαθίσταται από έναν εξίσου σπάταλο (και ακόμα χειρότερης ποιότητας), άλλο να χρεοκοπεί (πιθανόν) ένα ιδιωτικό κανάλι επειδή δεν βάζουν λεφτά οι μεγαλομέτοχοι του κι επειδή ούτε κάποιος άλλος βρέθηκε να αγοράσει μετοχές του.
Υπεράνω
Υπάρχει βεβαίως τρόπος να αρθεί κανείς πάνω από το ψεύδος των συμψηφισμών και από την τύρβη των επιχειρημάτων χωρίς να φθείρεται από την τριβή με αυτά και τους φορείς τους — κυρίως τους φορείς τους. Αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από το να καταλάβει ο απηυδισμένος κάποιο ύψωμα από το οποίο θα παρατηρεί τους ανόητους, αφελείς και φανατισμενους να διαπληκτίζονται. Η ανάβαση αυτή επιτυγχάνεται με τρεις μαθόδους συνήθως:
  1. με το να αφοσιώνεται κανείς στο is, το καθέκαστο, και να αφήνει κατά μέρος το ought to, το δέον, με το να περιορίζεται στην παρατήρηση και στην ερμηνεία, κατά προτίμηση στωικά χρωματίζοντας και τις δύο,
  2. με το να παραγνωρίζει κανείς ότι η πλεονεκτική θέση στην οποία βρίσκεται είναι αποτέλεσμα ευκαιριών που του δόθηκαν ή προνομίων που κατέχει και να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από όσους δεν είχαν ευκαιρίες ή προνόμια, αντιμετωπίζοντας αυτούς τους άλλους σαν ζωάκια, ενώ ο ίδιος παραμένει ανώτερος, πεφωτισμένος, ψύχραιμος αλλά και επιλεκτικά φιλότιμος,
  3. με το να αφεθεί στη συγκατάβαση: γιατί να ασχολείται, δεδομένου ότι περιτριγυρίζεται από ηλιθίους ή ημιμαθείς, από φανατικούς ή ιδεοληπτικούς, από ασυνάρτητους ανθρώπους που οι ελπίδες και οι επιθυμίες τους συσκοτίζουν τις πεποιθήσεις τους και το κοσμοείδωλό τους.
Τι να κάνουμε;
Όποιος αφεθεί στην ανάγκη να πιάσει ύψωμα ώστε να σταθεί ψηλότερα από τους άλλους θα καταλήξει είτε πατερναλιστής, αν έχει τα φόντα, είτε μισάνθρωπος, είτε απλώς ψώνιο. Και στις τρεις περιπτώσεις δεν θα φανεί καθόλου χρήσιμος, ακόμα και αν δεχτούμε ότι αυτή υπήρξε πρόθεσή του.
Ελέγχοντας τις πλάνες των άλλων, διορθώνοντας τα λάθη τους ή πασχίζοντας να οξύνουμε την αντίληψή τους οπωσδήποτε δεν πρέπει να τους συντρίψουμε, αν μας παίρνει, ή να τους περιφρονούμε. Αν δεν αξίζουν την πολύτιμη συνδρομή μας, υπάρχει πάντοτε η σιωπή και η απόσταση στο κάτω κάτω. Όμως άπαξ και ασχοληθήκαμε μαζί τους και με τις ιδέες τους, τη δουλειά τους, τις γνώμες τους, δεν επιτρέπεται να τους πατρονάρουμε: πρόκειται για στάση μάλλον αντιπαραγωγική τελικά, ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη το πόσο βαθιά προσβλητική είναι. Τελικά ενδεχομένως ο πατερναλισμός είναι η προσβλητικότερη συμπεριφορά μεταξύ ανθρώπων, αφού ούτε τη συμμετοχή της παραφοράς, ούτε καν την ειλικρίνεια της αποστασιοποίησης δεν διαθέτει.
Σίγουρα πολλές φορές διακρίνουμε στον άλλο έλλειψη ψυχραιμίας, κατάρτισης ή συγκρότησης. Και πάλ όμως, κάποιοι χωλαίνουν στο άλφα ζήτημα, εμείς στο βήτα, στην τελική. Ειδικά όσον αφορά την ψυχραιμία, που δύσκολα διατηρείται σε συνθήκες πόλωσης και σοφιστείας, είμαι ανοιχτά υπέρ της. Αλλά δεν την ταυτίζω με την ασυλία, την ασφάλεια και την ανεμελιά του προνομιούχου και του ισχυρού. Ομοίως, όσον αφορά ένα αποτέλεσμα της ψυχραιμίας, τη νηφάλια ευθυκρισία, ισχύουν παρόμοιες επιφυλάξεις: κάποιους τους τυφλώνουν τα προνόμιά τους και τους εμποδίζουνε να δούνε καθαρά, άλλους πάλι τους τυφλώνουν οι στερήσεις και η έλλειψη πρόσβασης σε όσα είναι δεδομένα για τον προνομιούχο. Δεν είναι ηθικό να κρατάμε ίσες αποστάσεις μεταξύ των μεν και των δε. Δεν είναι καν χρήσιμο.

Τυφλά σημεία

Κάθε κοινωνία έχει τα τυφλά σημεία της: ζητήματα ολόκληρα στα οποία η δεδομένη άποψη θεωρείται αυτονόητη και έχει την ισχύ αξιώματος, όσο σαθρή και αν είναι.

Τα τυφλά σημεία π.χ. της ελληνικής κοινωνίας είναι τουλάχιστον δύο: η θλιβερή σχέση με τον πραγματικό και τον συμβολικό δημόσιο χώρο, ζήτημα εν πολλοίς αόρατο, και η πλάνη ότι είμαστε μοναδικοί («ανάδελφοι», αν θέλετε) είτε στο μεγαλείο είτε στην αθλιότητά μας. Ένα από τα τυφλά σημεία της αμερικανικής κοινωνίας είναι το αμερικανικό όνειρο και τα συμπαρομαρτούντα του, καθώς και το θέμα της οπλοκατοχής κι οπλοφορίας. Οι Γάλλοι, οι Γάλλοι αστοί συγκεκριμένα, έχουνε τον ουνιβερσαλισμό: οι αξίες τους είναι οι αξίες του δυτικού πολιτισμού, που με τη σειρά τους είναι πανανθρώπινες. Και πάει λέγοντας.

Παρά το τυφλό σημείο του ανθρώπινου ματιού, η οπτική αντίληψή μας εξακολουθεί να είναι ενιαία και αρραφής, γιατί ο εγκέφαλος αναπληρώνει όσα χάνονται. Με άλλα λόγια, τα τυφλά σημεία της κάθε κουλτούρας δεν πρόκειται να αποκαλυφθούν, να ξεσκεπαστούν ξέρω γω, από μόνα τους: η κοινωνία πάντοτε θα βρίσκει τρόπο να αναπληρώνει όσα δεν βλέπει. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία και της (άγριας) σάτιρας αλλά και της αντικουλτούρας γενικότερα: η σάτιρα, η κριτική και το ξεφτίλισμα είναι τα τεστ που αποκαλύπτουν, προς μεγάλη μας εκπληξη και παρά την εύλογη δυσπιστία μας, ότι στο κέντρο του οπτικού μας πεδίου υπάρχει ένας σκοτεινός λεκές

Πόρτνοϋ, μανούλες, κέρατο

Τον Οκτώβριο του 2013 έγινα σαράντα χρονών ελπίζοντας ότι θα εκπληρωθεί το γνωμικό και θα αρχίσει η ζωή μου. Το γνωμικό θα δικαιωνόταν μερικούς μήνες αργότερα. Πάντως, λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά μου διέσχιζα την πολιτεία της Νέας Υόρκης με αυτοκίνητο. Επειδή δεν μου αρέσει να οδηγώ, έκανα μια συμφωνία με μια συνάδερφο: εκείνη θα οδηγούσε τεσσερισίμιση ώρες πήγαινε συν τεσσερισίμιση ώρες έλα κι εγώ θα αναλάμβανα την επιμόρφωση και την ψυχαγωγία της μιλώντας της.

Αφού ολοκληρώθηκε η επιμόρφωση, κάπου εκεί μετά τον ποταμό Delaware, η συνάδερφος, Αμερικάνα ινδικής καταγωγής από κάστα βραχμάνων, έφερε την κουβέντα στις οικογένειες. Με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο «πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;». Τη ρώτησα πώς γίνεται, ποια είναι η μέθοδος της Ινδής μανούλας. Οι Εβραίες και οι Ιταλίδες βάζουνε λίγο μέσα τον Θεό για να σε ποδηγετήσουν. «Α, οι Ινδές μανάδες δεν χρειάζονται θεούς, είναι οι ίδιες ο ανικανοποίητος θεός που διαρκώς γίνεται θυσία.» Σαν τις Ελληνίδες, της είπα.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα απόψε εξαιτίας του Φίλιπ Ροθ. Μετά την Αγανάκτηση, τον Καθένα και το ‘Ζώο που ξεψυχάει’ — τρία βιβλία που αγαπώ πολύ — αποφάσισα να διαβάσω τη ‘Νόσο του Πόρτνοϋ’. Με ζορίζει σαν βιβλίο. Βγάζει παντού και καταιγιστικά όλο το ψυχαναλυτικό ζόρι του να έχεις Εβραίο μαμά και Εβραίο μπαμπά (δεν εννοώ τον ἐν τοῖς οὐρανοῖς που έχουμε όλοι μας), εμπειρία που κάνει τους Έλληνες γονείς να μοιάζουν παγεροί middle class Εγγλέζοι μπροστά τους. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι γράφτηκε το 1969 και έκτοτε, κυρίως μέσω Γούντυ Άλλεν, έχουμε φάει πολύ αμερικανοεβραϊκό Angst στη μάπα. Επιπλέον, ο Γούντυ Άλλεν άνοιξε τον δρόμο για να γίνει το αμερικανοεβραϊκό Angst θέμα για αναρίθμητες κομεντί μέχρι και την ‘Νταντά αμέσου δράσεως’, άρα ως ζήτημα πάει, ψόφησε.

Η Νόσος του Πόρτνοϋ είναι, υποτίθεται, ένας σχοινοτενής μονόλογος που απευθύνεται στον ψυχαναλυτή του Πόρτνοϋ (η συνεδρία πρέπει να είναι πολύ σπέσιαλ και να διαρκεί μέρες). Έχοντας διαβάσει καμμιά σαρανταριά σελίδες σήμερα αισθάνθηκα ότι η δραματοποίηση μέσα από πλήθος ταινιών και μυθιστορημάτων, εν είδει μιας μεγάλης συλλογικής συνεδρίας ψυχανάλυσης, του τι σημαίνει να έχεις Εβραίους γονείς πρέπει να βοήθησε χιλιάδες αμερικανοεβραίους να έρθουνε τουλάχιστον σε επίγνωση της κατάστασής τους, ενδεχομένως και να χειραφετηθούν. Οι Ινδοί ή οι Ιταλοί δεν ξέρω τι έχουνε κάνει για το ζήτημα των μαμάδων τους, άλλωστε αναπόφευκτα ο νους μου πήγε στον ελληνόφωνο κόσμο.

Μανάδες που μας παιδεύουν υπάρχουνε παντού στην ελληνική πεζογραφία: από τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Βιζυηνό (κι εδώ μιλάμε μάλλον για τα πελωριότερα πεζογραφήματα που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά) μέχρι ‘Το βιβλίο της Κατερίνας’ του Κορτώ. Βεβαίως, πουθενά δεν βλέπω, χωρίς να παριστάνω τον φιλόλογο, την άγρια αποδομητική και εικονοκλαστική διάθεση που έχει ο Πόρτνοϋ απέναντι στη μητέρα του. Γενικά, νομίζω ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να τα βάλει με τη μαμά. Και πάλι, φιλόλογος δεν είμαι, μπορεί να μου διαφεύγει κάτι προφανές.

Απεναντίας, από τη δεκαετία του ’70 και μετά η πραγματική ελληνική κοινωνία πασχίζει να ριζοσπαστικοποιηθεί κυρίως μέσα από το κέρατο, κάτι ενδεχομένως ατελέσφορο αλλά που οπωσδήποτε αντανακλάται στην ελληνική πεζογραφία. Δεν είναι νομίζω τυχαίο το ότι η κυκλοφορία της ελληνικής πεζογραφίας άρχισε να αναζωογονείται στα μέσα της δεκαετίας του ’80 με τις πωλήσεις έργων όπως λ.χ. το Τάλγκο, του Αλεξάκη (με κινηματογραφική μεταφορά τον ‘Ξαφνικό έρωτα ‘), η Πλωτή Πόλη της Δούκα ή τα μυθιστορήματα της Μ. Βαμβουνάκη. Φαίνεται πως η ελληνική «ψυχή», αντί να επιτεθεί κατά μέτωπο και στο πεδίο της μάχης στον ιερό θεσμό της οικογένειας και στο ιερό πρόσωπο της μάνας που την εμψυχώνει, προτιμάει τον ανταρτοπόλεμο.

Δεν ξέρω και σίγουρα δεν θέλω να τσακώσω καμμιά μεγάλη ανάλυση. Πάντως δεν είναι τυχαία η λειτουργία της μοιχείας στην πολύ νεώτερη ελληνική πεζογραφία: αντίθετα με το τι συμβαίνει στο λαϊκό τραγούδι ή στο εμπορικό αμερικανικό σινεμά, το κέρατο δεν είναι αφορμή καταστροφής και απώλειας παρά γεγονός που γίνεται αφορμή επιφάνειας, γεγονός σημαδιακό. Ακόμα και όταν δεν εξιδανικεύεται, η μοιχεία μεταφράζεται σε παράγοντας που εξαναγκάζει τον ήρωα ή την ηρωίδα να αφυπνιστεί και να αναθεωρήσει τη ζωή της ή τη ζωή του.

Όμως θα είχε πλάκα, έστω και πενήντα χρόνια μετά, να έβγαινε ένας Έλληνας Πόρτνοϋ.

Τετραετίες

Το 2004 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ναι, ξέρω ότι είχατε δει την απάτη του καπιταλισμού κτλ. κτλ. και απείχατε από όλο αυτό το πανηγύρι των πολυεθνικών κτλ. κτλ. αλλά για 13 μέρες η Αθήνα ηταν ένα μεγάλο και ατελείωτο πάρτυ, παντού. Όμως οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις σαπίζουν και το Ελληνικό θα γίνει μονολιθικές πολυκατοικίες με ολίγη από σκονισμένη πρασινάδα.

Το 2008 πιστέψαμε ότι η εξέγερση θα κινητοποιούσε και θα αφύπνιζε τη γενιά μας — αν δεν την επαναπροσδιόριζε ριζικά. Πριν καλά καλά μπει το 2009 τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης φρόντισαν να μας πείσουν ότι επρόκειτο για οργανωμένη αλητεία και τσαμπουκαλέματα πλουσιόπαιδων. Κάποιοι που ψέλλισαν μισή κουβέντα για το πώς και το γιατί του Δεκέμβρη έσπευσαν να ανακαλέσουν και να δηλώσουν δημόσια μεταμέλεια. Έκτοτε προσκυνάμε την κανονικότητα απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Το 2012 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά της αντίστασης στον καπιταλισμό στη βαρβαρότερη εκδοχή του που μας συντρίβει, ίσως να γινόμασταν και η γενιά της εξέγερσης. Οι λιγότερο αισιόδοξοι ελπίσαμε ότι θα είμαστε τουλάχιστον η γενιά που θα ξαναμάθει την Πολιτική μέσω της αλληλεγγύης και της ενσυναίσθησης. Όμως η συντριπτική κρατική βία του Φεβρουαρίου μάς άφησε να περιμένουμε ήσυχα τη μέλλουσα βασιλεία του ΣΥΡΙΖΑ επί γης. Στο μεταξύ η μηχανή της πολιτικής ενοχής μάς πειθανάγκαζε για το ότι φταίμε επειδή δεν αλλάζουμε.

Το 2016 μετράμε δύο χρόνια προσφυγιάς μετά τη Λαμπεντούζα. Μιλάμε πια για «ροές» ανθρώπων σε μια χώρα που έστελνε μετανάστες και που δέχτηκε ομογενείς πρόσφυγες εξίσου σκατόψυχα με όσους υπερχρεώνουν νερό και φορτιστές. Μιλάμε με απάθεια αν όχι με απέχθεια για χιλιάδες θύματα μιας ηθικά νεκρής Ένωσης, παιδιά και άλλους. Μιλάμε για λίχνισμα ανθρώπων και για μάντρωμα κυνηγημένων. Είμαστε ηθικά χρεωκοπημένοι και εγκληματούμε.

Ακόμα και χωρίς κλάψες και αριστερούλες ηττοπάθειες, ακόμα και χωρίς ενοχές που εγγυώνται την αδράνεια, τώρα πια ξέρουμε ότι τελικά είμαστε η γενιά που άφησε τους πρόσφυγες να ψοφάνε μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Και ξέρουμε τι συμβαίνει, τι είναι ο καπνός που ντουμανιάζει πάνω από τα στρατόπεδα, και δεν κάνουμε τίποτα, όταν δεν επικροτούμε πολιτικές που έντρομες κατευνάζουν τον νέο ευρωπαϊκό φασισμό. Στέκουν μόνο λαμπρές εξαιρέσεις, άνθρωποι και συλλογικότητες που κάποτε θα αγιοποιηθούν στο μέλλον και που θα χρησιμεύσουν για την εξιλέωση όλων μας: ακριβώς όπως μια χούφτα αντιστασιακών στη χούντα των νοικοκυραίων, των «έκανε έργα» και του «εργατιά αγροτιά Παπαδόπουλο ζητά» ή όπως η Εθνική Αντίσταση στην Κατοχή των δοσίλογων, των μαυραγοριτών και των ταγματαλητών.

Στην πασίγνωστη πια φωτογραφία, ο ήρωας August Landmesser.

Συνειρμοί

Όταν για χρόνια προσπαθείς να ξεχάσεις το παρελθόν σου, επειδή είσαι μαλωμένος μαζί του, και επανασυνδεθείς μαζί του κάθε ανάμνηση από τότε μοιάζει με επινοημένη. Ξαναθυμάσαι το παρελθόν και νομίζεις πού και πού ότι το επινοείς.

Απόψε θυμήθηκα τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ ήτανε γέννημα θρέμμα Πολίτης και ήρθε στην Ελλάδα, στο Φάληρο βεβαίως, έναν χρόνο πριν τον γνωρίσω μέσω κοινού φίλου. Δεν τον άφησε να πάει φαντάρος το ελληνικό κράτος, Τούρκος πολίτης γαρ, κι έτσι έπιασε δουλειά στην οικογενειακή επιχείρηση στην Αθήνα. Ο άνθρωπος καταγόταν από την μία Κοσμόπολη του Παλαιού Κόσμου αλλά είχε το βλέμμα σαστισμένου και αμυντικώς τσαμπουκαλεμένου ΕΛΔΥΚάριου από χωριό της Γουμένισσας ή της Νιγρίτας που βολτάρει αδειούχος παρέα με κωλοπετσωμένους από Μενεμένη και Περιστέρι. Μου έλεγε ο Αβραάμ ότι οι Έλληνες της Πόλης, της δικής του κάστας τουλάχιστον και τότε στην εκπνοή της δεκαετίας του ’80, ζούσανε σαν ξένοι μέσα στη δική τους αχανή και ακατάληπτη Πόλη. Χάρη στον Αβραάμ κατάλαβα δύο ιστορίες του παππού μου, αν και αυτός άφησε την Πόλη το 1924.

Η πρώτη ιστορία είναι ότι όταν κατέβηκε στη Σαλονίκη παρατήρησε δύο πράγματα: οι Εβραίοι μίλαγαν άλλη γλώσσα από αυτή των Εβραίων της Πόλης. Επίσης, όλοι βλαστήμαγαν. «Ταράχτηκα κι έλεγα ‘τώρα θα πέσει φωτιά να τον κάψει αυτόν’. Όταν πάλε δεν έγινε τίποτα, έχασα κι εγώ την πίστη μου».

Η δεύτερη ιστορία του παππού διαδραματίζεται κάποια χρόνια μετά στην Αθήνα στο τυπογραφείο του Μυρτίδη, όπου δούλευε μαθητευόμενος τυπογράφος. Εκεί γνώρισε τον Κατσίμπαλη. Προφανώς ο Κατσίμπαλης τον αντιμετώπιζε με τον τρόπο που έβλεπα εγώ τον Αβραάμ, σαν ένα παιδί χαμένο μέσα στην Αθήνα, σαν να ‘ταν χωριατόπαιδο κι ας ήταν Σταμπουλιώτης. Ανέλαβε να του μάθει τα «κατατόπια», γέλαγε δυνατά με τα «βιδολόγος», τα «τυρί άσπρο» και τα «maşallah!» του παππού μου, τον δίδαξε με το στανιό ορθογραφία γιατί ο τυπογράφος πρέπει να βλέπει τα λάθη οπτικά, χωρίς να διαβάζει.

Εγώ δεν ήξερα ποιος ήταν ο Κατσίμπαλης μέχρι τη στιγμή που ο παππούς είπε τη μαγική λέξη «Σεφέρης». Ήμουν Β’ Γυμνασίου και το ένα έφερε το άλλο: ο Σεφέρης τον Καραντώνη, ο Καραντώνης τον Κατσίμπαλη, ο Κατσίμπαλης τον Κολοσσό του Μαρουσιού.

Διάβασα τον Κολοσσό 2-3 χρόνια αργότερα και ακόμη πιο μετά συνειδητοποίησα ότι εκείνο το ωραίο παρατημένο σπίτι με τη ζουγκλώδη περίκλειστη αυλή στο Μαρούσι, στα σύνορα με την Πεύκη, μπροστά από το οποίο περνάγαμε βολτάροντας με Νίκο και Γιώργο ήταν το περίφημο σπίτι της Μαγκουφάνας, εκεί όπου κατοικούσε ο Κολοσσός Κατσίμπαλης. Από το βιβλίο του Μίλλερ συμπεραίνει κανείς ότι ο Κατσίμπαλης πρέπει να ήταν μεγάλη μορφή στις παρέες της εποχής και φίρμα κανονική: η ψυχή της παρέας. Η σκιά του Κολοσσού πέφτει και στο σεφερικό έργο, σε τόση έκταση που ένας φιλόλογος φίλος ισχυρίζεται ότι δεν θα υπήρχε Σεφέρης χωρίς Κατσίμπαλη, Καραντώνη, Σαββίδη — εγώ όμως αυτά δεν τα καλοξέρω.

Παρ’ όλα αυτά, εκείνος που ο ομολογουμένως φαφλατάς κι αμπλαούμπλας Μίλλερ αποκαλεί στην εποχή του Κολοσσό έχει αφήσει ίχνος εξίτηλο και αμυδρό, γιατί δεν ύφανε έργο υλικό κι αποτυπωμένο. Είναι και ο Κατσίμπαλης ακόμη ένας «κάποιος καταπληκτικός», όνομα μαζί με τα ονόματα του τάδε ή του δείνα σε πλατωνικούς διαλόγους, σε λατινικά σατιρικά ποιήματα και σε καλλιτεχνικές παρέες από Αναγέννηση και μετά. Αν και βεβαίως η υστεροφημία αφορά πολλούς αλλά ποτέ τον θανόντα φορέα της.

Πάντως ο Μίλλερ θεωρούσε τις ελληνίδες κακάσχημες, ισχυρισμός που επαναλαμβάνει και στον Τροπικό του Καρκίνου, και επέχαιρε με την προσφυγιά του ’22-’23, που μπόλιασε την Ελλάδα με ομορφιά.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχουνε με το παρελθόν το δικό σου, που το ξαναθυμάσαι και νομίζεις ότι μπορεί και να το έχεις επινοήσει; Ω, μα καμμία.

Μαύρη χήρα

Η μάνα μου ήτανε καλλονή. Όταν ο παππούς μου την άφησε να πάει σε χορό για πρώτη φορά, στους Εγγλέζους, κάποια λέσχη είχανε, κάτι τέτοιο, έπεσε αναστάτωση σε ολόκληρο το Χαρτούμ. Τι να σου λέω, παιδί μου, χαμός. «Η Ελληνίδα» και «η Ελληνίδα» — χαμός. Η μαμά μου ήτανε σαν κι εμένα, μόνο που είχε πάρει τα μαλλιά της μάνας της, της γιαγιάς μου, που ήταν από την Ανδραβίδα. Δηλαδή κάπως είχε πάρει τα μαλλιά της, όχι ακριβώς. Αϊσέ την έλεγαν. Τέλος πάντων, την ξέρεις την ιστορία, κατέβηκε ο μπαμπάς μου με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο και μετά κάπως με τους Άγγλους, δεν ξέρω κι εγώ πώς, βρέθηκε το ’41 στο Χαρτούμ με πολλά λεφτά. Γνώρισε τη μαμά μου, την Ελληνίδα, και το ’42 έκαναν εμένα.

Σαν όνειρο το θυμάμαι το Χαρτούμ. Θυμάμαι τον Νείλο. Όταν πρωτοείδα θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι το ’53, ρώταγα τον πατέρα μου γιατί είναι τόσο φαρδύς ο Νείλος εκεί. Μετά έμαθα ότι αυτό είναι θάλασσα και δεν έχει τη χάρη του ποταμιού, παρά είναι θηρίο που ανακατώνεται και γεμίζει αλάτι τα γυαλιά σου. Ναι, από μικρή τα φόραγα και όλοι έλεγαν στην Κυψέλη τι κρίμα να κρύβω τα μάτια μου πίσω από γυαλιά αλλά η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν Ευρωπαίοι, από το Χαρτούμ ερχόντουσαν, και τους κορόιδευαν τους Κυψελιώτες. Άλλωστε τι ήταν η Αθήνα τότε; σχεδόν τη θυμάμαι: ένα χωριό σκονισμένο. Εκεί στο Πολύγωνο σχεδόν είχε παράγκες ακόμα, τα σύνορα της Κυψέλης ήταν η Ευελπίδων.

Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Στο γυμνάσιο εδώ ήμουνα πρώτη, είχαμε καλό δημοτικό στην παροικία. Μαύρη με ανέβαζαν, αραπίνα με κατέβαζαν, αλλά μίλαγα ελληνικά καλύτερα από τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι ο πατέρας μου ήταν κύριος με κουστούμι και καπέλο και τσιγάρα αμερικάνικα. Η καημένη η μάνα μου, όμως, αχ η μαμά μου, δεν την ήθελε την Κυψέλη, δεν την ήθελε την Ελλάδα. Στο Χαρτούμ ήταν Ελληνίδα και καλλονή, εδώ ήταν η Αϊσά η αραπίνα — η κυρία Τερζίδου, στην καλύτερη περίπτωση.

Το ’57 γνώρισα τον άντρα μου, τον παππού σου. Ήταν Ιούλιος, φόραγε ένα μαύρο κουστούμι και ίδρωνε όσο δεν φαντάζεσαι. Κουβάδες ίδρωνε. Μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό κι αμέσως τον έβαλε ο πατέρας του, ο πεθερός μου, στη δουλειά. Εργολάβος. Εμείς μέναμε ήδη έδώ που είμαστε, τότε η Φωκίωνος ήταν πολυτέλεια, χλιδή που λέτε τώρα, την πήρα προικιό. Ο κόσμος ξέρεις έμενε σε μικρά δωμάτια που βρώμαγαν υγρασία τον χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, με καμπινέ εξωτερικό. Εμείς όμως ζούσαμε σαν βασιλιάδες. Ήρθε λοιπόν ο Τάκης να μιλήσει με τον πατέρα μου για κάτι διαμερίσματα που ήθελε να αγοράσει ο μπαμπάς, οι μπαλκονόπορτες ήταν ορθάνοιχτες γιατί στον τέταρτο φύσαγε ακόμα περισσότερο τότε, είχαμε και ασανσέρ, άλλοι δεν είχαν. Αλλά ο Τάκης ίδρωνε. Μια κοίταγε εμένα μια τον πατέρα μου. Ίδρωνε πολύ. Εγώ ήμουν καθισμένη στην άλλη μεριά του σαλονιού και διάβαζα στα γαλλικά τα Αγνά Νιάτα, του Toth. Μου το είχανε συστήσει στο κατηχητικό, γιατί ήμουν ανεπτυγμένη κοπέλα. Κατάλαβες τώρα, σωστή γυναίκα ήμουν. Στο κατηχητικό πήγαινα για χατήρι του πατέρα μου, κυριακάτικα, η μάνα μου ήταν και παρέμενε μουσουλμάνα, «μωαμεθανή» έλεγε και στην ταυτότητα.

Όταν έφυγε ο παππούς σου, κάτω από το φλυτζάνι του καφέ του βρήκα έναν αριθμό. Αρχικά δεν ασχολήθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν άσχημος. Αν άντρας έχει προγούλι στα εικοσιτρία, πώς θα είναι στα σαράντα; Κι εμένα, ρε λεβεντάκο μου, πάντα μου άρεζαν οι ωραίοι οι άντρες.

Τελικά τον πήρα τηλέφωνο τον Τάκη. Ξένη ήμουν, αραπίνα ήμουν, πλουσιοκόρη ήμουν: λογαριασμό δεν έδινα σε κανένανε. Πήγαμε για μια πορτοκαλάδα εδώ κοντά στο σπίτι, γεμάτη από ζαχαροπλαστεία ήταν η Φωκίωνος. Βεβαίως εγώ ήμουνα μαθήτρια κι έπρεπε να προσέχω μη μας δει κανα μάτι, άγχος το είχα. Ο Τάκης μού έλεγε κάτι χαζομάρες, κάποιος τον είχε δασκαλέψει: ότι είμαι σαν αφρικανίς βασίλισσα (όχι αφρικανή, αφρικανίς), ότι μοιάζω με οπτασίαν οάσεως, ότι είμαι δαμάστρια λεόντων. Εγώ γέλαγα: αυτός νόμιζε επειδή ψηνόμουν, εγώ γιατί με πέρναγε για δούλα του Ταρζάν. Ευτυχώς τέτοιες κουταμάρες δεν μου ξαναείπε, ευτυχώς γιατί μετά από λίγο δεν θα είχανε πλάκα.

Ε, αγαπηθήκαμε. Πολύ. Παντρευτήκαμε το ’59 στον Άη Γιώργη, δόξη και τιμή. Ο παππούς σου ο Τάκης ήτανε καλός σε όλα του, κατάλαβες. Και σωστός. Και δεν ήτανε τζογαδόρος, μάστιγα τότε ο τζόγος. Σινεμά, θέατρα, κέντρα — τίποτε δεν μας έλειψε. Και στοργικός, πολύ. Η θεία σου γεννήθηκε το ’60, ο θείος σου το ’65 και η μάνα σου το ’69. Ενδιάμεσα κάτι αποβολές… έτσι ήτανε τότε. Μετά τη μάνα σου έπαιρνα το χάπι. Όλες παίρναμε το χάπι τότε. Ζούσαμε καλά. Ο κόσμος υπέφερε αλλά εμείς ζούσαμε λαμπρά. Μην ακούς τι λένε, δεν ήτανε καλύτερα τότε. Χαφιές, παπάς, χωροφύλακας (όχι στην Κυψέλη, εμείς ήμασταν Αθήνα, Αστυνομία Πόλεων, σχήμα λόγου). Πάντως με τα παιδιά συμβαίνει το εξής: δεν περνάει ο καιρός, ιδίως άμα δεν κοιμούνται ή άμα αρρωστήσουν, αλλά περνάνε τα χρόνια. Γρήγορα. Πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν καλά.

Βρέθηκα λοιπόν 35 χρονών γυναίκα να έχω τρία παιδιά, το προικιό μου εδώ, εδώ που θα πεθάνω, ψηλά πάνω από τη Φωκίωνος, και 17 χρόνια παντρεμένη. Είναι πολλά 17 χρόνια, τα παλιά τα χρόνια δεν κράταγαν τόσο οι γάμοι, ένας από τους δύο θα χήρευε — το ίδιο και οι φτωχοί στο Χαρτούμ. Εγώ ένιωθα νέα γυναίκα, αν και τη δεκαετία του ’70, ε, μετά τα τριάντα έμπαινες στη μέση ηλικία αν ήσουνα γυναίκα. Τον Τάκη τον αγαπούσα και δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ. Άρχισε όμως κι αυτός να βγαίνει. Βέβαια στη δουλειά του πάντα σε τραπεζώματα γίνονταν οι δουλειές, αλλά καταλάβαινα ότι έβγαινε πια και για ποτά, θυμάσαι πόσο την ήθελε τη βότκα, έβγαινε και με γυναίκες. Κάναμε στην αρχή κάποιους καβγάδες. Εμένα βεβαίως με φρόντιζε πάντα, αδιαλείπτως και με έγνοια, αλλά έβγαινε και με άλλες. Ε, και εκεί το ’76, το θυμάμαι, που ήτανε κι ο κόσμος πιο ελεύθερος, που όλες παίρναμε το χάπι, που δεν είχαμε και AIDS, έκανα κι εγώ τον πρώτο δεσμό. Εξωσυζυγικό.

Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα με κοίταζαν στον δρόμο. Μαύρη στην Αθήνα, σπάνιο θέαμα τότε. Κι ωραία μαύρη η γιαγιά σου. Κι όταν άνοιγα το στόμα μου ακούγαν ελληνικά. Και πάντοτε ντυνόμουν μοντέρνα, ας είναι καλά ο παππούς σου. Ήμουν φρόνιμη, δεν θα έμπλεκα με γείτονα. όχι βέβαια, η γειτονιά στην Αθήνα είναι χωριό, έφεραν τα χωριά μαζί τους, τρομάρα τους. Επίσης, εκείνο τον πρώτο καιρό, έλεγα «εραστές έχεις, μα τον άντρα σου αγαπάς: το στεφάνι σου».

Ε, την πρώτη ιστορία την έχεις καταλάβει: ο γιατρός στη Μιχαήλ Βόδα. θα σου τα είπε η μάνα σου… Στο ιατρείο του συναντιόμασταν. Ωραίος άντρας, θερμός. Μύριζε κι ωραία. Με φίλαγε πάρα πολύ αδέξια, σαν μαθητής. Ήτανε στην ηλικία μου, οπότε με έκανε να νιώθω μικρότερη: μην ξεχνάς πως ο παππούς σου με περνάει εφτά χρόνια. Με πέρναγε. Δεν με περνάει πια. Σύντομα θα τη φτάσω την ηλικία του.

Ήτανε κι άλλοι. Δεν θέλω να πω πολλές λεπτομέρειες. Ήτανε κάποιοι μικρότεροι, τους ξετρέλαινε που ήμουν, λέει, μιγάδα. Εγώ εκνευριζόμουν να με λένε έτσι: ή πείτε μαύρη, αραπίνα, ή τίποτα. Τι θα πει «μιγάδα»; Μιγάδες είναι οι μουλάρες. Ήτανε κι άλλοι, όμως έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου «Μόνα, οι amants είναι της χαράς και της χαράς της ζωής, ο Τάκης είναι η αγάπη σου και ο άντρας σου κι ο πατέρας των παιδιών σου». Εκείνη την εποχή και ο παππούς είχε ερωμένες, όχι μόνο μπαρόβιες, αλλά δεν ξέρω αν έκανε τέτοιες σκέψεις. Άντρες, δεν βγάζει άκρη κανείς μαζί σας: περιφράζετε τον κόσμο σας και ζείτε εκεί μέσα μόνοι, ολομόναχοι, με τις σκέψεις σας και τις λόξες σας.

Με τον Τάκη αγαπιόμασταν. Και μου λείπει ακόμα ο παππούς σου, παιδί μου, και σαν άντρας… Έπαθα κι εγώ λοιπόν το σοκ εκεί στα σαράντα. Με εκείνη την υπόθεση πήγαν όλα λάθος. Αλλά όμορφο λάθος, όμορφο. Στον γάμο που λες της θείας σου το ’81, μια βδομάδα πριν κλείσω τα σαράντα, γνώρισα έναν πιτσιρικά. Τι πιτσιρικάς, εικοσπεντάρης ήταν αλλά τότε δεν πήγαινες με μικρότερο άντρα, πάει και τελείωσε. Το καλό με αυτόν, να σου πω το όνομά του, δεν έχει σημασία, Χρήστος, ήταν ότι δεν ήτανε μαλακισμένος. Εντάξει, ήτανε κνίτης, όμως είχε μυαλό το παιδί. Και είχε καλλιέργεια κι όρεξη στον έρωτα: ούτε παραμυθιαζόταν με την αραπίνα τη σιτεμένη, ούτε μου φερόταν σαν ήτανε μυξιάρικο. Ωραίος, σωστός, απελευθερώμενος. Ομιλητικός. μαθηματικός σε φροντιστήριο ήταν αλλά μιλάγαμε πολύ για τον Χατζιδάκι και τον Ελύτη, όλοι μίλαγαν τότε για τον Ελύτη. Κι εκεί ήρθε η κρίση σ’ εμένα, η κρίση η δική μου: τον αγάπησα. Άμα έχεις και άντρα και παιδιά και έρωτες, την αγάπη την ξεχωρίζεις. Αμέσως. Τον αγάπησα. Κι αν ήμουν Αμερικάνα κι όχι η Μόνα, η κυρία Πετράκη από την Κυψέλη, θα χώριζα πολιτισμένα και θα ζούσα μαζί του. Μη με κοιτάς έτσι, τι νόημα έχει να κρυβόμαστε πια, πάνε και τόσα χρόνια. Αλήθεια λέω. Τον Χρήστο τον αγάπησα στ’ αλήθεια. Μέχρι και βέρα θα ξαναφόραγα γι’ αυτόν.

Αλλά δεν ήμουν Αμερικάνα. Κι είχα και παιδιά. Κι αγάπαγα και τον παππού σου. Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια διέκοψα, του είπα να βρει ένα κορίτσι να παντρευτούν. Με τα πολλά αυτό έκανε. Μετακόμισε στη Ζάκυνθο, άνοιξε εκεί φροντιστήριο. Μιλάμε ακόμα, μια φορά τη βδομάδα, τον κοροϊδεύω: είμαι πια γριά και χήρα και δεν βλέπομαι, του λέω. Εκείνος δεν απαντάει. Μιλάμε. Το κλείνουμε κι ύστερα είμαι χάλια, καμμιά φορά πίνω μισό λεξοτανίλ.

Φυσικά και παίρνω φάρμακα: τα φάρμακα κάνουνε καλό. Τα φάρμακα είναι φίλοι μας. Και το κρασί επίσης.

Μετά ήρθανε κι άλλοι. Δεν τους υποτιμώ. Η χαρά της ζωής είναι ο έρωτας. Σε βγάζει έξω από το σπίτι και έξω από τον εαυτό σου, σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνο σύζυγος, μάνα κι αραπίνα. Καθαρή χαρά είναι ο έρωτας κι όσοι τον κακολογούν έχουν άλλα να πάνε να λύσουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Κανα δύο από τους αγαπητικούς είχανε και πλάκα, δεν είχανε «ξαναπάει με μαύρη», φοβόντουσαν — ε, τι ρωτάς κι εσύ! Αναγκάστηκα να τους αποπλανήσω. Είχε πολλή πλάκα, πάρα πολύ γούστο.

Αλλά πέρναγαν τα χρόνια. Όταν έφυγε και η μάνα σου από το σπίτι, το ’91, ε, έμεινα με τον παππού σου. Σπάνια έβγαινε πια, αν κι είχε σχεδόν μπλέξει με μια κοπελιά ξένη, το αντίθετο από εμένα: λευκή, κατάξανθη, μικρή, με μικρά στήθη. Ελπίζω να μην ντρέπεσαι: πρέπει να μάθεις να μην ντρέπεσαι γιατί όσο αφήνεις την ντροπή να κυκλοφοράει στο αίμα σου, τόσο θα σε δηλητηριάζει. Αυτό να θυμάσαι από τη γιαγιά σου την Αφρικάνα από το Χαρτούμ, που τη βρίζουνε κάθε φορά που θα πάει να ψηφίσει, ότι την έκαναν Ελληνίδα οι «φαύλοι πολιτικοί». Κι εσάς ρε κωλοφασίστες ποιος σας έκανε ανθρώπους; Τέλος πάντων.

Μετά τα ξέρεις, τα εγκεφαλικά του παππού σου. Τι ειρωνεία, μια ζωή φοβόταν τα καρκινογόνα, δεν έπινε πάνω από τρία ποτήρια σερί ποτέ, έκοψε το καπνισμα όταν γεννήθηκε η μάνα σου, απέφευγε το χοιρινό —  αλλά μετά τον πήρανε φαλάγγι τα εγκεφαλικά. Τον έβλεπα να χάνεται κομμάτι κομμάτι, εγκεφαλικό το εγκεφαλικό. Αξιώθηκα να μη χάσω παιδί αλλά ο Αλλάχ, που θα ‘λεγε κι η μάνα μου, μου το χρέωσε με το να χάνω τον άνθρωπό μου λίγο λίγο. Αχ ρε Τάκη, αχ ρε Τάκη μου. Γαμώτο.

Πέρσι έγινε κι ο Τάκης παραμύθι. Πάει. Θα τον κλαίω μέχρι να πεθάνω. Το ήξερα πως θα γίνω χήρα απ΄την αρχή, εφτά χρόνια με πέρναγε, τι διάολο, αλλά σκεφτόμουν ότι μετά τη χηρεία θα ξαναρχίσω τη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, τι, 75 χρονών γυναίκα είμαι, δεν είμαι και κανα ερείπιο. Όμως απλώς δεν έχω πια όρεξη, είμαι πια χήρα και νιώθω χήρα. Είμαι τώρα μια χήρα που έχει μόνον ιστορίες παλιές. Ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτές.

Η κανονική ζωή

σ’ εσένα που με διαβάζεις

Καθένας από εμάς λέει τις ιστορίες του.

Ίσως οι ιστορίες είναι για να λέγονται και όχι για να γράφονται, τελικά. Να τις παίρνει κάποιος άλλος και να τις πειράζει λίγο, ένας να τις στρίβει εδώ και άλλος να τις τανύει εκεί, κάπου να τις ξεχειλώνει ο κιμπάρης και κάπου να τις μαζεύει ο στριφνός, να ρίχνει κάποιος άλλος κι ένα καρίκωμα. Ίσως άμα τη γράψεις την ιστορία τελικά την αγκυλώνεις και ύστερα σκαλίζεις και κεντάς περισσότερο το πώς τη λες την ιστορία παρά την ίδια την ιστορία. Βεβαίως, κάποιοι αγαπάμε να τις γράφουμε και να τους δίνουμε υλικότητα σε φωτεινές κι ετερόφωτες οθόνες ή στο χαρτί, άλλοι όμως ζούνε και χαίρονται την άψη να τη λες την ιστορία και να την ακούει ο άλλος εκεί και τότε — όχι να την αμολάς γραμμένη για όποιον τυχόν την περισυλλέξει σε διαδίκτυα, σε περιοδικά και σε ράφια βιβλιοπωλείων.

Το ουσιώδες είναι να μη μένουνε φυλακισμένες οι ιστορίες μέσα στα καύκαλά μας, να μη χάνονται μαζί μας όταν σβήσουμε εμείς. Όποιες και να είναι αυτές, όσο ασήμαντες ή απλές ή και κάπως κακογουστες. Έχουνε δεν έχουν το κατιτίς τους. Δεν είναι όλα τέχνη και δεν χρειάζεται.

Καθένας από εμάς λέει την ιστορία του και θέλει να πιστεύει ότι είναι η ιστορία της γενιάς του.

Και ας ξέρουμε όλοι ότι η γενιά δεν ορίζεται με το διάστημα της τριακονταετίας αλλά με το ποιοι είναι σαν εσένα, γεννημένοι συν-πλην λίγα χρόνια από εσένα. Και λέμε ιστορίες για αυτούς, για τους φίλους τους και για τους φίλους των φίλων τους και για όσους εκείνοι μπορεί και να γνωρίζουν. Λέμε τις ιστορίες για αυτούς, για παρέες, και πιστεύουμε πως μιλάμε για τη γενιά μας.

Είναι αξιοσημείωτο πως εκείνοι που θέλουν να πουν ιστορίες για τη γενιά τους είναι συνήθως εκείνοι που δεν βρίσκονταν στον πυρήνα της παρέας που θεωρούν τα πνευμόνια την καρδιά και το συκώτι της γενιάς τους. Αναμενόμενο, θα μου πείτε: άλλος ο παλληκαράς κι άλλος ο παραμυθάς, άλλη η μαυλίστρα κι άλλη η κεντήστρα (για να παραμείνουμε εντός αρχετύπων). Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι για τη γενιά τους μιλάνε συνήθως αυτοί που είναι έξω από αυτήν, δηλαδή ούτε ανάμεσα στους φίλους, ούτε ανάμεσα στους φίλους φίλων. Τις ιστορίες μιας γενιάς θέλουνε να τις πούνε μάλλον όσοι απλώς τη γνωρίζουν, και δη εξ ακοής.

Καλύτερα λοιπόν να μην ασχολούμαστε με τη γενιά μας ή με το να δώσουμε στον τόπο μας λαλιά — οι ίδιοι τόποι δίνουνε πολύ διαφορετικούς χρησμούς σε διαφορετικούς ανθρώπους. Καλύτερα να πούμε ο καθένας την ιστορία του ξέροντας ότι είναι μια ανθρώπινη ιστορία, όσες εμμονές μας και όσα καθέκαστα και ό,τι χούγια ολοδικά μας κι αν κουβαλάει.

Ίσως η ιστορία μας μιλάει για μια κανονική ζωή αλλά με λαμπρή μεταξωτή φόδρα ή για μια ζωή που θα ήθελε να γίνει κανονική μα δεν χωράει σε αυτό που είναι κανονικό. Ίσως να μην είναι στην τελική μια καθόλου κανονική ζωή, αλλά και τότε τα νέα είναι ευφρόσυνα: μια κανονική ιστορία σπάνια θεμελιώνεται σε κανονική ζωή. Κι όπως είπε και η Αναΐς Νιν, ποιος θέλει κανονική ζωή στο κάτω κάτω; Ένα ωραίο κέλυφος κανονικότητας θέλουμε — όσοι το θέλουμε κι όσοι δεν αγαπάμε την ύπαιθρο και το έναστρο στερέωμα της παλαβομάρας — για να κοιμούνται όσα θα ωριμάσουν και θα γίνουν ιστορίες μέσα στα υπόσκαφα κελάρια από κάτω από αυτό το κέλυφος.