Η παλινωδία του μενουμευρωπαϊσμού

Στον πυρήνα της ιδεολογίας του Μένουμε Ευρώπη και όλων των προηγούμενων ενσαρκώσεων αυτού του ιδιότυπα ελληνικού κεμαλισμού βρίσκεται μια αντίφαση.

Ο μενουμευρωπαϊσμός εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο «Ευρωπαίοι» και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο «Ευρώπη». Παράλληλα, επισημαίνει την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο μενουμευρωπαϊσμός λοιπόν είναι ένα κίνημα που προσπαθεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

*

Πάμε λίγο πιο μέσα, όμως:

Τα στοιχεία που κατά τους μενουμευρωπαϊστές χαρακτηρίζουν την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους είναι στην πραγματικότητα

  • ανιστορικές γενικεύσεις («χρηστή διοίκηση»),
  • προβολές της αποικιοκρατίας («πολιτισμός»),
  • ταξικά χαρακτηριστικα («σεβασμός στον δημόσιο χώρο») ή
  • γεωγραφικές ιδιαιτερότητες.

Η Ευρώπη των μενουμευρωπαϊστών ταυτίζεται με την Mitteleuropa των αυτοκρατοριών, την αστική τάξη, κάποια τοπία πέριξ των Άλπεων και τις σκανδιναβικές δημοκρατίες.

Ειδικά το ανιστορικό στοιχείο είναι έντονο στο πώς βλέπουν την Ευρώπη τους οι μενουμευρωπαϊστές. Για να τελειώνουμε μαζί του θα αρκούσε π.χ. ακόμα και η δειλή και ανισοβαρής ανάλυση της έννοιας της Ευρώπης από τον Norman Davies στο πολωνοκεντρικό Europe: a history. Η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά ακόμα και η οθωμανική κληρονομιά, είναι οργανικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος περισσότερο και πιο ουσιωδώς από ό,τι η Ισλανδία, ο σύγχρονος αγγλικός εξεψιοναλισμός, ο Καύκασος, η αμερικάνικη κουλτούρα στρωμάτων της ολλανδικής ή της ιταλικής νεολαίας ή η γλωσσα της Μάλτας.

Δεύτερον, ο πρόχειρος και σαρωτικός τρόπος που γίνεται αντιληπτή η Ελλάδα ως θύμα της Ορθοδοξίας, ως λείψανο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως ηλιόπληκτο μεσογειακό θέρετρο ή ως απόστημα στην άκρη της βαλκανικής προϋποθέτει πλειάδα οριενταλιστικών, νεοαποικιοκρατικών και — το χειρότερο — ανιστορικών προκειμένων. Το ίδιο ισχυει και για την όποια νεοαποικιακή αβελτηρία για «μετασχηματισμό» της Ελλάδας σε «συγχρονο ευρωπαϊκό κράτος». Αναρωτιέμαι ποιο είναι το πρότυπο «σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους» των μενουμευρωπαϊστών όταν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και ο πλούτος της Ελλάδας. Η Δανία των εκατοντάδων τοπικισμών; Εάν ναι, η ανιστορικότητα τέτοιων ιδεών σοκάρει: θα απέβλεπε η πτωχή πλην με περασμένα μεγαλεία Πορτογαλία στο να γίνει η Αυστρία του Ατλαντικού;

Η διπλή ζωή

Ταυτίζουμε ανθρώπους γύρω μας με έναν ρόλο τους, μία όψη της ζωής τους. Βεβαίως αυτή είναι μια ταύτιση που πολλοί από εμάς εσωτερικεύουμε: είμαστε μάνα, πωλητής, παππούς, κλειδαράς, ναξιώτης, συνταξιούχος, προϊσταμένη, πασόκος, αεκτζού, ταξιτζής — και ούτω καθεξής.
 
Ορίζουμε τους άλλους και αυτοπροσδιοριζόμαστε μονοσήμαντα.
 
Συνέπεια αυτής της μίας και βασικής ταυτότητας είναι και ότι καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τον βίο μας, τον δικό μας και των άλλων, ως κάτι απλοειδές και ως κάτι με εσωτερική συνέπεια: η ζωή μας πρέπει να διακρίνεται από εσωτερική συνοχή μονιστικού χαρακτήρα. Βλέπουμε δηλαδή τη ζωή μας και τον χαρακτήρα μας σαν απλοϊκά θεωρήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η διπλή ζωή (της Βερόνικας ή κάποιου άλλου) ή οι δισχιδείς ή πολυσχιδείς άνθρωποι (π.χ. το πρωί ηλεκτροσυγκολλητής το βράδυ ντιτζέι) μας φαίνονται αξιοπερίεργες περιπτώσεις, ασυνάρτητες σπατάλες ή και αφορμή για καλαμπούρι.
 
Το παραμύθι του απλοειδούς βίου, ότι λ.χ. κάποιος είναι μάγειρας ή νηπιαγωγός ή πότης και αυτό τον ορίζει με επάρκεια, είναι από αυτά που δεν χορταίνουμε να λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Και πρόκειται φυσικά για παραμύθι, γιατί κανείς μας δεν είναι απλοειδής και μονοσήμαντος, ακόμα και ο πιο ασκητικός αθλητής, ο πιο αφοσιωμένος στην επιστήμη του σπασίκλας, ο πιο συστηματικός πέφτουλας ή ο πιο στριφνός φιλόλογος. Ακόμα και αν οι χαρακτήρες και οι ζωές μας — εξαιτίας μάλλον κάποιου θαύματος — δεν περιέχουν «αντιφάσεις», οπωσδήποτε αποτελούνται από ζωντανά κι δυναμικά στοιχεία που δεν δένουν απαραίτητα μεταξύ τους.
 
Το παραμύθι καθίσταται επικίνδυνο όταν καλούμαστε να επιλέξουμε τι θέλουμε να είμαστε: ζευγάρι ή γονείς; μάνα ή επαγγελματίας; καλλιτέχνης ή πολίτης; Και καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα κατανομής χρόνου, που είναι σοβαρό ζήτημα αλλά πολλές φορές άσχετο, όταν δει λιγάκι πώς αντιμετώπιζονται από την κοινωνία όσοι αποφασίσουν «δυσί κυρίους δουλεύειν»: όχι ως άνθρωποι που θα συναντήσουν πρακτικά προβλήματα (π.χ. χρόνου) αλλά ως άνθρωποι χωρίς αφοσίωση και σίγουρα χωρίς στοχοπροσήλωση. Ο στόχος πρέπει να είναι ένας, ο ρόλος πρέπει να είναι ένας — έστω κι αν έχεις χρόνο ή δυνάμεις για παραπάνω. Το να μοιράζεσαι, κάτι που τελικά είναι αναπόφευκτο, θεωρείται ένδειξη επιπολαιότητας και προχειρότητας.
 
Κατά βάθος έχουμε λίγο-πολύ ενστερνιστεί ένα υπερθετικά μοναχικό ιδεώδες, ένα σύστημα κατά το οποίο «ενός εστί χρεία» και σύμφωνα με το οποίο απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε σε τι θέλουμε να αφοσιωθούμε κατ’ αποκλειστικότητα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο αυστηρά και μονολιθικά όταν μέσα στο θεώρημα εισαχθεί ο παράγοντας «αγάπη», αυτό το πασπαρτού: «να αποφασίσεις τι αγαπάς και να αφιερωθείς ολοκληρωτικά σ’ εκείνο».
 
Στο τέλος, όσοι δίνουνε την εντύπωση της ολοκληρωτικής αφοσίωσης γίνονται ινδάλματα και πρότυπα, με ό,τι κόστος και συνέπειες συνεπάγεται αυτό, αφού η «ολοκληρωτική αφοσίωση» σε κάτι ή σε κάποιον είναι είτε φενάκη, είτε ψυχαναγκασμός. Όμως η ιδέα της ολοκληρωτικής αφοσίωσης είναι το ίνδαλμα που προβάλλεται, το πρότυπο, ως τρόπος να ολοκληρώνεσαι και ως προσωπικότητα.

Charlatans

Ω, μα υπάρχουνε δεκάδες πράγματα για τα οποία δεν μιλάω. Εκατοντάδες.

Εδώ και λίγους μήνες ξανακούω Charlatans. Αυτή τη φορά τους ακούω εντατικά. Απολαμβάνω τα σύνθια που σκάβουν (πόσοι μουσικοί μπορούν να καμαρώσουν ότι τα σύνθια τους σκάβουν;) και τις μαυλιστικές μπασογραμμές που ανεμίζουν, νίβομαι λίγο με τη χαρά της ζωής που βγάζουν και που δεν είναι εξώφθαλμα δεμένη στα ναρκωτικά, όπως με τους Happy Mondays. Γενικά ακούω, και όταν ακούω δεν πολυαναλύω, κι αυτό είναι πολύ καλό.

Σήμερα πάντως, κολλημένος στον δρόμο πίσω από μία μερσεντές υπερβολικά μεγάλη και βαρειά για τις οδηγικές δεξιότητες του οδηγού της, άκουγα πάλι το Then, που έμοιαζε υπερβολικά με μοιρολόι για να καταφέρει να κάνει σουξέ, και μετά το Weirdo, του οποίου το σινγκλάκι το είχε ψαρέψει περιχαρής και περήφανος ο κολλητός μου από το Happening και έβαλε να το ακούσουμε σχεδόν επιτόπου. Τότε δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το τραγούδι, τώρα το θεωρώ το καλύτερό τους και δεν το χορταίνω. Θυμήθηκα λοιπόν ότι τότε το συγκρότημα το λέγαμε ‘Τσάρλατανς’ με τον κολλητό και ότι ένας Άγγλος σε οικογενειακό θέρετρο το καλοκαίρι του ’91 μου είπε ότι προφέρονται ‘Σάρλατανς’ με παχύ σ.

Εκείνη τη στιγμή έπεσε το σόλο μπάσο του Weirdo, άναψε κόκκινο και συνειδητοποίησα ότι έχουνε περάσει 25 χρόνια σχεδόν από τότε. Φρέναρα μαλακά. Ο αριθμός μού προκάλεσε δέος. Είναι πολλά τα 25 χρόνια, πολλά είναι: μέσα τους χωράει π.χ. το κατακλυσμιαίο 1949-1974, η εποχή κατά την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος που βαλθήκαμε να ξεκάνουμε, μια εποχή τρόμου κι εγρήγορσης, ελευθεριότητας και αμηχανίας.

Μετά άναψε πράσινο και θυμήθηκα τον Άγγλο. Δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, ήτανε μπουρδούκος και αντιαισθητικά κάτασπρος. Μόλις λίγο μεγαλύτερός μου, κυκλοφορούσε με μια πάρα πολύ σέξι Αμερικάνα στα σαράντα, αδιανόητη ηλικία για μένα τότε, και με την εξάχρονη κόρη της. Η Αμερικάνα είχε όνομα αντρικό τύπου Ντύλαν ή Τσάρλυ και είχε διατελέσει πι-έι (άγνωστη λέξη) του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Όλη η παραλία στο οικογενειακό θέρετρο κουτσομπόλευε το αταίριαστο ζευγάρι με το χαριτωμένο παιδάκι, μα εγώ μίλαγα και αγγλικά οπότε μπορούσα να συνεννοούμαι μαζί τους.

Ο Τζέιμς ή Ντέιβ ή πώς τον έλεγαν ήταν από το Σάσσεξ ή από το Σάρρεϋ, κάπου εντελώς Home Counties φάση δηλαδή. Μου εκμυστηρεύτηκε πολύ κομψά ότι δεν είχε σχέσεις με τη σέξι σαραντάρα, η οποία μου άγγιζε το χέρι πάνω στην άμμο και όταν το τράβαγα μού έλεγε να μην σκιάζομαι, αφού απλώς το χέρι μου έπιασε. Στην πραγματικότητα, ο Άγγλος που ήτανε σαν βιομηχανοποιημένο ψωμί σακούλας εγγλέζικο, ήταν ο μπέιμπι σίτερ της μικρής, της κορούλας της Αμερικάνας. Ήταν επίσης decoy (κι άλλη άγνωστη λέξη): παρίστανε δηλαδή και τον γκόμενο-συνοδό της Ντύλαν ή Μπομπ, ή πώς την έλεγαν, για να καλύπτει τη σχέση που είχε εκείνη με έναν ντόπιο, γέννημα-θρέμμα του θερέτρου. Γιατί χρειάζεται decoy, είναι παντρεμένος ο ντόπιος; (Βαγγέλη ή Τάσο ή Κώστα τον έλεγαν; δεν θυμάμαι). Όχι, but his mum does not approve of the American tart, as she calls her. Ο Άγγλος έβαλε το tart στο στόμα της ντόπιας μανούλας του καμακιού. Πώς όμως; Μέσω της αμερικάνας; Αυτή ήτανε του γυμναστηρίου, έκανε κάμψεις στην παραλία α λα καλιφορνέζ, είχε μαλλί κοντό Billy Idol αργασμένο από πυρηνικές βαφές,. Συνεπώς bitch ή slut θα έλεγε πώς αποκαλούν τον εαυτό της, έστω και σε μετάφραση από τα ελληνικά. Μπερδεμένα πράγματα.

Πιο μπερδεμένα ήταν ωστόσο τα υπόλοιπα: η Τσάρλυ ή Ντύλαν έφυγε από την Αμερική με την κόρη της για το γνωστό αμερικάνικο προσκύνημα στην Ευρώπη μετά από διαζύγιο με έναν malakas. Πρώτος σταθμός Αγγλία, όπου γνώρισε τον Ντέιβ ή Ίαν (τον Άγγλο λουκουμά) και τον πλήρωσε να έρθει μαζί της. Στη σάνυ Γκρης γνώρισε, στο οικογενειακό θέρετρο, τον Μπάμπη ή Τάσο — κι εκεί κλήθηκε ο Άγγλος να κάνει και τον decoy. Ήδη ταξίδευαν μήνες. «Α, προσελήφθην ως μπέιμπι σίττερ αρχικά», διευκρίνισε ο Άγγλος. Άλλες ερωτήσεις δεν έκανα. Δεν χρειαζόταν και δεν το συνηθίζω. Εγώ τότε ημουν ξετρελαμένος με μια Χριστίνα, την οποία είχα δει μόλις μια φορά και μου είχε δώσει το τηλέφωνό της και όποτε την έπαιρνα το σήκωνε ο μπαμπάς της, και η οποία με τάισε συνοπτική χυλόπιτα τελικώς, την τελευταία που έφαγα ποτέ. Αυτά το 1991, τη χρονιά που ξαναγεννήθηκε η Αγία Ρωσία.

Πάντως ο Τζων ή Ντέιβ, ο Άγγλος, άκουγε κι αυτός Σάρλατανς. Και ο Σπύρος ή Κώστας, της Αμερικάνας, ήρθε στην παραλία μια μέρα με κάτι κολλητούς και δεν χάρηκε που με γνώρισε. Και με τον Τζών ή Ντέιβ συζητάγαμε για ίντι γκρουπάκια (μπάντες ήτανε μόνο του δήμου και του στρατού τότε), δυστυχώς του άρεσαν οι Inspiral Carpets.

Τράβηξα χειρόφρενο και έβγαλα το κλειδί.

Λάσπη ή σκόνη;

Το δίλημμα είναι «λάσπη ή σκόνη;» Γιατί καθαρή δεν τη βγαζεις, όποιος κι αν είσαι, όπου και να ζεις. Μπορεί να έχεις λίγη λάσπη ή λίγη σκόνη. Μπορεί και να έχεις και τα δύο αναλόγως με την εποχή, αν είσαι άτυχος. Αλλά από τη σκόνη και τη λάσπη δεν γλυτώνεις.

Με άλλα λόγια, πρέπει να διαλέξεις τι προτιμάς: να μουλιάζεις και να τα πατάς τα σκατά και να λερώνεις τα ωραία σου παπούτσια; ή να τα εισπνέεις τα σκατά και να μπουχτίζεις τα ωραία σου πνευμόνια;

Μούχλα και μετέωρο ψιλόβροχο ή ξεραΐλα κι απροσμάχητο λιοπύρι;

Μισώ βαθιά τη σκόνη. Εγώ είμαι με τη λάσπη, με τη βροχή, έστω και με τη μούχλα. Καλύτερα να μουλιάζω παρά να αποξηραίνομαι.

Η εικονογράφηση από έργο της Apollonia Saintclair.

Γυναίκες

Με ξετρελαίνει, μ’ αρέσει πώς μας ποθούν οι γυναίκες: ήσυχα, έξυπνα, μονολεκτικά. Με λεπτότητα και ακρίβεια: μας βουτάνε από τον σβέρκο, ή από αλλού, την καίρια στιγμή και μόνο. Χωρίς σάχλες, χωρίς παπάντζες, δίχως κουβέντες μεγάλες, δίχως προκαταβολικές αγάπες και παντοτινότητες. Οι γυναίκες κρατούν το ουσιώδες, είτε βογκητό είτε ιμερικά λόγια, για την ώρα του οργασμού τους. Και μετά πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια γυναίκα να χάνει τον χρόνο της. Για κανέναν λόγο. Ο χρόνος των γυναικών είναι πολύτιμος και μετρημένος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σεξιστές αμέσως θα χαμογελάσουν σαρκαστικά, θα πέσουν και αστειάκια με τα «σε 5 λεπτά είμαι έτοιμη». Όμως όσοι άντρες στερεοτυπικά χασομεράμε με τσόντες και μπάλα είμαστε οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τολμάμε να αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα του χρόνου των γυναικών. Οι γυναίκες ξέρουν και το πότε, ξέρουνε και το για πόσο — ενώ εμείς πάλι καθόμαστε και βαυκαλιζόμαστε: πάμε, ερχόμαστε, διστάζουμε, τσαμπουκαλευόμαστε, χασομεράμε, επιστρέφουμε και τελικά χανόμαστε. Γιατί είναι τόσο ικανές με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Οι γυναίκες ξέρουν γιατί ξέρουν· κάτι εικασίες που συνδέουν την αίσθηση του χρόνου που έχουν με τον μηνιαίο κύκλο τους και με το ελαστικό όριο της εμμηνόπαυσης είναι μάλλον το πώς τα εξηγούνε σ’ εμάς, μπας και καταλάβουμε: με όρους κυνηγιού και ματς.

Οι γυναίκες ξέρουν αλλά κάνουνε πως δεν καταλαβαίνουν. Οι άντρες θα σπεύσουμε συνήθως να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε για τον κόσμο. Όσοι από εμάς είναι αισθαντικάριοι θα επιμείνουν και στο πόσο βαθιά και πλήρως τις καταλαβαίνουμε τις ίδιες τις γυναίκες, έστω κι όταν απλώς ιχνηλατούμε τη σκιά του εαυτού μας που προβάλλεται πάνω τους. Μετά από πέντε χιλιετίες υπό, οι γυναίκες έχουνε μάθει να κρύβουν όσα πρέπει σε λαγούμια και αβύσσους — σύμβολα και τα δύο του αρσενικού άγχους για τον κόλπο, που είναι η μόνη πραγματική μας Ωγυγία και Αιαία. Επίσης έχουνε μάθει να κρύβουνε  σε δημόσια θέα όσα τις κάνουν ευάλωτες, ποντάροντας στην παροιμιώδη αντρική στραβομάρα. Το μυστικό είναι να τις ακούς, που είναι και το πιο δύσκολο.

Οι άντρες προστατεύουμε τον δικό μας χώρο με σύνορα, πακτώνουμε ψυχολογικά και χρονικά ορόσημα, κάτι nec plus ultra όλο φιγούρα και φαλλό. Είμαστε προνομιούχοι: μεγαλωμένοι φεουδάρχες, ορίζουμε τον κλήρο μας και τον διαφεντεύουμε. Οι γυναίκες προστατεύουν τον δικό τους χώρο κουβαλώντας τον εντός τους και αποτυπώνοντάς τον πάνω τους, γι’ αυτό και είναι αναπαλλοτρίωτος, εάν βεβαίως δεν τις σπάσεις και δεν τις υποτάξεις και δεν τους μάθεις να μισούν τη φύση τους. Το οποίο και συχνά συμβαίνει.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

Ερωτολογίες

Πάμε σιγά σιγά. Ο κόσμος δεν θέλει πια να διαβάζει, σίγουρα δεν θέλει να διαβάζει πολλά. Ο κόσμος δεν θέλει να σκέφτεται, έχει απωλέσει ακόμα και τη χαρά της κουβέντας του καφενέ.

Διάβασα πρόσφατα το παραπάνω παράθεμα από συνέντευξη του Χ. Παπακαλιάτη. Είναι κοινός τόπος αυτό που λέει, είναι μια ιδέα σε κυκλοφορία τουλάχιστον από την εποχή του «οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει». Νομίζω όμως ότι είναι πολλαπλά άστοχο το παράθεμα στο οποίο «επιμένει ο δημιουργός»: Βεβαίως και ο έρωτας μπορεί να βρεθεί πέραν της πολιτικής, όπως άλλωστε και η τέχνη. Ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες.

Ο έρωτας είναι όντως και παρηγοριά, ιδίως όταν η πολιτική λανθάνει ή αποτυγχάνει. Αλλά δεν είναι υπερπολιτικός, δεν ξεπερνάει το πολιτικό. Μπορεί μεν να μην ταυτίζονται τα δύο τελικά, ο έρωτας και η πολιτική, όμως συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοσυμπληρώνονται και χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται: δύο δυνάμεις που πράγματι απορούν και δυσπιστούν και επαναδιαπραγματεύονται ιδεολογίες και ταυτότητες. Ιδίως όταν βρεθούν στην αγκαλιά της τέχνης, υψηλής ή χθαμαλής.

Παράλληλα, η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.

Μεταξύ του «φυσική ανάγκη, προς πλησμονή και κένωση» και του σεξ ως μυστικής εμπειρίας κάπου θα έχει παραπέσει αυτό που είναι, δηλαδή το εργαλείο που φτιάχνει ανθρώπους και που μας κάνει ανθρώπους, μαζί με τη γλώσσα. Και όταν λέω «ανθρώπους», εννοώ ανθρώπους, όχι Ανθρώπους.

Και ο έρωτας τι είναι; Τι κάνει; Δεν ξέρω, δύσκολα είναι αυτά τα θέματα, γελοιοποιούν τις εξιδανικεύσεις αλλά δεν χωρούν και αναγωγισμούς.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι της Irella Konof.

Ο Πανάγιος Τάφος

Μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν έχει χώρο·
είναι στενά.
Είναι σκοτεινά και μυρίζει όμορφα,
το σκοτάδι καταυγάζεται από σκοτεινή ενέργεια
κι ένα ωραίο μαύρο φως ακτινοβολεί
από προσευχές, ευχές κι ελπίδες
όπως εκείνη η υψικάμινος
στην ισπανική στέππα
που τη θερμαίνουν χιλιάδες κάτοπτρα
που κοιτάζουνε κατάματα τον βάρβαρο
τον ήλιο του θανάτου
την κυκλοδίωκτη
κεφαλή της Μέδουσας
που γδέρνει τον ουρανό
κάθε μέρα
ακαταπαύστως.
Όμως μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν έχει χώρο·
είναι σκοτεινά.

Έξω από τον Πανάγιο Τάφο
έχει μια πόλη άγρια
χωρίς πόρνες και πέτρες λαξεμένες
αλλά
με παπάδες
με ραββίνους
με ιμάμηδες
και ιεροσπουδαστές
και καλόγριες
και μαντηλοφορούσες χριστιανές
μαντηλοφορούσες εβραίες
μαντηλοφορούσες μουσουλμάνες·
κυκλοφορούσες στους λόφους
και έβλεπες άλλους λόφους:
τη Σιών
με όλο τάφους χριστιανών
να δούνε πρώτοι τη Δευτέρα Παρουσία
το μεγάλο θέαμα του Θεού,
το Όρος των Ελαιών
χωρίς λιόδεντρα
με όλο τάφους Εβραίων
πρώτους να τους σηκώσει ο Μεσσίας
συναρμολογώντας τα ξερά τα καύκαλά τους
κατά Ιεζεκιήλ.

Καθόσουν σε μια πλατεία
και ήταν η αρχή του Σαββάτου
και περπάταγαν κάτι κορίτσια
και καθόντουσαν δίπλα σου
κάτι αγάλματα
και έλεγες:

Έχω διαβεί τα στενά της Σαλαμίνας
έχω διαβεί στα στήθια της ανάμεσα.

Έχω γλείψει αλάτι από το χέρι μου, σάλιο της θάλασσας πάνω μου
έχω γλείψει και του μουνιού τ’ αλάτι.

Έχω σνιφάρει χαρτί μοσχομυριστό βιβλίων
και ιδρώτα που βαριά ερωτεύτηκα.

Έχω σταθεί στον Ταΰγετο κοιτάζοντας πέρα προς το αδιανόητο μέλλον
Έχω μουγκρίσει χύνοντας σαν βόδι και σαν τραγωδός
Έχω μιλήσει σε ανθρώπους και τους έχω ακούσει
Έχω γευτεί ζουμί της σφενταμιάς και μύδια της Καλύμνου
Έχω αγγίξει το μέσα του νου, την επιφάνεια των πυγών

Έχω περπατήσει σε ξεχασμένα λιθόστρωτα και σε υπερεκτιμημένους δρόμους.
Κάποτε βρέθηκα με φίλους, κάποτε με δασκάλους.
Με είπανε ραββί και με είπανε πατέρα και νυμφίο.
Με λέει «αγάπη μου».

Αλλά ο Πανάγιος Τάφος είναι το θέμα.
Μέσα του έχει ναούς, πάνω του έχει ναούς.
Μέγα κέλυφος γεμάτο μπουρμπουλήθρες σεπτές.
Πιο πέρα ήταν ένας Ναός
όπου άγγελοι τραγούδησαν μονότονα
ρυθμούς χορευτικούς και μιλιταίρ
πάνω σε μια κιβωτό με χερούλια.
Μετά τον γκρέμισαν τον Ναό.
Μετά γκρέμισαν μια γειτονιά
δίπλα στον Ναό
για να φαίνεται το ερείπιο,
όλο χαρτάκια στους αρμούς των αλάξευτων λίθων του,
για να λάμπει ο τρούλος του χρυσού πίσω του
που κοιτάζει κατάματα τον βάρβαρο
τον έναν ήλιο του ενός Θεού
την κυκλοδίωκτη
κεφαλή της Μέδουσας
που καίει τον ουρανό
κάθε μέρα
ακαταπαύστως.

Κι εγώ είπα,
απλοϊκά και κουτοπόνηρα:

Δικός σας ο ήλιος ο ένας,
δικοί σας οι λόφοι,
δικοί σας οι θόλοι
και η αλήθεια
και ο λόγος
και ο νόμος.
Δική σας κι η Ιερουσαλήμ.
Εγώ κρατάω το μέσα
του Παναγίου Τάφου
και τον υπόλοιπο τον κόσμο
με τα σώματα
με τα δάση
με τα βιβλία
με τις χαρές
με τις χάρες
με ό,τι τρυγήσουμε
περνώντας βιαστικά
από πόνο σε πόνο.

Eyvallah hacı baba

Πριν από λίγες μέρες, ο ολντμπόι έγραφε στο facebook περίπου τα εξής: ότι όσοι αισθάνονται πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες έχουνε κατασκευάσει αυτή την ταυτότητά τους· απεναντίας, όσοι απλοειδώς και μονοσήμαντα νώθουν Έλληνες την έχουν διαμορφώσει φυσικά κι αβίαστα την ταυτότητά τους

Το πρόχειρο αντιπαράδειγμά μου είναι οι Κρητικοί που αισθάνονται πρώτα Κρητικοί και μετά Έλληνες — ή και τανάπαλιν. Ένα λιγότερο πρόχειρο παράδειγμα είναι οι Σκωτσέζοι, αυτοί που ψήφισαν να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θυμήθηκα Ολλανδούς και Βέλγους που αισθάνονται πρώτα Ευρωπαίοι και μετά κάτι άλλο (στην περίπτωση των Βέλγων it’s complicated, που λέμε και για τις σχέσεις).

Επειδή ζούμε σε χώρα που με ζήλο κι επιμέλεια επιτυχώς εξαφάνισε διαλέκτους και μειονότητες, και με το καλό και με το άγριο, και με την εκπαίδευση και με πειράματα ή ατυχήματα εθνοκάθαρσης, δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά προϊόντα ζούμε σε Κάπα-Σίγμα. Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου (ναι, όπως το λέω: η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου) είναι να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές ταυτότητες. Και δεν είναι απαραίτητο να διαχειριζόμαστε κάθε μας ταυτότητα σαν να είναι εθνική, εθνοτική, θρησκευτική κτλ. Ταυτότητα διαμορφώνει και ο Στράτος Διονυσίου, και δεν πρόκειται για ευτελή ταυτότητα, ταυτότητα διαμορφώνει και ο Βοσκόπουλος, η τζαζ, ο Νταλάρας, το κλαρίνα ή ο Καρράς. Ο Γαύρος, ο ΠΑΟΚ, ο Άρης είναι πιο ισχυρές ταυτότητες, πιο καταλυτικές και σίγουρα πιο καθαριστικές από κάθε ασυνάρτητο τοπικισμό ή από κάποιους αφηρημένους τοπικισμούς. Οπωσδήποτε ισχυρότερες από σχηματικές άνευ περιεχομένου πολιτικές τοποθετήσεις τύπου «κεντρώος» ή «αριστερός».

Άκομα ένα αντιπαράδειγμα, ο παππούς μου. Έφυγε από την Πόλη στα 13, την ξαναείδε στα 70 του. Περιφρονούσε τους Τούρκους και μίλαγε ωραιότατα τούρκικα παλαιάς κοπής: κάθε Κυριακή που ερχότανε σπίτι στην ερώτηση τι κάνει απαντούσε Eyvallah hacı baba! ή, αν ήταν απλώς καλοδιάθετος, maşallah. Αποκαρδιωμένος κομμουνιστής και εκ πεποιθήσεως ΑΕΚ. Καλοφαγάς και υιοθετημένος Γκυζιώτης.

Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.

[Ο Λώρενς Ολίβιε διαβάζει το ‘Με τον  τρόπο του ΓΣ’ στην ταινία Η δοκιμή / The rehearsal του Ντασέν (1974).]

Μια χαρισμένη ιστορία

Περιμένω βδομάδες να γράψει ο Γιάννης Αντάμης μια ιστορία που μου είπε όταν βρεθήκαμε για ποτά, και που μου άρεσε πολύ. Σήμερα τον ρώτησα πότε επιτέλους θα τη γράψει και με πληροφόρησε ότι μου τη χαρίζει, για να την πω με τον τρόπο μου. Οπότε, θα σας πω μια χαρισμένη ιστορία, την οποία δεν καλοθυμάμαι πια. Επίσης, δυστυχώς δεν είμαι καλός παραμυθάς.

Είναι λοιπόν μια παρέα στο τραίνο. Έχουνε πιάσει ένα κουπέ. Πρόκειται για αντροπαρέα που κινείται στην παρατημένη αλλά πανέμορφη γραμμή Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη-Ορμένιο, ξέρετε, αυτή που σαν τοπικό ΚΤΕΛ ανεβαίνει και κατεβαίνει και στροφογυρίζει, πότε για να βολευτεί με ποτάμια και στενά, πότε για να καλύψει όλες τις πόλεις της φέτας Ελλάδας μεταξύ Αιγαίου και Βαλκανίων.

Η αντροπαρέα είτε πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη είτε φεύγει από τη Θεσσαλονίκη. Ας πούμε ότι πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη. Σε έναν σταθμό μπαίνει μια κοπέλα. Δεν ξέρω σε ποιον σταθμό, δηλαδή δεν θυμάμαι. Η κοπέλα έρχεται από Μπάνσκο. Άρα μάλλον καταλάβατε σε ποιον σταθμό ανέβηκε στο τραίνο. Εγώ όχι, δεν είμαι από εκείνα τα μέρη, μόνο μια μακροθειά έχω στας Σέρρας.

Η κοπέλα ήταν ωραία, μάλλον γκομενάρα, αν κατάλαβα καλά, και μάλλον μικροκαμωμένη (ας πούμε ότι τη φαντάζομαι μικροκαμωμένη) και οπωσδήποτε Βουλγάρα. Αυτό το κατάλαβαν στην αντροπαρέα με τη μία, δεν ξέρω πώς. Εγώ όταν πρωτογνώρισα Βουλγάρες, το ’95, μου είχε κάνει εντύπωση το αλλοπρόσαλλο ντύσιμό τους. Αλλά μάλλον δεν ήταν αυτό το διακριτικό γνώρισμα στην περίπτωση της χαρισμένης ιστορίας μας, η οποία άντε να είναι προπέρσινη.

Το τραίνο ξεκινάει και η αντροπαρέα κοιτάει την κοπέλα. Και η κοπέλα κοιτάει την αντροπαρέα. Ε, κάποιος της πιάνει την κουβέντα. Από τις κουβέντες που εγώ δεν μπορώ με τίποτα να κάνω ο έρμος:

«Από Βουλγαρία είσαι;»
«Ναι. Δουλεύω στο Μπάνσκο.»

Η κοπέλα μιλάει τέλεια ελληνικά. Αυτό, όσο να ‘ναι, ενθαρρύνει τους κάποια μέλη της αντροπαρέας. Τη ρωτάει ένα από αυτά:

«Α, ωραία. Τι δουλειά κάνεις;»
«Είμαι πουτάνα.»

Όπως ορθώς επισημαίνει ο Αντάμης, αν έλεγε «δουλεύω σε μπαρ», «κάνω κονσομασιόν», «χορεύω σε καμπαρέ» ή κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να συνεχιστεί η κουβέντα με κάποια προσχήματα. Ξέρετε, όπως όταν ρωτάει κανα πιτσιρίκι τι δουλειά κάνει αυτή η κυρία και λες «κάνει παρέα σε άντρες». Θα μπορούσαν να της ζητήσουν να πει καμμιά ιστορία, να συζητήσει λίγο το τι κόσμος πάει στο μαγαζί, να πει κανα ευτράπελο — τέτοια. Αλλά το «είμαι πουτάνα», και κατακαημένο μισογύνικο ελληναράκι να μην είσαι, ε, δυσκολεύει πολύ τη συζήτηση. Ωστόσο, απ’ ό,τι φαίνεται, η αντροπαρέα είχε μέλη με τσαγανό. Ρωτάει λοιπόν ένας από αυτούς:

«Σου αρέσει η δουλειά σου;»

Η κοπέλα τον κοίταξε και πάρα πολύ νηφάλια είπε χαμηλόφωνα:

«Είσαι μαλάκας, ε;»

Σιωπή μέχρι τη Σαλονίκη.

Γεωπολιτική σκλήρυνση

Ήδη από το Κυπριακό στην Ελλάδα έχουμε μάθει να βλέπουμε τον πόλεμο, την τρομοκρατία και την προσφυγιά με όρους γεωπολιτικής. Ενδεχομένως αυτή η ματιά να μας βοήθησε να αντιληφθούμε το ’74 όχι ως μια πραγματική και αμετάκλητη καταστροφή, και μιλάω με όρους ανθρώπινους βεβαίως, αλλά ως 2-3 κινήσεις σε μια παρτίδα σκάκι που ξεκίνησε το 1957.

Κατόπιν, με τις χορογραφημένες υπερπτήσεις πάνω από το Αιγαίο και με τις φρεγάτες και τα ωκεανογραφικά να αρμενίζουνε, με τα μυθικά ισλαμικά τόξα και με την πτώση του παραπετάσματος η γεωπολιτική αντίληψη γνώρισε νέες δόξες: η εξωτερική πολιτική της χώρας και οι διεθνείς σχέσεις δεν γίνονταν πια αντιληπτές με όρους οικογενειακούς, δηλαδή με όρους του ποιοι είναι οι «φίλοι», οι «εχθροί» και τα αδέρφια μας — με εξαίρεση τους νεοφανείς αδερφούς Σέρβους. Η εξωτερική πολιτική γινόταν πια αντιληπτή με όρους τζόγου (με το σκάκι δεν καταγινόμαστε πολύ εν Ελλάδι). Ο θάνατος ανθρώπων στα Ίμια απλώς μάς εξίταρε περισσότερο, όπως η χασούρα κι ο κουβάς αφηνιάζουν τον τζογαδόρο.

Συνέπεια αυτού του γεωπολιτισμού, σε συνδυασμό με τον οικονομισμό ως νοοτροπία και ως στάση ζωής, ως αξιολογικό μέτρο, είναι και η παρούσα σκλήρυνσή μας. Ως κοινή γνώμη αδυνατούμε να αντιληφθούμε τον πραγματικό πόνο και τον πραγματικότατο θάνατο πολύ πραγματικών ανθρώπων, των προσφύγων και όσων δεν μπορούν να φύγουν. Ζούμε στη φρεναπάτη ότι οι παρτίδες που παίζονται γύρω μας δεν μας αφορούν παρά ως θέαμα, ως μια σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους παίκτες να παίζουνε τα χαρτιά τους — ή να μπλοφάρουν — επί σκηνής, όπως σε κάτι παιχνίδια πόκερ που προβάλλουνε κάτι κανάλια. Κάποιοι ονειροπαρμένοι ονειρεύονται την ήττα του ιμπεριαλισμού με αρχηγό τον αρχιμπεριαλιστή Πούτιν, τη νίκη της δημοκρατίας με ενέργειες όσων αφάνισαν κράτη ολόκληρα, άλλοι ότι κληρονομούμε επιτέλους μια αχανή πόλη στον Βόσπορο γεμάτη 11.000.000 Τούρκους, Κούρδους και Λαζούς.

Μας διαφεύγουν όσοι παίζονται και χάνονται, που δεν είναι μάρκες ή πενηντάευρα: είναι οι νεκροί στη Σρεμπρενίτσα, οι Σύριοι, οι Κούρδοι, οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί του Ιράκ, οι κατακυνηγημένοι Τσετσένοι και Υεμενίτες, όσοι κρέμονται στα σύρματα της Θεούτας και της Μελίλιας, οι Λίβυοι, οι αμέτρητοι άνθρωποι που ζούσανε μια ζωή σαν τη δική μας και πια δεν ζουν. Δεν γίνεται να ζούμε δίπλα στη φωτιά και να θεωρούμε τη φωτιά ένα ενδιαφέρον χημικό φαινόμενο, δεν είμαστε ούτε Καναδοί, ούτε Ισλανδοί, ούτε καν πλουτοκράτες ασφαλείς μέσα σε θωρακισμένο θησαυροφυλάκιο: η φωτιά καπνίζει και ήδη μυρίζουμε όπως αυτή.