Τρεις οπτικές μετά τη συνθηκολόγηση

Σχολιάζω τρεις κατηγορίες αντιδράσεων για το όνειδος που λέγεται «κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά τη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου».

Πρώτη αντίδραση: «Δεν περίμενα τίποτε»

Υπάρχει η σχολή του «δεν περίμενα τίποτε». Μερικοί από τα μέλη της δεν περίμεναν τίποτε γιατί ξέρουν ένα-ένα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και πόσο αλαφροκάνταρα είναι, σε αντίθεση π.χ. με τη σοβαρότητα που διακρίνει άλλους πολιτικούς και άλλους πολιτικούς χώρους, π.χ. τη ΝΔ ή το Ποτάμι.

Άλλοι δεν περίμεναν τίποτε γιατί είναι ακραιφνείς κουκουέδες και δεν περιμένουν τίποτε από κανέναν ποτέ και άλλωστε δεν έκαναν τίποτε για τον εργάτη από το 2010 διότι πρέπει να το περάσουμε κι αυτό το στάδιο, που λέει κι ο Δεληβοριάς.

Άλλοι δεν περίμεναν τίποτε από την αλλοπρόσαλλη και παλαβή Αριστερά, όμως τα προγνωστικά τους τα επιβεβαίωσε η ίδια η Αριστερά μόνον αφού σοβαρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε και μωράνθηκε το άλας της.

Τέλος, κάποιοι δεν περίμεναν τίποτα γιατί είναι θυμόσοφοι και μπλαζέ, κουκουέδες χωρίς την μαρξιστική εσχατολογία. Από αυτούς συμπαθώ εκείνους που, όντας θυμόσοφοι και μπλαζέ, απλώς κλείστηκαν στο κουκούλι προνομίων που κληρονόμησαν ατενίζοντας μαρκοαυρηλιανώς τη ζούγκλα όπου πεθαίνει και πεινάει η πλεμπάγια.

Περιφρονώ όμως όσους υπήρξαν ακριβοί στα πίτουρα — κάνοντας σκοποβολή πάνω σε κάθε συριζαίικο πταίσμα, πλημμέλημα ή αμέλημα, έργω λόγω ή διανοία — ενώ υπήρξανε φτηνοί στο στάρι: όσους εθελοτυφλούσαν και εθελοτυφλούν ενώπιον του υπερθεάματος γελοιότητας, μισανθρωπίας, ημιμάθειας και χυδαιότητας που αδιαλειπτως παίζουνε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ από το ’85 και μετά, συμμετέχοντας σε αυτή τη χλιδερή επιθεώρηση ως ταξιθέτες, κομπάρσοι, υποβολείς, φροντιστές σκηνής και σφουγγοκωλάριοι.

Δεύτερη αντίδραση: οι γονείς και η αυτοεκπληρούμενη προφητεία τους

«Η κοινωνία (ή «ο λαός») δεν ήταν άξια για τίποτε άλλο πέρα από τη διαδικασία ανάθεσης. Μόνο γι’ αυτό ήταν άξια: όταν την απογοήτευσαν τα άλλα κόμματα, ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ για να κάνει τη δουλειά τους. Επανάσταση κι εξέγερση και ρήξη υπήρχε μέσα στο μυαλό ενός, π.χ., 3%.»

Αυτή η αντίδραση διανθίζεται δεξιόθεν με διάφορα «δεν είμαστε λαός» και «τέτοιοι είμαστε», τα οποία καλούνται διάφοροι διανοούμενοι — από αυτούς τους στοχαστάς που δεν χρησιμοποιούν βιβλιογραφία γιατί όλα τα ξέρουν από εφημερίδες, περιοδικά και συζητήσεις ή τα έχουν από μόνοι τους σκεφτεί. Οι εξ αριστερών αρκούνται να μπινελικώνουνε μικροαστούς και νοικοκυραίους — και μέχρι εκεί πάνε.

Βεβαίως, όσοι μιλάνε για ανάξιο λαό φρόντισαν να τον βοηθήσουν ή να τον αφήσουν να συμπεριφερθεί έτσι: είτε προπαγανδίζοντας την αναξιότητά του και την αναγκαιότητα του νεοφιλελεύθερου πειράματος της χρεοκρατίας, είτε και περιφρονώντας βαθύτατα τον λαό, αφού η επάνασταση θα επισυνέβαινε χάριτι δεν-ξέρω-ποιου και μετά τη δημοσίευση της μπροσούρας τους.

Θυμίζουν όλοι τους κάτι γονείς που ευνουχίζουν και φορτώνουν ενοχή και δυσλειτουργίες τα βλαστάρια τους, που τα κακομαθαίνουν ή τα κακοποιούν, και μετά τα καταγγέλλουν που δεν βρίσκουνε ταίρι και που η ζωή τους είναι σκατά και που βολοδέρνουν κτλ. Πρώτα θέτουν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις, μετά τις υπονομεύουν οι ίδιοι με τις πράξεις και τα λόγια τους, στο τέλος καταδικάζουν το ανάξιο τέκνο που δεν μπόρεσε να αντεπεξέρθει και να σταθεί αντάξιο.

Τρίτη αντίδραση: μα είναι και θεός που βλέπει από ψηλά

Διαβάζω αυτό:

Μετά την υπογραφή του 3ου μνημονίου, τις περαιτέρω περικοπές συντάξεων, την παραχώρηση αεροδρομίων, το καθ’εξακολούθησιν appropriation της Εκκλησίας και εθνοπατριωτικών συμβόλων, τις ουσιαστικά εν μία νυκτί αλλαγές στο μιντιακό σύστημα της χώρας, την χρήση ΠΝΠ και διαδικασιών του κατεπείγοντος – όλα χωρίς να ακουστεί κιχ, χωρίς να ανοίξει μύτη, χωρίς να σπάσει βιτρίνα και με πανηγυρική επανεκλογή – ελπίζω να είναι αντιληπτό το ότι το 90% των υποτίθεται ιδεολογικών συγκρούσεων της τελευταίας εξαετίας ήταν εκτός θέματος. Η όξυνση, η πόλωση και η αντίσταση δεν βασίζονταν σε ιδεολογικά θεμέλια και αρχές αλλά στην (απολύτως θεμιτή και βαθύτατα πολιτική) ανάγκη κατάκτησης της εξουσίας. Το ενοχικό σύνδρομο των μνημονιακών, της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, ανέδειξε απλώς την δική τους απόλυτη πολιτική φτώχεια, κόπωση και έλλειψη πίστης στο τι κάνουν, γιατί υπάρχουν και τι θέλουν.

Εδώ έχουμε μια κατά πολύ πιο σοβαρή σύνθεση των δύο προηγούμενων αντιδράσεων: ο ΣΥΡΙΖΑ έσκουζε κι ανακάτευε τον κόσμο γιατί ήθελε την εξουσία. Την πήρε και όλα επέστρεψαν στην κανονικότητα: τα νήματα τα κινούσε εξαρχής ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτή η αντιμετώπιση παραγνωρίζει την ανήκεστη (πλέον) συμφορά που έχει επιπέσει στους φτωχούς και τους φτωχότερους αυτού του τόπου μετά το 2010. Ο λόγος είναι ότι η αντιμετώπιση αυτή (και οι παρόμοιές της) γίνεται όχι μόνον από την ασφάλεια των προνομίων αλλά και από πολύ ψηλά, από ολύμπια ύψη. Από αυτό το ύψος μπορείς, αν θες, να βλέπεις μόνον πολιτικά παιχνίδια. Αυτή η αντιμετώπιση επίσης επιλέγει να αγνοήσει ακόμα και το ταξικό Σχίσμα που έφερε η κρίση, και το οποίο αποτύπωσε ανάγλυφα το Δημοψήφισμα, δηλαδή η πιο σημαντική Πράξη της Μνημονιοκρατίας μετά τα συλαλλητήρια του Φεβρουαρίου του ’12. Σε πιο πρακτικά θέματα, λησμονεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έφερε την κρίση, δεν πρωταγωνιστούσε στην αντίσταση κατά της Μνημονιοκρατίας, ενώ μέχρι πρόσφατα δεν ήξερε καν πώς να επωφεληθεί κομματικά από αυτήν.

Γενικότερα, η οιονεί γεωπολιτικού χαρακτήρα στόχευση και η αντιμετώπιση της πολιτικής ως κλειστού παιχνιδιού εξουσίας παραγνωρίζει τα θύματα της κρίσης: τους άνεργους, τους αυτόχειρες, τους υπό έξωση (πλέον), τους φτωχούς και τους νεόπτωχους, του εξαθλιωμένους συνταξιούχους και τους αναίτια νεκρούς εκεί όπου στραγγαλίστηκε το κράτος πρόνοιας. Το έγκλημα συνεχίζεται. Το γιατί λούφαξε ο κόσμος πρέπει να αναζητηθεί, όμως να αναζητηθεί αλλού, άλλωστε το κρίσιμο 10% των ιδεολογικών συγκρούσεων της τελευταίας εξαετίας υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει και είναι πολύ καίριο: είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

Αγόρια και κορίτσια

Δεν ξέρω τι προσέχουν άλλοι όταν τον πρωτοβλέπουν. Εμένα μου έκανε εντύπωση το κεφάλι του. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλο. Μόλις τον πρωτοείδα αναρωτήθηκα αν έβρισκε πηλήκιο να φοράει στον στρατό. Μετά συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω από νούμερα καπέλων, αλλά αυτός σίγουρα θα φόραγε δυο νούμερα πάνω από το μεγαλύτερο μέγεθος. Μάλλον οι άλλοι δεν προσέχουνε πόσο μεγάλο κεφάλι έχει γιατί έχει κι αυτά τα μακριά μαλλιά, ίσια και κορακί. Λίγο λαδωμένο το μαλλί. Γυαλίζει.

Ήρθε και μου έπιασε κουβέντα. Γραμμή. Κανονικά, ντουγρού κατά πάνω μου. Αν ήθελε να μου την πέσει και έκανε τον βαριεστημένο αδιάφορο που θέλει κουβέντα, παρίστανε τον βαριεστημένο αδιάφορο τέλεια. Κοίταγε διαρκώς αλλού έπαιζε με το πακέτο, προσήλωνε το βλέμμα στο κενό, έβγαζε τσιγάρο το ξανάβαζε μέσα. Έπινε τζιν σκέτο. Αυτό που σερβίρουμε για τζιν, δηλαδή, το νέφτι. Κατά κάποιον τρόπο με έκανε να νιώθω άνετα. Ήτανε και ήσυχα, νωρίς και ψόφια. Ήτανε μαζί με τρεις πιτσιρικάδες, τους άφησε σε ένα τραπέζι να κοιτάνε τις άμπαλες τις μικρές να κάνουν σώου, τους άφησε εκεί να πωρώνονται κι ήρθε και κάθησε στο μπαρ. Όπως είπα, γραμμή. Πού και πού έριχνε καμμιά ματιά προς το μέρος τους μέσα από τον καθρέφτη πίσω μου και κλεφτά στην πίστα, όταν άλλαζε το κορίτσι, να το τσεκάρει. Αλλά μού μίλαγε διαρκώς και με ειρμό, που λένε. Χωρίς να αφαιρείται. Και άκουγε και τι έλεγα. Αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί: συνήθως οι άντρες που είναι κωλοπετσωμένοι πέφτουλες κάνουνε πως σε ακούνε κοιτώντας σε βαθιά στα μάτια, σκέφτονται τα μύρια όσα στο μεταξύ, περιμένουνε να τελειώσεις τι λες για να σου πούνε τα δικά τους τ’ άσχετα. Οι υπόλοιποι, εννοείται, δεν ακούνε καθόλου τι λες, δεν υποκρίνονται καν.

Το μαγαζί είναι καλό, είναι κλασάτο χωρίς να σου πιάνουν τον κώλο (λογοπαίγνιο, χαχά). Τέλος πάντων. Αυτός έφερε τους πιτσιρικάδες, εδώ από δίπλα του Παντείου φαινόντουσαν, θεωρητικά μέσα στο βίτσιο και τα ψαγμένα, πρακτικά με συμμαθήτριες ή με τίποτε συμφοιτήτριες που δεν γουστάρουνε πιο μεγάλους. Τους παράτησε σχεδόν χωρίς να τους μιλήσει κι ήρθε στο μπαρ. Μου έλεγε πόσο μαλάκες είναι οι άντρες στην αρχή. Χαμογέλασα αλλά είπα από μέσα μου «ωχ». Χαρακτηριστική παπαριά κι αυτή, ατάκα ταρίφα που θέλει να καλοπιάσει το γκομενάκι όσο κρατάει η κούρσα. Μετά συνήθως πάει στο πόσο σωστός είναι ο ίδιος. Ή, χειρότερα, στο πόσο μαλάκες είναι οι άντρες γιατί πιάνονται κορόιδα από τις γυναίκες που, χωρίς παρεξήγηση κοπελιά, οι πιο πολλές είστε πουτάνες. Αυτός βέβαια, ο κεφάλας, μου έλεγε πως οι άντρες νομίζουν ότι τους ανήκει ο κόσμος κι ότι οι γυναίκες είναι για το κέφι τους και για ντολμαδάκια. Μετά έπιασε να μου λέει για τους αδερφούς Καραμάζαφ — και τον κοίταξα καλά καλά, ναι: Καραμάζαφ. Όχι ‘Καραμαζόφ’. Μου έλεγε για τον Αλιόσα, τον Ιβάν και τον Μίτκα. Εγώ τους είχα διαβάσει πριν μπω στο Πανεπιστήμιο, τους διάβαζα με διαλείμματα, για ξεκούραση. Ήμουν ερωτευμένη με την Κάτια Ιβάνοβνα και με τον Ιβάν Καραμάζοφ, αλλά ήξερα ότι είμαι η Γκρούσενκα — δηλαδή έτσι νόμιζα όταν ήμουν κι εγώ 17-18 χρονών. Μου έλεγε για τον στάρετς Ζωσιμά και ότι ο πραγματικός ήρωας είναι ο Σβιντριγκάιλοφ. «Ο Σμερντιάκοφ», τον διόρθωσα. «Ναι, αυτός.»

Ανάθεμα κι αν έχει μπει τέτοιος πελάτης εδώ μέσα εδώ και εφτά χρόνια. Δεν εννοώ σαν τύπος ή σαν φάτσα αλλά σαν αύρα, ρε παιδί μου. Έμοιαζε να αισθάνεται άνετα αλλά εκτός τόπου. Κάποια στιγμή, οι πιτσιρικάδες, που παρέμεναν οι μόνοι πελάτες στο μαγαζί, παρήγγειλαν σπέσιαλ. Ο κεφάλας γύρισε, τους κοίταξε όχι για πολλή ώρα, ξαναγύρισε προς τον καθρέφτη χωρίς να τους αφήσει από τα μάτια του, τα είδωλά τους δηλαδή. Μετά με κοίταξε στα μάτια. «Πώς είναι εδώ;», ρώτησε.

Είχε μάτια μικρά, γουρουνίσια σχεδόν, αλλά έλαμπαν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι έφταιγε το δεύτερο τζιν που του είχα σερβίρει. Δεν ήξερα τι να του πω. Άσε που ξαφνικά εμφανίστηκε κι εκείνη η Μπάμπα Γιάγκα, η Λαρίσα, και ζήτησε μια κοκακόλα. Τα 7-8 δευτερόλεπτα που μου πήρε να την βγάλω από το ψυγείο και να της την ανοίξω αυτή μας κοίταγε, μας σκάναρε. Οι πιτσιρικάδες πίσω από την πλάτη του την είχανε καταβρεί, η Μάρτα κάνει πάντα καλή δουλειά με τα καημένα, και είναι κι έξυπνη και με πτυχίο.

«Δουλειά είναι. Είναι καλύτερη δουλειά από πολλές χειρότερες. Είμαι ανεξάρτητη. Δεν χρειάζεται να μπαίνω σε ξένα σπίτια και να μου πιάνουνε την κουβέντα νοικοκυρές ή να μου κάνουν το αφεντικό. Έχω την ησυχία μου, εδώ πίσω από την μπάρα, την ασφάλισή μου. Βλέπω και μαθαίνω — σε ποια δουλειά μπορεί να πάει μια γυναίκα και να συνεχίσει να βλέπει και να μαθαίνει μετά τα 30;»

Με κοίταγε σαν να με άκουγε. «Δεν είσαι Ρωσίδα», μου είπε. «Σωστά, δεν είμαι. Αλλά τώρα πια δεν είμαι από πουθενά. Κι αυτό σίγουρα δεν το καταλαβαίνεις.» Μετά με κοίταξε σχεδόν σαν να ντράπηκε, τα μάτια του γούρλωσαν κάπως. Θεοσκότεινα έμοιαζαν αλλά έλαμπαν ακόμα. Με ρώτησε αν έχω παιδιά. Για κάποιον λόγο του είπα την αλήθεια, παραδέχτηκα ότι έχω δύο. Δεν είπε τίποτε άλλο σχετικά και έφερε τη συζήτηση στη δική του δουλειά. Ξαφνικά ένιωσα πολύ άβολα: ήμασταν σαν τα αντρόγυνα που κουβεντιάζουν στο κρεβάτι λίγο πριν αποκοιμηθούν, ή μπροστά την τηλεόραση μισονυσταγμένα. Στο μεταξύ είχανε σκάσει 4-5 πελάτες ακόμα, παλιοί και γνωστοί, και υπήρξε η σχετική κινητοποίηση ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι έπαιζε πολύ δυνατά τη μουσική, μας βλέπω κατά τις 11 να βουίζουνε τα αυτιά μας έτσι όπως το πάει. Δεν πολυάκουγα τι έλεγε ο κεφάλας, αλλά είχα αυτή την αίσθηση, ότι μιλάω με έναν άντρα στο μπανάλ καθιστικό μας μετά από 30 χρόνια γάμου. Ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι είχε βάλει στη Βανέσσα το What do you want from me να το χορέψει. Αν είναι δυνατόν. Σε τι διάολο μαγαζί δούλευε ντιτζέι ο Σίμος πριν τον κουβαλήσει εδώ ο Κιούρτσογλου, ιδέα δεν έχω. Πάντως τον κεφάλα δεν τον άκουγα καθόλου.

Μετά βγήκε η Σάλλυ. Αυτή είναι η ντίβα. Εντάξει, είναι πάρα πολύ ωραίο κορίτσι, δηλαδή μόνο να τη γλείφεις θέλεις, από την κορυφή ως τα νύχια. Από την Γκάνα, δύο μέτρα. Είναι και επαγγελματίας χορεύτρια. Αμίλητη αλλά πολύ καταδεχτική, οι άλλες δεν τη χωνεύουν. Αυτή το ξέρει και έχει μάθει να μην τη νοιάζει. Μάλλον έχει εμπεδώσει ότι είναι η καλύτερη, τη ζηλεύω πολύ γι’ αυτό. Πολύ όμως. Να μη σε νοιάζει γιατί ξέρεις. Η Σάλλυ χορεύει μόνο σλόου. Ο κεφάλας σαν να κατάλαβε ότι με την αλλαγή του τέμπο θα μπορούσα να τον ακούω. Όχι ότι είχε καθόλου σταματήσει να μιλάει όσο ο Σίμος βάραγε τα ντάπα-ντούπα. Αλλά κοίταγε έντονα μέσα από τον καθρέφτη πια, προς τους πιτσιρικάδες. Προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν αυτό που νόμιζα. Ώσπου με είδε που παρακολουθούσα το βλέμμα του στον καθρέφτη.

«Είμαι νευρικός απόψε και μιλάω συνέχεια. Σας ζάλισα, συγγνώμη. Ο γιος μου είναι, με κάτι φίλους του. Είναι 24 χρονών. Δεν τον έχει αγγίξει γυναίκα ποτέ, ντρέπεται παθολογικά. Συνεννοήθηκα με κάτι πρώην συμφοιτητές του και τον έφερα εδώ. Κάθομαι εδώ στο μπαρ για να μην τον ευνουχίσω τελείως. Τον έφερα για το άγγιγμα. Έστω για το άγγιγμα. Είναι μεγάλο πράγμα το άγγιγμα. Και πώς μυρίζετε εσείς οι γυναίκες. Και όλα τα άλλα, τι να λέμε. Αλλά είναι σπουδαίο το άγγιγμά σας και πώς μυρίζετε. Αλλα οι άντρες είμαστε μαλάκες και δεν το ξέρουμε. Δεν το εκτιμάμε τέλος πάντων.»

Τον κοίταξα με λύπηση. Ντρέπεται παθολογικά και μας τον έφερε εδώ; Και περιμένει να πέσει κλαρίνο ή έστω φραπεδιά εκεί που πήγαν κι έκατσαν μπροστά μπροστά, φάτσα φόρα στη σκηνή; Βρε τον καημένο.

«Δεν με νοιάζει αν θα κάνει κάτι, αρκεί να νιώσει να τον αγγίζουν», συνέχισε αυτός. «Εγώ όλη μου τη ζωή την πέρασα λατρεύοντας γυναίκες, ούτε ζόρια ούτε πόνο ούτε ζημιές έχω να πω: φέρθηκα κύριος στις γυναίκες, μου φέρθηκαν άψογα. Αλλά με αυτό το παιδί, δέκα χρόνια κόλαση ζω, να περιμένω τη ζωή του να αρχίσει. Να τον αγγίξει γυναίκα.»

Έβαλα το χαμόγελο το προφέσιοναλ, τον κοίταξα με ψεύτικη εμπιστοσύνη στα μάτια και πήγα να του πω το «Όλα θα πάνε καλά», θα πέταγα κι ένα «κύριε». Με άλλους δυο μαντράχαλους γύρω του και τον μπαμπά στο μπαρ, αν δεν κατέληγε σε ψυχιατρείο αύριο το πρωί, μάλλον θα έφευγε τρέχοντας σε λίγο.

Αλλά τότε είδα τη Μάρτα να σηκώνει έναν ψηλό από τους πιτσιρικάδες, με μεγάλο κεφάλι κι αυτός, και να πηγαίνουνε πίσω. Η Σάλυ είχε κατέβει από τη σκηνή και παραδόξως χαριεντιζόταν με τους άλλους δύο στο τραπέζι. Και η Μάρτα τώρα πίσω μαζί με το παιδί το άχαρο. Ο κεφάλας στο μπαρ, ο πατέρας, κοίταζε μόνο το τζιν του πια. Το τρίτο. Δηλαδή πότε το τζιν και πότε εμένα. Σπουδαίο κορίτσι η Μάρτα, τι να λέμε.

Εικονογράφηση: Les Liaisons dangereuses (1935) του Ρενέ Μαγκρίτ.

Θέλω να γράψω μαλακίες

 Απόψε έχω όρεξη να κάτσω να γράψω μαλακίες.

Η πολιτική επικαιρότητα είναι ή κωμική, πέραν κάθε σάτιρας, ή θλιβερή ή αβάσταχτη. Έχουμε χρέος να γράψουμε για τα αβάσταχτα, όμως άραγε είναι αλήθεια ότι εκτέλεσαν 200 παιδιά εν ψυχρώ στην κοντινή μας Συρία; Στη Συρία που είναι πιο κοντά μας από τη Βρετανία ή την Ισλανδία; Δεν θέλω να περιγράψω τι σκεφτόμουν για αυτά τα παιδιά γιατί θα πεταχτεί κανας ψύχραιμος να πει ότι ο χειρισμός του θέματος εκ μέρους μου είναι σπλάτερ. Άραγε είναι αλήθεια ότι πνίγονται στο Αιγαίο του Ελύτη άνθρωποι που ξεφεύγουν από το πολύπλευρο μακελειό της κοντινής Συρίας; Αλήθεια είναι, όπως και ότι υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν τους θανάτους και για να ανακουφίσουν τους ξεριζωμένους που μέχρι πριν λίγο καιρό ζούσαν όπως εσύ κι εγώ. Όπως είναι οξύτερη αλήθεια ότι ο φράχτης είναι κλειστός για να μη βουρλίζονται οι εταίροι, κάτι ηθικά κουρέλια που κερδίζουν εκλογές στη Μεσευρώπη. Ηθικά κουρέλια που ανεμίζουν και που τα σαρίζει ο άνεμος μέσα στο αχανές ηθικό σκουπιδαριό που λέγεται Ευρώπη. Στην ίδια ηθική χωματερή όπου άταφα σκουληκιάζουν τα κουφάρια του φασισμού, από τα οποία τρέφονται αρουραίοι της απανθρωπιάς, του κέρδους και του laissez faire, laissez passer για λογαριασμό όσων έχουνε λεφτά ή και συμβόλαια με δημόσιους φορείς και τομείς. Στο μεταξύ, πίσω στην κοντινή μας Συρία, αλωνίζουν ποπ κακοί, ποπ με την εφιαλτικότερη εκδοχή του όρου: το Ισλαμικό Κράτος δεν είναι πρακτικά κτηνώδες κι απάνθρωπο, όπως π.χ. οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ, οι Ινδονήσιοι που ανέκοψαν εκλογικά το ΚΚ τους εξοντώνοντάς το μαζί με τους ψηφοφόρους του ή οι Κόκκινοι Χμερ. Το Ισλαμικό Κράτος είναι αποκύημα σεναρίου ταινίας δράσης: με εξώφθαλμο σαδισμό και καρικατουρίστικη μισανθρωπία. Σχεδόν σαν κόμικ, ναι, μα κωμικό καθόλου.

Αλλά ας γράψω μαλακίες. Ας ευθυμογραφήσω. Να σας πω λ.χ. ότι δεν γράφω για το σεξ γιατί θα φαίνεται πως έχω να το κάνω πάνω από εξάμηνο και ότι θυμάμαι αχνά ότι καλά ήταν, υπήρχε μια ευχάριστη διάθεση, όσο να ‘ναι. Ψέματα θα λέω, αλλά δεν βαριέσαι: αριστερό με έχουν πει, άρα ένα ηθικό πλεονέκτημα το έχω ipso facto, αναπαλλοτρίωτο στο διηνεκές σαν το κληρονομικό χάρισμα εκείνου του μάγου στη γειτονιά της αδερφής μου. Άλλωστε τα κληρονομικά χαρίσματα κι οι αποστολικές διαδοχές θα γίνουνε και πάλι της μόδας, τώρα που ξέρουμε ότι η Εκκλησία είναι μάνα και των αριστερών, τώρα που ο Στάλιν ήτανε καλός άνθρωπος και σπουδαίος ηγέτης αλλά και που οι κομμουνιστές είναι συλλήβδην τέρατα, τώρα που το να πολέμησες για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια και για τους ταπεινούς και καταφρονεμένους είναι το ίσο και αντίθετο διάνυσμα του να ήσουν φασιστόσκυλο, κολαμπό, ταγματαλήτης. Τέλος πάντων, είναι καλή εποχή να μη γράφεις για γαμήσια κι ανατροπές παρά για την τίμια ελληνική οικογένεια, για το ότι τίποτε δεν θα αλλάξει αφού ούτε καν το ερυθρό παρεάκι του Σύριζα δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να το πράξει. Τίνα, είσαι η απόλυτη και μία γκόμενα εσύ. Εσύ, η αφέντρα της απόλυτης πολιτικής ντεκαύλας, η χαρά των ελίτ και η χάρος των υποτελών.

Άλλες μαλακίες που μπορώ να πω θα είχανε σκοπό να προκαλέσω. Να κάνουμε λίγο ταραχή, τζερτζελέ, κατάστα. Να πάει λίγο αλλού η κουβέντα. Να δημοσιοποιήσω π.χ. κι εγώ μια λίστα, στην περίπτωσή μου με μπλιαχ, δηλαδή με έργα και με περσόνες που κάνουνε τα άντερά μου να γυρίζουν ή με πράγματα που σιχαίνομαι: τον Χριστιανόπουλο, τον Jarvis Cocker, τον Roberto Benigni, τον Μουζουράκη, τον Matthew McConaughey, τον Κιούμπρικ, τα εντόσθια (εκτός από πατέ), ό,τι έχει να κάνει με ζόμπι (εκτός από το 28 days later), το Grande Bellezza. Θα μας αποσπούσε το λακριντί που θα επακολουθούσε από τα πραγματικά προβλήματα, θα κάναμε λίγη πλάκα. Αλλά πάλι, έχουμε κάμποσα θέματα για κωζερί, όπως τη συζήτηση για το αν το «εθνοκάθαρση» είναι αρκούντως μπαμπάτσικος όρος για τις σφαγές και την προσφυγιά των Ποντίων, όπως την υποψηφιότητα του εξώφθαλμα θλιβερού Άδωνη και των κρυφίως θλιβερών ανθυποψηφίων του (μόνον ο Μητσοτάκης δεν είναι θλιβερός: ο καλός κι εργατικός άνθρωπος δεν χάνεται, ρε, εδώ υπουργοποιήθηκε επί Σαμαρά, τι λέμε τώρα). Έχουμε κι άλλα πολλά, τη μανία καταδίωξης υπουργών, που κατά βάθος είναι σοβαροί άνθρωποι αλλά δεν αφήνουνε να εκδηλωθεί αυτή τους η ροπή, τη σιωπή για τους φασίστες που σιγά σιγά επευλογούνται ως αναγκαίο κακό, ενώ το αναγκαίο καλό συγκυβερνάει και στέλνει στελέχη ανύπαρκτου κόμματος για εξομολόγηση.

Θέλω να γράψω μαλακίες.

Πέντε σούτρες

1.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κερδίσεις μια γυναίκα ή έναν άντρα. Ο καθένας μας έχει τους δικούς του. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν θέλεις να την κρατήσεις ή να τον κρατήσεις. Αυτό είναι και το δύσκολο. Βεβαίως, για πολλούς το να κρατήσεις ένα ταίρι ταυτίζεται με την κτήση του αφού θα έχει προηγηθεί η λεγόμενη κατάκτησή του. Πώς θα επιτευχθεί η κτήση; Κι εδώ υπάρχουνε τρόποι πολλοί: η βία, η αστυνόμευση, ο πειθαναγκασμός, ο πατερναλισμός και άλλοι. Με το που θα εξασφαλιστεί η κτήση του άλλου και θα ανοίξει ο δρόμος στο φορτικό και άνυδρο «για πάντα», εξασφαλίζεται ταυτόχρονα και η απώλειά του: αυτή ή αυτός που κέρδισες είναι πλέον κτήμα σου. Και ως κτήμα χρειάζεται διαρκώς να του ασκείς βία, να το αστυνομεύεις, να το πειθαναγκάζεις, να το πατρονάρεις — απλώς και μόνο για να παραμείνει δίπλα σου, κοντά σου ή μαζί σου. Εσύ νομίζεις ότι αυτή η διαρκής διαδικασία είναι το γίγνεσθαι του έρωτα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τη διαρκή επαγρύπνηση ενός στρατού κατοχής ή μιας μηχανής προπαγάνδας. Ήδη το έχεις απωλέσει το ταίρι σου.

2.
Τον αδύναμο ή, χειρότερα, τον συντετριμμένο άνθρωπο δεν τον προσεγγίζεις με όρους δύναμης, αφού του πρώτου του λείπει και τον δεύτερο τον έχει συντρίψει. Δεν γίνεται να του ζητάς να «βρει τη δύναμη» και να την ασκήσει, δεν μπορεί να απαιτείς να συμμαζευτεί και να σοβαρευτεί και να αφήσει τις μαλακίες. Εν ολίγοις, δεν του ζητάς να πάει να κάνει αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να κάνει. Πολλές φορές αυτό που καταπραΰνει και ενδυναμώνει τον αδύναμο να τον πλησιάσεις αφού παραιτηθείς από τη δική σου δύναμη.

3.
Δεν υπάρχουν καθολικές και παγκόσμιες συμβουλές. Κάθε παροχή μη-προσωπικής βοήθειας και χορήγηση γενικών συμβουλών που βοηθούν τους πάντες είναι φενάκη, κάθε κολυμβήθρα του Σιλωάμ όπου ξεπλένονται ολωνών οι νευρώσεις, ανασφάλειες, φόβοι, ακυρώσεις, ματαιώσεις, πόνος είναι γεμάτη νεράκι Καματερού. Από αυτή την άποψη, κάθε συμβουλή ουάν-σάιζ είναι είτε παουλοκοελική αστειότητα είτε απλώς επικίνδυνη.

4.
Η έμφαση στον πόνο του έρωτα είναι καλύτερη μόνον από την ενασχόληση με ανεκπλήρωτους έρωτες. Η έμφαση στον πόνο του έρωτα και η αντίληψη του έρωτα ως πόνου και δυστυχίας και τυράννου είναι θανατολαγνία: μοιάζει με το να έχει ζήσει κάποιος μια υπέροχη ζωή και εσύ να ασχολείσαι αποκλειστικά με τον θάνατό του. Βεβαίως, πολλές φορές αυτή η ενασχόληση είναι αναπόφευκτη, εάν λ.χ. η ζωή υπήρξε υπέροχη για ελάχιστο χρόνο και εάν ο θάνατος ήταν αργός και βασανιστικός κι επώδυνος. Αλλά δεν γίνεται εξ αρχής να ταυτίζουμε τον έρωτα με τον πόνο του τέλους του. Όσο για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τι άλλο είναι παρά εμμονική αφοσίωση στο μη πραγματικό; Αντιλαμβάνομαι ότι πολλές φορές στη ζωή μας υπάρχει χώρος για το μη πραγματικό, ενδεχομένως και για τίποτε άλλο. Αλλά για πόσο;

5.
Η αυτολύπηση και η αυτομεμψία είναι πανίσχυρα δηλητήρια. Σε μικρές και ελεγχόμενες ποσότητες είναι αποτελεσματικά φάρμακα, ιδίως κατά του σολιψισμού και κατά της φρεναπάτης ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Σε μεγάλες ποσότητες απλώς σε παραλύουν και σε παραδίδουν βορά σε ό,τι ανελέητο και ανθρωποφαγικό υπάρχει.

Νᾶφε καὶ μέμνασο ἀπιστεῖν

Μ’ αρέσουν τα γενέθλια, μου αρέσει να μου φέρνουνε δώρα και να μου εύχονται και να έχουνε κουβαληθεί φίλοι μου για να γιορτάσουνε μαζί μου.

Την προηγούμενη Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, ο Βάσος Γεώργας, από τις εκδόσεις Bibliothèque του οποίου κυκλοφορεί το βιβλίο μου, του οργάνωσε ένα μεγάλο πάρτυ γενεθλίων· του βιβλίου μου. Η μόνη μου συμμετοχή σε αυτό το πάρτυ ήταν ότι ζήτησα από τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη, έναν από τους σπουδαιότερους εν ζωή Έλληνες πεζογράφους, να πει δυο λόγια.

Έφτασα λίγο πριν από την έναρξη σε ένα στολισμένο οικόπεδο-πάρκινγκ (και, ενίοτε, ουρητήριο έκτακτης ανάγκης) απέναντι από τη Βιβλιοθήκη Βολανάκη / White Rabbit στα Εξάρχεια. Μερικοί από εμάς θυμόμαστε τη Βιβλιοθήκη Βολανάκη ως τον τόπο του Φιλοσοφικού Καφενείου και, αργότερα, του Da Sein (έτσι το έγραφαν, νομίζω). Το οικόπεδο ήτανε γεμάτο μπλε και γαλάζια μπαλόνια (φάση It’s a boy!) και σειρές από καθίσματα, ενώ στον τοίχο, κάτω από τα μνημειακά γκραφίτι ήταν αναρτημένο ένα μπάνερ μεγάλο με το εξώφυλλο του βιβλίου. Μπροστά από το μαγαζί ένα τραπέζι γεμάτο ολόφρεσκα βιβλία, στη σειρά, με τη μασκοφόρα κεφαλή της Αθήνας να επαναλαμβάνεται γουωρχολικά. Ολόφρεσκα, γιατί τα βιβλία δεν είναι σκούνες, για να είναι «καλοτάξιδα» (μπλιαχ), παρά είναι κρασιά: άλλα ξινίζουν με τον χρόνο, άλλα ξεθυμαίνουν, άλλα κρατάνε, άλλα παλιώνουν. Μέσα στο μαγαζί βρήκα και με βρήκαν και φίλοι και καινούργια πρόσωπα και διακριτικοί άνθρωποι που δεν μου συστήθηκαν καν, αλλά ελπίζω να πέρασαν καλά.

Η παρουσίαση ξεκίνησε. Είχε κόσμο, εγώ στεκόμουν όρθιος πίσω, εν μέρει γιατί δεν βρήκα να καθήσω και εν μέρει για να έχω γενική εποπτεία του χώρου.

Ο Βάσος είπε κάποια πράγματα για το πώς έβγαλε το βιβλίο δια της μεθόδου του «τραβάτε με κι ας κλαίω» και για τις φωτογραφίες που το εικονογραφούν.

Ο καλεσμένος-έκπληξη Γιώργος Μίχος, παλαιός μπλογκάς, μίλησε για την τυραννία της επωνυμίας και για το πώς το μπλογκ παραδίδει καθαρή γραφή χωρίς ονομασία προέλευσης. Με το ζήτημα «ψευδωνυμία» έχω ασχοληθεί εκτενώς παλιότερα και, πιο συνοπτικά, πολύ πρόσφατα. Μου άρεσε πόσο αβίαστα εντάχθηκε η διάτρητη, ή ελαστική, αν προτιμάτε, ψευδωνυμία μου στην εκδήλωση: ναι μεν δεν ανέβηκα στο βάθρο, δεν αποκαλύφθηκα, ωστόσο φωτογραφήθηκα (κυρίως ρωμαϊκώς, προφίλ), υπέγραψα αντίτυπα και βεβαίως συνάντησα πολλούς. Το καλύτερο σχόλιο: «Σας περίμενα ξανθό με μακριά μαλλιά!». Αλίμονο: είμαι Πέρσης κι όχι Υπερβόρειος.

Ο ένας από τους ανθολόγους, ο Χρήστος Νάτσης, δεν είπε πολλά: εξήγησε όμως πώς έγινε η ανθολόγηση και με ποια κριτήρια. Επίσης περιέγραψε τη σχέση του με τα κείμενα που τελικά συμπεριλήφθηκαν.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ομολόγησε το προφανές: ότι είναι αδύνατο να παρουσιάσεις το βιβλίο μου. Ξεκαθάρισε ότι δεν διαβάζεται από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο λόγος: το βιβλίο αποτυπώνει μία φωνή, δεν είναι ούτε ενιαίο κείμενο ούτε σώμα κειμένων. Δευτερολογώντας, επισήμανε και το αυτονόητο, ότι οι φωνές που πρωτοακούστηκαν από τα μπλογκ δεν είναι ούτε λιγότερο αλλά ούτε περισσότερο σημαντικές ή καίριες από τις φωνές που εκφράζονται ποιητικά ή πεζογραφικά.

Η Νάνα Παπαδάκη διάβασε δύο κείμενα: το Arlanda και Το μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος (ο τίτλος είναι φράση ξεσηκωμένη από τα Πορφυρά Πανιά του Αλεξάντερ Γκρην).

Τέλος, ο άλλος ανθολόγος, ο Νίκος Πριόβολος, μίλησε κολακευτικά και εν είδει πανηγυρικού για τα κείμενά μου μέσα στο βιβλίο αλλά και όσα έμειναν απ’ έξω.

Μετά μάς περίμεναν οι Dirty Athens Brass Band με τη μουσική τους, φαγητό ετοιμασμένο από τα χεράκια του Γεώργα και, αργότερα, τραγούδια από τον ντιτζέι Ερρίκο Λίτση (ναι, τον γνωστό ηθοποιό-θρύλο).

*

Όσο για μένα, αισθάνθηκα περιτριγυρισμένος από φίλους. Αν αυτό ήταν πάρτυ γενεθλίων, ήτανε μέσα στα τρία-τέσσερα καλύτερα της ζωής μου. Κι ας ήταν του βιβλίου κι όχι δικό μου.

Για μένα ο βασικός λόγος που βγήκε αυτό το βιβλίο είναι για να αποκτήσουν υλικότητα αυτά τα κείμενα, όπως τα επέλεξαν και τα στίχησαν οι δύο ανθολόγοι και όπως τα εικονογράφησε ο Γεώργας. Τη στεργω την υλικότητα και δεν είμαι από αυτούς που απαξιώνουν το σωματικό, τρισδιάστατο χάρτινο βιβλίο, που γεμίζει το χέρι σου, επειδή τώρα έχουμε ηλεκτρονικά μέσα. Με τον ίδιο τρόπο που δεν απαξιώνω τη ραδιοφωνική παρουσία, διακριτική, επειδή έχουμε την attention whore τηλεόραση. Με τον ίδιο τρόπο που προτιμώ σιντί και βινύλια. Και ούτω καθεξής.

Με αφορμή όσα άκουσα σκέφτηκα και το εξής: πολλοί παραπονιούνται για την πληθώρα εκδόσεων, κυρίως ιδίοις αναλώμασι ποιητικών συλλογών, και δυσθυμούν για τη ‘σαβούρα που κυκλοφορεί’. Νομίζω ότι το ζήτημα βρίσκεται αλλού: Μπορεί μεν να γράφουμε για τον εαυτό μας, όπως λέει ο Μπόρχες. Όμως το γραπτό εκτίθεται τελικά. Ακόμη πιο πριν, η ίδια η πράξη της γραφής είναι συνήθως σαν την επιστημονική έρευνα: μια συλλογική και κοινωνική διαδικασία, μια διαδικασία όπου η επιμέλεια, η αυτολογοκρισία, τα σχόλια των αναγνωστών, οι κρίσεις των παλιότερων, ο χρόνος κατά τον οποίο ένα γραπτό ησυχάζει περιμένοντας να το ξαναπιάσεις διαμορφώνουν και τη γραφή και το αποτέλεσμά της, το γραπτό. Στα μπλογκ αυτή η διαδικασία είναι απλώς κάπως πιο ανοιχτή. Οπότε ναι, αφήστε χιλιάδες κρασιά να εμφιαλωθούν, έστω και ως αυτοεκδόσεις, αλλά να προλάβει το κρασί σου να ζυμωθεί: να του δώσεις χρόνο να αλληλεπιδράσει με πραγματικούς, φανταστικούς, ιδεατούς και άλλους αναγνώστες και επιμελητές.

*

Σας προσκαλώ να αποκτήσετε το βιβλίο και να το κάνετε δικό σας το αντίτυπό σας. Όπως συμβαίνει με κάθε βιβλίο, δηλαδή.

Από τον Μεταξά στην μπαϊντούσκα

Με αφορμή την κρυφή αγάπη που εκφράζεται όχι πια τόσο κρυφά κάθε χρόνο τέτοια μέρα για τον φασίστα δικτάτορα Μεταξά.

Ι.
Η ελληνική κοινωνία είναι πράγματι μια κοινωνία που ανησυχεί περισσότερο για τους πούστηδες (κι ας τους λέει «γκέι» πια) που έχουνε πιάσει όλα τα πόστα και αλληλοϋποστηρίζονται, είναι οι νέοι Εβραίοι της άλλωστε, παρά για τους πρόσφυγες που κρυώνουν και πεθαίνουν κατά συρροή. Η νησιωτική χώρα έχει γίνει ένα απέραντο Φαρμακονήσι όπου πνίγεται κόσμος σχεδόν μέρα παρά μέρα πια, ο φράχτης παραμένει στη θέση του, αλλά το πρόβλημά μας είναι οι γυμνές γάμπες και τα τακούνια των μαθητριών που συμμετέχουν σε μιλιταριστικές τελετουργίες διάθεσης και έμπνευσης Ιωάννου Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ασχολείται με το μάθημα των Θρησκευτικών και τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους δεσποτάδες, όταν δεν αγανακτεί με την εμφάνιση των υπουργών της, αλλά δεν φαίνεται να την απασχολεί η ίδια η κυβέρνηση που συνεχίζει τις πολιτικές λιτότητας και υποτέλειας που αφάνισαν αυτόν τον τόπο, παρότι αυτή τη δουλειά ήξεραν μια χαρά να την κάνουν και οι παλιοί, των οποίων η γραμμή διαδοχής πάει πίσω στον Ιωάννη Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ανοικοδομήθηκε μετά την Κατοχή με χρήματα που μαυραγορίτες υπεξαίρεσαν από την αμερικάνικη βοήθεια και με λεφτά των νεκρών (και επιζώντων) Εβραίων. Οι δοσίλογοι στελέχωσαν τον χαφιεδομηχανισμό, πήρανε ταξί και περίπτερα, οι γερμανοτσολιάδες και οι ταγματασφαλίτες πύκνωσαν τις τάξεις του στρατεύματος. Είναι να μη θέλουμε να τους δικαιώσουμε; Για τον Βασιλιά και κατά του Στάλιν πολέμησαν, δίπλα στους ναζί στην ανάγκη, τι να γίνει. Ελλάδα, η χώρα όπου οι φασίστες θεωρούνται λίγο πιο ζωηροί και ευέξαπτοι Δεξιοί. Όπως ο Ιωάννης Μεταξάς.

Η ελληνική κοινωνία θα εορτάσει αύριο τη νίκη μας κατά του φασισμού παρά τον φασισμό που μας ξανάρθε, ες το φανερόν πια, τον φασισμό που δεν μας άφησε ποτέ, τον φασισμό που κάτιαζε μέσα στη Μεγάλη Δεξιά και που κορυβαντιούσε επί Χούντας, τον φασισμό του μπασκίνα, του χωροφύλακα, του μπάτσου. Θα εορτάσουμε το C’est la guerre (που ο λαός που πήγε στην Αλβανία και φαγώθηκε από ψείρες και κρυοπαγήματα μετέτρεψε σε Όχι) κατά του φασισμού, που είπε ο φασίστας Ιωάννης Μεταξάς.

ΙΙ.
Να μη γελιόμαστε: η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά συντηρητική. Γι’ αυτό και το ΚΚΕ δεν ψοφάει με τίποτα, αφού αποτελεί τη βαθιά συντηρητική (άρα εντελώς νεοελληνική) εκδοχή του Μαρξισμού-Λενινισμού. Άλλωστε, είναι γνωστό: κάθε τι όμορφο και ιδανικό και σπουδαίο που βγάζει αυτός ο τόπος τα τελευταία 200 χρόνια, κάθε τέχνη και ηρωισμό και νοστιμιά και ομορφιά, θα σπεύσει να τα οικειοποιηθεί και να τα σκυλεύσει η Εκκλησία, η Δεξιά και το ΚΚΕ. Γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ έχει τον αψόφητο: δημιούργησε έναν κώδικα διαχείρισης και των τριών μαζί, μια χίμαιρα με σώμα Δεξιάς, κεφάλι ΚΚΕ και μια ουρά νεορθόδοξου πατριωτισμού.

Τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας ήτανε και είναι συντηρητικά. Σε κάθε διχογνωμία ή διαμάχη ο πιο καθεστωτικός, ο πιο συντηρητικός, αυτός που εκλαμβάνεται ως αυθεντία κερδάει. Αυτός έχει πάντοτε προβάδισμα: ο γυμνασιάρχης, ο μπάτσος, ο άντρας, η θεούσα, ο τσέλιγκας, ο μεσήλικας, ο πρωτευουσιάνος, ο νοικοκύρης, ο παπάς, το πεθερικό, ο κτηματίας. Είμαστε βαθιά ιεραρχικοί, παντού και μέχρι τα κόκαλα, από τα οποία είναι πια βγαλμένη η Ελευθερία. Και πάει μακριά η συντηρητική κοσμοθεωρία, το ηθικό προνόμιο της αυθεντίας. Σκεφτείτε λ.χ. μια συκοφαντία. Μια οποιαδήποτε συκοφαντία. Κολλήστε την σε κάποιον δεξιό, νοικοκύρη, κληρικό. «Συκοφαντίες / τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του / θέλουνε να τον σπιλώσουν» κτλ. Κολλήστε την σε κάποιον «ιδεολόγο», καλλιτέχνη, κοινωνικό αγωνιστή και τον απαξιώσατε πάραυτα.

ΙΙΙ.
Η ιδιοφυής συμμαθήτριά μου Σ, καθηγήτρια πανεπιστημίου πια, που την έχω σαν αδερφή μου, οργάνωσε πριν πολλά χρόνια μια γιορτή στο Λύκειο για την 28η Οκτωβρίου. Ήθελε να την κάνει τη γιορτή γλέντι με ελληνικούς χορούς. Η θεούσα λυκειάρχισσα (την οποία σε άλλη περίπτωση είχε ξεφτιλίσει με λεπτότατο σαρκασμό και φίνα υπεροψία ο πατέρας μου, ευχαριστώ μπαμπά!) έκοψε τη Φραγκοσυριανή («χορός καταγωγίων ο χασάπικος») και άφησε μόνο δημοτικούς. Της ξέφυγε όμως η μπαϊντούσκα, ίσως γιατί δεν είχε αρχίσει ακόμα η οπερέτα του Μακεδονικού. Όταν πήρε χαμπάρι ότι θα χορεύαν λυκειόπαιδες ντόπικο εαμοσλάβικο χορό, αφήνιασε. Τελικά κατάφερε να βρει το επίμαχο τραγούδι χωρίς λόγια ώστε να το βάλει να χορευτεί έτσι, μην ακουστούνε σλαβομακεδονικά και μαραθούν τα ελληνικά αυτιά μας, που τα σκέπει κατά Σλάβων και λοιπών βαρβάρων ο Άγιος ο Δημήτριος.

Τότε

Λοιπόν, το σημαντικό είναι να μη μιλάς. Πρέπει να ακούς. Να ακούς και να μη μιλάς πριν έρθει η ώρα να πεις αυτό που πρέπει. Ούτε μετά. Να μη μιλάς κατόπιν εορτής. Στην ώρα σου. Να λές αυτό που πρέπει και να το λες στην ώρα του. Σαν ηθοποιός, να περιμένεις την ατάκα σου. Πολλοί άνθρωποι μιλάν έτσι, για να γεμίζουνε την ώρα μέχρι να έρθει η ώρα να μιλήσουνε. Και μετά λένε αυτό που έπρεπε να πούνε αλλά κανείς δεν το προσέχει γιατί όλοι ασχολούνται με τα παραγεμίσματα που έλεγαν μέχρι να έρθει πραγματικά η ώρα να μιλήσουν. Άλλοι, πολλές φορές οι ίδιοι όμως όχι απαραίτητα, συνεχίζουνε να μιλάνε κι αφού παρέλθει η ώρα τους. Δεν ξέρουν να σταματάνε. Να βάζουνε τελεία. Μιλάνε. Συνεχίζουν. Δεν λέω ότι πρέπει να λακωνίζεις, δεν λέω ότι πρέπει να σιωπάς και να σκύβεις το κεφάλι και τέτοια, όχι. Αυτά τα λένε όσοι θέλουνε να φιμώνουν τους άλλους και το μπορούνε κιόλας. Δεν λέω αυτό. Αν πρέπει να πεις πολλά, πολλά να πεις. Όμως στην ώρα τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πρέπει να ακούς: θα καθορίσει και τι θα πεις αλλά και πότε πρέπει να μιλήσεις, τη σωστή στιγμή. Και μετά, αφού μιλήσεις, πάλι πρέπει να σωπαίνεις και να ακούς, να ακούς τον απόηχο και τον αντίκτυπο όσων είπες.

Κυρίως να ακούς. Έχεις όλον τον χρόνο να ακούς, προτού πεις τα δικά σου και αφού τελειώσουν όσα έχεις να πεις. Είναι απόλαυση να ακούς τους άλλους. Σαν το φαγητό: πέρα από τη γεύση, υπάρχει και το άρωμα του φαγητού και η όψη του, οι υφές. Έτσι κι όταν ακούς τον άλλο, είναι ολόκληρο γεύμα. Βλέπεις την όψη του και πώς στέκεται, πώς κουνάει τα χέρια του και τις γκριμάτσες που σκαρώνει. Αν ο άλλος μιλάει πολύ, αφαιρείσαι λιγάκι και αφήνεσαι στον ρυθμό της φωνής του και στις όποιες ιδιαίτερες πινελιές της άρθρωσής του. Και, εννοείται, δεν χρειάζεται καν να σου αρέσει αυτό που ακούς.

Παράδειγμα. Κάποτε δούλευα με έναν άνθρωπο που συνδύαζε κακοήθεια με βλακεία. Ήταν, όπως θα το θέταμε συνοπτικά, μεγάλος μαλάκας. Σε κάποια συγκυρία με έβριζε επί είκοσι λεπτά. Πότε τον κοίταγα να με βρίζει κατακόκκινος με τα μάτια εξογκωμένα σαν ροφός που ασφυκτιά στον καθαρό αέρα, πότε κοίταζα στο απέναντι μπαλκόνι δυο αδερφάκια να βγαίνουνε στο μπαλκόνι και να πετάνε παπούτσια στον δρόμο μέχρι που ήρθε η μάνα τους και τα μπερντάχιασε. Ο συνάδερφος ορυόταν, μπουρδούκλωνε τη γλώσσα του, με έβριζε και όσο με έβριζε τόσο εξέθετε τον εαυτό του. Ήταν έξω φρενών, για να γίνω σαφέστερος. Επίσης πρέπει να μου έριχνε πλάγιες ματιές που χαμογέλαγα, αλλά δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος για το μειδίαμά μου: ήτανε και τα πιτσιρίκια που με ενθουσιασμό και μπρίο πέταγαν ένα ένα τα παπούτσια στο σπίτι τους από το μπαλκόνι, στα σαράντα μέτρα απέναντί μου. Τον άκουγα όμως. Όσο τον άκουγα τόσο ηρεμούσα (βοηθούσαν και τα παπούτσια που έπεφταν ένα ένα απέναντι), τόσο πιο βαθιά κατανοούσα ότι είναι και κουτός και παλιάνθρωπος, πόσο ανεπανόρθωτα ανόητος και φαύλος. Έριχνα κλεφτές ματιές στους άλλους, που τον κοίταγαν με φρίκη να ξεφτιλίζεται, μέχρι που ένας συνάδερφος του είπε να σταματήσει γιατί όσο συνεχίζει τόσο επιβαρύνει τη θέση τη δική του. Μετά ήρθε η ώρα να μιλήσω. Είπα ότι δεν είχα τίποτε να πω και είπα αυτό που είχα να πω.

Ναι, στον εαυτό μου μιλάω τώρα. Του υπενθυμίζω να σωπαίνει μέχρι να έρθει η ώρα του να μιλήσει και να μιλάει μόνον τόσο όσο χρειάζεται.

Αίμα

Βγήκα ραντεβού κάποτε στην Αγγλία, όταν ξεκίνησα το διδακτορικό, ραντεβού με έναν που σπούδαζε στο Ιμπήριαλ. Παντελή τον έλεγαν. Σπούδαζε μηχανικός, τηλεπικοινωνίες, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, τεχνικής φύσεως. Του έκανε εντύπωση πώς ντυνόμουν: σαν Τζέιν Ώστεν, μου είπε, μάλλον το μόνο που ήξερε από αγγλική λογοτεχνία — κάπως προσπαθούσε να με καλοπιάσει κι αυτός. Captatio benevolentiae. Φλύαρος κάπως. Μου έλεγε κατόπιν ότι του έκανε εντύπωση που δεν έβγαινα έξω. «Γίνεται να ζεις στο Λονδίνο και να μην βγαίνεις;» Εμένα μου προκαλούσε εκνευρισμό η συζήτηση αυτή. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτη ώρες ώρες, που με λέει κι η Μπέτη, αλλά δεν είμαι χαζή. Προσπαθούσε να φανεί ενδιαφέρων και έξυπνος, τα κενά φαίνονταν, οι lacunae. Καθόμασταν σε ένα εστιατόριο στη Χάρλεϋ Στρητ. Πολυτελέστατο. Ήθελε να με εντυπωσιάσει, στο καλύτερο με πήγε. Λευκές πετσέτες. Σερβιτόροι με κοστούμι. Λευκό. Εγώ κοίταγα κάθε τόσο έξω, στον δρόμο. Έβρεχε βεβαίως, είχα σιχαθεί τη βροχή έναν χρόνο, πόσες φορές περπάταγα μέσα στη βροχή από Cartwright Gardens μέχρι το Goldsmiths. Περπάταγε ο κόσμος έξω, έδειχνε ζωντανός κι όλο δραστηριότητα. Ένιωθα να με έχουνε βάλει σε βιτρίνα, σαν κάτι αυτόματες πλαγγόνες στις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες στην Όξφορντ Στρητ, που τις στόλιζαν από μέσα Οκτωβρίου. Ένιωθα λίγο να νυστάζω, αυτό το παθαίνω όταν είμαι νευρική, λέει η Μπέτη.

Και τότε που είχαμε κάνει τάχα τα μοντέλα που συμμετέχουν σε επίδειξη μόδας στο σπίτι της χασμουριόμουν πολύ. Ήμασταν η Μπέτη, η ξαδέρφη της, η Μάρα, εκείνη η άλλη η κολλητή της με το πονηρό βλέμμα και εγώ. Είχε έναν μακρύ διάδρομο στο σπίτι της στο Κουκάκι. Μας μέθυσε λοιπόν καλά καλά εκείνη η πονήρω η κολλητή της, βρήκε κάτι βερμούτ και μας τα πότισε. Μετά κάναμε τον διάδρομο πασαρέλα, βαδίζαμε πάνω κάτω. Γελούσαμε. Κάναμε τα μοντέλα, στα διαλείμματα πίναμε βερμούτ. Poilly κάτι, το θυμάμαι. Γαλλικά, τι ωραία που ακούγονται, ποτέ δεν τα κατάφερα με τα αγγλικά, αλλά εκεί έπρεπε να σπουδάσω, αφού ήθελα σώνει και καλά να ασχοληθώ με τα λατινικά. Κάναμε λοιπόν τα μοντέλα στην πασαρέλα πάνω κάτω στον διάδρομο της Μπέτης, εγώ χασμουριόμουν και ένιωθα και μια γλυκειά ζεστασιά παντού απλωμένη, σαν να άκουγα μια ζεστή φωνή, ζαλιζόμουνα κιόλας και από το βερμούτ. Πάνω κάτω τον διάδρομο. Μετά η κολλητή της η πονήρω είπε να κάνουμε τα μοντέλα εσωρούχων. Η ξαδέρφη της πρώτη και καλύτερη πέταξε τα ρούχα. Μετά η Μάρα, κατόπιν η Μπέτη. Ακολούθησε η πονήρω. Τι να κάνω, ξεντύθηκα κι εγώ, και μάλιστα η πονήρω σχολίασε τι ωραίο σώμα που είχα και γιατί το κρύβω κάτω από τις φούστες τις πλισέ και μετά ήρθε κοντά μου, έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και μου έβγαλε τον σταυρό μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη, τι θράσος, να μου αφαιρέσει τον σταυρό. Και ζαλιζόμουν από το ποτό. Κοιτάζοντάς την είδα ότι η Μπέτη σχεδόν δεν είχε τρίχες εκεί κάτω, το διέκρινα γιατί φορούσε ένα εσώρουχο διάφανο σχεδόν. Η πονήρω, πάλι, ένα μαύρο φόραγε, στενό, θα έλεγα σαν να ήταν τι, αλλά δεν είμαι καμμιά πρόστυχη. Αλλά της πονήρως μέχρι και τα στήθη ήτανε πρόστυχα, μεγάλα, βαριά, ανοικονόμητα. Η Μάρα κανονική, με κανονικά εσώρουχα. Το χαζό η ξαδέρφη, ούτε που θυμάμαι, πάντως κοκκαλιάρα ήταν. Αρχίσαμε να πηγαινοερχόμαστε τον διάδρομο μισόγυμνες χαζογελώντας, εγώ πλέον δεν μπορούσα να περπατήσω και με πολλή χάρη. Ενώ καθόμουν σε ένα σκαμπό στη μία άκρη του διαδρόμου προς τα υπνοδωμάτια, μπροστά από το μπάνιο, και έκανα το κοινό, με πήρε λίγο ο ύπνος. Ε να μην τα πολυλογώ, ξύπνησα σχεδόν αμέσως, έτσι νομίζω, ανακατευόμουν και το κεφάλι μου γύριζε. Κατέφυγα στον νιπτήρα. Βγαίνοντας από το μπάνιο είδα την Μπέτη στο κρεβάτι των δικών της, ύπτια, στη στάση του γυναικολόγου, ξέρετε τώρα. Και μετά διέκρινα, είχανε κλείσει τις κουρτίνες, την Μάρα γονατισμένη και το στόμα της ήταν εκεί ανάμεσα στους μηρούς της Μπέτης. Ένιωσα τρομακτική ταραχή. Ίσως να ονειρευόμουν. Και ζαλιζόμουν ξανά. Ευτυχώς δεν με είχανε πάρει είδηση, πήγα να φύγω, και τότε γυρνάω και διαπιστώνω πως με πλησιάζει η άλλη η πονήρω από πίσω, που αυτή τα οργάνωσε όλα από την αρχή, το ξέρω, πήγε μάλιστα να με φιλήσει στο στόμα. Πήρα τα ρούχα μου κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο να έρθει να με περισυλλέξει. Αυτή η πονήρω και η Μάρα (δεν της φαινόταν αυτηνής, πήγαινε και με αγόρια στη Σχολή) θα με κάναν ανώμαλη για πλάκα, τριβάδα θα γινόμουν.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, απέναντι από τον Παντελή στο εστιατόριο, είχα βάλει κραγιόν (της κροάτισσας στο διπλανό δωμάτιο, μάλιστα φοβόμουν μην έχω κολλήσει τίποτε, αλλά είναι καλή κοπέλα, καθολική) και φόραγα σκιά, περίμενα το φαγητό μου. Ο Παντελής μού έλεγε ότι μιλάω σαν βιβλίο, αλλά συνεχώς εκείνος μίλαγε. Μου έλεγε για κάτι που δεν θυμάμαι, οι άντρες νομίζουν ότι τους ακούμε όταν αδολεσχούν ακατάσχετα για να μας αποπλανήσουν. Οι καημένοι! Πάντως τεχνικός ήτανε το κισμέτ μου, αλλά όχι ο Παντελής. Το τυχερό μου το καλό, ο Αυγουστίνος. Τα ορεκτικά που είχαμε παραγγείλει ήτανε νοστιμότατα, πολύ καλό εστιατόριο, αλλά ολίγιστα. Είπαμε, Αγγλία: βροχή, πείνα, αλκοόλ. Πίναμε κρασί, εγώ με μέτρο, μη ζαλιστώ. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ο Παντελής ότι μονοπωλούσε τη συζήτηση και με ρώτησε τι μουσική ακούω. Ενθουσιάστηκα και του είπα για τον έρωτά μου τον Νίκο! Ο Νίκος αυτό, ο Νίκος εκείνο, ο παραγνωρισμένος, ο μεγαλοφυής, ο πρωτοποριακός, ο αισθαντικός και μετριασμένος, αυτός που είχε τα αυτιά του ανοιχτά στα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Με κοίταγε με απορία. Στο τέλος ψέλλισε, που λένε και οι κακές μεταφράσεις, «ποιος Νίκος;». Προσγειώθηκα κι εγώ, του λέω «ο Μαμαγκάκης». Θε μου, αν είναι δυνατόν! Δεν ήξερε. Δεν είχε τη σμικρότατη ιδέα ποιος είναι ο Μαμαγκάκης! Τίποτα. Επέστρεψα κι εγώ στη σιωπή μου. Κατάλαβα ότι ήταν ανόητος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερα την παρθενία μου (σας παρακαλώ, μη λέτε, ούτε να το πω δεν μπορώ, το άλλο, με τον τόνο στη λήγουσα: καρηβαρία με πιάνει) στον ξανθό άχαρο από την Έδεσσα, φοιτήτρια ήμουν στο εξωτερικό, φλερτ ήθελα κι εγώ, κόρτε, 25 χρονών κορίτσι, κάτι πιο ρομαντικό… αλλά να μην ξέρει τον Νίκο; Τον Νίκο τον Μαμαγκάκη; Άξεστος.

Μετά ήρθε το φαγητό. Είχα παραγγείλει φιλέτο, το ζήτησα medium, έτσι με είχε συμβουλέψει ο Παντελής. Όταν το έκοψα το φιλέτο με το μαχαίρι και είδα την ωμή ροδαλή σάρκα στο κέντρο, καθώς και μία υποψία αίματος να διηθείται από μέσα του, λιποθύμησα. Μαζεύτηκε όλο το μαγαζί στο κεφάλι μου. Αλλά πάντοτε λιποθυμάω στην όψη του αίματος. Πάντα. Η Μπέτη μάλιστα με είχε ρωτήσει τι κάνω όταν έχω τις μέρες μου, αυτή προφανώς ήτανε τόσο τρελή που καθόταν και κοίταζε την περίοδό της. Αν είναι δυνατόν. Έχω χρόνια να τη δω αλλά είμαι σίγουρη ότι παραμένει τρελή κι ας τριανταπενταρίσαμε. Έχω να τη δω 5-6 χρόνια. Πάντοτε τρελή και, δυστυχώς, αριστερή. Εγώ με αυτά δεν ασχολούμουν ποτέ, κοίταγα τη δουλειά μου, τα διαβάσματά μου, μετά τους Λατίνους πεζογράφους για το διδακτορικό μου: έρχονταν από έναν κόσμο που παράκμαζε αλλά είχαν επίγνωση του ότι παρήκμαζε. Ενώ εμείς απλώς σαπίζουμε, αλλοτριωνόμαστε, εκβαρβαριζόμεθα, αφηνόμαστε στην κακώς νοούμενη ελευθεριότητα, στους πειραματιστές και στους κιναίδους. Όλοι θέλουν να είναι πρωτότυποι.

Όταν γνώρισα τον Αυγουστίνο, κατάλαβα ότι θα ήμασταν μαζί. Ωραίος άντρας, ώριμος. Κομψός, μετρημένος. Λίγο κοντός αλλά κι εγώ δεν είμαι κανα πρώτο μπόι, που λένε. Ο μπαμπάς τον βρήκε «λειψανάβατο» αλλά ο μπαμπάς γίνεται ολοένα λίγο και πιο ανόητος όσο περνάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια. Άλλωστε τι θα ήθελε για την κόρη του; Το καλύτερο. Πού να ξέρει ότι σε αυτη τη ραιβή εποχή που ζούμε ο Αυγουστίνος είναι άντρας κανονικός (στον κλάδο μου κίναιδοι παντού, γι’ αυτό κατέληξα με πολιτικό μηχανικό). Ο Αυγουστίνος με πολιτικοποίησε. Στα 33 μου έμαθα κι εγώ τι σημαίνει εθνικοσοσιαλισμός και πώς στιγματίστηκε εκ μέρους των καπιταλιστών και των σιωνιστών, που κέρδισαν τον πόλεμο. Νηφάλια, ψύχραιμα, από θεωρητικής απόψεως, όχι όπως τον σερβίρουνε στους πληβείους. Μιλάγαμε ώρες για την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας, πώς κάθε φυλή πρέπει να κατοικεί στα κλίματα για τα οποία είναι προσαρμοσμένη: θυμόμουνα λοιπόν κι εγώ τους δυστυχείς μαύρους να μελανιάζουνε στο βρετανικό ψύχος ή τους όλο εγκαύματα κατακόκκινους υπερβορείους που παραθέριζαν στην Κρήτη (και η Μπέτη τους αποκαλούσε «αχ γλυκύτατους»). Κουβεντιάζαμε για τον πολεμικό ιεραποστολικό ζήλο του Ισλάμ και την αποστεωμένη θεολογία των Εβραίων. Και αγαπάει πολύ τη φύση ο Αυγουστίνος: με έβγαλε από τις πόλεις και τα θέρετρα, με ανέβασε ψηλά, στα ελληνικά βουνά. Ο Αυγουστίνος μου.

Είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου, λοιπόν. Οπωσδήποτε. Από την άλλη με καταθλίβει η κατάντια της χώρας μου. Αμάθεια και βρωμιά, ξένοι παντού, διαφθορά γενικευμένη. Μας έβαλαν στη μέγγενη οι ξένοι. Και ο λαός, ο κουτός λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, εναπέθεσε τις ελπίδες του στους αγύρτες, στους κομμουνιστές. Που είναι οπορτουνισταί. Η εθνική ιδεολογία είναι πια προνόμιο λίγων. Τι να πεις. Είμαστε σαν εκείνους τους τελευταίους Έλληνες που περιγράφει ο Καβάφης. Θα σβήσουμε αλλά θα ξαναζήσει ο ελληνισμός, ίσως στην Αμερική, αλλού.

Θυμάμαι λοιπόν όταν συνήρθα στο εστιατόριο, εκεί στη Χάρλεϋ Στρητ. Ήταν σαν να είχα το αίμα στο στόμα μου, τη σιδηρά του γεύση, και ας μην άγγιξα το κρέας. Ανοίγω τα μάτια μου και τότε θυμάμαι και οπτικώς το αίμα που είχανε την απαίτηση οι Δυτικοί μάγειρες, οι ωμοφάγοι, να καταναλώσω. Μετά κοιτάζω τα πρόσωπα που με κοίταζαν. Συναγμένα κύκλω γύρω μου. Και αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι κάπου αλλού, ότι η  Ελλάδα που ήξερα είναι μακριά. Ίσως κι ότι ενδεχομένως να μην υπάρχει.

Ο σκοτεινός αιώνας: αλίμονο στους νέους

Υπάρχει μια αριστερή άποψη, η οποία πρόκειται να γίνει ακόμα πια δημοφιλής τώρα με το άτυπο κονκορδάτο του Σύριζα με τους δεσποτάδες. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν πρέπει να χτυπάμε τη θρησκεία αφού απλώς εκφράζει ηθικές αξίες που ήδη ενστερνίζεται η κοινωνία. Αδρανειακά μεν, αλλά τις ενστερνίζεται. Φρονώ ότι μια τέτοια άποψη αρνείται να δει ότι η θρησκεία, η ίδια η θρησκεία ως θρησκεία, διαμορφώνει απόψεις και στάσεις και συνειδήσεις και ότι αποτελεί τροχοπέδη για αλλαγές προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης και της ισονομίας. Κι αυτά χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τη γνώμη του Arthur Clarke ότι «η μεγαλύτερη τραγωδία σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας είναι η κατάληψη της ηθικής από τη θρησκεία», το γεγονός ότι οι κυρίαρχες θρησκείες πρεσβεύουν πως η συντηρητική ηθική (συστατικό κάθε μίας από αυτές) συνιστά προϋπόθεση αθανασίας. Κι ας κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε τον βαθιά εξουσιαστικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, μιας ιεραρχίας όντως «ελέω Θεού», εξ ορισμού ακατάλυτης και με αποστολική διαδοχή από τον Ένα και Γλυκύ και Σωτήρα. Κι αφήστε τους νεορθόδοξους να αδολεσχούν περί «κοινωνίας» και «σώματος» και άλλων μεταφορών, ενθαρρυμένοι από τη μεταδομιστική σύγχυση και αγυρτεία που ανάγει τη μεταφορά σε ερμηνευτικό εργαλείο, στο ένα ερμηνευτικό εργαλείο.

Δυστυχώς όμως οι παραδοσιακές θρησκείες δεν είναι ο μόνος εχθρός. Και δεν μιλάω καν για τους στρατευμένους άθεους τύπου Ντώκινς και Χίτσενς, που μιλάνε με ζήλο ιεραπόστολου και με όλη τη μύξα και την μπλαζέ υπεροψία των ελίτ. Έχω κατά νου αυτό που λέει η Εύη Βουλγαράκη:

Κάποιοι νομίζουν ότι τελειώνοντας με τον χριστιανισμό, και με άλλες μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις, μπαίνουν στον φωτεινό χώρο του ορθολογισμού… Όχι… δυστυχώς. Η φύση απεχθάνεται το κενό, και οι σκοτεινές λατρείες είναι παρούσες και περιμένουν τα παιδιά, εμφανιζόμενες ως αντισυστημική κουλτούρα, με τόσο ειδεχθές πρόσωπο όσο και ο ναζισμός.

Παρότι τρέφω ελάχιστη συμπάθεια προς τις «μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις» των μουλωχτών και της καταπίεσης και του τρόμου, δεν μπορώ παρά να υπερθεματίσω: στην Αγγλία του 3% των χριστιανών γνώρισα από κοντά τον αποθεωμένο εθνικισμό της Middle England, τις μαλακίες του νιου έιτζ, την εικοτολογία και τη σάχλα των μάγων και των παγανιστών, κάθε είδους νεο-ανιμιστικές αντιλήψεις.

Ο αιώνας λοιπόν προβλέπεται ζοφερός. Αφήνοντας πίσω τον πνιγηρό κόσμο της θρησκείας και του κάθε λογής νεοπαγανισμού και νεοανιμισμού, γυρίζω στην αφορμή του κειμένου της Βουλγαράκη: μια ταινία που είδε στον Σταρ και που απευθύνεται σε νέους και εφήβους, ένα teen movie όπως πάρα πολλά άλλα. Παραθέτω και πάλι:

[Ο] σκηνοθέτης σε βάζει με βλέμμα ερωτευμένο στον κόσμο της μαγείας, όπου υποτίθεται ότι η ρήξη είναι μεταξύ λευκής μαγείας, που παρουσιάζεται ως καλή, και μαύρης που είναι κακή. Στον κόσμο της ταινίας, στα δεκάξι τους χρόνια, σαν σε τελετή ενηλικίωσης, τα κορίτσια «διεκδικούνται» από τις σκοτεινές δυνάμεις και κατά βάση δεν έχουν δυνατότητα αυτοκαθορισμού. Είναι έρμαια στις δυνάμεις που επιδρούν πάνω τους. Το στόρι ήταν για τον αγώνα να σπάσουν οι κανόνες σε μια τέτοια «διεκδίκηση», οι οποίοι όμως ουδόλως αμφισβητούνται ως προς τη γενική τους ισχύ.

Σεξισμός απροκάλυπτος με όλα τα στερεότυπα εναντίον των γυναικών, ότι δεν είναι αρκετά λογικά πλάσματα για να κατευθύνουν τον εαυτό τους. Χωρισμός της κοινωνίας σε ισχυρά και ανίσχυρα είδη, αθάνατα και θνητά, μάγους και κοινούς θνητούς. Η μαγεία εξαίρεται ως δύναμη σε όλες τις εκδοχές της, και ένα σωρό μύθοι σκοτεινοί ενός παγανιστικού παρελθόντος των βορείων λαών περνά μέσα στην αφήγηση. Τι άλλο είναι αυτά εκτός από παραλλαγές του ναζισμού; Σεξισμός, ρατσισμός, και παγανισμός;

Μιλώντας για χρηστομάθεια που απευθύνεται σε εφήβους και νέους, θυμήθηκα ένα επεισόδιο της σειράς ‘The joy of teen sex’. Η σειρά υποτίθεται ότι πραγματεύεται τα σεξουαλικά ζητήματα και προβλήματα των εφήβων και των νέων. Ο τρόπος της είναι υπεροπτικός και πατερναλιστικός, όμως αναπόφευκτα: στον κόσμο την Ηθικών Νικομαχείων όσοι δεν είμαστε λευκοί μεσήλικες εύποροι άντρες είμαστε ξένοι. Με ενόχλησαν όμως δύο περιπτώσεις στο επεισόδιο που κάθησα να δω:

Στην πρώτη, μία έφηβη πάει στον ψυχολόγο για να της πει αν είναι εθισμένη στο σεξ επειδή καυλαντίζει στο διαδίκτυο και παίζει σε σνάπτσατ κτλ. Παύση εδώ: έφηβη αν είναι εθισμένη στο σεξ. Αν είναι υγιής, δηλαδή. Τέλος πάντων. Ο ψυχολόγος τής κάνει κάποιες ερωτήσεις ολικής άγνοιας και με βάση αυτές αποφαίνεται ότι δεν είναι εθισμένη αλλά τις τάσεις της για λάιτ σαδομαζοχιστικές πρακτικές (σκαμπιλάκια κτλ. — δεν κάνω πλάκα) να τις προσέξει. Τι να σχολιάσει κανείς εδώ; Τελειώνοντας με τους φρικτούς τιμωρούς παπάδες του Τζόυς μπαίνουμε «στον φωτεινό χώρο του ορθολογισμού»; Με τίποτα.

Μια άλλη περίπτωση αφορά ένα ζευγαράκι εκεί στα δεκαεννιά. Το πρόβλημα; Η κοπέλα παίρνει εντελώς χάλια πίπες και όχι πολύ τακτικά. Η θεραπεύτρια-σύμβουλος δίνει τεχνικές συμβουλές στο ζευγάρι και κάνει επίδειξη με μια μπανάνα, ενώ συνιστά προφυλακτικά με γεύσεις. Καθ’ όλη τη διάρκεια της επίδειξης-νουθεσίας το μέν νερντουλάκι έχει γουρλώσει τα μάτια, η δε κοπελίτσα έχει αγκυλωμένο το πρόσωπό της σε γκριμάτσα αποστροφής. Κι αναρωτιέμαι: πρέπει να παίρνει πίπες το σωστό κορίτσι το υγιές; Ανυπερθέτως; Της αρέσει δεν της αρέσει; Αυτό είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να το κηρύξουμε στα έθνη;

Με δυο λόγια: ο ετεροκαθορισμός, συστημικός και συστηματικός, δεν πρόκειται να μας αδειάσει τη γωνιά, ακόμα και αν απαλλαγούμε από τον βδελυρό (επίθετο της μόδας) Άνθιμο, τον κήρυκα του μίσους και κουκουλωτή βιασμών. Για άλλη μια φορά, σε ακόμα ένα πεδίο, ο αγώνας αποδεικνύεται δυσκολότερος από όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Αχνίζει το κάτουρο

Σήμερα στη δουλειά την ώρα που κατούραγα το φως έμπαινε από το παράθυρο υπό πολύ γνώριμη γωνία και ήταν επιτέλους φιλτραρισμένο από παχιά σύννεφα.

Κοίταξα το νήμα της ροής που έσκαγε πάνω στην πορσελάνη της λεκάνης και σχεδόν άχνιζε. Σχεδόν. Αρκετά όμως για να πεταχτώ σχεδόν είκοσι χρόνια πίσω, στην πολύ κρύα τουαλέτα ενός από τα παμπάλαια κτίρια του UCL, στον ημιόροφο μεταξύ δεύτερου και τρίτου όροφου, της τουαλέτας στην άκρη της σκάλας φάτσα στα δύο μεγάλα γραφεία και στο μικρότερο του τρίτου. Η μοναδική αντρική τουαλέτα του κτιρίου.

Κι ενώ κατούραγα σχεδόν είδα τη ροή των ούρων να σκάει πάνω στην εντελώς ψυχρή λεκάνη κάπου στο Λονδίνο και να αχνίζουν. Κι αναρωτήθηκα αυτό που δεν αναρωτήθηκα τότε: ο αχνός που ανεβαίνει είναι από τα δικά μου ούρα ή μήπως από την υγρασία πάνω στην επιφάνεια της λεκάνης που εξαχνώνεται; Και αν είναι από την υγρασία της λεκάνης που αχνίζει χάρη στη θαλπωρή των αποβλήτων μου, άραγε κουβαλάει πάνω του μικρόβια αυτός ο αχνός; Δεν το σκέφτηκα τότε, πριν δεκαεννέα χρόνια, το σκεφτηκα σήμερα το πρωί.

Δεκαεννιά είναι ο κωδικός της Ελλάδας στις διπλωματικές πινακίδες κυκλοφορίας, που εδώ και δεκατέσσερα χρόνια βλέπω σε αμάξια του προξενείου. Δεκαεννιά είναι το συνθηματικό της Κόλασης στο Κοράνι. Αλλά αυτά είναι άσχετες σκέψεις ενός τύπου που αδειάζει την κύστη του προσμένοντας το μεσημεριανό του.

Επίσης ξέρω ότι τώρα, εδώ που ο καιρός δεν με σηκώνει γιατί υποφέρω στη ζέστη, είμαι πιο ευτυχισμένος από τον κρύο και μουντό παράδεισο, από τον λαβύρινθο που λέγεται Λονδίνο. Ξέρω ότι παρά τον οίκτο που αισθάνομαι για τα κτίρια που ορίζουν τον ορίζοντα εδώ, που δεν μοιάζουνε με τη δόξα των φώτων του Σίτυ στο βάθος εκεί, στο χωριό του Blade Runner, εδώ είμαι εγώ. Εκεί ήμουν ένας μελαγχολικός και όψιμος έφηβος, βαρύς και κουρασμένος από τις κομμάρες της απραξίας και της δειλίας.