Χωρίς πρίγκηπες

Έβλεπα χτες μια ταινία για την Γκρέις Κέλλυ. Ήταν ηθοποιός και μετά πριγκίπισσα. Δεν την ήξερα την ιστορία της. Εγώ τη χαστουκίζω την κόρη μου όταν μου ζητάει παιχνίδια με πριγκίπισσες και στολίδια πριγκίπισσας. Δεν είναι πριγκίπισσα, είναι η κόρη της Τάνιας της νυχούς. Να το καταλάβει τώρα, να μην υποφέρει μετά. Δεν είμαστε πρίγκηπες. Μια φορά ο αδερφός μου, μεγάλη ψωνάρα αυτός γενικώς, αλλά στη δική του οικογένειά του ας κάνει ό,τι θέλει ο καθένας, της έφερε μια πινακίδα για την πόρτα του δωματίου της: Princess. Όχι «μια φορά», πέρσι που έκλεινε τα πέντε. Για την πόρτα του δωματίου της. Που δεν έχει μπαλκόνι. Που το μοναδικό παράθυρο κοιτάει στον ακάλυπτο, φάτσα στο διαμέρισμα της άρρωστης γιαγιάς που καμμιά φορά με φωνάζει με φωνή σαν άρρωστου γλάρου να βγω στο μπαλκόνι της κουζίνας να μου μιλήσει γιατί την τρελαίνει η μοναξιά της τηλεόρασης. Αλλά δεν ασχολούνται με αυτά οι ταινίες, είναι ηθογραφία. Έτσι λέει ο μαλάκας ο αδερφός μου: ηθογραφία. Που πήγε το ζώον και πήρε ταμπέλα Princess για την καπλαμαδένια πόρτα του δωματίου της μικρής, που δεν κλείνει, κι ας έχει λιμάρει το μέσα της κλειδαριάς ο Τάσος δυο φορές: δεν κλείνει. Πήρα κι εγώ και πέταξα στην ανακύκλωση το Princess, πριν το δει η δικιά μου και κολλήσει. Βρακί δεν έχουμε, που λέει ο λόγος, τα πριγκιπικά αξεσουάρ μάς μάραναν.

Έβλεπα λοιπόν την Γκρέις Κέλλυ, που την έπαιζε η Κίντμαν. Δράματα ο γάμος της. Πολύ θλιμμένη αυτή. Αλλά δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον άντρα της γιατί και καλά η Γαλλία θα έπαιρνε το Μονακό. Για σκέψου, μεγάλη ευθύνη. Ναι, ειρωνεύομαι. Πάντως, εντάξει, δύσκολος γάμος. Μωρέ εγώ τα ξέρω αυτά: να θες να χωρίσεις και να μην μπορείς, να σε γεμίζει μόνο θυμό ο άλλος, να πηγαίνεις να τσακωθείς και να εμφανίζεται ξαφνικά η μικρή. Και εντάξει, στο Μονακό, άμα ήθελε να βριστεί ο πρίγκηπας με την πριγκίπισσα, όλο και κάποιο δωμάτιο θα βρισκόταν: η βιβλιοθήκη, το καπνιστήριο, η αίθουσα μπιλιάρδου — κάτι. Στη Σπετσών στα 75 τετραγωνικά, πού να τσακωθείς, στο μπαλκόνι; Εκεί κι αν γίνεσαι θέατρο. Έβλεπα λοιπόν την ταινία, η μικρή μόλις είχε κοιμηθεί, ήθελε δύο παραμύθια κι εγώ πείναγα και σερνόμουν από την κούραση («εύκολα τη βγάζετε εσείς οι νυχούδες», λέει ο Δημήτρης, «κάθεστε»· καλά, εντάξει). Σκεφτόμουν, εμάς τις απλές γυναίκες που περνάμε δράματα, θα μας κάνουνε ταινία; Σιγά. Κάθεσαι να δεις μια ταινία έτσι πιο δραματική, χωρίς σκοτωμούς και ζόμπι, και οι πρωταγωνιστές είναι μουσικοί, επιχειρηματίες, αρχιτέκτονες, ο Παπακαλιάτης που πάει στη Νέα Υόρκη να του φύγει ο νταλκάς — τέτοια. Εγώ άμα θέλω να μου φύγει ο νταλκάς βγαίνω στο μπροστινό μπαλκόνι (γιατί στο πίσω, της κουζίνας, θα μου πιάσει κουβέντα η γριά) και κάνω μισό τσιγάρο. Ή κλαίω κόβοντας κρεμμύδια. Αλλά αυτά δεν ενδιαφέρουνε κανένα, αυτά είναι ηθογραφία, που λέει κι ο αδερφούλης μου, αυτά είναι λαϊκές συνοικίες και Μητροπάνος και «πώς πάει κι αυτός ο μήνας», που λέει κι η Πρωτοψάλτη. Δεν έχουμε δράματα εμείς, είμαστε νυχούδες και νοικοκυρές, την κόψαμε και την Νταλίνα, την κοπέλα τη χρυσή (που την έλεγε αλλοδαπούτα ο Χάρης) που ερχόταν δυο φορές τη βδομάδα, γιατί δεν βγαίναμε. Κι εν πάση περιπτώσει, όταν χωρίσαμε με τον Χάρη, δεν πήρε η Γαλλία το Μονακό. Δεν μας πήρε καν η τράπεζα το σπίτι, γιατί πουλήσαμε τα χωράφια και το ξοφλήσαμε. Μια ανακαίνιση τού μένει τώρα, δώδεκα χρόνια που είμαστε μέσα. Δύο μπήκαμε, δύο μένουμε. Ο τρίτος, ο Χάρης, πήγε να ζήσει τ’ όνειρο. Κοινή συναινέσει και λεβέντικα. Καλά έκανε, σούρνονται και καρκίνοι. Να ζήσει.

Έβλεπα την Γκρέις Κέλλυ. Πήρε τη μάνα της υπεραστικό από Μονακό στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής για να κλαφτεί. Μαλάκαμου, εγώ θυμάμαι που παίρναμε τη θεία στην Αμερική όταν ήμουνα πιτσιρίκα και λέγαμε «υπεραστικό» και παθαίναμε. Κόστιζε και μισό μηνιάτικο εκείνο το εικοσάλεπτο. Ή μπορεί έτσι να το έλεγε ο πατέρας μου στη μαμά, για να μην πιάνει κουβέντα με την αδερφή της στο Μιλγουόκι. Μιλγουόκι. Στου διαόλου τον σβέρκο. Πήρε λοιπόν η Γκρέις τη μάνα της και η μάνα της της έλεγε σαν γνήσια ελληνίδα μαμά να κοιτάξει τον γάμο της και τα παιδιά της πάνω απ’ όλα και τη ρώταγε αν υπάρχει άλλος (ποιος άλλος στο Μονακό, τρεις κι ο κούκος είναι όλοι κι όλοι εκεί). Και η Γκρέις τής το κλείνει το τηλέφωνο και τσακ σκάει το μικρό της και ρωτάει «μαμά, γιατί κλαις;». Θα ήτανε μελό αυτή η σκηνή αν δεν ήτανε βγαλμένη από τη ζωή. Σοβαρά μιλάω. «Γιατί κλαις;» Τι να πεις; Γιατί χωρίζουμε με τον μπαμπά και νιώθω χάλια και σκέφτομαι και λίγο πώς θα βγαίνουμε τώρα κι ας μην έμπαιναν πάνω από 350 ευρώ τον μήνα στο σπίτι από τον μπαμπά σου; «Τα κρεμμύδια», λες. Ενώ η Κέλλυ είπε «συγκινήθηκα που μίλαγα με τη μαμά μου», υπεραστικό.

Είχα έναν γκόμενο. Δεν λέω πότε, πριν ή μετά τον χωρισμό: οι άντρες έχουν ορμές, οι γυναίκες είμαστε πουτάνες — έτσι μας πάνε τις γυναίκες, όπως η τράτα τα ψάρια, κι ας λεν οι φιλάνθρωποι ό,τι θέλουν. Μου έλεγε ο γκόμενος ότι όλες οι γυναίκες που γουστάρει γουστάρουν και γυναίκες. Ψηνότανε για τρίο μάλλον. Παντρεμένος. Οι παντρεμένοι όλο μαλακίες λένε, πλάθουν αβέρτα παραμύθια και σου τα πουλάνε. Παραμύθια. Παραμύθια μαλλί της γριάς: γλυκά αλλά εξαφανίζονται μόλις αγγίξουν τη γλώσσα σου, άσε που αν πας να τα αγγίξεις κολλάνε τα χέρια σου. Εντάξει, οι παντρεμένοι να ξεφύγουνε θέλουν, όχι απλώς να γαμήσουν. Δηλαδή, καλά, όλοι οι άντρες θέλουν να γαμήσουν, απλώς όχι εσένα ντε και καλά. Το λέει κι ο Δημήτρης ο κομμωτής. Που ναι, είναι γκέι το παιδί. Γιατί άμα είσαι γκέι και με απολυτήριο Λυκείου πού θα πας να δουλέψεις; Κι αν πας, θα σε κρατήσουν; Άσε τι λένε: οι αδερφές στα γκέτο, σαν εμάς. Εκτός κι αν είναι πρίγκηπες, σαν τον γιο της Γκρέις Κέλλυ.

Οι παντρεμένοι λοιπόν αναζητάνε το διαφορετικό τους: αν είναι επιχειρηματίες, ψάχνουνε ποιήτριες, αν είναι εργάτες, ψάχνουνε κουλτουριάρες, αν είναι πανεπιστημιακοί, ψάχνουνε κομμώτριες, το Μπουρνάζι ψάχνει Κεφαλάρι και ο Γλυφαδιώτης Ακαδημία Πλάτωνος. Εμένα την νυχού με ζύγωσε φιδέμπορας. Όχι, σοβαρά, φίδια πούλαγε ο άνθρωπος. Υπάρχει αγορά για φίδια στην Ευρώπη, έλεγε. Τα έκανε εισαγωγή. Νόμιμα. Πολύ πλούσιος όμως. Πούλαγε και χαμαιλέοντες και ιγκουάνες. Αυτές είχανε γίνει και μόδα τότε με το παλιό το σίριαλ με εκείνον τον γκόμενο, το πανκιό, τον Σερβετάλη. Αλλά πρίγκηπας στους τρόπους. Κύριος. Ούτε ξενοδοχεία, ούτε μαλακίες σαν κάτι φτωχομπινέδες πιτσιρικάδες (σαν κι αυτούς που έχω μπλέξει τώρα): σπίτι του. Μέχρι που με βαρέθηκε κι άρχισε να μου λέει για τη γυναίκα του. Πρίγκηπας αλλά μαλάκας, σαν τον Ραινιέ. Φιδέμπορα δεν θα τον έλεγα πάντως. Κι ας ήτανε κατ’ επάγγελμα.

Εν πάση περιπτώσει, οι παντρεμένοι δεν ψάχνουνε μόνο να είναι διαφορετικές οι γκόμενες, ψάχνουνε να τις έχουνε και υπό: θέλουνε να το παίζουνε μέντορες και να τις δασκαλεύουν για τη ζωή τους. Τη βλέπουνε καθοδηγητές. Όλο νουθεσίες. Ίσως γιατί τους κυβερνάει το στεφάνι τους ή (χειρότερα) το Πεθερικό. Ίσως έτσι να γίνονται και καλά τρυφεροί χωρίς να πατάνε πολύ το στεφάνι τους. Αυτό το έζησα με τον άλλο μου τον παντρεμένο γκόμενο, τον καθηγητή. Δίδασκε σε Λύκειο. Κάργα παντρεμένος αυτός, τον έβλεπα στη χάση και στη φέξη. Και την είχε δει δάσκαλος. Αυθεντία. Να μιλάω αργά, μου έλεγε. Να ντύνομαι κομψά (αυτός πάλι κυκλοφορούσε σαν παρωδία του Χάρη Ρώμα). Να μην αμολάω κοτσάνες. Να μη γίνομαι μελό. Να μην διακόπτω. Μετά κάτι άλλα: να καταλάβω τη θέση του και τη δική μου θέση στη ζωή του, ότι αυτός είναι φτασμένος κι εγώ μια ανώριμη που παριστάνω τη μαμά του. Σιγά μην παρίστανα τη μαμά του, πενήντα χρονών γάιδαρος. Αλλά εντάξει, τα είχε κι αυτός τα θεματάκια του, παρ’ όλα αυτά εγώ δεν είμαι καμμιά καριόλα να τα βγάλω στη φόρα. Α, ναι: «στα φόρα» είναι το σωστό, με διόρθωνε. Βέβαια. Και «κατ’ αρχήν», όχι «κατ’ αρχάς». Ή το λέω ανάποδα; Να κι εγώ, δηλαδή.

Καμμιά φορά σκέφτομαι ότι έτσι ένιωθε κι ο Χάρης, ο δικός μου. Ότι διαβάζω τις σκέψεις του, ότι δεν έχει μισή γωνιά μυαλό δική του. Είναι λίγο βάρβαρος ο γάμος αν δεν είσαι πρίγκηπας, να έχεις τα ιδιαίτερα διαμερίσματά σου, λίγο χώρο. Κι έχουνε γίνει κι οι γάμοι μας αμερικάνικοι: να τα λέμε όλα ο ένας στον άλλο, να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς. Κι αυτή είναι η ρίζα του κακού. Όταν με εκνεύριζε που κυκλοφορούσε άπλυτος (είμαι πολύ της καθαριότητας, νυχού είμαι, αν ήμουνα βρωμιάρα έστω και λίγο…) του το έλεγα στα ίσα. Ιδίως άμα πλάκωνε τους παστουρμάδες. Ειλικρίνεια λοιπόν. Αμεσότητα. Ε, προσβαλλόταν ο άνθρωπος. Στράβωνε. Το έβλεπα. Δεν έλεγε τίποτε αλλά πέταγε λίγο το μάτι του. Ενώ θα μπορούσα να του πω «μια πελάτισσα μαλάκω», «ο ΟΑΕΕ», «κάτι δικά μου». Αυτή η αμερικανιά μάς έφαγε: όλα να τα μοιράζεται το ζευγάρι. Να πάτε σε σύμβουλο γάμου. Να τα κουβεντιάζετε ανοιχτά. Έτσι ήμασταν. Έτσι ήτανε και ο Χάρης. «Βαρέθηκα, θέλω να χωρίσουμε», είπε μια μέρα. Το εννοούσε. Κι όχι δεν υπήρχε άλλη. Βαρέθηκε ο άνθρωπος. Και μου το είπε στα ίσια. Κι εγώ είχα βαρεθεί. Αλλά όταν μου το είπε, έτσι, έπινα μεταξύ των ραντεβού μου. Και οι πελάτισσες άρχισαν τα «Τάνια μου κομμένη σε βλέπω». Αμεσότητα.

Η γιαγιά μου όταν είχαμε παντρευτεί είχε άλλη γνώμη. Ήρθε μετά στο γλέντι και με πήρε παράμερα, με φίλησε. Με σταύρωσε. Έβγαλε στο επιτόπου και μου έδωσε ένα δαχτυλίδι της, αυτό εδώ που φοράω τώρα. Αυτό. Και μου λέει μετά: «Ο άντρας σου να σε γνωρίζει από τη μέση και κάτω μόνο». Εγώ είχα μεθύσει και τη ρώτησα «Μα να μη δείξω στον Χάρη τα βυζιά μου;». Με κοίταξε λίγο όπως κοιτάω εγώ κάτι πελάτισσες που μου πουλάνε μυαλό ενώ δεν τους φτάνει ούτε για ζήτω. Σοβαρά πάντως, τη συμβουλή της δεν την κράτησα, δεν την τίμησα: δυο φορές χωρισμένη η γιαγιά. Σιγά. Που θα δώσει και συμβουλές. Αλλά είμαι σίγουρη ότι και ο Ραινιέ ελάχιστα γνώριζε την Γκρέις Κέλλυ.

Από την άλλη, είπαμε, αυτές δεν είναι πραγματικές σχέσεις. Πραγματικές σχέσεις είναι ο Χάρης που έβγαζε λιγότερα από την γυναίκα του την Τάνια τη νυχού, που βαρέθηκε, που την άφησε μετά από δέκα χρόνια γάμου με ένα τετράχρονο. Που ήμασταν μέσα σε ένα σπίτι παλεύοντας με τους εαυτούς μας και ο ένας με τον άλλο και μαζί εναντίον της ειλικρίνειας και της αμεσότητας και του να τα λέμε όλα. Που δεν μας φτάνουνε για πολύ πολύ αλκοόλ ή χάπια και καθόλου για καμμιά κόκα. Κι αυτές τις ιστορίες κανείς δεν τις γράφει. Ούτε εγώ μπορώ γιατί, όπως έλεγε και ο καθηγητής Λυκείου, είμαι λειτουργικά αναλφάβητη. Το πολύ πολύ να βγει κανα τραγούδι για τη Μαίρη Παναγιωταρά ή για το σίδερο με ατμό, τέτοια.

Τατού

Ίσως να μιλήσω για κάτι που υπάρχει, μπορεί και όχι. Ενδεχομένως θα πω για κάτι πρόσφατο, ή για κάτι μάλλον μακρινό. Άλλωστε, το μόνο πρακτικό εργαλείο για να ταξιδεύουμε στον χρόνο, έστω και στα ψέματα, είναι η μνήμη: προχτές μου θύμισαν κάτι το οποίο το είχα δεκαετίες ξεχασμένο, απόψε δεν θυμάμαι τι.

Είμαι από αυτούς που σκέφτονται κανα μήνα πριν πούνε κάτι. Πρόκειται για μια τακτική που καλλιέργησα με καρτερία κι επιμέλεια. Όταν ήμουν μικρότερος άνοιγα το στόμα μου και μίλαγα και μίλαγα, παρασυρμένος από την ομιλία μου, όπως κοιτάς χαύνος δύο νήματα που πλέκουν δυο βελόνες να βγάζουνε ρούχο που θα φορέσεις. Αυτό με έκανε να τρέμω μην ακουστώ γελοίος, να μη σκεφτούν οι άλλοι πως ίσως είμαι καραγκιόζης. Οι γύρω μου πάντως επιμελώς απέκρυπταν για χρόνια το λυπηρό γεγονός ότι πιο εύκολο είναι να ακουστώ βαρύς κι ασήκωτος και στομφώδης, παρά γελοίος. Παράλληλα, είχα υποστεί στο μεταξύ όλες τις σχετικές παραινέσεις ξανά και ξανά, όπως και την κάπως χανιμπαλεκτερικής εμπνεύσεως «να βουτάς τη γλώσσα στο μυαλό σου». Πλέον τη μαρινάρω κανονικά, λοιπόν. Αρκεί να μη με πετύχεις άυπνο, ευάλωτο ή πεινασμένο, αρκεί να μη με προσβάλεις. Αλλά δύσκολα προσβάλλομαι πια, αν και είναι εφικτό.

Μου φαινόταν αδιανόητο να χαράξεις κάτι ανεξίτηλα πάνω σου. Ειδικά κάτι αναπαραστατικά, κάτι πορτραίτα, τοπία, ονόματα. Ονόματα, ρε συ. Γιατί;  Αν πεθάνεις πρώτος, γιατί να φέρεις τα ονόματα των ζώντων πάνω σου; Αν πάλι πεθάνουν εκείνοι ή άμα σε ξεχάσουν, θα έχεις ανάγκη ακόμα οξύτερη οδύνη και πιο διαρκή από την ανάμνησή τους; Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω για κάποιο σχέδιο που θα με αντιπροσώπευε ακόμα και στο αδιανόητο μέλλον — για μένα το μέλλον πάντοτε υπήρξε αδιανόητο, ήμουνα πάντα με την άποψη του Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες: αν μπορώ να το διανοηθώ, δεν πρόκειται να γίνει.

Για χρόνια ολόκληρα δεν έβρισκα τίποτα να χτυπήσω, τίποτε με εχέγγυα διαχρονικότητας. Κατόπιν για ένα διάστημα ξέχασα τελείως την υπόθεση τατού, υπήρχαν άλλα, πολύ πιο στοιχειώδη και δύσκολα θέματα, που συνοψίζονταν στα βασικά βιοποριστικά. Όμως ενόσω ασχολείσαι με τα επείγοντα, με τα βαριά και ανθυγιεινά, τα άλλα, τα μακράς διαρκείας, βρίσκουνε τον τρόπο να ζυμώνονται και να ωριμάζουν. Τουλάχιστον, αυτό ελπίζεις: ότι τίποτε δεν θάβεται ποτέ.

Μετά λοιπόν ήρθε μια ωραία φωτεινή εποχή, με φως όπως το θέλουνε τα μάτια μου: λοξό, διάχυτο, φως που σέβεται το χρώμα και χωρίς σκληρούς ίσκιους. Και είδα σε αυτό το φως ότι η ζωή αφήνει πάνω μας πολλά, και κυρίως το ποιοι είμαστε. Μας χαράζει και μας πλάθει και μας ζυμώνει και μας σφυρηλατεί. Άρα δεν χρειάζεται να διανοηθείς κάτι που δεν θα σου φέρνει αμηχανία στο μέλλον: αν ο εαυτός σου δεν σου φέρνει αμηχανία πια, αρκεί να προσθέσεις πάνω σου, εκούσια, κάτι που μιλάει για τον εαυτό σου.

Το σχέδιο το αποφάσισε λοιπόν η πείρα. Την απόφαση να το χτυπήσω την έδωσε η συγκυρία: το θαυμάσιο απροσδόκητο, ζωογόνο και απαραιτήτως χαμογελαστό, αυτό που σε ξεπερνάει και γι’ αυτό σε τραβάει μαζί του και σου λέει: «ζήσε λίγο ακόμα, μια βδομάδα, εξι μήνες, δέκα χρόνια, μισόν αιώνα ακόμα, μήπως μεγαλώσεις κι άλλο και με φτάσεις». Και το μέλλον δεν είναι πια αδιανόητο, γιατί ζεις εντός του και είναι πια παρόν και ποσώς δεν σε ενδιαφέρει να το διανοηθείς, τελικά: μόνον να το εξαπλώσεις πασχίζεις.

Ήταν ένα μικρό καράβι

Είμαστε όλοι σε ένα βαπόρι. Είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα. Καίει το μαζούτ λίγο σπάταλα. Οι κουπαστές του είναι χαμηλές και αν πλησιάσει κανα παιδί, κινδυνεύει να βρεθεί στη θάλασσα. Οι έξοδοι κινδύνου δεν είναι φαρδιές, δεν έχει και κυλιόμενες. Το κατάστρωμα γλυστράει μόλις σηκωθεί λίγος πίτυλος. Όλοι πάνω του γκρινιάζουν. Όλοι: αυτοί που είναι στην πρώτη θέση γιατί είναι λίγες οι μονόκλινες καμπίνες. Αυτοί που είναι στην τουριστική γιατί δεν πέφτουν πίσω τα καθίσματα, το σαλόνι μυρίζει ενώ στο κατάστρωμα δεν χωράς να περάσεις. Οι υπόλοιποι επιβάτες θα ήθελαν να τρώνε κάτι καλύτερο κι όχι μόνον καραβίσια μακαρονάδα με φραπέ καραβίσιο ή τριήμερες τυρόπιτες του Έβερεστ.

Κι αναλαμβάνει καπετάνιος ένας ψηλός θεωρητικός μουστακαλής. Και λέει: «Αυτό το βαπόρι δεν είναι σύγχρονο, δεν είναι άνετο, δεν είναι ασφαλές. Κι έχει και υψηλή κατανάλωση καυσίμου.»

Με τα πολλά, το βαπόρι αρχίζει να μπάζει. Μάλλον ο καπετάνιος έξυσε τίποτε ξέρες, καμμιά φαλκονέρα. Όμως κάποιοι ψύχραιμοι επιβάτες, που διαβάζουν εφημερίδες, έχουνε πάρει το Λόουερ κι έχουνε ταξιδέψει και στο Παρίσι, εξηγούνε στους επιβάτες ότι το βαπόρι βουλιάζει γιατί είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα, ενώ καίει το μαζούτ λίγο σπάταλα. Επίσης, δεν πληροί βασικούς όρους ασφαλείας. Έτσι κι αλλιώς, όλοι πάνω του γκρινιάζουν, πλήρωμα κι επιβάτες. Αυτά μας φέραν ως εδώ. Και τώρα μπάζει νερά.

Τότε ο δεύτερος συλλαμβάνει ένα ευφυές σχέδιο: όσο μειώνεται η μάζα ενός πλεούμενου, τόσο μικραίνει το εκτόπισμά του. Ενδεχομένως αν απαλλαγούμε από αρκετό έρμα, να καταφέρουμε να σηκωθεί τόσο το σκαρί ώστε το σημείο από το οποίο μπάζει να μην είναι πια στα ύφαλα.

Αντί να πετάξει ο δεύτερος (που στο μεταξύ έγινε πρώτος) έρμα, αρχίζει να πετάει επιβάτες. Της τουριστικής. Νύχτα. Διακριτικά. Από το κατάστρωμα. Πρώτα σουτάρει κάτι γριές τύπου χαροκαμένες που γύριζαν από τον οφθαλμίατρο στον Πειραιά πίσω στο νησί. Μετά κάτι τσιγγανάκια — δεν πειράζει, αυτοί γεννάνε πολύ. Ύστερα κανα γκρούβαλο άπλυτο ψιλομαστουρωμένο. Μετά άρρωστους (μαζί με αναπηρικά καροτσάκια, είναι βαριά αυτά). Δυστυχώς δεν υπήρχαν εθελοντές, αφού οι επιβάτες της τουριστικής δεν έδειχαν υπευθυνότητα και δεν ήθελαν να βάλουνε πλάτη να σωθεί το σκαρί.

Κάποιοι διαμαρτύρονταν. Έντονα. Όμως κάποιοι άλλοι επιβάτες, όχι της πρώτης αλλά που συνέτρωγαν πότε με επιβάτες της πρώτης και πότε με το πλήρωμα, αυτοί που διαβάζουν εφημερίδες, έχουνε πάρει το Λόουερ κι έχουνε ταξιδέψει και στο Παρίσι δηλαδή, εξηγούσαν άοκνα τα αυτονόητα: Αν δεν φύγει η σαβούρα, το πλοίο θα βουλιάξει. Απλά. Επιπλέον, το πλοίο ήτανε σπάταλο και σκυλοπνίχτης: είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα, οι κουπαστές του είναι χαμηλές και αν πλησιάσει κανα παιδί, κινδυνεύει να βρεθεί στη θάλασσα, ενώ οι έξοδοι κινδύνου και το κατάστρωμα είναι παγίδες θανάτου. 

Μετά διαμαρτύρονταν ακόμα περισσότεροι, ιδίως όσοι έβλεπαν ότι έλειπαν σωστικές λέμβοι, ότι φαινόταν να έχει μειωθεί η κίνηση στο σαλόνι της πρώτης θέσης. Άλλοι έβλεπαν τα πιτσιρίκια τους να λείπουν, άλλοι δεν έβρισκαν τα ταίρια τους — κάποιοι απλώς αναρωτιόντουσαν τι απέγινε ο γεράκος που γύριζε το κανάλι στα τούρκικα. Άρχισαν μάλιστα μικροταραχές πάνω στο πλεούμενο αλλά ευτυχώς το πλήρωμα τις κατέστειλε επιτυχώς, προτού υπάρξει φθορά ξένης περιουσίας ή, χειρότερα, καμμιά ανταρσία.

Στο μεταξύ οι λογιότεροι επιβάτες εξηγούσαν ακούραστα οτι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι ακριβώς γινότανε τις νύχτες, δηλαδή ποιοι την έκαναν από το βαπόρι με λέμβους και ποιοι κατέληγαν στα ψάρια σαν έρμα. Ίσως να έφευγαν οι δειλοί της τουριστικής θέσης με τις λέμβους, άλλωστε και στις αεροπορικές θέσεις είχε αραιώσει η κίνηση. Σίγουρα πάντως είναι προπαγάνδα κάποιων και χυδαίος λαϊκισμός ότι πετάνε στη θάλασσα μόνον τους «κατάστρωμα». Κι έτσι, από ένα σημείο και μετά, όλοι ήτανε μπερδεμένοι: οι λέμβοι λιγόστευαν, η κίνηση και στην πρώτη θέση και στα αεροπορικες θέσεις αραίωνε: ποιοι κατέληγαν έρμα και ποιοι ασφαλείς στο κοντινότερο λιμάνι, ποιος να το ξέρει; Τέτοιες ώρες, όταν ο χρόνος που περνάει είναι πολύτιμος, ποιος θα ασχοληθεί με φιλοσοφίες; Σημασία έχει να αλαφρύνει το σκαρί, που όλο βουλιάζει, να σηκωθεί η ρωγμή πάνω από τα ίσαλα. Να σωθεί το σκαρί.

Η ιστορία τελειώνει κάπως έτσι: στις τελευταίες λέμβους επιβιβαστηκαν αυτοί που διαβάζουν εφημερίδες, έχουνε πάρει το Λόουερ κι έχουνε ταξιδέψει και στο Παρίσι. Επέμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι το βαπόρι, όχι γιατί το έριξε ο πρώτος σε ξέρες, φήμες που διαδίδουν ανεύθυνοι και γραφικοί, παρά βουλιάζει γιατί είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα, ενώ καίει το μαζούτ λίγο σπάταλα. Επίσης, δεν πληροί βασικούς όρους ασφαλείας. Αυτά μας φέραν ως εδώ

Τελικά στο βαπόρι, που ταξίδευε σαν το πλοίο του Ιπτάμενου Ολλανδού μάταια και χωρίς προσδοκία λιμανιού, έμειναν κάμποσοι της τρίτης θέσης και μερικοί από το πλήρωμα. Το ΠΝ σκεφτόταν να το βυθίσει μια κι έξω το σαπιοκάραβο, τον σκυλοπνίχτη, την ντροπή της ακτοπλοΐας. με αυτόν τον τρόπο θα παραδειγματίζονταν και άλλοι πλοιοκτήτες, που αφήνουν να ταξιδεύουν ακόμα παλιά ενεργοβόρα σκαριά, με χαμηλές κουπαστές κι ολισθηρά καταστρώματα: αφού στο τέλος μπαζουν και βουλιάζουνε. Αλλιώς, μπορούν όσοι ακόμα επιβαίνουν στο σκαρί να συνεχίσουν, μάλλον να εντατικοποιήσουν, το πρόγραμμα μείωσης έρματος. Ποιους θα πετάξουν στη θάλασσα μπορούνε πια να το αποφασίζουνε μόνοι τους. Αυτό δεν ήθελαν;

Η μάνα σου η Δανέζα

‘Jens’ είναι ο Γιάννης στα δανέζικα. Όμως όταν ο Γιάννης (ή Jens) γεννήθηκε στο Ούνσε (που εμείς λέμε Οντένσε ή Όδενσε), η ελαφρώς παχύσαρκη ληξίαρχος δεν ενδιαφέρθηκε για αντιστοιχίες, άλλωστε δεν της επέτρεπε ο Νόμος να ασχοληθεί με αντιστοιχίες και την ετυμολογία των ονομάτων. Οι γονείς του νεογέννητου δεν ήτανε παντρεμένοι και ήτανε και οι δύο παρόντες. Ο πατέρας είπε «Γιάννης» (από τον μπαμπά του) και η μαμά είπε «Jens» (γιατί είχε νταγκλάρει από την επιλόχια κατάθλιψη και, μάλλον, και από το ελάχιστο μαυράκι που έκανε και σαν λεχώνα, που την έπιανε πολύ). Και έτσι έμεινε, είτε είχε υπάρξει συνεννόηση (όπως η μάνα του Γιάννη, η κυρία Helle, ισχυρίζεται), είτε όχι. Πάντως η ληξίαρχος έγραψε Janis Jens Makris στις 4 Μαΐου 1993. Η μητέρα του αργότερα θεώρησε ότι το παιδί θα μπορούσε να ενταχθεί καλύτερα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία αν το έλεγαν απλώς και μόνο Jens. Ο πατέρας δεν είχε αντίρρηση.

Γενικά, ο πατέρας του Γιάννη δεν είναι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Εκτός από το ότι έδωσε στον πρωτότοκό του το όνομα του πατέρα του. Και εκτός από το ότι πήδηξε στην Ίο μια Δανέζα το 1992 πίσω από μια βάρκα στον Μυλοπότα. Την οποία και γκάστρωσε στο επιτόπου, ή την επόμενη βραδιά στη Χώρα, σε ένα από ενοικιαζόμενα κοντά στο κλαμπ Arjuna. Κατά τα άλλα δεν ήταν ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Ήταν ήδη τριαντάρης το ’92 και ξέμεινε στην Ίο γιατί είχε απαγορευτικό για Σαντορίνη. Επίσης ήτανε τρομακτικά καλλιεργημένος (έτσι τον λέει ο Γιάννης: «τρομακτικά καλλιεργημένο»). Ακολούθησε μάλιστα την κατά δύο χρόνια μικρότερη Helle στη Δανία και ανέλαβε τις ευθύνες του. Από κάτι φωτογραφίες (σε χαρτί, παρακαλώ!) φαίνεται ότι η κυρία Helle ήτανε μία συγκλονιστικά θεοτική μουνάρα («θεοτική μορφή» τη λέει ο Γιάννης) τότε, αλλά και η πνευματική επικοινωνία με τον πατέρα του φίλου μου δεν πρέπει να στάθηκε δύσκολη υπόθεση: το καυλάντισμα (‘καμάκι’ το έλεγαν τότε) ξεκίνησε στη βάση της Χώρας, εκεί όπου οι Ιταλοί χειρονομούσαν λιάρδα στο μεθύσι ζητώντας πίπες και πισωκολλητά από όλες τις περαστικές, με θέμα τον Κίρκεγκωρ. Στο Ούνσε βρήκε γρήγορα τι να κάνει με το άχρηστο και πρόσφατο διδακτορικό του στον στριμμένο Δανό με το παράξενο επώνυμο «Νεκροταφείο»: του έδωσαν μια θέση λέκτορα για να διδάσκει, αυτός που και Έλληνας ήταν και μόλις μιάμιση δημοσίευση είχε. Τουλάχιστον ήτανε ξανθός, σκέτο τυρί ξανθός, από τα ψηλά της Θεσσαλίας. Έμειναν λοιπόν εκεί, στην αγκαλιά του κράτους προνοίας μέχρι που ο Jens γιόρτασε τα ένατα σημαιοστολισμένα γενέθλιά του: όλες οι γιορτές, ως και τα Χριστούγεννα, είναι σημαιοστολισμένα στη Δανία, άλλωστε το Dannebrog δεν είναι και καλά έμβλημα εθνικισμών αλλά η παλιότερη σημαία στον κόσμο, λάβαρο αναστάσιμο. Μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, αφού η μάνα του Γιάννη βρέθηκε κάπως να συμμετέχει στην διοργάνωση των Ολυμπιακών του 2004.

Ο Γιάννης ή Jens ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα. Δηλαδή ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα όταν τον γνώρισα στη Σχολή το ’12. Ήταν ένας κανονικός άνθρωπος, αν και πανύψηλος, χωρίς την ελάχιστη σκιά προφοράς. Παρότι είχε κάποια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο που έφερναν σε καλοσυνάτη φώκια, συνεισφορά των σκανδιναβικών γονιδίων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από την Κυλλήνη (σαν εκείνη τη Δέσποινα που με βασάνιζε στο Λύκειο) ή από τα βουνά της Κρήτης — το μυαλό μου δεν πήγαινε στα Τρίκαλα, από τα οποία καταγόταν κατά το άλλο ήμισυ. Κάναμε παρέα, βγαίναμε, τα γνωστά. Εντάξει, έμαθα ότι η μάνα του ήτανε ξένη, αλλά σιγά.

Και κάποια στιγμή βγήκαμε για καφέ με την ξαδέρφη του την ξένη, τη Δανέζα, που είχε έρθει για διακοπές. Και ξαφνικά ο Γιάννης μεταμορφώθηκε σε Jens, ή μάλλον: βγήκε από μέσα του ο Jens όπως οι εξωγήινοι ξεντύνονται την ανθρώπινη στολή τους στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Μίλαγε δανέζικα με την ξαδέρφη, μίλαγε αυτή τη γλώσσα που δεν είχα ξανακούσει, τέλεια όμως, μια γλώσσα χωρίς σύμφωνα, που ακούγεται σαν συνεχόμενος πνιγμός με θαμπά μεταβλητά φωνήεντα, μια γλώσσα σαν να στραβοκαταπίνει μεθυσμένος. Και ο Jens ήταν ένας άλλος άνθρωπος, πρόδηλα ξένος, που απλώς έμοιαζε φτυστός ο Γιάννης. Ο άνθρωπος ήτανε δύο άνθρωποι.

Φαγώθηκα να καταλάβω πώς και τι. Ο άνθρωπος έμοιαζε σαν να έχει δυο μητρικές γλώσσες. Μου είπε ότι μίλαγε δανέζικα με τη μάνα του και παντού στο Ούνσε, αλλά ότι ο πατέρας του του μάθαινε γραφή κι ανάγνωση και στα ελληνικά, άσε που του μίλαγε μόνον ελληνικά και του διάβαζε Τριβιζά, Κόμιξ και Ζωρζ Σαρρή — ώσπου έμαθε κι εκείνος να διαβάζει ελληνικά. Τα καλοκαίρια πήγαιναν από τα δύο του στην Ελλάδα. «Και τι μίλαγαν με τη μάνα σου;» «Μόνον αγγλικά, τα δανέζικα του πατέρα μου είναι ακόμα χάλια, και στο πανεπιστήμιο στα αγγλικά δίδασκε.» Μετά ήρθανε μόνιμα στην Ελλάδα. Αλλά πλέον πήγαινε πίσω στη Δανία τα καλοκαίρια για κανα δίμηνο («Δεν παλεύεται η ζέστη εδώ, ρε φίλε.»), ώσπου η εφηβεία τού αποκάλυψε και αυτουνού τα θέλγητρα των νησιών.

Ο Γιάννης / Jens, ο άνθρωπος που είναι δύο άνθρωποι, παραπονιότανε συχνά για την γκαντεμιά του, που και οι δύο άνθρωποι που είναι είναι επαρχιώτες. «Χάθηκε να την έπεφτε σε καναν αμερικάνο; / Χάθηκε να την έπεφτε σε καμμιά αγγλίδα;» Πάντως θεωρεί τους Δανούς σαφώς πιο επαρχιώτες από εμάς: όλοι τούς ξέρουν όλους και παριστάνουν ότι δεν ασχολούνται μαζί τους. Κονφορμιστές και μάλλον δειλοί. Το κεφάλι που προεξέχει το κόβουν, για όποιο λόγο κι αν προεξέχει. Για όλα φταιν οι Γερμανοί. Μετά με άρχιζε για τους Έλληνες: νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, δεν βλέπουνε πέρα από το σπίτι τους κι από το σόι τους. Παρτάκηδες. Για όλα φταιν οι Τούρκοι.

Πανεπιστήμιο αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα γιατί ο χειμώνας στη Σκανδιναβία δεν παλεύεται. Ούτε και το φαγητό. Και γιατί η Αθήνα είναι μεγάλη και ζωντανή πόλη και μπορείς να πιεις χωρίς να καταχρεωθείς — και ας βρωμάει, και ας σου «διακορεύει το νευρικό» ο θόρυβος. Πάντως μπορεί να το παίξει δίπορτο: ο πατέρας του ζει πια στο Ούνσε με μια πιτσιρίκα Ινδή δεύτερης γενιάς, που μιλάει καλύτερα δανέζικα από τον ίδιο, ενώ η κυρία Helle ζει στο Κουκάκι και δουλεύει στο Δανικό Ινστιτούτο στην Πλάκα και «γενικώς καλοπερνάει».

Τις προάλλες τον ρωτάω αν αισθάνεται ότι ανήκει και στις δύο χώρες. «Αν ήμουν ευρωπαϊστής, θα σου έλεγα ότι είμαι Ευρωπαίος, αλλά γαμιέται η Ευρώπη, η κοιτίδα της βαρβαρότητας και της αποικιοκρατίας, γαμιέται και η ΕΕ.» «Τώρα μιλάει η Δανία μέσα σου», του είπα και τον ξαναρώτησα αν λοιπόν αισθάνεται ξένος και στην Ελλάδα και στη Δανία. «Εξαρτάται: αν έχω πιει, πατρίδα κι εδώ, πατρίδα κι εκεί. Αν πεινάω, είμαι ξένος.» Πολλές φορές, άμα λέει τέτοια, νομίζω ότι με δουλεύει που δεν έχω ξεμυτίσει, που ο κόσμος μου είναι η Αττική, η Πάτρα και ο γύρος της Ιταλίας που έκανα με ιντερέιλ. Άλλες φορές λέει ότι η γλώσσα είναι η μόνη μας πατρίδα και ότι, τζα!, αυτός έχει δύο. Καμμιά φορά είναι τρελοκομείο ο Γιάννης.

Γενικά είναι περίεργος τύπος. Μυστήριος. Και εδώ και αλλού. Ο ίδιος μού είπε ότι φταίει το δανέζικο χιούμορ, που είναι υπόκωφο, στεγνό και βραδύκαυστο. Από την άλλη, δεν μοιάζει να έχει φίλους στη Δανία, όχι πάντως κολλητούς. Εδώ κάνει παρέα μ’ εμένα — αλλά δεν καταλαβαίνω πώς — και με ένα παλιό συμμαθητή του. Είχαμε πάει για ποτά, μπύρες πίνει, και τον ρώτησα. Μου είπε ότι δεν έχει φίλους, ότι προτιμάει να κάνει παρέα με γυναίκες. Εκεί λίγο με ξένισε. Τον ρώτησα γιατί. «Με τις γυναίκες μπορείς και να το κάνεις και να πεις και καμμιά κουβέντα της προκοπής. Με τους άντρες τίποτε από τα δύο. Δηλαδή όχι τόσο ωραία.» Με δουλεύει; δεν ξέρω. Ώρες ώρες νιώθω ότι δεν είμαστε συνομήλικοι αλλά ότι μιλάω με κάποιον σαραντάρη και βάλε. Μάλλον φταίει το χιούμορ: με την ξαδέρφη του γέλαγαν κάμποση ώρα επειδή ο Jens έκανε μια παντομίμα ότι τάχα προσπαθεί να φτύσει μια τρίχα χαμογελώντας ταυτόχρονα, μουνότριχα δηλαδή. Δεν ξέρω, θα φταίει το χιούμορ. Πάντως με γυναίκες τον έχω δει, τον περιμένουνε συνήθως όταν το διαλύουμε, εκεί κατά τις 10 και. Πάντα με κάτι γκόμενες να λιποθυμάς κυκλοφορεί, κάτι τύπισσες κι εγώ δεν ξέρω πώς να τις πω και πώς να τις περιγράψω.

Εκεί που τρώγαμε κάτι σουβλάκια και περπατάγαμε τις προάλλες άρχισε ξαφνικά να μου λέει, εκτός θέματος, για κάτι δανέζικες εφημερίδες, που είναι «σκέτες φυλλάδες». Σκατόφυλλα χειρότερα από την Εσπρέσσο. Μου έλεγε για τις Δανέζες, που ξεσαλώνουνε στη Μεσόγειο αλλά ξαναγίνονται παρθενοπιπίτσες όταν επιστρέφουνε στον Βορρά. Για τη βασίλισσά τους που καπνίζει, τον γκέι Γερμανό άντρα της, για το πόσο μαλάκες είναι οι Κοπεγχαγινοί. Τέτοια. «Τι μου τα λες αυτά;» «Δεν ξέρεις τι προνόμιο είναι να τρως πιτόγυρο περπατώντας» μου είπε, «να στάζουνε τα λίπια και τα τζατζίκια μέσα από τη λαδόκολλα στο πεζοδρόμιο». Όχι, δεν ξέρω. Μετά μου εξήγησε ότι εκείνη την ώρα σαν να του έλειπε το Ούνσε, σαν να ένιωθε μακριά από παντού: και από την Αθήνα, που την περπάταγε εκείνη την ώρα, και από το Ούνσε, την πόλη όπου μεγάλωσε. Τον ρώτησα τι του ‘ρθε και λέει τέτοια, αν είναι ερωτευμένος. Μου απάντησε πως δεν χρειάζεται να είσαι ερωτευμένος για να σου φέρνει μια γυναίκα χαλασμό.

«Γιατί όλο λες ‘γυναίκα’; Γκόμενες τις λέμε.»
«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, ρε μαλάκα. Έλεος.»

Ψάρεψε ένα κρεμμύδι μέσα από τη λίγδα τους εκμαγείου της λαδόκολλας και καταπίνοντας την μπουκιά του είπε:

«Kvinder, ρε συ, kvinder eller kaos.»

Μου το μετέφρασε και μου το έγραψε στο κινητό, γιατί αλλιώς γράφεται κι αλλιώς προφέρεται αυτή η γλώσσα.

Με τον Jens, τον Γιάννη, δεν μιλιόμαστε εδώ και δυο τρεις βδομάδες. Τον έκανα και μπλοκ στο φέισμπουκ. Ναι, οκέι, ξέρω, αυτά τα κάνουνε τσαντισμένες γκομενίτσες αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Είχα πάει με μπύρες στο σπίτι του να δούμε το Μπαρσελόνα-Τσέλσι, αλλά έβγαλε κάτι σναπς. Ε, γλυκόπιοτα είναι αυτά, ήπιαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας μέχρι να λήξει το ματσάκι και μετά παραγγείλαμε πίτσες και το ρίξαμε στη μαυροδάφνη: ο Γιάννης επέμενε ότι αν πίναμε μπύρα θα μας χάλαγε κανονικότατα. Του είπα κι εγώ τα γκομενικά μου, για την Κική το βάσανο δηλαδή, αν και με δυσκολία: δεν μου αρέσει να κουβεντιάζω τέτοια πράματα. Του είπα λοιπόν τα γνωστά, ότι την αγαπάω κι ότι κι εκείνη λέει ότι με αγαπάει. Εκεί με έκοψε και με ρώτησε αν δεν είμαστε λίγο μικροί να μιλάμε για αγάπες ακόμα, εγώ τον είπα μαλάκα και τον έστειλα να πα να γαμηθεί και συνέχισα. Του είπα λοιπόν ότι την αγαπάω την Κική κι ότι με αγαπάει, ή τεσπά έτσι λέει. Με ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά μου. Του είπα ότι είμαι σίγουρος ότι με απατάει.

«Εννοείς ότι πηδιέται και με άλλους;», με ρώτησε γελώντας, και μάλιστα γελώντας κάπως επιτηδευμένα.
«Ναι ρε μαλάκα. Εξαφανίζεται. Δεν απαντάει και στο κινητό.»
«Μαζί σου πώς είναι όμως ρε συ;»
«Όνειρο. Με κάνει ευτυχισμένο. Μόνο μαζί μου είναι όταν είναι μαζί μου. Με κάνει να νιώθω τρελή χαρά και φαίνεται χαρούμενη και η ίδια.», είχαν αρχίσει να μιλάνε το σναπς κι η μαυροδάφνη και δεν μπορούσα να αρθρώσω τα λόγια μου: όσο έτρεχαν τα λόγια στο μυαλό μου, τόσο σκόνταφταν στο στόμα μου.
«Αν σε αγαπάει και το νιώθεις ρε μαλάκα, ρε μαλακισμένε, τι σε νοιάζει τι κάνει όταν δεν είναι μαζί σου; Αφού σε αγαπάει.» είπε ο Jens και με κοίταγε ειρωνικά, που οκέι, δεν πειράζει, αλλά και με συμπόνοια, όπως κοιτάμε παιδί που σκούζει γιατί του πήρανε το παγωτό. Αγρίεψα.
«Άντε και γαμήσου ρε μαλάκα.»
«Νταξ, γαμιέμαι. Θενξ.»
Τα πήρα άγρια. Ο μαλάκας ο ξένος. Το σκανδιναβό το ξενέρωτο. Που δε μασάει:
«Γαμιέται η μάνα σου, ρε μαλάκα.»
«Ναι, γαμιέται. Η δικιά σου, πάλι, όχι.»

*

Αναδημοσίευση από ΤΟ ΠΑΡάΘΥΡΟ, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων.

Φωτογραφία: «On the Beach» (1951) του William Mortensen

Dvandva

 
I.
Αντιμετωπίζω με ειλικρινή συμπάθεια τους κεντροδεξιούς (επιμένω ότι δεν αντιλαμβάνομαι τι θα μπορούσε να είναι «κεντροαριστερά», πέραν των υβριδίων της σοσιαλδημοκρατίας) που μισούν τον φασισμό. Νιώθω την αγωνία τους για τον φασισμό, που οδηγεί στην απαξίωση της αστικής δημοκρατίας και που αναγκάζει μια χούφτα ανθρώπων με τιμή και αγωνία να προσπαθήσουν να του κόψουνε μόνοι τους τον δρόμο, όπως μπορούν.
Κάποιοι άλλοι εννοείται πως απλώς γογγύζουν επειδή ο φασισμός χαλάει την πιάτσα (τους), αυτούς δεν τους συμπαθώ βεβαίως. Ωστόσο, υπάρχουν όντως πολλοί που αισθάνονται ειλικρινή αποστροφή απεναντι στους εχθρούς της ελευθερίας, στους ιεραπόστολους της απροκάλυπτης απανθρωπιάς και βαρβαρότητας, που σιχαίνονται τη μηχανική κτηνωδία του φασισμού, τη μηχανή του θανάτου του — αυτοί είναι σχεδόν αδέρφια.
Τους συμπαθώ λοιπόν αυτούς και τους έχω για σχεδόν αδέρφια ως προς την απέχθειά τους απέναντι στην ολοκληρωτική μυθολογία του φασισμού.
 
Όμως σπανίως στεκόμαστε άκριτα απέναντι στα αδέρφια μας και πολύ λιγότερες φορές ταυτιζόμαστε με αυτά. Το λέω αυτό γιατί οι αντιφασίστες κεντροδεξιοί δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται ότι ο φασισμός (αλλά και κάθε ολοκληρωτισμός που προσκυνάει τον θάνατο, την όποια καθαρότητα και την κοινωνική χλωρίνη) αποτελούν στοιχείο του συστήματος στο οποίο οι ίδιοι πιστεύουν: ενός συστήματος που ευαγγελίζεται δικαιοσύνη και ελευθερία χωρίς δίκαιη κατανομή πλούτου, που επιδιώκει ισότητα κι ισονομία χωρίς αλληλεγγύη. Σε αυτό το σύστημα οι φασίστες ενσαρκώνουν τον αναγκαίο εχθρό για τον διαρκή ήπιο πόλεμο που κρατάει «την κοινωνία σε εγρήγορση», ενώ παράλληλα εγκολπώνονται στις φαιές φάλαγγές τους πολλούς μετεξεταστέους και ανεξεταστέους της δημοκρατίας — ώστε να μη ριζοσπαστικοποιηθούν κι έχουμε φασαρίες.
Οι αντιφασίστες κεντροδεξιοί μού θυμίζουνε λοιπόν τους αντιπουριτανούς και αντιηθικιστές χριστιανούς, που ολοφύρονται για την υστερική έμφαση στη σεξουαλική «αμαρτία» που προσδίδουν οι «φανατικοί», οι «πιετιστές», οι «ηθικιστές». Αρνούνται κι εκείνοι να παραδεχτούν ότι η υστερική αυτή έμφαση, ιδίως η αντίληψη της αντιερωτικής καθαρότητας του σώματος, αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πίστης τους, από τον Απόστολο Παύλο και μετά.
IΙ.

Ας υποθέσουμε ότι λόγω μιας ξαφνικής ανωμαλίας της φύσεως εκλείπει τα μεσάνυχτα κάθε ομοφυλοφιλική συμπεριφορά, ας πούμε ότι λόγω τερατώδους θαύματος κάποιου θεού μοχθηρού και με τάσεις για κατακλυσμό και απανθρωπιά είναι αδύνατη η όποια εκδήλωσή της, σε οποιοδήποτε επίπεδο — έστω και σε αυτό της προαίρεσης. Θα έχει πια νόημα η σύναψη συμφώνου συμβίωσης (ή και γάμου) μεταξύ δύο γυναικών ή δύο ανδρών;

Η απάντηση είναι «εννοείται». Το κράτος δεν θα έπρεπε να το κόφτει τι κάνει (ή τι δεν κάνει, στον ζοφερό παράλληλο κόσμο που περιέγραψα πιο πάνω) ένα ζευγάρι που συναίνεσε να μοιραστεί τον βίο και τα αγαθά του για όσο διαρκεί το σύμφωνο (ή ο γάμος) ή που ανέλαβε να μεγαλώσει παιδιά από κοινού. Άλλωστε, αφήνοντας στην άκρη διαζύγια λόγω προσχηματικής «μη εκπλήρωσης συζυγικών καθηκόντων», αν η ερωτική δραστηριότητα μεταξύ εγγάμων (ή συναψάντων σύμφωνο) αποτελούσε κριτήριο εγκυρότητας ή βιωσιμότητας του ετερόφυλου γάμου… χαχά δηλαδή.
Η φωτογραφία είναι του Zach Gold.

Πολλές εκδοχές του φαιού

Δεν γκρινιάζαμε τζάμπα την προηγούμενη δεκαετία: τα σχολεία μάς προετοίμασαν για τη διαδικτυακή πολυμάθεια και την άκριτη κατάποσή της, ο Χριστόδουλος μάς άφησε μόνιμη βλάβη, τα ιδιωτικά κανάλια διαμόρφωσαν συνειδήσεις και πάκτωσαν την πολτοειδή ιδεολογία που μας πνίγει πια σαν ηφαιστειακή λάσπή.

Ο εθνικισμός έχει γίνει η βάση, η αφετηρία κάθε συζήτησης. Εμείς που στα νιάτα μας φοβόμασταν μη μας διαφεντέψουν κουτοπόνηροι κομισάριοι, αναγκαζόμαστε να συνομιλούμε με ημιμαθείς μανατζεράδες και με δαπίτες απολογητές του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Τα αυτονόητα έχουν εδραιωθεί: η ορθοδοξία είναι παρούσα στανικώς, ο έρωτας μπορεί να συζητιέται αρκεί να (ετερο)ρυθμίζεται, τα συμφέροντα των ελίτ είναι εθνικά συμφέροντα, ορθολογισμός είναι όποια τακτική θα περισώσει το σύστημα και θα συντηρεί την επίφαση κανονικότητας, Ευρώπη είναι αποκλειστικώς η Avenue Louise και οι μπουρζουά γειτονιές του Παρισιού, με ολίγη από γερμανική ευταξία και Μεσευρωπαϊκές πόλεις-μουσεία.

Ο γάιδαρος πετάει και τα λοιπά. Το γαϊδουροτόμαρο είναι φαιό.

MSG

Το MSG (γλουταμινικό μονονάτριο), που οι παλιοί εστιάτορες λέγανε «νόστιμο», είναι για τους Ασιάτες ο φορέας της γεύσης ουμάμι, της κρεατένιας μιαμ-μιαμ γεύσης που έχουνε τα κινέζικα πιάτα. Για εμάς τους δυτικούς, το MSG είναι απλώς ενισχυτικό γεύσης.

Το MSG αποτελεί επίσης απαραίτητο συστατικό της στρατευμένης δημοσιογραφίας εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Προσοχή, δε μιλάω για διαστρέβλωση, π.χ. σταλινικά εκκαθαρισμένες φωτογραφίες κομματικών εκδηλώσεων ή αλλογενείς κορμοράνους λουσμένους σε πετρελαιοκηλίδες του Περσικού Κόλπου. Μιλάω για τη χάλκευση που θα ενισχύσει τη γεύση αυτού που παρουσιάζεται, που θα την κάνει λίγο πιο κρεατένια και ακόμη πιο ανθρωποφαγική τελικά.

Δύο παραδείγματα έχω στον νου: τις σκηνοθετημένες φωτογραφίες με σταυρωμένες γυμνές αρμένισσες κατά μήκος του δρόμου (όπως έκαναν οι Ρωμαίοι στους μαχητές του Σπαρτάκου) κατά τη διάρκεια της αρμενικής γενοκτονίας και την ψευδή πληροφορία ότι οι ναζί έφτιαχναν σαπούνια από το λίπος των εξοντωμένων Εβραίων.

Δεν αρκούν η αποκρουστική γεύση της γενοκτονίας, η μαζική εξόντωση, η συστηματικότητα και διεξοδικότητα του ξεκληρίσματος:  πρέπει να ενισχυθούν αλγολαγνικά ή με στοιχεία γκραν γκινιόλ. Και, αν πιστέψουμε τη Σούζαν Σόνταγκ, η σύγχρονη τέχνη έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο σε αυτή την ανάγκη να ενισχυθεί η κρεατένια γεύση της φρίκης, θέλοντας να ταράξει, να σοκάρει και να αφυπνίσει: απαιτώντας πάντα πιο έντονες γεύσεις, ιδίως αν είναι απαίσιες.

Displacement

Υπάρχει μια φάρα ανθρώπων που πέρασαν άνοστες εφηβείες και κατοπτρικές έως ρυτιδούμενες νεότητες: ως φυτά, ως δειλοί, ως προγκηγμένοι, ως μαντρωμένοι, ως φτωχοί… Μετά ανακαλύπτουν κάτι (τη μουσική, τους έρωτες, την πολιτική, τα γράμματα, μια καλή δουλειά, την Τέχνη, την παρέα, κάποιο χόμπι, τρεις-τέσσερις ανθρώπους κλειδιά) και χειραφετούνται, ανοίγονται, ανθοφορούν — κάποιοι αναφλέγονται κιόλας. Παραμένουν όμως ημίψυχοι και βαρείς όσο αφήνουν το αζώιστο παρελθόν τους να λειτουργεί ως έρμα, ως κάτι που κρύβουν επιμελώς μέσα τους: ακόμα κι αν δίνουνε φλόγα, δεν πετούν. Αν μάλιστα αφήσουν αυτό το έρμα, που το κουβαλούν ακαταπαύστως, να τους κάνει αμυχές, υποφέρουν. Αν οι αμυχές κακοφορμίσουν, άσε.

Δεν τα λέω αυτά αφ’ υψηλού κι εξ αποστάσεως: υπήρξα ντροπαλός και, κυρίως, φτωχός (μέχρι το 2007). Ανάσανα όταν αποδέχτηκα το παρελθόν μου, τα εχω γράψει αυτά εδώ, από τα ελάχιστα προσωπικά θέματα που έχω μοιραστεί στο μπλογκ χωρίς να έχει μεσολαβήσει πολύς καιρός. Ανάσανα κι ανένηψα και πέταξα όταν συμφιλιώθηκα με το παρελθόν μου και όσα έχει συνεισφέρει στο ποιος είμαι. Αποδέχτηκα ότι υπήρξα χριστιανόπαις, βλάκας των βιβλίων, μετά ντροπαλός και μπατίρης, μετά μπατίρης κι ενοχικός, μετά μπατίρης και μόνο. ‘Επαψα να μισώ το παρελθόν μου, να κλαίω τα χαμένα χρόνια και αποφάσισα να διαστείλω το παρόν. Όσοι με διαβάζετε καιρό, ήδη χασμουριέστε: τα έχω ξαναπεί αυτά.

Εδώ και πολλά χρόνια, περισσότερα από όσα θα ήθελα, κι εσείς που με διαβάζετε καιρό κι αυτό το ξέρετε, δυστυχώς, ζω μακριά από τη μεγάλη πόλη. Ταυτόχρονα, ζω σε έναν τόπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολλαπλές μετατοπίσεις.

Πρώτον, η Μελαγχόνησος είναι μετατοπισμένη από το παρελθόν της. Όπως η φάρα ανθρώπων που πέρασαν άνοστες εφηβείες κτλ., το κρύβει επιμελώς μέσα της ή το εκθέτει μετατοπισμένο προς αλλόκοτες κατευθύνσεις: τα ζωγραφισμένα μάτια από τοιχογραφίες αγίων δεν αφαιρέθηκαν από πιστούς που έψαχναν ματζούνια και φυλαχτά παρά από μοχθηρούς εχθρούς, οι άλλοι δεν υπήρξαν ποτέ παρά ως πράοι βοσκοί, ως κομπάρσοι, ως κωμικές φιγούρες με μαγκούρες μέσα στο μεγάλο δράμα του παρελθόντος που δεν υπήρξε. Πρακτικές μόλις δεκαετιών ξεδιπλώνονται για να σκεπάσουν το αχανές «ανέκαθεν», πρακτικές αιώνων παραμερίζονται ώστε να μη γίνονται ορατές από εκεί που περνάει ο αυτοκινητόδρομος της Νέας Πανάρχαιας Ιστορίας.

Ύστερα, είναι μετατοπισμένη γεωγραφικά, σφηνωμένη στην κάτω δεξιά γωνία, μέσα σε ένα κουτί, του χάρτη μιας άλλης χώρας στα δυτικά της, μακριά από την απέραντη χώρα στα βόρειά της, μακριά από τα βουνα της, που διακρίνονται άνετα αν κοιτάξεις βόρεια, μακριά από τη Μικρή Αρμενία και την Αντιόχεια, τη Βυρητό και τη Χάιφα. Μοιάζει σαν καβούρι μονοπόδαρο που πλέει ματαίως προς τη Θούλη των υπερβόρειων αφεντάδων της, παράλληλα πασχίζει να συγχωνευθεί με την Κρήτη, που βρίσκεται δυόμισυ κόσμους δυτικά. Είναι γεωγραφικά μετατοπισμένη από τον ίδιο τον εαυτό της, με δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, με οδοφράγματα, με πινακίδες για κάποιο αλλού που βρίσκεται δίπλα ή για ένα εδώ που βρίσκεται αλλού, με σπίτια που δεν εχουνε παρά προσόψεις, με τοπωνύμια όπως «Αμμόχωστος» που εδώ και σαράντα χρόνια δεν καταδηλώνουν πια το μεγάλο λιμάνι και την πόλη του, παρά κάτι θλιβερά χωριά και ασυνάρτητα θέρετρα στον νότο της — σαν να ονομάζαμε το Κορωπί Αθήνα, γιατί η Αθήνα θα μας είχε διαφύγει, ρημαγμένη, περιφραγμένη και κενή.

 Τέλος, είναι μετατοπισμένη σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα: με λογοτεχνία στη γλώσσα του αποικιοκράτη, του ανάδελφου αδελφού ή ενός πρόσφατου παρελθόντος, με επανεπινόηση του αρχιτεκτονικού χαρακτήρα της, με πολυτελείς μαχαλάδες στη θέση χωραφιών και χωράφια στη μέση των πόλεων, με διασκέδαση που σε πάει στο Χαλάνδρι, στο Νότινγχαμ, στο Bowery και στο Μπραχάμι — όταν μάλιστα μετακαλούνται μεγάλοι καλλιτέχνες για αρπαχτή, μετακινούμενοι κι αυτοί, ακόμα και στον Μύλο, στο Γκαγκάριν και στην Ιερά Οδό. Τις Κυριακές όλοι «κάμνουν commute» στις μανάδες για να φάνε ψητά ή στους φούρνους για να παραγγείλουν σπιτικό φαγητό ή στις ταβέρνες όπου θα φάνε ντόπια κουζίνα που έχει έρθει από αλλού. Όλα μετακινούνται, κάθε ενήλικας κι ένα αυτοκίνητο, πάνω σε αξιοθαύμαστους αυτοκινητοδρόμους που δεν εγγυώνται καμμιά επιστροφή σε κανέναν πρόσφυγα.

Στο μεταξύ, η ζωή είναι αλλού, λεν εδώ: στην αγγλική ορολογία της ποιμενικής ερωτικής ζωής, στα φοιτητικά χρόνια αλλού, στις αγκάλες του σχεδόν εγκαταλελειμμένου χωριού, στα κλαμπ που έκλεισαν, στις παραλίες προ του ’74, στους ωραίους γέροντες που πεθαίνουν πια, στην έξαλλα πορνική δεκαετία του ’90, στην εικοσιεξάμηνη στρατιωτική θητεία, στη Λεμεσό των αρχών του 21ου αιώνα.

Εδώ λοιπόν έμαθα να βάζω όχι το τώρα απέναντι στο τότε, ή το ποτέ απέναντι στο πότε;, παρά το ήσυχο εδώ της γραφής απέναντι στο κυματώδες εκεί. Το εκεί που με περιμένει στην πόλη μου, στη βάση μου, αλλά και στον κόσμο πίσω από την πόλη μου, στον παράδεισο στα δυτικά (κατά Τόλκιν και κατ’ άλλους). Μετακινούμενος λοιπόν κι εγώ, ακαταπαύστως.

Εναντίον του γάμου

Ο Χάουαρντ Ζινν περιγράφει τον θεσμό της οικογένειας ως την «κατεξοχήν φυλακή ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της». Ώρες αφού διάβασα αυτό το απόσπασμα, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι δεν πρόκειται για φυλακή, παρά για σέχτα, για εταιρεία, για κόμμα — για ένα  αποκλειστικό κλαμπ με πολύ περιορισμένο αριθμό μελών.

Σε μια λίγο-πολύ μόνιμη σχέση η ιδιοκτησιακή νοοτροπία στον έρωτα, όσο και αν μου είναι απεχθής, δεν παύει να είναι κάτι πολύ βαθιά ανθρώπινο στο κάτω κάτω. Ωστόσο, αν πρόσεχα λιγάκι περισσότερο τι συμβαίνει γύρω μου, θα είχα διαπιστώσει νωρίτερα ότι οι οικογένειες λειτουργούν ως στεγανοί οργανισμοί, ως μια μονάδα με εσωτερικούς κανονισμούς, πειθαρχία και — κυρίως — ενιαίο προφίλ προς τα έξω, περίπου όπως τα εταιρικά προφίλ. Γι’ αυτό και δεν θα έλεγα την οικογένεια «φυλακή», παρά σέχτα, εταιρεία, κόμμα ή ένα κλειστό κλαμπ.

Υποθέτω ότι εύκολα αναγνωρίζουμε αυτή τη λειτουργία της οικογένειας. Δεν λέω για το πόσο ισχυροί είναι οι οικογενειακοί δεσμοί στη Μεσόγειο, μιλάω για το πώς η οικογένεια παγκοσμίως συμπεριφέρεται και ως κλειστή μονάδα και ως ένας μικρο-οργανισμός που επιβάλλει ομερτά στα μέλη της, επιβεβλημένη αλληλεγγύη και συνενοχή. Κάθε οικογένεια είναι μια μικρή Μασωνία.

Βεβαίως, υπάρχουν ιστορικοί, κοινωνικοί, ανθρωπολογικοί και βιολογικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό. Με μια καίρια διαφορά: όταν η «οικογένεια» είναι κλαν, φάρα, σόι, τότε η ομερτά, η αλληλεγγύη και η συνενοχή έχουν κάποιο νόημα — λειτουργικώς αν όχι ηθικώς. Εκεί μεν υπάρχει μια εσωτερική ιεραρχία που επιβάλλεται αλλά ενίοτε γίνεται αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, εκεί άλλωστε έχουμε να κάνουμε με μια πολύπλοκη ιεραρχία που περιλαμβάνει πρωτότοκους και δευτερότοκους, πεθερές και νυφάδες, ad hoc μητριαρχίες και άτυπα συμβούλια αδελφών κ.ο.κ. Σε μια εκτεταμένη οικογένεια υπάρχουν οι ίδιες σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης που υπάρχουν και στην πυρηνική οικογένεια του σήμερα, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν περισσότερα κελλάρια και πατάρια μέσα της για να κρυφτεί κανείς, περισσότεροι και πιο ρευστοί ρόλοι, αν μη τι άλλο.

Η τυπική πυρηνική οικογένεια, δυο γονείς με μάξιμουμ τρία, συνήθως δύο, παιδιά, αποτελεί την μικρη κι ευέλικτη, και κάπως μηχανοποιημένη, εκδοχή αυτού του θεσμού. Βεβαίως, τυπικά, δεν πατριαρχείται πλέον: δεν είναι πια ο σύζυγος-πατέρας ο κύριος κι αφέντης και ο στύλος της οικογένειας. Αλλά η κατάργηση της απόλυτης μοναρχίας, όπως ξέρουμε, δεν συνεπάγεται κατάλυση κάθε καταπιεστικού στοιχείου. Διότι η οικογένεια παραμένει οικογένεια και εξακολουθεί να συγκροτείται κατόπιν μιας «δικαιοπραξίας πανηγυρικού χαρακτήρα» (όπως έμαθα πρόσφατα), δηλαδή του γάμου. Διότι η οικογένεια επικαλείται την αγάπη για να επιβάλει εσωτερική πειθαρχία ή μάλλον, και χειρότερα, οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων — ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν. Έτσι θεμελιώνει την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η πυρηνική οικογένεια δεν είναι πια απλώς φυλακή, σέχτα, εταιρεία, κόμμα και κλειστό κλαμπ. Αποτελεί κλειστοφοβική φυλακή, γίνεται συνωμοσία, τριανδρία, συμμορία. Το μεν ζευγάρι λογοδοτεί για τη δράση του, τις αποδόσεις και την επιτυχία του προς τα έξω χωρίς καμμία εσωτερική βοήθεια, χωρίς έμπιστους εντός: ο ένας με τον άλλο, άντε και με κάποιον από τους κάθε είδους θλιβερούς συμβούλους γάμων. Γι’ αυτό και πρέπει να παρουσιάζει αρραγές μέτωπο, χωρίς περιθώριο για αμφιβολία, για αυτοσχεδιασμό ή για λιγάκι μπάχαλο. Τα δε παιδιά είναι υφιστάμενοι κι υποτελείς υπό τη σχεδόν αποκλειστική εποπτεία των γονέων, ενώ η συναναστροφή τους με συνομηλίκους ελέγχεται από τους γονείς, που από τη φύση τους θα προσπαθήσουν να τα προστατεύσουν και να τα ποδηγετήσουν, είτε ως «φίλοι» είτε ως δεσπότες. Οι γονείς παράλληλα λειτουργούν σαν προπονητές των παιδιών: αν τα παιδιά αποτύχουν, υπήρξαν άχρηστοι, αφού μόνον αυτούς, άντε και ένα-δυο αδέρφια, είχανε τα παιδιά για καθοδήγηση.

Ναι· και ο γάμος χωρίς παιδιά; Και πάλι, ελλείψει μιας ευρύτερης οικογένειας που θα απορροφούσε το «άκληρο» ζευγάρι ως θειους και θειάδες, το άτεκνο ζευγάρι καταλήγει ένα στροβιλιζόμενο γιν-γιανγκ, παγιδεύεται σε ένα παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων το οποίο περιορίζουνε μόνον η πατριαρχία και ο σεξισμός — που αποτελούν και τη βάση πάνω στην οποία συνήθως επιλύονται οι διαφορές και διευθετούνται οι κρίσεις, με τις γυναίκες να δείχνουν κατανόηση (μονομερώς), τους άντρες να συγκαταβαίνουν κτλ. Αυτά όταν διευθετούνται οι κρίσεις δηλαδή, και όταν δεν καταλήγουν οι δύο του ζευγαριού στην αλληλοφαγία ή (στην καλύτερη περίπτωση) στο διαζύγιο.

Και λοιπόν, τι πρέπει να γίνει; Επιστροφή στην εκτεταμένη οικογένεια, στο κλαν, στο σόι, στη φάρα; Όχι βέβαια, δεν θα λύσουμε λ.χ. τα εργατικά ζητήματα επιστρέφοντας στην γήινη και χειροπιαστή φεουδαρχία. Ίσως λοιπόν να πρέπει να μάθουμε να ζούμε μόνοι, όπως γίνεται όλο και περισσότερο στη Βρετανία; Ούτε: ο μοναχικός βίος είναι βαρύς και, από ένα σημείο και μετά, αβάσταχτος (και αυτό το λέει ένας κατεξοχήν μονήρης άνθρωπος).

Ίσως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αποϊεροποιηθεί η οικογένεια: η μητρική αγάπη, η πατρική στοργή και η αφοσίωση των τέκνων στους γονείς είναι ιερές από μόνες τους, όταν υπάρχουν, και δεν χρειάζονται θεσμούς για να τις καλλιεργήσουν. Αν αποϊεροποιούνταν η οικογένεια, ίσως να μεγάλωναν οι ενήλικοι τα παιδιά τους χωρίς να πρέπει και να είναι τέλειοι (γιατί δεν είναι) και χωρίς ντε και καλά να τα αγαπάνε (γιατί δεν συμβαίνει πάντοτε). Ίσως έτσι και τα παιδιά να αποκαθήλωναν κάπως, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, αυτούς στους οποίους χρωστούν την ύπαρξη ή και την επιβίωσή τους. Προς την κατεύθυνση της αποϊεροποίησης θα βοηθούσε και το σύμφωνο συμβίωσης για όλους. Όλους όμως. Και όποιος θέλει τα περαιτέρω, ας πάει στην εκκλησία, στο τζαμί, στη συναγωγή ή όπου αλλού.

Πολιτικά σώσματα

1.
Αυτό που αποκαλούμε «σκατοψυχιά» διαθέτει εννοιακή ενσάρκωση: τον ελιτισμό της Άυν Ραντ. Πρόκειται για ελιτισμό του οποίου το κριτήριο δεν είναι το πνεύμα (αλίμονο!), ούτε η εμφάνιση, πολλές φορές ούτε καν η τάξη ― παρά το ποιος τυγχάνει ισχυρός και πλούσιος. Ο ελιτισμός δεν είναι ιδεολογικός μανδύας της σκατοψυχιάς, είναι η έκφρασή της ως πολιτικής, και δη βάσει μιας απλής αρχής: αν δεν είσαι ισχυρός και πλούσιος, να κι αν ψοφήσεις, να κι αν δεν ψοφήσεις.

2.
Οι αριστεροί τείνουν να έχουν μεγάλη καρδιά και στενό μυαλό, οι αϋνραντικοί μικρή καρδιά και στενό μυαλό.

3.
Το αδόκιμο «αϋνραντικοί» που χρησιμοποιώ είναι όρος τελικά εξίσου ατυχής και pars pro toto με τον ‘νεοφιλελεύθεροι’. Όμως είναι αβάσταχτο να περιέχεται το «φιλελεύθεροι» ως συνθετικό ενός όρου που περιγράφει το ιερατείο του κάθε Ρέιγκαν και Πινοτσέτ.

4.
Ο αϋνραντισμός και ο σταλινισμός είναι δύο άκρα (όχι «τα δύο άκρα») που ταυτίζονται και στο εξής: και οι δύο εφαρμοσμένες ιδεολογίες πρόθυμα συνθλίβουν τον άνθρωπο για το greater good. Στον σταλινισμό, για το καλό του συνόλου και της κοινωνίας που ταυτίζονται αδιαιρέτως και ατρέπτως με το (συγκεντρωτικό) κράτος. Στον αϋνραντισμό, για το καλό (άλλων) ατόμων με ισχύ και πλούτο.

5.
Ο αριστερός πολιτικός στοχασμός επί του πρακτέου πάσχει από αναγωγισμό: οποιοδήποτε πρόβλημα (π.χ. το διπλοπαρκάρισμα) ανάγεται σε γενικές αρχές, κυρίως στις σχέσεις παραγωγής και στο πώς λειτουργεί η ιδεολογία. Ο αναγωγισμός είναι μεγάλος πειρασμός αλλά συνήθως ερμηνεύει παραγνωρίζοντας ότι σε κάθε επίπεδο ερμηνείας εισάγεται νέα πολυπλοκότητα. Ένα αντίστοιχο επιστημονικό παράδειγμα είναι να προσπαθείς να ερμηνεύσεις το αίσθημα πείνας σε κβαντικό επίπεδο. Γίνεται, αλλά τι μας λέει;

6.
Η ελληνική κοινωνία απομακρύνεται από την ιερότητα του «νοικοκυραίου» και της «ευταξίας με κάθε τίμημα»: οι διαθέσεις και οι τάσεις του Δεκέμβρη του 2008 και αυτές του Απρίλη του 2015 είναι πολύ διαφορετικές. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να μη θίγει οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ως «αντανακλαστικά νοικοκυραίου».

7.
Η ΝΔ αξίζει να διαλυθεί και να διασυρθεί όπως το απολειφάδι Βενιζέλων και Λοβέρδων που λέγεται ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, η Δεξιά του μέλλοντος στην Ελλάδα λέγεται ΑΝΕΛ. Αν η εναλλακτική δεξιά πρόταση ήταν κεντροδεξιά, θα επρόκειτο για δυσάρεστη εξέλιξη.

8.
Μου φαίνεται ότι οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα είναι είτε ανίκανες κι ασυνάρτητες, είτε απροκάλυπτα και ξεδιάντροπα στρατευμένες στα συμφέροντα του βλαχοκεφαλαίου (των πρώην χαφιέδων) ή των γιδοκλεφτών (των πασοκανθρώπων) ή και των δύο κατηγοριών μαζί. Μετά από τρεις μήνες, η παρούσα κυβέρνηση συγκαταλέγεται στις πρώτες, με εξαίρεση τη διαπραγμάτευση και κάποιες νησίδες τόλμης και σκληρής δουλειάς.

9.
Ωστόσο, όσοι ενοχλούνται από το tellement banal επιτελείο του Tsipras και κόπτονται για την αισθητική της κυβέρνησης αλλά δεν είχανε ψελλίσει ούτε ένα «φτάνει» όσο κυβερνούσε η συμμορία Σαμαρά-Βορίδη-Άδωνι κτλ. είναι τουλάχιστον αφερέγγυοι. Και σίγουρα δεν είναι φιλελεύθεροι.

10.
Ήμουν και είμαι αντεθνικιστής και ευρωπαϊστής. Ναι, πιστεύω στην ομοσπονδιακή Ευρώπη των περιφερειών και των λαών με μάξιμουμ αντιπροσώπευση. Και έχω πλήρη επίγνωση ότι αυτό που λέω ακούγεται εξίσου φθαρμένο και έωλο με το να λέει κανείς το 1989 ότι πιστεύει στην προλεταριακή επανάσταση και στον σοσιαλισμό. Κι αυτό οφείλεται στο ότι η ΕΕ το 2015 είναι ένας αδιαφανής γραφειοκρατικός σχηματισμός με υψηλές αρχές που συνοδεύονται από καταστροφικές κι ανελεύθερες πολιτικές ― όπως η ΕΣΣΔ του 1989. Δυστυχώς, και η Ευρώπη των λαών και ο σοσιαλισμός είναι τελικά απαραίτητοι, έστω και σαν στάδια πριν την ουτοπία.

Δημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud.