Καθρέφτες

στον γενναίο και δυνατό άνθρωπο που με πήρε τηλέφωνο μετά το Πάσχα

Σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής, γαμιστρώνα, για να συνεννοούμαστε, πρωτοπήγα μεγάλος, στα εικοστέσσερα. Πιο πριν δεν είχα λεφτά για τέτοια έξοδα, όσα έβγαζα από τα ιδιαίτερα μετά βίας έφταναν για εξόδους με μία χάινεκεν (μπλιαχ), ενώ βεβαίως και ντρεπόμουν αφάνταστα. Δεν είχα και αμάξι. Και ντρεπόμουν αφάνταστα.

Η πρώτη μου φορά σε ξενοδοχείο «για λίγο» είχε προεργασία μάλλον ανορθόδοξη: το κορίτσι μου ρώτησε τον αδερφό της πού να πάει με τον γκόμενο, είχε τρομάξει το μάτι μας με τους ματάκηδες. Ο αδερφός της μας συνέστησε ένα καλό. Βεβαίως δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα και πολύ άνετα στη σκέψη ότι ο αδερφός της κοπέλας, που ήταν και μικρότερός της, είχε κάνει  μια δουλειά που κανονικά ήτανε δική μου. Επίσης, δεν είχα καθόλου πείρα και το ψάρωμά μου πρέπει να φαινόταν από την αρχή της διαδικασίας, όταν βγήκαμε από το αυτοκίνητο της δικιάς μου, μέχρι τη στιγμή που πλήρωσα στη ρεσεψιόν, μέχρι τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα του δωματίου. Εκεί άρχισαν τα δύσκολα.

Η κοπέλα μου είχε ζητήσει επίμονα το δωμάτιο να μην έχει καθόλου καθρέφτες. Όχι λόγω χαμηλής αυτοεικόνας, αλλά λόγω ενός πρόσφατου περιστατικού, που στα δικά μου αυτιά είχε φτάσει ως εξής: ένας φίλος μας είχε πάει το κορίτσι του σε ένα ξενοδοχείο στον Στρέφη. Ο ρεσεψιονίστας εκεί τους εξήγησε ότι χρειαζότανε ταυτότητα για να τους δώσει δωμάτιο, αλλά ο φίλος ήτανε του χώρου και τελικά (μια και επειγόντουσαν) έδωσε ταυτότητα η κοπέλα. Μετά από δυο-τρεις βδομάδες έφτασε στο σπίτι του κοριτσιού ένας φάκελος με παραλήπτη τον κύριο που είχε το ίδιο επώνυμο με εκείνη. Ο φάκελος περιείχε δυο-τρεις φωτογραφίες που κανένας μπαμπάς κόρης δεν θέλει να δει, υποθέτω, και ένα εκβιαστικό σημείωμα. Ο πατέρας του κοριτσιού, που δεν μάσαγε, πήρε το ξενοδοχείο καπάκι και τους ζήτησε όνομα υπεύθυνου και διεύθυνση για να αναλάβει ο δικηγόρος του και το θέμα έληξε εκεί. Η όλη φάση ήτανε πάντως αρκετή να κάνει τη δική μου κοπέλα καχύποπτη απέναντι στους καθρέφτες των ξενοδοχείων, αφού από πίσω τους έστηναν τότε τις κάμερες.

Κάπου εκεί ξεκίνησε και η δικιά μου καχυποψία απέναντι τους καθρέφτες, άσε που μόλις είχα διαβάσει όλον τον Μπόρχες και μου είχε μείνει από εκεί και το «οι καθρέφτες και η συνουσία είναι απεχθείς, γιατί πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των ανθρώπων». Εντάξει, με τη συνουσία δεν είχα ζητήματα αρχής, ούτε με τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπων είχα πρόβλημα (αρκεί να μη μου συμβεί παρελπίδα κι αναπάντεχα) και πάντοτε διασκέδαζα με τα άπειρα είδωλα που παρήγαν οι αντικρυστοί καθρέφτες στην είσοδο της πολυκατοικίας της θείας Βάσως. Ωστόσο κάτι υπήρχε στους καθρέφτες που με ζόριζε.

Οι καθρέφτες είναι σαν ψυχαναγκαστική εμμονή: το να κοιτάζεις μέσα τους προϋποθέτει και απαιτεί τη διαρκή κι αμέριστη προσοχή σου. Ακόμα και αν κατά τύχη ή φευγαλέα κοιτάξεις μέσα τους, συνήθως θα σου αποσπάσουν την προσοχή και θα την κρατήσουνε για πάρτη τους. Επίσης, προσέξτε το «μέσα στον καθρέφτη»: οι καθρέφτες είναι ψεύτες. Ενώ δεν είναι παρά στιλπνές επιφάνειες, όλη η επιτυχία τους και η σαγήνη τους συνίστανται στο ότι καμώνονται πως διαθέτουν βάθος. Είναι όμως χειρότεροι από οθόνες, πολύ χειρότεροι. Παράλληλα, αυτά που σου προσφέρει ο καθρέφτης, δηλαδή η αντεστραμμένη συμμετρία, το ψευδές βάθος, τον εαυτό σου απέναντι σαν να είναι κάποιος άλλος, σου τα προσφέρει και ο εφιάλτης καθώς και κάποιες μορφές νόσου ψυχικής. Ο καθρέφτης, ο εφιάλτης, η ψυχική νόσος δεν παραμορφώνουν το είδωλό σου, αλλά το στήνουν απέναντί σου και προσδίδουν σε αυτό το είδωλο βάθος και αληθοφάνεια. Δεν το παραμορφώνουν το είδωλό σου, όχι απαραίτητα, αλλά σε καλούνε στανικώς να το παρατηρείς να το παρακολουθείς καθώς σε παρακολουθεί. Σε βάζουν να προσηλωθείς σε κάτι που δεν είναι παρά το καθρέφτισμα της προσήλωσής σου στο ίδιο το καθρέφτισμα. Ο καθρέφτης γίνεται η κεφαλή της Μέδουσας: σε αναγκάζει να την αντικρύσεις και αυτό που βλέπεις σε πετρώνει και σε νεκρώνει. Μόνο που αυτό που βλέπεις δεν είναι παρά το είδωλό σου που σε κοιτάζει να το κοιτάζεις.

Οι καθρέφτες σε ψυχαναγκάζουν με τρόπο που δεν σε ψυχαναγκάζει το είδωλό σου σε μια οθόνη όταν σε τραβάει κάμερα: σε αυτή την περίπτωση, αν κοιτάζεις τον φακό, δεν βλέπεις το είδωλό σου στην οθόνη, τουλάχιστον δεν το αντικρύζεις κατάματα· εάν πάλι κοιτάζεις την οθόνη, βλέπεις το βλέμμα σου να κοιτάζει αλλού, αφού δεν αντικρύζει τον φακό.

Με τους καθρέφτες (και με την νόσο που τους μοιάζει) δεν διαπραγματεύεσαι. Δεν κάθεσαι να εξετάσεις προσεκτικά το είδωλο που σου προσφέρουν για να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου ή για να καρτερείς να αλλάξει κάπως ο φωτισμός, ώστε να σου αποκαλύψει κάτι καινούργιο με τις νέες σκιές. Είδωλο είναι, πρόκειται απλώς για φως. Άρα λοιπόν αποστρέφεις το βλέμμα, αναγνωρίζεις ότι βάθος δεν έχει ο καθρέφτης, σηκώνεσαι και βγαίνεις έξω. Βγαίνεις έξω, εκεί όπου οι γραμμές φυγής συναντιούνται κάπου στον πραγματικό χώρο, όχι μέσα στον πλασματικό πάτο κάποιου καθρέφτη, στην στιλπνή επιδερμίδα του. Βγαίνεις έξω.

Αθηναίοι

Γνωστή η δημηγορία των Κορινθίων στον Θουκυδίδη (εδώ με μετάφραση): οι Κορίνθιοι προσπαθούν να πείσουνε τους Λακεδαιμονίους ότι οι Αθηναίοι είναι σκυλιά ιμπεριαλιστικά κι ανήσυχα, ότι δεν έχουνε σταματημό και ησυχία και μόνο με πόλεμο θα μαζευτούν. Η περιγραφή της αθηναϊκής πολιτικής ως συλλογικού χαρακτήρα των Αθηναίων όντως αποτελεί μια από τις ποιητικότερες περιγραφές της ιμπεριαλιστικής νοοτροπίας, και δη ως «εθνικού χαρακτήρα», περιγραφή που δεν συνυπολογίζει καθόλου κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους παρά αντιμετωπίζει την αθηναϊκή πολιτεία σαν δυναμικό τολμητία.

Δύο από τα αγαπημένα μου αποσπάσματα:

καὶ παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες

και

ἃ μὲν ἂν ἐπινοήσαντες μὴ ἐπεξέλθωσιν, οἰκείων στέρεσθαι ἡγοῦνται, ἃ δ᾽ ἂν ἐπελθόντες κτήσωνται, ὀλίγα πρὸς τὰ μέλλοντα τυχεῖν πράξαντες. ἢν δ᾽ ἄρα του καὶ πείρᾳ σφαλῶσιν, ἀντελπίσαντες ἄλλα ἐπλήρωσαν τὴν χρείαν: μόνοι γὰρ ἔχουσί τε ὁμοίως καὶ ἐλπίζουσιν ἃ ἂν ἐπινοήσωσι διὰ τὸ ταχεῖαν τὴν ἐπιχείρησιν ποιεῖσθαι ὧν ἂν γνῶσιν.

Βεβαίως, αυτά τα αποσπάσματα, απανθίσματα ψυχολογικοποίησης της πολιτικής συμπεριφοράς, με άγγιξαν ως μαθητή Λυκείου για εντελώς διαφορετικό λόγο: στο δεύτερο έβλεπα μια ακριβέστατη περιγραφή της ιδιοσυγκρασίας μου. Στο πρώτο, βεβαίως, το άπιαστο (;) ιδανικό μου.

Θερισμός στη θάλασσα

«Βγήκε καλός ο τραχανάς» ενημερώνω. Παίρνω το ποτήρι στα χέρια μου. Σβήνω το φως. Τα μάτια μου γεμίζουνε πνιγμένους.

Κάτι Αμερικάνοι μετά το 1989 ακκίζονταν ότι το Ντάλας και η Δυναστεία κατεδάφισαν τον Υπαρκτό. Πόσοι στη Δύση ζούσανε το Ντάλας και τη Δυναστεία; Δεν είχε σημασία, σημασία έχει ότι στη Δύση μπορούσες να ζήσεις το Ντάλας και τη Δυναστεία.

Βεβαίως, σιγά σιγά οι Ανατολικοευρωπαίοι εμπέδωσαν ότι δεν θα ζούσανε το Ντάλας και τη Δυναστεία με τίποτα. Εκτός από κάτι μιαρά πλούσιους Ρώσους ολιγάρχες, μια δράκα αποκτηνωμένοι χυδαίοι.

Όποιος όμως σπέρνει Ντάλας και Δυναστεία, θερίζει μετανάστες. Τους θερίζει μεταφορικά, τους κάνει συγκομιδή: αν δεν μπορώ να ζήσω το Ντάλας και τη Δυναστεία στο Πόζναν, στην Οστράβα και στο Ιάσι, θα πάω να το ζήσω στη Δύση, που μας χάρισε το Ντάλας και τη Δυναστεία και τους Σκόρπιονς του Ανέμου της Αλλαγής. Θα κάνει συγκομιδή και ακόμα λιγότερο επιθυμητών μεταναστών, πέρα από την θάλασσα, που δεν έχουνε δει το Ντάλας και τη Δυναστεία, όμως έχουν ακούσει για έναν Πρώτο Κόσμο που βομβαρδίζει και σφάζει και ξεζουμίζει τον δικό τους αλλά όπου — αν φτάσεις εκεί — μπορείς να δουλέψεις και να ζήσεις και να στείλεις τα απρόσωπα και όλο άδειες οικοδομές χαρτονομίσματά του στην πατρίδα

Όποιος όμως σπέρνει Ντάλας και Δυναστεία, θερίζει μετανάστες. Τους θερίζει κυριολεκτικά και βγαίνουν στον αφρό της δικής μας θάλασσας, πεσμένοι μπρούμυτα όπως τα στάχυα στο χωράφι.

Δεν συνθλίβει ο Θεός τα παιδάκια στους σεισμούς, παρά ο μηχανικός κι ο εργολάβος.
Δεν πνίγει ο Θεός τους γέροντες στις πλημμύρες, παρά ο πολεοδόμος που ζύγισε το κόστος των αντιπλημμυρικών και το βρήκε ασύμφορο.
Δεν εξανδραποδίζει χιλιάδες γυναίκες η λαγνεία, παρά ο πουριτανός νομοθέτης που δεν θέλει να ανοίγει τέτοια θέματα.
Δεν δολοφονούν μαζικά τους πρόσφυγες οι δουλεμποροι κι η τραμουντάνα, αλλά τα κλειστά σύνορα του πολιτισμένου κόσμου που ρημάζει τις πατρίδες τους.

Τυχεροί πρόσφυγες

Το 2006 έγραψα αυτό με αφορμή τους Αλβανούς που βούλιαζαν μαζί με τα σαπιοκάραβα που βύθιζαν οι ιταλικές αρχές:

Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.

Για το έγκλημα διαρκείας που διαπράττεται χρόνια στην φιλόξενη μα υπερτροφική τάφρο του Φρουρίου Ευρώπη, έξω από τις Τζιμπεράλντες, τις Λαμπεντούζες και τα Φαρμακονήσια, για την εγκληματική αναλγησία των πλειοψηφιών μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες, μόνο μια ιστορία έχω να πω. Εύκολη και με καλό τέλος, όμως αληθινή.

Η Οικογένεια είναι μία από τις πολύ μεγάλες οικογένειες του Λιβάνου. Όταν λέω «μεγάλη» εννοώ ότι έχει κυβερνήσει τον τόπο επανειλημμένα, ότι είναι λήμμα εγκυκλοπαιδειών, ότι πάει πίσω τουλάχιστον 500 χρόνια η γενεαλογία της, ότι ισχυρίζονται πως κατάγονται από τον Προφήτη και, όπως οι περισσότεροι Μαρωνίτες ακκίζονται, από τους Φοίνικες. Η Οικογένεια έχει και μουσουλμανικό και χριστιανικό κλάδο. Γόνος του χριστιανικού κλάδου ήταν ο Εμίρης, ένας άνθρωπος ευγενής και γαλαντόμος και, ως χριστιανός λιβανέζος αριστοκράτης, εντελώς γαλλοθρεμμένος. Διπλωμάτης του Λιβάνου, πέρασε από την Αθήνα, γνώρισε ένα κορίτσι, το παντρεύτηκε. Εγκαταστάθηκαν αργότερα στην πατρώα Βυρητό με τα παιδιά τους και ζούσαν την πλούσια ζωή των μεσανατολικών ελίτ της δεκαετίας του ’70. Δεν χρειάζεται να δώσω περιττές λεπτομέρειες, για χοροεσπερίδες και δεξιώσεις και ταξίδια αναψυχής και πολυτελή σπίτια, απλώς να πω ένα: αν και δίγλωσσος ο Εμίρης, τα παιδιά του ξέρουν ελάχιστα αραβικά, αφού παντού στη Βυρητό των πολύ πλούσιων πορεύονταν με γαλλικά και τα ελληνικά της maman.

Το 1975 τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Ένα μεσημέρι επέστρεφαν οικογενειακώς στο σπίτι με το αυτοκίνητο μετά τα σχολεία. Ο δρούζος κηπουρός τούς σταμάτησε στην είσοδο. Ήταν αλλοπαρμένος και πανικόβλητος. Προσφώνησε τον Εμίρη πατρικά, όπως ποτέ πριν, και είπε: «Φύγετε, πηγαίνετε στο αεροδρόμιο τώρα! Θα σας σκοτώσουν.» Ο Εμίρης ήξερε ότι θα ξεκίναγε πόλεμος, του είπε ψύχραιμα να μην ανησυχεί, ότι δεν έχει καμμία ανάμιξη ό ίδιος σε όσα γίνονται — δεν είναι Τζεμαγιέλ. Ο κηπουρός ύψωσε τη φωνή ότι ξέρει, ότι άκουσε, ότι του είπαν, ότι όλοι οι μεγαλομαρωνίτες είναι στόχοι. Το ξέρει. Να φύγουν. Ο Εμίρης ανησύχησε και τον βεβαίωσε ότι θα μάζευαν τρεις-τέσσερις βαλίτσες και θα πήγαιναν στο αεροδρόμιο το βράδυ. Ο κηπουρός άρχισε να ουρλιάζει να φύγουνε τώρα, ότι έρχονται τώρα. Ο Εμίρης τον άκουσε, άφησε τη μηχανή του αμαξιού αναμμένη, μπήκε στο σπίτι βιαστικά και πήρε μόνο λεφτά και διαβατήρια. Μέχρι να γυρίσει στην πύλη, ο κηπουρός είχε εξαφανιστεί.

«Και αυτός είναι ο λόγος που γλύτωσαν, άλλωστε μετά κόπηκαν οι πτήσεις», μου έλεγε η φίλη μου κόρη του, που εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Ελλάδα. «Είχαν απομακρυνθεί μόλις 200 με 300 μέτρα από το σπίτι κι άρχισε να βρέχει οβίδες και να σείεται ο κόσμος από εκρήξεις. Η maman ισχυρίστηκε ότι είδε μερικές να πέφτουνε στο σπίτι μας, ποιος ξέρει.»

Έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς αποσκευές, με ένα μασούρι δολάρια και δυο διαβατήρια. Στάθηκαν πάρα πολύ τυχεροί που υπήρχε η οικογένεια της maman στην Αθήνα, η οποία άλλωστε είχε ήδη φροντίσει για τη φιλοξενία της φίλης μου, που τότε ήταν φοιτήτρια. Έξω από την οικογένεια της maman, ήτανε για όλους και παντού οι «Λιβανέζοι». Πρόσφυγες.

Τουλάχιστον τους αναγνώριζαν την προσφυγιά. Και βρέθηκε και μια άκρη για τον Λιβανέζο, ξέρουνε καλά γαλλικά αυτοί.

Νέοι Κόσμοι

Καθένας από εμάς θα ζήσει τις ίδιες εμπειρίες εντελώς διαφορετικά. Κι αυτό συνοψίζει την ανθρώπινη κατάσταση (μια άλλη οπτική στο τέλος αυτουνού).

Καθένας από εμάς θα ζήσει με κάποιον τρόπο λοιπόν τη χρησιμοτητα της ανταρσίας και θα γευτεί την αναγκαιότητα της αποστασίας. Ταυτόχρονα, είτε το παραδέχεται είτε όχι, θα αισθανθεί τη χαρά και την παρηγοριά, ακόμα και τη θαλπωρή, που προσφέρει η κουλτούρα μας, το σπίτι μας.

Η παρηγοριά χωρίς αποστασία είναι παραμυθία που γίνεται παραμύθα και εγκλωβισμός στην ψευτιά.

Η ανταρσία χωρίς την θαλπωρή είναι αχανής μοναξιά όλο βουητό.

Μένω μέσα

Τίποτα δε με βοηθάει σε αυτή τη χώρα που γεννήθηκα και ζω και από την οποία ποτέ δε θα φύγω. Τίποτα δε με βοηθάει. Είναι ένας τόπος που έχει πείσει τον εαυτό του εδώ κι εξήντα χρόνια ότι είναι παράδεισος διακοπών και ότι δεν είναι τίποτε άλλο. Ζει κι αναπνέει μόνο στη στενή παραθαλάσσια λωρίδα του, εκεί υπάρχει κι εκεί καθρεφτίζεται. Στο μεταξύ, ηλιοφάνεια κι αιθρία. Ηλιοφάνεια κι αιθρία. Κι εγώ απεχθάνομαι τον ήλιο, αυτό το μοχθηρό θηρίο το κυκλοδίωκτο που καίει τους ουρανούς, το ανελέητο τέρας που ξεφτίζει τα χρώματα. Δεν αντέχω το φως. Αλλά ζω σε λάθος χώρα. Μα κάνω ό,τι μπορώ. Λίγα, δηλαδή.

Έχω κλειστά τα παντζούρια τη μέρα. Χαρακιές-χαρακιές το φως δραπετεύει και μολύνει το σκοτάδι μέσα στο διαμέρισμα, πολλές φορές διαχέεται και μου στερεί και τον ύπνο. Πήγα κι αγόρασα βαρειές κουρτίνες αλλά το φως το γαμημένο, το φως που προσκυνάτε, είναι ανίκητο — τις διαπερνάει. Τρυπώνει παντού σαν θάνατος. Θολώνει το σκοτάδι πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Για καμμιά βδομάδα, δέκα μέρες ίσως, σκεφτόμουν συνεχώς να κολλήσω χαρτόνια πίσω από τις γρίλιες των πατζουριών. Και έτσι να πετύχω πλήρη συσκότιση. Μετά σκέφτηκα ότι η διαφορά μεταξύ εγκλεισμού και φρενοβλάβειας, μεταξύ διαμερίσματος και κελλιού, είναι αυτή: αν έχεις κολλήσει χαρτόνια πάνω στα πατζούρια ή όχι. Αν κρέμονται μυγοπαγίδες από το ταβάνι ή όχι. Αν έχεις κάνει βιβλιοθήκη την μπανιέρα σου ή όχι.

Μερικές φορές φοβάμαι μήπως το σπίτι μυρίζει άσχημα, μήπως μυρίζει κλεισούρα και μπαγιατίλα. Μήπως μυρίζει ατελέσφορη βαρβατίλα. Οι άντρες εύκολα μυρίζουμε άσχημα. Πλένομαι λοιπόν ψυχαναγκαστικά, κι ας μην έχω το κουράγιο να βγω έξω. Ή μάλλον: κι ας μην έχω τη διάθεση να βγω έξω.

Μέσα μένω. Μέσα. Τα πρωινά, άμα έχει ωραία συννεφιά τον χειμώνα ή άμα έχει φύγει προς την άλλη μεριά ο ήλιος το καλοκαίρι, αφήνω ορθάνοιχτες όλες τις μπαλκονόπορτες: υπνοδωμάτιο, σαλόνι, γραφείο. Μένω μέσα αλλά κάθομαι στο πιο σκιερό σημείο του σαλονιού πότε τουρτουρίζοντας και πότε ιδρώνοντας, αναλόγως. Σχεδόν πάντα ημίγυμνος: δε χρειάζεται να ντύνεσαι άμα ζεις μόνος στο σπίτι. Κι ας με βλέπουν από το γραφείο απέναντι. Παρακολουθώ κι εγώ τα διαμερίσματα απέναντι από εμένα, σαν να είναι πολλές σκηνές του Δημήτρη Παπαϊωάννου ταυτόχρονα. Ακριβώς απεναντί μου, λίγο πιο χαμηλά από το μπαλκόνι μου είναι το μπαλκόνι μιας κοπέλας. Δεν έχει κουρτίνες το διαμέρισμά της (πώς το μπορεί το φως;) και βλέπω σχεδόν το μισό σαλόνι της. Παρκέ γδαρμένο κι ένας καναπές. Αναρωτιέμαι αν εκείνη έχει ποτέ σηκώσει το βλέμμα προς τη δική μου μπαλκονόπορτα και, αν ναι, αν με έχει δει. Χαίρομαι πάντως που είναι εκεί, φοιτήτρια πρέπει να είναι: την έχω δει στον καναπέ με ένα σωρό χαρτιά σαν σημειώσεις να βαυκαλίζεται, την έχω δει να κυλιέται πάνω του μαζί με έναν που είναι σαν πίθηκας. Ναι, ζηλεύω. Είναι πολύ όμορφη. Δεν ξέρω αν έχω δει τόσο όμορφη γυναίκα στη ζωή μου αλλά ίσως να είναι η ιδέα μου, που κλεισμένος μέσα σε αυτό το σπίτι περνάω τη ζωή μου. Πάντως με παρηγορεί να την κοιτάζω. Χαρά μού δίνει.

Απεναντίας, προσπαθώ να μην έχω καμμία απολύτως επαφή με τους γείτονες. Στον όροφο μένει μια μισότρελη γριά που κυκλοφορεί μόνο με ρόμπα, ένας που έχει το διαμέρισμα για γκαρσονιέρα, μια οικογένεια με έναν γιο στην εφηβεία που ακούει δυνατά μουσική όταν λείπουν οι γονείς του. Στους άλλους ορόφους, δεν ξέρω ποιος σε ποιον, μένουν άλλοι. Όχι πολλοί: έχει γεμίσει άδεια διαμερίσματα η γειτονιά. Στον ακάλυπτό μου π.χ. βλέπω τα διαμερίσματα άλλης πολυκατοικίας, στην κάθετο του δρόμου που μένω: δύο μπαλκόνια καταχεσμένα από περιστέρια, με παράλυτα κλιματιστικά, πίσω από τα κατασκονισμένα τζάμια τους διακρίνονται υπολείμματα υπνοδωματίων, χωρίς κουρτίνες κι αυτά, όπου μάλλον κάποιοι πέθαναν και τα άφησαν άδεια. Η ακακία στον δικό μας ακάλυπτό κάθε άνοιξη τα κρύβει αυτά τα δωμάτια με τα φύλλα της.

Δε με πειράζει που ζω μόνος. Κι ας νιώθω πως σπαταλιέμαι αργός. Με πειράζει που δεν έμαθα να ζω μόνος νωρίτερα. Με πειράζει το φως, κυρίως. Εδώ έχει πάντα ήλιο, κάνει πάντα την εποχή του φωτός, του Αιγαίου και της τυφλότητας που σου δίνει η αντηλιά: όλα στο φως, όλα προσφέρονται για αυτοψία κι εξέταση, όλα ανοιχτά για ερμηνεία. Όλα στο φως. Κάθε τι θα ερμηνευτεί και θα αναλυθεί και θα εξηγηθεί, με μπόλικο αναγωγισμό πάντα. Βιολογικοί παράγοντες, ψυχολογικοί παράγοντες. Και όταν λέω «όλα», ε ναι, μιλάω για τη ζωή μας. Η ζωή στο φως. Αφού τελικά, η ζωή είναι όλα.

Όμως η ζωή είναι κάτι εντελώς ακατανόητο κι ανερμήνευτο, μέχρι κι απερινόητο θα έλεγα. Αυτό που είναι η χαρά και η παρηγοριά μου μοιάζει παραλογισμός και βρωμιά για άλλους. Αυτό που ξέρω ότι είναι ισορροπημένο μέσα μου, αποτέλεσμα δοκιμής και πλάνης και βαθειάς καλοσύνης, φαντάζει στους άλλους αδιαφορία και απάθεια. Ό,τι μου δίνει χάρη και χαρά μπορεί και να μοιάζει με προϊόν παθολογίας σε άλλους. Kαι όχι μόνον στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους. Έτσι κατασπατάλησα τα νιάτα μου: έξω και αναμεσα στους άλλους, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τη ζωή μου. Ήμουνα νέος, έτσι κάνουν οι νέοι: αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορείς παρά ελάχιστα πράγματα να καταλάβεις και ορμούν να καταλάβουνε τουλάχιστον τη ζωή τους — νομίζουνε πως είναι το πιο εύκολο. Πάσχιζα λοιπόν κι εγώ να κατανοήσω όσα ζούσα, ώσπου στο τέλος ήρθε η στιγμή και γίνανε ζωή, άχαρη ζωή, και αυτά: η υπερανάλυση και ο αγώνας να κατανοήσω όσα δεν κατανοούνται, τα γιατί και τα «ναι μεν αλλά» και τα «κατά βάθος» και τα «δεν είσαι εσύ αλλά η κοινωνία μέσα σου». Έτσι απαιτεί ο κόσμος: όλα να τα χτυπήσει η αντηλιά ώστε να ιριδίσουν, να μοιάσουν καθάρια και πρισματικά. Αλλά μόνον τα διαμάντια ιριδίζουν πραγματικά. Και τι είναι τα διαμάντια; άβιο κάρβουνο σκέτο.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Κι αν είμαι κατά συρροή δολοφόνος; παιδεραστής; σχιζοφρενής; Δεν είμαι. Και τελικά η ηθική είναι πολύ απλή και μάλλον επιφανειακή υπόθεση, κοντός ψαλμός αλληλουια είναι: ενσυναίσθηση κι ένας χρυσός κανόνας. Όμως εμείς θέλουμε ντε και καλά να βάλουμε τον ήλιο να τα υπερφωτίσει όλα. Μόνο που ο ήλιος στεγνώνει κι αποξηραίνει κι αφυδατώνει. Η ζωή που μπαίνει κάτω από τον ήλιο δε φωτίζεται απλώς: σιγά σιγά μαραίνεται, στεγνώνει, μαραγκιάζει, αφυδατώνεται, πεθαίνει — ώσπου μένει στο τέλος λείψανο, ζαρωμένο και καμένο. Η ζωή υπάρχει και ζει στη σκιά, στη δροσιά, στο φως που διαχέει η νέφωση. Η ζωή διψάει για το νερό και για το χρώμα.

Μένω μέσα. Πίνω κρασί. Ανοίγω τα παράθυρα και τις νύχτες σηκώνω την τέντα. Βλέπω μακρινές σιλουέτες στα παράθυρα γύρω από την πλατεία, φιγούρες να διαγράφονται κόντρα σε υποφωτισμένα δωμάτια πάνω σε τραβηγμένες κουρτίνες. Άλλες λαγνεύονται, άλλες τσακώνονται, άλλες στέκονται αφηρημένα κοιτάζοντας έξω ή κοιτώντας μέσα — δεν είναι εύκολο να ξέρεις προς τα πού είναι γυρισμένος ένας ίσκιος. Βάζω απαλή μουσική. Μια μέρα θα πλυθώ, θα ντυθώ, βα βγω έξω και πάλι. Θα δω πάνω από το τέλος του δρόμου το φάσμα του γκρεμισμένου δημόσιου έργου που μας στεφανώνει αιώνες. Θα πάω σε ένα μπαρ. Θα παραγγείλω τζιν. Και ίσως μιλήσω ξανά, αυτή τη φορά σε κάποιον άγνωστο. Ή στο κορίτσι που δούλευε στο μπαρ. Αν δουλεύει ακόμα εκεί. Θα βγω έξω. Θα είναι νύχτα. Η νύχτα με σκεπάζει και με ντύνει, η νύχτα με ξέρει. Η νύχτα ξέρει. Ξέρει και ότι τη ζωή τη ζεις και ότι δεν την ερμηνεύεις.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Το Παράθυρο.

Μισογυνισμός

Στη χριστιανική ασκητική, όπως καταγράφεται στη γραμματεία της και στην προφορική παράδοσή της, το γυναικείο σώμα γίνεται αντιληπτό ως υποψήφια σκόνη, στάχτη και σποδός, ως όργανο εκπειρασμού των ανδρών και ως ένα ξενοδοχείο έτοιμο να ανοίξει για να υποδεχθεί σκουλήκια την ώρα του θανάτου. Τα αντρικά σώματα πάσχουν, αμαρτάνουν, θα τρωθούν και θα ασθενήσουν, θα γίνουνε κι αυτά σκόνη καθαρή — όμως τελικά θα αναστηθούν.

Το γυναικείο σώμα στους καθόλου ασκητικούς αλλά εντελώς πουριτανικούς καιρούς μας, που θεωρούνε το στριπτίζ μετωνυμία του σεξ και τα σεισοπυγικά βίντεο κλιπ συνεκδοχή της ερωτοπραξίας, αποτελεί πάντοτε σκεύος — συνήθως όμως όχι ηδονής. Αλλά και για ηδονή μιλώντας, δεν θες, λέει, να περάσεις από γυναικείο σώμα από το οποίο πέρασαν άλλοι πρόσφατα και, αν τελικά έτσι προκύψει, δικαιούσαι να το περιφρονείς. Άλλωστε, οι άντρες περνουν, μαμά. Ο κόλπος είναι αποστειρωμένο δοχείο για εξέταση· άπαξ και έχει ανοιχτεί, ε. Και είμαι βέβαιος ότι μερικοί αναγνώστες διαθέτουν και κάποιου είδους επιχείρημα, μάλλον εξελικτικής ή γενικότερα βιολογικής φύσεως, για να δικαιολογήσουν αυτή την αντίληψη.

Εγώ λέω πάλι ότι όλα αυτά, οι παραβατολογίες και οι ασκητισμοί και οι επιστημονισμοί και οι υγιεινισμοί, είναι προφάσεις μισογυνισμού. Η γυναίκα δεν πρέπει, δεν μπορεί, να αυτενεργεί και να επιθυμεί και να αποφασίζει. Ούτε καν να συναινεί ρητά δεν χρειάζεται — σιωπή γυναικί κόσμον φέρει. Τη γυναίκα τη διακόπτεις όταν μιλάει, της εξηγείς γιατί αισθάνεται έτσι (οι γυναίκες αισθάνονται μόνο, δεν φρονούν), την ερμηνεύεις. Έτσι πρέπει. Άλλωστε, η γυναίκα παρασέρνεται κι υστεριάζει, άντε να απολαμβάνει στην καλύτερη περίπτωση. Επίσης, όσο αυξάνεται η αυτενέργειά της, είτε τόσο πιο πολύ αντρίζει, είτε τόσο πιο πολύ πουτάνα είναι. Ή άρπυια, σκύλα κι ευνουχίστρια. Μην πάτε μακριά: οι άντρες ολοκληρώνονται μέσα από το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς τους, οι γυναίκες από τη χθόνια διακόρευση και από τη μητρότητα, αλλά κι αυτή ως χθόνιο γεγονός και ως διαδικασία — ενώ είναι το μόνο μυστικό κι αλλόκοτο θαύμα που υπάρχει έξω από τη ντίσνεϋλαντ των θρησκειών.

Κοινοτοπία: μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. Παρ’ όλα αυτά, μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε. Το έχω δει στους αντιδιανοούμενους, που φθονούν το διανοητικό κεφάλαιο, το μόνο που δεν μπορείς να κλέψεις. Το έχω δει στους πουριτανούς και στους εθελούσια στερημένους που φθονούν την ελευθεριότητα και την ανέμελη χαρά της. Το έχω δει στους ομοφοβικούς, που δεν φοβούνται παρά μισούνε και φθονούν. Το βλέπω στους μισογύνηδες που φθονούν τις γυναίκες επειδή δεν θέλουν να τους αφεθούν. Ή κι επειδή δεν τους θέλουν οι γυναίκες.

Αλλά κι αυτή η κοινοτοπία όζει ψυχολογισμό και ίσως μερική εξιλέωση. Το ζήτημα δεν είναι γιατί κάποιος είναι μισογύνης, όπως το πρόβλημα δεν είναι γιατί κάποιος έχει ρατσιστικά αντανακλαστικά. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν μεταφράζεις τον μισογυνισμό σε πεποιθήσεις, σε αξιολογικές κρίσεις και σε ιδεολογία. Πολύ περισσότερο, όταν τον αφήνεις να καθοδηγεί τη συμπεριφορά σου και να διαμορφώνεται τελικα σε πολιτική.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

Ψυχάκηδες

Θέλεις ο πιλότος να είναι ψυχολογικά αλφαδιασμένος, να έχει τέλεια όραση χωρίς γυαλιά και χαμηλές πιθανότητες να πάθει έμφραγμα. Όπως επίσης θες να είναι νηφάλιος και ξεκούραστος.

Βεβαίως, κανονικά θες και ο μηχανοδηγός ή ο οδηγός λεωφορείου να είναι ξεκούραστος και ψυχολογικώς αλφαδιασμένος, άλλωστε οδηγοί και μηχανοδηγοί έχουνε πάρει περισσότερο κόσμο στον λαιμό τους απ’ ό,τι μοιραίοι πιλότοι κι αεροπειρατές μαζί. Φυσικά, όσοι ταξιδεύουμε με τραίνο ή λεωφορείο έχουμε την αυταπάτη ότι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να πεταχτούμε έξω, δυστυχώς είμαι σε θέση να ξέρω ότι πρόκειται ακριβώς για αυταπάτη.

Ταυτόχρονα, για άλλη μια φορά παρακολουθούμε μαζικό κυνήγι μαγισσών, μόνο που στο τέλος τις κανιβαλίζουμε κιόλας. Όπως οι «μάγισσες», που κυνηγούσαν οι κανονικοί ανθρώποι στην αυγή και σε όλο το πρωινό των Νεώτερν Χρόνων, ήτανε συνήθως γυναίκες απλώς που κάποιον ενοχλούσαν, έτσι και η αυτοκόλλητη ετικέτα της ψυχικής νόσου κολλάει πάνω σε πάρα πολλά κούτελα.

Η ψυχική νόσος δικαιολογεί την αυτοχειρία των θυμάτων του Μνημονίου. Η ψυχική νόσος, και μάλιστα σε έναν ολοένα και πιο κλινικοποιούμενο κόσμο, απαλλάσσει την πατριαρχία: η «γυναικεία ψυχρότητα» είναι ψυχοσωματική νόσος και όταν το ρημάδι το FDA εγκρίνει το φαρμακάκι το σχετικό, θα θεραπεύεται. Η ψυχική νόσος, ως μομφή και απόδοση του ακαταλόγιστου στον άλλο («δεν σε θήλασε η μάνα σου», «έχεις απωθημένα», «είσαι κατάθλα(ς)», «είσαι ψυ(χ)», «είσαι τρελός») διευκολύνει τους πατερναλιστές, τις αυθεντίες, την εξουσία — υπενθυμίζω ότι ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος παρουσίαζε «αποκλίνουσα συμπεριφορά», πράγματι: τι είναι η εφηβεία παρά μια ψύχωση με ημερομηνία λήξης (;). Αν ο άλλος είναι ανώμαλος και ψυχάκιας, παραμερίζεται και στιγματίζεται εύκολα. Και ούτω καθεξής.

Ταυτόχρονα, ο ευτελισμός, ο στιγματισμός και η εργαλειακή χρήση της ψυχικής νόσου διαιωνίζουν το ότι οι άνθρωποι που έχουν ψυχολογικά θέματα δεν θα ζητήσουν βοήθεια ειδικού. Θα μεταφράσουν την κατάθλιψη ως «υπαρξιακά» ή «μελαγχολία» ή «αγαμίες» — αν δεν φροντίσουν καλοθελητές να τους τη μεταφράσουν εκείνοι κάπως έτσι. Όσοι υποφέρουν ψυχικά θα σιωπήσουν ενώ θα τους παραλύουν ιδεοψυχαναγκασμοί, ψυχοσωματικά, διπολικές καταστάσεις και θα προσπαθήσουν να «φανούν δυνατοί» και να «αποδεχτούν τα σκαμπανεβάσματα» — αν δεν αλυσοδεθούν μπροστά στο ελώδες αχνό φως της τηλεόρασης ή δεν κλειστούνε μέσα σε μια κουζίνα παραδομένοι σε αυτό που νομίζουνε θλίψη και στο αναπόδραστο του θανάτου. Κι ας είναι η ψυχική νόσος αρρώστεια, όπως η καρδιοπάθεια ή ο υπερθυροειδισμός.

Πατερναλισμός

Ένα είναι το χούι που όλους μάς ενώνει,

Όχι. Ο πατερναλισμός είναι.

Και όλους μας ενώνει.

Σε άλλες κοινωνίες ο πατερναλισμός είναι συνήθως ταξική συμπεριφορά. Στην Αγγλία γίνεται τεράστια συζήτηση σχετικά με τον πατερναλισμό (στα όρια του ρατσισμού) της μεσαίας τάξης απέναντι στην εργατική. Στη Γαλλία, ο πατερναλισμός του κοσμικού λευκού παριζιάνου αστού είναι πια κοινός τόπος, αφού μάλιστα τροφοδοτείται από την ουνιβερσαλιστική ιδεολογία του γαλλικού κράτους: οι αξίες της Γαλλίας είναι οι πανανθρώπινες αξίες και όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουμε δύο πατρίδες με δεύτερη τη Γαλλία, τελεία και παύλα.

Στην ελληνική κοινωνία, όπως τρικυμιωδώς εκφράζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς τη διαμεσολάβηση του τύπου, των ραδιοσταθμών ή των καναλιών πια, ο πατερναλισμός εκπορεύεται από όλους και καταπέμπεται προς όλους.

Όλοι λοιπόν μπορούμε να διακρίνουμε με μοναδική διαύγεια τις προθέσεις όλων, ατόμων και ομάδων: κουκιά μετρημένα είναι οι άλλοι, είτε διάφανοι και απλοϊκά οργανωμένοι είτε δεκτικοί άμεσης ετικετοκόλλησης. Ακόμα και αν παραιτηθούμε από την απόλαυση μιας δίκης χαρακτήρα, που μας χαρίζει την αίσθηση ηθικής ανωτερότητας την οποία τόσο στερούμαστε και λαχταράμε, προχωράμε στην ντετερμινιστική ερμηνεία των πράξεων του άλλου: τέτοια είναι, τέτοια κάνει· από το σινάφι του τι να περιμένει κανείς· ο λύκος κι αν εγέρασε κτλ.

Στην κατάσταση γενικευμένου πατερναλισμού που ζούμε, θα πίστευε κανείς ότι δεν υπάρχουνε περιθώρια αυτενέργειας, απόφασης κι ελευθερίας. Όλοι μυγαράκια, σβουρίζουμε γύρω από τη φλόγα του υπερπατερναλιστή Γκυ Ντεμπόρ, έρμαια της «νοοτροπίας», του Zeitgeist. Τις περισσότερες φορές, απλώς είμαστε παίγνια αυτού που είμαστε — το οποίο βεβαίως αντιλαμβάνεται και κατανοεί ο άλλος πολύ καλύτερα από εμάς τους ίδιους. Η ζωή ολωνών είναι μελωδία μηχανικού πιάνου που οι άλλοι γνωρίζουνε τάχα εκ των προτέρων, αφού βλέπουν καθαρά τα σημαδάκια στον περιστρεφόμενο κύλινδρο. Αίτιο, αποτέλεσμα. Οι πατερναλιστές, όλοι μας, γνωρίζουμε το πρώτο. Το δεύτερο μηχανικά αναπόφευκτο: ο άλλος, ο απέναντι.

Και ναι, όλοι είμαστε πατερναλιστές, έστω κι αν μας έχει δοθεί μισό κλικ αυθεντίας πάνω από τον απέναντί μας: σοφοί γονείς, διορατικοί δάσκαλοι, ώριμοι ενήλικες, θυμόσοφοι δεξιοί, πεφωτισμένοι αριστεροί, πιο πεφωτισμένοι αναρχικοί, αδιάφθοροι έφηβοι, ώριμοι γκόμενοι, ψαγμένες γκόμενες, υψιπετείς θεωρητικολόγοι, προσγειωμένοι πραγματιστές, ψημένοι άνθρωποι των πόλεων, γνήσιοι άνθρωποι της επαρχίας, ακομπλεξάριστοι στρέιτ, μεταρσιωμένοι γκέι, ευλογημένοι χριστιανοί, ήμεροι αγνωστικιστές, απελευθερωμένοι άθεοι, σοβαροί μονογαμικοί, υγιείς πολυγαμικοί, βαθιά μορφωμένοι, αγνοί ολιγογράμματοι, περήφανα νιάτα, τιμημένα γερατειά. Ο Γιανναράς και ο Γεωργελές. Η Διβάνη κι ο Ζουράρις. Ο Αποστολίδης, ο Ραφαηλίδης κι ο Σαββόπουλος. Η Μαλβίνα κι η Αρβελέρ. Ο Πάσχος και η Κανέλλη. Το ΚΚΕ κι οι δεσποτάδες. Όλοι αυτοί θεωρούμε όλους τους άλλους κατ’ αρχήν βλάκες. Ή ανήθικους. Ή μπανάλ. Ή αφελείς. Ή πλανημένους. Κι έτσι αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε και τους γνήσια κακόβουλους στο τέλος.

Μετά από τόσα χρόνια που είμαι Έλληνας δεν έχει πάψει να με κουφαίνει η ευκολία και η αυτοπεποίθηση με την οποία οποιοσδήποτε από εμάς είναι έτοιμος να πατρονάρει οποιονδήποτε άλλο. Δεν έχει πάψει να με τρελαίνει σαν πονόδοντος το πόσο λαγνευόμαστε τον ετεροκαθορισμό, πόσο γουστάρουμε να καμωνόμαστε ότι ξέρουμε ποιος είναι ο άλλος, πόσο καυλώνουμε να του πούμε για τη ζωή του, πόσο ποθούμε να του επιβάλουμε αυτό που ξέρουμε γι’ αυτόν. Για το καλό του, τελικά.

Ένας είναι ο εχθρός, ειν’ ο πατερναλισμός.

Ένδον σκάπτε

Ελάτε, φίλοι, να μιλήσουμε για εθνοτικά στερεότυπα, ελάτε να πούμε για τον χαρακτήρα των λαών, να επιχειρηματολογήσουμε πάνω στο δυτικό ratio και την βορειοευρωπαϊκή απονία απέναντι στον ελληνικό Λόγο (του Ζουράρεως;) και τη μεσογειακή φιλαλληλία. Ελάτε να μιλήσουμε για λαούς ολόκληρους που έχουνε τον σταχανοβισμό, την κρυοκωλιά ή τη σκληρότητα στο αίμα τους.

Χτες ξαφνικά άρχισε να πονάει ένα δόντι στο οποίο είχα εδώ και μια βδόμαδα ευαισθησία. Με σκότωνε κάθε φορά που το πίεζα. Σήμερα το πρωί μάλιστα ένιωθα πόνο οπουδήποτε και να άγγιζα το ούλο πάνω από τη ρίζα του. Θα έβλεπα τον οδοντίατρό μου τη Δευτέρα, αλλά μόλις τέλειωσα τη δουλειά σήμερα έψαξα και τοπικό οδοντίατρο να με συμβουλέψει ή και να μου δώσει τίποτα.

Με πήγαν κάτι παιδιά εδώ σε μια κλινική του τοπικού πανεπιστημίου. Αυτοί όμως ήθελαν καπάρο 150 ευρώ, γιατί η ασφάλεια η δική μου δεν καλύπτει οδοντιατρικές εργασίες. Θα μου επέστρεφαν το υπόλοιπο. Αρνήθηκα κοφτά κι απότομα. Οπότε με πήγανε μετά σε ένα κοντινό οδοντιατρείο, υπερκυριλέ, με έξι οδοντιάτρους μέσα. Πήχτρα ήταν. Μου είπανε να περιμένω μία ώρα, που τελικά έγιναν τρεις. Στο μεταξύ διάβασα το μισό ‘Μάρτυς μου ο Θεός’ (μα τι βιβλίο!), μπινελίκωσα τους καριοληδες εδώ και ένα τρίωρο που δεν κάνουνε μια εξαίρεση για τον πόνο του ανθρώπου, έψεγα την πανέμορφη ρεσεψιονίστα του οδοντιατρείου που δεν άφησε το παιδάκι να περιμένει για να με δουν εμένα σφήνα — άλλωστε συμβουλή και κανα φάρμακο ήθελα μόνο, τη Δευτέρα θα πήγαινα στον οδοντίατρό μου.

Τελικά με δέχτηκε ένας φανερά καταπονημένος οδοντίατρος στην ηλικία μου. Διά χειραψίας. Μου ζήτησε συγγνώμη που περίμενα. Μιλήσαμε. Μου έβγαλε ακτίνες. Χρειαζόμουν απονεύρωση. Ναι, το είχα χαμπαριάσει αυτό. Όχι, χρειαζόμουν επιτόπου απονεύρωση. Του είπα ότι μπορεί να με διώξει με κάποια αντιβίωση ή και παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. Όχι, επέμενε, πάτε για απόστημα, έχει γαμηθεί ο Δίας στη φλεγμονή, πάτε για απόστημα. Πόσο θα κοστίσει; 350, μου λέει. Πόνεσε, αλλά τόσο πάει το μαλλί κι εκεί που μένω. Πάμε, του λέω.

Όσο με έσκαβε μου εξηγούσε τι και πώς, μετά όταν πήγε να χτίσει την κουφάλα μού ζήτησε συγγνώμη γιατί μούγκρισα. Με έκλεισε. Μου έδωσε παυσίπονα και τις καλύτερες ευχές. Το οδοντιατρείο είχε ήδη κλείσει, βοηθοί και ρεσεψιονίστες την είχανε κάνει, πήγε ο ίδιος στον γκισέ και μου έβγαλε τον λογαριασμό: 191,27.

Οι κάρτες μου δεν πέρναγαν. Πήγα να δώσω μετρητά, «α, δεν έχω ρέστα», απάντησε. Και τι θα γίνει; Θα σας στείλουμε τον λογαριασμό στην Αθήνα. «Μα τι λέτε;» «Εσείς με εμπιστευτήκατε, σας εμπιστεύομαι, we are on the same side». Επέμενα. Επέμενε. Ήταν κουρασμένος. Εντάξει, να μου στείλετε τον λογαριασμό στην Αθήνα. Τον χαιρέτησα με χειραψία, ευχήθηκα Auf wiedersehen κι έφυγα κατάπληκτος.