Η ανθρώπινη φύση και οι κομμώτριες

Πολλοί  φρικάρουν με την επίκληση της ανθρώπινης φύσης. Βεβαίως, ό,τι κι αν λένε κάτι Γάλλοι ή οι ορθόδοξοι εμπειριστές, ανθρώπινη φύση υπάρχει: όπως από τον λαιμό και κάτω, έτσι και από τον λαιμό και πάνω. Οι άνθρωποι έχουμε δυο χέρια με πέντε δάχτυλα το καθένα και δεν έχουμε ουρά, επίσης έχουμε Θεωρία του Νου, γλώσσα, κοινωνική οργάνωση, ικανότητα για κουλτούρα κτλ.

Το βασικό επιχείρημα κατά της ανθρώπινης φύσης, είτε ρητά είτε υπόρρητα, είναι βεβαίως βαθιά πολιτικό και ηθικό: από τον καιρό των αρχαίων Ελλήνων, η επίκληση στο φύσει υπήρξε η αιτολόγηση κάθε λογής status quo ή ετεροκαθορισμών: κάποιοι (άλλοι) είναι φύσει δούλοι, ο άνθρωπος φύσει θρησκεύει, οι άνθρωποι συναθροισμένοι τείνουν να συμπεριφέρονται ως αγέλη (σκύλων), οι γυναίκες είναι φύσει κουτσομπόλες κτλ.

Κάθε κοινωνικός ρόλος και στερεότυπο που επικαλείται την ανθρώπινη φύση διαψεύδεται εύκολα με την ελάχιστη αναδίφηση της ιστορίας και της ανθρωπολογίας. Δίπλα στους φύσει πολεμοχαρείς αγρίους υπάρχουν φύσει συνεργατικοί φιλήσυχοι «ευγενείς άγριοι». Δίπλα στην φυσική αποστολή της γυναίκας ως μάνας υπάρχουν οι ταμένες παρθένες των θρησκειών και οι αντρογυναίκες της Αλβανίας και οι ελεύθερες κι άτεκνες γυναίκες της (μετα)νεωτερικότητας. Αθεΐα και θρησκοληψία και όλα τα ενδιάμεσα συνυπάρχουν από καταβολής ανθρώπων. Τροφοσυλλέκτες και νεοϋορκέζοι, εργάτες του Μάντσεστερ και φεουδάρχες, κλαν και πυρηνικές-μονογονεϊκές οικογένειες, από δυο έως πέντε γένη, μητριαρχία και πατριαρχία…

Όλα τα παραπάνω, και πολύ περισσότερα, εμπίπτουν μέσα στην ανθρώπινη φύση. Όπως και αυτό που λέμε ελεύθερη βούληση, βεβαίως.

Εννοείται ότι η πλάνη πως οι κανόνες ετεροκαθορισμού μιας κοινωνίας ανάγονται άμεσα και αδιαμεσολάβητα στην ανθρώπινη φύση ζει και βασιλεύει. Οι νεοφιλελεύθεροι, οι φασίστες, οι evolutionary psychologists, οι ορθόδοξοι μαρξιστές θεωρούν ότι οι ανθρώπινη φύση καθορίζει μονοσήμαντα αυτή ή την άλλη συμπεριφορά. Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν οι τροφοσυλλέκτες για την ανθρώπινη φύση, που στο κάτω κάτω ακολουθούν ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που υπήρξε χωρίς εναλλακτικές για εννιά-δέκα φορές περισσότερο από όσο διαρκεί το σετ «Γεωργική Επανάσταση συν Κράτος».

Κι εδώ βρίσκεται το δράμα όσων μελετούν την ανθρώπινη φύση. Ξέρουμε π.χ. κάποια βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, όπως η προτεραιότητα που δίνουμε στα αντικείμενα (E. Spelke) ή πώς μετράμε (S. Dehaene), ενώ ενδιαφέροντα πράγματα ανακαλύπτονται για το πώς λειτουργούν οι ηθικοί συλλογισμοί μας (T. Fitch). Και πρόκειται για πολύτιμα ευρήματα και παράθυρα που ανοίγονται στην ανθρώπινη φύση. Παράλληλα, έχεις από δίπλα όλες αυτές τις κουβέντες του καφενέ, μεταμφιεσμένες σε επιστήμη, για τις τεράστιες (λέει) διαφορές των φύλων σε ζητήματα νόησης και γλώσσας ή για την αναγωγή της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των λευκών των ΗΠΑ επί Αϊζενχάουερ στο πώς ζούσαν οι πρόγονοί μας στην αφρικανική σαβάνα. Τα just so stories επανέρχονται, τα φύσει βαφτίζονται «DNA» και οι διαφορές γονότυπου και φαινότυπου πάνε για βρούβες.

Η αντίληψη πως η ανθρώπινη φύση καθορίζει συμπεριφορές καταλεπτώς και ντετερμινιστικά είναι λοιπόν απλοϊκή αλλά και πολιτικά επωφελέστατη για τις ελίτ. Η παρανόηση της ανθρώπινης φύσης, όχι ως πεδίου επιλογών αλλά ως σημείων πάκτωσης διαποτίζει και το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως και λόγω της μεροληψίας υπέρ της λογιοσύνης και της μάθησης (σοφοί δεν ήταν οι αρχαίοι ημών;), το σχολείο λειτουργεί με τη σιωπηρή παραδοχή ότι εκ φύσεως ο άνθρωπος προτιμάει την πνευματική εργασία ή, έστω, μια εκδοχή πνευματικής εργασίας. Κι έτσι, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο προς αυτού του τύπου της δουλειές όσον αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση του μαθητή. Χαρακτηριστικά: όταν ήμουν υποψήφιος, οι περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές έβγαζαν καθηγητές Μέσης, τελικά. Ακόμα χαρακτηριστικότερα: «αφού δεν τα παίρνει τα γράμματα, στειλ’ τον / την να μάθει μια τέχνη».

Εγώ πάντως γνώρισα ηλεκτρολόγους που λατρεύουν τη δουλειά τους (είχα τον νου μου γιατί κι εμένα μου αρέσει να μπλέκομαι με τα ηλεκτρολογικά), κομμώτριες που ξέρουν ότι κάνουν τέχνη και ότι έχουνε τη σπάνια τύχη να δουν αμέσως τα αποτελέσματα των προσπαθειών τους, εργάτες δήμων που μαζεύουνε σκουπίδια 3 και 4 μαζί και γουστάρουν που γυρίζουνε νυχτιάτικα στους άδειους δρόμους με το φωτισμένο σκουπιδιάρικο, λογιστές που παθιάζονται με αυτό που κάνουν, ευτυχισμένες πόρνες, κορνιζάδες που ξέρουν ότι στο κατάλληλο κάδρο ακόμα και το παιδάκι με το κερί  θα δείξει (και θα σου το φτιάξουν). Θα μου πείτε, είναι αυτές δουλειές για να τις κάνεις καιρό; Η αντερώτησή μου είναι αν έχετε δουλέψει σε γραφείο για πάνω από δέκα χρόνια σερί.

Χάρη στην ανθρώπινη φύση, η σκέψη και η νόηση δε θα ελεγχθούν ποτέ α λα 1984. Χάρη στην ανθρώπινη φύση, άμα δώσεις στον Ιησουίτη ή στον Λένιν ή στο ελληνικό σχολείο ένα παιδί από τα γεννοφάσκιά του, δε θα καταφέρει οπωσδήποτε να το κάνει γκάγκα. Χάρη στην ανθρώπινη φύση, η φυλακή της μαζικής κουλτούρας και της προπαγάνδας είναι όλο τρύπες, ανοίγματα και τουνελάκια διαφυγής.

Αν πρέπει να μιλάμε για Σοβιετία

Η διαφορά είναι στη διαφήμιση ίσως

Απολογητής της ΕΣΣΔ δε θα γίνω ποτέ. Κανονικά δεν θα έπρεπε να εξηγεί κανείς γιατί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάστε την Κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, του αείμνηστου Κώστα Κάππου.

Τι θα μπορούσε να προσάψει λοιπόν ένας απλός άνθρωπος στον σοβιετικό τρόπο ζωής; Τουλάχιστον τρία:

Πρώτον, την απουσία έστω και προσχηματικά της ελευθερίας του λόγου, τη φίμωση των πάντων, την κυριαρχία της μαρξιστικής-λενινιστικής ορθοδοξίας στα πάντα: από τη μουσική μέχρι τις κάλτσες. Την ανελέητη μηχανή της προπαγάνδας.

Επίσης, την άθλια δημόσια αισθητική του ολοκληρωτισμού, που μόνον ως κιτς φολκλόρ αντέχεται, πολύχρωμη και ντιρλαντά σε ό,τι αφορούσε το μονολιθικό Κράτος και το Κόμμα, σε αντιδιαστολή με την γκρίζα και σκυθρωπή καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Τέλος, το πανταχού παρόν κράτος της ολοκληρωτικής καταστολής, που επιτηρούσε ασφυκτικά τις ζωές των άλλων και έλεγχε κάθε συνάθροιση επιβάλλοντας παντού την τάξη φυλακής.

Και πάμε τώρα σε μια αστική δημοκρατία των αρχών του 21ου αιώνα. Τι θα μπορούσε να προσάψει λοιπόν ένας απλός άνθρωπος στον τρόπο ζωής σε μια τέτοια δημοκρατία; Τουλάχιστον τρία:

Πρώτον, την προσχηματική ελευθερία του λόγου, τη φίμωση «ακραίων» απόψεων στο όνομα της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης (δε σεβόμαστε το Ισλάμ, τους γκέι ή τους Ασιάτες: να μην εξεγείρονται θέλουμε, να μη φωνάζουν καν), την κυριαρχία της νεοσυντηρητικής-νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας και των μονολιθικών πολυεθνικών στα πάντα: από τη μουσική μέχρι τις κάλτσες. Την ανελέητη μηχανή της προπαγάνδας.

Επίσης, την άθλια δημόσια αισθητική του καταναλωτισμού, που μόνον ως κιτς φολκλόρ αντέχεται, πολύχρωμη και ντιρλαντά σε ό,τι αφορά την κατανάλωση, σε αντιδιαστολή με την γκρίζα και σκυθρωπή καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Τέλος, το πανταχού παρόν κράτος της ολοκληρωτικής καταστολής, που επιτηρεί ασφυκτικά τις ζωές των άλλων και ελέγχει κάθε συνάθροιση προσπαθώντας να επιβάλει παντού την τάξη φυλακής.

Πείνα

Στο κρεβάτι τις προάλλες σκεφτόμουν ότι πέρα από την ταξική στράτευση, υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα στο να κατανοήσουν όσοι έχουν το προνόμιο και την πολυτέλεια να γράφουν τι πραγματικά σημαίνει φτώχεια: όσο ζωηρή και αν είναι η ενσυναίσθησή σου, την πείνα λ.χ. πρέπει να την έχεις ζήσει.

Πείνα εγώ έχω ζήσει για πάρα πολύ λίγο, περίπου 10 μέρες εκεί το Πάσχα του ’97. Μόλις είχε υποτιμηθεί η δραχμή, το ΙΚΥ δεν είχε τις πιστώσεις για να μας στείλει στην ώρα τους τις 580 λίρες τον μήνα. Τους πήρε βδομάδες να βρουν τα χρήματα. Κατά την Κυριακή των Βαΐων ξέμεινα εντελώς από μετρητά, πιστωτική κάρτα δεν είχα. Κυκλοφορούσα με δύο δεκάλιρα για ώρα ανάγκης. Κι έτσι, για περίπου δέκα μέρες απλώς δεν είχα λεφτά, έτρωγα μόνο το βραδυνό στην εστία, μια φορά τη μέρα. Άρα δεν ήταν κανονική πείνα, ενώ θυσίασα ένα πεντόλιρο κι έφαγα μια μερίδα κοτόπουλο την ημέρα του Πάσχα.

Θυμάμαι ότι ζαλιζόμουν και ότι δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Κοιμόμουν πολύ και ξύπναγα πεινώντας, κοίταζα το Σίτυ από το παράθυρό μου και δεν έκανα καμμία υψηλή σκέψη, απλώς αναρωτιόμουν αν το τσάι θα μου έκοβε την πείνα. Τσάι υπήρχε άφθονο. Θυμάμαι να περπατάω σε μια πόλη σαν τον Λονδίνο και να μην έχω πού να πάω, αφού ήδη από τότε ήταν αδύνατο να υπάρχεις εκεί μέσα χωρίς να καταναλώνεις. Πήγαινα μεγάλους περιπάτους: στο ποτάμι, στη National Gallery, στο British Museum, σε πάρκα — σε ό,τι ήταν ανοιχτό τζάμπα. Όμως δεν μπορούσα καθόλου να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτε να αισθητικοποιήσεις από την κατάσταση, δεν αισθητικοποιείται εύκολα η πείνα — άλλωστε ακόμα και η Πείνα του Χαμσούν κατά βάθος τη σεξουαλική στέρηση πραγματεύεται, νομίζω.

Θυμάμαι κυρίως ότι περίμενα να περάσουν οι ώρες να πάω να φάω τις αηδίες φριτέζας που μας προσέφερε το International Hall για βραδινό. Δεν είναι πάντως αλήθεια ότι σκέφτεσαι διαρκώς το φαΐ ή ότι ονειρεύεσαι ψητά και μακαρονάδες και σάντουιτς και τέτοια, αυτά που λεν ότι παθαίνεις με τις δίατες και τις νηστείες δηλαδή. Όμως όταν τελικά πήρα 400 λίρες στα χέρια μου, έκτακτη παρακινδυνευμένη βοήθεια μέσα σ’ έναν φάκελο από έναν πανικόβλητο πατέρα που κατάλαβε τι συνέβαινε, δεν πίστευα στα μάτια μου: μου φαινόταν το πάκο με τα εικοσάλιρα στο χέρι μου σαν κλεμμένο. Κοίταγα τη βασίλισσα στο πάνω-πάνω εικοσάλιρο, μωβ, να με κοιτάζει και νόμιζα ότι βλέπω εικόνισμα.

Εντάξει, και από το 2000 με 2002 έζησα στη φτώχεια: είναι χαρακτηριστικό ότι έκανα απόπειρα να βγάλω πιστωτική, μπας και αποκτήσω λίγο ρευστό, και όταν άκουσε το τετραψήφιο ετήσιο εισόδημά μου ο τύπος στο τηλέφωνο βουβάθηκε και μετά κατάφερε να μου πει με βεβιασμένα ουδέτερο τόνο πως μάλλον δεν θα εγκριθεί η αίτησή μου — και μιλάμε για μια εποχή που έδιναν πιστωτική με το στανιό.

Αλλά πείνα μόνον εκείνες τις δέκα μέρες.

Σε μια ταβέρνα της Βιέννης

Τα μάτια του είναι κόκκινα. Πραγματικά άσχημος, πραγματικά. Δεν ξέρω, ίσως φταίει το κρασί: όσο τον κοιτάζω τόσο μαγνητίζομαι από το πόσο άσχημος είναι. Είναι βεβαίως κι αυτός πίτα, μεθυσμένος. Δεν ακούει καλά καλά τι λέω, έχει και φασαρία εδώ μέσα, είναι και οι βυζάρες της κόρης του κάπελα που ασταμάτητα παρακολουθώ τόσην ώρα.

«Zum Wohl!» αλαλάζει και καταπίνει μια γουλιά σαν να ήταν λαύδανο, τα μάτια του πετάγονται έξω κι είναι κατακόκκινος εδώ και ώρα. «Οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες», σχεδόν φώναξε, «σπέρνουνε δυναστείες με τα αρχίδια τους. Γκαστρώνουν γυναίκες και παλλακίδες και ελπίζουν ότι τα παιδιά τους θα γίνουν κι εκείνα αυτοκράτορες και βασιλιάδες — αλλά οι ίδιοι θα έχουνε πεθάνει: τον δεύτερο Λεοπόλδο θα τον ξεχάσουν όταν έρθει ο τρίτος. Και τον Φραγκίσκο. Και όλους. Σπέρνουν δυναστείες και μετά τα παιδιά και τα εγγόνια τους καταργούν τους ίδιους παίρνοντας το όνομά τους. Σε κάθε δυναστεία υπάρχει μόνον ο βασιλιάς και ο διάδοχος — όλοι οι προηγούμενοι στη δυναστική γραμμή είναι απλώς ονόματα κι ανάμνηση.»

Κούνησα το κεφάλι σχεδόν απότομα, συμφωνώντας στανικώς: είχα αρχίσει πια να ζαλίζομαι από το κρασί και ήδη το περπάτημα μέχρι το σπίτι μου φαινόταν τόσο επώδυνο όσο πρόβα με τον μαέστρο. Εκείνος συνέχισε: «Ο Κύριός μας φύτεψε Εκκλησία και δεν άφησε διαδόχους παρά μόνον τους μαθητές Του κι εκείνοι τους χειροθετούν τους διαδόχους τους, αφού δεν έχουν αρχίδια.» Γέλασε τόσο δυνατά που, αν δεν γινότανε χαμός, θα πίστευα ότι πράγματι γύρισε και μας κοίταξε η μισή ταβέρνα. «Αλλά η Εκκλησία Του Τον λατρεύει και Τον μνημονεύει εις τους αιώνες. Του παίζουμε λειτουργίες και Του γράφουμε ύμνους.»

Το κεφάλι μου γύριζε. Θε μου, τι λέει ο μαστρο-Λουί; Τι λέει;

«Εγώ όμως θα φτιάξω δυναστεία με τη μουσική. Χωρίς διαδόχους και χωρίς παιδιά. Εγώ θα είμαι το ζωντανό όνομα, εγώ θα είμαι και ο γενάρχης. Θα είμαι παρών. Θα υπάρχω εγώ και όταν θα γράφεται μουσική, θα είμαι εκεί: όπως ο Κύριος σε κάθε συνάθροιση πιστών Του. Και όποιος θα παίζει μουσική, όποιος θα παιδεύεται να βγάλει ό,τι δεν ήθελε να παίξει η κοντέσσα Τζουκάρντι, η γλυκειά καριόλα, θα είναι παιδί μου και διάδοχός μου και πιστός μου. Αλλά το όνομά μου δεν θα σβήσει ποτέ. Ούτε η μουσική μου. Όσο υπάρχει πιανοφόρτε, ή ό,τι άλλο φτιάξουν. Εγώ θα είμαι παρών. Και κανείς δεν θα θέλει να παρεξηγήσει τον γενάρχη της μουσικής! Η δική μου δυναστεία ποτέ δεν θα σβήσει.»

«Μαέστρο, είναι αργά», απάντησα. «Πάμε.»

Στην τιμή και στη συνείδησή μου

Είμαι πολιτικά ανερμάτιστος. Δεν έχω διαβάσει τα βασικά και δεν έχω βγει στους δρόμους ούτε όσο θα έπρεπε ούτε όσο θα ηθελα. Οπότε μπορείτε να διαβάσετε ό,τι ακολουθεί με συγκατάβαση και μεγαλοψυχία — όπως λ.χ. ότι μόνο Συνασπισμό και ΣΥΡΙΖΑ έχω ψηφίσει στη ζωή μου, εκτός από το κοψοχέρικο 2004, που το έριξα ΠΑΣΟΚ για να μην έρθει ο «βλάκας». Ή να υπομειδιάσετε με το οτι από περίπου το 1998 έχω ενστερνιστεί ένα αναρχικό ιδεώδες: κριτική κάθε θεσμού, αποδόμηση ιεραρχικών δομών, κοινωνική αυτοοργάνωση, σοσιαλισμό κι ελευθερία μαζί.
Είμαι όμως άνθρωπος στριφνός, κερδίζομαι πολύ δύσκολα. Δακρύζω δύσκολα αλλά δακρύζω πολύ, ενώ παραμένω αλεπού (η μάνα μου με λέει έτσι, κάτι θα ξέρει). Υπερβολικά τρυφερός, ενθουσιώδης, κυκλοθυμικός. Νωθρός σαν γάτος αλλά σκυλί ανήμερο αν χρειαστεί.
Ανέλαβε λοιπόν η κυβέρνηση. Πάρα πολλοί δείχνουν να ξέχασαν ήδη ποιοι μας κυβερνούσαν μέχρι λίγες ώρες πριν. Γιατί αν θυμόντουσαν, θα έβλεπαν πελώριες διαφορές, σε πάρα πολλά. Δε θα απαριθμήσω τις εξαγγελίες και τις αποφάσεις που ακούμε εδώ και τρεις μέρες — είναι πολυάριθμες, συγκλονιστικές και επί της ουσίας.
Βεβαίως, ακούμε ότι οι κινήσεις αυτές είναι συμβολικές. Διαβάζουμε και πάλι για τη γνωστή «στάχτη στα μάτια», ότι λ.χ. η επίσκεψη στην Καισαριανή ήταν επικοινωνιακό αντίβαρο στη συμμετοχή των Καμμένων ως κυβερνητικών εταίρων. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί μάλλον κνίτικο αντανακλαστικό: οι κνίτες, που ξεκινούν κάθε πολιτική συζήτηση με απαξίωση και μηδενιστικό οίστρο, μου θυμίζουν ζηλωτές χριστιανούς που στα πάντα βλέπουν τη ματαιότητα «του κόσμου», το φάσμα της αμαρτίας και του θανάτου. Ιδίως αν πρόκειται για κάτι όμορφο κι ανθρώπινο. Από την άλλη, ένας σοβαρός άνθρωπος του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου έγραφε σήμερα για την κατάθλιψη της συμβολικής χαράς σε σχέση με το ξήλωμα της μάντρας μπροστά από τη Βουλή. Και οι καθαρίστριες που δικαιώνονται (κάνοντας εμένα, τον αφελή, να κλάψω); Και το πάγωμα του γενικευμένου ξεπουλήματος; Και η επαναφορά του κατώτατου μισθού; Η αποκατάσταση της Κυριακής αργίας; Συμβολικά όλα;

Για άλλη μια φορά, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου αδυνατεί να χαρεί· όπως έγραφα πριν οχτώ χρόνια: «έβλεπε σινεμά στις μάντρες του ’60 και στηλίτευε την απουσία κοινωνικής κριτικής και επαναστατικών μηνυμάτων, ερωτευόταν τη δεκαετία του ’70 (αφάνα τα εφηβαία, φούντα οι μασχάλες) και τη χάλαγε η μπουρζουάδικη ροπή των περισσότερων σεξουαλικών πρακτικών, εξεγειρόταν το Πολυτεχνείο και τη φαγούριζε η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, έπεσε η Χούντα και θρηνολογούσε την παλινόρθωση του αστικού κράτους, πήγαινε στις ντίσκο και τις έβρισκε απολιτικές». Έτσι: γι’ αυτούς η χαρά πρέπει να δικαιωθεί εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Όμως η χαρά είναι σαν την επανάσταση, που λέει κάπου ο Μπένιαμιν: γίνεται με αφορμή το παρελθόν, και τον πόνο του, και όχι γιατί υπόσχεται ένα μέλλον και την τρυφή του.

Και έτσι, τώρα που έχουμε μια κυβέρνηση που δείχνει αποφασισμένη, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου μυκτηρίζει τη σύνθεσή της, παρότι θα μπορούσε να είναι τρισχειρότερη αν συμπεριλάμβανε το μουλωχτό πολιτικό Τίποτα των εργολάβων, ενώ θα μπορούσε να είναι δυνατότερη ίσως αν την υποστήριζε το ψυχοπλακωτικό κι αυτιστικό σανατόριο που λέγεται ΚΚΕ. Και δεν μπορεί να χαρεί αυτό το μέρος γιατί η κυβέρνηση αυτή δεν είναι γνησίως αριστερή. Γιατί δεν θα πουλήσει το σκοινί στον καπιταλισμό για να πάει να κρεμαστεί οικειοθελώς κι αυτοβούλως.
Κι ας έχει εξαγγείλει μέσα σε 2-3 μέρες η κυβέρνηση αυτή όσα προσδοκούμε εδώ και τέσσερα χρόνια. Κι ας δείχνει ότι θα πράξει όσα καμμιά κυβέρνηση από το 1974 και μετά προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της προστασίας των αδυνάτων, της ελευθερίας και της ισότητας. Κι όλα αυτά απέναντι στις εγχώριες λυσσασμένες πολιτικές μαϊμούδες, στις άρπυιες των μεγαλοεργολάβων, στις σαύρες των τραπεζών, στους ύπουλους ποταμίσιους φρύνους, στις ύαινες του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού.

Είναι μαξιμαλιστές όσοι δε θέλουν να χαρούν, όσοι γκρινιάζουν: θέλουν ρήξη κι επανάσταση τώρα. Είναι μέσα στη μίρλα γιατί τα θέλουν όλα. Και καλά κάνουν. Μαξιμαλιστές είναι. Μα δεν ξέρουν ότι μαξιμαλισμός νοείται μόνον στον έρωτα: εκεί εκπληρώνονται οι επιθυμίες στο έπακρο, εκεί σου χαρίζεται κάποτε κι ένας κόσμος πέρα από τις επιθυμίες σου. Αλλά και στον έρωτα μια φορά στις δεν ξέρω πόσες.

Κάτι λεσβίες εκεί πέρα… (γάμος για όλους)

Όταν το 2006 έγραφα για αόρατες λεσβίες, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τι πράγμα μίλαγα, τελικά. Ναι, ξέρω ότι θέλετε να διαβάσετε κάτι για τις εκλογές, αλλά εγώ δεν έχω διάθεση: κατ’ εμέ αυτές οι εκλογές έρχονται πολύ αργά και όχι όπως θα άρμοζε στην αθλιότητα των τελευταίων πέντε ετών, δηλαδή μετά από αναταραχή.
 
Λοιπόν, δεν είχα ιδέα. Μίλαγα με μία παλιά μου φίλη, είναι τώρα εκεί γύρω στα τριάντα, για το πώς την αντιμετωπίζει η οικογένειά της. Δε θέλω να δώσω λεπτομέρειες, αλλά να το θέσω έτσι: η οικογένειά της της χρωστάει και της χρωστάει πολλά. Η Γ είναι η κλασσική ελληνίδα θυγατέρα, που έχει σηκώσει στις πλάτες της τη συμπαράσταση προς τους γονείς, τη συνδρομή προς τους παππούδες και άλλα πολλά. Χάρη στην κρίση, και τις επιλογές της οικογένειας (που ποτέ δεν κάνει λάθος), έφτασαν να ξανασυγκατοικούν όλοι μαζί μετά από χρόνια. Πρόσφατα έγινε λοιπόν η μοιραία συζήτηση με τον πατέρα — γιατί η συζήτηση αυτή θα γίνει, όσο και αν τα γκέι παιδιά παίζουνε τις κουμπάρες, έστω κι αν θα γίνει βουβά και με δυο βλέμματα σαν γοργές βελονιές βοηθού μικροβιολόγου. Η αντίδραση του πατέρα στο «είναι η γκόμενά μου κι είμαι λεσβία» ήταν αντίστοιχη με αυτήν απέναντι στο «η αλήθεια είναι στους Σεξ Πίστολς, γκέγκε;». Θυμηδία κι απαξίωση, κουρασμένη γκριμάτσα πατέρα που ζητάει από τη μικρή να κόψει τις μαλακίες γιατί έχουμε και δουλειές. Αναρωτήθηκα μπροστά στη Γ, αν είχε γιο και του έλεγε «είναι ο γκομενός μου και είμαι __________» (δεν ξέρω ποιον όρο χρησιμοποιεί ο γκέι άντρας για να κάνει το πιο οδυνηρό κάμινγκ άουτ), θα αντιδρούσε έτσι ο πατέρας;
 
Η απάντηση μού δόθηκε, τυχαία, από μια άλλη παλιά φίλη, την Π. Όταν τις έπιασε πριν πολλά χρόνια ο πατέρας της γυμνές στο κρεβάτι εκείνη και την τότε κοπέλα της, με την κοπέλα της μάλιστα μονοσήμαντα τοποθετημένη ανάμεσα στα πόδια της και την ίδια στο χείλος του οργασμού, δεν έπαιξε καν το βλέφαρο του. «Κορίτσια, ακόμα δεν ντυθήκατε; Άντε.» ήταν η αντίδρασή του. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και δεκαετίες μετά ο πατέρας ακόμα δεν προβληματίζεται, τουλάχιστον όχι μπροστά της, γιατί η κόρη του η Π δεν παντρεύτηκε. Ούτε καν γιατί δεν την έχει δει ποτέ με γκόμενο, παρά μόνο με φίλες.
 
Δε λέω ότι δεν υπάρχει εξήγηση για αυτές τις συμπεριφορές. Δεν πέφτω από τα σύννεφα. Επίσης, κάποιοι γκέι άντρες φίλοι μου στάνταρ θα μου πουν ότι καλύτερο είναι να σε αγνοούν, να μην υπάρχεις και να καμώνονται ότι «απλώς» γεροντοκοριάζεις εκκεντρικά, παρά να σε δέρνουν, να σε κυνηγάνε, να σε χλευάζουν και να σε περιθωριοποιούν. Ειλικρινά, δεν ξέρω.
 
Αυτό που ξέρω είναι ότι η Γ δεν μπορεί να παντρευτεί στη φάση του «γιατί όχι», όπως παντρεύτηκα εγώ. Ξέρω ότι δε θα υπάρχει ένα ταίρι με τον νόμο δίπλα της για να της χορηγεί αντίδοτο στις τοξίνες που μας ποτίζει η ελληνική οικογένεια, η οικογένεια που ποτέ δεν κάνει λάθος, γιατί ό,τι κάνει το κάνει για το καλό μας.
 
Αυτό κατάλαβα τον Ιανουάριο του 2015: ο γάμος για όλους δεν είναι μόνο ζήτημα στοιχειώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Δε διασφαλίζει μόνον ότι δε θα σβήσεις σ’ ενα κωλονοσοκομείο μόνος με τον άνθρωπό σου να περιμένει στον διάδρομο την ελεημοσύνη κάποιας νοσηλεύτριας. Δεν τακτοποιεί πρακτικά θέματα και μόνο. Στην Ελλάδα, ο γάμος σε θωρακίζει επιπλέον απέναντι σε μια εξόχως ιμπεριαλιστική οικογένεια, η οποία ακόμα κι αν είσαι στρέιτ έγγαμος σαραντάρης, θα ορμήσει να σου πει για τη ζωή σου και να σου τραβήξει και το αυτί. Πολλώ μάλλον αν είσαι από αυτές που δεν είχανε καλή τύχη και τώρα τελευταία καμώνονται ότι είναι λεσβίες…
 
 Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.

Ο γεροντισμός και ο Παΐσιος

Κάποτε κάποιος πολύ πιο καταρτισμένος από εμένα θα γράψει την ιστορία του γεροντισμού στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Με τη νεορθόδοξη παλινόρθωση ήρθε η αναμενόμενη και αναγκαία απαξίωση των χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των σκοτεινών άντρων άδηλης εξουσίας, των εργοστασιών αυταρχισμού και σκυθρωπής χρηστομάθειας. Παράλληλα, οι διάφορες εκκλήσεις για «επιστροφή» στην ενοριακή ζωή έπεσαν στο κενό στις περισσότερες περιπτώσεις: οι ενορίες ήτανε διοικητικού χαρακτήρα οργανισμοί, ενώ οι ενοριακές εκκλησίες παρέμεναν χώροι όπου θα τράκαρες τη μισότρελη γιαγιά με το σκαμπό, την καταχθόνια κακιασμένη κακιόγκα, τον επιεικώς ανώμαλο κύριο Χ, τον ανύπαντρο κουραμπιέ και την ανύπαντρη μαραμένη κόρη. Το περιβάλλον ήτανε λοιπόν ακατάλληλο για τις νεορθόδοξες κοινοτικές φαντασιώσεις ημιδιανοούμενων νέων και κρυπτοδεξιών εστέτ παιδιών. Όλα αυτά εκεί στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’80.

Κι έτσι άρχισαν οι νεορθόδοξοι νέοι, φανατικοί για ιερά γράμματα και πνευματικότητα, για Μάξιμο Ομολογητή και Ισαάκ Σύρο, για νόημα και για ψυχοθεραπεία δια της επιθέσεως των χειρών, να συσπειρώνονται γύρω από γέροντες. Το πόσοι κληρικοί έχουν ακούσει έκτοτε την προσφώνηση «γέροντα», ο Θεός τους το ξέρει. Σύντομα η «πνευματική ζωή» από μια ηλικία και κάτω ταυτίστηκε με τη συμμετοχή στον κύκλο κάποιου γέροντα. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Πάντως εδώ δεν έχω σκοπό να χλευάσω την παρηγοριά κανενός, γράφω θυμωμένος με τα σκυλιά που την εκμεταλλεύονται. Άλλωστε είμαι άθεος αλλά δεν είμαι βάρβαρος, επίσης προτιμώ να μιλάω με έναν απλό άνθρωπο που προσδοκά Ανάσταση νεκρών με την ελπίδα να ξαναγκαλιάσει το παιδί που πέθανε στον ύπνο του ή χειρότερα, παρά με κάποιον ασυνεπή ιεραπόστολο του διαλεκτικού υλισμού που κρυφά γεωμετρεί αστρολογικούς χάρτες. Και, εν πάση περιπτώσει, σιχαίνομαι τον πατερναλισμό και τον ετεροκαθορισμό, όπου και αν απευθύνονται.

Σύντομα λοιπόν κάποιοι γέροντες απέκτησαν φήμη: λ.χ. ο Παΐσιος στο Άγιον Όρος και ο Πορφύριος στον Ωρωπό. Αναφέρω αυτούς τους δύο για τρεις λόγους: τους γνώρισαν άνθρωποι που ξέρω (ο θείος μου και μια κοπέλα που ήμουν ερωτευμένος αντίστοιχα), δεν είχαν καμμία πρόθεση να το παίξουνε δάσκαλοι, διδάχοι και — πολλώ δε μάλλον — θεολόγοι κι ιεροκήρυκες. Και φυσικά, υπήρξαν αντικείμενο θηριώδους και ανελέητης καπηλείας: αρχικά από αφελείς (δηλαδή από κάτι σαλούς, που πάντοτε προσελκύει η θρησκεία) και αργότερα από αδίστακτα σκυλιά, αυτούς που ο Μακριδάκης όμορφα αποκάλεσε χριστιανιστές (οι οποίοι επίσης σαπροφυτούν γύρω από θρησκείες και ιερατεία από τον καιρό της Γεωργικής Επανάστασης — θυμηθείτε και τον Άλλο με το φραγγέλιο οι πιο ευσεβείς). Γεμίσαμε λοιπόν ιστορίες με Σαολίν και μετεωρισμούς, με μικρασιατικές προφητείες βασισμένες στα μισόλογα ενός κουρασμένου Καππαδόκη, με σελίδες αγιωτικών μυθευμάτων, με θαυματολογίες και με χρηστομάθειες για διορατικά βλέμματα που κάνουν όμορφα κορίτσια να ντραπούν και να κλάψουν (λες και δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο της πατριαρχίας να ντροπιάσεις μια γυναίκα, και δη όμορφη).

Δεν έχω σκοπό να σας πω «καλοί γέροντες και κακοί γεροντοκάπηλοι» γιατί τελικά δε με απασχολεί να μπω στην ουσία του πράγματος. Δε με αφορά η αγιοποίησή του, αφού ο Παΐσιος τουλάχιστον δεν ανήκε σε φασιστικές οργανώσεις τύπου Opus Dei ή Ustaša (κι εδώ υπαινίσσομαι πονηρές αγιοποιήσεις των Καθολικών). Αν στους αντίστοιχους κύκλους ο Χ είναι φιλόσοφος, ο Ψ συγγραφέας, ο Ω ποιητής και πάει λέγοντας, ε, ας είναι και στους εκκλησιαστικούς κύκλους ο Παΐσιος άγιος. Αλλα ουαί στα φασιστόσκυλα που χρησιμοποιούν έναν καλόγερο ως όνομα κενό για να εξαπατήσουν απλούς (και συχνά βασανισμένους) ανθρώπους και για να απλώσουν τη λατρεία του μίσους, της μισαλλοδοξίας και του θανάτου με ψευδοπροφητείες και μαγιλίκια.

Δημοσιεύτηκε σtoportal.

Τουρκόσποροι

Είμαστε οι Τουρκόσποροι. Είμαστε πια πεθαμένοι ή υπέργηροι. Ήμασταν πολλοί. Όταν λέμε «πατρίδα», πάντα εννοούμε εκείνη την αχανή χώρα πέρα από τη θάλασσά σας, εκείνη τη χώρα που δεν ήταν ούτε δική μας ούτε των Τούρκων. Ήρθαμε από πόλεις που δε διανοείστε και που δε θα χτίσετε ποτέ, ξεριζωθήκαμε από τοπία που δεν έχουνε καμμία σχέση με τους χείμαρρους και τα ξεροβούνια σας και τους λασπερούς σας κάμπους, μόλις προλάβαμε να μεγαλώσουμε σε κόσμους που χαλβαδιάζετε σε ταινίες Τούρκων και Ιρανών και με ωραία φίλτρα και σωστό φωτισμό.

Μας τσουβαλιάσατε και μας φέρατε. Μας βάλατε σε σαπιοκάραβα. Μας βάλατε να περπατάμε. Άλλους μας σφαγίασαν, άλλους μας έπνιξαν, άλλοι συνωστιστήκαμε στην προκυμαία της Μερσίνας. Πολλοί από εμάς χάθηκαν — μέχρι και τη δεκαετία του ’80 μια ήρεμη ραδιοφωνική φωνή θα έψαχνε κάποιους από εμάς με όνομα και επώνυμο στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού. Μας μετατρέψατε σε πλάνητες αλλογενείς, μας τάξατε αποζημιώσεις και μας δώσατε παλιόχαρτα που τίποτε δεν άξιζαν. Μας κάνατε εργάτες και γεωργούς.

Μας είπατε όλους «πρόσφυγες», μας φέρατε στη χώρα σας και μας βάλατε σε παραπήγματα και σε χωριά όπου οι ντόπιοι σταβλίζονταν δέκα μαζί σ’ έναν οντά και δεν πλένονταν ποτέ, για να μη φύγει το Άγιο Μύρον της βάφτισης από πάνω τους. Όσες ήμασταν γυναίκες μάς βγάλατε πουτάνες, είτε ήμασταν σωφρόνως πολυγαμικές Σμυρνιές, είτε αγέλαστες Πολίτισσες, είτε μητριαρχικές Καππαδόκισσες: πλενόμασταν πολύ, βάζαμε κολώνια, φοράγαμε νυχτικά. Μας φυτέψατε όπου πιστεύατε ότι θα προγκήξουμε τον Σλάβο και τον Αρβανίτη και τον Βλάχο, αλλά εμείς δε φέραμε μαζί μας τον ελληνισμό που ονειρευόσασταν, παρά κάτι πολύ μεγαλύτερο και εντελώς ακατάλληλο για τους σκοπούς σας. Απόπαιδα. Γιατί εσείς θέλατε να φτιάξετε τη μονόγλωσση μονόδοξη ελλαδική χαρά σας, το ζωντανό μαυσωλείο των αρχαίων προγόνων, κι εμείς μιλάγαμε τούρκικα, ποντιακά, καππαδόκικα, γαλλικά και μια σπασμένη καθαρεύουσα που μαθαίναμε στα σχολεία. Γιατί εμείς τρώγαμε μαντί και ιμάμ και καβουρμά και πληγούρι. Γιατί μολύναμε τη βαλκανική μουσική σας και τους μπάλλους σας με αμανέδες και καρσιλαμάδες και άσματα οθωμανικά.

Σας δώσαμε παραβατικότητα και σας δώσαμε γράμματα. Σας φέραμε φαγητό και χασίσι. Σας υπενθυμίζαμε τι υπήρχε πίσω από τη Μυτιλήνη και τη Χίο, πίσω από τον κολοβό ορίζοντα των οραμάτων σας. Μετά, όταν πάψαμε κάποτε να είμαστε οι αούντηδες που «ούι, ρι συ, πίνουν νιρό!» στη βρύση του χωριού σας μετά από πεζοπορία ημερών, αναλάβατε εξ ονόματός μας να πάρετε την Πόλη και την  Αγια Σοφιά. Συμβολικώς πάντα. Γιατί συμβολικώς μόνο ζείτε και συμβολικώς σκοτώνεστε και συμβολικώς αφήνετε άλλους πρόσφυγες και αλλογενείς να πνίγονται και να ξεπαγιάζουν στα σύνορα της ελλαδικής χαράς σας.

Εμείς πεθαίνουμε πια, όσοι απομείναμε, τουλάχιστον πεθαίνουμε ειρηνικά. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας είναι σαν κι εσάς, είναι εσείς. Γιατί είναι μεγάλο μαύλισμα να είσαι Έλληνας. Έστω και συμβολικώς. Κι ας πνιγούνε κι ας πεθάνουν κι ας ξεπαγιάσουν όσοι χρειαστεί.

Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.

Βαγγέλης

Με λένε Βαγγέλη. Δουλεύω στην οδό Φίλωνος. Πού ακριβώς στην οδό Φίλωνος και τι δουλειά κάνω δεν σας αφορά, εκτός και αν είστε της Εφορίας. Εγώ για άλλο το λέω: είμαι Πειραιώτης γέννημα-θρέμμα. Άμα μια μέρα δε δω θάλασσα, αρρωσταίνω. Έστω, λιμανίσια θάλασσα. Αλλά να είναι θάλασσα.

Ναι, εντάξει, οκέι, δεν καταλαβαίνετε εσείς που είστε, ξέρω γω, από Αθήνα ή από κάτι αχανή μέρη όπου χάνεσαι και μόνο που τα σκέφτεσαι, κάτι Περιστέρια και τέτοια, σιγά μην καταλάβετε εσείς που μεγαλώσατε σε πόλεις όπου οι δρόμοι δεν βγάζουν πουθενά. Εγώ μικρός πήγαινα στην ξαδέρφη μου στην οδό Ευπλοίας. Ωραίο διαμέρισμα, μεγάλο, με κάτι εξωτικά ξυλόγλυπτα στους τοίχους. Τριάρι. Προικιό κι έτσι. Αλλά δεν ήταν εκεί το κλου. Το μεγαλείο ήταν ότι στο τέλος της οδού Ευπλοίας είχε πλοία: στο τέρμα του δρόμου έβλεπες θάλασσα με πλοία μέσα. Και από το μπαλκόνι επίσης. Ούτε πλατείες, ούτε χαλάσματα, παρά καράβια. Έφευγαν και έρχονταν άλλα. Κάθε μέρα κι άλλο, σε κάπως διαφορετική θέση. Ποτέ δεν ήταν ακριβώς το ίδιο τοπίο αυτό που έβλεπες στο τέλος της οδού Ευπλοίας.

Εγώ τώρα, ας πούμε, δεν είμαι το λαμπρό αστέρι του σογιού. Ίσως πρόσεχα περισσότερο τα πλοία στο λιμάνι (για να μην πω τις βάρκες στο Πασαλιμάνι και τις γκόμενες στα γκούντυς), παρά στο σχολείο. Τα έπαιρνα τα γράμματα, ήμουνα περίεργος και φιλομαθής έλεγαν, αλλά τεμπέλης. Θα μου πεις, σιγά, σε κάνει το σχολείο αστέρι; Όχι βέβαια: μαλάκα σε κάνει. Αλλά τώρα που πάτησα τα σαράντα σκέφτομαι ότι για να πας μπροστά, ε, πρέπει να είσαι και λίγο μαλάκας. Κι αν δεν είσαι, να γίνεις, ή να κάνεις τον μαλάκα. Στο σχολείο σού τα μαθαίνουν αυτά, άμα προσέχεις, άμα είσαι επιμελής.

Αν ρωτήσεις κόσμο που δουλεύουμε μαζί, θα σου πούνε ότι το σχολείο το έχουνε γραμμένο και θα σου τσαμπουνάνε τα γνωστά, ότι το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο είναι το πεζοδρόμιο, τέτοια. Εντάξει, αυτά τα έλεγαν οι παλιοί. Ίσως να είχαν άλλο πεζοδρόμιο τότε, ίσως τότε να ήταν αλλιώς. Εγώ πάλι, που δουλεύω από τα δεκάξι, ξέρω ότι τίποτε δε σου μαθαίνει το πεζοδρόμιο, τίποτε που δεν το ξέρεις. Ούτε και ο στρατός, σιγά: στον στρατό γίνονται άντρες κάτι βουπουδάκια και κάτι Αθηναίοι μόνο, που πρέπει να πάνε φαντάροι για να πιουν τσίπουρο και να πάνε μπουρδελότσαρκα. Ή κάτι τσοπανόπαιδα από τα Κράβαρα και το Κιλκίς, σαν αυτά που είχα στη μονάδα. Τέλος πάντων, δε λέω ότι δε σε κάνει άνθρωπο η δουλειά, μόνον η δουλειά σε κάνει άνθρωπο. Άλλο λέω: ότι δεν είναι σχολείο το πεζοδρόμιο, αυτό λέω. Το ίντερνετ ίσως είναι σχολείο. Αλλά το πεζοδρόμιο; Σιγά. Απέναντι, στα τυριά, δουλεύει ο Μάνος. Ετών 52. Δουλεύει από τα είκοσι. Ε, ό,τι μυαλά είχε στα είκοσι, είμαι σίγουρος ότι αυτά φοράει και τώρα. Μπετόστοκος. Φως των Σπορ, Άλφα, Σκάι, Τάβλι. Τέλος. Αυτά. Μπετά. Και τα καθήκια οι Τούρκοι. Λες κι έχει δει Τούρκο στη ζωή του — πέρα από κάτι σήριαλ τούρκικα που ξέρω ότι γούσταρε κι έβλεπε κρυφά.

Εγώ έχω δει Τουρκάλα. Δηλαδή έχω πάει με Τουρκάλα. Τη μοναδική φορά που με πήρε μαζί της η ξαδέρφη ταξίδι, να βγει λίγο στο εξωτερικό και ο Βαγγέλης, να δει τον κόσμο. Έτσι είπε. Εισιτήριο και δωμάτιο πληρωμένα. Και μάντεψε πού πήγαμε. Άμστερνταμ! Φούντα και Κόκκινα Φανάρια, άλλο που δεν ήθελα. Όχι ότι είμαι χασικλής και πουτανιάρης, ίσα ίσα. Αλλά αυτά είναι τα αξιοθέατα εκεί. Και κάτι μουσεία. Αλλά τα μουσεία τα βαριέμαι, τι να πάω να δω, πίνακες; Αφού παντού εικόνες βλέπουμε γύρω μας, εικόνες παντού, γιατί να πάω σε μουσείο να δω κι άλλες; Τεσπά, όσο αυτή πήγαινε από δουλειά σε μουσείο και από δείπνα σε ποτά με συνεργάτες (εκδότρια είναι), εγώ κατόπτευα, εξερευνούσα, προσπαθούσα να καταλάβω πώς και τι. Ήταν εύκολο να ψωνίσω φούντα, νόμιμα τότε, ωραία, ένα φιλαράκι μού είχε πει ότι έχω δικαίωμα να στρίψω τσιγάρο πάνω σε καπώ μπατσικού — μπορούσες τότε, δηλαδή, ήτανε και πριν δέκα χρόνια, τώρα κι εκεί βούρδουλας και παντού, παγκόσμια. Τα Κόκκινα Φανάρια δυσκολεύτηκα να τα καταλάβω κάπως. Ήμουνα και λίγο ζαλισμένος, όσο να ‘ναι. Τέλος πάντων, βρήκα άκρη, βόλταρα, ξαναβόλταρα, βόλταρα και τρίτη φορά, χάθηκα, βρέθηκα, στάθηκα μπροστά στη βιτρίνα με ένα κορίτσι κάπως κοντό, πολύ μελαχρινό (ωραίο μαλλί, φίλε, έλαμπε, μακρύ) και με βυζάκια σαν από πίνακα. Όταν είπα Γκρηκ, μου είπε Αρμένιαν. Ναι, καλά: λες και δεν ξέρουμε ότι είναι γεμάτη Τούρκους η Ολλανδία. Μπήκα μέσα.

Όμως, ρε γαμώτο, σίγουρα έχετε σχηματίσει λάθος εικόνα για μένα. Δεν είμαι κανένας γεννημένος στην κατοχή και στα πέτρινα χρόνια, είπαμε, γεννηθείς τις 24 Ιουλίου 1974 είμαι. Ναι, πάντα με κοροϊδεύουν. Αλλά τέλος πάντων, δε ζούσαμε ούτε πίσω από τον ήλιο, ούτε σε καμμιά στάνη. Πήγα στην Τουρκάλα για την εμπειρία, γυάλιζε κι ολόκληρη, ήταν αλειμμένη κάποιο μπέιμπι όιλ, κάτι. Αλλά δεν είμαι από αυτούς. Και μόνιμη σχέση είχα, θα παντρευόμασταν αν δεν ήτανε ψωνάρα ο πατέρας της, και με θέλαν τα κορίτσια και τώρα μια χαρά. Μετράω. Όχι μόνο στο ερωτικό, παράπονα δεν έχω ακούσει, αλλά γενικά: δεν είμαι αλκοόλας, δεν καπνίζω, δεν ξέρω από τζόγο. Δεν είμαι από αυτούς που έφυγαν από τη μαμά τους στα 25 και στα 30… μόλις πάτησα στα πόδια μου, έφυγα, έπιασα μια γκαρσονιέρα στα Μανιάτικα, ήτανε σαν δώμα πιο πολύ, μετά το δυάρι μου στην Ανάσταση: το αρχηγείο. Αλλά προσκυνάω τη Γυναίκα. «Μουνάκια» με ανεβάζουν στη δουλειά, «θύμα» με κατεβάζουν. «Βρε καλώς τον εραστή» — τέτοια. Δίνω δικαιώματα; Όχι. Ποτέ όμως. Μιλάω ποτέ γι’ αυτά; Ούτε. Με έχουνε δει με μία γυναίκα έστω; Ποτέ. Τουλάχιστον όχι στη δουλειά. Μόνο στην πλατεία Αλεξάνδρας με είχανε τρακάρει δυο παιδιά από τη δουλειά. Με τη Λίτσα, τη γυναίκα της ζωής μου. Τέλος πάντων. Δράματα μεγάλα, ιστορία ο πόνος.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ τη ζωή τη μετράω με, πώς να το πω, με τις ερωτικές πράξεις. Ήθελα να το πω ευγενικά, δε μου αρέσουν κουβέντες τύπου ‘με τα γαμήσια’. Τέλος πάντων, εγώ νομίζω πως έτσι μετριέται η ζωή του ανθρώπου, του άντρα και της γυναίκας. Πόσες φορές. Μάλιστα, όταν στα 17 με ξεπαρθένιασε η φίλη της μάνας μου (Λίτσα τη λέγανε κι εκείνη, πώς μύριζε έτσι! σα φυσικό σαπούνι ήταν ο ιδρώτας της, αυγουστιάτικα), είπα να γράφω σε ένα ημερολόγιο κάθε φορά που θα το έκανα. Και το τήρησα, αμέ. Για χρόνια. Μόνο που κάποια στιγμή, είτε συνεχώς έγραφα τα ίδια και τα ίδια, είτε δεν ήξερα πώς να γράψω τα πιο σημαντικά, τα πιο αλλιώτικα. Σταμάτησα εκεί στα εικοσπέντε, έσκισα και το τετράδιο, μην πέσει σε τίποτε μάτια περίεργα.

Αλλά σοβαρά το εννοώ ότι μετράω τη ζωή με ερωτικές πράξεις. Πιχί ο θείος ο Κώστας είναι μαθουσάλας — πρέπει να το έχει κάνει χιλιάδες φορές, κι ας είναι δεν είναι 65. Ο Πασχάλης, το φιλαράκι μου, αν και συνομήλικος και παντρεμένος, αυτός είναι παιδί — του το δίνει η γυναίκα του μια φορά το τρίμηνο; το δίμηνο; θα σας γελάσω. Και πριν παντρευτεί, να τον είχε λυπηθεί καμμία; Η θεία, η χήρα από τα 32, μάλλον βρέφος — αν και ποτέ δεν ξέρεις. Και η ξαδέρφη; Η ξαδέρφη της οδού Ευπλοίας; Που πήγαμε στο Άμστερνταμ; Εδώ το πράμα γίνεται ζόρικο. Πολύ ζόρικο.

Η ξαδέρφη είναι ανεξιχνίαστη. Μυστήριο. Χουντάνιτ. Είναι λίγο μεγαλύτερη από εμένα, ανήκει σε αυτή τη γενιά που γεννήθηκε το ’67 — γαμώ τα άτομα αυτοί που γεννήθηκαν το ’67, δεν ξέρω γιατί. Είναι πολύ συντηρητική. Είναι εκδότρια: βγάζει έντυπα, καταλόγους, τουριστικούς οδηγούς — μέχρι και μενού για μπεργκεράδικα. Κυκλοφορεί πάντα με φούστα και πουκάμισο, πάντα. Τα μαλλιά της πάντα πιασμένα και πάντα φοράει κάτι σκουλαρίκια σαν πέρλες ψεύτικες. Πάντα. Σε γιορτές, σε δουλειές, στο Άμστερνταμ που πήγαμε, ακόμα και στο σπίτι μέσα. Κάνει δουλειές κυρίως με παπάδες και κάτι σωματεία: βγάζει το τάδε βιβλίο του μοναστηριού εκεί, τον οδηγό του προσκυνήματος του Αγίου Απαυτού, την ιστορία της Προύσας, του Πόντου, της Κάτω Πλατανιάς. Κάποτε είχε πάρει και δουλειές από το κράτος, κάτι ενημερωτικά έντυπα πληρωμένα με ΕΣΠΑ και τέτοια. Κι όλοι την αγαπάνε στο σόι την ξαδέρφη: όταν σκοτώθηκε ο αδερφός της (α ρε ξάδερφε…) και η νύφη της, ανέλαβε αυτή και το ορφανό και τη μάνα της (τη χήρα από τα 32 της, που λέγαμε). Όλοι στο τριάρι στην Ευπλοίας. Έβαψε μόνη το παιδικό δωμάτιο. Καλύτερα και από μάνα. Η θεια μου ακόμα περιφέρεται στα σόγια (ξέρετε, ελληνική οικογένεια, τι να λέμε) και παραπονιέται ότι κάθεται και τη γηροκομεί αντί να βρει καναν άντρα, έστω κάπως ώριμο, να παντρευτεί κι αυτή, μπας και προλάβει να κάνει κανα παιδί δικό της, να μη μείνει στο ράφι (είπαμε: ελληνική οικογένεια). Άλλωστε το ορφανό, ο ανιψιός της, είναι 19 πια και φοιτητής στην Κομοτηνή από πέρσι. Και βεβαίως έπαιξαν προξενιά, λένε. Αποτυχημένα. Κι ας παρακάλαγαν οι άντρες. Δεν ξέρω. Εγώ ζω μόνος και κάπως στον κόσμο μου.

Δεν ξέρω να πω αν είναι ωραία γυναίκα. Ωραία είναι δηλαδή. Αλλά συντηρητική. Αναρωτιέμαι για την ηλικία της, εννοώ όπως μετράω εγώ, «με ερωτικές πράξεις». Μιας; Δέκα; Μήπως είναι παρθένα; Πολύ μαζεμένη ρε παιδί μου, πάντα. Θα έλεγα πως είναι κανονική γεροντοκόρη, έχω γνωρίσει πολλές τέτοιες: αφοσιωμένη στη γερόντισσα μάνα, στο ορφανό του αδερφού, παπάδες, σόι, δουλειά, τραπεζώματα, η γυναίκα που είναι άντρας κι αφεντικό κι έτσι. Αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια, ρε συ. Από τότε που την ξέρω, φοράει κάθε μέρα κάλτσες. Κάθε μέρα. Ό,τι άλλο κι αν φοράει. Χειμώνα (οπότε, ναι, εντάξει, αφού δε φοράει παντελόνια) αλλά και καλοκαίρι, κάτι αραιά υφασμένα δίχτυα με μάτι μεγάλο, κάτι λουλουδέ ανάλαφρα. Πάντα. Πάντα. Κι αναρωτιέμαι: όσο ωραία πόδια κι αν έχει μια γυναίκα — κι έχει ένα πόδι άλλο πράγμα η ξαδέρφη, να το πω — γιατί να φοράει το καλοκαίρι κάλτσες; Αν δεν υπάρχει άντρας; Αν δεν παίζει σαγήνη κι έτσι; Αλλά δεν είναι τέτοια ρε γαμώτο, όλα πάνω της ντεκαυλέ και σεμνά είναι. Μόνον αυτές οι κάλτσες παραφωνία.

Κάποια στιγμή τη ρώτησα. Απ’ έξω απ’ έξω, έτσι αδιάφορα τάχα μου, στο σπίτι της μάνας μου ένα Πάσχα μετά τα κατσίκια και κάτι τσίπουρα. Αυτή βράχος. Αυστηρή. Με κοίταξε κάπως. Δηλαδή καθόλου κάπως, στα ίσια και κοφτά: «τι είναι αυτά που ρωτάς ρε ξάδερφε». Αλλά μετά; Το μετά μετράει. «Τι είναι αυτά που ρωτάς αφού είμαι παρθένα ετών 47» ή «Τι είναι αυτά που ρωτάς μια κυρία» ή «Τι είναι αυτά που ρωτάς και τι νομίζεις πως τρέχει στις φλέβες μου»; Δεν κατάλαβα. Θα ρώταγα τον θείο μας τον Κώστα, τον μαθουσάλα του σεξ, αδερφό των μανάδων μας (το καταλάβατε αυτό φαντάζομαι) να μου πει τη γνώμη του και πώς το κόβει αυτός το θέμα, αλλά είναι γκομενάκιας και βρωμόστομος και θα αρχίσει να λέει διάφορα για μουνάρες, μιλφάρες και τέτοια — και δε θέλω. Γιατί, είπαμε, εγώ τέτοιος δεν είμαι.

Ρε λες, να είναι ελεύθερη και υπεραιωνόβια η ξαδέρφη; Ή μήπως είναι κανα μωράκι; Γίνεται να μην μπορεί να ξεχωρίσεις τον άνθρωπο;  Γίνεται να μην αφήνει πάνω του ίχνος η ζωή; Όσο κλειδωμένος και να είναι, όσο θεωρητική όψη κι αν έχει. Σχεδόν μεγαλώσαμε μαζί και δεν ξέρω αν μέσα στο κεφάλι της έχει μυστικά ή μόνον αξόδευτο χαβέσι.

Του έρωτα μέγα καλό

Ό,τι νιώθω και ό,τι είμαι μου το έχει διδάξει ο έρωτας.

Ο έρωτας μού έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και μου έμαθε ότι έρχεται σ’ εμένα επειδή είμαι ο εαυτός μου και όχι κάποιος άλλος.

Ο έρωτας μού εξήγησε ότι αξίζω τη χαρά της ζωής, που είναι και ο έρωτας.

Με δίδαξε να μην υπεραναλύω και να παίρνω τη ζωή όπως μου έρχεται, κατά το εμπειρίκειο, όσο μπορώ.

Με εκπαίδευσε στο να μη φοβάμαι, εγώ ο κατά βάση δειλός. Με ξανάπλασε σχεδόν γενναίο.

Με απελευθέρωσε από ό,τι βάρος δεν ήτανε δικό μου και το έστησε απέναντί μου για να το αντικρύσω με ψυχραιμία κι επιείκεια.

Ακόμα και στον πόνο υπήρξε μεγαλόψυχος: δεν τον έφερε μάταια.

Ο έρωτας με πήγε πολύ πιο μακριά και από βιβλία και από ταινίες και από την ίδια τη φαντασία μου, έχτισε κόσμους αδιανόητους πριν, κόσμους που εξερευνώ και περιδιαβαίνω σαν αρχάριος με ψυχή μαγεμένη.

Ο έρωτας εγκέντρισε μέσα μου την ομορφιά και το γέλιο.

Ο έρωτας με ντρεσάρισε να μη φοβάμαι τον χρόνο, παρά να χαίρομαι τη στιγμή σαν παιδί και την ανάμνηση σαν γέροντας.