Κανονικότητα

Κανονικότητα πάση θυσία, με κάθε μέσο, όσο λίγους κι αν αφορά.

Αυτό είναι το σλόγκαν. Όλα δείχνουν προς τα εκεί: η εύρεση και ανασκαφή τάφων, το λαμπερό τηλεοπτικό πανηγύρι της ηδονοβλεψίας (τροφών και συνταγών πια), το αίτημα να μη χάσουνε τα παιδιά τα μάθημάτα τους, το ότι δεν ενοχλούνται και πολλοί από την αντιπαραβολή μεταξύ φοροδιαφυγής από τη μια και «φορολογικών λύσεων» ελέω PricewaterhouseCoopers και Μεγάλου Δουκάτου από την άλλη, η διάθεση να απαλλαγούμε κανονικώς κι εκλογικώς και μεσσιανικώς από ένα καθεστώς εξαίρεσης — εξαίρεσης και στον τομέα ελευθερίες, θεσμοί και δικαιώματα, εξαίρεσης και στον τομέα ευημερία, εργασιακές συνθήκες, δημόσια αγαθά και κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο θρίαμβος του μπίζνες αζ γιούζουαλ.

Σημασία έχει να πηγαίνεις δουλειά, κι ας πληρώνεσαι με μόρια. Να μπαίνει η σύνταξη κι ας ψωνίζεις 100 γραμμάρια τυρί, α λα τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία του ’80. Προέχει να πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο κανονικά, όχι τι μαθαίνουν, τι  τους λένε, πώς ζουν οι δάσκαλοι. Κεφαλαιώδες να γεμίζουν τα αμφιθέατρα με τάξη και πειθαρχία και όχι γιατί γεμίζουν, ούτε μας κόφτει τι συμβαίνει στα επί 25ετία υποχρηματοδοτούμενα και παρατημένα πανεπιστήμια. Να κυκλοφορούν οι συγκοινωνίες, κι ας σε ξεφτιλίζει ο ελεγκτής, κι ας περνούν λεωφορεία και συρμοί κάθε 15 και 20 λεπτά. Μας απασχολεί να προβάλουμε τις πολιτιστικές βιτρίνες Ποτέμκιν με θεούς κι ηρακλείς αρχιδάτους και Καλντέρα ιλουστρασιόν και καρναβαλιστές αρχαίους και αυστραλιανές παραλίες, όχι τι συμβαίνει στο πολιτιστικό κενό πίσω από τις σκηνικές προσόψεις. Προέχει να φτύσουμε τον καργιόλη τον γιατρό τον φακελάκια, όχι η καταιγιστική διάλυση δομών υγείας και πρόνοιας, που μεταφράζεται βεβαίως σε Θάνατο κι Αρρώστια. Οι τράπεζες πρέπει να προστατευθούν, να ανοίγουν και να κλείνουν το ΣουΚού, κι ας μη ρίχνουνε λεφτά στην αγορά (την πραγματική αγορά εννοώ, όχι το αποθεωμένο είδωλο με το μακρύ χέρι). Ας γκρινιάζουμε, όπως σε κανονικό κράτος, για τους δεσποτάδες, αντί να απαλλάξουμε το Κράτος από την Εκκλησία, την Εκκλησία από το Κράτος και όσους θα πεθάνουμε (οι υπόλοιποι οκέι) από την εκμετάλλευση και τη βεβήλωση μιαρών νεκροξενοδοχείων, οιονεί μονοπωλίου των παπάδων. Να φύγουν οι ασιατικές φάτσες από τα πεζοδρόμιά μας και τις πολυκατοικίες μας, να περικλειστεί ο Τρίτος Κόσμος μέσα σε Αμυγδαλέζες, να πάει να πνιγεί στα νερά που διαφεντεύει η Τουρκία. Να μείνουν τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ απάτριδες, αν δεν έχουν αίμα τουρκόσπορου, αρβανίτη, γασμούλου, βλάχου, καραγκούνη: αίμα ελληνικό.

Υπάρχει κανονική απώλεια νοήματος πίσω από τις ρουτίνες. Εμείς έχουμε εθιστεί στις ρουτίνες, είναι η πρέζα μας που μας βοηθάει να αντέξουμε το κενό. Γενικευμένα ομφαλοσκόποι, γαντζωνόμαστε από την κανονικότητα για να μη χαθούμε σε έναν ακατανόητο κόσμο και σε μια κοινωνία που αναδιατάσσεται βίαια με τον πλούτο και τη ζωή να ανακατανέμεται προς τα πάνω — «αυτοδικαίως» και αυτονόητα. Κοιμόμαστε ήσυχοι που δεν κυβερνάει ακόμα η ναζιστική συμμορία, ενώ μας διαφεντεύει μια κυβέρνηση κανονικότατα φασιστικών πολιτικών και πρακτικών. Όσο περνάει ο καιρός, όλο και λιγότεροι θα μπορούνε να διατηρήσουν την κανονικότητα αυτή στην καθημερινή ζωή τους, α λα λατινοαμερικάνα. Οι υπόλοιποι θα γίνουμε θέαμα, ναι θα γίνουμε, πορνό φτώχειας κι εξαθλίωσης στο Vice: καμένα πρεζόνια με στερητικό για κανονικότητα και τελειωμένα.

Όταν παύεις να γίνεσαι κι αρχίζεις να είσαι

Όταν ήταν έφηβος θαύμαζε την ωριμότητα. Και δικαιολογημένα: ήθελε να την κατακτήσει.

Παρατηρούσε με ζήλο, δέος και ζήλεια τους ώριμους ανθρώπους γύρω του: σταθερούς αλλά ήπιους, με την αυτοπεποίθηση της αυτογνωσίας αλλά σεμνούς, με φρόνηση αλλά σχεδόν ευδιάκριτα ζωοποιά πάθη. Οι ώριμοι άνθρωποι ήξεραν τι ήθελαν και πολλές φορές το αποκτούσαν. Οι ώριμοι άνθρωποι πάντοτε απορούσαν και πάντοτε αμφισβητούσαν, πρώτα και κύρια τους εαυτούς τους, που αρνιόντουσαν να τους πάρουνε και πολύ στα σοβαρά, αλλά χωρίς να ξεπέφτουν σε ταπεινολογίες και τέτοιες νευρώσεις.

Νόμιζε κι αυτός τότε, και μέχρι πρόσφατα, ότι η ωριμότητα επέρχεται αυτομάτως, μετά από κάποια χρόνια ή αφού κολλήσεις αρκετά ένσημα εμπειριών. Ίσως η ωριμότητα να αποτελούσε ανταμοιβή για τη θητεία σου στην ενσυναίσθηση και την τριακονταπενταετία σου στο δόσιμο. Τη θεωρούσε την ωριμότητα περίπου σαν ένα εφάπαξ, που σου καταβάλλεται όταν έχεις ζήσει αρκετά κι έχεις βιώσει ικανοποιητικό αριθμό εμπειριών.

Όταν επιτέλους μπήκε στην ηλικία που παύεις να γίνεσαι κι αρχίζεις να είσαι, είχε ήδη γνωρίσει ανθρώπους ώριμους από τα 28 τους κιόλας, δηλαδή σε ηλικία που αυτός έπλαθε κουλουράκια. Τότε αναγνώρισε τη μεγάλη του πλάνη. Κι επίσης αντιλήφθηκε πως η ωριμότητα δεν είναι εφάπαξ, είναι λαχείο ή προϊόν αποταμίευσης. Ούτε καν, τι να μας πουν αυτές οι οικονομίστικες μεταφορές, σχήματα ακόμα μιας μυωπικής θεολογίας: κατάλαβε ότι η ωριμότητα είναι πέρα από τον πλούτο (ακόμα και τον πνευματικό) και πάνω κι από κατάκτηση. Είναι αυτό ακριβώς: να πάψεις να γίνεσαι και να είσαι πια, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Το μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος

Υπάρχει μια μεγάλη, πελώρια, παρεξήγηση γύρω από την πνευματικότητα. Η πνευματικότητα ποτέ δεν ήταν ασώματη υπόθεση και, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να προκύψει από την εξαΰλωση και από την αποπνευμάτωση. Όπως, ας πούμε, δεν υπάρχει οινόπνευμα αν δεν ζυμωθεί το δημητριακό, το σταφύλι ή τα στέμφυλα κι οι φλούδες. Η πνευματικότητα πάντοτε προκύπτει από τις αιθέριες αναθυμιάσεις του σωματικού και των κινημάτων της σάρκας που πεινάει και διψάει κι ιδρώνει και κουράζεται, αποστάζεται από την εξάχνωση των υγρών μας (που φοβόμαστε). Ο άνθρωπος ο πνευματικός πόθησε και καύλωσε και θηριώθηκε κι αστόχησε και ξαναπροσπάθησε όμως δεν εγκατέλειψε. Γιατί τελικά η πνευματικότητα δεν κατακτάται χωρίς ζωή: καμμιά μελέτη δε θα σου την επιδαψιλεύσει, ούτε καν η μελέτη θανάτου, που είναι το πιο σπουδαίο μάθημα.

Όπως η ευθύνη για τον εαυτό είναι κενή χωρίς την ευθύνη για τους άλλους, έτσι και η ζωή του πνεύματος είναι φενάκη όταν δεν τη θρέφει το αίμα. Γνωστά πράγματα. Τετριμμένα. Δείτε, ας πούμε, τους ανθρώπους του «από τον λαιμό και πάνω». Είναι πνευματικοί; Ποτέ.

Το ύψος κατακτάται μέσα από αυτό που ο Cole Porter αποκάλεσε (αδέξια και χωρίς πολλή φαντασία) horizontally speaking. Προτιμώ έναν άνθρωπο που υπάρχει ή υπήρξε γενναίος της ηδονής από κάποιον που σπούδασε και σκέφτηκε και μίλησε κι έγραψε — αλλά έμεινε εκεί. Από την κλινοπάλη αναβρύζει η πνευματικότητα (ναι, «αναβρύζει»). Και μέσα από την χειρωνακτική εργασία φύεται και φυτρώνει. Σόρυ αν σας ακούγομαι κάπως σοβιετικός, αλλά η χειρωνακτική εργασία μάς κρατάει και μας πλάθει ανθρώπους. Και μόνον ο άνθρωπος μπορεί να υψωθεί κατακόρυφα — ούτε ο άγγελος, ούτε το ζώο.

Με τον Δάσκαλό μου

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είδα τον Δάσκαλό μου, μας ήρθε για επίσκεψη. Είχα να τον δω δύο χρόνια και χάρηκα που ήταν καλύτερα στην υγεία του από ό,τι περίμενα. Δε θα καθήσω να γράψω εγκώμιο του ανθρώπου, που με πήρε επηρμένο γκαφάλι και με έκανε επαγγελματία και, εμμέσως, άνθρωπο μέσα στον ένα χρόνο του Λονδίνου — τα έχω μισοαναφέρει αυτά κι εδώ. Πρόκειται για μοναδική προσωπικότητα, και όταν πριν μερικά χρόνια μού ανέφερε δειλά ότι έχει γιο στην ηλικία μου, αποφάσισα ότι του αξίζει με το παραπάνω να τον αισθάνομαι πατέρα μου. Τον έχω προσφωνήσει κιόλας έτσι — γιατί (όπως εγώ) οι Εγγλέζοι πολύ δύσκολα κερδίζονται σαν άνθρωποι, μα όταν τους κερδίσεις παραμένουν πραγματικά δικοί σου και για πάντα.

Τον βρήκα κεφάτο και τρομερά κακοντυμένο, όπως πάντα: μουσταρδί μπαταρισμένο σακάκι, πράσινο παντελόνι με ρεβέρ και τσάκιση, ένα πουκάμισο που δε θυμάμαι και αθλητικά παπούτσια. Πάντα ευθυτενής και ψηλός, σαν ανθρώπινο σπαράγγι. Πάντα να μιλάει χαμηλόφωνα, λες και δε βαρυακούει εδώ και μια πενταετία.

Ο Δάσκαλός μου είναι άθεος και αναρχοσυνδικαλιστής, και τα δυο ηρέμα. Θυμάμαι κάτι συζητήσεις μας τη δεκαετία του ’90, όταν με άφηνε να καταλάβω ότι ήμουν υπερβολικά σοσιαλδημοκράτης, μου το υποδείκνυε πάντα με ψυχραιμία και διακριτικότητα, με εμπιστοσύνη στην κρίση μου. Εγώ ΣΑΦ ψήφιζα στις φοιτητικές στη Φιλοσοφική, οπότε καταλαβαίνετε: πολιτικώς dazed and confused. Αλλά έστρωσα.

Αφού μιλήσαμε για κανα τετράωρο, με ρώτησε τι χόμπι έχω. Η ερώτηση ήτανε προβοκατόρικη, γιατί ξέρει ποιος είμαι και πώς περνάω, κι όσα δεν του έχω πει τα έχει ψυλλιαστεί, αρχαίος άνθρωπος. Του είπα λοιπόν και για το μπλογκ, εξηγώντας του ότι είναι άλλο από εκείνο που ξέρει κι ότι είναι στα ελληνικά. «Πώς λέγεται;», «Sraosha». Του εξήγησα ποιος είναι ο συνονόματος. Μετά με ρώτησε για τη θεματική του μπλογκ. «Σεξ, μπινελίκια, ενδοσκόπηση και πολιτική».

Μετά προσέθεσα ότι τώρα τελευταία διστάζω πολύ να μιλάω για πολιτική και το αποφεύγω. Αυτό δεν του πολυάρεσε, γιατί μόλις είχαμε μιλήσει για την άνοδο του φασισμού του Αντώνη στην Ελλάδα και του Φάρρατζ στη Βρετανία. Υπαινίχθηκε (είπαμε, ναι, είναι χαμηλών τόνων άνθρωπος) την ευθύνη που έχουμε όσοι ξέρουμε πέντε γράμματα. Του εξήγησα ότι δε διαθέτω κατάρτιση και ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο πείθομαι ότι για την πολιτική δικαιούνται να μιλάν όσοι κατεβαίνουνε στον δρόμο και παίζουνε ξύλο, όχι εμείς που παριστάνουμε τον Σολωμό φάτσα στο Μεσολόγγι (αυτό δεν του το είπα έτσι, είπαμε, φιλέλληνας, όχι ο Ρόντυ Μπήτον). Του είπα ότι όταν γράφει κανείς για το πολιτικό, είναι απαραίτητο να το στηρίζει με κάποια ουσιαστική δράση και όχι απλώς με καλές προθέσεις εκ του καναπέως. Μάλλον δε συμφωνεί αλλά καταλαβαίνει: μετά από τόσα χρόνια έχω μάθει πότε αποδοκιμάζει κάτι που είπα.

Σήμερα πάντως συμφώνησα με αυτό: «Προς όλους τους «αγωνιστές» των σαλονιών, τους επαγγελματίες ανθρωπιστές, τις «ευαίσθητες» προσωπικότητες της διανόησης και του πνεύματος: προκαταβολικά στα τσακίδια.»

Hannah

Η Hannah ήτανε τρελή και αδέσποτη. Εντελώς αλλά κατά βάθος. Η Hannah ήθελε να τη δαγκώνουν και να της τσιμπάν άγρια τις ρώγες, όμως το βλέμμα της ήτανε πειθαρχημένο και το χαμόγελό της άνθιζε σπάνια (και φώτιζε σαν φεγγάρι που παραμερίζει καταιγιδοφόρα νέφη). Η ίδια η Hannah ήξερε πολύ καλά ποια ήταν, ή έτσι έδειχνε και νόμιζε. Όπως κι εκείνος, ήταν σοβαρή και μετρημένη. Ήταν και βόρεια γερμανίδα — αλλά, προς θεού, όχι πρωσίδα, παρά από το HH: το Freie und Hansestadt Hamburg! Ήταν μια σοβαρή και μετρημένη κοπέλα, με βλέμματα που στόχευαν χαμηλά και πέρα: ποτέ παιχνιδιάρικα, ποτέ διερευνητικά, πάντα ονειροπόλα.

Όλα αυτά μέχρι να περάσει το κατώφλι. Δεν τον είχε προετοιμάσει τίποτε τον κακομοίρη κι άγαρμπο για τη Hannah δώθε από τον ουδό. Βγαίνοντας μέσα στη νύχτα από το μπαρ, τον άρπαξε και τον χόρεψε ολόλαγνα και παράφορα και εντελώς παράωρα μέσα στους δρόμους της πόλης μέχρι που στριμώχτηκαν ασθμαίνοντας μαζί σε κάποια γωνία. Κατέληξαν να γαντζώνονται ο ένας πάνω στον άλλο για μήνες, από δωμάτιο σε πάρκο και από γωνία σε στενό και από κρεβάτι σε καναπέ.

Ενδιάμεσα του έγραφε, του έγραφε με μανία και με σύστημα, σε σωστά αγγλικά, σε πολύ σωστά αγγλικά. Του έγραφε γράμματα σε μικρές κρεμ κόλλες με μελάνι μπλε ρουαγιάλ και του τα έστελνε κι εκείνος δεν ήξερε πώς να της απαντήσει, λαχτάραγε μόνο να την ξαναβρεί και να ξανακολλήσει πάνω της και να μπερδεύεται στα πόδια της και να τη ζυμώνει· να τη γεύεται και να τη δαγκώνει και να την οργώνει περίμενε πώς και πώς. Του έγραφε παινέματα, τον στόλιζε με εγκώμια, του μίλαγε όπως καμμία πριν από εκείνη. Η Hannah ήξερε να γραφει, σε άψογα αγγλικά, οξφορδιανά. Τον εκθείαζε με τρόπους που εκείνος με το στανιό πίστευε, σχεδόν τον έκανε να νιώθει κάποιος άλλος, someone good, που έλεγε κι ο Λου Ρηντ. Ανάμεσα στα γράμματά της, που ήταν προϊόν αδημονίας και μόνο, αφού έμεναν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο, έκαναν έρωτα. Λιγότερες φορές από όσες υπαινίσσεται η νοσταλγία. Εκείνος πάντως είχε παρατήσει τις συγκρίσεις και είχε εγκαταλείψει τη φρόνηση, παραδομένος στην terribilis ut acies castrorum ordinata, που έλεγε κι ο Έκο τότε.

Η Hannah τού έγραφε λοιπόν κάθε τόσο επαίνους για τον χαρακτήρα του, για το άχαρο κορμί του, για την ελληνική του τρέλα, για τις πρόωρες ρυτίδες του, για την καλή του την καρδιά. Ποτέ δεν τους έλεγε, τους έγραφε μόνο. Ενδιάμεσα του έγραφε άλλα: ότι όλα αυτά (η καυλωμένη δίψα, τα παινέματα, το δόσιμο και το δέσιμο, η ιλιγγιώδης εγγύτητα) είναι παρενέργειες του πόθου, κρατάν όσο κρατάει το πάθος, the Passion· ότι εκείνη ήξερε ότι βρισκόταν σε παροξυσμό και παραφροσύνη, και πως κι εκείνος θα έπρεπε να ξέρει καλά ότι όλα αυτά θα κρατήσουν όσο κρατήσουν και μόνον τόσο. Ότι όταν θα σβήσει το πάθος και ξαναβρεί τα λογικά της, εκείνος δε θα είναι πια ο άντρας της και ο megaletor της και ο τρελός της έρωτας. Να είναι έτοιμος, έλεγε η Hannah, για να μην πληγωθεί. Γιατί δεν ήθελε να τον πληγώσει, κι αλλιώς θα τον πλήγωνε κι εκείνος θα τη σιχαινόταν. Γιατί όλα αυτά θα τελειώσουν και θα τελειώσουν γρήγορα και δεν υπάρχει λόγος να πληγωθεί και να νομίσει πως υπήρξε για εκείνη τίποτε παραπάνω από ένας έρωτας, ένας έρωτας μέσα στην φιλόξενη πόλη, ένας έρωτας μέχρι να επιστρέψει από την Αμερική ο πρόωρα φαλακρός της αρραβωνιαστικός, ο γλυκός της.

«Δεν είναι αλήθεια αυτό που ζούμε», του έλεγε η Hannah, «η αλήθεια θα είναι μετά, όταν όλα θα τελειώσουν και θα γίνω για σένα μια σκύλα κι εσύ για μένα ο Outis».

Η Hannah ήταν τρελή κι αδέσποτη για εκείνους τους μήνες. Εντελώς. Η Hannah, που ήθελε να τη δαγκώνει και να τον καβαλάει, που βογκούσε ενώ το γκριζογάλανο βλέμμα της σπίθιζε φρικτά και το χαμόγελό της ήταν μισάνοιχτο και μακάρια μετέωρο. Που δεν ήταν σοβαρή και μετρημένη. Όμως η Hannah δεν ήξερε κάτι σημαντικό: πως αλήθεια ήταν αυτό που ζούσαν, όχι ό,τι ήρθε μετά, όταν όλα τέλειωσαν κι ήρθε μετά και ο γλυκός της από την Αμερική. Η αλήθεια άνθισε και καταύγασε και μύρωσε τον μικρό περίκλειστο κόσμο τους για εκείνους τους μήνες. Δεν ήτανε λοιπόν μετά η αλήθεια, όχι μετά, τότε που έγινε για εκείνον η Hannah και εκείνος γι’ αυτήν, ποιος ξέρει: ένας κάποιος Έλληνας γκόμενος. Σε αυτό έκανε λάθος η Hannah.

Έξω από την Κόλαση

Σκεφτόμουνα προχτές ποιους θα έβαζα στα λαγούμια της δικής μου δαντικής Κόλασης. Και λόγω δουλειάς, και λόγω συγκυριών, έχω γνωρίσει πάρα πολλούς παλιανθρώπους.

Υπάρχουνε λοιπόν μορφωμένοι παλιάνθρωποι, απαραιτήτως καλά δικτυωμένοι, που γνωρίζουν ότι η λογιοσύνη σε συνδυασμό με τα κατάλληλα κοννέ προσφέρει πρόσβαση στην εξουσία — και, ω, πόσο τη λαγνεύονται την εξουσία. Κάποιοι άλλοι προσπαθούν να εισέλθουν στον νυμφώνα της εξουσίας με επιστημοσύνη και γνωριμίες, αλλά η επιστημοσύνη, ακόμα και η κίβδηλη, είναι δυσκολότερη από τη λογιοσύνη, αφού πολλές φορές η μόνιμα δυσκοίλια έκφραση στη μάπα λειτουργεί ως ικανή διαπίστευση λογιοσυνης. Αυτοί πιστεύουν ότι ο κόσμος (το σύμπαν, αν προτιμάτε) τούς χρωστάει.

Με διαφορά όμως οι χειρότεροι ανάμεσά τους είναι οι όλο βεβαιότητα αμαθείς που παριστάνουν τους σοφούς και τους σχεδόν πανεπιστήμονες. Και επειδή στην εποχή του γκουγκλ οι πανεπιστήμονες είναι δέκα στον παρά και σοφοί όσοι έχουνe ρεύμα, αυτά τα καθηκάκια καμώνονται επιπλέον ότι τα έχουνε ζήσει όλα — εγώ πάλι ομολογώ ότι δεν έχω ζήσει τίποτα: μέχρι τα 27 επωαζόμουν, μέχρι τα 36 ταξίδευα, έκτοτε ζω, ενώ αισθάνομαι πάντα 23.

Βεβαίως, το να είσαι όλος διάπυρη βεβαιότητα και να παριστάνεις τον πνευματικό άνθρωπα δε σε καθιστά αυτομάτως καθηκάκι. Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας σκιαγραφήσω, α λα Λασκαράτος, τον άνθρωπο.

Με γνωριμίες και εκμεταλλευόμενος τις περιστάσεις έχει εξασφαλίσει θέση ζηλευτή, ζηλευτή για κάποιους τουλάχιστον, παρά την πνευματική ένδειά του, παρά την αμβλύνοιά του. Άλλωστε, δε χρειάζονται και τόσα προσόντα όταν ξέρεις να μπλοφάρεις κι όταν ξέρεις να ποζάρεις, όταν έχεις θητεύσει σε τραπέζια και κρασιά και τέια και ούζα και καφέδες με τους κατάλληλους ανθρώπους. Υποθέτω μάλιστα ότι άλλα προσόντα ή θέλγητρα πέραν της δουλοπρέπειας δε χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν, ενδεχομένως να μην πολυφτουράνε κιόλας.

Βεβαίως η θέση που κατέχει ο άνθρωπος είναι δυσανάλογα απαιτητική σε σχέση με τις ικανότητές του, αλλά — όπως μάλλον γνωρίζετε — σημαντικότερο είναι να μιλάει κανείς για τις ικανότητές του παρά οι ίδιες οι ικανότητες. Πάντως, θα σου τονίσει σε κάθε ευκαιρία πόσο σημαντικός είναι και πόσο αγωνίστηκε και κόπιασε να κατακτήσει τη θέση του, αποκρύπτοντας ότι εναντιοδρομούσε κόντρα στην αξιοκρατία.

Από την άλλη, ποιος τα χέζει τα σπουδαιοφανή και βαθιά δυστυχισμένα καθήκια, όσους αντάλλαξαν αγάπες και χαρές με αυτό που θεωρούν εξουσία. Δε γαμιούνται κι αυτοί; Δε γαμιούνται. Κι αν γαμιούνται, δεν το χαίρονται. Οπότε, στην υγειά μας και εβίβα στην ουτοπία μας.

Η ΚΝΕ, τα κατηχητικά κι ο Λειβαδίτης

Από τα κατηχητικά και τις χριστιανικές ομάδες έφυγα στα 16 παρά. Όπως τους εξήγησα αναλυτικά, γιατί πάντοτε ήμουνα της ξήγας, αυτό εγινε για τέσσερις λόγους:

  • Δεν άντεχα άλλο την αισθητική τύπου Μορμόνων και Μαρτύρων του Ιεχωβά ή τα αντάρτικα τραγούδια με χριστιανικούς στίχους — σήμερα συμπληρώνω: από κομμουνιστή καταγόμουν, θα μπορούσα να είχα γίνει κνίτης κατευθείαν,
  • Το κλίμα εκεί μέσα ήταν αποπνικτικό, αποστειρωμένο, κοντόφθαλμο: αυτά έχουνε χιλιοειπωθεί,
  • Επρόκειτο για αγρίως κρυπτοδεξιό περιβάλλον — για μένα ήταν αδιανόητη τότε η χριστιανική πίστη διαζευγμένη από την ευθύνη για τον άλλο, πάντοτε ήμουνα της ευθύνης, μέχρι νεύρωσης,
  • Τα πάντα (βιβλία, ταινίες, μουσική, σπορ, δημόσια πρόσωπα) κοσκινίζονταν με βάση το δικό τους χριστιανόμετρο. Αυτό το τελευταίο μού φαινόταν παράλογο και ασφυκτικό: μπορεί να ήμουνα (πολύ) χαζός έφηβος, αλλά μού έκοβε ότι αυτή η πλεχανοφική (όπως έμαθα αργότερα) στάση απέναντι στην τέχνη, στον πολιτισμό και στην ανθρώπινη εμπειρία είναι είτε προϊόν αναπηρίας είτε εγγύηση αναπηρίας.

Βεβαίως, τον παλιό εκείνο τον καιρό, υπήρχε η ΚΝΕ και την παίρναμε στα σοβαρά, Είχε τότε (και έχει) και το Κόμμα τα αριστερόμετρά του, ενώ οι παπανδρεϊκοί πασοκάνθρωποι τους μιμούνταν. Παλιοημερολογιτισμός επικρατούσε και μεταξύ μερικών αναρχικών, που έψαχναν καθαρότητα κι αυτοί, και με τρέλαινε: κόφτε το ρεύμα, μην τρώτε κρέας, μην καταναλώνετε, κάφτε τα σχολεία, κάφτε τις πόλεις, κάφτε τα όλα κάφτε τα. Από την άλλη, τω καιρώ εκείνω, είχα και τον πατέρα μου, έναν αφελώς φροϋδιστή, που πίσω από τα πάντα έβλεπε απωθημένα (μετά γνώρισα κι άλλους τέτοιους, και τα απωθημένα ήταν πάντοτε και μόνο δικά μου, βεβαίως).

Ε, μ’ αυτά και μ’ αυτά αποφάσισα τελικά ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος από οποιαδήποτε ερμηνεία του, πολλώ δε μάλλον από μια ερμηνεία άτεγκτα αιτιοκρατική στα πάντα της. Ένας κόσμος όπου τα πάντα είναι τακτοποιημένα και όπου τα πάντα σημαίνουν κάτι δεν είναι ο κόσμος, είναι είδωλο, ένα κείμενο που παριστάνει τον κόσμο. Όσο για το πώς θα αλλάξει ο κόσμος, έχω ξαναπεί τι πρέσβευα τότε.

Έκτοτε πέρασαν πολλά, πάρα πολλά, χρόνια.

Τα τελευταία έξι χρόνια, κατάλαβα κι εγώ ο (πολύ) χαζός άντρας ότι ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με την ανθρώπινη ελευθερία, αξιοπρέπεια και (πιθανότατα) επιβίωση. Αλλά, εντάξει, ξύπνησα κι εγώ, ασούμε.

Εντωμεταξύ, στον κόσμο του 2014 η σχηματικότητα δίνει και παίρνει, βρίσκεται παντού. Δεν έφυγε. Δεν πήγε πουθενά. Εδώ είναι. Δε μιλάω για τους δεξιούς, απαξιώ: αυτοί δεν μπορούν αλλιώς, ο συντηρητισμός είναι είτε βαθιά αφελής είτε δόλιος («να διατηρήσουμε τα συμφέροντα των ελίτ»).

 Έχω όμως στον νου μου άνθρωπο που εκτιμώ βαθύτατα, και γι’ αυτό δεν ονομάζω, ο οποίος μάς εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ακολουθούμε τας ποιητικάς διδαχάς του Τάσου Λειβαδίτη: ο Λειβαδίτης είναι ποιητής της ήττας και αντικινηματικός, δοσμένος και παραδομένος στα μικροαστικά ιδεώδη. Το είπε κι ο Κατσαρός σε ποίημά του, άλλωστε. Τα διάβασα αυτά κι απότομα μού ήρθε η μυρωδιά φρεσκοσφουγγαρισμένης κλεισούρας των οργανώσεων, μου ήρθε και η βοή τηλεβόα από τα «καθαρά λόγια» που ευαγγελιζόταν ο ΣΒ ο κνίτης συμμαθητής.

Και μελαγχόλησα: εγώ το πολιτικό ζώον, που έχω πάει σε μόλις 10-12 πορείες στη ζωή μου και ήμουν από αυτούς που έτρεχαν για να μη φάνε ξύλο από τα ΜΑΤ, εγώ, που έχω διαβάσει τσάτρα-πάτρα και πασαλείμματα και περιλήψεις από τα μεγάλα έργα της Αριστεράς και του Αναρχισμού, έχω μια πιο σαφή εικόνα για την τέχνη μέσα στην κοινωνία από σοβαρούς, αγωνιζόμενους και διαβασμένους ανθρώπους του ελευθεριακού χώρου. Και συγγνώμη κιόλας, γιατί από τον Λειβαδίτη αγάπησα μόνο τον ‘Τυφλό με τον λύχνο’ στην εφηβεία μου, ενώ μου τη σπάνε φρικτά τα σοσιαλμηντιακά τσιτάτα με τους πεθαμένους που τρέχουνε μέσα στη νυχτιά, οι μεταμέλειές του και κάτι χύδην λυρισμοί. Αλλά στο κάτω κάτω, τα ποιήματα είναι ποιήματα, όχι μπροσούρες.

Ελοΐζα

Χτες έφαγα ολόκληρη τη μέρα μου τακτοποιώντας λογαριασμούς και χαρτιά. Είχα χαρτιά χύμα από το 2012, για δύο χρόνια τα πέταγα απλώς μες στο συρτάρι όπως έρχονταν. Γύρω στις δέκα το βράδυ, που τελείωσα, ήταν όλα μαζεμένα πια: ένα ντοσιέ ταυτότητες και πιστοποιητικά, ένα ντοσιέ απολυτήρια και πτυχία, ένα τα φορολογικά και τα ασφαλιστικά, ένα τα ιατρικά, ένα οι λογαριασμοί.

Βρήκα μέσα στα χαρτιά της Αγγλίας (φορολογικά, λογαριασμός τηλεφώνου για να αποδεικνύω διεύθυνση κατοικίας, αποχαιρετιστήριες κάρτες) ένα άλμπουμ. Δε θυμόμουν καλά καλά την ύπαρξή του. Περιέχει φωτογραφίες τραβηγμενες 1992 με 1997. Τις κοίταζα με απορία: δεκαετίες μετά, σχεδόν τα ίδια πράγματα τραβάω, περίπου με τον ίδιο τρόπο: μια συγκριτική ματιά στο άλμπουμ μου ονλάιν με έπεισε. Μόλις πρόσφατα, μετά το 2008, άρχισε να εμπλουτίζεται η θεματολογία μου. Επίσης με προβλημάτισε που κιτρινίζουν σιγά σιγά οι χαρτονένιες σελίδες του άλμπουμ και που μου αρέσουν ακόμη εκείνες οι προς το παρόν άθικτες φωτογραφίες — κάποιες από τις ασπρόμαυρες τις είχα τυπώσει ο ίδιος στον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο του Tόλη, άλλες στην εστία που έμενα στο Λονδίνο.

Βρήκα επίσης κάτι φωτογραφίες από το Παρίσι το ’98, είχαμε πάει ένα πούλμαν φοιτητές με πακέτο ταξιδιωτικού πρακτορείου: οδικώς από την Αγγλία και διαμονή σε γαμιστρώνα στην Πιγκάλ. Είχα πάει στο Περ Λασαίζ όχι για τον Μόρρισον αλλά γιατί «έπρεπε»: όλη η Γαλλία, λέει, ήτανε θαμμένη εκεί. Βεβαίως χάθηκα αλλά όχι προτού δω έναν να τρώει σάντουιτς καθισμένος στον τάφο του Αβελάρδου, που τον έχουνε δίπλα στην Ελοΐζα. Αναστατώθηκα και συγκινήθηκα, «κοίτα ρε συ», της έλεγα της αλληνής, «δίπλα δίπλα τους έχουν οχτακόσια χρόνια μετά». Ήξερα και το άσμα των Damned και φανταζόμουν έκνομα και καταδικασμένα πάθη μεταξύ μοναχού και μοναχής κατά τον κακό Μεσαίωνα. Αφού χάθηκα κανονικά μέσα στο νεκροταφείο και κατέληξα να βρω μόνον τον οιονεί συλημένο τάφο του Τζιμ του Μόρρισον, φεύγοντας τελικά είδα ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο πάνω στον τάφο της Ελοΐζας. Ε, μεταρσιώθηκα. Ήθελα να τους φωτογραφίσω κιόλας αλλά ντράπηκα να βεβηλώσω τη στιγμή, αυτή τη μεταφορά για τον αιώνιο έρωτα.

Πέρσι διάβασα την αλληλογραφία τους. Η εισαγωγή ήτανε σοκαριστική: ο Αβελάρδος, ένας Ζίζεκ του σχολαστικισμού, διανοητής όλο λιλιά και χάντρες, αλλά και αποφασισμένος να γίνει φωστήρας και σχολάρχης λιμπίστηκε την Ελοΐζα. Τη γλέντησε, επίτηδες το λέω έτσι, της έκανε κι έναν γιο, τον Αστρολάβο, και την παντρεύτηκε, αλλά κρυφά για να μη χαλάσει την καριέρα του. Το σόι της Ελοΐζας άρχισε να διαδίδει τα του γάμου, ο Αβελάρδος την έκλεισε σε μοναστήρι, το σόι της τον ευνούχισε. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένο και απελπισμένο λαβ στόρυ δυο αστροκαμμένων εραστών, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας κιετς, δηλαδή. Απομυθοποίηση. Αλλά θέλω πολύ να το δω αυτό, που έτσι κι αλλιώς βασισμένο στα γράμματα της Ελοΐζας μοιάζει.

Διαβάζοντας την αλληλογραφία Αβελάρδου κι Ελοΐζας, τις επιστολές μετά τον ευνουχισμό του Αβελάρδου, σοκαρίστηκα. Όχι από το πόσο μαλάκας, αν και κυριολεκτικώς άμπαλος, ήταν ο θεολόγος: οι άνδρες ανέκαθεν υπήρξαμε μαλάκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ζωάδια περιδεή και χαϊδεμένα, πεπεισμένα ότι ο κόσμος μάς ανήκει: όσο πιο μαλάκια, τόσο πιο πεπεισμένα και χταποδοπερήφανα (έχετε δει swag που έχουν τα χταπόδια;).

Απεναντίας, με άγγιξε και με καταεντυπωσίασε η ρώμη του χαρακτήρα και το σθένος της προσωπικότητας της Ελοΐζας. Γυναίκα τρυφερή και απαλή, αλλά ακομπλεξάριστη και με παρρησία, χωρίς μεταμέλειες και παπαριές. Της γράφει ο Αβελάρδος για τον Κύριο που τους έχει κάνει αδέρφια εις τους αιώνας, του τα χώνει δεόντως. Όταν τον ρωτάει περίπου αν την αγάπησε ποτέ, ο χαντούμης λέει ότι τη θεωρεί φίλη, amica. Κι εκείνη του απαντάει I don’t wanna be friends έτσι: Carius mihi et dignius videretur tua dici meretrix quam illius (= Augusti) imperatrix: Προσφιλέστερο και πιο αξιοπρεπές θα μου φαινόταν να με λένε πόρνη δική σου, παρά αυτοκράτειρα με τον Αύγουστο. Κι ο (τέως) παπάρας συνεχίζει τον χαβά του.

Και τόλμησαν να τη θάψουνε δίπλα του. Γυναίκα ακομπλεξάριστη και ευφυέστατη, που γράφει απροσδόκητα ελευθέρια κι ελευθεριακά και οξύτατα κριτικά, ενώ ο άλλος της αραδιάζει τσιτάτα, παραθέματα και επικλήσεις σε αυθεντίες. Γυναίκα βαθιά πρακτική και ισορροπημένη αλλά και γενναία, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει στον ευνούχο ότι δεν υπάρχει λόγος το μοναστήρι να τους εμποδίσει να είναι εραστές.

Αχ ρε Ελοΐζα!

Στο φως

Πριν πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν είκοσι, ο φίλος μου ο Καλιφορνέζος μού έδειξε με συστολή και αρκετό πόνο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία δική του. Ήξερε να τραβάει καλές φωτογραφίες, να τις εμφανίζει και να τις εκτυπώνει μόνος του. Ασπρόμαυρο φιλμ, Ilford. Η φωτογραφία έδειχνε την Περσίδα κοπέλα του, αυτή για την οποία είχε κουβαληθεί να σπουδάσει στην Αγγλία, όπου και τον γνώρισα και μεθάγαμε μαζί για να πνίγουμε τον πόνο μας συνεχόμενα. Γιατί η Περσίδα, αφού έμεινε μαζί του τον πρώτο μήνα μετά τον ερχομό του στην Αγγλία, τον άφησε. Είχε βρει κάποιον άλλο και η αποκλειστική διάζευξη ήτανε και τότε, όπως και τώρα, αυτονόητη. Ιδίως στις δικές μας τρυφερές ηλικίες κάτω των 35.

Η φωτογραφία δείχνει την Περσίδα όρθια σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο ξενοδοχείου, σε κάποιο σαββατοκύριακό τους κάπου στη Βρετανία, δε θυμάμαι πού αν και μου είχε πει ο φίλος μου. Είναι γυρισμένη προς ένα παράθυρο με βαρειές κουρτίνες, το κεφάλι της όμως είναι στραμμένο προς τον φακό και η έκφρασή της άξια νταβιντσικής αμφισημίας: και συγκαταβατική, για τον γκόμενο που τραβάει αβέρτα φωτογραφίες, αλλά και ξαφνιασμένη κάπως. Εκ των υστέρων, διότι εκ των υστέρων ολα βγάζουνε νόημα, διέκρινα και την ψύχραιμη παραίτηση και τον αντανακλαστικό οίκτο εκείνης που ξέρει ή που νομίζει ότι θα σε παρατήσει — αλλά αυτά μάλλον από το μυαλό μου τα έβγαλα. Η φωτογραφία είναι ιδανικά ασπρόμαυρη, με σωστό κοντράστ. Η Περσίδα φοράει ένα κοντό μπέιμπι ντολ και έχει μακριά μαύρα μαλλιά και αυτά τα σχετικά κοντά, χυτά αλλά δυνατά πόδια από αυτά που με γοητεύουν. Δε θυμάμαι πια το όνομά της, άλλωστε ήτανε κορίτσι του Καλιφορνέζου, όχι δικό μου. Εγώ μόνο στη φωτογραφία πρόλαβα να τη γνωρίσω.

Ακόμα πιο ποθεινό από την Περσίδα είναι το ίδιο το φως της φωτογραφίας. Αποτυπωμένο με κόκκο, διάχυτο και λοξό, αναβρύζει ήσυχα από τη φαρδειά ρωγμή ανάμεσα στις βαρειές κουρτίνες. Το φως εκείνο διέρρευσε μέσα σε ένα δωμάτιο που δεν ξέρω πού είναι, φώτισε πλάγια μια κοπέλα που δε γνώρισα ποτέ κι έναν φίλο που στη φωτογραφία υπάρχει μόνον ως μάτι, ως φακός, ως φωτογράφος. Όταν είδα τη φωτογραφία αυτή, το φως το λοξό και διάχυτο έγινε η μετωνυμία της ερωτικής μακαριότητας για μένα. Το ίδιο το φως το ψάχνω σε βουβά μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων που ξανά και ξανά με ρίχνει η δουλειά, σε σοφίτες όπου παρεπιδημώ κάτω από καμπαναριά και μουντούς ουρανούς, σε ευφρόσυνα όνειρα όταν δροσίζει κάπως το καλοκαίρι και καταλήγω να ονειρεύομαι χειμώνες και χαλιά πάνω σε ξύλινα πατώματα και κάτω από κουβέρτες. Ίσως όχι το ίδιο το φως, παρά το άυλο πια ίχνος που αφήνει σε κάποια ψηφιακή φωτογραφία — όπως από μακρινά αστέρια, κοτζάμ αστέρια όλο φωτιά και φως, φτάνουνε στις φωτογραφικές πλάκες μόνο μια χούφτα φωτόνια όπου αποτυπώνουνε θολές κηλίδες.

Κάποιους ανθρώπους, ανθρώπους που θαυμάζω, για να είμαι ειλικρινής, τους ανέβασε η παλίρροια της ζωής μέχρι τη γραφή. Εγώ πάλι είμαι από αυτούς που από τις εικόνες και από τον βατήρα της γραφής ορμάω κα βουτάω στη ζωή. Μια ζωή που το πρωί σε ξυπνάει η ελαφριά ψύχρα του δωματίου κι ένα φως λοξό και διάχυτο που αγκαλιάζει και θρέφει το τοπικό χρώμα.

Παλιά νέα: ένα ατύχημα, πολλά δελφίνια και δύο περιστέρια

Τις προάλλες πήγα στον κλειδαρά. Ο κλειδαράς μου είναι Αρμένης κι είναι φοβερός τύπος. Του είπα να μου κόψει ένα αντίγραφο του κλειδιού του αμαξιού, το οποίο όμως δε γύρναγε μέσα στη μηχανή. Για να μπορούμε να δοκιμάσουμε το αντίγραφο στο επιτόπου, μου είπε να παρκάρω στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του, που είναι πάνω σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, την ώρα που σχολάνε τα σχολεία. Πάρκαρα μισός πάνω στο πεζοδρόμιο, πράγμα που σιχαίνομαι.

Παλέψαμε με το κλειδί κανά τέταρτο και τελικά ο κλειδαράς αποφάνθηκε ότι πρέπει να κόψει καινούργιο κλειδί σε άλλο πρότυπο, που δεν είχε. Στο μεταξύ εγώ είχα στήσει τη Ζ., πείναγα και έπρεπε να επιστρέψω κατόπιν στη δουλειά. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έβαλα μπρος. Περίμενα κανα 4λεπτο να βγω στον δρόμο από το πεζοδρόμιο που είχα καβαλήσει, αφού ήμουνα στο αντίθετο ρεύμα και έπρεπε να κόψω μια κίνηση φίσκα στα σχολικά λεωφορεία και τέτοια. Κατεβαίνω απαλά από το πεζοδρόμιο και ακούω τον γνώριμό μου ήχο: λαμαρίνες να ζουπιούνται.

Τραβάω χειρόφρενο κι αρχίσω να βρίζω τον πούστη που βρίζουμε όλοι τέτοιες στιγμές. Μου ήρθε ταμπλάς: εδώ οδηγώ αναγκαστικά γιατί δεν έχει συγκοινωνίες και την οδήγηση τη σιχαίνομαι γιατί δε με αφήνει να χαζέψω έξω, να διαβάζω κτλ. Άσε που έχω πουληθεί στους φαναρτζήδες: έχω λ.χ. καταφέρει να γδάρω το αμάξι και από τις δυο πλευρές στο γκαράζ του παλιού σπιτιού, ενώ το έχω γδάρει και στην είσοδο του γκαράζ του καινούργιου σπιτιού.

Έτοιμος να ακούσω μπινελίκια σε μια γλωσσική ποικιλία που δεν πολυκαταλαβαίνω, βγαίνω από το αυτοκίνητο: είχα βρει στη γωνία του προφυλακτήρα ενός επαγγελματικού. Κατεβαίνει και ο άλλος οδηγός. Με πλησιάζει. Με χαιρετάει διά χειραψίας. Εξηγούμε ο ένας στον άλλο ότι βιαζόμαστε. Ανταλλάσσουμε ονόματα και κινητά. Φωτογραφίζουμε τις ζημιές μας (η δική μου μεγαλύτερη, έκανα την πόρτα μου ριγέ). Μου λέει μετά ο άλλος οδηγός «Ελπίζω να είσαι συνεσταλμένος και να ξηγηθείς σωστά» (άκουσε ότι είμαι Καλαμαράς και είπε να πετάξει καμμιά καλλιέπεια, συμβαίνει). Απάντησα ότι είμαι σωστός — ή κάτι τέτοιο — και μάρτυς μου ο κλειδαράς, ο οποίος κοίταγε με τον προσήκοντα οίκτο.

Πήγα σπίτι, η Ζ. άκουσε τα νέα στωικά, με τάισε δύο τάκο, που είχα φτιάξει από την προηγούμενη μέρα, και ένα σουβλάκι με πίτα, που είχε παραγγείλει πριν λίγο. Τηλεφώνησα στην ασφάλεια και στον οδηγό, ο οποίος ευχήθηκε να έχει πάντα ατυχήματα με ανθρώπους σαν κι εμένα. Πήγα στη δουλειά.

Όταν επέστρεψα σπίτι ήπια τσάι γιατί είχα πάρει μαζι μου ένα θερμός καφέ συνεχώς στη δουλειά και έπινα λίγο λίγο, για να κρατιέμαι σε εγρήγορση. Εκεί με το τσάι, ανοίγουμε τηλεόραση και είχε ντοκυμαντέρ για τη σεξουαλική ζωή των ζώων. Φυσικά ήταν από τα φτηνά στο National Geographic, οπότε υπήρχε ηθικοπλαστικό μήνυμα για αμερικανάκια.

 Είδαμε λοιπόν τα δελφίνια, που κάνουνε σεξ χωρίς να έχουνε σκοπό την αναπαραγωγή. Γνωστό αυτό, είχαμε και βιβλία με τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων μικροί. Μαθαίνουμε επίσης ότι τα θηλυκά δελφίνια είναι λεβεντιές και εντελώς πολυγαμικά, ενώ τα αρσενικά δελφίνια ζηλεύουνε καμμιά φορά — αυτό μάλλον το έλεγε ο αφηγητής επειδή τα αρσενικά τσακώνονται μεταξύ τους, δε νομίζω να τα ρώτησαν. Βλέπαμε ταυτόχρονα δελφίνια να το κάνουν, που βασικά είναι ότι ο δελφίνος μπαίνει στη δελφίνα, δεν κουνιούνται ποσώς αλλά κολυμπάνε μαζί. Είδαμε και δελφινόπουτσες, που δεν τις ήξερα από τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων: μεγάλες αλλά κομματάκι μελάτες — θα έφταιγε το κρύο το νερό.

Πάνω λοιπόν που πας να πεις «κοίτα ρε παιδί μου! υπόδειγμα τα δελφίνια: πολυγαμικά, ψαγμένα, περπατησιάρικα», έρχεται ο παιδονόμος και σου λέει ότι

  1. ενήλικα αρσενικά ενίοτε ξεμοναχιάζουν ανήλικα, θηλυκά και αρσενικά, και τα πηδάνε
  2. πολλές φορές δύο μαζί (μέχρι και δώδεκα μαζί) αρσενικά στριμώχνουν θηλυκά και τα παίρνουν νουμεράδα.

Παγώνεις κι εσύ ο ηθικός ο άνθρωπος, που προβάλλεις τις αξίες των ανθρώπων πάνω στη ζωή των ζώων. Μετά όμως βλέπεις πού το πάει: ελευθεριότητα = σεξουαλική βία. Δηλαδή: μην ξεθαρρεύετε κιόλας, και γίνουμε δελφίνια, γιατί όπου τα θηλυκά είναι πολυγαμικά έχουμε βιασμούς και παιδεραστίες. Τις διαλυμένες οικογένειες δεν κατάφερε να τις εντάξει, μάλλον γιατί τα δελφίνια είναι χίππικα και της κοινοκτημοσύνης.

Από όλα όσα αφηγιόταν ο τύπος, με την απαραίτητη δόση κολλεγιακού χάχανου, είδαμε δύο αρσενικά με ένα θηλυκό (ή αρσενικό σε χάλαση) να τρίβονται στα ρηχά και κάτι αρσενικά (δώδεκα; εφτά νάνους στο SS Keryneia; δεν ξέρω) να γυροφέρνουν ένα θηλυκό.

Θα μου πείτε τώρα ότι έγώ είμαι προκατειλημμένος, αλλά δε μου διέφυγε πάντως ότι μετά μας έδειξαν πώς το κάνουνε τα περιστέρια, που είναι εντελώς μονογαμικά και χηρεύουνε σεμνά κι ενάρετα. Τότε έμαθα και τι είναι του πουλιού το γάλα. Διότι τα περιστέρια είναι καλοί γονείς. Όχι σαν τα δελφίνια.