Η απελευθέρωση

Κάποτε ήταν αυτό:

ήμουν ηττημένος και μόνος, […] είχα μια ακατανόητη λύπη να μου πλακώνει το στήθος, τότε […] υπήρχαν πόρτες τις οποίες ήμουν αποφασισμένος να μην ανοίξω.

Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ’ Λυκείου. Και περισσότερο.

Και τι έμεινε όταν σηκώθηκε η πλάκα, όταν αποφοίτησα από τη μελαγχολία; Σφαίρες εμπύρειες, κόσμοι κι ουρανοί κλεισμένοι μέσα στο καρυδότσουφλο της ψυχής. Κλεισμένοι μέσα σε ένα κέλυφος σκληρό, συμπαγές, αδιαπέραστο, στιλπνό. Κάπως όπως στα έργα επιστημονικής φαντασίας έχεις κάτι ασπίδες που αποκρούουν ή απορροφούν τα εχθρικά πυρά.

Βέβαια το δικό μου ψυχρό κέλυφος δεν ήταν αόρατο, δεν ήταν αχλύ ενέργειας που λαμπυρίζει. Το δικό μου κέλυφος ήτανε φτιαγμένο από ένα σπάνιο κράμα: από τις ανασφάλειες, τις ματαιώσεις και τους φόβους των άλλων, των κοντινών, των δικών μου, από τα άγχη που τους δημιουργούσα: ερχόντουσαν όλα αυτά σε επαφή με τις σφαίρες τις εμπύρειες και, μέσω κάποιας αντίδρασης ψυχοαλχημικής, έφτιαχναν κρυστάλλους. Κι αυτοί σχημάτιζαν ένα συμπαγές σκληρό κέλυφος που κράταγε εμένα παγιδευμένο μέσα, ακινητοποιημένο σαν σε νάρθηκα, και όλη τη ζωή απ’ έξω.

Αλλά ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης: θρυμματίστηκε το κέλυφος και έπεσαν σα λέπια ψιλά τα κομμάτια του. Εκσφενδονίστηκαν όπως σκάνε και εκρήγνυνται σταγόνες πάνω στα μάρμαρα των πάγκων. Σχεδόν σαν από θαύμα. Ή έτσι λέμε, τέλος πάντων.

Σωπαίνοντας

Αναρωτιέμαι πώς να πω αυτό που θα πω, από το πρωί το βασανίζω. Εδώ και χρόνια θέλω να το πω.

Έστω λοιπόν ότι ο Α λέει στον Β κουβέντες βαρειές ή τον προσβάλλει ή παραφέρεται γιατί δεν μπορεί να μαζέψει τα κουβάρια του: όταν τρέχουν πολλά κουβάρια μαζί, το αποτέλεσμα είναι, όπως αναμένεται, μαλλιά κουβάρια.

Ο Β δε λέει τίποτε στον Α. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Β δεν έχει τι να πει. Μπορεί και να οφείλεται, όπως θα έλπιζε και ο Α, στο ότι αποδέχεται τις βαρειές κουβέντες, ότι αναγνωρίζει την εγκυρότητα των προσβολών ή ότι παραδέχεται ότι η πηγή του παραλογισμού του Α είναι ο ίδιος, ο Β δηλαδή.

Αν όμως ο Β είναι από αυτούς που αποδεδειγμένα έχουνε το θάρρος και τον τρόπο να λένε «έχεις δίκιο», «υπήρξα μαλάκας», «με συγχωρείς», «οι φίλοι είναι για να μας τραβάν από το μανίκι», και τα παρόμοια, τότε γιατί ο Β σωπαίνει;

Ενδεχομένως γιατί δε θέλει ο Β να πει κι αυτός στον Α κουβέντες βαρειές, έστω και αν δεν είναι προϊόν παραλογισμού, έστω και αν δεν είναι προσβολές. Ίσως γιατί, σωπαίνοντας, ο Β θα ωφελήσει τον Α περισσότερο από το αν του πει τη γνώμη του. Τουλάχιστον, έτσι νομίζει ο Β.

Ο εκμυστηρευτής, ο εκμυστηρευόμενος

Από δεκαπέντε χρονών ακούω εκμυστηρεύσεις των άλλων. Όχι πάντοτε αγνώστων. Τα έχω ξαναπεί αυτά. Έχω υπάρξει εκμυστηρευτής, μερικές φορές μυστικών που δεν μπορούσα να σηκώσω με τίποτα, που δε θα έπρεπε να φανερώνονται σ’ εμένα αλλά σε κάποιον επαγγελματία. Σχεδόν ποτέ δεν κάνω ερωτήσεις, αλλά περιμένω να έρθουνε τα μυστικά σ’ εμένα, όποια μυστικά προαιρείται ο εκμυστηρευόμενος, όπως επιθυμεί. Αδιάκριτος δε γίνομαι: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά.

Η ψευδωνυμία των κοινωνικών μέσων είναι μεγάλο καλό: κοινωνικοποίησε τη γραφή και απελευθέρωσε τη θεματολογία της γραφής. Επίσης μετέτρεψε τη γραφή σε προνομιακή έκφραση της προσωπικότητας, περισσότερο και από την όψη μας (αν και πάντα παίζει καμμιά φωτό) ή από τη συμπεριφορά μας (αν και η γαϊδουριά, η θρασυδειλία, νεύρωση ή η πηγαία καλοσύνη εξακολουθούν να μην κρύβονται).

Επίσης, η ψευδωνυμία διευκόλυνε την ανταλλαγή εκμυστηρεύσεων, και οι εκμυστηρεύσεις μάς φέρνουν πιο κοντά στους άλλους, αφού απαιτούν και επιβάλλουν δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης ή συνενοχής, ενώ στη συνέχεια συνήθως μας κάνουν υπό το βάρος τους να αποξενωνόμαστε από τους άλλους. Αλλά έτσι είναι η ζωή: δε θέλουν όλοι να γνωρίζουν ότι, στις κατάλληλες συνθήκες, όλοι γινόμαστε ημιδιαφανείς.

Εγώ πάλι, όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότερα θέλω να εκμυστηρεύομαι και σε όλο και λιγότερους — μια χούφτα άνθρωποι έχουνε μείνει πια να τους λέω τα σώψυχά μου, με σπάνιες προσθήκες στο ρόστερ αυτό των έμπιστων . Επίσης, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ να κρατάω τα μείζονα για τον εαυτό μου και να μοιράζομαι τα πιο μικρά, ιδίως με τους κάπως παραέξω.

Γενικά, η ανάγκη μου για εκμυστήρευση όλο και μειώνεται: την αγάπη, τις ηδονές, τη χαρά και την ομορφιά τις αφήνω πια να με ποτίσουν στάγδην και ήσυχα και να με δυναμώνουν για να ανθίζω: δε χρειάζεται να μετατρέπονται σε ρεπορτάζ ακατανόητα και αφηγήσεις όλο περιστατικά κι εντυπώσεις. Παράλληλα, τα δύσκολα κάθομαι και τα ξεκοκκαλίζω μόνος μου και τα καταγράφω πριν τα ξεχάσω, γιατί είμαι δεξιοτέχνης της λήθης και σεφ της απώθησης, ώστε αν αναδυθούν σαν φόβοι πρωινοί (για μένα το πρωί είναι η ώρα του φόβου) ή τρόμοι νυχτερινοί, να ξέρω από πού εκπορεύονται. Για τα υπόλοιπα, υπάρχει και το μπλογκ, όπου θα περάσουν εν ετέρα μορφή και σε χρόνο ανύποπτο, σαν υπαινιγμοί συνήθως. Ή δε χρειάζεται να είναι μυστικά.

Δε θα έλεγα ακριβώς ότι κλείνομαι στον εαυτό μου, παρά ότι έχω μάθει πια να αντέχω τον εαυτό μου και, χάρη σε τύχες αγαθές και μεγαλόψυχες, να αρχίσει να μου αρέσει κιόλας.

Ξένοι

Και ας τσαντίζονται πολλοί: η στάση μας απέναντι στους μετανάστες, στους θαλασσοπνιγμένους και γενικότερα στους ξένους είναι άξενη και κινούμενη από μίσος και βαθειά σιχασιά και περιφρόνηση. Διαχρονικά και με συνέπεια. Δεν ξέρω τι συνέβαινε στα Αμπελάκια, στη Μολδοβλαχία, στης Μαργαρίτας τ’ αλωνάκι και σε χαρούμενα χωριά Ταϋγέτου, Κυκλάδων και Πίσω Κουτσούφιανης επί Βαυαροκρατίας, αλλά τουλάχιστον τα τελευταία 100 χρόνια ο Έλληνας μισεί τους ξένους: μισοξενία κι όχι «ξενοφοβία».

Ο ξένος για τον Έλληνα δεν ορίζεται ως ο αλλόδοξος (Φράγκος, Τούρκος κτλ.), αλλόγλωσσος (ποιοι μίλαγαν ελληνικά στην ελληνική επικράτεια το 1914 ή και το 1924; σιγά), αλλόφυλος, αλλογενής, αλλοδαπός κτλ. Ξένος ήταν και είναι ο φτωχός που δεν γνωρίζω (ή βεβαίως ο Εβραίος ανεξαρτήτως εισοδημάτων).

Το είχε γράψει ο Θεοδωρίδης κάπου ωραιότατα, αλλά πού να ψάχνω τώρα: μια χαρά είναι ο Έλληνας με τον πλούσιο τουρίστα, με τον Σαουδάραβα κροίσο (κι ας τουρλώνει και αυτός τον κώλο του για να προσευχηθεί), με την τέως αμερικανική αποικία της Γλυφάδας με τις ασχημονίες των γιάνκηδων.

Εκεί λοιπόν εξαντλείται παραδοσιακά η αλληλεγγύη και το κοινοτικό πνεύμα του Έλληνα, με λαμπρές εξαιρέσεις που κυρίως εντοπίζονται στην Κρήτη, στα Επτάνησα αλλά και αλλού και που πάντως δεν αρκούν για να απαλλάξουν τον νεοελληνικό πολιτισμό από το άγος του: εξαντλείται στον φτωχό και στον ανήμπορο που γνωρίζω.

Αυτό δεν ήτανε μόνο χαρακτηριστικό όσων λ.χ. υποδέχτηκαν τους Μικρασιάτες. Και οι ίδιοι οι Μικρασιάτες είχανε την πεποίθηση ότι στερημένοι από τους Τούρκους κολλίγους, τις λίρες, τα βούτυρα, τα ζώα και τη γη (μιλάω με γνώμονα τους προγόνους μου που ήταν κτηματίες, κι όχι τους Σταμπουλιώτες, που έτσι κι αλλιώς τους είχαν όλους γραμμένους και στο φτύσιμο μέχρι και τον 21ο αιώνα) ήτανε ζώα πια, απανθρωποποιημένοι κι αποκτηνωμένοι. Διάβασα κάπου τη βαθειά περιφρόνηση μιας γιαγιάς που την έστειλαν στην Ελλάδα, όπου μαγειρεύουνε με λάδι κι όχι βούτυρο, λες και το φαΐ είναι σαλάτα. Τα έχω ακούσει με τα αυτιά μου αυτά.

Μην πέφτετε από τα σύννεφα για τη μεταχείριση των ξένων. Η φτώχεια μάς βρωμάει στην Ελλάδα, αλλά του ξένου βρωμάει δυο και τρεις φορές.

Για μια τυπολογία του πέφτουλα

Στην προσπάθειά μου να μορφώσω κι εγώ τη νεολαία και να αναβιώσω, έστω κι ατελώς, τη Μεγάλη Χαρακτηρογραφία της Οδού Φραγκοκκλησιάς, είπα να μοιραστώ την πείρα μου μαζί σας.

Έχουμε και λέμε λοιπόν για σήμερα: οι τέσσερις βασικές κατηγορίες άντρα πέφτουλα.

Πρώτος είναι ο Κάπρος. Απαραίτητη διευκρίνιση: ο Κάπρος δεν είναι απαραίτητο να μοιάζει με κάπρο. Ενδεχομένως να είναι και συμπαθητικός, όπως είναι ο Πούμπα (ξέρω ότι ο Πούμπα είναι τάπιρος, μην κολλάτε σ’ αυτά). Ενδεχομένως ο Κάπρος να μην έχει καν προκοίλι 360 μοιρών. Πλην όμως, είναι κάπρος: εφορμά με ποδοβολητό ντουγρού πάνω στην άτυχη γυναίκα. Ευθεία. Και πάλι, βάλτε λίγη φαντασία: δεν ορμάει ντε και καλά να πέσει πάνω της και να την καβαλήσει, όπως όταν παίζουμε μακριά γαϊδούρα. Αλλά λ.χ. θα φύγει από τη μια μεριά του μπαρ, στην Πανόρμου κάπου, και ζμπρώχνοντας και λέγοντας ‘σ’γνώμη’ θα φτάσει στην απέναντι μεριά, κάτω από το καντήλι-άποψη που καίει εντοιχισμένο. Εκεί θα σταθεί, μπροστά στην ξανθή αγαπημένη παναγιά, και θα αρχίσει να της μιλάει. Ή θα κολλήσει πάνω της, τόσο όσο να της ζέχνει το χέιγκ στην καπρική ανάσα του. Ή θα της πει «να κεράσω τίποτα κοπελιάαα;» Τέτοια πράγματα, το αντίστοιχο του κάπρου που ορμά να ξεκοιλιάσει με τους χαυλιόδοντές του. Έτσι κι εδώ ο Κάπρος, με τον χαυλιόδοντα σε έπαρση κι ελπιδοφόρο. Ο Κάπρος, όταν είναι με άλλους αρσενικούς Κάπρους και βόσκει φραπέ στην Νέα Σμύρνη ή ανεβοκατεβαίνει εποχούμενος τις ωραίες μεγάλες λεωφόρους της πόλης μας, είναι αυτός που θα φωνάξει «τι μανάρα είσαι εσύ, μουνάρα μου;» (ή και «τι μουνάρα είσαι εσύ, μανάρα μου;»), «πώπωπωπωπωπωπω μια κωλάρα», «θα-στ-σκισ-στα-δύο», «τ’ είσαι συ μωρό μου;», «τούμπανοοοοοοο» κτλ. Όχι στα πλαίσια μιας μάτσο αγελαίας δεν ξέρω τι συμπεριφοράς ή ενός χομοσόσιαλ βαρβατέ μπρο κατιτίς. Όχι. Θα τα φωνάξει αυτά στη διερχόμενη που προκαλεί με το κολάν, το μίνι, το φορεματάκι το καλοκαιρινό, το μπουστάκι, το ινδικό μάξι, το τζην, το σακί λιπάσματος, την κελεμπία επειδή στ’ αλήθεια πιστεύει ότι αυτό είναι πέσιμο, ότι το αντικείμενο του στιγμιαίου και εφήμερου πόθου του θα σταματήσει ό,τι κάνει και θα έρθει να καθήσει στα γόνατά του να του τριφτεί, σαν γατί σε χέρι σαρδελόφορο. Ή ότι θα ρίξει ένα γερό σπριντ να κυνηγήσει το καγκουρομομπίλ στο οποίο επιβαίνει ο επιβήτορας κάπρος μέχρι να τον πιάσει («στάσου, μύγδαλα!», αλλά αντεστραμμένο). Ναι, το πιστεύει. Ότι έτσι βγάζεις γκόμενα. Γι’ αυτό είναι Κάπρος, porcus syagris, ή πώς τον έλεγε ο Οβελίξ.

Ακολουθεί ο Κυνηγός. Ο Κυνηγός είναι κυνηγός. Δηλαδή, αντίθετα με τον Κάπρο, ξέρει ότι υπάρχει κι άλλη προσέγγιση πέραν της κατά μέτωπον εφόρμησης και του κατά πάνω. Υπάρχει λ.χ. η παγάνα (αν και ο Κυνηγός είναι μοναχικός). Υπάρχει το καραούλι. Υπάρχει και το «βγαίνω στο χωράφι κι όποιον πάρουνε τα σκάγια» (σκάγια, όχι φλόκια, όχι ακόμα). Υπάρχει η ενέδρα με καμουφλάζ. Υπάρχουνε τέλος τα δόκανα, αλλά ο σωστός ο Κυνηγός είναι γυμναστηρίου, παίρνει και βοηθήματα, κάτι ματζούνια σφιχτικά ή έστω αυτές τις πρωτεϊνούχες σοκολάτες που έχουνε γεύση συκωτάκια-κοτομπουκιά. Ο Κυνηγός είναι με τισέρτ και φανελάκια τόσο όσο (γιατί άμα θες τέλειο σώμα, κοπελιά, υπάρχουνε και οι γκέιδες — χαχά). Άρα περιφρονεί εκ φύσεως ανδρικής το δόκανο και είναι της ενεργού δράσης: κυκλοφορεί, περιπολεί, ψάχνει. Κατοπτεύει τον χώρο, ο Κυνηγός δουλεύει με βάση το τεραίν: μαγαζί στο οποίο θα μπορεί να εξασκήσει το άθλημα, παραλία χωρίς πολλές οικογένειες αλλά όχι και ζευγαροχαρά, μπαρ για ψυχές απελπισμένες. Εκεί γραδάρει για θήραμα, επιλέγει κάποια όχι πολύ πάνω από τα κυβικά του αλλά όχι και σπουργίτι, μετά σημαδεύει και κάνει την κίνηση. Ο Κυνηγός, είπαμε, είναι πάνω απ’ όλα άντρας. Δηλαδή ξέρει. Δηλαδή έχει πολλές εμπειρίες και πολλές ιστορίες, όλες από το κυνήγι. Διαθέτει βεβαίως και κράχτες — γυαλί μαύρο μέσα στη νύχτα της παραλιακής, ducati δανεικιά, ρολόι ωραιότατο 3 χιλιάρικα, απαραίτητο για την αγαπημένη του ιστιοπλοΐα. Και ως Κυνηγός ξέρει: «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο». Οπότε, καλού κακού, όπως ο κυνηγός ξέρει τον καλό τον εχέμυθο χασάπη με ορτύκια εκτροφής και φασιανό καλαμποκοθρεμμένο, έτσι ξέρει και αυτός 4-5 καλά μαγαζά στη Συγγρού που σερβίρουν φραπέ και παίζουνε κλαρίνο. Ο Κυνηγός πάντως έχει αυτό που έχει και ο Κάπρος: θάρρος. Ο Κυνηγός όμως έχει κι επιμονή — δεν τον τρομάζει η περιπλάνηση με το όπλο στο χέρι. Έχει πολλή επιμονή ο Κυνηγός. Πολλή. Υπομονή κι επιμονή.

Ιδανικά, ο Αρμάνης θα ζούσε σε έναν ασπρόμαυρο κόσμο, άντε, να πούμε σέπια. Έτσι θα τονιζόταν το γυαλί του, το μαλλί του το τίμιο και περιποιημένο, η επιμελώς ατημέλητη νάιντιζ αξυρισιά του ή το απαστράπτον ξύρισμα κόντρα και — πάνω απ’ όλα — η κουστουμιά. Η κομψότητα η ίδια. Το στυλ το σωστό το αντρικό. Κουστούμι ρε σεις. Διότι ο άντρας είναι κουστούμι (που τη λέει ‘κοστούμι’, γιατί ο Αρμάνης δεν είναι κανας κλαρινογαμπρός) και παπούτσια. Και το άσπρο το πουκάμισο από κάτω, που το σιδέρωνε η μάνα του μέχρι τελευταία στιγμή. Ο Αρμάνης συνήθως ξέρει ότι la veste met bas (και πού να το αφήσει άλλωστε, τρεις μισθούς τού κόστισε), γνωρίζει και ότι a gentleman will walk but never run, αναπόφευκτα με το σκαρπίνι-φέρετρο που φοράει. Κινείται αργά ο υπέρκομψος, αποφεύγει να μιλάει (το πολύ να πει κανα «καλησπέρα» χαμηλά στο κλειδί του φα) και δεν ακολουθεί ποτέ τον στόχο του, απλώς πλέει μέσα σε ένα σύννεφο κουλιάς και Dior, παραμένοντας μέσα στο οπτικό πεδίο της ύπαρξης που έχει βάλει στο μάτι. Αν υπάρξουν καθυστερήσεις κι άρχισει να γουργουρίζει ο στόμαχος, κοιτάει με νόημα προς την ύπαρξη, αφού βγάλει το γυαλί με το αριστερό χέρι, για να φανεί το ρολόι το σωστό, με λουρί πέτσινο και καντράν απροσδιόριστα κυριλέ. Κοιτάει με νόημα αλλά δεν κοιτάει ποτέ εκεί που την πέφτει, παρά πάντοτε δύο κλικ πιο αριστερά, να περνιέται για στραβισμός απολλώνιος ή για βλέμμα απλανές μοντέλου του Campari. Γιατί βεβαίως ο Αρμάνης πίνει negroni και δεν ιδρώνει. Ποτέ. Κι αν υπάρχει μπαλκόνι, κι εκεί negroni. Ή κάτι αντίστοιχα κουλ και ψαγμένο. Αν και χαρακτηρίσαμε πέφτουλα τον Αρμάνη, ο ίδιος δε θα το παραδεχτεί ποτέ: είναι απλώς ο κουλ και προσεκτικά συγκεκαλυμμένα αρτιστίκ εαυτός του. Είναι αυτός που είναι. Αν του κάτσει η ύπαρξη, φταίει η ακατάσχετη γοητεία του, το είναι του. Αν όχι, κύριος ήρθε και κύριος φεύγει.

Τέλος, ο Γκουρούς. Ο Γκουρούς είναι φαλακρός ή ασπρομάλλης, πολλές φορές και τα δύο. Ο Γκουρούς μιλάει αργά, με φωνή όλο άρθρωση σωστή — ή ψευδίζει καίρια. Ο Γκουρούς έχει μεγάλο κεφάλαιο, συνήθως μόνο πνευματικό, ντύνεται όπως να ‘ναι, γιατί έχει κεφάλαιο πνευματικό και ελεεινό γούστο, ενώ περιβάλλεται από αυλή μαθητριών του: τη Μάρθα, τη Μαρία και το Κακό Συναπάντημα — αυτή η τελευταία είναι κάποια με τσιριχτή φωνή και με αποστολή να αντιφωνεί τα μεγάλα και βαθιά και ευφυή χαριτολογήματα του Γκουρού, ώστε οι άλλες να τον κοιτάζουν απερίσπαστες με μάτια γουρλωμένα, παραπονεμένα. Ο Γκουρούς ξέρει τη ζωή, ξέρει και τα βιβλία. Ξέρει και τις γυναίκες, α, ναι! Ο Γκουρούς ξέρει. Ο Γκουρούς είναι ο Παλιός που μας έλεγαν στον Στρατό, ο αρχετυπικός. Όταν δεν χαριτολογεί, μιλάει για θέματα βαριά και σοβαρά, αλλά για λίγο και με τέμπο και με τέλειο κοντρόλ στη φωνή, τόσο όσο χρειάζεται για να φανεί το μέγεθος του μυαλού του. Ο Γκουρούς δεν κοιτάζει λιγούρικα, βοηθάει κι η πρεσβυωπία, ενώ αγαπάει το αλκοόλ και φροντίζει να το μοιράζεται απλόχερα ιδίως με αυτές τις 3-4 που έχει σταμπάρει. Γιατί, από όλους τους πέφτουλες, ο Γκουρούς είναι ο σοφότερος: δε βάζει ποτέ όλα τα αυγά του σε ένα καλάθι. Επίσης, προτιμάει τις παντρεμένες, αφού εκτός απροόπτου δεν έχουν απαιτήσεις ή τη δυνατότητα να γίνουν περισπάσεις. Άλλωστε ο Γκουρούς έχει πνευματικό κεφάλαιο: εξέδωσε μια ποιητική συλλογή στα 23 (είχε αφήσει έντονες εντυπώσεις), κάνει το διδακτορικό του από τον καιρό που ήταν υπουργός ο Κοντογιαννόπουλος, ενδεχομένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας, έχει παίξει στο θέατρο δίπλα στον Κιμούλη, γράφει σε σοβαρή αθηναϊκή εφημερίδα, μετέφρασε τα άπαντα του Λοκ αλλά δεν τα εξέδωσε γιατί δεν τον ικανοποιεί τελικά η μετάφρασή του. Στα νιάτα του ο Γκουρούς έλιωσε στο χερογλύκανο και στο φέιμους με πάγο, και τώρα αναπληρώνει όσο μπορεί: το μπόι που του λείπει το ‘χει σε μυαλό. Ή έτσι ακούγεται τουλάχιστον.

Χωρίς επανάληψη

 
καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι

Απόψε έκανα την ίδια διαδρομή που έκανα πριν εφτά χρόνια. Νύχτα και πάλι. Αυτή τη φορά άκουγα πολύ δυνατά το Thirteen Tales from Urban Bohemia. Τό 2007 έβλεπα να κλείνει μπροστά μου ο κόσμος όπως κλείνει μπροστά σε μάτια πεθαμένα το φερμουάρ σάκκου βινυλίου, από αυτούς που συσκευάζουν τους νεκρούς, και προσπαθούσα να το δεχτώ όσο πιο στωικά άντεχα. Απόψε, με το παραπέτασμα σκισμένο από άνωθεν έως κάτω εδώ και χρόνια, μπορούσα να δω μπροστά μου άστρα και ουρανούς πασπαλισμένους φως, επίσης μπορούσα να τραγουδήσω φάλτσα μαζί με τον Τέιλορ-Τέιλορ.

Σχεδίαζα με κάθε λεπτομέρεια, με προσοχή στην έκφραση και σε κάθε μικρό υπαινιγμό μια ανάρτηση εδώ, μια ανάρτηση

  • που λέει τι χρειαζόμουν και πώς το βρήκα και από ποιον, όπως στα παραμύθια, όπου χρειάζεσαι ένα πράγμα να πας να βρεις, κι αυτό είναι φυλαγμένο μέσα σε ένα κάστρο ή μέσα σε μια καρδιά ή μέσα σε μια όλο ενθουσιασμό παιδική αφήγηση,
  • που λέει ότι δεν έχασα ποτέ ούτε όταν αγάπησα ούτε όποιους αγάπησα,
  • που έχει για άξονα ένα πονηρό λογοπαίγνιο — μεταφρασμένο από την αλληλογραφία του θεού της Βόννης,  
  • που μιλάει για τη διαδρομή την ώρα που σχεδίαζα την ανάρτηση αυτή και που θα τέλειωνε μαζί με το Urban Bohemia λίγο πριν φτάσω στον προορισμό μου.

Μόνο που πίσω από τον προορισμό μου, όπως είπα, μπορούσα πια να δω μπροστά μου άστρα και ουρανούς πασπαλισμένους φως, φως λοξό κι ευγενικό που μπαίνει από παράθυρα και παραβιάζοντας κουρτίνες και φωτίζει πατώματα και έπιπλα και δυο αθόρυβες φιγούρες.

Φτάνοντας σπίτι, είδα το όνομά μου μέσα σε σελίδες βιβλίων. Και είπα «είναι καλό αυτό, αλλά καλύτερο είναι που δεν είμαι πια εξόριστος.»

Και έτσι, την ανάρτηση που συνέθεσα στη διαδρομή την κατάπια μαζί με ένα τζιν με σόδα. Και ήτανε γλυκειά στο στόμα μου κι ας μου ανέβασε μια πίκρα μικρή. Και έτσι, την ανάρτηση δεν την έγραψα ποτέ.

2014

Όταν επιτέλους μεγαλώσω και γίνω 50 ή 60 χρονών, θα γράψω ένα λαμπρό και όλο πτυχώσεις μυθιστόρημα που θα λέγεται 2014, ή 2011 ή 2010. Θα είναι όλο στίλβη, όχι σαν το ταπεινό το άλλο, το χωμένο. Θα έχει για τίτλο μια χρονολογία λοιπόν, από αυτές τις ζαβές με το μηδενικό μετά το δύο, χρονιές που θα βρίσκονται βαθιά μέσα στο παρελθόν όταν θα γραφτεί το λαμπρό αυτό μυθιστόρημα, αλλά όταν ήμασταν παιδιά βρισκόντουσαν πέρα και από το μέλλον. Γιατί όταν ήμασταν παιδιά, το μέλλον ήτανε το 2000, το 2001 — άντε το 2010, όταν θα έκανε ο Μονόλιθος τα δικά του τα τσαλίμια.

Γιατί τα λέω αυτά. Γιατί είδα προχτές το Only lovers left alive του Τζαρμούς. Δεν μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή η ταινία. Τη χάρηκα και την καταφχαριστήθηκα. Πρώτον, είναι Τζαρμούς. Δεύτερον, έχει βρυκόλακες, με τους οποίος ταυτίζομαι. Τρίτον, παίζει η Τίλντα Σουίντον. Τέταρτον, μαθαίνουμε τι απέγινε ο Κρίστοφερ Μάρλοου. Πέμπτον, είναι του Τζαρμούς. Έκτον, έχει μπόλικο hero worship για εμάς τους λάγνους νέρντουλες. Έβδομον, είναι του Τζαρμούς. Κι ας λέει η Ζ. ότι της θύμισε επεισόδιο των Friends με βρυκόλακες — τι να ξέρει κι αυτή για εμάς τα βαμπίρια.

Ο Τζαρμούς έπιασε επιτέλους το νόημα: οι βρυκόλακες είμαστε ταυτόχρονα πολύ γέροι, από τον εργώδη και ακατάπαυστο βίο του νου, άρα πολύ κουρασμένοι και εντελώς μπλαζέ αφού τα έχουμε ξαναδεί όλα, είμαστε και παγιδευμένοι μέσα σε μια νιότη που στέκεται και δεν προχωρά, που δε λέει να πάει πιο κείθε, να φέρει ωριμότητα. Αλλά, όπως λέει κι η ταινία, τι να την κάνεις την ωριμότητα; Για να αποκτήσεις περιουσιακά και σπίτι; Τα είδαμε κι αυτά.

Οπότε και το μυθιστόρημα που θα γράψω θα είναι σαν Bildungsroman. Και δε θα είναι. Θα μιλάει για την αφροσύνη της νιότης. Και για τη νιρβάνα της αρχής των Μέσων Χρόνων. Θα έχει λίγη δράση και πολλή δραστηριότητα, στιγμές σπαρακτικές κι ακατανόητες. Και μπόλικη πρόζα κάπως εξεζητημένη και ψωνίστικη, που αρμόζει σε βρυκόλακες.

Στην υγειά σας λοιπόν: love never dies, for better or worse.

Δικέφαλος

Το ντεφάκτο έμβλημα του Γένους, των ελληνόφωνων ορθοδόξων εκκλησιών, ο θυρεός των Παλαιολόγων — που τον τσίμπησαν από τους Κομνηνούς, που τον είχανε μοτίβο στην πατρίδα τους την Παφλαγονία, που πάει πίσω στους Χετταίους και έχει και ξαδερφάκι τον Gandaberunda στη Νότια Ινδία.

Μια τερατογένεση υψηλών συμβολισμών, πάντοτε εξουσιαστικών, ένα δις αρπακτικό, για να μην του ξεφεύγει τίποτε σε ανατολή και δύση, στη Ρωσία και στην Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και στην Αυστρο-Ουγγαρία. Ένα τέρας. Ένα τέρας πάντοτε αναπεπταμένο και ανοιγμένο (spread-eagled, που λέμε και στην αγγλόφωνη πορνογραφία), που δεν πετάει ποτέ, πώς να πετάξει η τερατογένεση, προς τα πού να τραβήξει και ποιο κεφάλι να ακολουθήσει; Ένα θηρίο που κραδαίνει σταυρούς, ξίφη και orb (πώς το λένε στα ελληνικά, μεταφραστές;), που δε θα είναι ποτέ με την προσφυγιά και μάνες χαροκαμένες (και συγγνώμη αέκια και παόκια, συμπαθείς φυλές κι αδέρφια μου σταμπουλιώτικα). Ένα εστεμμένο πουλί που σχεδόν το ακούς να κρώζει σαν υπερμεγέθης παπαγάλος. Το εραλδικό θηρίο κι έμβλημα στο οποίο συμφύρονται δυναστείες, φεουδαρχικές αυτοκρατορίες, βαλκανικοί εθνικισμοί, βασιλείς μαρμαρωμένοι και μη, ο στρατός ξηράς, δεσποτάδες χρυσοποίκιλτοι — χωρίς καν την ευγένεια του για πάντοτε απαξιωμένου φοίνικα που αναπηδά από τις στάχτες προς το φως.

Ο δικέφαλος αετός συγκεφαλαιώνει την νεοελληνική πραγματικότητα: παπάδες, ευσεβείς βασιλείς, στρατός, ίσκιοι μιας αυτοκρατορίας που δεν τον είχε καν για σημαία.

Πολύ μικρό εγκώμιο του Jimmy Somerville

Όταν ήμουν έφηβος, το όνειρο της φυγής από το σπίτι, κι ας μην υπήρχε η σοβαρή αιτία που υπαινίσσονται οι Bronski Beat, δηλαδή ο εξοστρακισμός και η αποποίηση του πούστη γιου, ενσαρκώθηκε από το Smalltown Boy. Από τον Jimmy Somerville πρωτοέμαθα και την απόλυτα κολλητική σαχλίτσα του Gainsbourg (του βασιλιά της τάχα μου ειρωνικής ποπ σαχλαμάρας μέχρι που έπεσε πάνω μας ο Μάλκομ Μακλάρεν) το Comment te dire adieu.

Φυσικά ήταν αδύνατο να μην προσέξεις το θηριώδες φαλσέτο του Jimmy: εξωπραγματικό και πανίσχυρο. Επίσης πάντοτε μου έκανε εντύπωση το θεόρατο μπόι αυτού του σκωτσέζου, μισής μερίδας χαμογελαστού ανθρώπου: θυμάμαι να διαβάζω κάτι δειλά ρεπορτάζ σε περιοδικά τύπου ‘Ποπ και Παπαριές’ ότι συντόνιζε τον πόλεμο κατά της κυβέρνησης Θάτσερ σχετικά με μια τροπολογία για το πότε παύεις να είσαι «ανήλικος» για σκοπούς ομόφυλης «αποπλάνησης» (αυτό που πια αγγλίζοντας αποκαλούμε ηλικία της συναίνεσης) — ενώ λ.χ. στην Ελλάδα του 2014 (καλά, άσε). Γενικά ο τύπος είναι κουλ, πάρα πολύ κουλ.

Όταν είδα το Ορλάντο (πρέπει επιτέλους να το διαβάσω το βιβλίο! εδώ το έχω), με περίμενε αυτό.

Ξεκωλιάρες

Μέσα στον ειδυλλιακό κόσμο της πατριαρχίας, όπου κάθε μορφή βίας, αυθεντίας και καταπίεσης εις βάρος των γυναικών έχει ψευδοβιολογική εξήγηση, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι βεβαίως σκάνδαλο. Όταν δεν αποτελεί διαταραχή προσωπικότητας ή σύμπτωμα αδυναμίας να αφοσιωθείς, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι «ευνουχιστική» για τους άντρες κτλ. κτλ. Λες και αφοσίωση και καύλα ταυτίζονται, λες και το τέλος του έρωτα συνεπάγεται σώνει και καλά απαξίωση του άλλου, λες, λες, λες… Χιλιοειπωμένα πράγματα που κανένας δεν ακούει πια, μέσα στη νέα χρηστοήθεια του καιρού, όπου οι γυναικες οι σωστές πρέπει να είναι δυνάμει μάνες, κατά βάθος πριβέ μας πουτάνες, αλλά πρωτίστως μάνες — και τίποτε άλλο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η γυναικεία ερωτική ελευθερία συνοδεύεται σχεδόν απαραίτητως είτε από σκληρότητα (για την οποία ρε σεις μέχρι κι ο Μπουκόφσκι κλαψούρισε) είτε από αφέλεια, μόνο που η αφέλεια αυτή είναι βεβαίως πολλές φορές προσποιητή. Η σκληρότητα σε προστατεύει από τον κάθε πληγωμένο αντρικό εγωισμούλη, που το έχει πολύ εύκολο να σου πετάξει το «πουτάνα» στα μούτρα αν δεν έχει προλάβει να δαπανήσει το πάθος του πάνω σου και μέσα σου. Αντίστοιχα, η προσποιητή αφέλεια χορηγεί το ακατολόγιστο, δικαιολογεί την «πουτανιά» σου: άμα πήξει το μυαλό σου και στρώσεις, θα φρονιμέψεις και θα γνωστέψεις. Και θα γίνεις μάνα. Μετά ίσως γίνεις μιλφάρα, που θα ορμάς στην ψύχρα και θα τα κάνεις όλα, αλλά τότε θα δικαιολογείσαι από κάτι κιλάκια, χαλαρώσεις και ραγάδες, κάτι ψωμάκια, πανάδες και ρυτίδες.