Ένας κρυμμένος κόσμος

Καμμία αντίσταση, καμμία αντίδραση, ούτε ίχνος εξέγερσης. «Ηττηθηκε ο λαός», λένε μερικοί. Εγώ δεν ξέρω πότε πολέμησε. Τρεις φορές κατέβηκε στο Σύνταγμα, του προκάλεσαν ασφυξία και εγκαυματάκια με χημικά όπλα, τον σάπισαν στο ξύλο, άνθρωποι έχασαν μάτια, κάποιος σκοτώθηκε (αλλά το ΚΚΕ δεν το κάνει θέμα: δεν καιροσκοπεί). Τρεις φορές, τέσσερις, φώναξε. Αλλά δεν αγωνίστηκε, δεν πολέμησε. Και τώρα περιμένει τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς απαραιτήτως να τον έχει ψηφίσει.

Αλλά δε θα μιλήσω γι’ αυτό. Θα μιλήσω για τη λιτανεία του Αγίου Παντελεήμονα χτες στο Κερατσίνι. Σε μια εκκλησία που είχα να πάω χρόνια. Κάθησα σε μια γωνιά και έβλεπα για ώρες τον κόσμο να περνάει.

Ένας ολόκληρος κόσμος, που δεν περνάει από εδώ, από τις σοσιαλμηντικές αντιπαραθέσεις και τους σοφιστικούς αγώνες των κειμένων και των μέσων. Ένας κόσμος που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των δικών μας γενικεύσεων περί «λαού», «κόσμου», «Ελλήνων» κτλ. — αποτελώντας ταυτόχρονα το σώμα τους. Ένα κόσμος σωματικός, σωματοποιημένος, που μυρίζει λιβάνι, άρωμα, ιδρωτίλα, τσιγάρο, αφρόλουτρο, βαρβατίλα, αφτερσέιβ, κολώνια, σαπούνι, ρακή.

Ένας καντηλανάφτης σαφώς ζορισμένος που κάπνιζε, τσιγγάνοι με ντεκαπάζ και τσιγγάνες ξερακιανές με τζιν, πρόωρα μπαταρισμένα ζευγάρια, τοπικές καλλονές με τα καλά τους, παιδάκια όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου: τρυφερά κι ανυπόφορα, πλανόδιες πωλήτριες στεγνωμένες από το τσιγάρο, ανοικονόμητες κοιλιές παραμελημένων γυναικών, αφηρημένοι άνεργοι, έφηβες έτοιμες να σαγηνεύσουν τη γειτονιά με ένα τζιν σορτσάκι, εργάτες χρόνια στον Παπαστράτο, οικογένειες που δεν έχουνε πολλά να περιμένουν από κάποιον εκτός του Αγίου Παντελεήμονα, μανάδες ταπεινές που σου λένε ότι όλες τους πίνουνε ψυχοφάρμακα, παλληκάρια που είπανε στο κομμωτήριο να τους κάνει κατά προσέγγιση το κλαρινογαμπρέ κούρεμα της μόδας, αγέρωχες καλλονές, γερόντισσες έγκλειστες στο γηροκομείο παραδίπλα που πληρώνουνε την ειρκτή με τις συντάξεις ή τα προσφυγικά που κληρονόμησαν, φρεσκοφουσκωμένοι έφηβοι γυμναστηρίου με τατουάζ, κοντοκουρεμένες κυρίες. Και άλλοι και άλλες που το αμβλύ μου βλέμμα δεν διακρίνει.

Ποιος γράφει γι’ αυτούς χωρίς να τους εγκλείει σε στερεότυπα τύπου Σταύρου Θεοδωράκη του Βλακός; Ποιος έγραψε το μυθιστόρημά τους χωρίς να τους βλέπει ως κλισέ ή ως παιδιά; Ποιος τούς σκέφτεται πέρα από τους πλατωνικούς κομμουνιστές, που είναι έτοιμοι να τους πατρονάρουν και να τους πούνε για τη ζωή τους, ή πέρα από τους φιλάνθρωπους παπάδες, που τους τραγουδούν «κάντε υπομονή» και άλλα γραφικά; Άνθρωποι παγιδευμένοι μέσα στη γραφικότητα ιθαγενούς ή μέσα στη σχεδόν ζωώδη γνησιότητα που τους αποδίδουν όσοι δεν τους ξέρουν παρά ως μύθους, τραγούδια, καρικατούρες, ελληνικές ταινίες, που τους ξέρουν ως τις μάζες των ανεπίδεκτων μικροαστών ή των λεβέντικων αντίφα γειτόνων του Παύλου Φύσσα. Άνθρωποι ισοδύναμο του Αλβανού, αλλά με ψήφο. Άνθρωποι χωρίς φωνή, μαθημένοι να τους βλέπουν αφυψηλού

Εγώ δε θα μιλήσω γι’ αυτούς. Δε δικαιούμαι.

Κρέας

Διάβαζα κάτι παράπονα για μερικούς που αναρτούν εικόνες ερωτικού περιεχομένου, παρακολουθώ με δυσαρέσκεια το κυνηγητό στο οποίο έχει πάρει το facebook (που θα μείνει μνημείο μαλακισμένης πλατφόρμας τελικά) όσους δείχνουν γυμνότητα και ό,τι παραπάνω. Κάποιοι χρησιμοποίησαν καταγγελτικά και έναν όρο που φοριότανε πολύ τη δεκαετία του ’70, στα συμφραζόμενα του ηθικού πανικού κατά του γυμνισμού: κρέας.

Κρέας είναι αυτό που έπεσε βροχή στην Ουκρανία, σε μερίδες ή ως ολόκληρα σφαχτά. Κρέας είναι αυτό που κάθε τόσο παράγει ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, με έμφαση στο γάλακτος (μια και, ως γνωστόν, οι αραπάδες και οι μουσουλμανίδες γεννοβολάνε). Κρέας είναι τα κοψιδάκια που θα λιανίσουν από όλα τα θηλυκά μέχρι 46 ετών στο Ιράκ και που λιανίζουν σε ολόκληρη την ανατολική Αφρική. Κρέας είναι αυτό που πάει και κρεμιέται από τα δέντρα μετά από βιασμούς νουμεράδα.

Κρέας είναι το μυαλό όσων μεριμνούν για τα ήθη και για το πώς θα μιλήσουνε στα παιδιά τους για την ανθρώπινη ανατομία μέσα σε έναν κόσμο βάρβαρο που εκβαρβαρώνεται με χαλαρότητα και σχετικό μπρίο.

Η επικράτηση του Κακού

Τέσσερα χρόνια μετά την παράδοση στην τρόικα που εξαγγέλθηκε στο Καστελόριζο, είναι σκόπιμο να έρθουμε επιτέλους σε επίγνωση κάποιων πραγματικοτήτων.
Ο Αντώνης Σαμαράς, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και τα ΜΜΕ τους ολοκλήρωσαν το έργο του ΓΑΠ κι εκείνου του ανύπαρκτου που τον διαδέχθηκε: εδραίωσαν την πεποίθηση ότι (και) αυτό το καθεστώς, και στις πολιτικές και στις κοινωνικές του εκφάνσεις, είναι κανονικότητα και δημοκρατία.
Το κατέδειξε η μη συντριβή των κομμάτων τους στις εκλογές. Το υπαινίσσεται η επιτυχία απολίτικων σχημάτων όπως το Ποτάμι αλλά και η σταδιακή κανονικοποίηση της ναζιστικής συμμορίας και των ψηφοφόρων της — έστω και αν προς το παρόν τους έχει γίνει η χάρη να παριστάνουν τους έγκλειστους ιδεολόγους, τους πολιτικά διωκόμενους κομμουνιστές (θεμουσχώραμε).
Ο κόσμος δεν απαξιώνει τον Σαμαρά περισσότερο από όσο απαξίωνε τους προκατόχους του, σεφερλίδικα πάντοτε. Ο κόσμος ακούει τα καθεστωτικά ΜΜΕ κι έχει ενστερνιστεί την νεοαποικιακή-ελληνοκεμαλική εικόνα που προβάλλουν: είμαστε ζώα ανατολίτικα και γι’ αυτό φτάσαμε μέχρι εδώ. Παράλληλα, τα συμφέροντα κι οι μεγαλοεργολάβοι σπευδούν ξελιγωμένα να αρπάξουν κτήρια, εταιρείες, αιγιαλούς, δημόσια αγαθά, δημόσια γη, υπηρεσίες: συνηθίσαμε κιόλας την ιδιωτική υγεία και την (και σε επίπεδο υποδομών) ανύπαρκτη παιδεία. Θα φτιάξουν και οι ναζί την ΕΔΑ τους, όταν έρθει η ώρα, θα παραστήσει η συμμορία τους το διωκόμενο ΚΚΕ που θα παίξει το παιχνίδι του συστήματος, κάτι που οι ναζί μπορούν να κάνουν με περισσότερη ευκολία και από το σημερινό ΚΚΕ, φασίστες είναι: τα μπόξερ και τα μποξεράκια του συστήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν έρθει κι όταν έρθει, ούτε θα μπορεί ούτε θα θέλει να ξεκάνει τη ζημιά, μια και η αγωνία του πλέον είναι να μη θιχτούν οι πατριώτες, οι νοικοκυραίοι και (επιλεγμένα) συμφέροντα.

Αυτή είναι η νέα εκδοχή της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Προσεχώς και αλλού.

Για τον Πάνο

Άνοιξα το μπουκάλι Caol Ila που μου έφεραν. Με λίγο μόνο νερό στο ποτήρι. Το πίνω στην ψυχή του. Ή του το κάνω χοή. Ή το υψώνω κέρασμα στη μνήμη του — δε θα κολλήσουμε στις τεχνικές και στις τεχνοτροπίες. Ωραίο ουίσκι, γλυκόπιοτο για single malt: καπνιστό και μελένιο. Επίγευση σαν ξύλου. Ακριβό γλυκό φαρμάκι.

Όντως, όπως είπε: σκληρή και δύσκολη η ποίησή του. Πολύ τραχιά φωνή ικανή για θέρμη και για μεγάλη τρυφερότητα. Γενναιότητα όπως μόνο των πραγματικά λαβωμένων.

Η γεύση διπλώνει τον χρόνο πάνω σε μια κατάβαση από το σπίτι του αργά, πολύ αργά, πριν από μήνες. Ζάλη από κρασί και αεράκι της Αθήνας πριν χαράξει, μάχες κρυφές και σχέδια για έξω. Βιβλία. Ελπίδες μικρές και στοχευμένες, όπως πρέπει σ’ εμάς τους θνητούς.

Δεν είμαι κατά του θανάτου, τελικά. Αλλά όχι τόσο πρόωρα, ρε πούστη μου.

Το νοημα της ζωής

Ι.
Θαυμάζω τους αληθινά γενναίους ανθρώπους. Που συνεχίζουνε να σχεδιάζουν και να προχωρούνε κι ας ξέρουν καλά, and they do it anyway.

Πρώτα γνώρισα τον άνθρωπο, μετά το έργο του: την ποίηση και όλα τ’ άλλα. Πριν γνωρίσω τον άνθρωπο, έμαθα τα καθέκαστα από φίλο μας: καρκίνος, εγχείρηση, μετάσταση, ακτινοβολίες, χημειοθεραπείες. Σχεδόν στην ηλικία μου. Μια εποχή που με γυρόφερνε η νοσοφοβία και κάθε λογής πίκρες. Ήπιαμε μαζί τα ουίσκια μας. Κάπνισε μαζί μου. Τον αισθάνθηκα φίλο, σε σημείο που τον κάλεσα στα τεσσαρακοστά μου γενέθλια, ανάμεσα σε ελάχιστους και πολύ νευρωτικά επιλεγμένους. Μετα τον έβαλα (και το χαίρομαι ακόμη) να μιλήσει για κάτι που σκάρωσα.

Λίγες συναντήσεις και ατελείωτες, στο σπίτι του με τον σκύλο και με τη θέα. Η τελευταία ήτανε στο κέντρο για βιβλία και κουβέντα.

Άνθρωπος πολύτιμος. Όχι, δε μας αφορά η βιολογική ζωή ως ατέλειωτη σπατάλη, δε μας νοιάζει ο αέναος ξανανιωμός της ως καταστρατήγηση της εντροπίας. Μας νοιάζει η ύπαρξη και οι άνθρωποι, και μάλιστα όταν τους χάνουμε.

Α ρε Πάνο Οικονόμου. Α ρε Πάνο.

ΙΙ.
«Θες να καθήσουμε εδώ και να δούμε λίγο την πόλη;»
«Ναι.»
«Τι γράφει εκεί;»
«Πού;»
«Στον τοίχο.»
«Αντίφα.»
«Αντίφα; Περίεργο όνομα.»
«Δεν είναι όνομα, σημαίνει να πολεμάμε τους κακούς ανθρώπους.»

«Κοίτα, τα νερά τρέχουν μέχρι τη ρόδα του αυτοκινήτου.»
«Και πιο μακριά.»
«Έλα να ρίξουμε φύλλα στα νερά που τρέχουν, να τα κάνουμε βαρκούλες.»
«Εντάξει.»

ΙΙΙ.
Δίνε ευκαιρίες στους ανθρώπους με τους οποίους κάποια χορδή σου συντονίστηκε κάποτε. Δίνε ευκαιρίες ξανά και ξανά.

Γνώθι σαυτόν (και μετά κατέβα τρία κλικ κάτω)

Πρέπει όποιος γράφει να έχει υπόψη του τη βιασύνη του αναγνώστη: ο Μίλοραντ Πάβιτς στην εισαγωγή του Λεξικού των Χαζάρων λέει ότι ο συγγραφέας πρέπει να γράφει πριν το γεύμα, για να μη φλυαρεί, και ο αναγνώστης πρέπει να διαβάζει χορτάτος, για να μη βιάζεται. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα βιάζεται πάντα.

Πρέπει όταν γράφεις να έχεις επίγνωση ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα σε παραναγνώσουν ή θα σε υπερερμηνεύσουν. Όχι το κείμενό σου, εσένανε. Θα διαβάσουνε κείμενό σου και θα προσπαθήσουν να μάθουνε κάτι για σένα τον ίδιο. Για να πάρεις μια εικόνα πιο σαφή: φαντάσου τι μπορεί να περάσει από το μυαλό του αναγνώστη σχετικά μ’ εσένα όταν διαβάζει το κείμενό σου, φαντάσου το πιο τρελό. Αντιλήψου ότι το συζητούν ήδη, και λένε κι από πάνω και κάτι χειρότερο, που δε φαντάζεσαι. Μετά αγνόησέ το.

Αυτολογοκρινόμαστε, και καταλήγουμε να γράφουμε σουπίτσες. Εμείς οι ενοχικές γραφές που νιώθουμε πως τζάμπα φορτωνόμαστε στον αναγνώστη. Τα παιδιά του sic et non. Αυτολογοκρινόμαστε και φτιάχνουμε σουπίτσες. Εμείς λοιπόν πρέπει να διώχνουμε τα κείμενα μόλις τα νιώσουμε έτοιμα. Τα αποκηρύσσουμε μετά, αν χρειαστεί, έχει και η αποκήρυξη τη γοητεία της: λες «ακόμα μπορώ να γίνομαι καλύτερος». Άλλωστε, δε βαριέσαι, στον κόσμο αυτόν διαβάζουν άλλους κι άλλους, κι εμάς σχεδόν κανείς: λίγοι θα τα δουν, λιγότεροι θα τα καταλάβουν.

Υπάρχουνε βέβαια κι εκείνοι που έχουνε φιμώσει τον επιμελητή μέσα τους, έχουν εξορίσει τον έσω κριτικό στην Αλμυρά Έρημο και νομίζουν ότι ο αναγνώστης είναι δεμένος πισθάγκωνα σε μια καρέκλα με τα βλέφαρα ανοιχτά α λα Κουρδιστό Πορτοκάλι, μόνο και μόνο για να τους διαβάζει νυχθημερόν κι απρόσκοπτα. Για αυτούς ισχύει το μισό χεμινγουεϊανό ρητό, write drunk, συμπληρωμένο από κάτι σαν «and get yourself a ruthless editor». Θυμηθείτε τον Έζρα Πάουντ τον Κόφτη, ω κύριοι που γράφετε όπως χύνατε (γιατί κυρίως κύριοι είστε).

Για τα τοτέμ της γραφής θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Δε μιλάω εκ πείρας

Από τότε που βγήκαν τα σοσιαλμήντια, έχει γίνει ξανά πολύ της μόδας να μιλάει κανείς για τη μικροπρέπεια των ανθρώπων, για τις ματαιόδοξες οιήσεις τους, για το μίσος του κόσμου, για το φαρμάκι του φθόνου. Έχει ξαναγίνει πολύ επίκαιρη η ροπή προς τα κουτσομπολιά και προς την κατάκριση, πώς καμμιά φορά το να μιλάς (ή να γράφεις, ή να ποστάρεις) δεν είναι παρά υποκατάστατο της ζωής που λαχταράς και δεν έχεις. Γενικά, η ενασχόληση με την κακία του κόσμου και η ανάγκη να την ερμηνεύσουμε έχουνε ξαναγίνει της μόδας. Και όχι αδικαιολόγητα: σοκάρει η σφοδρότητα και ο απόλυτος τόνος της μικροψυχίας και της κακίας, συνήθως με επικάλυψη υποκρισίας, που συναντάει κανείς στα σοσιαλμήντια. Πρόκειται για μικροψυχία και κακία που πολλοί πιστέψαμε ότι μας άφησε χρόνους με τον τάχα θάνατο της γειτονίτσας και του χωριού.

Εγώ όμως δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Ούτε σκοπεύω να ασχοληθώ με βαθυστόχαστες ανατομίες της ανθρώπινης μικρότητας, ψυχολογικές, ψυχαναλυτικές ή πολιτικές ερμηνείες της — δεν έχω την κατάλληλη αποσκευή, άλλωστε. Απλώς θέλω να σταθώ σε ένα πολύ μικρό πράγμα, έναν από τους πολλούς τρόπους που μπορείς να αποκτήσεις εχθρούς στα σοσιαλμήντια αλλά και εκτός: να αφήσεις τους ανθρώπους να σε εμπιστευθούν, να σου εκμυστηρευτούν κάτι δικό τους.

Στα σοσιαλμήντια ο κανόνας είναι οι τυχαίες συναντήσεις. Ακόμα και οι πολύ πουριτανοί κι ακυρωμένοι, οι πολύ κλειδωμένοι, οι πολύ συνεσταλμένοι ανταλλάσσουν τουλάχιστον κουβέντες με αγνώστους: είτε γιατί ταυτίστηκαν, είτε γιατί τσαντίστηκαν. Ενίοτε γιατί καύλωσαν — αν και οχι τόσο συχνά όσο θρυλείται. Αυτό που ακολουθεί μετά δεν είναι συνήθως ή απαραιτήτως κλινοπάλες κι όργια και άγριες νύχτες, παρά κάποιας μορφής εκμυστήρευση: δύο ουσιαστικά άγνωστοι άνθρωποι ανταλλάσσουν, με περισσότερη ή λιγότερη αμοιβαιότητα, μυστικά.

Και φυσικά, τα ακριβότερα και βαρύτερα μυστικά είναι αυτά που είτε περιέχουνε μια κάποια δόση ατιμίας, είτε μιλάνε για «the awful daring of a moment’s surrender». Και αφού κάποιος μας τα καταθέσει, δεν ξεχνάει ποτέ ότι πια τα μοιραζόμαστε μαζί του. Κι ενδεχομένως θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή του, συνήθως δεν αργεί αν είναι να ‘ρθει, που αυτό δε θα μας το συγχωρήσει. Κι εκεί βρίσκεται ακόμα ένα παράδοξο: ένα διαβρωτικό μυστικό, μια μικρή ατιμία, ένα λίγο πιο αυχμηρό κουτσομπολιό που ο άλλος σου εμπιστεύθηκε οικειοθελώς και ως δείγμα εμπιστοσύνης και — ενδεχομένως — εκτίμησης, πιθανόν εκτονώνοντας και κάποια δική του ανάγκη (γιατί ποιος δε θέλει να φωνάξει τα μυστικά του στο πηγάδι;), μετατρέπεται σταδιακά σε δικό σου πρόβλημα, σε δικό σου σφάλμα, σε κάτι που εσύ φέρεις και που κηλιδώνει εσένα. Εσύ που μοιράζεσαι το ενδεχομένως εντελώς ανθρώπινο μυστικό (τη στιγμή αδυναμίας του άλλου εν πάση περιπτώσει) γίνεσαι ξαφνικά επικίνδυνος. Γίνεσαι κάποιος που θα μπορούσε να αμαυρώσει υπολήψεις ή που, χειρότερα, υπενθυμίζει στον εκμυστηρευθέντα το μυστικό του, την ατιμία του, την αδυναμία του. Κι επειδή απαιτεί μεγάλη δύναμη να αναγνωρίζεις τις αδυναμίες σου, ή έστω την ύπαρξή τους, από αυτό το σημείο μέχρι να σου κατακυρωθεί το μένος του άλλου, εκείνου που σε εμπιστεύτηκε, η διαδρομή είναι σύντομη και κατωφερής.

Αν δε θέλετε να δημιουργείτε εχθρούς, μην αφήνετε να σας εμπιστεύονται μυστικά τους, και δη μικρές ατιμίες. Θα σας νιώσουν επικίνδυνους. Θα σας το προσάψουν.

Γαία πυρί μιχθήτω

Μια φορά αναρωτιόμουν γιατί έχουνε τόση πέραση οι ταινίες καταστροφής και τα σενάρια συντέλειας. Έξι μήνες μετά έψαχνα το πολιτικό νόημα της κάθε συντέλειας. Σχεδόν τζάμπα παιδευόμουνα. Νομίζω ότι πια δε μας ενδιαφέρει ο δικαιοκρίτης Κύριος που θα μας δώσει στη Βασιλεία Του όσα στερηθήκαμε εδώ: έτσι κι αλλιώς, οι χαρές κι οι χάρες που στερούμαστε πια εδώ δεν είναι διαθέσιμες στη Βασιλεία του ενός Θεού. Δε μας ενδιαφέρει καν η συντέλεια ως πράξη αφανισμού των κραταιών, των δυνατών, των πλουσιων: δυόμιση δεκαετίες μαλακίας μάς δίδαξαν να θέλουμε να γίνουμε σαν κι αυτούς, όχι να τους τιμωρήσουμε. Δε μας ενδιαφέρουνε πια ούτε τα θεαματικά ειδικά εφέ, τα μπουχτίσαμε. Νομίζω ότι πια μας απασχολεί αυτό που γίνεται σχεδόν σε κάθε ταινία καταστροφής από το Independence Day και μετά: ο Will Smith, o Mark Wahlberg, ο John Cusack, ο Tom Cruise, ο Brad Pitt, ο δεν ξέρω ποιος, γλυτώνουνε την οικογένειά τους και παίρνουνε τα βουνά — ή κάτι τέτοιο. Μια γενιά που — και καλά — την τραυμάτισε η κατάρρευση δύο ουρανοξυστών (αλλά όχι, ωστόσο, οι εκατοντάδες χαχόλοι, χαχόλες και χαχολάκια που γίνονται κάθε χρόνο κομμάτια από εκρήξεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρίες, σε κλιτές κι άκλιτες χώρες), παρακολουθεί με άνεση ολόκληρες πόλεις (την εξής μία, τη μητρόπολή της, τη Νέα Υόρκη) να ερειπώνεται ξανά και ξανά. Γιατί έτσι; Γιατί ξέρει ότι και χωρίς νοσοκομεία, σχολεία, δημοκρατία κι άλλες τέτοιες μαλακίες να σε αφήσουν, και να σου την πέσουνε τα ζόμπι κι οι εξωγήινοι, οι άνεμοι, τα κύματα κι οι τεκτονικές πλάκες και οι τσαντισμένες σφενταμιές, εσύ αρκεί να γλυτώσεις την οικογένειά σου. Η οικογένειά σου να περάσει μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί, μέχρι να γριππωθούν οι εξωγήινοι, μέχρι να κοπάσουν οι τιτάνιες θύελλες, μέχρι να λιώσουνε τα ζόμπι — κι ας απανθρακωθεί και ας μακελευτεί πατόκορφα το σύμπαν και όλοι οι γείτονες μαζί. Η οικογένεια πάνω απ’ όλα. Μια ιδέα παραδοσιακά ελληνική και εξόχως επίκαιρη, και στην Ελλάδα αλλά και αλλού.

Χορεύοντας τον κόσμο

Γύρισα πριν λίγο από τη χαρά ενός φίλου παιδικού. Όχι, χαρές δεν είναι μόνον οι γάμοι: δε ζούμε πια σε αγροτοποιμενικές Ελλάδες κυκλωτικών χορών, όσο και αν τις φαντασιώνονται κάποιοι, όσο κι αν χτίζουν σχέσεις-φυλακές και οικογένειες-μαντριά στα πρότυπά τους.

Εκεί είχα την ευκαιρία να ξαναέρθω σε επαφή μετά από καιρό με ενοχλητικούς ανθρώπους. Τι κάνει τους ανθρώπους ενοχλητικούς; Το να παίρνουνε στα σοβαρά τον εαυτό τους, ή τη δουλειά τους — ενώ ταυτόχρονα βροντάνε κάπως τενεκεδένια (ποιος να ξέρει τι είναι κύμβαλα πια, και δη αλαλάζοντα). Δυστυχώς αυτό, να παίρνουνε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό και το «έργο» τους, συμβαίνει πολύ και στους ανθρώπους που κάνουνε τη δουλειά μου και σε όσους μας συγχρωτίζονται.

Τέλος πάντων, απόψε κατάφερα γενικά να αποφύγω τους ενοχλητικούς και να παραμείνω με ανθρώπους που με πάνε και τους πάω και που, σε μερικούς, χρωστάω ευγνωμοσύνη. Νομίζω ότι, γενικότερα, αυτό πρέπει να επιδιώκει κανείς: να παραμένει με ανθρώπους που τον πάνε και τους πάει, όχι με τους βολικούς, όχι με τους εύκολους, όχι με όσους έχουν επίγνωση της τάχα υψηλής αποστολής και του οπωσδήποτε σπουδαίου έργου τους. Βεβαίως, αυτό το λέω λιγουλάκι εκ του πονηρού: το πρώτο πράμα που είπε ποτέ γυναίκα για μένα ήταν ότι είμαι χαλεπὸς συνεῖναι. Τουλάχιστον, δεν υπήρξα ποτέ ψώνιο. 

Υπήρξα παιδί μάλλον αλλόκοτο ωστόσο. Ανήκω σε εκείνη τη γενιά που ο κόσμος τής ανοίχτηκε μέσα από τις έγχρωμες εικονογραφημένες εγκυκλοπαίδειες. Το 1979, ήμουν έξι, οι δικοί μου αγόρασαν τη Δομή. Σε δυυόμισυ χρόνια την είχα διαβάσει ολόκληρη. Θυμάμαι π.χ. ότι ο πρώτος τόμος ήταν ο Α-ΑΜΟΡΓ, ο δεύτερος ο ΑΜΟΡΙ-ΑΤΡΟΠΙ, ο τόμος 3 ήταν ο ΑΤΡΟΠΟ-ΒΥΖ, ο 4 ήταν ο ΒΥΖ-ΔΙΑΚΟΣΜ, ο 5 ο ΔΙΑΚΟΣΜ-ΕΞΕΤ, ο 6 ο ΕΞΕΤ-ΘΕΣΣΑΛΙ, ο 7 ο ΘΕΣΣΑΛΟ-ΚΑΡ κτλ. Οι γονείς μου λοιπόν θορυβήθηκαν και μας πήραν κάτι πιο παιδικό, τον Θαυμαστό Κόσμο των Γνώσεων, σούπερ εικονογραφημένη εικοσάτομη θεματική εγκυκλοπαίδεια με ήρωες του Ντίσνεϋ: π.χ. ο θείος Σκρουτζ παρουσίαζε τη Γεωλογία κτλ. Εκεί υπήρχε και ένα άγαλμα του Σίβα να δημιουργεί τον κόσμο χορεύοντας. Πράγμα που μου έκανε πολλή εντύπωση: ένας χαρούμενος θεός, άλλος από τους βλοσυρούς Παντοκράτορες.

Τον Σίβα τον ξαναείδα στη Γλασκώβη το 2000 (ή το 2001, δε θυμάμαι), όταν πήγα να επισκεφτώ αυτόν που το 2005 θα γινόταν ο Rakasha. Ήταν, νομίζω, η εποχή που εορταζόταν το Diwali και οι καλοί χριστιανοί ιδιοκτήτες του μουσείου είχαν ανθοστολίσει το άγαλμα. Είτε ο Θεός σου ενανθρωπίζεται και πεθαίνει (για να αναστηθεί), είτε χορεύει για να δημιουργήσει το σύμπαν και την κυκλική σαμσάρα, πνιγμένος σε υπερμεγέθη γεννητικά όργανα φυτών θα καταλήξει να τιμάται.

Αυτά με τις εγκυκλοπαίδειες. Λίγα χρόνια μετά, το γκουγκλ και η γουικιπήντια πρόσφεραν επιτέλους το πρώην στριφνό και κοπιώδες δώρο της πολυμάθειας σε όλους. Χάρισαν αυτοπεποίθηση στους αδαείς. Τον κόσμο μπορείς να τον φτιάξεις και έτσι, μπορείς να τον φτιάξεις και χορεύοντας, πάντως.

Πράγα ’98

Πρόσφατα  πέρασα για πρώτη φορά από το Μόναχο, υπόθεση λίγων ωρών. Σάββατο βράδυ, με καλό καιρό. Και όταν είναι καλός ο καιρός στη Μεσευρώπη, είναι χαρά θεού. Κι όμως, μέχρι τις 10:30 είχανε κλείσει τα περισσότερα μαγαζιά: φάγαμε άρον άρον και καταλήξαμε σε ένα γιεγκερμαϊστεράδικο με κάτι αλκοολικούς Βαυαρούς. Ο Βιργίλιος, ας ονομάσουμε έτσι τον ξεναγό μου στη βαυαρική πρωτεύουσα, με πέρασε μια βόλτα να δω τα απολύτως βασικά: τάξη και καθαριότητα και πολλή αστική ευπρέπεια παντού, μια πόλη σαν από πλεϊμομπίλ. Νοστάλγησα την Κολωνία (αχ!) και το Βερολίνο (βαχ!), πόλεις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους. Θυμήθηκα λοξά την Πράγα.

Στην Πράγα πήγα το 1998. Έμεινα στην οδό Pobřezni, σε μια πολυκατοικία του Μεσοπολέμου με ιλιγγιώδες κλιμακοστάσιο, στο έξτρα δωμάτιο-βιβλιοθήκη ενός πολιτικού μηχανικού, που το νοίκιαζε σε τουρίστες. Μέσα στο αχανές διαμέρισμα, καμμία σχέση με τα παρισινά κλουβιά, είχε και ένα δωμάτιο η κυρία Karolina Poupova, πεθερά του πολιτικού μηχανικού, ετών 84. Είχε γεννηθεί υπήκοος της Αυστρο-Ουγγαρίας και είχε γνώμη για σχεδόν τα πάντα: οι Γερμανοί είναι γουρούνια και δε μετάνιωσαν για τον πόλεμο, ο Κάφκα ήταν ένας ενοχλητικός ψυχάκιας που μισούσε τους Τσέχους, ο καπιταλισμός κάνει τα κορίτσια να θέλουνε να γίνουν φωτομοντέλα, ο (τότε πρόεδρος) Χάβελ είναι μέθυσος και γκομενάκιας, οι Ρώσοι είναι ζώα, σκοπεύει να ζήσει μέχρι τα 100 (άραγε πεθαίνει την ώρα που τα γράφω αυτά;), με τον Πολωνό πάπα και με το τέλος του κομμουνισμού γέμισαν την Πράγα με καθολικά μνημεία σαν αυτόν τον Pražské Jezulátko. Θυμόταν τη ζωή στη Σενεγάλη (με τον άντρα της, που ήταν από τους ‘συμβούλους’ που έστελνε η σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία), το τραμ που έπαιρναν από τη Μπρατισλάβα για να πεταχτούν στη Βιέννη για έξοδο και ότι οι δρόμοι της Πράγας άλλαζαν ονόματα με κάθε καθεστωτική αλλαγή.

Η πόλη τότε ήταν μαγική. Κανονική Μεσευρώπη, κουκλίστικη, με μουσική να ξεχύνεται από παντού, πιτσιρίκια στα τραμ με τσέλα και φλάουτα να πηγαίνουν ωδείο και να φυλλομετρούν παρτιτούρες αγχωμένα. Ναι, ήδη είχαν ενσκήψει αμερικανάκια που ήθελαν να πιουν μέχρι εμετού κι Εγγλέζοι που έψαχναν να γαμήσουν στα κωλόμπαρα με τον πάντοτε αλκοολικά μαντράχαλο τρόπο τους. Ναι, ήταν ενζενύ ευρωπαϊστές οι Τσέχοι, αλλά ήμασταν πολλοί τότε και δεν είχανε προλάβει η Βρετανία και η Γερμανία να ξεκοιλιάσουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας (των τραπεζών). Ναι, είχε ανοίξει το πρώτο μακντόναλντς στην πόλη, ενώ η εγγονή της κυρίας Πόουποβα μας εξομολογήθηκε ότι της αρέσει να ψωνίζει από τα Ζάρα και ότι θα γινότανε κι αυτή μοντέλα όταν θα μεγάλωνε. Αλλά παντού έβλεπες έναν κόσμο πολύ φτωχό αλλά πολύ καλλιεργημένο με ένα βιβλιοπωλείο κάθε δύο τετράγωνα. Η βιβλιοθήκη στο σπίτι που μέναμε είχε τα πάντα, στα τσέχικα δυστυχώς. Το φαΐ ήταν άθλιο, όπως περιμένει κανείς να είναι βορείως του Βελιγραδίου, αλλά η μπύρα τσέχικη. Και η τζαζ ήτανε πραγινή. Και έβρισκες ευδιάκριτα τα ίχνη του Μότσαρτ και αναγνώριζες την τοπογραφία του πρώιμου Κούντερα. Κι ήταν κι ο Μολδάβας. Που αναπόφευκτα μουρμούριζα συνέχεια, σαν γιαπωνέζος στην Αθήνα που έχει τα ‘Παιδιά του Πειραιά’ για σάουντρακ του προσκυνήματός του. Και που έπαιζαν κάθε λογής πλανόδιοι στη γέφυρα του Καρόλου.

Κάποια στιγμή είπαμε ότι δεν μπορεί, πρέπει να φύγουμε από τη βιτρίνα, πρέπει να πάμε να δούμε πώς ζουν οι πραγματικοί πραγινοί, σε μια αληθινή γειτονιά: ήμασταν ήδη υποψιασμένοι για την ψευτιά και το ‘ευρωπαϊκό’ φολκλόρ των ιστορικών κέντρων ανά την Ευρώπη, άσε που βλέπαμε τα θηριώδη σοσιαλιστικά μπλοκ πάνω στους λόφους: δεν ήμασταν κορόιδα. Μας έστειλαν λοιπόν σε μια κανονική γειτονιά, στο Žižkov. Πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου, κανονικοί άνθρωποι, δρόμοι ευθείς και δεντροφυτεμένοι σαν της Αθήνας. Έκανε ζέστη, από τα ανοιχτά παράθυρα ακούγονταν πιάνα, κυρίως παιδιά να μελετούν, άντε και κανας ενήλικας μερακλωμένος. Γιατί όταν είναι καλός ο καιρός στη Μεσευρώπη, είναι χαρά θεού.