Έστω α και β δύο σώματα. Έστω ότι το α ακινητεί, αν και δεν ηρεμεί απαραίτητα. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, το β επιδρά πάνω στο α εξ αποστάσεως. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι είτε η αλλαγή της αδρανειακής κατάστασης του α, είτε και η αλλοίωσή του.
Όταν μιλάμε για τη δόξα που είναι ο κάθε άνθρωπος, δόξα ματαιωμένη ή δόξα πραγματωμένη, δεν αντιλαμβανόμαστε τον τεχνικό όρο ‘δόξα’ παρά ως ένα από αυτά τα εξαϋλωμένα σλάααααααααβα τετράφωνων ρωσικών ψαλμωδιών. Καμμιά άλλη δόξα δεν πρέπει σε ανθρώπους — καμμία πάντως απ’ αυτές που συνήθως μας περνάν από το μυαλό.
Οι σημαίες και τα λάβαρα είναι δισδιάστα αντικείμενα. Έχουνε μια καλή και μια ανάποδη. Συμβατικά, η καλή τους είναι η πλευρά που έχει το κοντάρι στα αριστερά: οι σημαίες δε διαβάζονται όπως οι αριθμοί, τα αραβικά και τα εβραϊκά, αλλά από αριστερά προς τα δεξιά. Οι σημαίες και τα λάβαρα είναι σάβανα.
Κάθε χορός, κοσμικός ή μη, καταλήγει σε κροκίδωση. Κάθε τρελή κίνηση Μπράουν καταλαγιάζει και σωρεύει κατακάθια. Κάθε διάλυμα κροκιδώνεται κι αυτό. Όμως είναι σφάλμα να αφοσιώνεσαι στην αναπόδραστη κροκίδωση. Είναι σφάλμα να παρακολουθείς την καθίζηση. Είναι σφάλμα να μην αφήνεσαι στον τρελό χορό Μπράουν, στην ευκαιρία να ανακλαστεί και πάνω σου μια στενή δέσμη φωτός, πάνω σ’ εσένα, το σωματίδιο σκόνης.
Υπάρχει η μεγάλη κλίμακα, που είναι εχθρική και αχανής και αδιάφορη: πλήρης κενού. Υπάρχει η μικρή κλίμακα, που είναι στριφνή και αλλόκοτη και αντεστραμμένα αχανής: πλήρης κενού. Υπάρχει και το δικό σου σύστημα αναφοράς: με τα πεδία που σε επηρεάζουν και με τις σχέσεις που καταλαβαίνεις και που περιγράφονται από απλές εξισώσεις και αυτά. Τα ανευρίσκεις και εντάσσεσαι μέσα τους.
Τρία σημεία ορίζουν ένα επίπεδο. Δύο σημεία ορίζουν μια απουσία. Ένα σημείο είναι ένα σημείο και δεν αφορά κανέναν.
Μην ψάχνεις ντε και καλά την εξίσωση: δες το διάγραμμα. Ενδεχομένως, το διάγραμμα αρκεί.
Η εικόνα είναι έργο του Αδάμ Μαρτινάκη: Space with two suns.
Στο Trainspotting, μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, ακούγεται και η γνωστή ατάκα «I chose not to choose life: I chose something else.» — την πρέζα εννοεί, βεβαίως. Την ατάκα τη διασκεύασα για σλόγκαν μου στο τουίτερ: I chose not to choose. I chose something else. Εγώ δεν εννοώ την ηρωίνη, είμαι πολύ φοβιτσιάρης και καλόπαιδο για τέτοια.
Οι επιλογή βρίσκεται στην καρδιά του τρόπου που σκεφτόμαστε, όχι μόνον στον δυτικό κόσμο. Είναι πηγή άγχους και περηφάνειας. Στοχαζόμαστε βάσει επιλογών και σχετικά με τις επιλογές μας. Τις επιλογές τις διατυπώνουμε συνήθως ως αποκλειστικές διαζεύξεις: είτε… είτε: ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς, έρχετ’ η στιγμή ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις, ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες. Με άλλα λόγια: έχεις δύο επιλογές, διαλέγεις μία και μόνο μία.
Αυτή είναι η αποκλειστική διάζευξη: το aut, η πύλη XOR.
Η Λογική όμως μας προσφέρει ακόμα μία μορφή διάζευξης, τη λεγόμενη απλή διάζευξη: το vel, την πύλη OR. Και μάλιστα η απλή αυτή διάζευξη εκφράζει μια λογική σχέση θεμελιωδέστερη από την αποκλειστική διάζευξη. Η απλή διάζευξη σού λέει ή με τον αστυφύλαξ, ή με τον χωροφύλαξ ή και με τους δύο. Όταν έχεις απλή διάζευξη έχεις τρεις επιλογές: διαλέγεις τη μία, την άλλη ή και τις δύο. Ωστόσο, πρέπει να διαλέξεις τουλάχιστον μία.
Δηλαδή γιατί το έγραψα αυτό τώρα, για να σας πω να έχετε και τον Μήτσο και τον Τάκη, να βλέπετε και την Κική και την Κοκό; Όχι: τον τομέα αισθηματικαί συμβουλαί τον έχουμε καλύψει αλλού. Απλώς θέλω να διατυπώσω κάπως πιο τυπικά, πιο κομψά και φορμαλιστικά μία διάθεση σαν πείσμα που με συνοδεύει από παιδί, πρόκειται για μια διάθεση που είναι από τα λίγα πράγματα που έχουνε μείνει σταθερά και επίμονα μέσα μου: όταν σου ζητάνε να διαλέξεις, ακόμα και αν δεν πρόκειται για ψευδοδίλημμα, να θυμάσαι ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να διαλέξεις τη μία πλευρά, τη μία όψη, τη μία μέθοδο απορρίπτοντας ταυτόχρονα την άλλη.
Η ζωή είναι γεμάτη vel που θέλουμε να θεωρούμε aut, γιατί είναι πιο εύκολα έτσι, πιο βολικά.
Ενδεχομένως κάποτε να πρέπει να κάνουμε αποκλειστικές επιλογές τακτικού χαρακτήρα και είναι μάλλον αναπόφευκτο, ιδίως στο πεδίο του πολιτικού. Όμως, ακόμα και τότε, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στα είτε… είτε που μας επιβάλλουν εμείς μπορούμε σε επίπεδο αντίληψης, κατανόησης, ευαισθησίας να αντιτάξουμε το δικό μας ή και: μαζί με το aut της πράξης να έχουμε το vel της σκέψης.
Κατά τ’ άλλα, να θυμάστε ότι τα περισσότερα είτε… είτε είναι συνήθως εκ του πονηρού και συνηθέστερα καπέλο που μας φοράει κάποια εξουσιούλα ή αυθεντιούλα.
Πλακίτσα πικάντικη; Επικαιρικό καλαμπούρι; Χάζι με ονόματα; Ασήμαντα βιογραφικά; Κηλιδωμένα βιογραφικά; Παραπολιτικές λεπτομέρειες; Ψύχραιμες πλην οργισμένες αποτιμήσεις; Ο πυρετός του καθέκαστου; Η λογική πίσω από το ρόστερ; Κομψές σημειολογήσεις;
Όχι. Όχι. Όχι. Όχι
Απόψε επιλέχτηκαν αυτοί που θα κρατήσουν την κυβέρνηση εν ζωή για κάμποσο ακόμα εις βάρος της χώρας και των ανθρώπων της (που είτε αυτοκτονούν είτε πλαγίως φονεύονται). Επιλέχθηκαν όλοι με κριτήριο το θράσος τους και την ικανότητά τους για υπακοή, είτε γιατί είναι ανήθικοι, είτε γιατί είναι εξωνημένοι, είτε γιατί είναι απελπισμένοι από το απολειφάδι πολιτικής καριέρας που τους απέμεινε. Πειθήνιοι ηλίθιοι δε βρίσκονται πια ανάμεσά τους: εξάντλησαν τη χρησιμότητά τους και παραείναι επικίνδυνοι πια για τον αρχομανή και κυνικό πρωθυπουργό μας και για το επιτελείο του.
Απόψε ζήσαμε ακόμα έναν τρόπο με τον οποίο διαβρώνεται από μέσα η δημοκρατική διακυβέρνηση χωρίς τύποις να εκπίπτει: με τη στελέχωση της εκτελεστικής εξουσίας από φαύλα ή και ανίκανα ανδρείκελα.
Κάποιος τύπος πολύ δυσαρεστημένος με την πολιτική κατάσταση βλέπει τον Θεό στον πρόναο του Ναού του Σολομώντα. Ας τον πούμε Ησαΐα, αν και ξέρουμε ότι μάλλον υπάρχουνε δύο Ησαΐες. Τέλος πάντων, ότι είναι πολιτικά δυσαρεστημένος δεν αποτελεί αναχρονισμό: είναι γνωστός ο πολιτικός χαρακτήρας του κηρύγματος των Εβραίων προφητών. Βεβαίως, στηλιτεύουν την εξουσία από τη σκοπιά ενός Άνθιμου, Αμβρόσιου, Πειραιώς Σεραφείμ ή, καλύτερα, ενός Φλωρίνης Αυγουστίνου. Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός βλέπει τον θεό μέσα στον Ναό του. Εμείς ως παιδιά του 21ου, ακούμε «Θεό» και σκεφτόμαστε υπερβατικά, κάποιο απόλυτο Ον, ο Ησαΐας βλέπει τον θεό του Ισραήλ, τον μόνο θεό του Ισραήλ, αλλά όχι ντε και καλά τον μόνο Θεό που υπάρχει. Όπως κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο, ο Ακατονόμαστος, το Όνομα, ο Κύριος έχει τις δυνάμεις του. Αυτός εδώ είναι ο Κύριος των δυνάμεων: σαβαώθ (צבאות). Για του λόγου το αληθές, συνοδεύεται από αυτές ακριβώς τις δυνάμεις, εξαπτέρυγα πλάσματα που σήμερα θα περιγράφαμε ως τέρατα, τα οποία κραυγάζουν το ένα στο άλλο πόσο άγιος είναι ο κύριος τους εν είδει συνθήματος και, υποθέτω, όπως κραυγάζονται τα προστάγματα. Μπορούμε δηλαδή να φανταστούμε αυτές τις δυνάμεις κάπως σαν εξαπτέρυγους καταδρομείς.
Δεν έχει σημασία αν αυτός που εμφανίστηκε στον πρόναο είναι ο υπερβατικός Θεός, ο δημιουργός των συμπάντων, ο Πατήρ του Υιού κτλ. ― αν και βεβαίως το σώου με τους καπνούς που περιγράφεται στο αμέσως επόμενο εδάφιο (Ησαΐας 6, 4) δεν προδιαθέτει ευνοϊκά. Επίσης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ότι πλάσματα με πολλά φτερά, φτερωτά ζώα και φτερωτοί άνθρωποι, άρματα με φτερά κτλ. βρίσκονται παντού στη θρησκευτική εικονογραφία της Μέσης Ανατολής, ήδη από τον καιρό που ο Αβραάμ ζούσε ανάμεσα στους Βαβυλώνιους, ή Ελαμίτες ή τι ήταν αυτοί τέλος πάντων. Σημασία έχουν οι μεταμορφώσεις αυτού του περιστατικού θεοφανείας ή κατανάλωσης άγνωστων σ’ εμάς παραισθησιογόνων χωρίς ρέγουλα.
Στη χριστιανική λειτουργία, η κραυγή είναι ήδη και επινίκιος ύμνος και συγκολλάται με το σύνθημα της εισόδου του Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Ο οποίος επινίκιος ύμνος πια απευθύνεται στον ίδιο τον (τριαδικό) Θεό: της δόξης σου, λέει. Τα σεραφείμ από λοκατζήδες, δυνάμεις, μεταμορφώνονται σε πλάσματα μετάρσια και συγκροτούνται σε χορωδία. Ο θρόνος βρίσκεται πια στα ουράνια, όχι σ’ ένα καπνισμένο κτίριο στη Μέση Ανατολή. Επιμένουν μάλιστα οι διάφοροι πατέρες ότι αυτό κάνουν διαρκώς τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ: υμνούν τον Κύριο. Η σκηνή που οραματίστηκε (ή που την άκουσε) ο Ησαΐας από περιστατικό γίνεται άχρονη, από επιφάνεια μετατρέπεται σε στιγμιότυπο της αιωνιότητας. Και μάλιστα στιγμιότυπο με στίχους, στίχους που περιμένουν να εμπλουτιστούν και να τραγουδηθούν με τρόπο υπερβατικό πια, αγγελικό και άχρονο κι εξόχως θριαμβικό, όπως στη Λειτουργία του Μπαχ (όπου εκτός από έκσταση και μεταρσίωση υπάρχει και μια ασυγκράτητη χαρά) ή — με πιο στάνταρ τρόπο — στο Requiem. Και το χαρακτηριστικό της θεότητας που είδε ο Ησαΐας, ότι δηλαδή είναι κύριος μιας στρατιάς, των δυνάμεων, παραμένει πια ως αμετάφραστη λεπτομέρεια, ως μια λέξη μαγική και κενή περιεχομένου πλέον: Σαβαώθ.
Αν είσαι πρόσχαρη, είσαι βεβαίως ρηχή, μάλλον και ηλίθια. Ακόμα και αν δε δώσεις δείγματα αφέλειας ή κουταμάρας, θα σου φερθούν σαν να είσαι χαζούλα, γιατί είσαι μπριόζα και ξυπνάς τον Πυγμαλίωνα μέσα τους. Και δεν υπάρχει θηρίο πιο ανήμερο από τον Πυγμαλίωνα.
Αν είσαι λάγνα, ε, τα αυτονόητα: η Πόρνη της Βαβυλώνος και το Θηρίο το σατανικό που καβαλάει, ταυτόχρονα. Η βαμπίρα που θα πιει το αίμα των αντρών είσαι. Κτλ.
Αν βέβαια είσαι σιωπηλή και με κάπως βαρειά ιδιοσυγκρασία, σνομπάρεις το σύμπαν, το παίζεις βαμπ. Είσαι ένα ακατάδεχτο πλάσμα. Αν πάλι δεν είσαι των πόθων και των ερώτων, είσαι μια γκόμενα ωραία μα ψυχρή: πλαγγόνα.
Αν είσαι μάνα, πήγες και χαντακώθηκες. Αν όχι, δεν ήσουνα για τέτοιες υψηλές αποστολές.
Αν αναφλέγεσαι και οργίζεσαι, αν έχεις γνώμη και τη λες, θα σε ζωγραφίσουν σαν να είσαι η Μέδουσα. Θα δώσεις αφορμή για κουρασμένες αντιπαραβολές μεταξύ μορφής και ερεβώδους ή τρικυμιώδους χαρακτήρα. Θα πέσει και κάτι για ορμόνες στην κουβέντα.
Αν δεν ασχολείσαι με την εμφάνισή σου, έχεις μια δόση μπλαζεδιάς και μισανθρωπίας, που χαραμίζεις τόσην ομορφιά θάβοντάς την κάτω από σακιά και φούτερ — αλλιώς είσαι μια κοκέτα που δεν αρκείσαι στη φυσική ομορφιά σου.
Αν είσαι ωραία γυναίκα, όσοι δε σε φθονούν, σε ποθούν λες κι είσαι ήδη δική τους. Όσοι δε σε φοβούνται, ψάχνουνε τρόπο να φανούν συγκαταβατικοί μαζί σου. Όσοι σε εξιδανικεύουν, το κάνουνε για να σε βγάλουν εκτός πλαισίου, για να βρίσκεσαι αλλού: μακριά τους.
Το ότι είσαι ωραία είναι ο μοχλός που ανοίγει όλες τις πόρτες σου παραβιάζοντάς τες. Σε ερμηνεύει πλήρως.
Όπως και αν ήσουν άσχημη.
Ή, γενικότερα, το ότι είσαι γυναίκα: αυτό εξηγεί τα πάντα.
«Τι ήχους θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία, δηλαδή;»
Η ερώτηση με βρήκε εξαπήνης. Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι, γεύσεις, μυρωδιές, τόπους, την αφή ενός κουβερλί. Αλλά όχι ήχους.
Εντάξει, οκέι, υπάρχει το ραδιόφωνο που έπαιζε στην κουζίνα. Γράφω ακριβώς από κάτω γι’ αυτό:
Στο ράδιο, στην κουζίνα δηλαδή, έπαιζε μόνο Δεύτερο Πρόγραμμα: «τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαρανταδυό», «πουθ’ έρχεσαι; απ’ τη Βαβυλώνα», «αύριο πάλι θα ‘ρθω να σε δω», «γιε μου, οι αρχόντοι ειν’ εμπόροι του πολέμου», «να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα πέρα μέρη», «τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου» — και τέτοια. Στο πικάπ ακούγαμε Διονυσίου και Θεοδωράκη (Κάντο Χενεράλ και, δυστυχώς, Στην Ανατολή) και Χαμόγελο της Τζοκόντας.
Θυμάμαι και την εισαγωγή της Συννεφιασμένης Κυριακής, σήμα κάποιας διαφημιστικής εκπομπής της δισκογραφικής εταιρείας Κολούμπια, που ακούγαμε κάθε Κυριακή που πήγαινα να φάω στον παππού και στη γιαγιά. Καμμιά φορά μετά το φαγητό ερχόταν ο μπαρμπα-Γιώργος να παίξει τάβλι με τον παππού, που δεν κατάφερε να με κάνει ποτέ ταβλαδόρο. Αλλά το αποφασιστικό χτράπ από τα πούλια καθώς τα χτύπαγαν πάνω σε μάνες, παραμαμάδες και ανοιχτά πούλια, καθώς και το ξερό κελάρυσμα των ζαριών που κυλούν, είναι κανονικότατα καταχωρισμένα. Στο τέλος τους τις Κυριακές, βεβαίως, τις στάμπαρε το βράδυ το μισητό σήμα της Αθλητικής Κυριακής: το σάλπισμα της κατάθλας και της Δευτέρας, η υπενθύμιση ότι σε λιγότερο από 12 ώρες θα χτύπαγε το κουδούνι.
Με τα κουδούνια και τα τοιαύτα είχα πάντοτε πρόβλημα, ήδη από τον καιρό που με πήγαιναν στην παιδική χαρά, από αυτές που ήτανε στρωμένες με τσιμέντο για να μη σκονιζόμαστε και για να πληγιάζουνε τα γόνατα, όπως άρμοζε σε παιδικά γόνατα. Θυμάμαι τον πανικό που μου προκαλούσε η σφυρίχτρα του φύλακα όταν έκλειναν οι κούνιες: τράβαγα τη μάνα μου από το χέρι κι έτρεχα προς την καγκελόπορτα να φύγουμε, μην τυχόν και κλειστούμε μέσα τη νύχτα.
Τρίλιες έκανε κι ο Μπίλης, το καναρίνι μας. Είχε μάλιστα μια πολύ χαρακτηριστική τρίλια. Δηλαδή μπορεί να μην ήτανε χαρακτηριστική, δεν ξέρω: δεν έχω ξανασυνυπάρξει με καναρίνι από τον καιρό που τον ψόφησε τον Μπίλη η γιαγιά, μάλλον επειδή του έκανε καθημερινό μπάνιο, λέγαμε τότε. Ακόμα και τώρα, άμα ακούω καναρίνια νομίζω ότι είμαι στην οδό Κάλβου — για πάρα πολύ λίγο, βεβαίως.
Προτελευταίος ήχος: οι πόρτες των ταξί. Που έπρεπε να κλείνουμε γερά, αλλά χωρίς να τις βαράμε. Σιγά τις πόρτες. Αυτός ο ξερός ερμητικός ήχος: δρουπ. Δεν είχαμε ποτέ οικογενειακό αυτοκίνητο, δεν οδηγούν οι δικοί μου. Όπου και να πηγαίναμε, πηγαίναμε με συγκοινωνία. Αν όμως ο προορισμός ήτανε σημαντικός (π.χ. η θεία Βαρβάρα) ή μακρινός, κάθε άφιξή μας ξεκίναγε με το δρουπ της πόρτας του ταξί.
Τέλος, ένα τραγούδι. Παιζόταν πολύ όταν ήμουνα πολύ παιδί. Οταν ήμουν 16, κάπου εκεί, ένα πρωί μου ήρθε απότομα και χωρίς καμμιά προειδοποίηση τραγουδισμένος ο στίχος «ούτε τον φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα». Δεν ήξερα το τραγούδι, δεν ήξερα τίποτα. Δεν το είχα ξανακούσει για 11 με 12 χρόνια το τραγούδι. Θυμόμουν μόνον τον στίχο αυτό: «ούτε τον φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα». Πήγα σε ένα δισκάδικο στην Αλεξάνδρας, από αυτά που φαινόντουσαν κάπως πιο κυριλέ (γιατί τον Έλβις τον είχαμε μόνο για να μας γράφει κασέτες). Του τραγούδησα φάλτσα τον στίχο. Ο μουσάτος στο διασκάδικο μου είπε ότι πρέπει να είναι από τον «Στρατιώτη» του Χρήστου Λεττονού. Κοίταξα τους τίτλους στο εξώφυλλο — καμμία σχέση. Εκανε 4000 δρχ. γιατί ήτανε παλιός και καταργημένος δίσκος. Ντράπηκα να του ζητήσω του μουσάτου να μου βάλει να ακούσω λίγο από κάθε τραγούδι. Έφυγα άπρακτος. Τον είχα στον νου μου τον στίχο αλλά καμωνόμουν ότι δε με ένοιαζε πια που δεν έβρισκα το τραγούδι.
Μερικούς μήνες μετά ξεκίνησα να κάνω μια νεανική εκπομπή στον καινούργιο τότε ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τελικά με έδιωξαν ευγενικά μετά από 7-8 εκπομπές γιατί ήθελα να πληρώνομαι, γιατί έπαιζα πολλά «ξένα» και μάλλον επειδή είχα κάνει εκπομπή για το σεξ — πάντως είπα σε όλους ότι σταμάτησα γιατί ήθελα να αφοσιωθώ στις Πανελλαδικές. Στη δισκοθήκη του σταθμού υπήρχε ο δίσκος Τετραλογία, του Μούτση. Τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ από την απροσδόκητη ανακάλυψη του χαμένου τραγουδιού:
Χτες, ανήμερα του Πάσχα, ο Μελωδία προσπαθούσε όλη μέρα να μας πείσει ότι είναι Β’ Πρόγραμμα (που τόσο μας λείπει). Κάποια στιγμή, μεταξύ γεύματος και καφέ, έπεσε το «Ας κρατήσουν οι χοροί». Θυμήθηκα πως, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, μου είχε κάνει εντύπωση στους στίχους η λέξη «Ορθοδοξία»: δεν νομίζω να την είχα ξανακούσει. Γενικά, το τραγούδι μού είχε φανεί αλλόκοτο, άλλωστε στο ράδιο, στην κουζίνα δηλαδή, έπαιζε μόνο Δεύτερο Πρόγραμμα: «τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαρανταδυό», «πουθ’ έρχεσαι; απ’ τη Βαβυλώνα», «αύριο πάλι θα ‘ρθω να σε δω», «γιε μου, οι αρχόντοι ειν’ εμπόροι του πολέμου», «να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα πέρα μέρη», «τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου» — και τέτοια. Στο πικάπ ακούγαμε Διονυσίου και Θεοδωράκη (Κάντο Χενεράλ και, δυστυχώς, Στην Ανατολή) και Χαμόγελο της Τζοκόντας. Με δυο λόγια, τι έλεγε αυτό το τραγούδι; Και πού να το καταλάβει ένα μανιφέστο ένα παιδί;
Τώρα, που είμαι σε μια ελαφρώς λιγότερο τρυφερή ηλικία, είχα την ευκαιρία να ξανακούσω και να ερμηνεύσω το τραγούδι: ένα American Pie για τη νεορθόδοξη γενιά σχεδόν αποστατών Ρηγάδων, που τους άρεσε ο Σίμων Καρράς κι ο Κόντογλου και ανακάλυπταν το Άγιον Όρος αλλά δεν ήθελαν ούτε τον χαντούμικο ψευτοασκητισμό των παπάδων (και ποιος τον ήθελε τότε), ούτε τον πουριτανισμό του σ. Φαράκου.
Το «ας κρατήσουν οι χοροί» ήταν μανιφέστο όταν βγήκε: κοινοτισμός (τα Αμπελάκια ως παράδειγμα), Ορθοδοξία (ως ιδεολογική ιδιοσυστασία), αντιθεσμικότητα των άγριων κλαν του χωριού («φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα κι ιστορία οι παρέες»).
Το «ας κρατήσουν οι χοροί» στα 2014 είναι η περιγραφή του Τέρατος, του χριστοδουλικού-σαμαρικού σωβινισμού, όπου συνυπάρχουν το τσαγανό του Έλληνα, η απαξίωση του πολιτικού και η παρανόησή του ως υπόθεση «αγάπης», ο Θεός της Ελλάδας, τσάμικα-καλαματιανά (χοροί κυκλωτικοί), ένας τόπος κλειστός, το Άγιο Φως, η μαυρομαντιλούσα μάνα στην Ήπειρο — ενώ ο πλούτος παραμένει στα χέρια αυτών που πρέπει. Με δυο λόγια: «Ανάσταση», ως ένα ατομικό γεγονός αυτοβελτίωσης, ως ένα ιδιωτικό καταφύγιο παρηγόριας και καραγκιοζικής-σεφερλίδικης σάτιρας, και καθόλου μα καθόλου Επανάσταση. Παραμένουμε ασφαλείς μέσα στο κουκούλι της ανωτεροτητας και της εντός συνόρων ιδιοσυστασίας μας, επαρχιώτες που αδυνατούμε να δούμε τον παγκόσμιο αντίκτυπο όσων συμβαίνουν εδώ. Κι έτσι, ο εξανδραποδισμός, η πολιτικοκοινωνική εκβαρβάρωση και η εξαθλίωση ενός ευρωπαϊκού λαού για να σωθούν η BNP, η Deutsche Bank και το ευρώ θα περάσουν στην ιστορία ως μια σειρά από ακατανόητα ασυνάρτητα γεγονότα (όπως για μας το κίνημα στο Γουδί ή η Δίκη των Εξ), και όχι ως κάτι σαν τον ισπανικό εμφύλιο, η πρώτη μάχη μεταξύ ελευθερίας-δημοκρατίας-διαφωτισμού και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Χωριό αυτόνομο, τίποτα δεν είμαστε βρε. Εθνική Ελλάδος, γεια σου. Τι να φταίει η Βουλή.
Μέσα από τα μπλογκ αναδύθηκαν γραφές και προσωπικότητες στις οποίες εγώ ως αναγνώστης χρωστάω πολλά, χρωστάω ευ ζην και απόλαυση και πολλαπλές μετακινήσεις των οπτικών γωνιών μου. Ανάμεσα στα μπλογκ βρίσκονται σπουδαία κείμενα και κάποιες φωνές που, χωρίς την αυτόματη αυτοέκδοση, θα έμεναν συσκευασμένες και ξεχασμένες μέσα σε συρτάρια ή μέσα σε σκληρούς δίσκους. Κάποιοι πάλι χρησιμοποίησαν τα μπλογκ ως μέσο, ως πλατφόρμα, για να πουν τα σπουδαία δικά τους, είτε αυτά ήταν πρακτικά και τεκμηριωμένα, είτε ποιητικά, είτε συναρπαστικά, είτε ό,τι άλλο. Τελικά, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, αυτές οι φωνές, αυτά τα κείμενα, αυτές οι προσωπικότητες ξέφυγαν ή θα ξεφύγουν από την πλατφόρμα των μπλογκ.
Τα μπλογκ όμως στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος, έναν άλφα τρόπο γραφής: αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό… Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου. Κύλησαν χαμηλόφωνα, υποκειμενικά ή και αλαλάζοντας — συνήθως ομφαλοσκοπώντας, πάντως. Άλλα ήταν ανοιχτά ημερολόγια, άλλα ήτανε σαν μικρές εισηγήσεις περί τα κοινά σε οικογενειακά τραπέζια. Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.
Στην κληρονομιά των μπλογκ βρίσκεται λοιπόν ο μεγάλος ορθολογίζων υποκειμενισμός του φρη πρες, βρίσκεται και ο συναισθηματισμός που ζούληξε κι έπνιξε τον λυρισμό. Στα τελειώματα των μπλογκ υπάρχει η κενολογία που, είτε μιλάει για το προσωπικό είτε για το συλλογικό, καμώνεται ότι λέει κάτι μόνο και μόνο επειδή περπατάει με ρυθμό και επειδή είναι ντυμένη με καλολογία ή ρητορική ευχέρεια.
Ανοίγω το πατζούρι του υπνοδωματίου, είναι από αυτά που διπλώνουν. Το πρωινό φως ρίχνει τη σκιά του μεγάλου δέντρου πάνω στην τέντα του μικροσκοπικού μπαλκονιού, σείονται οι σκιές των φύλλων. Από μακριά ακούγονται βαριά ρολά πατζουριών που ανοίγουν. Στέκομαι. Ανασαίνω. Ακάλυπτος: ο παράδεισος.
Οι ακάλυπτοι δεν είναι απλώς αίθρια: είναι και δεν είναι σαν το μέσα μέρος ενός ιδιότυπου Πανοπτικού, όμως ενός Πανοπτικού περιορισμένου από φυτά, τέντες, απλωμένα ρούχα, πατζούρια, κουρτίνες, την αντανάκλαση πάνω στα τζάμια, τα μεγάλα δέντρα που υψώνονται στη μέση του ακάλυπτου. Υπάρχει μια γωνία του κρεβατιού μου στην οποία με βλέπουν από την κουζίνα απέναντι. Άγνωστοι ανταλλάσσουμε βλέμματα στον ακάλυπτο. Και όχι βλέμματα μόνο, λ.χ. πριν τρία χρόνια έγραψα γι’ αυτό:
Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά — όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο — «σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει». Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη.
Αυτή η παράδοξη και περιορισμένη κοινότητα με είχε κάνει να σκεφτώ κι εγώ παραλληλισμούς με τα σοσιαλμήντια, το 2009:
Όπως λέει κι η Μάτζικα, τα μπλόγκια είναι μπαλκόνια. Γνωρίζουμε τους άλλους μέσα από τα μπλογκ τους όπως γνωρίζουμε όσους βλέπουμε μέσα από μπαλκονόπορτες, μισόκλειστα πατζούρια και κουρτίνες στον ακάλυπτο να απλώνουν ρούχα, να ντύνονται, να συνευρίσκονται κάθιδροι, να στέκονται απορημένοι μπροστά σε καθρέφτες, να λογοφερνουν και να σφουγγαρίζουν. Δεν ξέρετε τελικά τίποτα για μένα. Δεν ξέρω φυσικά τίποτα για εσάς. Εκτός και αν έχουμε πιει καφέ μαζί μετά τις καλημέρες του μπαλκονιού.
Ενώ, ακόμα παλιότερα, πριν καν αποκτήσω σπίτι δικό μου, έλεγα ότι
Ακούω τους ήχους από τον ακάλυπτο. Με ηρεμούν. Με μαγεύουν, με κάνουν να αισθάνομαι σαν παιδί, μαγεμένη ψυχή, που έλεγα παλιά. Μεγάλη επινόηση ο ακάλυπτος, όπως και η ταράτσα, εκεί που πραγματικά αισθάνεσαι τι θα πει πόλη και αστικό τοπίο — αλλά φαντάζομαι τα έχουνε πει αυτά οι πολεοδόμοι κι οι αρχιτέκτονες.
Σκεφτόμουνα λοιπόν τις προάλλες, πόσο καλό είναι να υπάρχει στην καρδιά κάθε οικοδομικού τετραγώνου της Αθήνας, της Αθήνας που με αφορά τουλάχιστον, όχι πάρκινγκ, αλλά χώρος ακάλυπτος, κι ας είναι σπανιότατα κοινόχρηστος. Δεν πειράζει: πολλές φορές τα πρωινά στην Αθήνα, ο ακάλυπτος είναι ο παράδεισος, κάτι σαν τη χαρά της ζωής.
Περνώντας από έξω προς τα μέσα: είμαι ένας άνθρωπος με «κέλυφος σκληρό, απωθητικό, αηδές, αδιαπέραστο», μια πανοπλία μέσα στην οποία καίει η «κρύα θαμπή φωτιά» μου. Το κέλυφος με προστατεύει από τον έξω κόσμο, μα καμμιά φορά κάνει τη φωτιά να ασφυκτιά, να πνίγεται, να τρεμοπαίζει καπνίζοντας. Καλά καλά, ούτε το βλέμμα μου δεν αναχαιτίζεται με τίποτα: δε θα συναντήσει το δικό σου αν δεν το επιτρέψω.
Κι όμως το κέλυφος, που καλύπτει την καρδιά μου, δεν είναι παρά μια πανοπλία που αποζητώ την ευκαιρία να την ξεντυθώ και να την πετάξω με το που θα μπω στο σπίτι, εκεί όπου είναι το σπίτι. Η χαρά μου δεν είναι να περιφέρομαι αρματωμένος, η χαρά μου είναι να αποκαλύπτομαι και να μένω ακάλυπτος: στη φιλική εμπιστοσύνη, στη γαλήνια απόσυρση της αγάπης, στο δόσιμο του έρωτα. Αυτό αποζητώ, να είμαι ακάλυπτος. Αυτό είναι παράδεισος: οι ώρες που είμαι ακάλυπτος, οι άνθρωποι με τους οποίους είμαι ακάλυπτος. Ακάλυπτος, λοιπόν, ή αλλιώς: στον παράδεισο.