Μικρή αρχαιολογία της επιθυμίας ή Το πολιτικό ως αντίδοτο της ενοχής (γραμμένο μαζί με τον Χρήστο Νάτση)

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από κοινού με τον Χρήστο Νάτση. Ο Νάτσης ήταν ο Μπόουι κι εγώ ο Μπράιαν Ήνο: παραγωγός και χτενιστής. Η φωτογραφία είναι του Weegee.

Την εποχή του απολίτικου ακτιβισμού, δηλαδή μία εποχή πριν, κοινωνική ευθύνη και διακριτική δράση για τα δικαιώματα των άλλων, συνήθως επιστολογραφικού και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, εκτόνωναν τα ενσυναισθητικά αντανακλαστικά του μέσου επαγγελματία κάτω των 50. Την εποχή εκείνη επαναβεβαιώθηκε, και δη σαν να αποτελούσε αξίωμα, η ενοχική αντίληψη για την απόλαυση: η απόλαυση του ενός είναι η οδύνη πολλών. Οι πολλοί θα βρίσκονταν κατά κανόνα στον Τρίτο Κόσμο, ή και στον καθ’ ημάς Τέταρτο Κόσμο. Για παράδειγμα, η συγκομιδή του καφέ σου γίνεται από σκλάβους ενώ η σοκολάτά σου προϋποθέτει κι αυτή σκλαβιά. Το μπιφτέκι σου καταστρέφει το τροπικό δάσος και επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με διοξείδιο του άνθρακα από βοοειδή που πέρδονται. Το πουκάμισό σου το έραψαν παιδιά στο Μπανγκλαντές. Η εκδρομή με τα δικά σου παιδιά και τον πατέρα τους καταστρέφει το στρώμα του όζοντος ενώ σπονσοράρει τα αυταρχικά καθεστώτα του Αραβικού κόσμου, μέσω των πολυεθνικών του πετρελαίου. Μια βραδιά στο στριπτιζάδικο τροφοδοτεί απαρέκκλιτα ένα παγκόσμιο δίκτυο δουλεμπορίας γυναικών, που οι απολίτικοι αποκαλούν ευφημιστικά ‘τράφικινγκ’. Ακόμη, στους κύκλους ακραίων, η δωρεάν παιδεία για τα παιδιά σου επιβαρύνει φορολογικά την εύπορη κυρία που επέλεξε να στείλει τα δικά της στο ιδιωτικό σχολείο. Και πάει λέγοντας.

Βεβαίως, η καχυποψία απέναντι στην απόλαυση, η εξαργύρωση κάθε χαράς με την οδύνη κάποιων κάπου αλλού, μακριά ή κοντά, έχει τις ρίζες της ήδη στο πλατωνικό Συμπόσιο, όπου διαμορφώνεται η μεγάλη αφήγηση που θέλει την απόλαυση, αλλά και την επιθυμία την ίδια, να θεμελιώνονται αρνητικά, να προϋποθέτουν οπωσδήποτε την έλλειψη. Στην γενεαλογία της επιθυμίας ως έλλειψης — της επιθυμίας δηλαδή ως εξαγόμενου μιας αρνητικής διαδικασίας — κεντρική θέση κατέχει βεβαίως ο μύθος του ανδρογύνου, ο χωρισμός του οποίου κάνει άντρα και γυναίκα να ψάχνουν εναγωνίως το άλλο τους μισό.Ο μύθος του ανδρογύνου προσδίδει στην επιθυμία ως έλλειψη αρχετυπική θεμελίωση αλλά και γκροτέσκο χαρακτήρα — έναν χαρακτήρα που δεν θα απολέσει ποτέ στις διάφορες εκφάνσεις του, μυθώδεις ή μη. Σύμφωνα με τον μύθο, υπήρχαν αρχικά μόνο κατι σφαιροειδή ανθρώπινα όντα με διπλό πρόσωπο και διπλά γεννητικά όργανα, με οκτώ άκρα που μετακινιόντουσαν κάνοντας τούμπες. Κι έπειτα, μετά από απόφαση των θεών, ο Δίας αρπάζει αυτά τα όντα και τα διχοτομεί σαν «βρασμένα αυγά». Από τότε και στο εξής αρχίζει η αιώνια αναζήτηση του Άλλου, που εξυπακούει και υπογραμμίζει τη δομική ανολοκληρότητα του όντος. Ανολοκληρότητα που μόνο προσωρινά μπορεί να καταπραϋνθεί με το σεξ, για να επανέλθει ακόμη εντονότερη. Ο πλατωνικός μύθος λοιπόν εικονίζει υποδειγματικά ακριβώς αυτή την αντιδραστική πολιτική οικονομία της θέλησης.

Όπως είναι αναμενόμενο, τη σκυτάλη από τον Πλάτωνα θα παραλάβει ο Χέγκελ, που θα συνεχίσει αυτήν την παράδοση προσθέτοντας κι αυτός έναν αρχετυπικό μύθο, που με τη σειρά του θα μπολιάσει ολόκληρο τον 19ο και 20ο αιώνα: τον μύθο του Κυρίου και του Δούλου. Ο Χέγκελ σκηνοθετεί κι αυτός μια προϊστορική αναμέτρηση, όπου ο Δούλος είναι αυτός που φοβήθηκε για τη Ζωή του και προτίμησε να γινει υπηρέτης από το να ρισκάρει να πεθάνει. Κι όμως, αυτή η στιγμη της διαμεσολάβησης της επιθυμίας θα δώσει στον Δούλο, με το πέρασμα του χρόνου, το πλεονέκτημα. Ο Κύριος, που δεν παραιτείται από την επιθυμία του, που την εκπληρώνει θετικά, έχει τελικά την ανάγκη του Δούλου, που δουλεύει το Πράγμα. Η τριβή του Δούλου με το Πράγμα — δηλαδή η εργασία — θα τον καταστήσει τελικά κυρίαρχο του παιχνιδιού.

Πολλαπλά διαμεσολαβημένη, η διαλεκτική Κυρίου και Δούλου θα επηρεάσει και όλη τη μεταπολεμική γαλλική σκέψη: από τον Μπατάιγ και τον Μπλανσό, μέχρι (λοξά στην αλλαγή) και τον Λακάν, τον μύστη των σύγχρονων οπαδών της μη ολοκλήρωσης και του φόβου της καθαρής, θετικής, παραγωγικής επιθυμίας. Στα χέρια των Γάλλων, η επιθυμία ως αρνητικότητα, η μέχρι τα όρια του γκροτέσκου αναζήτηση του ελλίποντος Άλλου, θα δώσει μεν αριστουργήματα όπως την Μαντάμ Εντουαρντά, αλλά επίσης θα προσδέσει την απόλαυση γερά στο άρμα της ενοχής. Η επιθυμία ως αρνητικότητα θα οδηγήσει στη θλιβερή οντολογία της μελαγχολίας, στην οποία με τη σειρά της είναι ριζωμένη η πολιτική αμηχανία μιας σκέψης δωματίου (μιας σκέψης που διατηρεί ρητώς αιμομικτικές σχέσεις με τις πηγές της, που τη βαραίνει το άγχος της επίδρασης). Δεν υπάρχει ίσως καλύτερη εξεικόνιση αυτής της συνθήκης από τους Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι: τρεις νέοι βρίσκονται παγιδευμένοι στα αδιέξοδα της δυτικής επιθυμίας (λογοκεντρικής και φαλλοκεντρικής) που ευνουχίζει την πράξη: ενώ έξω το πολιτικό κυματίζει, εκείνοι μέσα παραμένουν άπρακτοι, σε υστερική παράλυση σχεδόν.

Στο χρονολογικό ενδιάμεσο αυτών των προσεγγίσεων, μεταξύ του Χέγκελ και των Γάλλων, αλλά λειτουργώντας ως αντίποδας, βρίσκεται από το 1844 κιόλας ο Μαρξ. Το χρήμα στα ‘Παρισινά χειρόγραφα’ περιγράφεται ως το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης αποχής από την εκπλήρωση της παραγωγικής επιθυμίας. Αυτή η περιγραφή προοικονομεί την δυσκοίλια ικανοποίηση της ηθικιστικής φιλανθρωπίας στην εποχή του απολίτικου ακτιβισμού κατανωλωτών με συνείδηση, καθώς και των κομψών συμβολικών διαμαρτυριών τους.

Η λύση, η μόνη λύση από τους Νέους Χρόνους και μετά τουλάχιστον, είναι βεβαίως το πολιτικό: άλλωστε, ας έχουμε κατά νου πως η ιδιότητα του πολίτη θεμελιώνεται στην φορολογία μετά το no taxation without representation. Με άλλα λόγια, η εκχώρηση τμήματος του εισοδήματός μου είναι η υλική βάση του δικαιώματος. Παράλληλα είναι και η υλική βάση της απαίτησης ενός κράτος δικαίου και πρόνοιας, που θα αναλαμβάνει αυτό να μετατρέπει την φιλανθρωπία σε κοινωνική πολιτική. Για να γίνουμε πιο σαφείς: δεν υπάρχει πράξη μεταβίβασης χρήματος, πλούτου κτλ. που να μην είναι εξουσιαστική. Το ίδιο το κράτος, ως πεδίο εκδίπλωσης των αντιθέσεων και των συγκρούσεων των κοινωνικών ομάδων, είναι ο προνομιακός τόπος άρθρωσης του πολιτικού και ως εκδήλωσης της επιθυμίας.

Με άλλα λόγια, η ενοχικά ηθικίστικη κι ευνουχισμένη επιθυμία να προσφέρω στον συνάνθρωπο από το υστέρημά μου αποτελεί τελικά τον αναδιπλασιασμό της σύγκρουσης εντός του υποκειμένου. Πρόκειται όμως για έναν αναδιπλασιασμό που επικυρώνει την ήττα μιας χειραφετημένης, θετικής, καταφατικής προσωπικότητας. Αν αντιμετωπίζω ενοχικά τις επιθυμίες μου, έχω εξασφαλίσει την αδυναμία μου να τις εκφράσω και να τις διεκδικήσω πολιτικά, είτε πρόκειται για πληρωμένες διακοπές, είτε για περίθαλψη, είτε για χειραφέτηση από τον κοινωνικό έλεγχο.

Η επιθυμία τελικά, η γενναιότητα της επιθυμίας, συναρτάται με το πολιτικό ως πράξη.

Η γενιά και το τρίπτυχο

Το αμερικανικό όνειρο πείθει (ακόμα) ότι όλοι μπορούνε να γίνουν πλούσιοι και επιτυχημένοι. Η ελληνική πραγματικότητα, τον καιρό που μεγάλωνα και ήμουν νεαρός (τώρα πια είμαι επιτέλους νέος) έπεισε ότι όλοι είμαστε πλούσιοι. Βοηθούσε και το τουλάχιστον ένα περιουσιακό που είχε σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια: κτήμα, ρίζες, χωράφια, οικόπεδο, διαμέρισμα, σπίτι, εξοχικό — κάτι.

Η μητέρα μου, ακόμα και τώρα, εκνευρίζεται να με ακούει να λέω ότι από τα 16 μέχρι τα 34 έζησα σε οικονομική στενότητα, ειδικά για τα πρώτα εφτά χρόνια, που ζούσα μαζί τους: «στερήθηκες ποτέ τίποτα; γιατί λες ότι ήμασταν φτωχοί;». Λες και είναι κουσούρι να είσαι φτωχός, ή (με βάση το τι σημαίνει σήμερα να είσαι φτωχός στην Ελλάδα) να μην το φυσάς: να βασίζονται τέσσερις άνθρωποι σε μία πρόωρη μειωμένη σύνταξη.

Κι όμως, αυτή η «πραγματικότητα» μας αφηνε κι εμάς να ελπίζουμε ότι θα μπορούσαμε κι εμείς να κάνουμε άχρηστες σπουδές ή ταξίδια στο Παρίσι με διατροφή σάντουιτς, τόνο κονσέρβα και μπισκότα. Η πεποίθηση ότι δεν είμαστε φτωχοί μάς άφησε να ονειρευόμαστε και άλλα πολλά πέρα πέρα από έναν καλό γάμο, ένα σπίτι, μια δουλειά. Η γενιά μου δεν είναι μόνο δαπίτες και παιδιά του Κλικ και μπουζουκονταγλάν ψευτοροκάδες, η γενιά μου έβγαλε και γενναίες γυναίκες και ξεκαβαλημένους άντρες. Και μου φαίνεται ότι όσοι έρχονται μετά από εμάς είναι πολύ καλύτεροι, πιο ελεύθεροι, πιο διαβασμένοι, πιο μαχητικοί. Γιατί έζησαν τη συντριβή της πεποίθησης αυτής και, όπως λέει και στο Damage του Λουί Μαλ (ταινία τοτέμ για μένα): «Damaged people are dangerous. They know they can survive.»

Βεβαίως, υπάρχει ένα πρόβλημα. Από την τριάδα της τυραννίας, το γνωστό τρίπτυχο της δουλείας, η οικογένεια είναι ο ισχυρότερος εξουσιαστικός μηχανισμός, ο πιο βαθύς — γιατί τη σημαία του (που τη λεν αγάπη) την κρατάει μια μάνα στο όνομα του πατρός. Μάνα έχουν και οι άθρησκοι και οι απάτριδες. Κι έτσι, την πατρίδα την πολεμάς, την απομυθοποιείς, τη χλευάζεις, την αποκηρύσσεις, την ξεφορτώνεσαι (τάχα) με εξορία ή (τέλος πάντων) πολεμάς να την αλλάξεις — κάτι. Τη θρησκεία, πάλι, τη διαγράφεις, την αποσυναρμολογείς, τη μεταμορφώνεις ή την υποτάσσεις. Αλλά την οικογένεια μπορεί να σου την ξεριζώσει μόνο με τανάλια κανας ψυχαναλυτής. Και μάλιστα, παίρνει καιρό το ξερίζωμα, και χρειάζεται αντοχή στον πόνο, καθώς η τανάλια κουνιέται πέρα δωθε με βία.

Ψυχαναλυτής και μόνο; Δεν ξέρω. Τον Νοέμβριο έτρωγα στο σπίτι του προέδρου της ψυχιατρικής εταιρείας ευρωπαϊκής χώρας. Είχε φτιάξει κατι ωραία λαζάνια, έφαγα το μισό ταψί. Τον ρώτησα για την ψυχοθεραπεία. Η άποψή του ήταν ότι πάνω απ’ όλα μετράει η ενσυναίσθηση του αναλυτή και το πώς κολλάει μαζί σου — όχι τόσο τα ερμηνευτικά εργαλεία ή οι μέθοδοι. Ούτε καν τα φάρμακα του ψυχίατρου («εκτός αν μιλάμε για σχιζοφρένεια ή ψύχωση»). Εξίσου καλή δουλειά μπορεί να κάνει ο γκουρού κι ο εξομολόγος. «Άρα και ο κολλητός σου, που του λες τα δικά σου μετά από ενδοσκόπηση;», τον ρώτησα. «Α, όχι: ο κολλητός σου δεν είναι αυθεντία. Ο αναλυτής, ο ψυχοθεραπευτής, ο γκουρού, ακόμα κι ο εξομολόγος, αν πιστεύεις, είναι αυθεντία: θα αναγκαστείς να κάτσεις να τον ακούσεις.»

Σκηνές από μια κηδεία

Πηγαιμός:

Την ώρα που πέθαινε, μέσα στη νυχτα, ήμουν χαρούμενος. Αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Αγόρασα μια μαύρη γραβάτα το 2009. Δεν την έχω φορέσει ακόμα, αν και κοντεύω να πάρω Μάστερ στον θάνατο και στις κηδείες (1, 2, 3 και 4), γιατί δεν ήταν αρκετά κοντινός ο εκλιπών. Τελικά μου δάνεισε μία ο πατέρας μου, μια νάυλον, άθλια.

Λεξοτανίλ στην τσέπη του σακακιού. Για μένα τίποτα.

Στον σταθμό των ΚΤΕΛ πούλαγαν βιβλία. Αλλά ανακατεύομαι όταν διαβάζω μέσα σε ΚΤΕΛ. Κι ύστερα σκέφτηκα ότι θέλω να μην έχω τίποτε στα χέρια μου, να μην κρατάω τίποτα. Είχε γουάι-φάι μέσα στο λεωφορείο αλλά μετά από λίγο παύει να συνδέεται.

Όταν μπορεί να τρέχει το μυαλό στα τρυφηλά, δεν πλήττεις. ‘Ισα ίσα, παρηγοριέσαι.

Πρακτορείο. Δρομολόγια για Αλβανία, ανορθόγραφα: Shqiperia. Η τελική ευθεία. Σε ένα τσαγαλί καντέτ που πρωτομπήκα το 1982.

Δεν είναι από ταινίες αυτή η πράσινη θάλασσα που βλέπω στα όνειρά μου. Είναι ο Κάμπος την άνοιξη.

Ξόδι:

Κρατάω μια γυναίκα ηλικιωμένη και ταλαιπωρημένη. Όπως πολύ σωστά το έθεσε μια φίλη, για εμάς τους άντρες η μάνα είναι ακριβώς αυτό από μια ηλικία και μετά: μια γυναίκα ηλικιωμένη κι εύθραυστη. Ούτε πρώην ερωμένη, ούτε η mother του Ρότζερ Γουώτερς, ούτε η σκοτεινή καταπίεση που δεν μας άφησε να πάμε στη Νορβηγία με ωτοστόπ. Βαστάζω τη μάνα μου καθώς περπατάμε ανάμεσα σε παραμορφωμένα πρόσωπα και κλαμένα μάτια.

Το σοκ του λειψάνου δεν υπάρχει. Με εξαίρεση θύματα δυστυχημάτων, ο νεκρός όντως δείχνει απλώς να κοιμάται, ό,τι και αν έχει υποστεί. Είναι και η ταρίχευση. Αυτό πάντως που υπάρχει είναι η αναμονή του σοκ, χειρότερη από τη μαρτυρία των ζωντανών μας ματιών. Πάντοτε χειρότερη. Αντικρύζεις τον νεκρό και καθαίρεσαι.

Άθλιες ψαλμωδίες, υβριστικά άθλιες. Μπλαζέ παπάς. Οι πόρνες προάγουν υμάς, γιατί τουλάχιστον οι πόρνες υποκρίνονται ότι νοιάζονται για τον καημό μας, ότι κάπως συμμετέχουν τέλος πάντων.

Απότομος πνιγμός: είμαι το γιουσουφάκι της ενσυναίσθησης. Ο πόνος των άλλων συντονίζεται και πολλαπλασιάζεται εντός μου. Λέω: έχασα τον αγαπημένο μου άνθρωπο. Είμαι εντάξει. Μετά σκέφτομαι: έχασε τον εραστή της· έχασε τον πατέρα του· έχασε τον πατέρα της· έχασε τον μικρό της αδερφό. Πονώ που υποφέρουν, ο λαιμός μου σφύζει. Παραλύω, κατακλύζομαι, ποντίζομαι.

Υπάρχει λόγος που φοράμε μαύρα γυαλιά.

Να πάνε να γαμήσουν και να πάνε να γαμηθούν όσοι ξινίζουνε τα μούτρα όταν ακούνε κοπετούς και ουρλιαχτά και θρήνους. Σε αυτά, όπως και στα βογκητά και τα μουγκρητά και τις στοναχές των ερώτων, υπάρχει ακατέργαστη και λαμπρή η ανθρωπότητα. Γι’ αυτό είναι αβάσταχτα, γι’ αυτό «ενοχλούν».

Ταφή.

Παύση: 

Φαγητό στο πατρικό. Παπαρούνες παντού. Αναμνήσεις του πεθαμένου. Τα ίδια κεντήματα, τα ίδια κάδρα στον τοίχο. Ύπνος στο κρεβάτι που κοιμόμουν πάντα.

Βρισκόμαστε στην αρχή του σταδίου της Άρνησης, που λένε.

Επιστροφή:

Κατούρημα στον σιδηροδρομικό σταθμό.  Μπορντούρα με μπλε πλακάκια πάνω από το ύψος των ματιών. Διακοσμητικό μοτίβο: το όνομα του μακαρίτη, ξανά και ξανά, με χρυσά γράμματα στο μπλε φόντο. Πόσο πιθανό; Αλλά και πόσο μεταφυσικά ανάρμοστο; Όραμα στα ουρητήρια — μήνυμα στον καμπινέ.

Εξωπραγματική ομορφιά. Λιβάδια, πλαγιές, δάση, κορυφές. Μια Ελλάδα που δε βλέπεις από αυτοκινητόδρομο, παρά μόνον από την κατάμονη και προπηλακισμένη σιδηροδρομική γραμμή. Άνοιξη παντού.

Πόλη

Bosphorus Bridge
Τόσα χρόνια στο μπλογκ, δεν έχω γράψει ποτέ ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Μου θυμίζουνε λίγο τους τσελεμεντέδες περιοδικών με συμβουλές για το σεξ: όταν δεν είναι ανακριβείς, είναι υποκειμενικές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση περισσότερο σου ανοίγουνε την όρεξη παρά σου ανοίγουνε παράθυρα. Η Πόλη, βεβαίως, είναι άλλη περίπτωση. Είναι το τοτέμ του Έλληνα. Επίσης, από παιδί μεγάλωσα με ιστορίες της αλλά έπρεπε να φτάσω σε μεγάλη ηλικία για να πατήσω τα λεγόμενα πάτρια: πρέπει να γράψω γι’ αυτήν. Βεβαίως, δεδομένου ότι το ταξίδι στην Πόλη είναι μόδα τρελή από τον καιρό που οι τράπεζες έδιναν (με το στανιό) διακοποδάνεια, πρέπει να είμαι από τους τελευταίους Έλληνες που ταξίδεψε στη Βασιλεύουσα. Ωστόσο, έχω κάποιες παρατηρήσεις:Αν ψάχνετε Ελληνισμό, υπάρχουν η Γερμανία και το Αμέρικα. Αν πάλι πάτε στην Πόλη για να βρείτε το Βυζάντιο, καλύτερα να πάτε στη Σαλονίκη· ή στο Άγιον Όρος, αν σας αφήνουν.

Αν πάτε στην Ιστανμπούλ επειδή «εκεί συναντιέται η Ανατολή με τη Δύση», προτιμήστε το Ντύσελντορφ (με τους 50.000 γιαπωνέζους του) ή οποιαδήποτε πόλη με μεγάλη Τσαϊνατάουν. Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται πέρα από Ανατολή και Δύση, μοιάζει περισσότερο με τη Νέα Υόρκη: είναι μια αχανής κοσμόπολη με ιλιγγιώδη ποικιλία στα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων της — άλλωστε, οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους. Επιπλέον, η Κωνσταντινούπολη υπάρχει ως κοσμόπολη τα τελευταία 1400 χρόνια και υπήρξε αυτοκρατορική πρωτεύουσα και πόλη-όνειρο και πόλη-τρόπαιο για 16 αιώνες. Συγκρίνετέ τη με τη χτεσινή Νέα Υόρκη και με το επί ενάμιση αιώνα αυτοκρατορικό Λονδίνο, και θα προετοιμαστείτε για την ιλιγγιώδη εμπειρία της Πόλης. Κάπως.

Βεβαίως ο Παμούκ θα σας πει ότι η Ιστανμπούλ ξέπεσε επειδή έχασε τις μειονότητές της. Το Με λένε Κόκκινο και, λιγότερο, το Μαύρο βιβλίο θα είναι πάντοτε ανάμεσα στα αγαπημένα μου μυθιστορήματα, αλλά ο νομπελίστας έχει μετατραπεί κάπως σε Σώτη Τριανταφύλλου (και μιλάω σαν κάποιος ο οποίος επίσης έχει χαρεί βιβλία της Τριανταφύλλου, και ακόμα απορεί τι έπαθε). Η ορφάνια και οι εθνοτικές εκκαθαρίσεις όντως οδήγησαν τη Σμύρνη, τη Σαλονίκη, την Οδησσό, το Λβοφ, την Πράγα, την Τεργέστη και άλλες πόλεις στον μαρασμό. Ωστόσο, τελικά τον Παμούκ τον ενοχλεί η μουσουλμανική φτωχολογιά, η κούρδικη προσφυγιά,  και ο ερντογανισμός που έχουν (κατά την οπτική του) αντικαταστήσει την εκκοσμίκευση-εξευρωπαϊσμό, τον κομψό Ρωμιό / Εβραίο / Αρμένη και τη γαλλομάθεια. Δεν αντιλαμβάνεται ότι, όπως η Νέα Υόρκη έκανε δικούς της Ιρλανδούς, Ιταλούς, Εβραίους, λατινοαμερικάνους και τόσους άλλους, το ίδιο ακριβώς έχει κάνει ξανά και ξανά η Σταμπούλ. Και το ξανακάνει ήδη.

Οι κοσμοπόλεις είναι τα αχανή και πολυεπίπεδα θέατρα της ανθρωπότητας, μέσα σε αυτές η ανθρωπότητα παίζει και ζει τους ρόλους της ενώ παρακολουθεί ταυτόχρονα τον εαυτό της. Είναι συνθετότερες από τις χώρες που τις φιλοξενούν, όπως ο εγκέφαλος είναι πολυπλοκότερος από το σώμα που τον υπηρετεί και που τον ζει και το οποίο διαφεντεύει. Είναι δυνατότερες από κάθε θρησκεία, ιδεολογία ή και τρόπο ζωής. Έχουνε χαρακτήρα όμως αναλύονται σε εκατομμύρια χαρακτήρες. Αν αγαπάτε την ανθρωπότητα, ή αν θέλετε να σπουδάσετε την ανθρωπότητα, να πάτε εις την Πόλη.

Αποκαθιστώντας τα παγόνια

Τα παγόνια κατηγορούνται για φιλαρέσκεια, σχεδόν είναι σύμβολα της φιλαρέσκειας. Λέμε για κάποιον που προβάλλει τις χάρες του, όποιες κι αν είναι αυτές, κάλλη ή αρετές ή τάλαντα, ότι είναι παγόνι. Μέχρι κι εγώ έχω καταφέρει να κακολογήσω τα παγόνια, κι ας τα θαυμάζω από παιδί.

Ωστόσο. Φιλάρεσκος κι αυτάρεσκος και ψώνιο είναι αυτός που πασχίζει να προσέξεις και να θαυμάσεις αυτά που έχει κι αυτό που είναι. Φίλαυτος κι εγωπαθής είναι εκείνος που δαπανά προσπάθεια κι εργάζεται και στήνει περίτεχνες περφόρμανς για να αρέσει, για να προβληθεί ή (αλίμονο!) για να αγαπηθεί. Άλλωστε όλοι είμαστε παγόνια σε κάτι: ανοίγουμε τα μάτια, το στόμα, τα χέρια, τα πόδια, την καρδιά (αναλόγως) και ο άλλος θαμπώνεται. Αυτό δε μας κάνει νάρκισσους και ψωνάρες, που δουλεύουν και μοχθούν για να σε θαμπώσουν.

Το παγόνι πάντως δεν είναι φιλάρεσκο, αυτάρεσκο, ψωνάρα. Το παγόνι είναι ο εαυτός του και μόνον ο εαυτός του. Το μόνο που τελικά χρειάζεται να κάνει το παγόνι για να σε μαγέψει, ή για να το λοιδωρήσεις, είναι να ανοίξει την ουρά του. Και την ουρά του μπορεί να την ανοίξει για χίλιους δυο λόγους — όσον αφορά και τα παγόνια είναι άκυρος ο παβλοφικός ψυχολογισμός. Και όταν είναι αναπεπταμένη η ουρά του, η βεντάλια από ζωντανό φιλιγκράν, η μεγαλύτερη συγκέντρωση κυανού, η τελειότερη ματιέρα πάνω σε ζωντανό πλάσμα, όταν ζεις τη χαρά του να αντικρύζεις το παγόνι, ε, δεν είναι στο κάτω κάτω μικρόψυχο να ψάξεις τα όποια κίνητρά του;

Γοργόνες

Σήμερα σκεφτόμουνα γοργόνες. Κάποιοι τις λένε σειρήνες. Έχουνε τη χάρη δελφινιού αλλά είναι γυναίκες. Όταν αναστενάζουν ακούγονται τραγούδια του βυθού. Είναι ανυπότακτες και είναι όμορφες σαν άστρο. Κάποιοι λένε ότι είναι και μοχθηρές, τις βρίζουνε: μυρίζουν ψαρίλα, λέει, αλλά μάλλον αυτούς δεν τους ζύγωσαν ποτέ γοργόνες. Σε πλησιάζουν αθόρυβα, γλυστρούν ανεπαίσθητα γύρω σου — δεν είναι πλάσματα του αφρού — και, αφού σε εξετάσουν εκεί που κολυμπάς στα βαθιά, ξεπροβάλλουν και σε χαιρετάνε μ’ ένα απλό «γεια». Όμως δεν ακινητούν ποτέ: αν θα ήθελες να τις φωτογραφίσεις, κουνημένες θα βγούν, τουλάχιστον όμως η θολή κίνησή τους θα τονίζει λάμψεις φευγαλέες του φεγγαριού πάνω στο στιλπνό τους δέρμα.

Οι γοργόνες έχουνε θάρρος και λευκά δόντια. Είναι γυναίκες γενναίες και λίγο αγέρωχες. Δεν τραγουδούν καθόλου. Ίσα ίσα σε αναγκάζουν να ονειρεύεσαι την ησυχία του βυθού, τον μετεωρισμό της καταβύθισης, τις ξαφνικές επιθυμίες του νερού. Σε γητεύουν. Σε σπρώχνουν απαλά, το στεριανό σου σώμα δηλαδή, που μόνο να επιπλέει αντέχει, να βουτήξεις προς μια ιδιότυπη λαχτάρα, προς μια πολύ βαθειά νοσταλγία για κάπου όπου ακόμα δεν έχεις πάει. Ο προορισμός μπορεί να είναι κάποιο νησί τους, κοραλένια δάση, ή το κορμί τους απλώς.

Οι γοργόνες μιλάνε λίγο και κυρίως προτιμούν το γέλιο: γελούν το γέλασμα των αναρίθμητων κυμάτων. Τα μάτια τους είναι στο χρώμα του βυθού. Κι όσο κοιτάζεις τα φύκια μαλλιά τους που κυματίζουν βαριά και νωθρά στο ελάχιστο ρεύμα, κι όσο κοιτάζεις τα υδρόφιλά τους στήθη και τις ζωγραφιστές ρώγες που τα στεφανώνουν, κι όσο αναρωτιέσαι πού τις έβλεπαν οι παλιοί τις ψαρίσιες ουρές, εκεί όπου εσύ βλέπεις ξυπόλητα πόδια κάποιας παραλίας, τόσο σε ζώνει ο φόβος και η ταραχή: «πού θα με πάει αυτή;», «πώς σμίγεις με ένα τέτοιο πλάσμα;», «με τι τρόπους θα με κατασπαράξει;», «άραγε θυμώνει εύκολα, σαν εκείνη που βούλιαζε τα πλοία;». Γιατί όταν θα σε βρει η γοργόνα, το μόνο εφόδιο που σου βρίσκεται είναι κάτι ιστορίες των παλιών. Και η διάθεση να χαθείς και να ποντιστείς.

Όταν δεις τη γοργόνα να κάνει βουτιές χτυπώντας στην επιφάνεια της θάλασσας, παριστάνοντας το δελφίνι, μπορεί να νομίσεις ότι η χαρά της είναι απεριόριστη, όπως είναι ο πόθος της, όπως είναι η γητειά της. Μπορεί να νομίσεις ότι είναι πλάσμα εύθυμο. Όμως μόνο για χάρη σου παίζει στην επιφάνεια, μόνο για σένα είναι το κύλισμα στην επιφάνεια. Η γοργόνα ανήκει στον βυθό, στη σιωπή και στο λιγοστό του φως. Θα έρθει η γοργόνα πίσω στον αφρό ξανά και ξανά για σένα, θα σε τραβήξει (για λίγο; για πάντα;) να ναυαγήσεις, να δεις το βένθος. Αλλά ξέρει πότε θα σε αφήσει. Αν σε αφήσει.

Διασύροντας την πατρίδα μου μπροστά στους ξένους

«Δε μου αρέσουν οι Γερμανοί. Έκανα στρατό στη Γερμανία το ’47: κανένας δεν είχε υπηρετήσει στο Δυτικό Μέτωπο. Κανένας δεν ήξερε πού τους πάνε τους Εβραίους. Κανένας δεν ήξερε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γενικά, κανείς δεν είχε καταλάβει.»
«Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας. Κανείς δεν ξέρει για τις νάρκες στα σύνορα και τους πνιγμένους στο Αιγαίο. Κανείς δε μιλάει για βασανιστήρια και εκτελέσεις στις φυλακές. Κανείς δεν ασχολείται με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εντάξει, η κλίμακα είναι μικρότερη, αλλά είμαστε μικρή χώρα.»
[…]
«Ιδέα δεν είχα. Χρειάζεστε μηχανισμούς αντιπροπαγάνδας.»
(Συζήτηση που ξεκίνησε με θέμα «αγαπάμε την Ελλάδα, αγαπάμε τους Έλληνες».)

Περί ζώων κινήσεως (De Motu Animalium)

Γράφω με αφορμή αυτό, ένα κείμενο με τόνο πατερναλιστικό και ηθικολογικό, όπως και η μεγάλη πλειονότητα όσων διαβάζουμε πια στα φρηπρές και στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ακόμη ένα κείμενο σαν κι αυτά τα παλιά αθηναϊκά χρονογραφήματα, που περιέγραφαν την σῆψιν τῆς κοινωνίας. Μόνο που τα σύγχρονα χρονογραφήματα δεν έχουνε σκοπό να διεγείρουν, αλλά αποκλειστικά να νουθετήσουν μέσα από εκβιαστικά και τεχνητά διλήμματα, τάχα μου ηθικού ή βιολογικού χαρακτήρα: στο κείμενο λοιπόν δεσπόζει η τεχνητή αντινομία μεταξύ ερωτικής επιθυμίας (της γυναίκας, βεβαίως) και μητρότητας. Οι μάνες δε γαμιούνται, κι αν γαμιούνται είναι σαν σκύλες. Αυτό όμως ισχύει μόνο στις μεσογειακές κοινωνίες μετά τα 1970, οπότε και η γυναίκα θα γεννήσει εκεί στα τριαντατόσα, λέει, μόνον αφού (λέει) πάψει να είναι ερωτικά ενεργή· ισχύει επίσης στο φαντασιακό του παιδιού κάθε μάνας.

Αλλά ας γίνω πιο προσωπικός. Είμαι σε μακροχρόνια σχέση με τη Ζ. Δε φτιάχνομαι ούτε με το να είμαι κερατάς, ούτε με τρίτους ανθρώπους ανάμεσά μας, ούτε με το swinging. Δεν έχω κοιτάξει ποτέ κινητά, σημειώσεις, ημερολόγια, μηνύματα κτλ. της Ζ. και γνωρίζω πως είμαι πολύ τυχερός στο ότι αυτό είναι αμοιβαίο.

«Και αν σε απατήσει;» με έχουνε ρωτήσει πολλές φορές. Πρώτον, τα «απάτη» και «απιστία» είναι ήδη προβληματικά σαν όροι, αφού ονομάζουν την εξωσυζυγική ερωτική δραστηριότητα, τη μοιχεία που λέμε, ακριβώς όπως και την ατιμία προς ανθρώπους («απάτη») και προς θεούς («απιστία»). Το αντεπιχείρημα ότι η μοιχεία γίνεται εν κρυπτώ και πίσω από έναν πέπλο διακριτικότητας, σιωπής ή ψεύδους είναι άσχετο: πολλά, μα πάρα πολλά μυστικά υπάρχουνε μεταξύ δύο ανθρώπων που ζούνε μαζί. Κάθε μα κάθε είδους. Όσο αγαπημένοι και να είναι. Όπως είπε και μια φίλη 9 χρόνια παντρεμένη: «Δεν τα ξέρεις όλα για τον άλλο. Δε γίνεται. Εγώ δε θέλω να τα ξέρω όλα για τον [άντρα μου].» Ας επαναδιατυπώσω την ερώτηση λοιπόν: «κι αν με κερατώσει;»

Παρακάμπτω προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν κανένα και λέω ότι παίζουνε δυο σενάρια:

Αν με κεράτωσε, κεράτωνε, κερατώνει ή κερατώσει γιατί θέλει να σηματοδοτήσει ή να πυροδοτήσει το τέλος της σχέσης μας, δεν υπάρχει νόημα να εξεγερθώ κατά της αρπαχτής ή της παράλληλης σχέσης. Τέλος. Έχω δει πολλά ζευγάρια να χωρίζουν χωρίς να έχει υπάρξει σκιά από κέρατο, έχω δει να χωρίζουν και μετά από ψυχαναγκαστικό αλληλοκεράτωμα. Έχω γνωρίσει ζευγάρια που έζησαν μαζί αγαπημένα μέχρι το τέλος, παρά την εκατέρωθεν ερωτική αυτοδιάθεση δεκαετιών. Και έχω ακούσει και κάθε τι ενδιάμεσο: όλα τα «δεν θα πετάξω μια ευτυχισμένη ζωή στα σκουπίδια για ξεπέτες», «εμένα με αγαπάει» κτλ. αλλά και τα «δε θα τη μοιραστώ με κανέναν πούστη ποτέ», «τσουλαπουτανακαριόλα να φύγεις να φύγεις να φύγεις». Κτλ. κτλ. κτλ.

Αν πάλι με κεράτωσε, κεράτωνε, κερατώνει ή κερατώσει γιατί ο άλλος (ή η άλλη) της πρόσφερε ή θα της προσφέρει κάτι που δεν μπορώ εγώ, παρότι μαζί μου θέλει να είναι, καλώς. Βεβαίως δε (θα) θέλω να ξέρω λεπτομέρειες και δε θα ένιωθα ή νιώσω τρομερά επαρκής σαν εραστής και σύντροφος. Θα ζηλέψω λυσσαλέα και μέχρι τα ζοφερά μου έγκατα. Αλλά νισάφι: δεν μπορείς να ζεις με έναν άνθρωπο πάνω από, ξέρω γω, πέντε χρόνια και να έχεις την απαίτηση να είσαι τα πάντα γι’ αυτόν: να είσαι όλοι οι φίλοι, να είσαι όλες οι παρέες, να είσαι όλος ο έρωτας. Και όπως δε θέλουμε να είμαστε ο ένας φίλος της γυναίκας μας (εκτός αν είμαστε πολύ άρρωστοι), δεν μπορεί να θέλουμε να είμαστε ο ένας εραστής: δεν είναι διαφορετικός ο έρωτας. Και αυτό που λέω δεν αφορά καν τη λεγόμενη «φθορά» ή «κόπωση» στο ζευγάρι. Γενικά, η απαίτηση μια ερωτική σχέση να είναι μονοθεϊστικού τύπου, απόλυτη και στο στυλ «οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» δουλεύει ίσως σε μια αυταρχική κοινωνία (σαν αυτή που μας χτίζουν), στις ερημιές ή με μέσο όρο συμβίωσης καμμιά εφταετία το πολύ. Η Ζ. το έχει θέσει λίγο διαφορετικά: «Αν θες να έχεις τον έλεγχο του άλλου, δε χρειάζεσαι σχέση: να πάρεις έναν σκύλο.»

Δύο τελευταία σημεία: αν όντως προκαλώ τη μοίρα μου και μάθετε κάποτε ότι χώρισα γιατί με κεράτωσε η Ζ., θυμηθείτε ότι είμαστε άνθρωποι κι ότι είμαστε αντιφατικοί και (ευτυχώς) ευάλωτοι. Επίσης, αν έρθει η σχέση σας εν ψυχρώ και στα καλά καθούμενα να σας πει στα πλαίσια της τάχα ειλικρίνειας ότι σας τα φόρεσε, είτε είναι αμερικανοχιψτεράκι είτε θέλει να χωρίσετε. Και αυτή είναι η μόνη γενίκευση που μπορώ να κάνω με σχετική ασφάλεια.

Ολύμπιοι χαρακτήρες

609px-Angelo_Bronzino_-_Venus,_Cupid,_Folly_and_Time_-_National_Gallery,_London

Μόνη μου υπεράσπιση η αφηρημάδα μου και, πιο γενικά, το γνωσιακό διάκενο μεταξύ γνώσης και επίγνωσης: του να μαθαίνεις κάτι και του να σε λούζει αυτό το κάτι απότομα σαν «βίωμα» (που έλεγαν παλιά).

Οι δημοσιολογούντες μας, παλαιοί και νεανικοί, μας βλέπουν αφ’ υψηλού!

Ναι, γελάτε. Να σας πω πώς έφτασα σε επίγνωση, τουλάχιστον.

Είναι κάτι χαρακτήρες, λοιπόν, που τους δόθηκαν κάποιες ευκαιρίες. Οι ευκαιρίες είναι σαν την ομορφιά, περίπου: σου δίνεται χωρίς λόγο και στο τέλος φτάνει να σε καθορίζει εν μέρει. Αυτοί οι χαρακτήρες γράφουνε κιόλας, κάποιοι από αυτούς.

Θεωρούν λοιπόν, έτσι φαίνεται από τα γραπτά τους, πως είναι ανώτεροι από όσους δεν είχαν ευκαιρίες: την υστερική καθαρίστρια, το γραφικό παιδί του συνεργείου, την κουτούτσικη μανικιουρίστα, τον σουβλακοφάγο ομορφάντρα, τον (ακόμη) μετεμφυλιακό χωρικό της ορεινής Ελλάδας, τη μικρομάνα της δεκαετίας του ’90 που έχασε το τρένο των αφιερωμάτων στο σεξ, τον χυδαίο κλαρινογαμπρό, το λαϊκό κορίτσι ή την Μπουρναζιώτισσα. Όλοι αυτοί αντιμετωπίζονται ως ζωάκια, ως μικρά μου πόνυ: ανθρωπάκια που (αλί και τρισαλί) ψηφίζουν και συνθέτουν το φόντο του νεοελληνικού μωσαϊκού, πάνω στο οποίο οι χρυσές ψηφίδες (σαν δόντια παλιά) είναι αυτοί, οι χαρακτήρες που γράφουν, των ευκαιριών: ανώτεροι, πεφωτισμένοι, ψύχραιμοι αλλά και επιλεκτικά ελεήμονες. Όταν υπάρχει, η επιλεκτική συμπόνοια του χαρακτήρα-γραφιά απέναντι στον μπανάλ (άντε, χαριτωμένο) καταστηματάρχη που τον ταλαιπωρεί ο ιδρωμένος κι αξύριστος απεργός ή απέναντι στη μοναχική αισθητικό είναι ολύμπια: σκύβει ο γραφιάς από πάνω του όπως ο Απόλλωνας πάνω στη Δάφνη, ο Δίας στη Λήδα και στον Γανυμήδη, η Αφροδίτη στον Άδωνι (το μυθολογικό τεκνό, όχι τον μυθολογούντα μπουμπούκο). Με περιέργεια, συγκατάβαση και οριακά κτηνοβατική αλλά αποπνευματωμένη (σχεδόν) επιθυμία.

Οι θεοί των εφημερίδων, οι πρωταγωνιστές του χρονογραφήματος, οι συγγραφείς της αμερόληπτης συστράτευσης με το πρέπον, το κομψό και το συμμαζεμένο δε θα μπορούσαν οι ίδιοι να είναι καθαρίστριες, οροθετικές πόρνες, απεργοί, «λαθρομετανάστες», άνεργοι, άστεγοι, ζητιανοί, κλαρινογαμπροί, μανικιουρίστες, αγρότες, «αιώνιοι» φοιτητές, λαϊκά κορίτσια, μπουζουκοκόριτσα. Δεν είναι στην φύση τους τη θεία.

Απόστροφος

Απολαμβανα που πέρπαταγα στην πόλη τη νύχτα. Ησυχία. Ακινησία. Κάποιες εστίες μουσικής, καμμιά γάτα τρομαγμένη σαλτάρει έξω από κάδους. Ωραία πόδια μετεφηβικά μέσα στις κάλτσες τους: ευτυχώς ακόμα ψύχρα νυχτερινή. Το φως του φεγγαριού πίσω από κτήρια που το κρύβουν. Μακρινά γέλια. Είμαι εδώ και δε χρειάζεται να είμαι πουθενά αλλού. Για χρόνια προσπάθησα να νιώσω τους άλλους, αυτούς τους άλλους που μέτραγαν για μένα, προσπαθώντας να γίνω κάποιος άλλος, να γίνω πολλοί, να γίνω άλλος. Τώρα, όσο κι αν δεν το θέλουν, όσο κι αν το αρνούνται, τελικά τους νιώθω και τους νιώθω απλώς όντας αυτός που είμαι, αυτός ο ένας και ο τάχα προβλέψιμος.

Είμαι, έχω, νιώθω, μπορώ.

Η φωτογραφία είναι της murplejane